← Κύπρος

TAKIS PALAONDAS LTD ν. C & P LIOTATIS CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 824/2013, 23/5/2017

TAKIS PALAONDAS LTD ν. C & P LIOTATIS CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 824/2013, 23/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 824/2013 Μεταξύ: TAKIS PALAONDAS LTD Εναγόντων -και- 1.C & P LIOTATIS CO LIMITED 2.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΙΟΤΑΤΗ 3.ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΛΙΟΤΑΤΗ Εναγόμενων --------- Αίτηση ημερομηνίας 5/10/2016 για έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο αναφορικά με την εγγραφή της απόφασης ημερ. 5/05/2014 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου Ημερομηνία: 23 Μαϊου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες/αιτητές: Η κα Χριστοδούλου, για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία ΔΕΠΕ. Για ενδιαφερόμενο μέρος, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: Ο κ. Μ. Σοφοκλέους, για Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. -------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές, με την υπό εξέταση αίτησή τους, επιδιώκουν την έκδοση οδηγιών του Δικαστηρίου, αν η απόφαση ημερομηνίας 5/05/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 θα έπρεπε να εγγραφεί εναντίον της περιουσίας των εναγόμενων 1, 2 και 3, αντικαθιστώντας το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 13/11/2013, το οποίο ενεγράφη εναντίον της περιουσίας των εναγομένων 1, 2 και 3 την 14/11/2013 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και/ή αν η ρηθείσα απόφαση θα έπρεπε να πάρει την ίδια σειρά προτεραιότητας και να αποτελεί συνέχεια του προσωρινού διατάγματος, κατά προτεραιότητα οιουδήποτε άλλου εγγραφέντος εμπράγματου βάρους, μετά την εγγραφή του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 13/11/2013 και/ή πριν την εγγραφή της απόφασης ημερομηνίας 5/05/
  2. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου των αιτητών, Τάκη Παλάοντα, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά την 13/11/2013 εκδόθηκε, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, με το οποίο εμποδίζονταν από του να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθοιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν ακίνητή τους περιουσία. Το εν λόγω διάταγμα ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και Λάρνακας την 14/11/2013 και στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την 26/11/
  3. Την 5/05/2014 εκδόθηκε, εκ συμφώνου, απόφαση εναντίον των εναγομένων ως η απαίτηση των εναγόντων. Η ρηθείσα απόφαση ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και Αμμοχώστου την 2/06/2014 εναντίον της περιουσίας των εναγομένων 1, 2 και 3, ενώ την 19/06/2014 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Η εγγραφή της ρηθείσας απόφασης, αντί να αντικαταστήσει το προσωρινό διάταγμα και να λάβει τη θέση του στη σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών που υπάρχουν εγγεγραμμένα επί της περιουσίας των εναγομένων, ενεγράφη, σε σειρά προτεραιότητας, ως μεταγενέστερη της εγγραφής του ρηθέντος προσωρινού διατάγματος. Είναι πολύ σημαντικό να δοθούν οι αιτούμενες οδηγίες από το Δικαστήριο για το λόγο ότι μεταξύ της εγγραφής του ρηθέντος προσωρινού διατάγματος και της εγγραφής της δικαστικής απόφασης επί της περιουσίας των εναγομένων, καταχωρίστηκε άλλη απόφαση από τρίτο πιστωτή, συγκεκριμένα την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Οι αιτούμενες οδηγίες θα βοηθήσουν ως προς τη νομιμότητα της εγγραφής της ρηθείσας δικαστικής απόφασης ως μεταγενέστερης του προσωρινού διατάγματος. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το ενδιαφερόμενο μέρος») εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία, καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Οι λόγοι ένστασης τους οποίους επικαλείται είναι οι ακόλουθοι: (α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική. (β) Η αίτηση είναι ελλιπής, γίνεται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει ορθή νομική βάση. (γ) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν καταδεικνύουν οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (δ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και περιέχει αναληθείς, αβάσιμους, αστήρικτους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. (ε) Τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (στ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε έγγραφα που δεν επισυνάπτονται στην αίτηση ως τεκμήρια. (ζ) Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 13/11/2013 δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας. (η) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν ακολούθησαν την ενδεδειγμένη διαδικασία ή/και δεν έλαβαν το ορθό ένδικο μέσο για προσβολή της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου σε σχέση με τη σειρά προτεραιότητας της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 5/05/
  4. (θ) Η αίτηση πάσχει νομικά, καθώς καμιά νομοθεσία δεν προβλέπει την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας. (ι) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το παράπονό τους ως προς τη σειρά προτεραιότητας της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 5/05/
  5. (ια) Οι ενάγοντες/αιτητές ενεργούν κακόπιστα και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου του ενδιαφερόμενου μέρους Μάριου Σωφρονίου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Στα πλαίσια των αγωγών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου υπ΄ αριθμό 126/2013, 127/2013 και 128/2013 εκδόθηκαν, κατά την 16/04/2014, δικαστικές αποφάσεις προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους και εναντίον των εναγομένων της παρούσας αγωγής. Την 28/05/2014 και 29/05/2014 προχώρησαν σε εγγραφή των ως άνω δικαστικών αποφάσεων στο Κτηματολόγιο επί ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων, ως εγγύηση για την πληρωμή των εξ αποφάσεως χρεών, δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  6. Οι ως άνω εγγραφείσες επιβαρύνσεις (ΜΕΜΟ) έχουν προτεραιότητα έναντι της εγγραφής της δικαστικής απόφασης που εξασφάλισαν οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, κατά την 5/05/2014, την οποία ενέγραψαν επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων την 2/06/2014 και 19/06/2014 αντίστοιχα. Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του ενδιαφερόμενου μέρους, το προσωρινό διάταγμα που εξασφάλισαν οι αιτητές στην παρούσα αγωγή και ενεγράφη επί της περιουσίας των εναγομένων την 14/11/2013 και 26/11/2013 αντίστοιχα δεν συνιστά εμπράγματο βάρος. Συνεπώς, η απόφαση που εξεδόθη εναντίον των εναγομένων στην παρούσα αγωγή δεν μπορεί να αντικαταστήσει το εν λόγω διάταγμα και να λάβει τη σειρά προτεραιότητάς του. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1-12, Δ.5 θ.1-2, Δ.57 θ.2, Δ.59 και Δ.64 θ.1-3, στα άρθρα 21 και 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου από τις εκατέρωθεν πλευρές. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένας εκ των λόγων ένστασης του ενδιαφερόμενου μέρους είναι ότι η αίτηση είναι νόμω αβάσιμη ή και δεν στηρίζεται επί της ορθής νομικής βάσης. Όπως είναι νομολογημένο, μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική βάση. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.

(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 743 και Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 393). Απόλυτα συναφής είναι και η Δ.48 θ.2
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρητά προνοεί ότι κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο πρέπει να αναφέρει το ειδικό άρθρο του νόμου ή τους ειδικούς κανόνες του Δικαστηρίου στους οποίους στηρίζεται. Κατόπιν μελέτης της νομικής βάσης της αίτησης, έχω καταλήξει ότι καμιά από τις διατάξεις των νόμων ή και των κανονισμών που παρατίθενται σ΄ αυτή συνιστούν το ορθό νομικό έρεισμα για έκδοση των αιτούμενων οδηγιών. Όλες οι ως άνω διατάξεις είναι άσχετες με την αιτούμενη θεραπεία. Ειδικότερον, η Δ.5 θ.1 και 2 ρυθμίζει το ζήτημα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, η Δ.57 θ.2 αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου να επεκτείνει ή να μειώνει το χρόνο που καθορίζεται στους Θεσμούς, η Δ.59 ρυθμίζει το θέμα των εξόδων, ενώ η Δ.64 τις συνέπειες από τη μη συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς. Θα πρέπει, ακόμα, να επισημανθεί ότι γίνεται αναφορά στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 καθώς και στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.224, χωρίς όμως να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα άρθρα τους στα οποία στηρίζεται η αίτηση. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η αίτηση είναι θνησιγενής εν τη γενέσει της λόγω ανύπαρκτης νομικής βάσης. Όμως, παρά την ως άνω κατάληξή μου, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι αυτό το οποίο θα μπορούσαν να πράξουν οι αιτητές, σε περίπτωση που επηρεάζονταν από την απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου να μην εγγράψει κατά προτεραιότητα την προς όφελός τους εκδοθείσα δικαστική απόφαση, ήταν να προσβάλουν την ίδια την απόφαση του διευθυντή χρησιμοποιώντας το ορθό δικονομικό μέτρο. Όσον αφορά την ουσία της αίτησης των αιτητών, ειδικά δε τη θέση τους ότι η προς όφελός τους εκδοθείσα δικαστική απόφαση θα έπρεπε να εγγραφεί κατά προτεραιότητα έναντι άλλων επιβαρύνσεων και να πάρει τη σειρά του προσωρινού διατάγματος, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Θα αρκεστώ απλά να παραπέμψω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Μανώλη κ.ά
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1423: «Εφόσον πρόκειται για παρεμπίπτον διάταγμα η ισχύς του συνεχίζει μέχρι την ακρόαση της ουσίας της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής. Είναι απλώς προσωρινής φύσεως και δεν ρυθμίζει δικαιώματα. Οι συνέπειες και οι σκοποί του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι απλώς η διατήρηση του status quo ή μέχρι νεωτέρας διαταγής (Βλ. Leney & Sons Ltd v. Callingham and Thompson [1980] 1 K.B. 79, 84, Jones v. Pacaya Rubber and Produce Co. Ltd [1911] 1 K.B. 455, 457 και Kerr on Injunctions, Sixth ed., σελ. 1-2). Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί μετά από ενδιάμεση αίτηση εκτοπίζεται από την τελική απόφαση στην αγωγή. Αν υπάρχει πρόθεση να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ πρέπει αυτό να γίνει με τρόπο ρητό (Βλ. Kerr, πιο πάνω, σελ. 664). Η πιο πάνω θέση αντανακλάται και στη νομοθεσία μας (Βλ. Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 και άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν.14/60)). Κρίνουμε, επομένως, πως το επίδικο διάταγμα έπαυσε να ισχύει μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή - στις 26.1.96. Τονίζουμε ότι κατά την έκδοση της απόφασης εκείνης δεν είχε ανανεωθεί η ισχύς του διατάγματος.» Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η θέση των αιτητών, ότι η εγγραφή της προς όφελός τους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων θα έπρεπε να πάρει τη σειρά της εγγραφής του προσωρινού διατάγματος, συνεπώς θα έπρεπε να εγγραφεί κατά προτεραιότητα των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους, είναι παντελώς ανεδαφική. Αξίζει να επισημανθεί ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της προς όφελος των αιτητών απόφασης δεν φαίνεται να είχε ζητηθεί η παράταση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Κατ΄ επέκταση, με την έκδοση της δικαστικής απόφασης, αυτό έπαψε να ισχύει. Συνεπώς, νόμιμα, οι προς όφελος του ενδιαφερόμενου μέρους εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις ενεγράφησαν κατά προτεραιότητα της προς όφελος των αιτητών εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Αξίζει, ακόμα, να γίνει αναφορά και στην υπόθεση Μελανθίου ν. Μελανθίου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2342, στην οποία αναφέρθηκε ότι το προσωρινό διάταγμα δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου (in rem) στο οποίο αναφέρεται, αλλά προσωποπαγή υποχρέωση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα, στο οποίο απαγορεύει από του να πράξει κάτι (in personam). Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποία η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει περιθώρια επιτυχίας είναι ότι δεν έχει επιδοθεί και στους εναγόμενους, οι οποίοι αναμφίβολα επηρεάζονται από την τυχόν έκδοση οποιωνδήποτε οδηγιών του Δικαστηρίου. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας, γι΄ αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.