ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ Η ΑΡΧΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ 17(Ι)/2013 κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 599/2013, 27/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 599/2013 Μεταξύ:
- ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΦΛΩΡΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγόντων / Αιτητών - και -
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ Η ΑΡΧΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ 17(Ι)/2013
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΚΑΙ/Η ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟΥ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ 17(Ι)/2013 ΚΑΙ/Η ΔΥΝΑΜΕΙ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ/Η ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ Εναγομένων / Καθ' ου η Αίτηση 1 και 2 ------------------- Ημερομηνία: 27/03/2017 Αίτηση για προσθήκη διαδίκου (εναγομένου) και τροποποίησης έκθεσης απαίτησης, ημερομηνίας 29/09/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ Π. Χατζηπέτρος για την Δημητρίου & Δημητρίου Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη 1 / Καθ' ης η Αίτηση 1: κα Μ. Γαβριήλ για την Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Εναγομένη 2 / Καθ' ης η Αίτηση 2: κα Α. Κατσαντώνη για την Τορναρίτης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση 3 / Προτεινόμενη Εναγομένη: κα Γ. Μαλέκου για την Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Οι Ενάγοντες, με την υπό κρίση Αίτηση, αιτούνται από το Δικαστήριο, διάταγμα που να τους επιτρέπει να προσθέσουν ως διάδικο σε αυτή την Αγωγή την Καθ' ης η Αίτηση 3 / Προτεινόμενη Εναγομένη, ως επίσης και διάταγμα τροποποίησης των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης τους ώστε να συνάδουν με το γεγονός της συνένωσης του εν λόγω προσώπου ως διαδίκου σε αυτή την Αγωγή. Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Αίτηση, βασίζεται «εις τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ. Θ. 10 και 11, Δ.25 Θ. Θ. 1-4, Δ.48 Θ. Θ. 1-9, Δ.63 Θ. Θ. 1 - 2, Δ.64 ως επίσης και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής των Δικαστηρίων.».
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 29/09/
- Στα όσα από πλευράς γεγονότων παρατίθενται σε αυτήν, επανέρχομαι στην συνέχεια της απόφασης μου, εκεί και όπου αναφορά σε αυτά καθίσταται απαραίτητη για σκοπούς εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 / Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στο αίτημα των Εναγόντων.
- Η προτεινόμενη Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση 3, καταχώρισε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας αριθμό λόγων ένστασης, βάση των οποίων η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σε αυτούς στρέφομαι στην συνέχεια κατά την εξέταση του υποβληθέντος Αιτήματος.
- Η Ένσταση της προτεινόμενης Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση 3, βασίζεται «στα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονοµίας Νόµου, Κεφ. 6, στους Περί Πολιτικής Δικονοµίας Θεσµούς (CiviI Procedure Rules) Δ.19, Δ.25, Θ.1-6, Δ.42Α, Δ.43, Δ.48, θ.θ. 1-9, Δ.
- Δ.58, και Δ.64, στα άρθρα 30, 31, 32 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόµου Ν. 14/60, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο Ν.17(Ι)/2013(άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29), στο Διάταγµα κ.Δ.Π. 96/2013, στο περί Διάσωσης µε Ίδια µέσα της Τράπεζας Κύπρου Δηµόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγµα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013), στο Περί της Πώλησης Ορισµένων Εργασιών της Cyprus PopuIar Bank PubIic Co Ltd Διάταγµα του 2013 (κ.Δ.Π. 104/2013), στο Διάταγµα ηµερ. 25.3.2013(Αριθµός 198) που δηµοσιεύτηκε στην Επίσηµη Εφηµερίδα της Δηµοκρατίας στις 26.3.2013 και µε το οποίο διορίστηκε Ειδικός Διαχειριστής στην Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ ο κ. Ντίνος Χριστοφίδης, στους περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Κανονισµούς του 2013, Κ.Δ.Π. 92/2013, στον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο 16
(1)/2013, στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόµο του 1997 έως 2013, Ν. 66
(1)/1997 (άρθρα 30 και 32), στο άρθρο 23 του Συντάγµατος, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύµβασης Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων και στη διακριτική ευχέρεια καιΙή εγγενή εξουσία και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου.».
- Η Ένσταση της προτεινόμενης Εναγομένης / Καθ' ης η Αίτηση 3, συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Μαλβίνας Ναθαναήλ, δικηγόρου στην Δ. Ε. Π. Ε. που εκπροσωπεί την προτεινόμενη Εναγομένη / Καθ' ης η Αίτηση 3 σε αυτή την διαδικασία, ημερομηνίας 13/10/
- Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προσθήκη Διαδίκου
- Η Αίτηση των Εναγόντων, βασίζεται, ουσιαστικά ([1]), στην Δ.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»). Οι κανονισμοί 1, 4, 5, 7, 10 και 11 αυτής, προνοούν: «
- All persons may be joined in one action as plaintiffs, in whom any right to relief in respect of or arising out of the same transaction or series of transactions is alleged to exist, whether jointly, severally, or in the alternative, where if such persons brought separate actions any common question of law or fact would arise: provided that, if upon the application of any defendant it shall appear that such joinder may embarrass or delay the trial of the action, the Court or a Judge may order separate trials, or make such other order as may be expedient, and judgment may be given for such one or more of the plaintiffs as may be found to be entitled to relief, for such relief as he or they may be entitled to, without any amendment. But the defendant, though unsuccessful, shall be entitled to his costs occasioned by so joining any person who shall not be found entitled to relief unless the Court or a Judge in disposing of the costs shall otherwise direct. ...................................................
