← Κύπρος

PANAS HOTELS LTD κ.α. ν. ASTROBANK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 343/2017, 1/8/2017

PANAS HOTELS LTD κ.α. ν. ASTROBANK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 343/2017, 1/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 343/2017

  1. PANAS HOTELS LTD, από τη Λάρνακα
  2. ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΑΓΗ, από τη Λάρνακα Α.Σ.Π & Κ. ΠΑΣΧΑΛΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λάρνακα Εναγόντων και
  3. ASTROBANK LIMITED, από τη Λευκωσία
  4. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΑ, από τη Λευκωσία, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της Εταιρείας PANAS HOTELS LTD
  5. GRAVIERON COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία
  6. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΠΠΙΟΥ, από τη Λευκωσία
  7. ΝΕΟΚΛΗ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 19/6/17 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερ.: 1 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ν. Πιριλίδης και Α. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και N. PIRILIDES & Associates. Για τους Εναγόμενους 1/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο 2/Καθ΄ου η Αίτηση: Μ. Μιχαήλ για Χρήστος Μ. Τριανταφυλλίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με Κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο που κατεχωρήθη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγήοι Ενάγοντες επιζητούν αριθμό Δηλωτικών Αποφάσεων και Διαταγμάτων για ακύρωση της εγγραφής του ξενοδοχείου των Εναγόντων 1 επ΄ονόματι της Εναγόμενης 3 εταιρείας καθώς και για μεταβίβαση και/ή επανεγραφή του ξενοδοχείου επ΄ονόματι των Εναγόντων
  8. Μέσω των Δηλωτικών Αποφάσεων βασικά επιζητείται η διακήρυξη ότι υπήρξε παράνομος σχεδιασμός και/ή συνομωσία των Εναγομένων 1-5 με απώτερο σκοπό την καταδολίευση των Εναγομένων 1 και, κατ΄επέκταση, των μετόχων τους, Εναγόντων 2 &
  9. Ειδικότερα επιδιώκεται η έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι: «.... . κατά την διάρκεια της περιόδου κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2016 μέχρι κατά ή περί την 14.06.2017, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5 δόλια και/ή σε συνομωσία μεταξύ τους με απώτερο σκοπό να οικειοποιηθούν παράνομα το ξενοδοχειακό συγκρότημα των Εναγόντων 1, γνωστό σαν Panas Tourist Village, στην Αγία Νάπα.... (το «Ξενοδοχείο»),.. προς πραγμάτωση του πιο πάνω παράνομου σκοπού τους προχώρησαν αρχικά την 30.05.2017 με την έγερση, μέσω του Εναγομένου 2 υπό την ιδιότητα ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των Εναγόντων 1, της αγωγής 313/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου εναντίον των Εναγόντων 1 και της εταιρείας Marismare Limited - μισθωτών του Ξενοδοχείου - και την εξασφάλιση την 01.06.2017 μονομερώς διατάγματος με το οποίο, μεταξύ άλλων, οι Ενάγοντες και η Marismare Limited εμποδίστηκαν από του να επεμβαίνουν στο Ξενοδοχείο έχοντας ψευδώς παραστήσει ότι το ομόλογο κυμαινομένης επιβάρυνσης ημερ 19.11.2009 (το «Ομόλογο») ήταν εφ' όλων των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων 1 και δη άνευ περιορισμού, και εκκρεμούσης της εν λόγω αγωγής αλλά και του εν λόγω διατάγματος προχώρησαν παράνομα την 14.06.2017 στην μεταβίβαση και εγγραφή του Ξενοδοχείου επ' ονόματι των Εναγομένων 3, δηλ. εταιρείας της απολύτου ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1, και δη παρά την επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 13.06.2017 προς τους Εναγόμενους 1 και 2, με την οποία οι Ενάγοντες 1 ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 1 ότι είναι έτοιμοι να τους καταβάλουν μέσω τραπεζικής επιταγής το ποσό το οποίο διασφαλιζόταν με το Ομόλογο, συνολικού ύψους €1,799,130.91 πλέον τόκους επί του εν λόγω ποσού από 09.06.2017 ταυτόχρονα με την παραλαβή επιστολής παραίτησης και απαλλαγής του Εναγομένου 2 από τη θέση του ως Παραλήπτης Διαχειριστής των Εναγόντων 1». Επιπλέον επιδιώκεται η έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι οι Εναγόμενοι 1-5 ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα έναντι των Εναγόντων 1-3 να τους αποζημιώσουν για όλες τις ζημιές που υπέστησαν από τις δόλιες και παράνομες ενέργειες τους και/ή από τη δόλια και/ή παράνομη μεταβίβαση του ξενοδοχείου τρέχουσας αξίας €28,2 εκ. επ΄ονόματι της Εναγόμενης 3 εταιρείας και για οικειοποίηση και/ή αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων 1 και συνακόλουθα των Εναγόντων 2 &
  10. Επιδιώκονται τέλος Δηλωτικές Αποφάσεις σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, Παραλήπτη/Διαχειριστή για παράβαση των καθηκόντων του και ειδικότερα του καθήκοντος του να ενεργήσει προς όφελος των Εναγόντων 1 διατηρώντας τα συμφέροντα των Εναγόντων 1 επί του ξενοδοχείου ως τρέχουσα επιχείρηση αλλά και παράνομη διεύρυνση των εξουσιών του όπως αυτές απορρέουν από το Ομόλογο στη βάση του οποίου διορίστηκε. Αίτηση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου κατεχωρήθη και η υπό κρίση μονομερής Αίτηση με την οποία οι Αιτητές επεδίωξαν την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή λάβουν κατοχή και/ή διαθέσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το ξενοδοχειακό συγκρότημα γνωστό ως Panas Tourist Village στην Αγία Νάπα (εφεξής το ξενοδοχείο). Β. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1 από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή διαθέσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο όλες και/ή οποιεσδήποτε μετοχές που κατέχουν στους Εναγόμενους
  11. Το Δικαστήριο αφού ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος και των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/60 έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων στην απουσία της άλλης πλευράς και ενέκρινε την Αίτηση. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητών η οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων, ενώ από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση η ακύρωσή τους. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 35 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Δ.48, θ.θ.1,2, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Γιάννη Παναγή διευθυντή των Εναγόντων 1 και 3/Αιτητών. Σε αυτή προβάλλονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ▪ Η Εναγόμενη 1 αποτελεί τράπεζα η οποία είναι εγγεγραμμένη και λειτουργεί στην Κύπρο ενώ ο Εναγόμενος 2 έχει διοριστεί από την Εναγόμενη 1 ως Παραλήπτης/Διαχειριστής των Εναγόντων 1 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 19/11/
