← Κύπρος

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΕΡΜΑΝΟΥ ν. ΜΑΡΙΑ Γ. ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 50/2015, 9/5/2017

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΕΡΜΑΝΟΥ ν. ΜΑΡΙΑ Γ. ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 50/2015, 9/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 50/2015 Μεταξύ: ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΕΡΜΑΝΟΥ Ενάγουσας - και -

  1. ΜΑΡΙΑ Γ. ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ
  2. ΑΝΤΡΟΥΛΛΑ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ
  3. ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑ
  4. G. KOUTSOFTAS DEVELOPERS LTD Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 09/05/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Γεώργιος Α. Παναγίδης για την Χρίστος Πατσαλίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εναγομένους: κ. Αδάμος Χατζηχριστοδούλου για την Αδάμος Χατζηχριστοδούλου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
  5. Η Ενάγουσα, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει, εναντίον των Εναγομένων, ως ακολούθως: «Α. Διάταγµα και/ή Δήλωση του . Δικαστηρίου ότι οι Εναγόµενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 παρεµβαίνουν παράνοµα στην περιουσία της Εναγόµενης και/ή εξώνουν και/ή εκδιώκουν παράνοµα την Ενάγουσα από το ακίνητο µε αρ. Εγγραφής 3105, Τεµάχιο 129 (νέος αριθµός 347), Σχέδιο 1-2810-3755, Τµήµα 11, εντός του χωριού Λιοπετρίου. Β. Διάταγµα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου µε το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόµενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή σε αντιπροσώπους των και/ή σε υπηρέτες τους από του να παρεµβαίνουν και/ή εξώνουν και/ή εκδιώκουν την Ενάγουσα από το ακίνητο µε αρ. Εγγραφής 3105, Τεµάχιο 129 (νέος αριθµός 347), Σχέδιο 1-2810-3755, Τµήµα 11, εντός του χωριού Λιοπετρίου. Γ. Διάταγµα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγόµενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 όπως άρουν την παράνοµη επέµβαση και/ή όπως κατεδαφίσουν παν κτίσµα και/ή µετατροπές και/ή προσθήκες οι οποίες ευρίσκονται και/ή παρεµβαίνουν στο ακίνητο της Ενάγουσας µε αρ. Εγγραφής 3105, Τεµάχιο 129 (νέος αριθµός 347), Σχέδιο 1-2810-3755, Τµήµα 11, εντός του χωριού Λιοπετρίου και οι οποίες παρεµποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση της Εναγόµενης στο εν λόγω ακίνητο. Δ. Διάταγµα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγόµενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 όπως επαναφέρουν τα πράγµατα στην πρότερα κατάσταση και/ή όπως άρουν κάθε επέµβαση στο ακίνητο της Ενάγουσας µε αρ. Εγγραφής 3105, Τεµάχιο 129 (νέος αριθµός 347), Σχέδιο 1-2810-3755, Τµήµα 11, εντός του χωριού Λιοπετρίου ώστε να αποκατασταθεί η ελεύθερη πρόσβαση της Εναγόµενης στο εν λόγω ακίνητο. Ε. Διάταγµα του Δικαστηρίου µε το οποίο να επιτρέπει στην Ενάγουσα όπως κατεδαφίσει το περιτοίχισµα το οποίο βρίσκεται εντός του ακινήτου της µε αρ. Εγγραφής 3105, Τεµάχιο 129 (νέος αριθµός 347), Σχέδιο 1-2810-3755, Τµήµα 11, εντός του χωριού Λιοπετρίου. ΣΤ. Ποσό €792 εναντίον της Εναγόµενης 1 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισµένα για την περίοδο από 20/10/2010 µέχρι 29/5/2012, ως ενδιάµεσα κέρδη και/ή οφέλη και/ή αποζηµιώσεις για παράνοµη επέµβαση. Ζ. Ποσό €1.292 εναντίον των Εναγόµενων 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισµένα για την περίοδο από 29/5/2012 µέχρι 1/12/2014, ως ενδιάµεσα κέρδη και/ή οφέλη και/ή αποζηµιώσεις για παράνοµη επέµβαση. Η. Πoσό, €41.66 µηνιαίως εναντίον των Εναγόµενων 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισµένα για την περίοδο από 1/12/2014 µέχρι παραδόσεως κενής κι ελευθέρας της κατοχής του ακινήτου, ως ενδιάµεσα κέρδη και/ή οφέλη και/ή αποζηµιώσεις για παράνοµη επέµβαση. Θ. Γενικές Αποζημιώσεις για παράνοµη επέµβαση. Ι. Παραδειγματικές και/ή Επαυξημένες αποζημιώσεις. Κ. Έξοδα. Λ. Φ. Π. Α. ..».
  6. Οι Εναγόμενοι, πρόβαλαν κοινή υπεράσπιση στις απαιτήσεις της Ενάγουσας και παράλληλα, υποστήριξαν ότι έχουν το δικαίωμα στην εξής ανταπαίτηση: «Α. Δήλωση του . Δικαστηρίου ότι το μέρος νότια του υφιστάμενου περιτοιχίσματος εμβαδού 85 τετραγωνικών μέτρων στο νότιο μέρος του τεμαχίου 129, Σχέδιο 1-2810-3755, Τμήμα 11, κατέχεται νόμιμα και ανήκει στις εναγόμενες 2 και 3, δυνάμει των αρχών του δικαίου της Επιείκειας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ενάγουσα όπως εντός 30 ημερών από της επίδοσης και δυνάμει των αρχών του δικαίου της Επιείκειας, μεταβιβάσει στα ονόματα των εναγομένων 2 και 3 το μέρος του τεμαχίου 129, Σχέδιο 1-2810-3755, Τμήμα 11, νότια του υφιστάμενου περιτοιχίσματος, εμβαδού 85 τετραγωνικών μέτρων, στο Λιοπέτρι ως αγορασθέν για το ποσό των £1,000 (ή €1,708) κατά το έτος
  7. Γ. Διαζευκτικά των ως άνω Α και Β θεραπειών, διάταγμα του . Δικαστηρίου αναγνωρίζον ότι η εναγόμενη 1 απέκτησε δικαίωμα κατοχής, χρήσης και διόδου του νοτίου μέρους του τεμαχίου 129, Σχέδιο 1-2810,3755, Τμήμα 11 στο Λιοπέτρι, νότια του υφιστάμενου περιτοιχίσματος και εμβαδού 85 τετραγωνικών μέτρων δυνάμει εχθρικής κατοχής για περίοδο άνω των 30 ετών. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εγγραφή προς όφελος της ενάγουσας 1 δικαιώματος κατοχής, χρήσης και διόδου του μέρους του τεμαχίου 129, Σχέδιο 1-2810-3755, Τμήμα 11 στο Λιοπέτρι, νότια του υφιστάμενου περιτοιχίσματος, εμβαδού 85 τετραγωνικών μέτρων, δυνάμει εχθρικής κατοχής για περίοδο άνω των 30 ετών. Ε. Έξοδα συν Φ. Π. Α.».
  8. Υιοθετώ στην απόφαση μου, μεταξύ άλλων, και τις ακόλουθες συντομογραφίες: «το Τεμάχιο 137»: ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα της Ενάγουσας, με αριθμό εγγραφής 3105, αρχικά Τεμάχιο 137 και υφιστάμενα Τεμάχιο 129, σχέδιο 1-2810-3755, τμήμα 11, που βρίσκεται στο χωριό Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου• «το Τεμάχιο 380»: ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των Εναγομένων 2 και 3 -κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο-, με αριθμό εγγραφής 3147, αρχικά Τεμάχιο 380, μεταγενέστερα Τεμάχιο 1098 και υφιστάμενα Τεμάχιο 131, σχέδιο 1-2810-3755, τμήμα 11, που βρίσκεται στο χωριό Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου • «ο Κέρμανου»: Ο αποβιώσας Στυλιανός Κυριάκου Κέρμανου από το Λιοπέτρι, πατέρας της Ενάγουσας και παππούς της Εναγομένης 1• «ο Βασίλη» ή «ο ΜΥ2»: ο πατέρας της Εναγόμενης 1 και γαμπρός του Κέρμανου -δηλαδή σύζυγος της θυγατέρας του Κέρμανου, Θεοτέρας-.