- All persons may be joined as defendants against whom the right to any relief is alleged to exist, whether jointly, severally, or in the alternative. And judgment may be given against such one or more of the defendants as may be found to be liable, according to their respective liabilities, without any amendment.
- It shall not be necessary that every defendant shall be interested as to all the relief prayed for, or as to every cause of action included in any proceeding against him; but the Court or a Judge may make such order as may appear just to prevent any defendant from being embarrassed or put to expense by being required to attend any proceedings in which he may have no interest. .................................
- Where the plaintiff is in doubt as to the person from whom he is entitled to redress, he may, in such manner as hereinafter mentioned, or as may be prescribed by any special order, join two or more defendants, to the intent that the question as to which (if any) of the defendants is liable, and to what extent, may be determined as between all parties. .................................
- No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.
- Where a defendant is added or substituted, the writ of summons shall be amended accordingly and the plaintiff shall, unless otherwise ordered by the Court or a Judge, file a copy of the writ as amended, and serve the new defendant with such amended writ or notice in lien of service thereof in the same manner as original defendants are served, and the proceedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η διαταγή που εδώ ενδιαφέρει περισσότερο σε ότι αφορά το Αίτημα των Αιτητών, είναι η Δ.9 κ. 10 των Θ. Π. Δ., που είναι η αντίστοιχη της παλαιάς Ο. 16, r. 11 των Αγγλικών Θ. Π. Δ., στόχευε ακριβώς αυτό που και οι Αγγλικοί περί Δικαστηρίων Νόμοι στόχευαν διαχρονικά, στην διασφάλιση διάγνωσης πλήρως και τελικώς όλων των διαφορών που τυχόν να προκύπτον από το ίδιο ζήτημα, χωρίς την καθυστέρηση και τα έξοδα που ενέχει η έγερση ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών. Ίδιες πρόνοιες εντοπίζονται και στον δικό μας περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Νόμος 14/1960 [[i]] ο οποίος αποσκοπεί ακριβώς το ίδιο πράγμα. Δέστε εν προκειμένω, τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772 και Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ. α.
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Η Διαταγή όμως αυτή, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκλαμβάνεται ότι μετριάζει την αναγκαιότητα όπως, ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάζονται οι κατάλληλοι διάδικοι που είναι αναγκαίοι για την επίλυση του επίδικου ζητήματος. Το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος προσθήκης διαδίκου και να επιλέξει να αποφασίσει τα δικαιώματα των διαδίκων που βρίσκονται ενώπιον του, ειδικότερα στην περίπτωση όπου η Αγωγή ή η ενώπιον του διαδικασία, έχει προχωρήσει με την εκδίκαση της χωρίς να υπάρξει ένσταση ως προς τους διαδίκους [[ii]]. Το τι όμως παρατηρείται γενικά, είναι ότι, η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.9 των Θ. Π. Δ. ([2]), ασκείται ευρέως από τα Δικαστήρια, παρά το γεγονός ότι η προσθήκη καινούριων διαδίκων μπορεί να προκαλέσει πρόσθετα έξοδα και να επιβάλει την παρουσίαση νέας μαρτυρίας. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, σε κάθε τέτοια περίπτωση, είναι, κατά πόσο, η προσθήκη νέου διαδίκου δύναται, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, να προκαλέσει αδικία ή δικονομική και ουσιαστική αμηχανία στον αντίδικο. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αίτημα μπορεί να μην γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ενταγμένα αυτά πάντοτε, στο γενικότερο στόχο της δικονομίας και πρακτικής των Δικαστηρίων, στον οποίο προαναφέρθηκα, - που είναι διάχυτος στους Θ. Π. Δ. μας, - ότι, το Δικαστήριο, προβαίνει σε όλες εκείνες τις απαραίτητες αλλαγές που θα υποβοηθήσουν την αποτελεσματική και πλήρη εκδίκαση όλων των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται σε μία υπόθεση.