  12. Οι Εναγόμενοι 3 είναι εταιρεία στην Κύπρο της απολύτου ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 ενώ οι Εναγόμενοι 4 και 5 είναι ανώτατα διευθυντικά στελέχη των Εναγομένων
  13. Ο Εναγόμενος 4 είναι παράλληλα διευθυντής των Εναγομένων
  14. ▪ Το ξενοδοχείο των Εναγόντων (Panas Tourist Village) αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιδικίας μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1 και
  15. ▪ Στο πλαίσιο της εν λόγω αντιδικίας οι Εναγόμενοι 1 ήγειραν εναντίον των Εναγόντων και άλλων εταιρειών συμπεριλαμβανομένου και του ενόρκως δηλούντα την αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας υπ΄ αρ. 1352/15 στην οποία επεδίωξαν μεταξύ άλλων την εξασφάλιση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης με την οποία βαρύνεται το ξενοδοχείο και την πώληση του μέσω δημόσιου πλειστηριασμού. Στην εν λόγω υπόθεση εξασφαλίστηκε ερήμην απόφαση από τους Εναγομένους 1 καθώς και διάταγμα πώλησης του ξενοδοχείου. ▪ Εναντίον της πιο πάνω ερήμην εκδοθείσας απόφασης καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές αιτήσεις παραμερισμού, μία εκ μέρους των Εναγόντων και μία εκ μέρους της ετ. Marismare. To αίτημα για παραμερισμό εκδικάστηκε και απερρίφθη με απόφαση ημερ. 24/5/
  16. Εναντίον της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε η έφεση Ε208/
  17. Εκκρεμούσης της έφεσης αυτής καταχωρήθηκε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εφεσιβληθείσας απόφασης η οποία απερρίφθη με απόφαση ημερ. 2/6/
  18. ▪ Στις 13/9/16 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την πρωτογενή αίτηση υπ΄ αριθμό 781/16 Ε.Δ. Λευκωσίας μονομερώς με την οποία μεταξύ άλλων αξίωνε κατοχή του ξενοδοχείου. Η εν λόγω πρωτογενής αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 26/6/
  19. ▪ Εκκρεμούσης της εν λόγω πρωτογενούς αίτησης ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε στις 30/5/17 την αγωγή Ε.Δ. Αμμοχώστου υπ΄ αριθμό 313/17 εναντίον των Εναγόντων 1 και της Marismare. Βασικός ισχυρισμός στην εν λόγω αγωγή της τράπεζας (Εναγομένων 1) είναι ότι οι Ενάγοντες 1, η Marismare, η Agua Sol και ο Ενόρκως Δηλών προσωπικά επ΄ ανταλλάγματι λήψεως δανείου από τους Εναγόμενους 1 συμφώνησαν στην ακύρωση συμφωνίας μίσθωσης του ξενοδοχείου μεταξύ της Aqua Sol και των Εναγόντων και ότι με τη λήψη του εν λόγω δανείου η Aqua Sol προχώρησε «στην ακύρωση της ακύρωσης» και στην κατάρτιση νέας συμφωνίας μίσθωσης του ξενοδοχείου μεταξύ της Aqua Sol και της Marismare προς καταδολίευση των Εναγομένων
  20. Η εν λόγω «ακύρωση της ακύρωσης» έγινε γνώση και με τις ευλογίες των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίοι ήταν παράλληλα πλήρως ενήμεροι ότι η Αqua Sol λειτουργούσε το ξενοδοχείο των Εναγόντων ως φαίνεται από τα ακόλουθα: i. Στις 9/8/13 οι Εναγόμενοι 1 με επιστολή τους προς την Aqua Sol αναφέρουν πως θα εξετάσουν το αίτημα αναδιάρθρωσης των διευκολύνσεων της υπό την προϋπόθεση της εκχώρησης όλων των εισπρακτέων από το υποθηκευμένο στους ίδιους τουριστικό χωριό Panas στην Αγία Νάπα, γεγονός που καταδεικνύει τη γνώση τους για τη συμφωνία μίσθωσης μεταξύ της Aqua Sol και των Εναγόντων 1 . ii. Στις 9/9/13 υπάλληλος των Εναγομένων 1 απέστειλε email προς την Aqua Sol επισυνάπτοντας κατάσταση με τα ξενοδοχεία που λειτουργεί το συγκρότημα της περιλαμβάνοντας και το ξενοδοχείο. iii. Στις 10/2/14 στάληκε από την Aqua Sol στους Εναγόμενους 1 μέσω email η συμφωνία τους με τουριστικούς πράκτορες. iv. Ο Εναγόμενος 2 παρά το γεγονός ότι δεν ήταν διάδικος στην αγωγή 1352/15 Ε.Δ. Λάρνακας ενεργώς συμμετείχε στην προσπάθεια απόρριψης της Αίτησης για παραμερισμό της ερήμην απόφασης ημερ. 27/11/15 καταχωρώντας την 15/2/16 και ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης των Εναγομένων
  21. • Στο πλαίσιο της αγωγής 313/7 ο Εναγόμενος 2 επεδίωξε και πέτυχε μονομερώς την έκδοση διατάγματος ημερ. 1/6/17 με το οποίο απαγορεύτηκε στους Ενάγοντες και την Marismare να επεμβαίνουν παράνομα στο ξενοδοχείο. Στην εν λόγω μονομερή αίτηση του Εναγόμενου 2 τόσο οι Ενάγοντες 1 όσο και η Marismare καταχώρησαν ένσταση. Η ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε στις 19/6/
  22. • Η αγωγή 313/17 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου είναι κακόβουλη αφού ο πραγματικός σκοπός ήταν να εξασφαλιστεί με παραπλάνηση του Δικαστηρίου το διάταγμα που εμποδίζει τους νόμιμους ενοικιαστές του ξενοδοχείου Marismare να έχουν την κατοχή του και να το λειτουργούν και να προκαταβάλει το αποτέλεσμα της εκκρεμούσας έφεσης που κατεχωρήθη εναντίον της απόρριψης της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 27/11/15 θέτοντας στους Ενάγοντες προ τετελεσμένων. • Στην αγωγή υπ΄ αριθμό 2736/14 Ε.Δ. Λάρνακας που καταχωρήθηκε εναντίον του ενόρκως δηλούνται και άλλων προσώπων αξιώνεται μεταξύ άλλων διάταγμα ακύρωσης της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ της Aqua Sol και της Marismare αναφορικά με το ξενοδοχείο των Εναγόντων. Στο πλαίσιο δε της αγωγής αυτής εξασφαλίστηκαν μονομερώς απαγορευτικά διατάγματα σε σχέση, μεταξύ άλλων, και το ξενοδοχείο τα οποία κατόπιν ακρόασης ακυρώθηκαν στις 16/12/
  23. • Ο διορισμός του Εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή αμφισβητείται στο πλαίσιο της αντιδικίας μεταξύ των Εναγόντων 1 και Εναγομένων 1 που τον διόρισαν αφού αμφισβητείται το χρέος στη βάση του οποίου ενεργοποιήθηκε η δυνατότητα διορισμού του Εναγόμενου
  24. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επιδιώκουν ουσιαστικά το κλείσιμο τόσο των Εναγόντων 1 όσο και της Marismare χωρίς να ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση μέσω της σωστής διαχείρισης και λειτουργίας του ξενοδοχείου της μακροπρόθεσμης εξόφλησης των πιστωτών. • Μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1 αντηλλάγη αλληλογραφία όπου οι Ενάγοντες 1 πληροφόρησαν τους Εναγόμενους 1 για την ετοιμότητα τους να αποπληρώσουν άμεσα το συνολικό ποσό που διασφαλίζεται με το ομόλογο με την ταυτόχρονη παύση και απαλλαγή του Εναγομένου