  9. Εισαγωγικά, σημειώνεται περαιτέρω, ότι, όλες οι υποσημειώσεις ή σημειώσεις τέλους στο κείμενο της απόφασης μου, αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου για την κατάληξη μου στην υπόθεση αυτή, που τώρα ανακοινώνεται. [Β]. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  10. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν των διαδίκων εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς. Η υπόθεση της Ενάγουσας
  11. Η Ενάγουσα, με την έκθεση απαίτησης της, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης και νόμιμος κάτοχος του Τεμαχίου 137, στο οποίο έχει ανεγερθεί η κατοικία στην οποία διαμένει με την οικογένεια της. Η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία, Τεμάχιο 137, είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της, δυνάμει δωρεάς, από τον πατέρα της, Κέρμανου. ii. Η Εναγομένη 1, μέχρι και την 29/05/2012, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης του Τεμαχίου
  12. Την 29/05/2012, η Εναγομένη 1, μετεβίβασε στις θυγατέρες της, Εναγόμενες 2 και 3, δια δωρεάς, από 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο στην προαναφερόμενη ακίνητη ιδιοκτησία, Τεμάχιο
  13. Η Εναγομένη 1, είχε και η ίδια αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας, Τεμάχιο 380, δυνάμει δωρεάς, από τον πατέρα της. Η Εναγομένη 4 εταιρεία, που είναι ελεγχόμενη από την οικογένεια των Εναγομένων 1, 2 και 3, είναι κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2 και 3, την οποία και χρησιμοποιεί ως γραφείο προς εξυπηρέτηση των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων. iii. Τα προαναφερόμενα τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και Εναγομένων 2 και 3 συνορεύουν. iv. Οι Εναγόμενοι, επεμβαίνουν παράνομα σε μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, Τεμάχιο 137, το οποίο και προσπαθούν να ιδιοποιηθούν, μάλιστα «εκβιαστικά» και «επιθετικά». Παρά το γεγονός ότι, η Ενάγουσα, για χρόνια, προς αποφυγή «προστριβών», ανεχόταν τις παράνομες ενέργειες των Εναγομένων, ουδέποτε αποποιήθηκε τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα σε ότι αφορούσε το Τεμάχιο
  14. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι, χρησιμοποιούν λωρίδα γης που εμπίπτει στην προαναφερόμενη ακίνητη ιδιοκτησία, Τεμάχιο 137, που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της Ενάγουσας, για να εισέρχονται σε γκαράζ που έχει ανεγερθεί εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2 και 3, Τεμάχιο 380, το οποίο όμως επεκτείνεται και σε μέρος της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Εντός της ακίνητης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, έχουν επίσης ανεγερθεί, παράνομα, και διάφορα άλλα κτίσματα, περιλαμβανομένου και ενός περιτοιχίσματος, το οποίο οι Εναγόμενοι επικαλούνται προς επισήμανση του συνόρου των ακινήτων, παρά το γεγονός των αντίθετων υποδείξεων και αποφάσεων του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η υπόθεση των Εναγομένων
  15. Οι Εναγόμενοι, δια της εκθέσεως υπεράσπισης τους, αρνήθηκαν την, από πλευράς Ενάγουσας, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξαν την δική τους ακόλουθη εκδοχή: i. Ο Κέρμανου είναι ο πατέρας της Ενάγουσας και παππούς (δηλαδή πατέρας της μητέρας της) της Εναγόμενης 1 και ήταν ιδιοκτήτης των Τεμαχίων 380 και 137 στο χωριό Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου. ii. Κατά ή περί το έτος 1972, ο Κέρμανου, έκτιζε σε μέρος του Τεμαχίου 137, το σπίτι της Ενάγουσας (θυγατέρας του), που τότε ήταν αρραβωνιασμένη και χρειάστηκε χρήματα για να μπορέσει να το αποπερατώσει. iii. Με προφορική συμφωνία, κατά ή περί το έτος 1972, ο Κέρμανου πώλησε στον πατέρα της Εναγόμενης 1, Γεώργιο Νικόλα Βασίλη (που ήταν γαμπρός του, δηλαδή σύζυγος της θυγατέρας του Θεοτέρας) μέρος στην ανατολική πλευρά του Τεμαχίου 380, εμβαδού 516 τ. μ. περίπου και μέρος στην νότια πλευρά του τεμαχίου 137 εμβαδού 85 τ. μ. περίπου, ήτοι συνολικού εμβαδού 600 τ. μ. περίπου, που είχε κανονικό τετράγωνο σχήμα. iv. Κατά ή περί τον Νοέμβριο του έτους 1973, ο Βασίλη, με την συγκατάθεση του πεθερού του, Κέρμανου, που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, άρχισε την ανέγερση επί του ανωτέρω μέρους που αγόρασε από τον πεθερό του, μιας κατοικίας που προόριζε για την Εναγομένη 1 (θυγατέρα του), που τότε ήταν ελεύθερη (άγαμη). v. Η ανέγερση της κατοικίας της Εναγόμενης 1 από τον Βασίλη, ολοκληρώθηκε κατά ή περί το έτος
  16. Αμέσως μετά την ανέγερση της εν λόγω κατοικίας, ο Βασίλη, ανήγειρε και το περιτοίχισμα στα σύνορα του μέρους που είχε αγοράσει ως προαναφέρθηκε από τον πεθερό του (που είχε περίπου έκταση ενός οικοπέδου). Το εν λόγω περιτοίχισμα, που υπάρχει μέχρι σήμερα, ανεγέρθη στη θέση που του υπόδειξε ο πεθερός του Βασίλη, Κέρμανου, στην παρουσία της Εναγομένης 1, και περιλαμβάνει μέρος στην νότια πλευρά του Τεμαχίου 137, εμβαδού 85 τ. μ. περίπου, που άδικα και αδικαιολόγητα διεκδικεί σήμερα η Ενάγουσα. vi. Περαιτέρω, κατά ή περί τον ίδιο χρόνο που ανήγειρε το περιτοίχισμα ο πατέρας της Εναγόμενης 1 με την συγκατάθεση του πεθερού του, ανήγειρε και γκαράζ εφαπτόμενο του περιτοιχίσματος στο βόρειο μέρος της προαναφερόμενης έκτασης που είχε αγοράσει από τον πεθερό του, δυνάμει αδείας οικοδομής με αρ. 00141 ημερομηνίας 17/03/
  17. vii. Κατά ή περί το έτος 1979, ο Κέρμανου, μεταβίβασε διά δωρεάς, με τις Δηλώσεις Καταθέσεως Συμβάσεως του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου με αρ. Σ.Δ.Δ. 834/79 και Σ.Δ.Δ. 835/79 αντίστοιχα, στην μεν Ενάγουσα (θυγατέρα του), μέρος του Τεμαχίου 137 και στην Εναγόμενη 1 (εγγονή του), μέρος του Τεμαχίου
  18. viii. Το μέρος του Τεμαχίου 380 που απόκτησε η Εναγόμενη 1, φέρει νέο αριθμό Τεμαχίου 131, τμήμα 11, σχέδιο 1-2810-3755 και αριθμό εγγραφής 3147 και το μέρος του Τεμαχίου 137 που μεταβιβάστηκε στην Ενάγουσα, φέρει νέο αριθμό Τεμαχίου 129, τμήμα 11, σχέδιο 1-2810-3755, αμφότερα στο χωριό Λιοπέτρι. ix. Με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις, διά δωρεάς, μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα και Εναγόμενη 1 αντίστοιχα, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου Κέρμανου. x. Παρόλο που το υφιστάμενο περιτοίχισμα τοποθετήθηκε επί του κτηματολογικού σχεδίου στην θέση που υφίσταται μέχρι σήμερα, εντούτοις, το προαναφερόμενο νότιο μέρος του παλαιού Τεμαχίου 137 που περιλαμβανόταν στην έκταση που είχε αγοράσει ο πατέρας της Εναγόμενης 1, Βασίλη, δεν διαχωρίστηκε ώστε να ενσωματωθεί με το Τεμάχιο
  19. xi. Από ή περί το έτος 1976 που η Εναγόμενη 1 κατοίκησε στην οικογενειακή της κατοικία που ανήγειρε ο πατέρας της Βασίλη επί της προαναφερόμενης έκτασης γης, που μεταγενέστερα κατά το έτος 1979 της μεταβίβασε διά δωρεάς ο παππούς της, κατείχε συνεχώς, ανενόχλητα και αδιαφιλονίκητα το προαναφερόμενο μέρος στην νότια πλευρά του Τεμαχίου 137 που αποτελεί μέρος της έκτασης που είχε αγοράσει ο πατέρας της από τον Κέρμανου, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος
  20. xii. Η ανωτέρω συνεχής, ανενόχλητη και αδιαφιλονίκητη κατοχή του αγορασθέντος ως προαναφέρθηκε μέρους από την Εναγόμενη 1 και την οικογένεια της, συνεχίστηκε μέχρι, ή και περί, τις αρχές του έτους 2010, όταν λειτουργοί του Κτηματολογίου που επισκέφθηκαν την περιοχή Λιοπετριού κατά την ετοιμασία των νέων σχεδίων που ήταν υπό εξέλιξη, πληροφόρησαν την Ενάγουσα, ότι, το ανωτέρω επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137, περιλαμβανόταν στον τίτλο που ήταν εγγεγραμμένος στο όνομα της, χωρίς να γνωρίζουν τη συμφωνία και δοσοληψία που είχε γίνει κατά ή περί το έτος 1972 μεταξύ Κέρμανου και Βασίλη, λόγω του ότι δεν είχε καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για διαχωρισμό και επομένως δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχετική πληροφορία στα κτηματικά μητρώα. xiii. Το γεγονός αυτό, έδωσε αφορμή στην Ενάγουσα, που, μέχρι τότε, ουδεμία αξίωση είχε προβάλει, να αρχίσει να διεκδικεί (άδικα) το ανωτέρω μέρος του Τεμαχίου 137, με αποτέλεσμα, η Εναγόμενη 1, να καταχωρήσει εναντίον της Ενάγουσας την Αγωγή 1187/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, η οποία, κατά ή περί τις 19/06/2014, απορρίφθηκε προδικαστικά από το Δικαστήριο για λόγους μη συμπερίληψης όλων των αναγκαίων διαδίκων, χωρίς να εξετάσει την ουσία της αξίωσης. xiv. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1, αλλά και των Εναγομένων 2 και 3, ότι, δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας, τα δικαιώματα επί του προαναφερόμενου, αγορασθέντος από το 1972, μέρους του Τεμαχίου 137, μεταφέρθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης 1 και στην συνέχεια στα ονόματα των Εναγομένων 2 και 3 με τις δωρεάν μεταβιβάσεις που έγιναν. xv. Είναι περαιτέρω θέσης των Εναγομένων, ότι, δυνάμει των ίδιων αρχών του δικαίου της επιείκειας, η Ενάγουσα, ως διά δωρεάς δικαιοδόχος και έχοντας πλήρη επίγνωση της ανωτέρω πώλησης του μέρους του Τεμαχίου 137 από το έτος 1972, διαδέχθηκε στον τίτλο του κτήματος όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου πατέρα της, Κέρμανου, και, επομένως, είναι ορθό και δίκαιο να μεταβιβάσει και εγγράψει στα ονόματα των Εναγόμενων 2 και 3, ως των σημερινών δικαιοδόχων και διαδόχων στο ανωτέρω κτήμα, το πωληθέν, ως προαναφέρθηκε, μέρος του Τεμαχίου
  21. xvi. Οι Εναγόμενοι, αρνούνται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ένεκα παράνομης επέμβασης στην ακίνητη ιδιοκτησία της δικαιούται να αποζημιωθεί από αυτούς. Αρνούνται περαιτέρω, ότι, η Ενάγουσα, υπέστη ή υφίσταται την οποιαδήποτε ζημιά εξ αιτίας τους. Καθώς επίσης αρνούνται και τις λεπτομέρειες ζημιών και/ή ενδιάμεσων κερδών που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ως βάση για την απαίτηση της. Η υπόθεση της Ενάγουσας στην ανταπαίτηση των Εναγομένων