- Είναι ξεκάθαρο, τόσο από τις πρόνοιες της Δ.9 των Θ. Π. Δ., όσο και από τις πρόνοιες της Δ.12 των Θ. Π. Δ.([3]), ότι, μία απαίτηση, δεν μπορεί να απορριφθεί για μόνο τον λόγο ότι λανθασμένα συνενώθηκε ή δεν συνενώθηκε κάποιο πρόσωπο ως διάδικος σε αγωγή ή άλλη διαδικασία. Αυτό και μόνο το γεγονός, δεν αποτελεί υπεράσπιση [[iii]]. Το Δικαστήριο, ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί να επιλύσει τα επίδικα ζητήματα, στο βαθμό που αυτά επηρεάζουν τα συμφέροντα και δικαιώματα των προσώπων που είναι διάδικοι στην υπόθεση [[iv]]. Αν θα υπάρξει ένταση από τον οποιονδήποτε από τους διάδικους, στην βάση του ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν βρίσκονται όλα τα κατάλληλα πρόσωπα, αυτή πρέπει να εγείρεται το νωρίτερο δυνατόν στην διαδικασία. Το ορθότερο είναι, το ζήτημα να εγείρεται προδικαστικά, με την δικογραφία, και να αποφασίζεται κατ' επίκληση της Δ.27, κ. 1 των Θ. Π. Δ., ή κατόπιν αιτήματος στην βάση αιτήσεως δυνάμει της υπό συζήτηση Δ.9 των Θ. Π. Δ., ή βάσει της Δ.30 των Θ. Π. Δ., κατά την ακρόαση εκδοθείσας, βάσει αυτής, κλήσης, για τις οδηγίες του Δικαστηρίου [[v]]. Στις περιπτώσεις όμως όπου, η έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας ή εξουσίας στην έγερση της Αγωγής, προκύπτει ξεκάθαρα, τότε, ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, το Δικαστήριο, μπορεί να διατάξει την απόρριψη της Αγωγής [[vi]], ακόμη και αυτεπάγγελτα [[vii]].
- Σύμφωνα με την πρακτική που επιβάλλει η ίδια η Δ.9, κ. 10 των Θ. Π. Δ., η συνένωση προσώπου ως ενάγοντα σε υφιστάμενη αγωγή, μπορεί να επιτραπεί, μόνο όταν το πρόσωπο αυτό συγκατατεθεί προς τούτο γραπτώς. Συγκατάθεση την οποία μάλιστα, πρέπει να υπογράφει ο ίδιος και όχι το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Παρά ταύτα, σχετικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο, ακόμη και στην απουσία γραπτής συγκατάθεσης του προσώπου η συνένωσης του οποίου επιδιώκεται, υπό την αίρεση παρουσίασης σχετικής συγκατάθεσης στον Πρωτοκολλητή, εντός ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας [[viii]].
- Αίτημα που υποβάλλεται βάσει της Δ.9 κ. 10 των Θ. Π. Δ., για την προσθήκη ενάγοντα, μπορεί να εγκριθεί, όταν, η βάση της αγωγής του υφιστάμενου ενάγοντα είναι, στην απουσία του προτιθέμενου προς συνένωση ενάγοντα, ελλιπής ή ελαττωματική. Και τούτο, ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου, από τα γεγονότα της υπόθεσης, εγείρεται κάποιο ζήτημα μεταξύ του προτιθέμενου προς συνένωση διαδίκου και του υφιστάμενου διάδικου (και δη του εναγομένου στην Αγωγή), που σχετίζεται με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα και η συνένωσης αυτού του προσώπου ως διαδίκου είναι επιθυμητή προς επίλυση του εν λόγω ζητήματος. Γενικότερα όμως, ως προαναφέρθηκε, η προσθήκη επιτρέπεται, όταν αυτή κρίνεται επιθυμητή για τον προσδιορισμό και επίλυση όλων των πραγματικών επίδικων ζητημάτων σε μία υπόθεση. Αντιθέτως, δεν εγκρίνεται, εκεί που το αποτέλεσμα θα είναι η εισαγωγή μίας εντελώς νέας βάσης Αγωγής ή η αναβίωσης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο έχει παραγραφεί [[ix]].
- Αίτημα που υποβάλλεται βάσει της Δ.9 κ. 10 των Θ. Π. Δ., για την προσθήκη εναγομένου, μπορεί να εγκριθεί, μόνο όταν, ο ενάγοντας, αξιώνει εναντίον του θεραπεία [[x]], ακόμη και όταν αυτή είναι μόνον δηλωτική. Επίσης, προσθήκη εναγομένου δύναται να διαταχθεί (ειδικότερα, κατόπιν αιτήματος εναγομένου διάδικου στην αγωγή), όταν οποιαδήποτε απόφαση στην αγωγή, επηρεάζει άμεσα, με οποιοδήποτε τρόπο, τη νομική θέση του (όπως π. χ. θα ήταν η δέσμευσης του από το αποτέλεσμα της απόφασης να πληρώσει κάποιο ποσό) [[xi]]. Συναφώς, και επειδή ως έχει προαναφερθεί, η γενική αρχή είναι ότι, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, συναρτάται με την αναγκαιότητα της παρουσίας του για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή, το Δικαστήριο, αποφασίζει το ζήτημα (αν δηλαδή βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του) στην βάση του τι η δικογραφία προσδιορίζει ως επίδικο [[xii]]. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372, για να προστεθεί εναγόμενος διάδικος σε αγωγή, η έκθεσης απαίτησης του ενάγοντος, πρέπει να περιέχει στοιχεία (περί τα γεγονότα - τα αναγκαία πάντοτε, για σκοπούς δικογραφίας -) από τα οποία μπορεί να εξαχθεί ότι υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον του προτεινόμενου διαδίκου ([4]), ή εάν το αίτημα βασίζεται επί του ότι, η προσθήκη του προτεινόμενου διαδίκου, θα συμβάλει στην αποτελεσματική επίλυση των υφιστάμενων μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων, τότε, αυτό, πρέπει να υποστηρίζεται από στοιχεία (μέσω της υποστηρικτικής του αιτήματος ένορκης δήλωσης) από τα οποία κάτι τέτοιο δικαιολογείται.