  25. Σχετικές είναι οι επιστολές Τεκμήρια 24, 25, 26 και
  26. • Όλως απρόσμενα στις 14/6/17 οι Εναγόμενοι 1 απέστειλαν στους δικηγόρους των Εναγόντων email με το οποίο τους ενημέρωσαν ότι στις 12/6/17 είχαν προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου για μερική εξόφληση των υφισταμένων χρεών. • Οι Εναγόμενοι με πρόσχημα τον διορισμό του Εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή των Εναγόντων πέτυχαν παράνομα την πώληση του ξενοδοχείου ουσιαστικά στην ίδια την τράπεζα παρακάμπτοντας το δικαίωμα των Εναγόντων 1 να ακουστούν στην έφεση που άσκησαν ενώ παράλληλα επεδίωξαν και συνεχίζουν μέσω τεσσάρων ξεχωριστών διαδικασιών την υφαρπαγή του ξενοδοχείου και την πώληση του μέσω του Εναγόμενου 2 που τελικώς πέτυχαν. • Ως προκύπτει οι Εναγόμενοι 1 - 5 συνήργησαν παράνομα και από κοινού για να θέσουν υπό την ιδιοκτησία τους το ξενοδοχείο το οποίο υποτίθεται αγόρασαν έναντι ποσού €12.250.000 ενώ η αξία του ανέρχεται στο ποσό των €28.200.000 και είναι 28πλάσια του ποσού που διασφαλίζεται από το ομόλογο. ▪ Παράλληλα οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν εναντίον των Εναγόντων, του ενόρκως δηλούντα προσωπικά, της συζύγου του και της εταιρείας Aqua Sol Hotels Public Co Ltd (εφεξής Aqua Sol) και της εταιρείας Marismare την ιδιωτική ποινική υπόθεση Ε.Δ. Λάρνακας υπ΄ αριθμό 12740/15 υποστηρίζοντας τη διάπραξη από τους κατηγορούμενους ποινικών αδικημάτων. Ένσταση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει Στην Αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση με παρόμοια νομική βάση όπου εξειδικεύονται συνολικά 14 λόγοι ένστασης. Μεταξύ των λόγων αυτών είναι η μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, η απόκρυψη στοιχείων και η παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Στράτη υπαλλήλου των Εναγομένων
  27. Σε αυτήν αναφέρονται, μεταξύ άλλων και εν συνόψει, τα ακόλουθα: ▪ Παραπλανητικά προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το ξενοδοχείο αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιδικίας και αμφισβήτησης χωρίς να αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην αγωγή 1352/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου η οποία ξεκαθάρισε το θέμα της ιδιοκτησίας του και της κατοχής του ενώ επισυνάφθηκε η απόφαση στην εν λόγω αγωγή δεν επισημάνθηκε ότι η συμφωνία ενοικίασης του ξενοδοχείου προς την Aqua Sol και η μεταγενέστερη εκχώρηση της εν λόγω ενοικίασης προς την Marismare αναγνωρίστηκε ως δόλια. Παρόλα δε αυτά η Marismare συνεχίζει παράνομα να κατέχει το εν λόγω ξενοδοχείο. ▪ Η ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε και βρίσκεται σε εκκρεμότητα αφορά την δόλια ακύρωση της ακύρωσης της συμφωνίας ενοικίασης του ξενοδοχείου από τους Ενάγοντες 1 προς την Aqua Sol και της εκχώρησης της προς την Marismare. Συγκεκριμένα αποτέλεσε όρο για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από την τράπεζα να ακυρωθεί η συμφωνία ενοικίασης του ξενοδοχείου από τους Ενάγοντες 1 προς την Aqua Sol και η εκχώρηση της εν λόγω ενοικίασης προς την Marismare. Αφού έγινε η εν λόγω ακύρωση εκταμιεύτηκε το ποσό και την ίδια μέρα αμέσως μετά την ακύρωση ακυρώθηκε η ακύρωση της συμφωνίας. ▪ Η αίτηση 781/16 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατεχωρήθη εναντίον του διευθυντή της εταιρείας λόγω της μη συνεργασίας με τον Διαχειριστή και Παραλήπτη και της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ως διευθυντή. ▪ Η αγωγή 313/17 Ε.Δ. Αμμοχώστου κινήθηκε από τον Διαχειριστή και Παραλήπτη εκ μέρους των Εναγόντων 1 τότε ιδιοκτητών του ξενοδοχείου και αφορούσε την παράνομη επέμβαση που αναγνωρίστηκε από την απόφαση Δικαστηρίου και με την οποία ακυρώθηκε τόσο η συμφωνία ενοικίασης του από τους Ενάγοντες 1 προς την Aqua Sol όσο και η εκχώρηση των δικαιωμάτων της ενοικίασης εκείνης προς την Marismare. ▪ Αναφορικά με την αγωγή 313/17 ο Εναγόμενος 2 ως Διαχειριστής και Παραλήπτης των Εναγόντων 1 ως ήταν η κατάσταση τότε εξασφάλισε διάταγμα που απαγόρευε στην Marismare και στους Ενάγοντες 1 διά των διευθυντών της από του να επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο αφού η παρανομία της κατοχής είχε πλέον αναγνωριστεί με την απόφαση στην αγωγή 1352/
  28. ▪ Η πιο πάνω αγωγή διεκόπη με ειδοποίηση στις 15/6/17 λόγω του ότι η εταιρεία των Εναγόντων 1 δεν ήταν πλέον ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου και άρα δεν μπορούσε να προωθήσει αγωγή για παράνομη επέμβαση. ▪ Η απόφαση στην αγωγή 2736/14 Ε.Δ. Λάρνακας είχε εκδοθεί πριν την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 1352/15 στην οποία αποφασίστηκε η ακύρωση τόσο της ενοικίασης όσο και της εκχώρησης. Το status quo τότε ήταν όπως η κατοχή παραμείνει σε αυτούς που την είχαν. ▪ Καμία αντιδικία υφίσταται με τον τρόπο που παρουσιάζεται από την άλλη πλευρά. Η πραγματικότητα είναι ότι υπήρξε οφειλή και συγκεκριμένα εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή 1352/15 από τους Ενάγοντες 1 και 2 και άλλα πρόσωπα και οι Εναγόμενοι 1 στην παρούσα προβαίνουν σε όλα τα νόμιμα διαβήματα προς εξόφληση του. Οι δε Ενάγοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του διορισμού του Διαχειριστή και Παραλήπτη. ▪ Αναφορικά με τις επιστολές που αντηλλάγησαν το ότι η άλλη πλευρά ζήτησε να πληροφορηθεί το ποσό δεν συνεπάγετο ότι ήταν και έτοιμη να το πληρώσει όπως και δεν το έκανε. Έγιναν δε στο παρελθόν πολλές προσπάθειες για διευθέτηση των υποχρεώσεων των Αιτητών χωρίς αποτέλεσμα. ▪ Η πώληση του ξενοδοχείου έγινε στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Εναγομένων σε λογική και δίκαιη τιμή αφού προηγήθηκαν δημοσιεύσεις για πώληση του εν γνώσει και των Αιτητών. Το ποσό αγοράς χρησιμοποιήθηκε για πληρωμή των προνομιούχων πιστωτών και των οφειλών της εταιρείας των Εναγόντων 1 μειώνοντας το ύψος τους ενώ απηλλάγη το ακίνητο από την υποθήκη των Εναγομένων 1 και της Τράπεζας Κύπρου ύψους €19.00.