  22. Η Ενάγουσα, δια της εκθέσεως απάντησης της, αρνήθηκε την, από πλευράς Εναγομένων, εκδοχή γεγονότων και υποστήριξε ότι: i. Αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό των Εναγομένων, ότι, με προφορική συμφωνία, κατά ή περί το έτος 1972, ο Κέρμανου, πώλησε στον πατέρα της Εναγόμενης 1, Βασίλη, μέρος στην ανατολική πλευρά του Τεμαχίου 380, εμβαδού 516 τ. μ. περίπου και μέρος στην νότια πλευρά του Τεμαχίου 137 εμβαδού 85 τ. μ. περίπου, ήτοι συνολικού εμβαδού 600 τ. μ. περίπου, που είχε κανονικό τετράγωνο σχήμα. Κατά την Ενάγουσα, η όποια συμφωνία μεταξύ του πατέρα της, Κέρμανου, και του πατέρα της Εναγόμενης 1, Βασίλη, αφορούσε µόνο την έκταση του τεμαχίου και/ή της γης, που, αργότερα, κατά τον Μάιο του 1979, μεταβιβάστηκε στο όνομα της Εναγομένης 1 και συμπεριλαμβάνεται μέχρι σήμερα στον τίτλο που κατέχουν οι Εναγόμενες 2 και 3 και όχι οτιδήποτε περαιτέρω και/ή την επίδικη λωρίδα γης. ii. Αρνείται τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι: η ανέγερση της κατοικίας της Εναγόμενης 1 ολοκληρώθηκε κατά ή περί το έτος 1976•, ότι αμέσως μετά την ανέγερση της, ο Βασίλη, ανήγειρε και το περιτοίχισμα -που υπάρχει μέχρι σήμερα- στα σύνορα του μέρους που, ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, είχε αγοράσει από τον πεθερό του, Κέρμανου•, ότι το εν λόγω περιτοίχισμα ανεγέρθη στη θέση που υπόδειξε στον Βασίλη, ο Κέρμανου, στην παρουσία της Εναγομένης 1 και ότι, αυτό, ορθά περιλαμβάνει μέρος στην νότια πλευρά του Τεμαχίου 137, εμβαδού 85 τ. μ. περίπου. Εν προκειμένω, ισχυρίζεται, ότι, εντός του τεμαχίου της (Τεμάχιο 137), είχε αναγερθεί περίφραξη, ωστόσο, η εν λόγω περίφραξη (περιτοίχισµα), ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε και/ή έγινε αντιληπτή ως διαχωριστική γραμμή και/ή σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων. Αντίθετα, η εν λόγω περίφραξη, είχε τότε ανεγερθεί, µόνο για σκοπούς αδειοδότησης της κατοικίας του πατέρα της. Επιπλέον, η εν λόγω περίφραξη, παρά το γεγονός ότι ήταν πάντοτε γνωστή, τόσο στους διαδίκους, όσο και στις αρµόδιες κτηµατολογικές αρχές, ουδέποτε ελήφθη υπόψη ως διαχωριστική γραμμή και/ή σύνορο, και/ή, κατά τις πράξεις µεταβίβασης Σ.Δ.Δ. 834 και 835/79 δεν ελήφθη υπόψη ως διαχωριστικό σηµείο και/ή σύνορο µεταξύ των κτηµάτων των διαδίκων. Αντιθέτως, τόσο αυτή, όσο και η επίδικη λωρίδα γης, συµπεριλήφθηκαν εντός του τεµαχίου της Ενάγουσας, πράγµα που ήταν γνωστό στην Εναγόµενη 1 και/ή στον πατέρα της, Βασίλη, τουλάχιστον από το 1979, χωρίς να προβάλουν, για δεκαετίες, οποιοδήποτε παράπονο. iii. Αποδέχεται, ότι, τόσο το δικό της κτήµα, όσο και το γειτνιάζον κτήµα της Εναγόµενης 1, µεταβιβάστηκαν σε αυτές, δυνάµει δωρεάς, από τον πατέρα της Κέρμανου, µε τις πράξεις µεταβίβασης Σ.Δ.Δ. 834 και 835/
  23. iv. Αρνείται τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι, το υφιστάμενο περιτοίχισμα, παρόλο που τοποθετήθηκε επί του κτηματολογικού σχεδίου στην θέση που υφίσταται μέχρι σήμερα, εντούτοις, το προαναφερόμενο νότιο μέρος του Τεμαχίου 137, που περιλαμβανόταν στην έκταση που είχε αγοράσει ο πατέρας της Εναγόμενης 1, δεν διαχωρίστηκε ώστε να ενσωματωθεί με το νέο Τεμάχιο
  24. Εν προκειμένω, ισχυρίζεται, ότι, το περιγραφόµενο νότιο µέρος του Τεµαχίου 137, ουδέποτε αποτέλεσε αντικείµενο πώλησης µεταξύ του πατέρα της, Κέρμανου και του πατέρα της Εναγόµενης 1, Βασίλη, και/ή σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, ότι, η εν λόγω έκταση γης, δεν συµπεριλαµβανόταν στην οποιαδήποτε συµφωνία και/ή συνεννόηση µεταξύ των γονέων των διαδίκων, εξ ου και κατά τις µεταβιβάσεις των ακινήτων που έλαβαν χώρα µεταγενέστερα µε τις πράξεις µεταβίβασης Σ.Δ.Δ. 834 και 835/79, τα κτήµατα µεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα και την Εναγόµενη 1 ως έχουν σήµερα και/ή µε βάση την σηµερινή αποτύπωση της νοµικής και πραγµατικής κατάστασης επί των τίτλων ιδιοκτησίας. Επιπλέον, υποστηρίζει, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και/ή κατά τον χρόνο που η Εναγόµενη 1 ισχυρίζεται ότι επήλθε η συµφωνία µεταξύ των γονέων των διαδίκων, αυτή, ουδεµία γνώση και/ή πληροφόρηση είχε επί του συγκεκριµένου ζητήµατος, παρά µόνο έλαβε γνώση του περιεχόμενου της προφορικής τους συµφωνίας κατά την ηµέρα µεταβίβασης του ακινήτου στο όνοµα της, όταν ο πατέρας, Κέρμανου, της εξήγησε τον λόγο για τον οποίο µεταβίβασε στο όνομα της και στο όνομα της Εναγόµενης 1 τα κτήµατα τους, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση µε την επίδικη λωρίδα γης, η οποία, ούτως ή άλλως, συµπεριλαµβανόταν κατά την πράξη µεταβίβασης στο τεµάχιο της. v. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων, ότι: από ή περί το έτος 1976, που η Εναγόμενη 1 κατοίκησε στην οικογενειακή της κατοικία που ανήγειρε ο πατέρας της, Βασίλη, επί του προαναφερόμενου κτήματος, που μεταγενέστερα κατά το έτος 1979 της μεταβίβασε διά δωρεάς ο παππούς της, Κέρμανου, η Εναγομένη 1 κατείχε συνεχώς, ανενόχλητα και αδιαφιλονίκητα, το προαναφερόμενο μέρος στην νότια πλευρά του Τεμαχίου 137 που αποτελεί μέρος της έκτασης που είχε αγοράσει ο πατέρας της από το έτος 1972 όπως προαναφέρθηκε•, παραδέχεται μόνον ότι η Εναγόµενη 1 και/ή µέλη της οικογένειας της χρησιµοποιούσαν και/ή εισέρχονταν και/ή επενέβαιναν στην επίδικη λωρίδα γης, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι, τέτοια χρήση και/ή πρόσβαση γινόταν και γίνεται παράνοµα και χωρίς βεβαίως οποιαδήποτε πρόθεση, ρητή ή σιωπηρή, για αποξένωση των ιδιοκτησιακών δικαιωµάτων της επί αυτής, ως η εγγεγραµµένη στις αρµόδιες αρχές και επίσηµα κτηµατικά αρχεία, ιδιοκτήτρια. vi. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων, ότι, η συνεχής, ανενόχλητη και αδιαφιλονίκητη κατοχή του αγορασθέντος, ως υποστηρίζουν, μέρους του Τεμαχίου 137, από την Εναγόμενη 1 και την οικογένεια της, συνεχίστηκε μέχρι ή και περί τις αρχές του έτους 2010, όταν λειτουργοί του Κτηματολογίου που επισκέφθηκαν την περιοχή Λιοπετριού κατά την ετοιμασία των νέων σχεδίων που ήταν υπό εξέλιξη, την πληροφόρησαν, ότι, το επίδικο μέρος περιλαμβανόταν στον τίτλο που ήταν εγγεγραμμένος στο όνομα της, χωρίς να γνωρίζουν τη συμφωνία και δοσοληψία που είχε γίνει κατά ή περί το έτος 1972, λόγω του ότι δεν είχε καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για διαχωρισμό και επομένως δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχετική πληροφορία στα κτηματικά μητρώα•, υποστηρίζει, ότι, κατά την υιοθέτηση των νέων τοπικών σχεδίων για την περιοχή Λιοπετρίου, το Κτηµατολόγιο, συµπεριέλαβε το επίδικο τµήµα γης, στον τίτλο ιδιοκτησίας της, ως ήδη περιλαµβανόταν και/ή περιγραφόταν στα επίσηµα κτηµατικά σχέδια από το 1979, όταν µεταβιβάστηκε δια δωρεάς στο όνομα της. vii. Περαιτέρω, εν προκειμένω, η Ενάγουσα υποστηρίζει, ότι, η Εναγόμενη 1, καταχώρησε ένσταση σε σχέση µε την υιοθέτηση των νέων τοπικών σχεδίων, η οποία απορρίφθηκε, χωρίς να έχει στην συνέχεια προβεί στην λήψη οποιωνδήποτε ένδικων µέσων για την αμφισβήτηση και/ή προσβολή της απορριπτικής απόφασης επί της ένστασης της. viii. Σε ότι αφορά την θέση των Εναγομένων ότι, δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας, η Ενάγουσα, ως διά δωρεάς δικαιοδόχος και έχοντας πλήρη επίγνωση της πώλησης του μέρους του Τεμαχίου 137 από το έτος 1972, διαδέχθηκε στον τίτλο του κτήματος όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του πατέρα της, Κέρμανου, και ότι, είναι ως εκ τούτου ορθό και δίκαιο να μεταβιβάσει και εγγράψει στα ονόματα των Εναγόμενων 2 και 3 ως των σημερινών δικαιοδόχων και διαδόχων στο ανωτέρω κτήμα, το πωληθέν μέρος του Τεμαχίου 137•, θέσης της είναι, ότι, κανένα δικαίωμα δυνάμει των αρχών της επιείκειας απέκτησαν οι Εναγόμενες 2 και 3 επί της επίδικης λωρίδας γης. Ουδεµία γνώση και/ή αντίληψη είχε η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την ισχυριζόµενη συµφωνία των γονέων των διαδίκων, για την οποία πληροφορήθηκε για πρώτη φορά περί τον Μάιο του 1979 όταν έγινε η µεταβίβαση του κτήµατος στο όνομα της, και για την οποία ο πατέρας της την ενηµέρωσε για τον λόγο που έγιναν οι µεταβιβάσεις δια δωρεάς, χωρίς να αναφέρει σε αυτήν οτιδήποτε σε σχέση µε την επίδικη λωρίδα γης. Οµοίως, ουδείς εκ των εµπλεκόµενων µερών, συµπεριλαµβανοµένου και του πατέρα της Εναγόµενης 1, Βασίλη, ανέφερε οτιδήποτε τότε για την επίδικη λωρίδα γης, ούτε φυσικά διαµαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι µεταβιβάστηκε στην Ενάγουσα και όχι στην Εναγόµενη
  25. ix. Σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόµενοι, κωλύονται όπως επικαλούνται τις αρχές του δικαίου της επιείκειας, καθότι, µε τις πράξεις µεταβίβασης Σ.Δ.Δ. 834 και 835/79 τα κτήµατα µεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα και την Εναγόµενη 1 ως έχουν σήµερα, χωρίς η Εναγόµενη 1 και/ή οποιοσδήποτε άλλος να προβάλουν οποιοδήποτε παράπονο. x. Οι πράξεις µεταβίβασης που έλαβαν χώρα το 1979, συνιστούν συµβάσεις, και/ή συµφωνίες µεταξύ των εµπλεκόµενων µερών, ήτοι, µεταξύ του πατέρα της Ενάγουσας, Κέρμανου και της Εναγόµενης 1, Βασίλη, µε συγκεκριµένο περιεχόµενο, οι οποίες αντικατέστησαν τις οποιεσδήποτε ενδεχόµενες και προηγούµενες συµφωνίες µεταξύ των µερών. Οι μάρτυρες
  26. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, ενόρκως, προσέφεραν μαρτυρία τα εξής πρόσωπα: i. Η ίδια η Ενάγουσα (στο εξής καλούμενη «η Ενάγουσα» ή ανάλογα της περίπτωσης «η ΜΕ1»). ii. Ο κ. Παναγιώτης Παντελή, σύζυγος της Ενάγουσας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2»). Και iii. Ο κ. Νίκος Μιχαήλ, τοπογράφος μηχανικός (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ3»).
  27. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγομένων, ενόρκως, προσέφεραν μαρτυρία τα εξής πρόσωπα: i. Η Εναγομένη 1 (στο εξής καλούμενη «η Εναγομένη 1» ή ανάλογα της περίπτωσης «η ΜΥ1»). ii. Ο κ. Γεώργιος Νικόλα Βασίλη, πατέρας της Εναγομένης 1 (στο εξής καλούμενος «ο Βασίλη» ή ανάλογα της περίπτωσης «η ΜΥ2»). Η εκτίμηση της μαρτυρίας
  28. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα [[i]], βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται [[ii]]. Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού [[iii]].