- Το Δικαστήριο, στην βάση των ίδιων κριτηρίων, - σαφέστατα όμως σε μία αντίστροφη διεργασία -, μπορεί να διατάξει την διαγραφή ενός προσώπου από διάδικο σε Αγωγή, αν το πρόσωπο αυτό δεν είναι επιθυμητό να έχει σε αυτήν μια τέτοια ιδιότητα. Το Δικαστήριο, μπορεί επίσης να διατάξει όπως, ένα καινούριο πρόσωπο, υποκαταστήσει υφιστάμενο διάδικο σε Αγωγή, εάν το συμφέρον ή η ευθύνη του τελευταίου έχει μεταφερθεί στον νέο διάδικο και η υποκατάστασης, είναι επιθυμητή για τον προσδιορισμό και επίλυση όλων των πραγματικών επίδικων ζητημάτων στην διαδικασία.
- Εξετάζοντας ένα αίτημα, ως το υπό συζήτηση, στην βάση των προαναφερόμενων κριτηρίων, το Δικαστήριο αποφεύγει να αποφαίνεται για ζητήματα δικαιωμάτων των διαδίκων, ή των προτιθέμενων προς προσεπίκληση διαδίκων, στην ουσία τους [[xiii]].
- Σε ότι αφορά τα της διαδικασίας, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, στην σελίδα 211 και παράγραφο 214, σχετικά με τα προαναφερόμενα, αναφέρονται τα εξής: «The court's permission is required to remove, add or substitute a party, except where the claim form has not been served. An application for such permission may be made by an existing party or a person who wishes to become a party. An application for an order substituting a new party where an existing party's interest or liability has passed may be made without notice and must be supported by evidence. No person may be added or substituted as a claimant unless he has given his consent in writing and that consent has been filed with the court. An order for the removal, addition or substitution of a party must be served on all parties to the proceedings and any other person affected by the order. When the court makes an order for the removal, addition or substitution of a party, it may give consequential directions about filing and serving the claim form on any new defendant, serving relevant documents on the new party and the management of the proceedings. Where a party is joined to existing proceedings, the party joined is entitled to require the party joining him to supply, without charge, copies of all statements of case, written evidence and any documents appended or exhibited to them which have been served in the proceedings by or upon the joining party which relate to any issues between the joining party and the party joined, and copies of all orders made in those proceedings. The documents must be supplied within 48 hours after a written request for them is received.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σύμφωνα με την Δ.48 κ. κ. 8 και 9 των Θ. Π. Δ., αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει των προνοιών της Δ.9 κ. 10 των Θ. Π. Δ., υποβάλλεται με κλήση προς την αντίδικη πλευρά και πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση, στην οποία, απαραίτητη αναφορά πρέπει να γίνεται στο συμφέρον ή την σύνδεση του προτεινόμενου προς συνένωση διαδίκου με την υφιστάμενη διαδικασία και να γίνεται τεκμήριο, όταν το αίτημα είναι για την προσθήκη ενάγοντος, η γραπτή συγκατάθεση του προτεινόμενου (προς συνένωση, ως ενάγοντα), προσώπου [[xiv]]. Τροποποίηση
- Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, απορρέει από τις πρόνοιες της Δ.25, κ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.»).
- Η εν λόγω Δ.25, κ. 1 των Θ. Π. Δ., επακριβώς, προνοεί: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Σημειώνεται, εδώ, η πρόσφατη τροποποίηση της Δ.25 των Θ. Π. Δ. κατά τα έτη 2014, 2015, για να επισημανθεί, ότι, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, που έχει καταχωρηθεί κατά το έτος 2013, οι πρόνοιες της τροποποιημένης διαταγής, δεν τυγχάνουν εφαρμογής.