  29. ▪ Ο Διαχειριστής και Παραλήπτης διαχειρίστηκε την περιουσία της εταιρείας των Εναγόντων 1 σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και τις πρόνοιες της νομοθεσίας ενώ η απόκτηση του ξενοδοχείου από τους Εναγόμενους 3 έγινε σε δίκαιη και λογική τιμή. Ειδικότερα η τιμή απόκτησης του ξενοδοχείου από τους Εναγόμενους 3 ήταν υψηλότερη από τις προσφορές που λήφθηκαν στις δημοσιεύσεις για πώληση του με ελεύθερη κατοχή. Η δε τιμή η οποία τελικά αποκτήθηκε είναι μεταξύ της καταναγκαστικής τιμής πώλησης (€10.500.000) και της αγοραίας αξίας (€14.500.000). Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[5] Νομιμοποίηση Ενάγουσας εταιρείας αρ.1 και Εναγόντων 2 & 3 Η κα Ζαχαρίου έθεσε εν πρώτοις θέμα νομιμοποίησης αφενός της Ενάγουσας αρ.1 και αφετέρου των Εναγομένων 2 & 3 στην προώθηση της υπό κρίση Αίτησης. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 & 3 αφού υπογράμμισε ότι σκοπός της καταχώρησης της Αίτησης με βάση τα όσα διατείνονται είναι η διαφύλαξη του ξενοδοχείου ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 υποστήριξε πως η ιδιότητα που αυτοί έχουν, ήτοι του μετόχου και Διευθυντή της εταιρείας, δεν τους προσδίδει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή. Όσον αφορά την Ενάγουσα εταιρεία επεσήμανε ότι, με δεδομένο ότι αυτή τελεί υπό καθεστώς παραλαβής και διαχείρισης και δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε υπόβαθρο που να δικαιολογεί ή και να επιτρέπει την καταχώρηση και προώθηση της αγωγής από την εταιρεία, αυτή δεν μπορεί να προωθεί την παρούσα Αίτηση εφόσον δεν έχει υποβληθεί με οδηγίες του Διαχειριστή και Παραλήπτη. Ο κ. Πιριλλίδης αντίθετα υποστήριξε ότι θα ήταν αδιανόητο να μην μπορεί το Διοικητικό Συμβούλιο μιας εταιρείας να εγείρει αγωγή εναντίον ενός συνωμοτούντα για εξαπάτηση ή και εκείνου που τον διόρισε. Καθόσον αφορά τους μετόχους ανέφερε ότι είναι δεδομένο ότι έχουν άμεσο συμφέρον να κινήσουν αγωγή γιατί έχουν τις μετοχές στο ξενοδοχείο. Εν πρώτοις να επισημάνουμε ότι, όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703, με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας[6]. Όπως επεσήμανε ο Λόρδος Atkinson στην υπόθεση Moss Steamship Co. ν. Whinney [1912] A.C. 254 η οποία αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση: "This appointment of a receiver and manager over the assets and business of a company does not dissolve or annihilate the company, ....... Both continue to exist; but it entirely supersedes the company in the conduct of its business, deprives it of all power to enter into contracts in relation to that business, or to sell, pledge, or otherwise dispose of the property put into the possession, or under the control of the receiver and manager. Its powers in these respects are entirely in abeyance." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της. Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd
(1978)2 All E.R. 896 υπογραμμίζεται ότι οι διευθυντές διατηρούν το κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον ΠαραλήπτηΔιαχειριστή7. Όπως αναφέρθηκε από τον Δικαστή Shaw L.J. στην υπόθεση Newhart (ανωτέρω) ο διορισμός του Παραλήπτη-Διαχειριστή ".. does not divest the directors of the company of their power, as the governing body of the company, of instituting proceedings in a situation where so doing does not in any way impinge prejudicially upon the position of the debenture holders by threatening or imperilling the assets which are subject to the charge. "...The appointment of a receiver for debenture-holders suspends the powers of the directors over the assets in respect of which the receiver has been appointed, so far as it is requisite to enable the receiver to discharge his functions ... The authority of a receiver is not however coterminous with the authority of the board of directors. The powers of the receiver stem from (
  1. i)the powers contained in the memorandum and articles of association of the company to create mortgages and charges, coupled with (
  2. ii)the particular powers which have been conferred on a duly appointed receiver, pursuant to the due exercise of the company's borrowing powers". 7 Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators 18th edn: "However, the directors are entitled to use the name of the company for the purposes of litigating the validity of the security under which the appointment has taken place,66-67 presumably also for bringing the kind of actions for damages for gross negligence which, in an ordinary mortgage situation, could be brought by the mortgagor against a receiver". Όπως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα Αγγλική νομολογία οι Διευθυντές εταιρείας υπό το καθεστώς διαχείρισης μπορούν να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάξει τον Παραλήπτη/Διαχειριστή για παράβαση καθηκόντων. Μέσω αυτής της δυνατότητας των διευθυντών κατοχυρώνονται τα συμφέροντα της εταιρείας από Διαχειριστές/Παραλήπτες οι οποίοι δεν εκτελούν δεόντως τα καθήκοντα τους. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην υπόθεση Watts v. Midland Bank plc
(1986)BCLC 15 στην οποία τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "It is common ground between the parties, and, I suggest, commonsense, that there must be some redress obtainable by a company in receivership against a receiver who acts improperly and in breach of his duties to the company to the detriment of the company................ There is no doubt that a mortgagor can sue a mortgagee improperly exercising a power of sale. Why should not a mortgagor company in receivership sue the receiver appointed by the mortgagee to realise the security so as to repay the mortgagee if the receiver acts improperly and to the detriment of the company? Of course the court will not allow any interference by a company in receivership with the proper exercise by a receiver of a power of sale, but I can see no reason in principle why the court should not allow the company to sue the receiver in respect of an improper exercise of his powers". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε πως εφόσον οι Ενάγοντες υπό την ιδιότητα των διευθυντών και μετόχων πλειοψηφίας θα μπορούσαν να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάξει τον Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπήρχε οποιαδήποτε δικαιολογία για να προχωρήσουν με παράγωγη αγωγή. Σχετική είναι με το υπό εξέταση θέμα και η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Palmer's Company Law τόμος 2, παράγραφος 8.1206: "In Newhart Developments Ltd v Co-operative Commercial Bank Ltd,4 it was held that appointment of a receiver did not divest the directors of their power to institute proceedings in the company's name, provided this did not interfere with the receiver's work of realising the charged assets. This assertion should not be read too widely: see the criticisms of the case by Browne-Wilkinson V.C. in Tudor Garage Holdings Ltd v Citibank NA.5Nonetheless, directors of a company in receivership have power to bring proceedings in the company's name to challenge the validity of the receiver's appointment,6 to sue the receiver for breach of duty,7 or to oppose a petition to wind the company up".8 (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators 19η έκδοση στην περίπτωση όπου ο Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει ενεργήσει κατά παράβαση των καθηκόντων του προς την εταιρεία και εις βάρος της τότε το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας νομιμοποιείται να καταχωρήσει αγωγή. Και τούτο ενόψει του ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα αναμενόταν από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του εαυτού του. Η σχετική περικοπή έχει ως ακολούθως: "Where the receiver has acted improperly, in breach of his duties to the company as its agent, and to the company's detriment, the Board has been held entitled to sue; for plainly the receiver cannot, in such a situation, bring proceedings against himself (except, presumably, by applying to the court for directions as to whether he had done wrong), although it might presumably be open to the debenture-holder itself to sue him". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο Σύγγραμμα Principles of Corporate Insolvency Law 4th Edn, του Roy Goode αφού επαναλαμβάνονται τα πιο πάνω τονίζεται περαιτέρω πως αν δεν υπήρχε η δυνατότητα στην εταιρεία σε τέτοιες περιπτώσεις να ενάξει τον Παραλήπτη/Διαχειριστή τότε αυτή θα έμενε χωρίς θεραπεία. Η σχετική περικοπή στην παρα. 1039 έχει ως εξής; "
(3)Actions against the receiver Where the proposed defendant is the receiver himself, then plainly it is the company acting through its directors that has the right to institute proceedings. If the position were otherwise, the company would in practice be left remediless, and common sense indicates that the company must have a remedy against a receiver who acts improperly". Στη βάση όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νουν τις επιζητούμενες θεραπείες εναντίον των Εναγομένων συμπεριλαμβανομένου και του Παραλήπτη/Διαχειριστή οι οποίες βασίζονται σε κατ΄ισχυρισμό παράνομο σχεδιασμό και/ή συνομωσία και/ή δόλιες ενέργειες όπως και για παράβαση των καθηκόντων του Παραλήπτη/Διαχειριστή να ενεργήσει προς όφελος των Εναγόντων θεωρώ πως νομιμοποιείτο η εταιρεία να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και, συνακόλουθα, και την υπό κρίση Αίτηση. Δεν ετίθετο, συνεπώς, θέμα έγερσης της από τον ίδιο τον Παραλήπτη/Διαχειριστή και ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να τεθεί θέμα εξασφάλισης συγκατάθεσης του Παραλήπτη/Διαχειριστή για ένα τέτοιο διάβημα. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[7], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη την αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1 και 2 όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 24, 25, 26 και 27 ημερ. 8/6/17, 9/6/17 και 13/6/17 σε συνάρτηση με την αποστολή από τους Εναγόμενους 1 προς τους Ενάγοντες του e-mail ημερ. 14/6/17 (Τεκμήριο 29) όπου ενημέρωναν τους τελευταίους για τη μεταβίβαση του ξενοδοχείου προς μερική εξόφληση των υφισταμένων χρεών, θεωρώ ότι πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος. Συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση των Αιτητών δεν έχει επιδειχθεί οποιαδήποτε αδράνεια ή καθυστέρηση από πλευράς τους στο να ζητήσουν θεραπεία. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Εναγόντων/Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Μάλιστα οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων τους. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία ενδεχομένως να επηρέασε το Δικαστήριο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[8]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602[9]: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε Τhe Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P.189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 9411 σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών των Αιτητών περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης. Το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί στη βάση των πιο κάτω θεματικών ενοτήτων. ð Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται αναγκαία η παράθεση της εκδοχής των Αιτητών. Η βασική εκδοχή των Εναγόντων είναι ότι υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση από πλευράς των Εναγομένων 1-5, οι οποίοι ενήργησαν από κοινού, μια συνωμοσία προς εξαπάτηση για να θέσουν υπό την ιδιοκτησία τους ή καλύτερα να υφαρπάσουν το 7«Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» ξενοδοχείο των Εναγόντων αγοράζοντας το έναντι του ποσού των €12,5 εκ. ενώ η αξία του είναι πολύ μαγαλύτερη και παρά το γεγονός ότι τους είχε προσφερθεί το καθορισθέν υπόλοιπο του Ομολόγου προς εξόφληση του. Μέσω δε της παράθεσης διαφόρων δικαστικών διαδικασιών αναφέρεται ότι το ξενοδοχείο υπήρξε αντικείμενο έντονης αντιδικίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 & 2, δηλ. της Τράπεζας και του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Στο πλαίσιο της ισχυριζόμενης αντιδικίας γίνεται αναφορά και στην αγωγή 313/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου την οποία καταχώρησε ο Παραλήπτης/Διαχειριστής εναντίον των Εναγόντων 1 και της ετ. Marismare. Μέσω αυτής επιδιώκεται η εξασφάλιση Δηλωτικών αποφάσεων ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής των Εναγόντων 1 δικαιούται στην άμεση κατοχή όλων των περιουσιακών στοιχείων της ετ. των Εναγόντων 1, ότι η Marismare είναι παράνομα επεμβαίνοντες στο ξενοδοχείο το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο των Εναγόντων 1 ως επίσης και Διαταγμάτων με τα οποία αφενός να απαγορεύεται στους Ενάγοντες 1 και Marismare να επεμβαίνουν στο ξενοδοχείο και αφετέρου να διατάζεται η παράδοση ελεύθερης κατοχής. Αποτέλεσε βασική δε εκδοχή των Εναγόντων ότι η πιο πάνω αγωγή είναι κακόβουλη αφού ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να εξασφαλιστεί με παραπλάνηση του Δικαστηρίου Διάταγμα που να εμποδίζει τους νόμιμους ενοικιαστές του ξενοδοχείου - την Marismare - να έχουν την κατοχή και να το λειτουργούν. Και ότι στη συνέχεια, όταν ολοκληρώθηκε ο σχεδιασμός των Εναγομένων 1 - 5 με τη μεταβίβαση του ξενοδοχείου στους Εναγόμενους 3, αυτή η αγωγή κατέστη πλέον άνευ οποιασδήποτε σημασίας για τους Εναγόμενους οπόταν και προχώρησαν στη διακοπή της στις 15/6/
  1. Βασικά προβάλουν ότι μέσω του Διατάγματος που ο Παραλήπτης/Διαχειριστής εξασφάλισε με παραπλάνηση του Δικαστηρίου και προσχηματικά επικαλούμενος την άμεση ανάγκη να αναλάβει διαχείριση του ξενοδοχείου διότι κινδύνευε η φήμη και πελατεία και για το συμφέρον της εταιρείας, «έκλεψε» ουσιαστικά το επίδικο ξενοδοχείο ενώ δεν είχε κανένα δικαίωμα να επέμβει σε αυτό και ότι, αφού «έκανε τη δουλειά του», καταχώρησε διακοπή της αγωγής. Η πλευρά των Εναγομένων υποστηρίζει πως η αναφορά στην αγωγή 313/2017 ότι εξασφαλίστηκε Διάταγμα που εμποδίζει τους νόμιμους ενοικιαστές του ξενοδοχείου - την Marismare - να έχουν την κατοχή και να το λειτουργούν είναι παραπλανητική και συνιστά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που αφορούν στο περιεχόμενο της αγωγής 1352/
  2. Συγκεκριμένα διατείνονται πως οι Ενάγοντες, ενώ επεσύναψαν την απόφαση στη αγωγή 1352/2015, εντούτοις δεν επισημάνθηκε ότι με βάση την εν λόγω απόφαση η συμφωνία ενοικίασης του ξενοδοχείου από τους Ενάγοντες προς την ετ. Aqua Sol και η μεταγενέστερη εκχώρηση της προς την Marismare ακυρώθηκε. Η θέση των Εναγόντων ήταν ότι το επίδικο θέμα στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι η κατοχή του ξενοδοχείου αλλά η αξίωση σε σχέση με την ιδιοκτησία του ξενοδοχείου και ότι δεν αποτελεί θέμα ουσίας αν ακυρώθηκε η συμφωνία ακύρωσης και η οποιαδήποτε διαφορά της Τράπεζας με την Marismare. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παρούσα αγωγή αφορά την αποξένωση και/ή μεταβίβαση του επίδικου ξενοδοχείου ιδιοκτησίας των Εναγόντων 1 από τον Εναγόμενο 2, Παραλήπτη/Διαχειριστή των Εναγόντων 1 και την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση και/ή η εγγραφή επ΄ονόματι των Εναγομένων 3 στη βάση του ότι αυτό έγινε στο πλαίσιο συνωμοσίας των Εναγομένων 1-5 για να το οικειοποιηθούν παράνομα. Βασική, ωστόσο, εκδοχή των Εναγόντων είναι ότι η έγερση της αγωγής 313/2017 και η εξασφάλιση μονομερώς Διατάγματος με το οποίο οι Ενάγοντες και η Marismare εμποδίστηκαν από του να επεμβαίνουν στο επίδικο ξενοδοχείο αποτέλεσε μέρος αυτού του συνωμοτικού σχεδιασμού που υποβοήθησε στο τέλος στην υφαρπαγή του ξενοδοχείου. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να είναι άνευ σημασίας το κατά πόσον η Marismare είναι όντως νόμιμη ενοικιαστής του ξενοδοχείου. Αναφορικά με αυτό το θέμα το περιεχόμενο της ερήμην απόφασης στην αγωγή 1352/2015 φαίνεται να αποκτά σημασία. Επισημαίνεται ότι στην εν λόγω Απόφαση, πέραν της επιδίκασης του ποσού που αναφέρεται προς όφελος της Τράπεζας και σε βάρος των Εναγόντων και άλλης εταιρείας και της έκδοσης Διατάγματος για εκποίηση υποθήκης εναντίον των Εναγόντων 1, ακυρώθηκε τόσο η συμφωνία ενοικίασης του ξενοδοχείου μεταξύ των Εναγομένων 1 και της Aqua Sol όσο και η εκχώρηση της συμφωνίας ενοικίασης του από την Aqua Sol προς την Marismare. Για την εν λόγω αγωγή οι Ενάγοντες το μόνο το οποίο αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση είναι ότι μέσω αυτής επιδιώχθηκε, μεταξύ άλλων, η εξασφάλιση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης με το οποίο βαρύνεται το ακίνητο και πώλησης του μέσω δημόσιου πλειστηριασμού. Ακολουθεί δε στη συνέχεια η επισύναψη της ερήμην Απόφασης που εξασφαλίστηκε. Όπως προκύπτει οι Ενάγοντες περιοριζόμενοι στην απλή επισύναψη του κειμένου της ερήμην Απόφασης δεν ένοιωσαν την ανάγκη να κάνουν οποιαδήποτε αναφορά για το υπό συζήτηση θέμα και να δώσουν στη συνέχεια τη δική τους εξήγηση σε σχέση με αυτό. Χωρίς να επιχειρείται η ερμηνεία και η νομική εξέταση των συνεπειών της ερήμην απόφασης αναφορικά με το θέμα τόσο της ακύρωσης της συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ Εναγόντων και Aqua Sol όσο και της εκχώρησης της συμφωνίας ενοικίασης προς την Marismare και κατά πόσο στη βάση της εν λόγω Απόφασης η Marismare είναι ή όχι νόμιμη ενοικιαστής του επίδικου ξενοδοχείου, η μη αναφορά και σε αυτή την πτυχή της ερήμην Απόφασης δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί ότι δεν αποτελεί παράλειψη αποκάλυψης με την αναγκαία πληρότητα ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του. Η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Κατά συνέπεια η απλή επισύναψη της ερήμην Απόφασης και η επιλεκτική αναφορά σε ένα μέρος αυτής - εκείνο που αφορούσε το διάταγμα εκποίησης της υποθήκης - λαμβανομένης υπόψη της εκδοχής που προβάλλεται από μέρους των Εναγομένων δεν είναι αρκετή για να αποσείσει την υποχρέωση των Εναγόντων που επεδίωξαν θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά να θέσουν όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα.[10] Στην υπόθεση αρ. 1855/2008 CYBARCO PLC κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. ημερ. 9/1/09 αποφασίστηκε ξανά ότι σε μονομερείς αιτήσεις μέσα στα πλαίσια της πλήρους αποκάλυψης όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. ð Ισχυρισμοί για το Ομόλογο Αποτέλεσε θέση των Καθ΄ων η Αίτηση ότι ο τρόπος που παρουσιάστηκε το θέμα του Ομολόγου - βάσει του οποίου διορίστηκε ο Παραλήπτης/Διαχειριστής - όπου επισημάνθηκε το ύψος του εξασφαλισμένου ποσού χωρίς να τεθεί υπόψη ότι καλύπτει όλη την περιουσία της εταιρείας των Εναγόντων 1 αποτελεί περίπτωση παραπλάνησης. Η σχετική αναφορά στην παρα. 25 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης έχει ως ακολούθως: «
  3. Είναι σαφές ότι το Ομόλογο δεν επιβαρύνει ολόκληρη την περιουσία των Εναγόντων 1 όπως ψευδώς και εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2, αλλά το περιορισμένο ποσό του €1,000,000, πλέον τόκους και ότι συνακόλουθα ο Εναγόμενος 2 δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα εφ' όλων των υπολοίπων περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων 1 και συγκεκριμένα του Ξενοδοχείου. Στην παράγραφο 2 του Ομολόγου αναφέρονται ευκρινώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης τ΄ακόλουθα: "It is understood and agreed that the maximum amount secured by way of capital monies is EUR 1,000,000 (Euro One Million) plus interest until the full and final repayment at the rate that the Customer will be charged from time to time by the bank in accordance or in connection with the facility agreement and the letters referred to in clause 1 above". Επισυνάπτω στην παρούσα μου αντίγραφο του Ομολόγου σημειούμενο σαν Τεκμήριο 23.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η παράγραφος 2 του Ομολόγου η οποία έχει ως ακολούθως: "
  4. All monies and liabilities to be hereby secured (including any expenses and charges arising out of or in connection with the acts authorised by clauses 5 and 6 hereof) are, hereby secured by way of a floating charge on ALL the Company's undertaking goodwill movable and immovable property whatsoever and wheresoever both present and future including their uncalled capital for the time being (hereinafter called "the assets") but so that the Company shall not be at liberty to create any mortgage or charge upon and so that no lien shall in any case or in any manner arise on or affect any part of the said assets either in priority to or pari passu with the charges hereby created it being the. intention that the Company shall have no power without the consent of the Bank to part with or dispose of any part of the said assets by way of sale or otherwise except in the ordinary course of business. Any debentures mortgages and charges created by the Company over (be said assets with the consent of the Bank as aforesaid shall be expressed to be subject to this Debenture. It is understood and agreed - that the maximum amount secured by way of capital monies is EUR 1,000.000,00 (Euro One Million)/plus Interest (after as well as before any demand or court order) until the full and final repayment, at the rate that the Customer will be charged from time to time by the Bank in accordance or In connection with the facility agreement and the letters referred to In clause 1 above". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εν πρώτοις όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του Ομολόγου (Debenture) στον όρο 2 αυτού η κυμαινόμενη επιβάρυνση (floating charge) καλύπτει ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας των Εναγόντων 1 (a floating charge on ALL the Company's undertaking goodwill movable and immovable property whatsoever and wheresoever both present and future including their uncalled capital for the time being (hereinafter called "the assets"). Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Ενώ καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί, η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 15A
(2016)παρα. 1455: "The terms 'floating charge' and 'floating security' mean a charge or security which is not to be put into immediate operation, but is to float over a company's assets so that the company is allowed to carry on its business. While a specific (or 'fixed') charge is one which without more fastens on ascertained and definite property or property capable of being ascertained and defined, a floating charge moves with the property which it is intended to affect until some event occurs or some act is done which causes it to settle and fasten on the subject of the charge within its reach and grasp". Γενικά αποκρυστάλλωση κυμαινόμενης επιβάρυνσης συμβαίνει με την επέλευση ενός γεγονότος το οποίο είτε καθορίζεται ρητά από την ίδια τη συμφωνία επιβάρυνσης είτε εξυπακούεται. Ο διορισμός Παραλήπτη/Διαχειριστή αποτελεί ένα από τα γεγονότα τα οποία οδηγούν μια κυμαινόμενη επιβάρυνση να αποκρυσταλλωθεί. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος15A
(2016)παρα. 1523: "The appointment of a receiver is one of the events which causes a floating charge to crystallise. As regards all the property comprised in the security over which the receiver is appointed, the directors' powers are of necessity paralysed". Στην περίπτωση διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. Και τούτο ανεξαρτήτως του ποσού που εξασφαλίζεται (amount secured). Η πιο κάτω περικοπή από το ίδιο Σύγγραμμα στην παρα. 1459 είναι σχετική: "If the company ceases its business (but not if it ceases to be a going concern, in so far as there is any difference) or if it is wound up, or if a receiver is appointed, the security ceases to be a floating security and becomes a fixed charge, and the company cannot thereafter deal with any part of the property so charged except subject to the charge". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα πιο πάνω διαπιστώνεται πως όχι μόνο επισημάνθηκε το μέρος από τον όρο 2 του Ομολόγου που αφορά στο ύψος αυτού και απεκρύβη το υπόλοιπο όπου αναφέρετο ότι αυτό καλύπτει όλη την περιουσία της εταιρείας των Εναγόντων 1, αλλά ταυτόχρονα προεβλήθη και ο αναληθής ισχυρισμός ότι το Ομόλογο δεν επιβαρύνει ολόκληρη την περιουσία των Εναγόντων 1. ð Απόκρυψη δημοσιεύσεων για δημόσιες προσφορές Αποτέλεσε θέση των Εναγομένων ότι ενώ το Φεβρουάριο και Μάιο του 2017 είχαν εν γνώσει των Εναγόντων γίνει δημόσιες προσφορές με δημοσιεύσεις στις εφημερίδες για πώληση του ξενοδοχείου οι τελευταίοι τις απέκρυψαν. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν μέσω της ένορκης δήλωσης της Ένστασης ως Τεκμήρια Λ & Ν συνολικά τρείς δημοσιεύσεις σε εφημερίδες στις ημερομηνίες 12/2/17, 13/5/17 και 14/5/17 αντίστοιχα στις οποίες αναφέρεται ότι ο Διαχειριστής/Παραλήπτης της εταιρείας των Εναγόντων 1 προσφέρει προς πώληση το επίδικο ξενοδοχείο και καλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν την προσφορά τους σε καθορισμένη ημερομηνία. Παρά το γεγονός ότι υπεβλήθη από μέρους των Εναγόντων Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν έγινε προσπάθεια για συμπερίληψη οποιουδήποτε ισχυρισμού που να αφορά στο πιο πάνω ζήτημα. Παρά ταύτα στην αγόρευση τους οι Αιτητές απλώς αναφέρουν ότι δεν ήταν σε γνώση τους οι δημοσιεύσεις και ότι ξαφνικά και απρόσμενα πληροφορήθηκαν για την πώληση του ξενοδοχείου και αφού προέβησαν σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και διαπίστωσαν την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Πέραν του ότι οι ισχυρισμοί σε αγόρευση δεν αποτελούν μαρτυρία[11] υπάρχει επιπρόσθετο εμπόδιο στην αποδοχή της πιο πάνω θέσης των Εναγόντων. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd. v. Elcombe and Others [1988] 1 W.L.R. 1350: "
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87 . The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch 38 ; and (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87 , 92-93". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως με δεδομένη τη δημοσίευση στις εφημερίδες σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις της δημόσιας προσφοράς από τον Διαχειριστή /Παραλήπτη για πώληση του επίδικου ξενοδοχείου ήταν ευλόγως αναμενόμενο, ακόμη και αν τα γεγονότα αυτά δεν ήταν στη γνώση των Εναγόντων, με εύλογες προσπάθειες και έρευνες να ανακαλυφθούν και να τεθούν στην συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξαιτούνταν μονομερώς τα επίδικα προσωρινά Διατάγματα για να έχει (το Δικαστήριο) πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα των ουσιωδών της παρούσας υπόθεσης γεγονότων. Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν επίσης ότι μετά τη δεύτερη δημοσίευση της διαδικασίας προσφορών για πώληση του επίδικου ξενοδοχείου έλαβε χώρα στις 19/5/17 συνάντηση στα γραφεία των Εναγομένων 1 στην οποία συμμετείχε ο Ενάγοντας 2 όπου αυτός εισηγήθηκε όπως η Τράπεζα προχωρήσει σε αγορά του ξενοδοχείου μέσω εταιρείας SPV και στη συνέχεια να αγοράσει ο ίδιος το ακίνητο αφού καταβάλει το ποσό των €12 εκ. Επισημαίνεται ότι ούτε και για αυτόν τον ισχυρισμό έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια να αντικρουστεί από την πλευρά των Αιτητών. Χωρίς αμφιβολία η πιο πάνω συνάντηση, αν αποκαλυπτόταν, θα είχε τη σημασία της στο στάδιο που το Δικαστήριο εξέταζε την μονομερή Αίτηση και τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η αξία του επίδικου ξενοδοχείου ανήρχετο στο ποσό των €28,200,000 και ότι ο Διαχειριστής/Παραλήπτης «έκλεψε ουσιαστικά το επίδικο ξενοδοχείο πουλώντας σε εξευτελιστική συγκριτικά με την αξία του τιμή» και ότι «οι Εναγόμενοι 1-5 συνέργησαν παράνομα και από κοινού σχεδίου για να θέσουν υπό την ιδιοκτησία τους το Ξενοδοχείο το οποίο τάχα αγόρασαν έναντι ποσού €12,250,000 ενώ η αξία του Ξενοδοχείου είναι 28πλάσια του ποσού που διασφαλίζεται από το Ομόλογο και τουλάχιστον τριπλάσια από την εφεσιβληθείσα Απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής υπ΄αρ. 1352/2015 Ε.Δ.Λάρνακας». ð Συζητήσεις και αλληλογραφία άνευ βλάβης Η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίστηκε πως υπήρξε από με πλευράς των Αιτητών απόκρυψη του περιεχομένου συζητήσεων και προσπάθειας εξόφλησης των υποχρεώσεων τους στις οποίες εκλαμβάνονταν ως δεδομένα κατά πρώτον η οφειλή και κατά δεύτερον η αξία του ξενοδοχείου πέριξ στο ποσό των €12 εκ. Εν πρώτοις οι Αιτητές επεσήμαναν την αρχή πως το περιεχόμενο δηλώσεων/προτάσεων που γίνονται άνευ βλάβης δικαιωμάτων ή στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης δεν μπορούν να αποτελέσουν στοιχείο μαρτυρίας σε αστική υπόθεση εκτός με τη συγκατάθεση του διαδίκου που έκανε τη δήλωση/πρόταση. Η πιο επισήμανση είναι όντως ορθή. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεολόγος v. Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 500: «Το περιεχόμενο δηλώσεων που γίνονται "άνευ βλάβης δικαιωμάτων" ή "άνευ επηρεασμού" δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο μαρτυρίας σε αστική υπόθεση εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεση του διαδίκου που έκανε τη δήλωση. Τέτοιες δηλώσεις συνήθως γίνονται στα πλαίσια προσπάθειας συμβιβασμού. Η λογική του πράγματος εντοπίζεται στο ότι, αν επιτρεπόταν η αποκάλυψη της δήλωσης ενδεχομένως αυτό να επηρέαζε επιζήμια τα δικαιώματα του προσώπου που έκανε τη δήλωση στο πλαίσιο της προσπάθειας για συμβιβασμό.» Κατά τον ίδιο τρόπο στην Αγγλική υπόθεση Linsen International Ltd v Humpuss Sea Transport Pte Ltd [2010] EWHC 303 (Comm) υπογραμμίστηκαν τα εξής σχετικά: "51 The basic rule is that the fact and content of without prejudice communications are not to be disclosed. A prime reason for that is to prevent admissions made in such discussions being used against those who made them. If it were otherwise, settlement, which it is in the public interest to promote, would be very much more difficult". Στην ίδια, ωστόσο, υπόθεση επισημαίνεται ότι ο πιο πάνω βασικός κανόνας έχει εξαιρέσεις. Λαμβάνοντας δε υπόψη την υποχρέωση ενός διαδίκου όταν μονομερώς αποτείνεται στο Δικαστήριο για θεραπεία να διασφαλίσει ότι το Δικαστήριο δεν παραπλανείται ο πιο πάνω κανόνας δεν μπορεί να είναι καθοριστικός σε σχέση με το ζήτημα της πλήρους αποκάλυψης. Τονίστηκε δε ότι, παρά τις όποιες επιφυλάξεις ενδέχεται να υπάρξουν στην αποκάλυψη τέτοιας φύσεως υλικού, είναι αρκετό να λεχθεί πως κάποιας έκτασης αποκάλυψη ενδέχεται να είναι αναγκαία εάν χωρίς αυτή το Δικαστήριο πιθανόν να παραπλανηθεί. Το ζήτημα τέθηκε ως εξής στην εν λόγω υπόθεση: "55 I do not, however, accept that the test as to whether reference should be made to without prejudice communications is that the need to do so was compellingly obvious. ............. It is sufficient to say that some disclosure of without prejudice communication will be necessary if it is clear that without it the court may be misled". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/2015 όπου με αναφορά στην πιο πάνω Αγγλική υπόθεση τονίστηκε πως η υποχρέωση αποκάλυψης περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας[12]. Εξέταση του Τεκμηρίου Κ στην Ένσταση αποκαλύπτει πως σε μια προσπάθεια για εξεύρεση συναινετικής διευθέτησης συζητείτο πρόταση η οποία, μεταξύ άλλων διελάμβανε πως στο πλαίσιο διαδικασίας προσφορών που θα άνοιγε ο Διαχειριστής/Παραλήπτης η Εναγόμενη 1 Τράπεζα θα υπέβαλε, μέσω εταιρείας της SPV (Special Purpose Vehicle), προσφορά για αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου των Εναγόντων αρ.1 για το ποσό των €12.051,324 το οποίο θα αποπλήρωνε πλήρως το οφειλόμενο στην αγωγή 1352/15 Ε.Δ. Λάρνακας. Ο κ. Πιριλλίδης υποστήριξε πως ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η πιο πάνω πρόταση ήταν προνομιούχα το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης δεν ήταν η αγορά του ξενοδοχείου αλλά το ύψος του εκ μέρους των Αιτητών προσφερόμενου ποσού προς εξόφληση του «εξ αποφάσεως χρέους» προς τους Καθ΄ων η Αίτηση επ΄ανταλλάγματι την απόσυρση της έφεσης των Αιτητών. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου η εντύπωση που αποκομίζει ένας από την πιο πάνω άνευ βλάβης πρόταση είναι ότι στο πλαίσιο της προσπάθειας εξόφλησης του ποσού της αγωγής 1352/15 Ε.Δ. Λάρνακας θα αγοράζετο το ξενοδοχείο των Εναγόντων 1 από την Τράπεζα. Στο πλαίσιο δε αυτής της προσπάθειας, φαίνεται να θεωρείται και/ή να εκλαμβάνεται ως δεδομένη αφενός η οφειλή του αναφερόμενου στην εν λόγω αγωγή ποσού και αφετέρου, μέσω του τιμήματος αγοράς που καθορίζετο, η αξία του ξενοδοχείου. Στη βάση των πιο πάνω και με δεδομένο τον ισχυρισμό ότι στο πλαίσιο ενός συνωμοτικού σχεδίου υφαρπαγής του ξενοδοχείου από τους Εναγόμενους το επίδικο ξενοδοχείο πουλήθηκε σε εξευτελιστική αξία (αυτή του ποσού των €12,250,000) συγκριτικά με την αξία του η οποία ανέρχεται στο ποσό των €28,200,000, θεωρώ ότι η αποκάλυψη του πιο πάνω υλικού όπου το τίμημα αγοράς του για σκοπούς εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους ήταν πέριξ αυτού του ποσού που αγοράστηκε από την Τράπεζα ενδέχετο να δώσει μια άλλη εικόνα και διάσταση στο όλο θέμα και γενικότερα στην εκδοχή των Εναγόντων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τους Ενάγοντες γεγονότα, στοιχεία και/ή τεκμήρια και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιτελέσουν σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση τους για αποκάλυψη γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή τους Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά των Αιτητών δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω με το επίπεδο καλής πίστης που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες όπως η υπό εξέταση οι οποίες έχουν τις καταβολές τους και στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας Αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι, επαναλαμβάνω, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υφίστης πίστεως. ("uberrima fides")[13] ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία των Εναγόντων να εκπληρώσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης η μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα ακυρώνονται στην ολότητα τους. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος των Εναγομένων1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Όπως τονίστηκε από τον Δικαστή Brightman J. Στην υπόθεση Re Emmadart Ltd
(1979)Ch. 540: [7] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1Α.Α.Δ. 1165 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD
(2005)1 Α.Α.Δ. 1237, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029. [8] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453,
  1. [9] Δέστε, επίσης, και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/
  2. [10] Δέστε Βασιλική Χαραλάμπους ν. PETROS MICHAEL EXCLUSIF LTD κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953. [11] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223. [12] «Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω». [13] Δέστε και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1Α.Α.Δ. 1377 (απόφαση πλειοψηφίας που δόθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.