  29. Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, οι διάδικοι, παρουσίασαν ένορκες δηλώσεις γεγονότων των προαναφερόμενων προσώπων. Δεδομένων των προνοιών της Δ.30, κ. 5(

(1),
(2),
(5)και κ. 6 των Θ. Π. Δ., η ακρόαση της υπόθεσης, διεξήχθη στην βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Σημειώνεται όμως, ότι, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από πλευράς Εναγομένων, δυνάμει της Δ.30 κ. 7 των Θ. Π. Δ., ενεκρίθη από το Δικαστήριο και έλαβε χώρα, η αντεξέτασης των προσώπων που κατέθεσαν για την υπόθεση της Ενάγουσας.
  1. Προχωρώ, συνεπώς, να διακριβώσω, την αληθοφάνεια, ακρίβεια ή και ορθότητα της μαρτυρίας, και συνακόλουθα, εάν κριθεί ως τέτοια (και όχι, δηλαδή, ανακριβής, αναξιόπιστη, ψευδής ή λανθασμένη), τι βάρος ή σημασία μπορεί να της αποδοθεί. Εκεί και όπου βρίσκω, ότι, μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει αποδεκτή (falsus in uno), μνημονεύω το γεγονός ειδικά, ως επίσης και τους λόγους, αφενός, για την αποδοχή του συγκεκριμένου μέρους της και αφετέρου, για την απόρριψη του υπολοίπου της [[iv]].
  2. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του.
  3. Στο αντιπαραθετικό σύστημα δικαιοσύνης, ο Δικαστής, ως διαιτητής και κριτής της υπόθεσης, παρακολουθεί δια ζώσης την μαρτυρία των προσώπων που καλούνται στο Δικαστήριο κατά την δίκη προς υποστήριξη της υπόθεσης των διαδίκων. Αυτό, κατά κύριο λόγο, εξυπηρετεί, στο να υποβοηθήσει το Δικαστήριο να εκτιμήσει καλύτερα την μαρτυρία κάθε ενός προσώπου που παρουσιάζεται ενώπιον του. Σε πρώτο στάδιο [[v]], το Δικαστήριο εκτιμά τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποία ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται, η εκτίμησης του Δικαστηρίου της μαρτυρίας, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την συσχετίζει, αντιπαραβάλλει και διερευνά με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό [[vii]].
  4. Σε δεύτερο στάδιο [[viii]], το Δικαστήριο εξετάζει την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ενώπιον του, του δημιουργούν, κατά την εξιστόρηση της εκδοχής τους. Η λειτουργία αυτή του Δικαστηρίου ενθυλακώνεται πολύ εύστοχα στην ακόλουθη σύντομη αναφορά του έντιμου Π. Ε. Δ., Α. Δαυίδ, στην απόφαση του στην Αγωγή υπ' αρ. 8352/06 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τράπεζα Πειραιώς Α. Ε. ν CLR Financial Services Ltd, 30/09/2016: «Το δεύτερο στάδιο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εξάλλου εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά την νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας.». 17. Συμπληρώνοντας, εν προκειμένω, περαιτέρω, στην συνέχεια της απόφασης του ο έντιμος Πρόεδρος: «Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κυνδίνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαιωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη (2002 1(Α) Α.Α.Δ. 401, αλλά και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο ειδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ. α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676).». 18. Στην προκείμενη περίπτωση, ένεκα του τρόπου εκδίκασης που επιβάλλει, ως έχει προαναφερθεί, η Δ.30, κ. 5(
(1),
(2),
(5)και κ. 6 των Θ. Π. Δ., σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης», αφαιρείται [[ix]], από την μαρτυρία, η ευχέρεια της ζωντανής παρουσίασης της ή και αμφισβήτησης της - υπό εξαιρέσεις -, και, το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της, περιορίζεται σε όλους τους υπόλοιπους παράγοντες, που, ως έχει προαναφερθεί, μπορούν να καθορίσουν την ποιότητα και αξιοπιστία της. Στην προκείμενη περίπτωση, επαναλαμβάνεται, κατ' εφαρμογής των προνοιών της Δ.30 κ. 7 των Θ. Π. Δ., ενώπιον του Δικαστηρίου αντεξετάστηκαν τα πρόσωπα που παρουσίασαν την υπόθεση της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, άποψη περί της μαρτυρίας τους, σχηματίστηκε από το Δικαστήριο και με την προφορική τους μαρτυρία κατά νου.
  1. Κατ' αρχήν, ξεκινώ με την διαπίστωση ότι, η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν έχει αμφισβητηθεί. Προκύπτει, ότι, τα όσα γεγονότα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του ΜΕ3 είναι παραδεκτά από τους διαδίκους. Ο ΜΕ3, ως τοπογράφος μηχανικός, κατόπιν ανάθεσης που του έγινε από την Ενάγουσα, προέβη, περί τον Οκτώβριο του έτους 2010, σε χωρομετρική εργασία αναφορικά με την εξωτερική οριοθέτηση του Τεμαχίου 137 που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Ενάγουσας και ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκμήριο 4 στην ένορκο του δήλωση ημερομηνίας 18/02/2016). Ο ΜΕ3, επισκέφτηκε το Τεμάχιο 137 και την 28/01/2016 και κατόπιν επιτόπιας εξέτασης, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο, διαπίστωσε ότι, συγκεκριμένες κατασκευές, οι οποίες του υποδείχτηκαν από την Ενάγουσα ότι ανεγέρθηκαν από τρίτους, επεμβαίνουν εντός του Τεμαχίου
  2. Παραπομπή εν προκειμένω, έγινε από τον μάρτυρα, στο σχέδιο-αποτύπωση που ετοιμάστηκε από τον ίδιο, Τεκμήριο 6 στην ένορκο του δήλωση ημερομηνίας 18/02/2016, στο οποίο αποτυπώνεται και το επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137 (πρόκειται για το σκιασμένο με γκρίζο χρώμα μέρος). Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του ΜΕ3 και προβαίνω στην βάση αυτής σε όλα τα απαραίτητα ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
  3. Η μαρτυρία της Ενάγουσας και του συζύγου της ΜΕ2, δεν γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωση που και οι δύο μου προξένησαν, ήταν ότι δεν αποκάλυψαν τα γεγονότα που αφορούν αυτή την υπόθεση στην πραγματική τους διάσταση. Σε ότι αφορά ένα από τα κρίσιμα σημεία της υπόθεσης αυτής, ήτοι, γιατί ανεγέρθηκε το περιτοίχισμα στην θέση που αυτό βρίσκεται σήμερα, αν δεν είχε όντως γίνει η προφορική συμφωνία που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, μεταξύ Κέρμανου και Βασίλη, για την αγορά του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137, η τοποθέτησης τους ελέγχεται ως παράλογη, δεν μπορεί για αυτό τον λόγο να γίνει αποδεκτή και είναι μία ένδειξη γιατί η μαρτυρία τους ελέγχεται ως αναξιόπιστη. Και οι δύο υποστήριξαν, ότι, ο Κέρμανου, είχε ανεγείρει το περιτοίχισμα (τα 2/3 του υφιστάμενου περιτοιχίσματος), ώστε να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής για την κατοικία, που, περί το έτος 1972 ανάγερνε για την Ενάγουσα, και όχι για να διαχωρίσει το μέρος του Τεμαχίου 137 που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι ο Βασίλη αγόρασε από τον Κέρμανου για να αποτελέσει μέρος της γης επί της οποίας θα ανάγερνε την κατοικία της Εναγομένης 1 (για να συμπληρώσει ουσιαστικά και να τετραγωνοποιήσει το Τεμάχιο 380). Αν αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που το περιτοίχισμα είχε τότε αναγερθεί από τον Κέρμανου, χωρίς την ύπαρξη της ισχυριζόμενης από πλευράς Εναγομένων συμφωνίας, τότε δεν υπήρχε λόγος αυτό να μην είχε αναγερθεί επί του κανονικού του συνόρου (του συνόρου των Τεμαχίων 137 και 380). Ειδικότερα δε, όταν αναλογιστεί κανείς, την θέση στην οποία χτίστηκαν οι κατοικίες που προορίζονταν για την Ενάγουσα και την Εναγομένη
  4. Παραπέμπω στο σχέδιο του ΜΕ3, Τεκμήριο 6 στην ένορκο του δήλωση του ημερομηνίας 18/02/2016, στην οποία αποτυπώνονται οι δύο κατοικίες για μία αντικειμενική θεώρηση του πράγματος. Δεν είναι λογικό, έχοντας κάποιος κατά νου την θέση των κατοικιών αυτών επί του εδάφους, να μην υπήρξε η προφορική συμφωνία μεταξύ του Κέρμανου και του Βασίλη περί το έτος 1972 για την αγορά του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137 και οι δύο κατοικίες να χτίστηκαν στην θέση που χτίστηκαν και βρίσκονται μέχρι και σήμερα. Δεδομένης, μάλιστα, και της μαρτυρίας της Εναγομένης 1 και Βασίλη, που δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από πλευράς Ενάγουσας, ότι, η κατοικία της Ενάγουσας το έτος 1972 ήταν υπό ανέγερση και ότι, ο Βασίλη, είχε ξεκινήσει με τις εργασίες ανέγερσης της κατοικίας της Εναγομένης 1 το έτος 1973, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το έτος 1976 και ότι, ο Κέρμανου, μεταγενέστερα, περί το έτος 1979, μεταβίβασε δια δωρεάς τα Τεμάχια 137 και 380 στην Ενάγουσα και Εναγομένη 1, αντίστοιχα, δια δωρεάς. Όταν μάλιστα, επιπρόσθετα, οι εν λόγω μεταβιβάσεις, σύμφωνα με τα «δωρητήρια έγγραφα», είχαν γίνει, με αναφορά, σε ότι αφορούσε το «μεταβιβαζόμενον μερίδιον», σε τοπογραφικά σχέδια που είχαν ετοιμαστεί ειδικά για τον σκοπό, μετά από αίτηση του Κέρμανου (τις υπ' αριθμό Α449/77 και Β15/79), που αφορούν τα Τεμάχια 137 και 380 αντίστοιχα, επί των οποίων, και ειδικότερα επί του σχεδίου που αφορά το Τεμάχιο 380, υπάρχουν στοιχεία από τα οποία παρέχεται υποστήριξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού των Εναγομένων περί της προφορικής συμφωνίας Κέρμανου και Βασίλη για την αγορά του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137 (βλ. τα Τεκμήρια Β και Γ στην ένορκο δήλωση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 09/03/2016). Το δε γεγονός, ότι, για χρόνια υφίστατο αυτή η κατάστασης πραγμάτων, είναι επίσης ένα γεγονός που δεν παρέχει λογική υποστήριξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας.
  5. Σε ότι αφορά την μαρτυρία της Εναγομένης 1 και του Βασίλη, κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, απλά σημειώνω ότι, αυτή, γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Τα όσα έχουν προαναφερθεί, σε ότι αφορά το αναξιόπιστο της μαρτυρίας της Ενάγουσας και του ΜΕ2, είναι κατά την άποψη μου επιβεβαιωτικά της μαρτυρίας της Εναγομένης 1 και του Βασίλη, η μαρτυρία των οποίων, κρίνω, παρέχει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης. [Γ]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  6. Η αξίωση των Εναγομένων, όπως, βάσει των αρχών της επιείκειας, διαταχθεί από το Δικαστήριο, η μεταβίβαση στο όνομα των Εναγομένων 2 και 3, «του μέρους του τεμαχίου 129, σχέδιο 1-1810-3755, τμήμα 11, νότια του υφιστάμενου περιτοιχίσματος, ως αγορασθέν κατά ή περί το έτος 1972».
  7. Η προαναφερόμενη ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3, βασίζεται, ως γίνεται αντιληπτό από την αγόρευση του συνηγόρου τους, και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Το ζήτημα ετέθη πολύ γενικά. Πέραν μιας γενικής εισήγησης, δεν υπήρξε νομική εξειδίκευση της θέσης αυτής των Εναγομένων και ειδικότερα ταξινόμησης επί ποιάς αρχής του δικαίου της επιείκειας η απαίτησης τους αυτή βασίζεται. Έχω εξετάσει το δικόγραφο με την ανταπαίτηση των Εναγομένων, και έχω ικανοποιηθεί, ότι, αυτό, περιλαμβάνει όλους εκείνους τους ισχυρισμούς γεγονότων (εκτενέστερη αναφορά σε αυτούς γίνεται στην συνέχεια), επί των οποίων η πλευρά των Εναγομένων θα μπορούσε να στηρίξει την επιχειρηματολογία της για το δικαίωμα της επί της προαναφερόμενης θεραπείας βάσει των αρχών της επιείκειας, στην περίπτωση όπου η μαρτυρία που θα παρουσίαζαν προς υποστήριξη της υπόθεσης τους, γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη [[x]]. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται και η αρχή της νομολογίας μας, ότι, παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης ή ανταπαίτησης, δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της, εάν τα γεγονότα που το σώμα της έκθεσης απαίτησης ή ανταπαίτησης περιλαμβάνει, δικαιολογούν την απόδοση της [[xi]].
  8. Εξετάζω συνεπώς την εν λόγω απαίτηση των Εναγομένων κατά προτεραιότητα, καθότι, απόφασης μου επί του ζητήματος αυτού, θα παράγει και την κατάληξη σε ότι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης -ήτοι, για παράνομη επέμβαση στο συγκεκριμένο μέρος του Τεμαχίου 137-, δεδομένου και του πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου η εν λόγω απαίτησης της Ενάγουσας βασίζεται, που είναι, ως προκύπτει, παραδεκτό: από την στιγμή, που, το τι ουσιαστικά αποτελεί αντικείμενο αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, είναι μόνον η κατ' ουσία ιδιοκτησία του συγκεκριμένου μέρους του Τεμαχίου 137 και όχι η «παρουσία» και οι ισχυριζόμενες «επεμβάσεις» των Εναγομένων εις το μέρος της αυτό.
  9. Το δίκαιο που διέπει τα της δημιουργίας ή/και επενέργειας εμπιστευμάτων (ή καταπιστευμάτων) στην Κυπριακή έννομη τάξη, έχει ήδη τύχει εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων.
  10. Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι, ή δεδηλωμένα/ρητά (express) (βασίζονται στην δεδηλωμένη πρόθεση των μερών και δη, αποτελούν ενσωμάτωση της πρόθεσης του νόμιμου ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας σε ότι αφορά το ζήτημα της κατ' ουσία ιδιοκτησίας της), ή εξυπακουόμενα (implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του νόμου (trusts arising by operation of the law), στην βάση του ιστορικού της πραγματικής ή τεκμαιρόμενης πρόθεσης των μερών). Τα εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ επαγωγής (constructive) [[xii]] και τα καταληκτικά (resulting). Τόσο τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα (implied trusts), όσο και τα καταληκτικά (resulting trusts), βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση [[xiii]]. 27. Τα προαναφερόμενα, πηγάζουν από τις αρχές της επιεικείας, οι οποίες, βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) [[xiv]] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, τυγχάνουν εφαρμογής ([1]), ως αρχές δικαίου και στην Κύπρο. 28. Σχετικά με τα του θέματος, είναι και τα Άρθρα 4 και 65 (ΙΕ) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, τα οποία ρυθμίζουν ειδικά το θέμα που αφορά την δημιουργία εμπιστευμάτων που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία. Εν όψει των προνοιών του Άρθρου 29
(1), (β) και (γ) του Νόμου 14/1960, οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων του Κεφ. 224 προσέλκυσαν αντιδικία, ώσπου τελικά το θέμα έχει ξεκαθαριστεί μέσα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω άρθρα του Κεφ. 224, προνοούν τα ακόλουθα. 29. Σύμφωνα με το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224: «
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 30. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 4
(1)του Κεφ. 224: «
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν, και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, του νόμου που αφορά εμπιστεύματα (trusts), του νομού που αφορά τα βακούφια (vakfs) και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας (estate), συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα προαναφερόμενα Άρθρα 4 και 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, δεν αποκλείουν την εφαρμογή των αρχών του δικαίου της επιεικείας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα [[xv]]. Σε κατάλληλες περιπτώσεις ([2]) και νοουμένου ότι αποδεικνύονται τα αναγκαία στοιχεία, είναι δυνατή η διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση τέτοιων εμπιστευμάτων [[xvi]].
  2. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν Χριστοφόρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1551, εξετάζοντας το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν τα εξυπακουόμενα εμπιστεύματα, τα εξής: «Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχή στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται εν όψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. Βλ.Underhill's Law of Trusts& Trustees, 13η έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 534 κ.επ. και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηροδότου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανση τους στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση (Βλ. Rochefoucould v. Boustead [1987] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684)» (η υπογράμμιση είναι δική μου) 33. Οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων του Κεφ. 224, διαφοροποιούν τα όσα, κατά το δίκαιο της επιείκειας στην Αγγλία, ισχύουν, σε ότι αφορά την δημιουργία δεδηλωμένων/ρητών εμπιστευμάτων αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία [[xvii]]. Δεν διαφοροποιούν όμως, ή περιορίζουν στην Κύπρο, τα κρατούντα στην Αγγλία, σε ότι αφορά τα της εφαρμογής των αρχών του δικαίου της επιεικείας αναφορικά με τα εξ επαγωγής ή τα καταληκτικά εμπιστεύματα. Στην υπόθεση Ανδρέας Πίριλλος ν Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ 1153, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Στην Κύπρο το θέμα της δημιουργίας έγκυρου εμπιστεύματος διέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη - το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65 ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας για τους σκοπούς του εμπιστεύματος". Υποδεικνύεται, επίσης, ότι "μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής". Ανεξάρτητα λοιπόν από τα κρατούντα στην Αγγλία στην Κύπρο το θέμα του τί αποτελεί έγκυρο εμπίστευμα ρυθμίζεται από το πιο πάνω άρθρο 65 ΙΕ. Για να μπορούσε να εγγραφεί το τεκμήριο 12 στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου αυτό έπρεπε να είχε καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ. Το άρθρο αυτό δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι για να θεωρηθεί ένα έγγραφο ως εμπίστευμα πρέπει σ' αυτό να αναφέρεται ρητά ότι με αυτό δημιουργείται εμπίστευμα. Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από το λεκτικό των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 65 ΙΕ. Και τα δύο εδάφια ομιλούν για έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βάσει του σκεπτικού της ίδιας υπόθεσης, Ανδρέας Πίριλλος ανωτέρω, το γεγονός ότι, ένα εμπίστευμα, δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προνοείται από το Άρθρο 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224 ώστε να θεωρείται έγκυρο δεδηλωμένο/ρητό εμπίστευμα, ή εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να θεωρηθεί έγκυρο στην βάση των προνοιών του Άρθρου 65 (ΙΕ) του Κεφ. 224, δεν αποκλείει την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος, αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σχετική επί του προκείμενου είναι η ακόλουθη περικοπή από την εν λόγω απόφαση: «Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το τεκμήριο 12 "αποπειράται να δημιουργήσει ρητό εμπίστευμα που από τη φύση του έπρεπε να εγγραφεί δυνάμει του άρθρου 65 ΙΕ του Κεφ. 224". Ο εφεσείων επέμενε στον ισχυρισμό του ότι εκείνο που δημιουργήθηκε ήταν συμβατικό προσωπικό δικαίωμα. Υποστήριζε ωστόσο ότι εάν το τεκμήριο 12 δημιούργησε οποιοδήποτε εμπίστευμα αυτό ήταν ρητό και όχι εξ' επαγωγής. Όμως - κατέληξε - το ρητό αυτό εμπίστευμα ήταν άκυρο γιατί δεν ενεγράφη ως προνοείται από το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ.
  2. ............................................... Εφόσον το τεκμήριο 12 δεν αναφέρεται ρητά στη δημιουργία εμπιστεύματος έπεται πως αυτό δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 65 ΙΕ του Κεφ.
  3. Δεν θα μπορούσε, επομένως, να εγγραφεί στο Μητρώο που καθορίζεται από το άρθρο 65ΙΕ
(2). Ακολουθεί πως η περί του αντιθέτου εισήγηση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ο εφεσείων ισχυρίσθηκε ότι το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε "επαρκή γνώση και άρα δεσμευόταν από την ύπαρξη εμπιστεύματος είναι λανθασμένο γιατί το δικαίωμα της εφεσίβλητης ήταν εγγράψιμο και εφόσον δεν ενεγράφη δεν ήταν δεσμευτικό για οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα έκαμε αναφορά στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 14, παραγ. 1018, 1023 και
  1. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην παραγ. 1023 στην οποία διατυπώνεται η θέση ότι το "δόγμα της εξ επαγωγής γνώσης είναι κατά κανόνα ανεφάρμοστο σε συστήματα εγγραφής σε σχέση με πράξεις στις οποίες η προτεραιότητα και η γνώση διέπονται από την προτεραιότητα στην εγγραφή ή το γεγονός της εγγραφής". Οι πιο πάνω αρχές έχουν διατυπωθεί σε υποθέσεις στις οποίες οι σχετικοί νόμοι περιείχαν πρόνοια για εγγραφή και πρόνοια ότι η μη εγγραφή καθιστά τη συναλλαγή ή πράξη άκυρη. Στην κρινόμενη υπόθεση έχουμε ήδη αποφανθεί ότι το τεκμήριο 12 δεν ήταν εγγράψιμο δυνάμει του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ.
  2. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διατυπώνονται στις πιο πάνω παραγράφους. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, που, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη ανάλυση των γενικών αρχών του δικαίου της επιείκειας, θα μπορούσαν να εγείρουν, μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 1, 2 και 3, σε ότι αφορά το επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137 -συμφέρον επί του οποίου οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 αξιώνουν-, μόνο ζήτημα δημιουργίας εξυπακουόμενου εμπιστεύματος (implied trust) και συγκεκριμένα, εξ επαγωγής (constructive trust) (βλ. Ανδρέας Πίριλλος ανωτέρω).
  4. Αποτελεί γενικό κανόνα εφαρμογής της αρχής του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, ότι, η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του εμπιστεύματος, πρέπει να έχει περιέλθει «στα χέρια» του θεματοφύλακα, ως αποτέλεσμα ασυνείδητης διαχείρισης («unconscionable dealing») ή παράβασης κάποιου καθήκοντος εμπιστοσύνης («fiduciary obligation»). Καθήκον εμπιστοσύνης («fiduciary obligation»), έχει νομολογηθεί, δημιουργείται ή και υπάρχει, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, όποτε ένα πρόσωπο εμπιστεύεται σε ένα άλλο πρόσωπο περιουσία και βασίζεται στο άλλο αυτό πρόσωπο ότι θα την μεταχειριστεί προς όφελος του ή για τους σκοπούς που αυτός έχει εξουσιοδοτήσει και όχι διαφορετικά [[xviii]]. Όπου ο θεματοφύλακας επιτρέψει, η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο εμπιστεύματος, να περιέλθει στα χέρια τρίτου προσώπου, αγνώστου προς το εμπίστευμα, ο θεματοφύλακας είναι προσωπικά υπεύθυνος για κατάχρηση εμπιστοσύνης και επάγεται τις συνέπειες που προβλέπει το δίκαιο της επιείκειας.
  5. Οποιαδήποτε αξίωση για συμφέρον (beneficial interest) σε ακίνητη ιδιοκτησία -ή, ως αλλιώς μπορεί πιο ορθά να περιγραφεί, «κατ' ουσία ιδιοκτησία»-, αναγκαστικά, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου είδους εμπιστεύματος (trust). Πρέπει να καταδειχθεί ότι, το πρόσωπο που έχει την κυριότητα της ακίνητης ιδιοκτησίας, κατέχει τον τίτλο της ως θεματοφύλακας (trustee), ως καταπίστευμα (trust), προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου της (cestui que trust), καθότι, η μεταβίβαση της κυριότητας ακίνητης ιδιοκτησίας, δημιουργεί πάντοτε, μαχητό τεκμήριο περί του απόλυτου του συμφέροντος σε αυτήν, του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της. Το βάρος απόδειξης, ότι, το καταληκτικό δικαίωμα και η κατ' ουσία ιδιοκτησία (beneficial interest) στην ακίνητη ιδιοκτησία, δεν συμπίπτει με τον νόμιμο της τίτλο, το φέρει ο διάδικος που αξιώνει, για λόγους επιείκειας, την παρέμβαση του Δικαστηρίου προς κατοχύρωση του [[xix]].
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, βάση της όλης υπόθεσης των Εναγομένων επί της οποίας οικοδομείται η αξίωση για κατ' ουσία ιδιοκτησία του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137, στο οποίο η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι παράνομα επεμβαίνουν, είναι η προφορική συμφωνία που ισχυρίζονται ότι ο Κέρμανου είχε προσέλθει με τον πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη, το έτος 1972, δια της οποίας [και] το επίδικο αυτό μέρος του Τεμαχίου 137 αγοράστηκε από τον τελευταίο, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος.
  7. Σε ότι δε αφορά, συγκεκριμένα, την περίπτωση ενός πωλητή ακίνητης ιδιοκτησίας ο οποίος την πωλεί δυνάμει σχετικής συμφωνίας, το δίκαιο της επιείκειας έχει αναγνωρίσει, ότι, ο αγοραστής της, καθίσταται ιδιοκτήτης της («becomes owner in equity»). Δηλαδή, ο πωλητής της ακίνητης ιδιοκτησίας, καθίσταται, από την στιγμή της συμφωνίας, θεματοφύλακας της για τον αγοραστή [[xx]]. Μάλιστα, στην περίπτωση, όπου, το τίμημα για την αγορά της ακίνητης ιδιοκτησίας έχει πλήρως εξοφληθεί και ο αγοραστής δεν έχει καμία άλλη υποχρέωση προς υλοποίηση με βάση την σχετική συμφωνία, ο πωλητής της ακίνητης περιουσίας, είναι, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας, θεματοφύλακας της, χωρίς καμία επιφύλαξη («trustee without qualification» ή «naked, bare ή mere trustee») [[xxi]]. Σε κάθε άλλη περίπτωση, -π. χ., όπου το τίμημα για την αγορά της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν έχει εξοφληθεί, ή όπου κάποιος όρος παραμένει προς υλοποίηση-, ο πωλητής της, καθίσταται αμέσως από της σύναψης της σχετικής συμφωνίας, οιονεί θεματοφύλακας («quasi trustee») της [[xxii]]. Ο λόγος για την ειδική αυτή θέση του πωλητή / θεματοφύλακα δόθηκε από τον Cairns LJ στην υπόθεση Shaw v Forster
(1872)LR 5, HL. Ο πωλητής / θεματοφύλακας, επεξήγησε, δεν είναι απλά ένας απλός ανενεργός θεματοφύλακας, είναι θεματοφύλακας με προσωπικό και ουσιαστικό δικαίωμα στην ακίνητη ιδιοκτησία, με δικαίωμα προστασίας αυτού του δικαιώματος και με ενεργό δικαίωμα επιδίωξης του, όταν, κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, αυτό, θιγεί. Συνεπώς, ο πωλητής / θεματοφύλακας, αφενός, έχει καθήκον να χρησιμοποιεί εύλογη επιμέλεια για να διατηρεί την ακίνητη ιδιοκτησία σε μία λογική διατηρητέα κατάσταση και αφετέρου, έχει δικαίωμα να την κατέχει και να καρπώνεται όλα όσα οφέλη προκύπτουν από την κυριότητα της (όπως π. χ. να εισπράττει ενοίκια) μέχρι την ολοκλήρωση της συμφωνίας, με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης ή άλλως πως.
  1. Κατ' επέκταση, για να δημιουργηθεί εξ επαγωγής εμπίστευμα μεταξύ του αγοραστή της ακίνητης ιδιοκτησίας (εκδοχέας / αποδέκτης της ακίνητης ιδιοκτησία, βάσει της αρχικής συμφωνίας πώλησης) και κάποιου άλλου τρίτου προσώπου, πρέπει να αποδειχθούν ειδικές περιστάσεις που να καταδεικνύουν ότι ο εκδοχέας / αποδέκτης / αγοραστής της, ανέλαβε την ευθύνη υλοποίησης («undertaking») διατάξεων (που σχετίζονται με την ακίνητη ιδιοκτησία) προς όφελος ενός τρίτου προσώπου. Είναι, ως έχει αποφασιστεί, η συνείδησης του εκδοχέα / αποδέκτη της ακίνητης ιδιοκτησίας που πρέπει να επηρεαστεί σε μια τέτοια περίπτωση και μάλιστα κατά τρόπο που να δημιουργεί υποχρέωση να ανταποκριθεί και καλύψει δικαιολογημένες προσδοκίες του τρίτου αυτού προσώπου, ώστε να δημιουργηθεί με βάση το δίκαιο της επιείκειας εξ επαγωγής εμπίστευμα (Βλ. - κατ' αναλογίαν - DC Group Ltd v Clark [1992] 1 EGLR 187).
  2. Η νομική ιδιοκτησία ενός ακινήτου, εξακριβώνεται από τα έγγραφα του σχετικού μητρώου ιδιοκτησίας από τα οποία πηγάζει η σχετική εγγραφή. Πράγματι, ο πρωταρχικός σκοπός των εγγράφων δια των οποίων συντελείται η μεταβίβασης, είναι για να υποδεικνύεται με ακρίβεια το όνομα του επόμενου ιδιοκτήτη της. Αυτά τα έγγραφα μεταβίβασης, εκτός του ζητήματος του νομικού τίτλου, μπορούν, δια σχετικών δηλώσεων που περιλαμβάνονται εις αυτά, να καθορίσουν και ζητήματα κατ' ουσία ιδιοκτησίας, που, σύμφωνα με αγγλικές αυθεντίες, όταν περιλαμβάνονται στα σχετικά έγγραφα, είναι, γενικά, αδιαμφισβήτητες [[xxiii]]. Είναι εντούτοις πιθανόν, η κατ' ουσία ιδιοκτησία, να μην αναφέρθηκε κατά την μεταβίβαση, ώστε να υπάρχει σχετικά, στα έγγραφα της μεταβίβασης, η οποιαδήποτε προς τούτο δήλωσης. Ή εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της κατ' ουσία ιδιοκτησίας, να έχει προκύψει μετά την πράξη της μεταβίβασης του τίτλου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ως επεξηγήθηκε στην αγγλική αυθεντία Pettitt v Pettitt [1970] AC 777, η κατ' ουσία ιδιοκτησία, διακριβώνεται, από εξωγενή, των εγγράφων του τίτλου, στοιχεία, όπως, για παράδειγμα, από προφορική, σχετικά με το ζήτημα, και δη τις πραγματικές προθέσεις των μερών κατά την ημερομηνία απόκτησης του τίτλου ή και μεταγενέστερα, μαρτυρία, ή, από την εξαγωγή συμπερασμάτων, βάση της συμπεριφοράς των μερών, τόσο πριν, όσο και μετά την πράξη της μεταβίβασης του τίτλου.
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Εναγόμενες 2 και 3, για να επιτύχουν στην ανταπαίτηση τους, έπρεπε να είχαν αποδείξει: (α) αφενός, ότι, μεταξύ του Κέρμανου -που ήταν ο εγγεγραμμένος κύριος του Τεμαχίου 137 (περιλαμβανομένου και του επίδικου μέρους)- και της Εναγομένης 1, μητέρας τους, είχε αρχικά δημιουργηθεί κάποιου είδους εμπίστευμα, προς υλοποίηση συμφέροντος της Εναγομένης 1, ως δικαιούχου του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137, με τον Κέρμανου ως θεματοφύλακα, και αφετέρου, ότι, η Ενάγουσα, που στην συνέχεια κατέστη εγγεγραμμένος κύριος του Τεμαχίου 137, κατέστη ο εγγεγραμμένος κύριος και του επίδικου μέρους του, κατά παράβαση του εμπιστεύματος -Κέρμανου και Εναγομένης 1- από πλευράς του θεματοφύλακα Κέρμανου, και υπό περιστάσεις που δημιουργούν, προς όφελος της Εναγομένης 1 και έναντι της Ενάγουσας ως δέκτη της (recipient) και μέρος άγνωστο στο εμπίστευμα (stranger to the trust), οποιουδήποτε είδους ευθύνη και αγώγιμο δικαίωμα, μεταβιβάσιμο στις Εναγόμενες 2 και 3, θυγατέρες της. Δεδομένου, ότι, η Ενάγουσα, δεν έδωσε αξία (value) για να της μεταβιβαστεί το Τεμάχιο 137, εφόσον η μεταβίβασης στο όνομα της έγινε από τον Κέρμανου δια δωρεάς, ελέγχεται η περίπτωση, κατά πόσο, θεραπεία θα μπορούσε να αποδοθεί στις Εναγόμενες 1, 2 και 3, από την Ενάγουσα, που εξακολουθεί να είναι η εγγεγραμμένη κύριος του Τεμαχίου 137 [[xxiv]], στην βάση εξ επαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust) και ειδικότερα, στην βάση του ότι, εν γνώση της έλαβε (knowing receipt or dealing: recipient liability), το μέρος του Τεμαχίου 137 που αποτελούσε το αντικείμενο εμπιστεύματος μεταξύ Κέρμανου και Εναγομένης 1 [[xxv]]. Ή, διαζευκτικά, (β) ότι, μεταξύ της Ενάγουσας -όταν αυτή κατέστη εγγεγραμμένος κύριος του Τεμαχίου 137, περιλαμβανομένου και του επίδικου μέρους-, και της Εναγομένης 1, μητέρας των Εναγομένων 2 και 3, είχε δημιουργηθεί απευθείας κάποιου είδους εμπίστευμα, προς υλοποίηση συμφέροντος της Εναγομένης 1, ως δικαιούχου του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137, με την Ενάγουσα ως θεματοφύλακα.
  4. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κέρμανου, δια της προφορικής συμφωνίας που είχε προσέλθει με τον πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη, το έτος 1972, δια της οποίας το επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137 αγοράστηκε από τον τελευταίο προς όφελος της Εναγομένης 1 (η οποία τότε ήταν ανήλικη) έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, από την στιγμή που αυτό παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα του, ανέλαβε ρόλο θεματοφύλακα του μέρους αυτού του Τεμαχίου 137, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου του, Εναγομένης 1, τον οποίο ρόλο θεματοφύλακα, διατηρούσε όταν, το έτος 1979, μεταβίβαζε δια δωρεάς την κυριότητα του Τεμαχίου 137, περιλαμβανομένου και του επίδικου μέρους του, στο όνομα της Ενάγουσας [[xxvi]].
  5. Ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του K. Grey, Elements of Land Law, 2η έκδοσης, στις σελίδες 416 και 427, με παραπομπή στην υπόθεση Bannister v Bannister [1948] 2 AllER 133, «... no crucial importance is attached to the precise origin of the agreement or common intention which underlies constructive trust liability. It is sufficient merely that there is some anterior "bargain" relating to equitable rights in B which affects the property in such a way as to impinge on the conscience of A, the current legal owner. It matters not whether this "bargain" was incorporated ... in an agreement between A and B directly, or whether it took the form of an undertaking given by A to a stranger, X. ... In all of these examples it may well be that A's conscience is bound by the bargain in a way which makes him guilty of equitable fraud should he ever attempt to defeat the agreement.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [[xxvii]]. Συνεπώς, το γεγονός ότι, η προαναφερόμενη συμφωνία, έγινε μεταξύ του Κέρμανου και του πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη, και όχι με την Εναγομένη 1 απευθείας, δεν έχει σημασία, εφόσον, στην προκείμενη περίπτωση, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας, είναι το γεγονός της ανάληψης υποχρέωσης από πλευράς Κέρμανου -δια της προγενέστερης αυτής συμφωνίας του και διευθέτησης με τον πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη-, ότι θα κρατούσε το επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137 -του οποίου παρέμεινε ο εγγεγραμμένος κύριος [[xxviii]] παρά το γεγονός της εν λόγω συμφωνίας πώλησης του με τον πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη-, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου του, Εναγομένης 1, δια μεταβίβασης της κυριότητας του στο όνομα της Εναγομένης 1 σε μεταγενέστερο στάδιο.
  6. Δεν μου παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι κάτι τέτοιο είχε ρητά συμφωνηθεί, κατόπιν διαπραγμάτευσης, μεταξύ του Κέρμανου και του πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη [[xxix]]. Εντούτοις, συμπεραίνεται αυτή η κοινή πρόθεσης τους, από τις ενέργειες και συμπεριφορά τόσο του Κέρμανου, όσο και του πατέρα της Εναγομένης 1, Βασίλη, που επακολούθησαν της συμφωνίας τους για την αγοραπωλησία του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137, κρινόμενες αυτές αντικειμενικά [[xxx]]. Ενδεικτικά, είναι τα εξής γεγονότα: (α) ο Κέρμανου, ήταν ήδη σε διαδικασία ανέγερσης κατοικίας εντός του Τεμαχίου 137 για την θυγατέρα του, Ενάγουσα, (β) εντός του γειτονικού τεμαχίου γης, Τεμάχιο 380, ο πατέρας της Εναγομένης 1, Βασίλη, μετά την συμφωνία του με τον Κέρμανου, και χωρίς καν, είτε ο ίδιος, είτε η Εναγομένη 1, να είναι ο εγγραμμένος κύριος του εν λόγω Τεμαχίου 380, που ήταν ιδιοκτησίας του Κέρμανου, ξεκίνησε εργασίες για την οικοδόμηση της κατοικίας που προόριζε για την θυγατέρα του Εναγομένη 1, (γ) με την αγορά [και] του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137 -δεδομένης της οποίας αγοράς άρχισε η ανέγερση της κατοικίας της Εναγομένης 1 από τον Βασίλη-, το γειτονικό αυτού τεμάχιο γης, Τεμάχιο 380 -εντός του οποίου ο πατέρας της Εναγομένης 1, Βασίλη, μετά την συμφωνία του με τον Κέρμανου, ξεκίνησε, ως έχει προαναφερθεί, εργασίες για την οικοδόμηση της κατοικίας που προόριζε για την θυγατέρα του Εναγομένη 1-, αποκτούσε κανονικό τετράγωνο σχήμα, (δ) ο πατέρας της Εναγομένης 1, Βασίλη, αφού ανεγέρθηκε η κατοικία που προόριζε για την Εναγομένη 1 εντός του Τεμαχίου 137, περί το έτος 1976, έχτισε στο σημείο που του υπέδειξε ο Κέρμανου ότι ξεκινούσε το επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137 που του είχε πωλήσει, περιτοίχισμα και (ε) ο Κέρμανου, εν συνεχεία, περί το έτος 1979, την ίδια ημέρα, μεταβίβασε στην Ενάγουσα και την Εναγομένη 1 αντίστοιχα, δια δωρεάς, τα Τεμάχια 137 και 380, επί των οποίων είχαν ανεγερθεί οι κατοικίες τους, με τις Σ.Δ.Δ. 834/79 και 835/79 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, όπου δια των κτηματικών σχεδίων που συνοδεύουν αυτές αποτυπώθηκε και η επί του εδάφους κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο, περιλαμβανομένου και του περιτοιχίσματος.
  7. Έχοντας καταλήξει ότι, η Ενάγουσα, έλαβε προς όφελος της, δια της προαναφερόμενης μεταβίβασης, και το επίδικο μέρος του Τεμαχίου 137, κατά παράβαση του εμπιστεύματος (breach of trust) Κέρμανου και Εναγομένης 1, από πλευράς του θεματοφύλακα Κέρμανου, προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσο, η Ενάγουσα, έλαβε το εν λόγω μέρος του Τεμαχίου 137, γνωρίζοντας για τα της παράβασης του προαναφερόμενου εμπιστεύματος, περίσταση αναγκαία, ώστε, η Ενάγουσα, να δύναται να κριθεί θεματοφύλακας του μέρους αυτού του Τεμαχίου 137, ως καταπίστευμα, προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου του, Εναγομένης 1, αρχικά, και εν συνεχεία των Εναγομένων 2 και 3 στις οποίες έχει μεταβιβαστεί η κυριότητα του Τεμαχίου 380 δια δωρεάς από την Εναγομένη 1 [[xxxi]]. Σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας, το μόνο που χρειάζεται για την δημιουργία ή και επιβολή, εξ επαγωγής εμπιστεύματος υπό τέτοιες περιστάσεις, είναι απόδειξη ότι, η γνώση της Ενάγουσας είναι τέτοια, που καθιστά ασυνείδητο για αυτήν να κρατήσει το όφελος του τι έχει υπό τις περιστάσεις αποκτήσει ([3]). Στην προκείμενη περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι, η Ενάγουσα, όχι μόνο είχε σε γνώση της, περιστάσεις από τις οποίες εύλογα καταδεικνυόταν το γεγονός της παράβασης του προαναφερόμενου εμπιστεύματος, Κέρμανου και Εναγομένης 1, από την μεταβίβαση ολόκληρου του Τεμαχίου 137 από τον Κέρμανου στο όνομα της, αλλά πληροφορήθηκε και γνώριζε για αυτό το γεγονός από τον ίδιο τον Κέρμανου. Ως εκ των προαναφερομένων, η Ενάγουσα, κατέχει τον τίτλο του μέρους του Τεμαχίου 137 (σήμερα Τεμαχίου 129) που εμφαίνεται σκιασμένο με γκρίζο χρώμα στο σχέδιο Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση του τοπογράφου μηχανικού Νίκου Μιχαήλ ημερομηνίας 18/02/2016, ως θεματοφύλακας (trustee), ως καταπίστευμα (trust), προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου του και κατ' ουσία ιδιοκτήτη (cestui que trust), Εναγομένων 2 και
  8. Συνεπώς, η σχετική αξίωση των Εναγομένων 2 και 3 επιτυγχάνει. Εν τούτοις, δεν επιτυγχάνει η αξίωση τους για να διαταχθεί η εγγραφή του επ' ονόματι τους, καθότι, κάτι τέτοιο προϋποθέτει τον διαχωρισμό του Τεμαχίου 137 (σήμερα Τεμαχίου 129) (βλ. Ανδρέας Παπαϊωάννου ν Ελένη Ανδρέου
(2001)1 Α.Α.Δ. 903). Εν όψει της κατάληξης μου περί του δικαιώματος νομικής κατοχής του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137 από πλευράς Εναγομένων 2 και 3, το γεγονός της πραγματικής κατοχής του από τους Εναγομένους κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται η Ενάγουσα και παραδέχονται οι Εναγόμενοι, δεν μπορεί να αποτελεί παράνομη επέμβαση από πλευράς των Εναγομένων έναντι δικαιώματος κατοχής του από πλευράς Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, η απαίτηση της Ενάγουσας που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης απορρίπτεται.
  1. Η υπαλλακτική αξίωση των Εναγομένων, ότι, η Εναγομένη 1, «απέκτησε δικαίωμα κατοχής, χρήσης και διόδου της επίδικης λωρίδας γης εκ του τεμαχίου 129, δυνάμει εχθρικής κατοχής για περίοδο άνω των 30 ετών». Ως εκ της προαναφερόμενης κατάληξης μου, η προαναφερόμενη θέση των Εναγομένων που προωθήθηκε εναλλακτικά, που βασίζεται σε διεκδίκηση που είναι αντίθετη με την θέση τους, ότι, οι Εναγόμενες 2 και 3 είναι η κατ' ουσία ιδιοκτήτριες του επίδικου μέρους του Τεμαχίου 137 (βλ. το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ. 224 σε ότι αφορά τον όρο «εχθρική κατοχή»), δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. [Δ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  2. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί: (α) η απαίτηση της Ενάγουσας αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. (β) η ανταπαίτηση των Εναγομένων επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται, υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας, απόφαση δια της οποίας αναγνωρίζεται ότι, η Ενάγουσα, κατέχει τον τίτλο του μέρους του Τεμαχίου 129 που εμφαίνεται σκιασμένο με γκρίζο χρώμα στο σχέδιο Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση του τοπογράφου μηχανικού Νίκου Μιχαήλ ημερομηνίας 18/02/2016, το οποίο καθίσταται μέρος του δηλωτικού της απόφασης του Δικαστηρίου, ως θεματοφύλακας (trustee), ως καταπίστευμα (trust), προς υλοποίηση του συμφέροντος του δικαιούχου του και κατ' ουσία ιδιοκτήτη (cestui que trust), Εναγομένων 2 και
  3. Οι υπόλοιπες θεραπείες που οι Εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, αποτυγχάνουν και συνεπώς απορρίπτονται.
  4. Τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή (στο 1/2 του τι υπό περιστάσεις πλήρους επιτυχίας θα μπορούσε να τους είχε επιδικαστεί) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στον βαθμό και την έκταση που καθορίζεται από το εν λόγω άρθρο του Νόμου 14/1960, ήτοι «εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». [2] Και παρά την ανυπαρξία εγγράφου. [3] Δεν είναι, δηλαδή, αναγκαίο, να αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα ενήργησε ανέντιμα. [i] Βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/
  5. [ii] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. [iii] Βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ.
  1. [iv] Βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/
  2. [v] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [vi] Βλ. Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016. [vii] Βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [viii] Βλ. Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661. [ix] Βλ. Μιχαηλίδης v Δρουσιώτη κ. α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 877, στην οποία η πλειοψηφία του Εφετείου, διά του Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε) Αρτεμίδη, αποφάσισε τα εξής: «Το αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου δυνατό να αποτελείται από προφορική μαρτυρία, έγγραφη, οποιοδήποτε αντικείμενο ή έμβια όντα. Είναι βασική αρχή του νομικού μας συστήματος πως η προφορική μαρτυρία δίδεται στο Δικαστήριο δια ζώσης - viva voce. Ο μάρτυρας πρέπει να εκθέσει και διευκρινίσει προφορικά στο Δικαστήριο ό,τι είναι σχετικό με την υπόθεση. Μάλιστα, όταν ο μάρτυρας λόγω παθολογικής ανικανότητας δεν μπορεί να μιλήσει, έχει όμως τη δυνατότητα να μεταδώσει με άλλο τρόπο αυτά που θέλει να πει, π.χ. με νοήματα, χρησιμοποιούνται οι υπηρεσίες διερμηνέων ή προσώπων που λόγω ειδικότητας ή ιδιαίτερης σχέσης με τον μάρτυρα, μπορούν να μεταφράσουν στο Δικαστήριο αυτό που λέει. Αυτή η θεμελιώδης, και ιστορική θα λέγαμε αρχή, εκφράζεται και νομοτύπως στον Κ.36 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που διαλαμβάνει τα πιο κάτω: 1. Subject to these rules, the witnesses at the trial of any action or at any assessment of damages shall be examined viva voce and in open court..." . Η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων περιέχει ισχυρισμούς, όπως τα δικογραφήματα στην αγωγή, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχτούν στη δίκη με τα γνωστά αποδεικτικά μέσα, όπου δε είναι αναγκαίο δια ζώσης. Η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μην ξεχνούμε πως στη διάρκεια της κατάθεσης ενός μάρτυρα η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που περιέχονται στα δικογραφήματα δυνατόν, ακόμη και στο στάδιο της εξέτασης να μείνουν αναπόδεικτοι. Και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο της κατάθεσής του αλλά και τη γενική συμπεριφορά του, που τον αναδεικνύει ως μάρτυρα της αλήθειας, ή το αντίθετο, όπως έχει επεξηγηθεί από το Εφετείο μας στην Θεοδόση Χ"Γεωργίου ν. της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174. "Έχουμε λοιπόν τη γνώμη πως όταν το κακουργιοδικείο αναφέρει στην απόφαση του πως του ενεποίησε εντύπωση η μάρτυς Θεοδώρου, δεν αναφέρεται μόνο στην εν γένει συμπεριφορά της, κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Όταν χρησιμοποιείται από τα Δικαστήρια η φράση "ο μάρτυρας μας έκαμε καλή εντύπωση", αυτή δεν αναφέρεται στα εξωτερικά στοιχεία της προσωπικότητας του μάρτυρα, ή του τρόπου εκφοράς της μαρτυρίας, αλλά στο σύνολο των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός το μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με τη μαρτυρία του. Οι δικαστές λόγω της τριβής και εξειδίκευσης τους σ' αυτό το χώρο, διαθέτουν την ικανότητα, ανθρώπινη βεβαίως, να κρίνουν πότε παρουσιάζεται ενώπιον τους η αλήθεια."». [x] Βλ. Ανδρέας Παπαϊωάννου ν Ελένη Ανδρέου
(2001)1 Α.Α.Δ. 903, Maison Jenny Ltd κ.α. ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1(B) A.A.Δ. 1156 και Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472. [xi] Βλ. Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400, 407, Βασιλειάδης κ. α. ν Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, 20, Ιάκωβος Κώστα Χριστοφόρου ν Αννας Χαραλάμπους Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33, Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472, G. C. C. Computers Ltd ν Άννας Αλετρα κ. α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 104, St. George's Car Hire κ. α. ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ. α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 47 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013. [xii] Στο σύγγραμμα των Hanbury & Martin "Modern Equity", 14η έκδοση, σελ. 291-292, δίδεται στον συγκεκριμένο όρο η εξής ερμηνεία: «A CONSTRUCTIVE trust is one which arises by operation of law, and not by reason of the intention of the parties, express or implied. 'English law provides no clear and all- embracing definition of a constructive trust. Its boundaries have been left perhaps deliberately vague, so as not to restrict the court by technicalities in deciding what the justice of a particular case may demand'. It has been 'a ready means of developing our property law in modern times'. The principle is that where a person who holds property in circumstances in which in equity and good conscience it should be held or enjoyed by another, he will be compelled to hold the property in trust for that other.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xiii] Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Diplock στην υπόθεση Gissing v Gissing [1971] AC 886, 905: «A resulting, implied or constructive trust-and it is unnecessary for present purposes to distinguish between these classes of trust- is created by a transaction between the trustee and the cestui que trust in connection with acquisition by the trustee of a legal estate in the land, whenever the trustee has so conducted himself that it would be inequitable to allow him to deny to the cestui que trust a beneficial interest in the land acquired. And he will be held so to have conducted himself if by his words or conduct he has induced the cestui que trust to act to his own detriment in the resonable belief that by so acting he was acquiring a beneficial interest in the land.». [xiv] «29.-
(1)Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής ή πoιvικής αυτoύ δικαιoδoσίας θα εφαρμόζη- (α) τo Σύvταγμα της Δημoκρατίας και τoυς δυvάμει αυτoύ γεvoμέvoυς ή υπό Δικαστηρίoυ εφαρμoστέoυς vόμoυς (β) τoυς vόμoυς τoυς διατηρηθέvτας εv ισχύϊ δυvάμει τoυ άρθρoυ 188 τoυ Συvτάγματoς υπό τoυς εv αυτώ πρoβλεπoμέvoυς όρoυς εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη δυvάμει vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς (γ) τo κoιvόv δίκαιov (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo ή θα γίvη υπό oιoυδήπoτε vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς ή oιoυδήπoτε vόμoυ διατηρηθέvτoς εv ισχύϊ δυvάμει της παραγράφoυ (β) τoυ παρόvτoς εδαφίoυ, εφόσov δεv αvτιβαίvoυv ή δεv είvαι ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα (δ) τoυς vόμoυς και τας αρχάς περί τωv Βακoυφίωv (ahkamul evkaf) τoυς αvαφερoμέvoυς εις τηv παράγραφov 2 τoυ άρθρoυ 110 τoυ Συvτάγματoς (ε) τoυς Νόμoυς τoυ Κoιvoβoυλίoυ τoυ Ηvωμέvoυ Βασιλείoυ της Μεγάλης Βρετταvίας και Βoρείoυ Iρλαvδίας, oίτιvες είχov εφαρμoγήv εv Κύπρω κατά τηv αμέσως πρo της ημέρας αvεξαρτησίας ημέραv, εκτός εάv άλλη εγέvετo ή θα γίvη πρόβλεψις υπό vόμoυ εφαρμoστέoυ ή γεvoμέvoυ δυvάμει τoυ Συvτάγματoς και εφόσov δεv είvαι αvτίθετoι ή ασυμβίβαστoι πρoς τo Σύvταγμα». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xv] Βλ. Miltiadous v Miltiadous
(1982)1 C.L.R. 797, Odysseos v Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, Πένταυκας ν Πένταυκα
(1991)1 Α.Α.Δ. 547 στη σελίδα 554, Κωνσταντίνου ν Δημοσθένους
(1992)1 Α.Α.Δ. 621 στη σελίδα 625, Ανδρέας Στέλιου Ορφανίδη ν Νίκης Ανδρέα Ορφανίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, Χρίστος Κληρίδης ν Ηρόδοτου Σταυρίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, Παντελής Χαραλαμπίδης ν Γεωργίου Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.ά.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 709. [xvi] Βλ. Ανδρέας Ι. Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.ά.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 472. [xvii] Βλ. Ανδρέας Πίριλλος ν Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ
  1. [xviii] Βλ. Reading v A - G [1951] 1 All ER 617, HL. [xix] Βλ. Pettitt v Pettitt [1970] AC 777, Gissing v Gissing [1971] AC 886, Bernard v Josephs [1982] Ch 391 και Burns v Burns [1984] Ch
  2. [xx] Βλ. Green v Smith
(1738)Atk 572, 573 και Property Discount Corpn Ltd v Lyon Group Ltd [1980] 1 All ER 334. [xxi] Βλ. Lloyds Bank Plc v Carrick [1996] 4 All ER 630, CA. [xxii] Βλ. Berkley v Poulett [1977] EGLR 88, CA και Αντρίκκος Νίκου Χριστου κ. α. ν Γιώργου Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. [xxiii] Βλ. Pettitt v Pettitt [1970] AC 777, 813Ε και Bernard v Josephs [1982] Ch 391, 403C. [xxiv] Βλ. το σύγγραμμα του P. H. Pettit, Equity and The Law of Trusts, 9η έκδοση, σελίδες 144 και
  2. [xxv] Βλ. το σύγγραμμα του P. H. Pettit, Equity and The Law of Trusts, 9η έκδοση, σελίδες από 146 έως
  3. [xxvi] Βλ. Cohen v Cohen
(1929)42 C.L.R. 91, South Yarra Project Pty Ltd v Gentsis [1985] VR 29 και Grant v Edwards
(1986)Ch
  1. [xxvii] Βλ. επίσης Lyus v Prowsa Developments [1952] 1 WLR 1044 Ch και Binions v Evans [1972] Ch
  2. [xxviii] Το δόγμα του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, δεν εξαρτάται από απόδειξη ότι ο θεματοφύλακας της ακίνητης ιδιοκτησίας ήταν θεματοφύλακας της κατά την ημερομηνία που απέκτησε τον τίτλο της. Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του θεματοφύλακα και σε πολύ μεταγενέστερη ημερομηνία και εξ επαγωγής εμπίστευμα μπορεί να επιβληθεί όταν αυτός επιχειρήσει να αρνηθεί ότι κατέστη θεμάτοφύλακας της από κάποια πράξη ή συμφωνία που έλαβε χώρα μετά που αυτός απέκτησε τον τίτλο της. Βλ. Gissing v Gissing [1971] AC 886 και Butler v Craine [1986] VR
  3. [xxix] «Express bargain» - βλ. Gissing v Gissing [1971] AC 886, Lloyds Bank Plc v Rosset [1991] 1 Ac 107 και Springette v Defoe [1992] FLR
  4. [xxx] Βλ. Gissing v Gissing [1971] AC 886, Baumgartner v Baumgartner [1985] 2 NSWLR 406 και Hammond v Mitchell [1991] 1 WLR
  5. [xxxi] Βλ. το σύγγραμμα του P. H. Pettit, Equity and The Law of Trusts, 9η έκδοση, σελίδες από 146 έως 151 και τις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις στις υποθέσεις Bank of Credit and Commerce International (Overseas) Ltd (in Liquidation) v Akindele [2000] 4 AllER 221, CA και Re Montague's Settlement Trusts [1987] Ch
  6. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.