- Η τροποποίηση δικογράφου, μέχρι και την προαναφερόμενη τροποποίηση της Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ., που εδώ, επαναλαμβάνω, εξακολουθεί να εφαρμόζεται, δεν γινόταν αυτοδικαίως από τους διαδίκους. Επρόκειτο, - και πρόκειται για τις περιπτώσεις όπως η παρούσα που η παλαιά Δ.25 των Θ. Π. Δ. εξακολουθεί να εφαρμόζεται -, για ζήτημα, που, το κατά πόσο θα επιτρεπόταν η τροποποίηση δικογράφου, εναπόκειτο, αποκλειστικά, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ., έτυχαν εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων και οι αρχές που την προσδιόριζαν (και εξακολουθούν να δεσμεύσουν για σκοπούς εφαρμογής της στην κατηγορία υποθέσεων που αυτή εξακολουθεί να εφαρμόζεται), είχαν, πριν από την τροποποίηση της, πλέον αποκρυσταλλωθεί. Βλ. σχετικά τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, United Sea Transport Co ltd v Zakou
(1980)1 C.L.R. 510, Evripidou Andreas and Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)1 CLR 24, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd και άλλοι
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περκτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, Astor Manufacturing & Export Co. και άλλοι ν. Α.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλος
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη και Έφορου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 211/89, απόφαση ημερομηνίας 08/10/1993, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1.A.A.Δ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1Α.Α.Δ. 560, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ. α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ. α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ .237, Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658, Μίκης Αδαμίδης & Σια ν Δ. Κυθρεώτη & Σια κ. α.
(2011)1Γ Α.Α.Δ 2106, Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν Κώστας Γρηγοριάδης & Σια κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 04/03/2013, Ονούφριος Ιωσιφίδης ν Bernhard Schutle Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 239/2011, απόφαση ημερομηνίας 23/10/2013 και Icos Cif Ltd v Martin Cοward κ. α. Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, απόφαση ημερομηνίας 20/03/
- Στην υπόθεση Περκτιόνη Χρίστου ανωτέρω, το Εφετείο, ανέφερε το εξής, στο οποίο ενθυλακώνεται η όλη ουσία του πως η τροποποίηση δυνάμει της Δ.25 κ. 1 των Θ. Π. Δ. αντιμετωπιζόταν πριν από την τροποποίηση της, βάσει των αρχών που έθεσε η προαναφερόμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
- Θέμα που θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση αυτής της Αγωγής, είναι οι επιπτώσεις που ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, Νόμος 17(I)/2013, επέφερε στους Ενάγοντες, οι οποίοι, σημειώνεται, υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι σύζυγοι.
- Ως φαίνεται μέσα από την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των Εναγόντων, ο Ενάγοντας 1, από 08/02/2005 προσήλθε σε συμφωνία με την Εναγομένη 2 για την εξασφάλιση από αυτήν πιστωτικών διευκολύνσεων από τρεχούμενο λογαριασμό, η οποία εξασφαλίστηκε από δέσμευση γραμματίου της Ενάγουσας 2 ύψους €78.480,91 το οποίο διατηρούσε στην Εναγομένη
- Οι συνολικές καταθέσεις της Ενάγουσας 2 στην Εναγομένη 2, ήταν €165.817,
- Κατά την 29/04/2013, ο τρεχούμενος λογαριασμός του Ενάγοντα 1 στην Εναγομένη 2, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €32.341,
- Ως αποτέλεσμα των προνοιών του Νόμου 17(Ι)/2013 και της εκδοθείσας βάσει αυτού Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 104/2013 του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 29/03/2013, ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, οι καταθέσεις της Ενάγουσας 2, όπως και αυτή του προαναφερόμενου γραμματίου της, απομειώθηκαν. Συγκεκριμένα, το εν λόγω γραμμάτιο της Ενάγουσας 2, μειώθηκε σε €27.221,
- Θέσης των Εναγόντων, είναι, ότι, το γραμμάτιο της Ενάγουσας 2, δεν θα έπρεπε να απομειωθεί και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν και υποχρεούνταν, βάσει του Νόμου 17
(1)/2013, των περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας και Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς και της Οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, να συμψηφίσουν αυτό με το χρεωστικό υπόλοιπο στον τρεχούμενο λογαριασμό του Ενάγοντα 1, κάτι το οποίο αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν. Ζητείται ως εκ των προαναφερομένων ισχυρισμών των Εναγόντων, σχετική διακήρυξης από το Δικαστήριο του ισχυριζόμενου δικαιώματος τους για συμψηφισμό και διάταγμα του Δικαστηρίου προς τον σκοπό επιβολής του. Διαζευκτικά, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται (ως τουλάχιστον γίνεται αντιληπτό σε τούτο το στάδιο από την δικογραφία ως έχει) ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν τους όρους της σύμβασης του Ενάγοντα 1, ημερομηνίας 08/02/2015 και/ή ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 πλούτισαν άδικα σε βάρος τους, ή/και ότι κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή κακή τη πίστη αρνούνται να προβούν στον, ως έχει προαναφερθεί, συμψηφισμό. Επί αυτού του υπόβαθρου γεγονότων, αξιώνουν από τους Εναγομένους 1 και 2, αποζημιώσεις. 25. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων, περιστράφηκε γύρω από τις διατάξεις του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Νόμος 17(I)/2013 και ως εκ τούτου, ανάλυσης των προνοιών του εν λόγω νομοθετήματος σε ότι αφορά την εφαρμογή τους στην περίπτωση της Εναγομένης 2, στον βαθμό που αφορά τον επικληθέν βαθμό εμπλοκής της Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενης Εναγομένης στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, καθίσταται αναγκαία. Ανάλυσης των προνοιών του Νόμου 17(I)/2013 και πως αυτές εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της Εναγομένης 2, έχω εντοπίσει να έχει γίνει από τον έντιμο, Π. Ε. Δ. (ως ήταν τότε), Α. Παναγιώτου, στην Αγωγή 3340/13 του Ε. Δ. Λευκωσίας, Μιχάλη Χαϊλή ν Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κ. α. 20/01/2017, την οποία υιοθετώ για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, παραθέτοντας από αυτήν σχετική περικοπή για σκοπούς αναφοράς στην συνέχεια: «Σύμφωνα με το άρθρο 9 του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/13, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που αποτελεί την μόνη Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου 90(Ι)/14, δύναται να απαιτεί µέσω της έκδοσης σχετικού διατάγματος, την πώληση εργασιών πιστωτικού ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές. Η ψήφιση του πιο πάνω Νόμου, κατέστη αναγκαία μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και τις αποφάσεις του Eurogroup για κούρεμα των καταθέσεων στις Κυπριακές Τράπεζες, Λαϊκή και Τράπεζα Κύπρου (Βλ. Μυρτώ Χριστοδούλου κα ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου συνεκδικαζόμενες προσφυγές 551/13 κα ημ. 7.6.2013). Με τη θέσπιση του Νόμου 17(Ι)/2013, επέρχεται ένα νέο νομικό καθεστώς για τα αδειούχα πιστωτικά ιδρύματα με την σύσταση των λεγομένων «ιδρυμάτων υπό εξυγίανση» (βλ. Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολ. Έφεση αρ. 60/2014 ημ. 7.5.2014). Αναφορικά με της εκκρεμούσες υποθέσεις ή άλλα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, σχετικό είναι το άρθρο 28 του Νόμου 17(Ι)/13 που έχει ως εξής: "28.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται µε οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα µε την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται µε την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα µε την περίπτωση". Δυνάμει του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/13, η Αρχή Εξυγίανσης με την έκδοση διατάγματος ημερ. 25 Μαρτίου 2013 (Κ.Δ.Π. 94/2013), αποφάσισε όπως πωληθούν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας. Στην συνέχεια με άλλο διάταγμα ημερ. 29 Μαρτίου 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), αποφάσισε την «πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας», προς το «Αποκτών Πρόσωπο» που είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στο άρθρο 5.2 του Διατάγματος Κ.Δ.Π 94/13 αλλά και στο παράρτημα ΙΙ της Κ.Δ.Π. 104/2013, αναφέρονται οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Το παράρτημα ΙΙ της Κ.Δ.Π. 104/2013 έχει τροποποιηθεί με την αντικατάσταση του από το νέο Παράρτημα ΙΙ της Κ.Δ.Π. 133/
- Σε αυτό αναφέρονται με λεπτομέρεια όλες οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στο αποκτών πρόσωπο. Πέραν των υποχρεώσεων για καταθέσεις από πιστωτικά, φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, γίνεται αναφορά και σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από Συμφωνίες Επαναγοράς Χρηματοοικονομικών Μέσων (repo transactions). Στην συνέχεια με δεύτερο τροποποιητικό διάταγμα ημ. 14.5.13 (Κ.Δ.Π. 156/13), μεταβιβάστηκαν στην τράπεζα Κύπρου συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας όπως μετοχές σε θυγατρικές της Λαϊκής, διατραπεζικές καταθέσεις καθώς και ενδεχόμενες υποχρεώσεις της Λαϊκής αναφορικά με ενέγγυες πιστώσεις και εγγυητικές επιστολές που έχουν εκδοθεί από καταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τέλος, με το τρίτο τροποποιητικό διάταγμα ημ. 30.7.13, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου μεταξύ άλλων, υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας ως εκδότριας ομολόγων για τα οποία παραχωρήθηκαν κυβερνητικές εγγυήσεις καθώς και υποχρεώσεις που πηγάζουν από τα χρηματοοικονομικά μέσα που περιγράφονται στην Κ.Δ.Π. 530/2004 αναφορικά με την ίδρυση του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών.».
- Από τα όσα η έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων αποκαλύπτει, δεν φαίνεται οι αξιώσεις τους να αφορούν υποχρέωση της Εναγομένης 2 που μεταβιβάστηκε στην Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένη, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 17(I)/
- Είναι ξεκάθαρο ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων, αφορούν (α) στον τρόπο εφαρμογής (μη εφαρμογής ή λανθασμένης ή αμελούς εφαρμογής), σε ότι αφορούσε την περίπτωση τους, των διατάξεων του Νόμου 17(Ι)/2013 από τους Εναγομένους 1 και 2, και (β) σε παράβαση των όρων της σύμβασης του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 08/02/2015 από πλευράς των Εναγομένων 1 και 2, και/ή σε άδικο πλουτισμό των Εναγομένων 1 και 2, και/ή σε δόλο και/ή απάτη και/ή κακή πίστη των Εναγομένων 1 και 2 κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 17(Ι)/
- Συνεπώς, από τους ισχυρισμούς των ιδίων των Εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους, προκύπτει ότι, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης τους, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αιτία αγωγής εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενης Εναγομένης.
- Παραμένει συνεπώς να εξεταστεί, κατά πόσο το Αίτημα, δικαιολογείται από την παράμετρο του ότι, η προσθήκη του προτεινόμενου διαδίκου, θα συμβάλει στην αποτελεσματική επίλυση των υφιστάμενων μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Τέτοια στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρώ, δεν έχουν τεθεί. Το τι έχει προβληθεί από πλευράς Εναγόντων, σε γενικές γραμμές, είναι ότι, η Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένη, είναι αναγκαία συνεναγομένη της Εναγομένης 2, αφού, σε περίπτωση που πετύχουν στις απαιτήσεις τους, ο συμψηφισμός αφορά και την ίδια την Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένη, λόγω μεταφοράς του τρεχούμενου λογαριασμού του Ενάγοντα 1 σε αυτήν ως αποκτών πρόσωπο. Έτσι δεν θα μπορεί, κατά τους Ενάγοντες, να εκτελεστεί απόφαση σε περίπτωση που θα πετύχουν στην Αγωγή τους, αφού, ο συμψηφισμός, πρέπει να γίνει, όχι μόνο από την Εναγομένη 2, αλλά και από την Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένη, στην οποία μεταφέρθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός του Ενάγοντα
- Αυτό όμως το ζήτημα, που αφορά καθαρά ζήτημα εκτέλεσης τυχόν απόφασης που οι Ενάγοντες θα εξασφαλίσουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, δεν δικαιολογεί την συνένωση ενός προσώπου ως διαδίκου στην Αγωγή, το οποίο, ως διαπιστώνεται, δεν έχει καμία σχέση με τις αιτίες στις οποίες βασίζουν την Αγωγή τους και τις αξιώσεις τους. Η προσθήκη της Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένης, ως διαδίκου, δεν αναμένεται να συμβάλει καθοιονδήποτε τρόπο στην αποτελεσματική επίλυση, των υφιστάμενων, μεταξύ των διαδίκων, επίδικων θεμάτων. Ας σημειωθεί, εδώ, ότι, κατά την εκδίκαση της Αγωγής, εάν οι ισχυρισμοί των Εναγόντων γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, θα εξεταστεί από το Δικαστήριο και ποίες θεραπείες είναι πρόσφορο να τους αποδοθούν και συνεπώς, εάν η θεραπεία αυτή του συμψηφισμού - ως αξιώνεται από τους Ενάγοντες - δεν δικαιολογείται ή δεν είναι πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να τους αποδοθεί, δεν θα αποδοθεί και θα προτιμηθεί η απόδοσης της διαζευκτικά τιθέμενης θεραπείας των αποζημιώσεων, κατά αναλογίαν των αρχών που διέπουν το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης συμβάσεων (αφού εδώ, ως προκύπτει, τίθεται ζήτημα ειδικής εκτέλεσης προνοιών του Νόμου 17(I)/2013 και των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού διαταγμάτων•, θεραπεία που δεν είναι του παρόντος να εξεταστεί αν γενικότερα μπορεί να αποδοθεί, την αντικρίζω όμως για το περιορισμένο σκοπό που η υπό κρίση διαδικασία επιβάλλει, με βάση την γνωστή για το Δικαστήριο θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, της ειδικής εκτέλεσης συμβάσεως), εκ των οποίων είναι και η αρχή, ότι, ειδική εκτέλεση προς όφελος του ενάγοντος, δεν αποδίδεται, εκεί και όπου οι περιστάσεις δείχνουν ότι ο εναγόμενος εναντίον του οποίου εκδίδεται η σχετική διαταγή του Δικαστηρίου, αδυνατεί να την υλοποιήσει, ένεκα δικαιωμάτων τρίτων στο αντικείμενο του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης (βλ. Wroth v Tyler [1973] 1 All.E.R. 897, 913). Η απόδοση θεραπείας από το Δικαστήριο, γίνεται με βάση τα δεδομένα που θα αποδειχθούν προς ικανοποίηση του, μετά την εκδίκαση της υπόθεσης μεταξύ των κατάλληλων σύμφωνα με τα επίδικα ζητήματα διαδίκων, και ένας διάδικος δεν κρίνεται ως κατάλληλος διάδικος, με κριτήριο, η θεραπεία που αξιώνεται από τον ενάγοντα διάδικο, να είναι κατάλληλη υπό τις περιστάσεις για να αποδοθεί, ή με κριτήριο, η θεραπεία που θα του αποδοθεί δια της αποφάσεως του Δικαστηρίου, να μπορεί εν συνεχεία να εκτελεστεί.
- Πέραν των πιο πάνω, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση του Aιτήματος. Η πώληση των εργασιών της Εναγομένης 2 και η μεταφορά ορισμένων υποχρεώσεων της στο αποκτών πρόσωπο, ήτοι την Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένη, έγινε ήδη από τον Μάρτιο του 2013 με την έκδοση από την Εναγομένη 1, των προαναφερθέντων διαταγμάτων. Οι Ενάγοντες δεν έδωσαν ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν συμπεριέλαβαν από την αρχή την Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενη Εναγομένη στην Αγωγής τους, η οποία έχει καταχωρηθεί από 20/05/2013 (Βλ. Χριστοδούλου v Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ. α. v A.G. Leventis κ. α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 και Ikos Cif Ltd v Martin Coward κ. α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20/03/214). Ούτε και εξήγησαν ικανοποιητικά γιατί καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση την 29/09/2016, πέραν δηλαδή των τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων με τα οποία η Καθ' ης η Αίτηση / προτεινόμενη Εναγομένη κατέστη «αποκτών πρόσωπο» της Εναγομένης 2, δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/13 (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ., United Sea Transport Ltd v Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501 και Ikos Cif Ltd v Martin Coward κ. α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20/03/214). ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται.
- Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης και της διαδικασίας ακροάσεως της, επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων και υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 3 / προτεινόμενης Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καμία διαταγή για έξοδα μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 και 2 / Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εκτός της Δ.25 των Θ. Π. Δ., αναφορά στην οποία γίνεται στην συνέχεια. [2] - ως παρατηρείται και από τους συγγραφείς του Annual Practise του 1958, Τόμος 1, σελίδα 345, - [3] Επίκληση της οποίας, σημειώνεται, εδώ δεν γίνεται από πλευράς Εναγόντων / Αιτητών, ούτε και προκύπτει να αφορά την υπό εξέταση περίπτωση. [4] Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του High Court Αγγλίας στην υπόθεση Byrne and Another v Brown [1889] 22 Q.B.D. 657, σκεπτικό που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, «δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία». [i] Το Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960 προνοεί: «Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας oιoσδήπoτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ' αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ' όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Βλ. Παναγιώτας Νικολάου Χ"Θεοδοσίου ν Μαρούλλας Ιωάννου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, στην σελίδα 205 και παράγραφο
- [iv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, στην σελίδα 205 και παράγραφο
- [v] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο Annual Practise του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα
- [vi] Δέστε σχετικά την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση John Shaw & Sons (Salford) Ltd v Shaw [1935] 2 KB 113, CA. [vii] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στις υποθέσεις Daimler Co Ltd v Continental Tyre and Rubber Co (Great Britain) Ltd [1916] 2 AC 307, HL και Lazard Bros & Co v Banque, Lazard Bros & Co v Midland Bank Ltd [1933] AC 289, HL, καθώς επίσης και την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση lndustrielle de Moscou [1932] 1 KB 617, CA. Σημειώνεται όμως εδώ και ο δικαστικός λόγος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ.
- [viii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο Annual Practise του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα 346 κάτω από τον τίτλο «Procedure—Consent of Person Added». [ix] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο Annual Practise του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα 346 κάτω από τον τίτλο «On Application of Plaintiff». Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρόσθετα κριτήρια τίθενται προς ικανοποίηση. Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, στην σελίδα 212 και παράγραφο
- [x] Βλ. Πανευρωπαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ. ν Τhe Black Sea Shipping Co. κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 625. [xi] Βλ. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν Χρίστου Μηνά, Cyprus Trading Corporation Ltd v Zim Israel Navigation Co. Ltd κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1335 και General Insurance Co. of Cyprus Ltd v Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117. [xii] Βλ. Χριστόδουλος Μιχαήλ Χ"Δαυίδ ν Χριστοδούλου Χ"Δαυίδ κ. α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176, Παπανδρέας Παπαχριστοφόρου κ. α. ν Κρήτη Γεωργίου Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Stelios C. Marcoullis and Others v. Georghios Frixou Tsakkistos and another
(1970)1 C.L.R. 1. [xiii] Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772. [xiv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο Annual Practise του 1958, Τόμος 1, στην σελίδα 350 κάτω από τον τίτλο «Application.—May be by either party, r. 11.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο