M.K.T. MOTORS LTD ν. P. & F. Z RENTALS LTD, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 651/2012, 8/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 651/2012 Μεταξύ: M.K.T. MOTORS LTD Ενάγουσας - και - P. & F. Z RENTALS LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 08/08/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Φώτος Χαραλάμπους και κα Κυριακή Φ. Χαραλάμπους Για την Εναγομένη: κ. Αντώνης Α. Παπαλλής για την Αντώνης Α. Παπαλλής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας
- Η Ενάγουσα, με την Αγωγή της αυτή, υποβάλλει αξίωση εναντίον της Εναγομένης, για το ποσό των €21.000, πλέον τόκο επί του εν λόγω ποσού προς 8,5% ετησίως από 01/02/2011 μέχρι εξόφλησης, ως υπόλοιπο τιμήματος πώλησης αγαθών. Επιπρόσθετα, αξιώνει εναντίον της Εναγομένης και αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη ζημιά της, συνακόλουθη, ως υποστηρίζει, της προαναφερόμενης παράβασης της επίδικης, ως περιγράφεται στην συνέχεια, σύμβασης για την πώληση των εν λόγω αγαθών. Η υπόθεση της Ενάγουσας
- Προς υποστήριξη της απαίτησης της, η Ενάγουσα, υποστήριξε στο Δικαστήριο, την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Η Ενάγουσα εμπορεύεται αυτοκίνητα. Η Εναγομένη δραστηριοποιείται στον κλάδο της ενοικίασης αυτοκινήτων. Και οι δύο διάδικοι εταιρείες έχουν την έδρα τους στην Επαρχία Αμμοχώστου. ii. Την 26/01/2011, η Εναγομένη, προσήλθε σε συμφωνία με την Ενάγουσα δια της οποίας, η Ενάγουσα, θα της πωλούσε, υπό όρους που είχαν συμφωνηθεί, τρία καινούρια αυτοκίνητα μάρκας Nissan συνολικής αξίας €44.000 (στο εξής καλούμενη «η Συμφωνία»). Μεταξύ των διαδίκων, υπήρξαν και από προηγουμένως εμπορικές δοσοληψίες και συναλλαχτική σχέσης. iii. Η Συμφωνία, ως έχει προαναφερθεί, αφορούσε καινούρια αυτοκίνητα με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, που θα πωλούνταν από την Ενάγουσα στην Εναγομένη στις εξής τιμές και υπό τους εξής όρους: (α) Nissan Qashqai, επταθέσιο, χρώματος καφέ (latten) για €21.000 (στο εξής καλούμενο «το Qashqai»). (β) Nissan Micra, αυτόματου κιβωτίου ταχυτήτων, χρώματος ασημί για €12.000 (στο εξής καλούμενο «το Ασημί Micra»). (γ) Nissan Micra, χειροκίνητου κιβωτίου ταχυτήτων, χρώματος πράσινο για €11.000 (στο εξής καλούμενο «το Πράσινο Micra»). Όλα μαζί, στην συνέχεια της απόφασης μου, για σκοπούς εύκολης αναφοράς, θα αναφέρονται ως «τα Αυτοκίνητα» και εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητη αναφορά τους μεμονωμένα, θα αναφέρονται ως οι σύντομες αναφορές που έχουν προαναφερθεί για κάθε ένα από αυτά. (δ) Το Qashqai, θα παραδιδόταν από την Ενάγουσα στην Εναγομένη, κάποιες ημέρες, αμέσως μετά την σύναψη της συμφωνίας και τα υπόλοιπα Αυτοκίνητα περί τα μέσα Απριλίου του έτους
- (ε) Η Εναγομένη, αμέσως μετά την σύναψη της σύμβασης, θα προκατάβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των €9.000, όχι χρηματικά, αλλά σε είδος, ήτοι, δύο μεταχειρισμένα αυτοκίνητα της ιδιοκτησίας της. Το υπόλοιπο του ανταλλάγματος (τίμημα πώλησης) των €35.000, ήταν χρηματικό και θα καταβαλλόταν στην Ενάγουσα από την Εναγομένη, αμέσως με την παραλαβή των Αυτοκινήτων από την τελευταία. iv. Τελικά, τα Αυτοκίνητα, παραδόθηκαν από την Ενάγουσα στην Εναγομένη: την 01/02/2011 το Qashqai και την 15/04/2011 τα υπόλοιπα δύο. Τα Αυτοκίνητα παραδόθηκαν από την Ενάγουσα, παραλήφθηκαν από την Εναγομένη και ετέθησαν στην κατοχή και φύλαξη της τελευταίας, αφότου προηγήθηκε επιθεώρησης τους από την Εναγομένη και ικανοποίησης της ως προς το ότι ήταν της απόλυτης αρεσκείας της. v. Στην βάση των συμφωνηθέντων, η Εναγομένη, κατέβαλε στην Ενάγουσα το συμφωνηθέν σε είδος αντάλλαγμα των €9.000, ως έχει προαναφερθεί, αμέσως μετά την σύναψη της συμφωνίας. vi. Έναντι του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης των €35.000, που συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα, η Εναγομένη, αφότου παρέλαβε τα Αυτοκίνητα, κατέβαλε στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €14.
- Το ποσό αυτό πληρώθηκε σε δόσεις, πέντε στο σύνολο, διαφορετικών χρονολογιών. Ως εκ τούτου, παρέμεινε οφειλόμενο προς την Ενάγουσα από την Εναγομένη, το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας αυτής της Αγωγής, των €21.
- Η Ενάγουσα, κάλεσε πάρα πολλές φορές την Εναγομένη όπως εξοφλήσει το χρέος της, η οποία, παρά το γεγονός ότι υποσχέθηκε την εξόφληση του, τελικά αρνήθηκε να το πράξει προβάλλοντας διάφορες ανυπόστατες δικαιολογίες. vii. Η προαναφερόμενη παράβασης των συμφωνηθέντων, προκάλεσε ζημιά στην Ενάγουσα, του ύψους της απαίτησης της αυτής της Αγωγής, ως έχει προαναφερθεί, αφού, η αξία των Αυτοκινήτων, πληρώθηκε από την ίδια την Ενάγουσα από λογαριασμό παρατραβήγματος που διατηρεί με τραπεζικό οργανισμό, με αποτέλεσμα την πρόσθετη επιβάρυνση της από τόκο που επιβαρύνεται ο εν λόγω λογαριασμός της, 8,5% ετησίως επί του υπόλοιπου οφειλόμενου, ζημιά την οποία επιπρόσθετα αξιώνει. Η υπόθεση της Εναγομένης
- Προς υπεράσπιση της, η Εναγομένη, υποστήριξε στο Δικαστήριο, την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Αποδέχεται ότι προσήλθε με την Ενάγουσα στην Συμφωνία. Διευκρινίζει όμως ότι αυτό έγινε προφορικά και χωρίς την υπογραφή από μέρους της του οποιουδήποτε έντυπου παραγγελίας. ii. Διαφωνεί ότι είχε συμφωνηθεί διαφορετικός χρόνος παράδοσης των Αυτοκινήτων. Τα Αυτοκίνητα αναμένονταν από το εξωτερικό και τα δύο από αυτά είχαν καθυστερήσει. iii. Αρνείται ότι τα Αυτοκίνητα της παραδόθηκαν από την Ενάγουσα τελικά, την 01/02/2011 το Qashqai και την 15/04/2011 τα υπόλοιπα δύο, ή/και ότι έθεσε αυτά στην κατοχή και φύλαξη της κατόπιν επιθεώρησης τους και ικανοποίησης της ως προς το ότι ήταν της απόλυτης αρεσκείας της. Εν προκειμένω, υποστηρίζει, ότι, αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2011, η Ενάγουσα της έδωσε το Qashqai προς τον σκοπό ελέγχου οδήγησης του («test drive»). Σε καμία περίπτωση αυτό σήμαινε, ή θα μπορούσε να νοηθεί, ότι, της παρέδιδε νόμιμα και πλήρως κατοχή και ιδιοκτησία του Qashqai. Κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να γίνει μόνο εφόσον το Qashqai εγγραφόταν και μπορούσε να ασφαλιστεί από την Εναγομένη. Για το Qashqai, η Εναγομένη είχε εξασφαλίσει καλυπτικό σημείωμα («cover note») από την Κοινοπραξία Ασφαλιστών, το οποίο όμως θα ενεργοποιείτο από την ημερομηνία και ώρα εγγραφής του ως οχήματος δημόσιας χρήσης. iv. Την 14/02/2011, κατόπιν που το Qashqai εδόθη στην Εναγομένη προς τον σκοπό ελέγχου οδήγησης του ως έχει προαναφερθεί, και ενώ αυτό βρισκόταν σταθμευμένο έξω από τον κατοικία του διευθυντή της Εναγομένης, καταστράφηκε ολοσχερώς από φωτιά. Φωτιά που ετέθη κακόβουλα, σύμφωνα με το πόρισμα της αστυνομίας, δηλαδή, όχι εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης. v. Κατά τον χρόνο καταστροφής του Qashqai από την φωτιά, το προαναφερόμενο καλυπτικό σημείωμα, δεν είχε ενεργοποιηθεί, καθότι, το Qashqai, δεν είχε εγγραφεί επ' ονόματι της Εναγομένης, ως ιδιοκτησία της. Εντούτοις, κατ' εκείνη την χρονική στιγμή της καταστροφής του Qashqai από την φωτιά, ήτοι, πριν της εγγραφής του επ' ονόματι της Εναγομένης και ενόσω αυτό βρισκόταν στην κατοχή της Εναγομένης για σκοπούς ελέγχου οδήγησης του, υπήρχε σε ισχύ συμβόλαιο ασφάλισης του οχήματος έναντι οποιουδήποτε κινδύνου. vi. Αυτά τα γεγονότα, κατά την Εναγομένη, επέφεραν ακυρότητα στην Συμφωνία της με την Ενάγουσα σε ότι αφορά το Qashqai. Κανένας εκ των διαδίκων δεν ευθυνόταν για την φωτιά. Ο δε σχετικός κίνδυνος, δηλαδή, καταστροφής του Qashqai από φωτιά, ακόμη και από κακόβουλη ενέργεια, δεν είχε περιέλθει στην Εναγομένη, από την στιγμή που αυτό της είχε παραδοθεί, πριν ακόμη εγγραφεί επ' ονόματι της, ως ιδιοκτησία της, και η ίδια δεν μπορούσε, και δεν είχε υποχρέωση να το ασφαλίσει έναντι οποιουδήποτε κίνδυνου. Το γεγονός και μόνον ότι το Qashqai ήταν στην κατοχή της όταν καταστράφηκε, δεν την καθιστά υπεύθυνη να καλύψει την ζημιά του. vii. Αποδέχεται ότι, στην βάση των συμφωνηθέντων, κατέβαλε στην Ενάγουσα, το συμφωνηθέν σε είδος αντάλλαγμα των €9.000, ως έχει προαναφερθεί, αμέσως μετά την σύναψη της συμφωνίας. Όπως επίσης αποδέχεται, ότι, αφότου παρέλαβε τα Αυτοκίνητα, κατέβαλε στην Ενάγουσα, σε δόσεις διαφορετικών χρονολογιών (η τελευταία πληρωμή έγινε τον Αύγουστο του έτους 2011), το συνολικό ποσό των €14.
- Αυτά, σύμφωνα με την Εναγομένη, είναι γεγονότα που καταδεικνύουν, ότι, η Εναγομένη, σε ότι αφορά το μέρος της Συμφωνίας της με την Ενάγουσα που δεν ακυρώθηκε, πρόθεσης της ήταν να συμμορφωθεί πλήρως με τα συμφωνηθέντα. Και αυτό καταδεικνύεται, ειδικότερα, από το γεγονός ότι, κατέβαλε στην Ενάγουσα το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των €14.000, που ήταν το κόστος των δύο Micra, των οποίων η Εναγομένη απέκτησε νόμιμα την κατοχή και ιδιοκτησία. Η Ενάγουσα είναι αυτή που ενήργησε αντισυμβατικά και μάλιστα συνέχισε να το πράττει ακόμη και μετά που ο δικηγόρος της απέστειλε σχετική επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 26/09/2011, καθότι, δεν έχει εκδώσει και δεν της έχει παραδώσει τιμολόγια αγοράς των δύο Micra, €23.000, ώστε να δύναται να δηλώσει την αγορά τους στο αρμόδιο τμήμα φορολογίας. Η απάντηση της Ενάγουσας στην υπόθεση της Εναγομένης
- Επί των όσων η Εναγομένη πρόβαλε προς υπεράσπιση της, η Ενάγουσα, επέμεινε στην εκδοχή της ως προς τα γεγονότα για την απαίτηση της, αρνούμενη γενικά το πραγματικό υπόβαθρο της υπεράσπισης της Εναγομένης, υποστηρίζοντας ειδικά και τα εξής γεγονότα: i. Το γεγονός ότι το Qashqai καταστράφηκε από φωτιά κακόβουλα και όχι εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης, δεν δικαιολογεί η Εναγομένη να μην καταβάλει το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας σε αυτή την Αγωγή, επειδή η Εναγομένη έχει ευθύνη και υποχρέωση έναντι της για να της το καταβάλει. ii. Σε κάθε περίπτωση, αρνείται ότι το Qashqai ετέθη υπό την κατοχή της Εναγομένης για σκοπούς δοκιμής οδήγησης του και με σκοπό την επιστροφή του προς την Ενάγουσα. Στην βάση των συμφωνηθέντων της με την Εναγομένη, η Ενάγουσα, παρέδωσε το Qashqai με πινακίδες «ΔΟΚΙΜΗ», μετά από παράκληση του διευθυντή της Εναγομένης, ο οποίος, επέμενε να το παραλάβει και να το θέσει υπό την κατοχή και φύλαξη του, καθότι, εκείνη την χρονική περίοδο, δεν είχε αυτοκίνητο για τις διακινήσεις του. iii. Η παράδοσης του Qashqai υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, δεν είναι κάτι το ασύνηθες. Η παραλαβή των αυτοκινήτων από τους αγοραστές με πινακίδες «ΔΟΚΙΜΗ», μέχρι και της εγγραφής τους (και «έκδοσης των αριθμών εγγραφής»), είναι φαινόμενο συνηθισμένο και μέρος της εμπορικής πρακτικής που ακολουθείται. iv. Το γεγονός ότι, πριν από τη εγγραφή του Qashqai επ' ονόματι της Εναγομένης και για όσο αυτό βρισκόταν υπό κατοχή της για σκοπούς ελέγχου οδήγησης του, υπήρχε σε ισχύ συμβόλαιο ασφάλισης του έναντι οποιουδήποτε κινδύνου, είναι άσχετο σε ότι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης. Οι πινακίδες «ΔΟΚΙΜΗ», παραχωρούνται από την εισαγωγική εταιρεία των αυτοκινήτων μάρκας Nissan, την οποίαν, αν η Εναγομένη εμμένει στην θέση της ότι υπήρχε κάλυψης που ασφάλιζε το όχημα και από κίνδυνο φωτιάς από κακόβουλη ενέργεια, θα πρέπει να την προσεπικαλέσει ως διάδικο στην διαδικασία για να εξεταστεί η ισχυριζόμενη θέση της και ισχυρισμός. v. Αρνείται τον ισχυρισμό της Εναγομένης, ότι, ο κίνδυνος καταστροφής του Qashqai από φωτιά, ακόμη και από κακόβουλη ενέργεια, δεν είχε περιέλθει στην Εναγομένη, επειδή αυτό της είχε παραδοθεί πριν ακόμη εγγραφεί επ' ονόματι της ως ιδιοκτησία της και επειδή η ίδια δεν μπορούσε και δεν είχε υποχρέωση να το ασφαλίσει έναντι οποιουδήποτε κίνδυνου. Το γεγονός ότι το Qashqai παραδόθηκε στην Εναγομένη προτού εγγραφεί επ' ονόματι της ως ιδιοκτησία της, δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη της έναντι της Ενάγουσας, εξόφλησης του ποσού της απαίτησης της αυτής της Αγωγής. Η εγγραφή του Qashqai επ' ονόματι της Εναγομένης ως ιδιοκτησία της, δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την μεταβίβαση του κινδύνου. Σε κάθε περίπτωση, η μη έγκαιρη εγγραφή του Qashqai επ' ονόματι της Εναγομένης βαραίνει αποκλειστικά την Εναγομένη που δεν μερίμνησε για την έγκαιρη παρουσίαση όλων των αναγκαίων για τον σκοπό, εγγράφων και/ή πιστοποιητικών και/ή ενσήμων, από την στιγμή που το Qashqai προοριζόταν να εγγραφεί ως όχημα εκμίσθωσης («Ζ»). Σχετική είναι η επιστολή του δικηγόρου της προς τον δικηγόρο της Εναγομένης ημερομηνίας 07/06/
- vi. Τέλος, η Ενάγουσα, αρνείται ότι έλαβε την ισχυριζόμενη από πλευράς Εναγομένης επιστολή του δικηγόρου της τελευταίας ημερομηνίας 26/09/2011 σχετική με το ζήτημα της τιμολόγησης των δύο Micra. Αντίθετα, είναι η Ενάγουσα που κατ' επανάληψη είχε καλέσει την Εναγομένη όπως εκπρόσωπος της μεταβεί στα γραφεία της για να λάβει τα σχετικά τιμολόγια, κάτι που η Εναγομένη δεν έπραξε προς αποφυγή της εξόφλησης της οφειλής της προς την Ενάγουσα ως η απαίτηση της αυτής της Αγωγής. Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Η υπόθεση της Ενάγουσας, παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία δύο μαρτύρων: κ. Μαρίνος Ττάκκας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1») και κα Δήμητρα Ττάκκα (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»).
- Η υπόθεση της Εναγομένης, παρουσιάστηκε μέσα από την μαρτυρία ενός και μόνον μάρτυρα: κ. Ζαχαρία Παραγιώτου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»). Η νομική πτυχή της υπόθεσης
- Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων, επικέντρωσαν τις εισηγήσεις τους κατά την τελική τους αγόρευση, στις πρόνοιες του σχετικού, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα γεγονότα, περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994, Νόμος 10(I)/1994 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Σημειώνεται, συναφώς, ότι, ως είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, αμφότεροι, σε ότι αφορά την επίδικη διαφορά, ενεργούσαν για λόγους που εμπίπτουν στην εμπορική ή/και επιχειρηματική τους δραστηριότητα, ώστε να μην εγείρονται στην υπόθεση αυτή ζητήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα καταναλωτή. Σε γενικές γραμμές υποστηρίζεται, από μεν την πλευρά της Ενάγουσας, ότι η Εναγομένη έχει παραβιάσει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας για την πώληση των Αυτοκινήτων, από δε την πλευρά της Εναγομένης, ότι δεν έχει ενεργήσει κατά αυτό τον τρόπο, αλλά ότι υπήρξε ματαίωσης της συμφωνίας στο μέρος της που αφορούσε την πώληση του Qashqai, λόγω της καταστροφής του από την φωτιά. Επίκεντρο της διαφωνίας τους, είναι το τι πραγματικά συμφωνήθηκε σε ότι αφορά την μεταβίβαση της κυριότητας του Qashqai, αποδεχόμενοι, αμφότεροι οι διάδικοι, ότι, οι πρόνοιες του Νόμου επενεργούν επί των μεταξύ τους συμφωνηθέντων προς καθορισμό των δικαιωμάτων τους. Ο Νόμος 10(I)/1994
- Ο Νόμος, σε γενικές γραμμές, προνοεί, ότι, η μεταβίβαση της κυριότητας αγαθών, εξαρτάται από την πρόθεση των μερών, ότι, ο κίνδυνος απώλειας ή ζημιάς τους, μετατίθεται με την κυριότητα σε αυτά, και, ότι, ο κίνδυνος αυτός, συνδέεται με το δικαίωμα απόρριψης τους ένεκα ματαίωσης της σύμβασης.
- Ο Νόμος, ως έχει ερμηνευτεί από την νομολογία, έχει την επίπτωση, συμβάσεις για την πώληση αγαθών, να διέπονται από κανόνες, ουσιαστικά διαφορετικούς από αυτούς που ρυθμίζουν άλλου τύπου συναλλαγές που αφορούν προσωπική περιουσία. Άξια να σημειωθεί, καθότι σχετίζεται με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, είναι η ακόλουθη απόκλισης, την οποία αναλύω περαιτέρω στην συνέχεια της απόφασης μου. Ότι, η κυριότητα στα αγαθά, μεταβιβάζεται, κατά νόμο, όταν υπάρχει πρόθεσης για την μεταβίβαση της, σύμφωνα με την ίδια την σύμβαση και χωρίς να είναι αναγκαία κάποια νέα ενέργεια, ακόμη και εάν ο πωλητής δεν είχε κανένα δικαίωμα [κυριότητας] στα αγαθά κατά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης. Εξ ου και ο κανόνας nemo dat quod non habet και οι εξαιρέσεις σε αυτόν, που ενσωματώνεται [επίσης] στον Νόμο. Εξακρίβωσης αγαθών
- Υποθέσεις με γεγονότα όπως αυτά της υπό κρίση Αγωγής, που στο επίκεντρο τους έχουν μία σύμβαση πώλησης αγαθών και την καταστροφή, πρόκληση ζημιάς ή απώλειας αυτών των αγαθών, κυρίως, εγείρουν ζητήματα μεταβίβασης της κυριότητας και του κινδύνου για τα αγαθά, καθώς επίσης και του δικαιώματος απόρριψης των αγαθών, αντικείμενο της σύμβασης, η εξέτασης των οποίων, είναι σχεδόν αδύνατη, εάν πρώτα δεν αποφασιστεί το κατά πόσο τα αγαθά αυτά είναι εξακριβωμένα. Να έχουν δηλαδή αυτά, υπαχθεί στην σύμβαση.
- Η εξακρίβωσης των αγαθών, επιτυγχάνεται κατά την σύναψη της σύμβασης για την πώληση τους. Ο Νόμος, προβαίνει σε μία διπλή ταξινόμηση, μεταξύ συγκεκριμένων («specific») αγαθών από την μία και μη εξακριβωμένων αγαθών («unascertained») από την άλλη.
- Συγκεκριμένα, είναι τα αγαθά που είναι πλήρως προσδιορισμένα κατά την σύναψη της σύμβασης. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου, «συγκεκριμένα αγαθά», είναι τα αγαθά «που προσδιορίστηκαν και συμφωνήθηκαν κατά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης». Πρόκειται, συνεπώς, για αγαθά, τα οποία, κατά την δεδομένη στιγμή της σύμβασης για την αγορά τους, υπάρχουν (είτε ως υπάρχουσα περιουσία, είτε ως μέλλουσα περιουσία), είναι επακριβώς γνωστά (πλήρως προσδιορισμένα και μοναδικά) και η πώλησης τους δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε μεταγενέστερη επιλογή τους από απόθεμα («stock»), από πλευράς, είτε του αγοραστή, είτε του πωλητή τους. Όπως είναι, για παράδειγμα, η αγορά από ένα πρατήριο πώλησης, κατόπιν επιλογής του από τον αγοραστή, ενός συγκεκριμένου (και από αυτή την άποψη, μοναδικού) αυτοκινήτου, που εκτίθεται εκεί προς πώληση.
- Το Άρθρο 18 του Νόμου, προνοεί, ότι, «όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης μη εξακριβωμένων αγαθών η κυριότητα αυτών δε μεταβιβάζεται στον αγοραστή, εκτός αν και μέχρις ότου τα αγαθά εξακριβωθούν». Δηλαδή, εξακρίβωσης τους από κάποια ενέργεια καθορισμού τους [και υπαγωγής τους στην σύμβαση], μεταγενέστερη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, συγκεκριμένα, είναι τα εξακριβωμένα κατά την σύναψη της σύμβασης αγαθά, και εξακριβωμένα, είναι τα αγαθά τα οποία δεν ήταν εξακριβωμένα κατά την σύναψη της σύμβασης. αλλά εξακριβώθηκαν μεταγενέστερα ως το αντικείμενο της σύμβασης. Άπαξ και αγαθά, αρχικώς μη εξακριβωμένα, εξακριβωθούν στη σύμβαση, για τους περισσότερους σκοπούς [του Νόμου], εξισώνονται με συγκεκριμένα αγαθά. Πάραυτα, δύο σημαντικές διακρίσεις των δύο, διατηρούνται. Κατά πρώτον, οι κανόνες ματαίωσης της σύμβασης πώλησης αγαθών, που ενσωματώνονται στα Άρθρα 7 και 8 του Νόμου, περιορίζονται μόνον σε ότι αφορά συγκεκριμένα αγαθά [και όχι σε μη εξακριβωμένα κατά την σύναψη της σύμβασης που εξακριβώθηκαν μεταγενέστερα]. Και, κατά δεύτερον, ότι, (α) ενώ η νόμιμη απόρριψης εξακριβωμένων αγαθών από τον αγοραστή, αναιρεί τον καθορισμό τους από τον πωλητή, αφήνοντας του όμως την ευχέρεια εκ νέου καθορισμού τους [και υπαγωγής τους στην σύμβαση] εάν ο χρόνος (στην βάση των συμφωνηθέντων) επαρκεί, και (β) στην περίπτωση που αφορά την πώληση συγκεκριμένων αγαθών, ο πωλητής, δεν μπορεί να προτείνει την υποκατάσταση τους, εάν αυτά απορριφθούν, καθότι, εξ ορισμού, η σύμβασης για την πώληση τους, καλύπτει μόνον αυτά [τα συγκεκριμένα].
- Πολύ συχνά, τα αγαθά δεν εξακριβώνονται κατά τη σύναψη της σύμβασης για την πώληση τους, αλλά εξάρτιονται από μία μεταγενέστερη συμφωνημένη ενέργεια καθορισμού τους από τον πωλητή [ή, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και τον αγοραστή] για να εξακριβωθούν. Π. χ., η παραγγελία ενός καινούριου αυτοκινήτου από έναν τοπικό αντιπρόσωπο, για το οποίο τίθεται μία εκτιμημένη περίοδος παράδοσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο αγαθό, που, κατά την σύναψη της σύμβασης, μπορεί να υποδειχθεί ως το αντικείμενο της. Υπάρχει, δηλαδή, μόνο συμφωνία για την αγορά ενός αγαθού που δεν είναι συγκεκριμένο και εξακριβωμένο, αλλά απλώς έχει τα χαρακτηριστικά τα οποία ο αγοραστής περιγράφει στον πωλητή. Πρόκειται, για σύμβαση πώλησης μη εξακριβωμένου αγαθού («unascertained or generic/fungible good»), ήτοι, πώλησης ενός αγαθού, που είναι ένα από τα πολλά του γένους («genus») ή της τάξης («class») του, χωρίς προτίμηση κάποιου από αυτά ειδικά, νοουμένου ότι αυτό που θα επιλεχθεί μεταγενέστερα από τον πωλητή (είτε από το απόθεμα του, είτε από άλλη πηγή) έχει τα χαρακτηριστικά του γένους ή της τάξης του. Σε αυτή την περίπτωση, μέχρις ότου γίνει η επιλογή / καθορισμός [η «ιδιοποίησης» («appropriation») ως αναφέρεται στον Νόμο), τα αγαθά της σύμβασης παραμένουν μη εξακριβωμένα. Δηλαδή, δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στην σύμβαση.
- Αν και στον Νόμο, δεν γίνεται ειδική διάκρισης όταν γίνεται αναφορά σε μη εξακριβωμένα αγαθά, αυτά, σύμφωνα με την νομολογία, κατηγοριοποιούνται περαιτέρω, σε αγαθά που είναι πλήρως μη εξακριβωμένα («wholly unascertained»), από την άποψη ότι, τα μέρη στην σύμβαση, δεν έχουν καθορήσει σε αυτήν, ακόμη και την πηγή από όπου αυτά θα προμηθευτούν, και σε αγαθά τα οποία είναι μερικώς εξακριβωμένα («quasi-specific unascertained»), ως αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ πωλητή και αγοραστή, ότι η προμήθεια τους θα γίνει από κάποιο αναγνωρίσιμο όγκο («bulk», «παρτίδα»). Οι συνέπειες που απορρέουν από αυτή την διάκριση καθεστώτος στα αγαθά της σύμβασης, είναι σημαντικές, καθότι, ο προσδιορισμός του όγκου από τον οποίον τα αγαθά θα αντληθούν, σε αντίθεση με την περίπτωση των πλήρως μη εξακριβωμένων αγαθών, εξυπηρετεί στον έλεγχο του κατά πόσο αυτά εξακολουθούν να υφίστανται, εάν ο έλεγχος τους έχει περάσει από τον πωλητή στον αγοραστή (ειδικότερα σε υποθέσεις διεθνών εμπορικών συναλλαγών και πωλήσεων αγαθών βάση εγγράφων), εάν ο πωλητής έχει λανθασμένα αποχωριστεί της κατοχής τους, και, εάν ο πωλητής ή κάποιος ανεξάρτητος μεταφορέας ή άλλος θεματοφύλακας τους λανθασμένα τα κατακρατεί. Τέτοιες διαπιστώσεις, αν και ως γεγονός δεν επαρκούν για σκοπούς [δικαιολόγησης] μεταβίβασης κυριότητας στα αγαθά κάτω από μία σύμβαση για την πώληση τους, μπορούν παρ' όλα αυτά να εγείρουν ζητήματα μετατόπισης κίνδυνου και ματαίωσης της σύμβασης, καθώς επίσης και της διαθεσιμότητας θεραπείας από αδικοπραξία λόγω παρακράτησης ή ιδιοποίησης του όγκου από τον οποίο τα αγαθά θα προμηθεύονταν.
- Όπου η σύμβασης αφορά την πώληση πλήρως μη εξακριβωμένων ή μερικώς εξακριβωμένων αγαθών, η διαδικασία εξακρίβωσης τους [και υπαγωγής τους στην σύμβαση] περνά μέσα από δύο στάδια. Κατά την σύναψη της σύμβασης, τα μέρη, συμφωνούν ως όρο της συμφωνίας τους, τα χαρακτηριστικά από τα οποία τα αγαθά που θα προμηθευτούν θα εξακριβωθούν. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το δεύτερο στάδιο, είναι, όταν τα αγαθά που φέρουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, παραμερίζονται και καθορίζονται στην σύμβαση, ώστε ο πωλητής να παύει να δικαιούται την προσφορά τους ή ο αγοραστής την λήψη άλλων αγαθών, ως αν αυτά να έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που είχαν οριστεί.
- Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, στην περίπτωση που η σύμβασης αφορά την πώληση συγκεκριμένων αγαθών, δεν τίθεται [προφανώς] ποτέ ζήτημα καθορισμού τους (συμβατικά) [και υπαγωγής τους στην σύμβαση], εφόσον, τα αγαθά, καθορίζονται (δηλαδή, εξακριβώνονται) κατά την πώληση τους. Και ότι, στην περίπτωση όπου η σύμβασης αφορά την πώληση πλήρως μη εξακριβωμένων ή μερικώς εξακριβωμένων αγαθών, η ταυτοποίησης ή καθορισμός των αγαθών, ως των αγαθών της σύμβασης, εξαρτάται από κάποια ενέργεια καθορισμού, μετά την σύναψη της σύμβασης, από πλευράς, είτε του πωλητή με την συγκατάθεση του αγοραστή τους, είτε του αγοραστή τους με την συγκατάθεση του πωλητή τους. Ο καθορισμός των αγαθών, ως έχει προαναφερθεί, απλώς καθορίζει ποια είναι τα αγαθά της σύμβασης, χωρίς κατ' ανάγκη να απολήγει (αυτομάτως, δηλαδή) και στην μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών στον αγοραστή, παρά το γεγονός, ότι, ως περίσταση, μπορεί, σύμφωνα με τον Νόμο, να σχετίζεται με την αναληφθείσα πρόθεση των μερών αναφορικά με την μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών στον αγοραστή.
- Επιπρόσθετα, ο καθορισμός των αγαθών, ως έχει προαναφερθεί, μπορεί να είναι υπό όρους ή άνευ όρων. Εάν ο καθορισμός των αγαθών είναι άνευ όρων, σημαίνει ότι είναι αμετάκλητος. Ενώ στην περίπτωση που είναι υπό όρους, σημαίνει [συνήθως] ότι, το μέρος που έχει συμφωνηθεί όπως καθορήσει τα αγαθά στην σύμβαση, έχει διατηρήσει το δικαίωμα να υποκαταστήσει, ή να απαιτήσει την υποκατάσταση τους από άλλα αγαθά, υπό όρους. Ο καθορισμός των αγαθών στην σύμβαση, είναι ζήτημα συμβατικής διευθέτησης. Είναι, ως εκ τούτου, αποτελεσματικός, μόνον όταν πραγματοποιηθεί σε συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα. Για, παράδειγμα, στην περίπτωση που έχει προαναφερθεί, όπου γίνεται παραγγελία ενός καινούριου αυτοκινήτου από έναν τοπικό αντιπρόσωπο, για το οποίο τίθεται μία εκτιμημένη περίοδος παράδοσης και συμφωνούνται τα χαρακτηριστικά στην βάση των οποίων θα γίνει ο καθορισμός του στη σύμβαση από πλευράς του πωλητή, εάν ο πωλητής επιχειρήσει να καθορήσει στην σύμβαση αυτοκίνητο διαφορετικών χαρακτηριστικών από αυτά που συμφωνήθηκαν, ο καθορισμός είναι αναποτελεσματικός, εκτός και αν ο αγοραστής έχει δώσει (κατά την στιγμή του καθορισμού των αγαθών) ή δώσει μεταγενέστερα, την συγκατάθεση του για αυτή την αλλαγή ταυτότητας.
- Επισημαίνεται εδώ, ότι, μπορεί ένας άνευ όρων καθορισμός των αγαθών στην σύμβαση από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων με την συγκατάθεση του άλλου, να δεσμεύει το μέρος που είναι ο πωλητής τους και μάλιστα αμετάκλητα (εκτός και εάν συντρέχουν άλλοι λόγοι απόρριψης τους), εντούτοις, η επίπτωσης ενός τέτοιου καθορισμού των αγαθών στον αγοραστή είναι υπό όρους. Και αυτό, από την άποψη, ότι, ακόμη και αν τα αγαθά που έχουν καθοριστεί στην σύμβαση, έχουν τα συμφωνημένα χαρακτηριστικά [ταυτοποίησης], η προσφορά τους, μπορεί να είναι αλλιώτικα ασύμφωνη με τα συμφωνηθέντα (π. χ. ακατάλληλα ή μη ικανοποιητικής ποιότητας, ή λόγω καθυστέρησης στον καθορισμό τους στην σύμβαση στις περιπτώσεις όπου ο χρόνος είναι ουσιώδης όρος της σύμβασης), οπόταν και ο αγοραστής να μπορεί να εξασκήσει το δικαίωμα του να τα απορρίψει, στην οποία περίπτωση ο [αρχικός] καθορισμός τους στην σύμβαση ακυρώνεται και τα δικαιώματα των μερών, ως επί τω πλείστον, συνεχίζονται ως αν να μην είχε λάβει χώρα ο καθορισμός των αγαθών στην σύμβαση και η προσφορά παράδοσης τους. Εν συνεχεία μιας τέτοιας περίστασης, το τίθεται προς εξέταση, είναι κατά πόσο η σύμβασης θα τερματιστεί ή δύναται να τερματιστεί. Μεταβίβαση κυριότητας των αγαθών
- Σύμφωνα με το Άρθρο 26 του Νόμου, εκτός και εάν συμφωνηθεί διαφορετικά στην σύμβαση πώλησης, ο κίνδυνος απώλειας ή ζημιάς των αγαθών, μετατίθεται με την κυριότητα σε αυτά και δεν είναι άμεσα σχετικός με το ζήτημα της κατοχής ή τον έλεγχο τους. Σημειώνοντας όμως, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο, ότι, έμμεσα, το ζήτημα της κατοχής ή του ελέγχου των αγαθών, είναι σε κάποιο βαθμό σχετικό, από την άποψη ότι, εφόσον ο πωλητής χάνει την κατοχή ή τον έλεγχο των αγαθών, αυτό δύναται να κριθεί ότι αποτελεί εξ επαγωγής παράδοση («constructive delivery») τους, περίσταση που, συνήθως, σε ότι αφορά πλήρως μη εξακριβωμένα ή μερικώς εξακριβωμένα αγαθά, συνιστά ενέργεια καθορισμού τους στην σύμβαση (ήτοι, εξακρίβωσης τους). Σε κάθε περίπτωση, η τοποθεσία των αγαθών, μπορεί, δυνάμει της επίπτωσης της επί του κινδύνου, να είναι επίσης περίστασης σχετική του ζητήματος της ματαίωσης των συμφωνηθέντων, με το Άρθρο 8 του Νόμου να προνοεί ότι, όπου υπάρχει σύμβασης για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών, που καταστρέφονται άνευ υπαιτιότητας των συμβαλλομένων, προτού ο κίνδυνος μετατεθεί στον αγοραστή, η σύμβασης ακυρώνεται.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 56
(1)του Νόμου, το δικαίωμα του πωλητή να εγείρει αγωγή για το τίμημα πώλησης των αγαθών, γενικά ομιλούντες, εξαρτάται από την μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών στον αγοραστή. Ως εκ τούτου, ο χρόνος που η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή, είναι καθοριστικός για την επίλυση τέτοιων διαφορών. Εντούτοις, προτού αναφερθώ στους κανόνες που είναι καθοριστικοί του ζητήματος, πρέπει να αναφερθεί ότι, στον Νόμο, γίνεται μία περαιτέρω κατηγοριοποίησης των αγαθών, μεταξύ υπαρχόντων («existing») ή μελλοντικών («future») αγαθών, διακριτή και ξεχωριστή από την κατηγοριοποίηση τους σε συγκεκριμένα, πλήρως μη εξακριβωμένα και μερικώς εξακριβωμένα αγαθά, στην οποία προαναφέρθηκα, η οποία εκφράζεται μέσα από το Άρθρο 6
(1)του Νόμου: «Τα αγαθά τα οποία αποτελούν το αντικείμενο σύμβασης πώλησης δύνανται να είναι είτε αγαθά που υπάρχουν, ανήκουν ή είναι στην κατοχή του πωλητή, είτε αγαθά που θα υπάρξουν στο μέλλον.».
- Πρόκειται, ως παρατηρείται, για [σχεδόν] αναπαραγωγή της ερμηνείας του όρου «μελλοντικά αγαθά», που δίδεται από το Άρθρο 2 του Νόμου. Τα αγαθά, μπορεί να είναι υφιστάμενα (να υπάρχουν), ακόμη και εάν δεν είναι ιδιοκτησίας του πωλητή, το στοιχείο της κατοχής τους από πλευράς πωλητή, να είναι το μόνο που απαιτείται για αυτά να θεωρούνται ως υπάρχοντα. Ως υποστηρίζεται από τα διάφορα συγγράμματα για το εμπορικό δίκαιο, από την στιγμή που στον Νόμο γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ υπαρχόντων και μελλοντικών αγαθών, και επομένως, προφανώς, δεν προνοεί για την δυνατότητα τα αγαθά να είναι και υπάρχοντα και μελλοντικά, έπεται ότι ο όρος «μελλοντικά αγαθά», σημαίνει αγαθά που, είτε δεν υπάρχουν καθόλου κατά τον χρόνο που συνάπτεται η συμφωνία, ή, που, αν και υπάρχουν, δεν είναι, είτε της κυριότητας, είτε της κατοχής του πωλητή. Εξ ου και ο όρος, «να αποκτηθούν από τον πωλητή» στο Άρθρο 2 του Νόμου, περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου, ο πωλητής, στερείται, τόσο της ιδιοκτησίας, όσο και της κατοχής των αγαθών κατά τον χρόνο της συμφωνίας και αποκτά, είτε κυριότητα, είτε κατοχή, είτε και τα δύο, δηλαδή κυριότητα και κατοχή, μεταγενέστερα. Τα μελλοντικά αγαθά, συνήθως, είναι πλήρως μη εξακριβωμένα, χωρίς κατ' ανάγκη αυτή να είναι πάντοτε η περίπτωση. Όπως, π. χ., είναι η περίπτωσης όπου συμφωνείται η αγορά ενός αυτοκινήτου που υπάρχει ήδη και ο πωλητής έχει ήδη συμφωνήσει να το αγοράσει από τρίτο πρόσωπο, το οποίο όμως (τρίτο πρόσωπο) δεν το έχει ακόμη αποκτήσει. Εκτός της εξαιρετικής περίπτωσης που αφορά πιθανή περιουσία («potential property»), δηλαδή, περιουσίας που φυσιολογικά μπορεί να παραχθεί από υπάρχουσα περιουσία του πωλητή (π. χ. παραγωγή από κάποια φυτεία), μελλοντικά αγαθά, μπορούν να θεωρηθούν ακόμη και ως συγκεκριμένα αγαθά, ακόμη και πριν την [πραγματική] ύπαρξη τους. Μόνον όμως στις περιπτώσεις, όπου, το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο είναι συγκεκριμένο και το δυνητικό προϊόν (αγαθό), είναι εξακριβώσιμο, χωρίς οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη καθορισμού του. Τα μελλοντικά αγαθά, μπορούν να είναι και μερικώς εξακριβωμένα, όταν η συμφωνία για την πώληση τους καθορίζει τα χαρακτηριστικά ταυτοποίησης τους, αλλά, αυτά, αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου όγκου αγαθών του ιδίου γένους, τον οποίο [όγκο], ο πωλητής, δεν τον έχει ακόμη αποκτήσει. Υπάρχοντα αγαθά, με την σειρά τους, μπορούν να είναι συγκεκριμένα, πλήρως μη εξακριβωμένα ή μερικώς εξακριβωμένα, αναλόγως του βαθμού ταυτοποίησης (αναγνώρισης) τους που επιτυγχάνεται κατά την σύναψη της συμφωνίας.
- Η κατηγοριοποίησης μεταξύ, υπαρχόντων και μελλοντικών αγαθών, φαίνεται να εξυπηρετεί δύο σκοπούς. Πρώτον, χρησιμοποιείται στο προαναφερόμενο Άρθρο 6
(3)του Νόμου για να ξεκαθαρίσει, -σε συμμόρφωση με την έννοια του όρου «περιουσία», ότι, από την στιγμή που η πώληση περιλαμβάνει μεταβίβαση της κυριότητας, και ο όρος περιουσία προϋποθέτει αναφαίρετο τίτλο ή δικαίωμα διεκδίκησης κυριότητας-, ότι, πώλησης κάτι του οποίου ο πωλητής δεν είναι, ούτε ιδιοκτήτης, αλλά ούτε και το κατέχει (ήτοι, ενός μελλοντικού αγαθού), είναι απλώς μία συμφωνία πώλησης. Και, κατά δεύτερον, παρουσιάζεται στο Άρθρο 23 του Νόμου, με την μοναδική επίπτωση, να καταστήσει την εκεί πρόνοια εφαρμόσιμη και σε συμβάσεις για την πώληση μελλοντικών, συγκεκριμένων αγαθών (ως αναφέρεται στον Νόμο, «μελλοντικών αγαθών με περιγραφή», βλ. ανωτέρω). 24. Στις περιπτώσεις όπου, η σύμβασης, είναι για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών, ως έχει προαναφερθεί, κάτι που προκύπτει άλλωστε και από τον ορισμό τους ως τέτοια, τα αγαθά, καθορίζονται, κατά την σύναψη της σύμβασης. Ως εκ τούτου, ο χρόνος κατά τον οποίο η κυριότητα μεταβιβάζεται στον αγοραστή, εξαρτάται αποκλειστικά από την πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Σύμφωνα με το Άρθρο 19[
(1)και
(2)] του Νόμου: «
(1)Όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης συγκεκριμένων αγαθών ή αγαθών που εξακριβώθηκαν, η κυριότητα αυτών μεταβιβάζεται στον αγοραστή σε τέτοιο χρόνο όπως είναι η πρόθεση των μερών για να μεταβιβαστεί.
(2)Για την εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών λαμβάνονται υπόψη οι όροι της σύμβασης, η συμπεριφορά των μερών και οι περιστάσεις της υπόθεσης.». 25. Η γενική πρόνοια του προαναφερόμενου Άρθρου 19
(2)του Νόμου, βάση του Άρθρου 19
(3)του Νόμου, συμπληρώνεται από πιο ακριβείς «κανόνες για την εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο η κυριότητα των αγαθών θα μεταβιβαστεί στον αγοραστή», που ενσωματώνονται στα Άρθρα 20 έως 24 του Νόμου, «εκτός αν φαίνεται διαφορετική πρόθεση». Τρείς από τους κανόνες αυτούς, αφορούν συμβάσεις πώλησης συγκεκριμένων αγαθών: (α) Όταν υπάρχει σύμβαση χωρίς όρους για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών σε παραδόσιμη κατάσταση, η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά τη σύναψη της σύμβασης, και είναι αδιάφορο κατά πόσο ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος ή ο χρόνος παράδοσης των αγαθών, ή αμφότερα, αναβάλλονται για μετά (βλ. Άρθρο 20 του Νόμου). (β) Όταν υπάρχει σύμβαση για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών και ο πωλητής υποχρεούται να πράξει κάτι στα αγαθά με σκοπό να τα καταστήσει έτοιμα για παράδοση, η κυριότητα δε μεταβιβάζεται, μέχρις ότου γίνει αυτό και ο αγοραστής ειδοποιηθεί για αυτό (βλ. Άρθρο 21 του Νόμου). (γ) Όταν υπάρχει σύμβαση που αφορά την πώληση συγκεκριμένων αγαθών σε παραδόσιμη κατάσταση, αλλά ο πωλητής υποχρεούται να σταθμίσει, να μετρήσει, να δοκιμάσει ή να προβεί σε κάποια άλλη ενέργεια ή πράγμα σχετικά με τα αγαθά με σκοπό τον καθορισμό του τιμήματος, η κυριότητα δε μεταβιβάζεται στον αγοραστή μέχρις ότου γίνει τέτοια ενέργεια ή πράγμα και ο αγοραστής ειδοποιηθεί για αυτό (βλ. Άρθρο 22 του Νόμου). 26. Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι, αυτοί οι κανόνες, όπως και οι υπόλοιποι του Μέρους ΙΙΙ του Νόμου, ως έχει προαναφερθεί, που συμπληρώνονται από αυτούς του Άρθρου 25 του Νόμου, εκτοπίζονται από την οποιαδήποτε διαφορετική πρόθεση των μερών εκδηλώνεται από την σύμβαση τους, αλλά και από άλλες πρόνοιες του Νόμου που άμεσα ή έμμεσα διέπουν το ζήτημα της μεταβίβασης της κυριότητας των αγαθών ανεξαρτήτως της πρόθεσης των μερών (όπως είναι π. χ. το Άρθρο 6
(3)του Νόμου). Από γενική θεώρηση τους, προκύπτει, ότι, ούτε η παράδοσης, αλλά ούτε και η πληρωμή των αγαθών σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα της μεταβίβασης κυριότητας στα αγαθά. Είναι ζήτημα, ως έχει προαναφερθεί, που δύναται να συμφωνηθεί ειδικά στην σύμβαση των μερών, ή που καθορίζεται, από την εξαχθείσα, βάση των περιστάσεων της υπόθεσης, πρόθεση των μερών. 27. Στις περιπτώσεις όπου, η σύμβασης, είναι για την πώληση πλήρως μη εξακριβωμένων αγαθών, η μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών, διέπεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 18 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο «η κυριότητα αυτών δε μεταβιβάζεται στον αγοραστή, εκτός αν και μέχρις ότου τα αγαθά εξακριβωθούν». Εκ των πραγμάτων, αυτός, είναι ένας κανόνας που δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμβατική διευθέτηση [[i]]. Τα αγαθά, εξακριβώνονται, από άνευ όρων καθορισμό τους ως τα αγαθά αντικείμενο της σύμβασης. Στην περίπτωση μη εξακριβωμένων αγαθών με περιγραφή, η τεκμαιρόμενη πρόθεση των μερών ως προς το ζήτημα της μεταβίβασης της κυριότητας στα αγαθά, διέπεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης μη εξακριβωμένων ή μελλοντικών αγαθών με περιγραφή και αγαθά της περιγραφής αυτής και σε παραδόσιμη κατάσταση υπαχθούν χωρίς όρους στη σύμβαση είτε από τον πωλητή με τη συγκατάθεση του αγοραστή είτε από τον αγοραστή με τη συγκατάθεση του πωλητή, τότε η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή. Τέτοια συγκατάθεση δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή και δύναται να γίνεται είτε πριν είτε μετά την υπαγωγή τους στη σύμβαση.
(2)Όταν, σύμφωνα με τη σύμβαση, ο πωλητής παραδώσει τα αγαθά στον αγοραστή ή σε μεταφορέα ή σε άλλο θεματοφύλακα (είτε κατονομάζεται από τον αγοραστή είτε όχι) με σκοπό να μεταβιβαστούν στον αγοραστή και δεν επιφυλάσσει το δικαίωμα διάθεσης, αυτός θεωρείται ότι τα έχει χωρίς όρους υπαγάγει στη σύμβαση.».
- Στις περιπτώσεις όπου η σύμβασης είναι για την πώληση μερικώς εξακριβωμένων αγαθών από προσδιορισμένο όγκο (παρτίδα), τα προαναφερόμενα Άρθρα 18, 19 και 23 του Νόμου, εφαρμόζονται στην ίδια έκταση προς διαπίστωση του πότε η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται, ως την περίπτωση των πλήρως μη εξακριβωμένων αγαθών. Εντούτοις, ο προσδιορισμός της πηγής από την οποία τα αγαθά θα προμηθευτούν, παράγει την εξής διαφορά. Ότι, δηλαδή, τα αγαθά δύναται να εξακριβωθούν και χωρίς την οποιαδήποτε [φυσική] πράξη του πωλητή ή του αγοραστή, ως αποτέλεσμα εξάντλησης των αγαθών [[ii]] (βλ. ανωτέρω). Ήτοι, συρρίκνωσης του προσδιορισμένου όγκου (παρτίδας), σε μία ποσότητα που δεν υπερβαίνει αυτήν που έχει καθοριστεί [και γίνεται αντιληπτή ότι αντιστοιχεί] στην σύμβαση, ώστε ο πωλητής να θεωρείται ότι έχει προβεί σε ένα άνευ όρων καθορισμό των αγαθών στην σύμβαση, σε σχέση με τα οποία, η προηγηθείσα συγκατάθεση (ως προς αυτό) του αγοραστή, αρκεί για την εξακρίβωση τους, ακόμη και εάν ο πωλητής δεν έχει απολέσει τον έλεγχο τους, καθότι θεωρείται ξεκάθαρο ότι ο πωλητής έχασε την δυνατότητα του να τα υποκαταστήσει με άλλα αγαθά. Στην περίπτωση όπου ο πωλητής αναλάβει να ειδοποιήσει τον αγοραστή όταν φτάσει αυτό το στάδιο, εάν δεν το πράξει, αυτό το γεγονός δεν επηρεάζει το γεγονός ότι τα γεγονότα έχουν εξακριβωθεί, αν και μπορεί να έχει επιπτώσεις για τον πωλητή στην περίπτωση όπου ο αγοραστής μη γνωρίζοντας ότι τα αγαθά έχουν καθοριστεί και είναι διαθέσιμα για παραλαβή, δεν τα παραλαμβάνει και αυτά σε κατοπινό στάδιο υφίστανται ζημιά ή καταστρέφονται (βλ. την πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 26 του Νόμου).
- Στα προαναφερόμενα, προσθέτει το Άρθρο 24 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Όταν αγαθά αποστέλλονται στον αγοραστή για έγκριση, ή "για σκοπούς πώλησης ή επιστροφής" ή για άλλους παρόμοιους όρους, η κυριότητα τους μεταβιβάζεται στον αγοραστή- (α) Όταν αυτός εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που υιοθετεί τη συναλλαγή˙ (β) αν αυτός δεν εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή, αλλά κρατήσει τα αγαθά, χωρίς να δώσει ειδοποίηση απόρριψης, τότε, αν ορίστηκε χρόνος για την επιστροφή των αγαθών, με την παρέλευση του χρόνου αυτού, και αν δεν ορίστηκε χρόνος, με την παρέλευση εύλογου χρόνου.».
- Το Άρθρο 24 του Νόμου, ρυθμίζει τις γνωστές στον εμπορικό κόσμο περιπτώσεις, της «πώλησης υπό έγκριση», κατά την οποία ο παραλήπτης των αγαθών θα τα εξετάσει για να διαπιστώσει κατά πόσο είναι κατάλληλα για τους σκοπούς του, και της «πώλησης ή επιστροφής», κατά την οποία ο παραλήπτης των αγαθών επιθυμεί να έχει την ευχέρεια επιστροφής των αγαθών για λόγο διάφορο από αυτόν της απόρριψης τους λόγω ακαταλληλότητας (π. χ. στην περίπτωση όπου η παραγγελθείσα ποσότητα υπερβαίνει τις ανάγκες του). Η παράδοσης των αγαθών, και στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, συνιστά πρόταση για την πώληση τους από το πρόσωπο που προβαίνει στην παράδοση, η οποία πρότασης γίνεται αποδεκτή υπό τις προϋποθέσεις του Άρθρου 24 του Νόμου ή όταν ο αποδέκτης τους προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια καθορίζεται από το πρόσωπο που του τα παραδίδει ως τρόπος αποδοχής τους. Συνεπώς, οι όροι που χρησιμοποιούνται στο προαναφερόμενο Άρθρο 24 του Νόμου, «πωλητής» και «αγοραστής», [εκφράζεται η άποψης], δεν έχουν την έννοια που τους αποδίδεται από το Άρθρο 2 του Νόμου, καθότι δεν υπάρχει σύμβαση πώλησης αγαθών. Υπάρχει σύμβασης, η επίπτωσης όμως της οποίας, είναι μόνο ως προς το ότι δίδεται στο πρόσωπο που παραλαμβάνει τα αγαθά, δικαίωμα κατοχής τους και επιλογής κατά πόσο θα τα αγοράσει, την οποία [επιλογή], θεωρείται ότι έχει εξασκήσει, εάν δεν επιστρέψει τα αγαθά εντός της περιόδου που συμφωνείται για τον σκοπό. Εξ ου και το πρόσωπο που παραδίδει τα αγαθά, ως το πρόσωπο που παραχωρεί αυτό το δικαίωμα επιλογής, δεν μπορεί να ανακαλέσει την προσφορά για την πώληση τους [[iii]]. Ως είναι προφανές και από το εισαγωγικό μέρος του Άρθρου 24 του Νόμου, «όταν αγαθά αποστέλλονται στον αγοραστή για έγκριση, ή "για σκοπούς πώλησης ή επιστροφής" ή για άλλους παρόμοιους όρους .», για να τυγχάνει αυτό εφαρμογής, πρέπει να καταδειχθεί ότι, ο παραλήπτης των αγαθών, είτε τα έλαβε ως εθελοντής θεματοφύλακας ή κατέστη πρόθυμος κάτοχος τους, για αρκετό καιρό πριν την από την αγορά τους, ώστε να ήταν δυνατό να διαμορφωθεί ένα ουσιαστικό δικαίωμα απόρριψης ή επιστροφής (ή κατοχής προς τον σκοπό συλλογής) τους, κατ' αντίθεση του τι γίνεται βάση μίας [«άμεσης»] σύμβασης πώλησης τους. Έπεται, ως εκ τούτου, ότι, ένα πρόσωπο που ενεργεί ως θεματοφύλακας των αγαθών, παρά την θέληση του, δεν βρίσκεται υπό καθήκον, είτε επιστροφής των αγαθών, είτε κοινοποίησης της μη αποδοχής τους, ώστε να αποφύγει την υποχρέωση αγοράς τους.
- Το τεκμήριο που τίθεται από το προαναφερόμενο Άρθρο 24 του Νόμου ως προς τα της πρόθεσης μεταβίβασης της κυριότητας στον αγοραστή, εκτοπίζεται στην περίπτωση όπου ο πωλητής επιφυλάξει το δικαίωμα του να διαθέσει τα αγαθά εκκρεμούσης της εκπλήρωσης καθορισμένων όρων, εκ των οποίων ο πιο συνηθισμένος είναι η πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Το Άρθρο 25 του Νόμου ασχολείται με την επιφύλαξη του δικαιώματος διάθεσης των αγαθών ως εξής: «
(1)Όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης συγκεκριμένων αγαθών ή όταν αγαθά μεταγενέστερα υπάγονται στη σύμβαση, ο πωλητής δύναται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή της υπαγωγής να επιφυλάξει το δικαίωμα διάθεσης των αγαθών, μέχρι να εκπληρωθούν ορισμένοι όροι. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από την παράδοση των αγαθών σε αγοραστή, ή σε μεταφορέα ή σε άλλο θεματοφύλακα με σκοπό τη διαβίβαση στον αγοραστή, η κυριότητα των αγαθών δε μεταβιβάζεται στον αγοραστή, μέχρις ότου εκπληρωθούν οι όροι που τέθηκαν από τον πωλητή.
(2)Όταν αγαθά φορτωθούν και δυνάμει της φορτωτικής αυτά είναι παραδοτέα σε διαταγή του πωλητή ή του αντιπροσώπου του, ο πωλητής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι επιφύλαξε το δικαίωμα διάθεσης.
(3)Όταν ο πωλητής αγαθών εκδίδει συναλλαγματική στον αγοραστή για το τίμημα και την αποστέλλει μαζί με τη φορτωτική στον αγοραστή, για να εξασφαλίσει την αποδοχή ή την πληρωμή της συναλλαγματικής, ο αγοραστής υποχρεούται να επιστρέψει τη φορτωτική, αν δεν τιμήσει τη συναλλαγματική και, αν εσφαλμένα κρατήσει τη φορτωτική, η κυριότητα των αγαθών δε μεταβιβάζεται σε αυτόν.». 32. Η επιφύλαξης του δικαιώματος διάθεσης των αγαθών βάση του προαναφερόμενου Άρθρου 25 του Νόμου, μπορεί να γίνει, είτε ρητά, είτε έμμεσα. Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 25 του Νόμου είναι ένα παράδειγμα έμμεσης επιφύλαξης του δικαιώματος διάθεσης των αγαθών. Το Δικαστήριο, σε όλες τις περιπτώσεις όπου τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα προς εξέταση, αναζητεί την πρόθεση των μερών. Το γεγονός ότι ο πωλητής έχει αποχωριστεί από την κατοχή των αγαθών, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόθεση μεταβίβασης της κυριότητας τους. Όπου η σύμβασης είναι για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών, ο πωλητής, πρέπει ξεκάθαρα να καταστήσει το δικαίωμα του να διαθέσει τα αγαθά όρο της σύμβασης. Παράλειψης του, δημιουργεί κώλυμα μονομερούς εισαγωγής ενός τέτοιου όρου σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν, όμως, η σύμβασης, είναι για την πώληση μη εξακριβωμένων αγαθών, ήτοι, πώλησης ενός αγαθού, που είναι ένα από τα πολλά του γένους ή της τάξης του, χωρίς προτίμηση κάποιου από αυτά ειδικά (βλ. ανωτέρω), η επιφύλαξης του δικαιώματος διάθεσης των αγαθών δύναται να γίνει, είτε με την σύμβαση, είτε κατά τον χρόνο του καθορισμού τους και της υπαγωγής τους στην σύμβαση, και στην τελευταία περίπτωση, αυτή θα είναι αποτελεσματική στο να μην μεταβιβαστεί η κυριότητα των αγαθών, ακόμη και εάν η επιφύλαξης αντιβαίνει την σύμβαση [[iv]].
- Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, η επιφύλαξης του δικαιώματος διάθεσης των αγαθών, αν και αποκλείει την μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών στον αγοραστή και ως εκ τούτου, αναβάλλει την απόκτηση από αυτόν δικαιώματος να «μεταχειριστεί» τα αγαθά, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, ότι, ο αγοραστής, δεν έχει «ευχέρεια» διάθεσης τους.
- Σημειώνεται, ότι, το προαναφερόμενο Άρθρο 25 του Νόμου, αφορά μόνο την επιφύλαξη δικαιώματος από πλευράς του πωλητή να διαθέσει τα αγαθά και, ότι, δεν ρυθμίζει την αντίθετη περίπτωση της επιφύλαξης του δικαιώματος του πωλητή να ανακαλέσει, αφότου έχει προβεί σε μία ενέργεια που έχει την επίπτωση η κυριότητα των αγαθών να του μεταβιβαστεί. Ένα τέτοιο δικαίωμα μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να ρυθμιστεί συμβατικά. Εναλλακτικά, ο αγοραστής μπορεί, στην περίπτωση όπου η σύμβασης είναι για μη εξακριβωμένα αγαθά, να επιφυλάξει το δικαίωμα του κατά την στιγμή του καθορισμού των αγαθών, ώστε η μεταβίβασης της κυριότητας τους από αυτόν, να τελεί υπό μια τέτοια αίρεση. Κίνδυνος ζημιάς των αγαθών
- Όταν ο αγοραστής αναλάβει κατοχή και του μεταβιβαστεί και η κυριότητα των αγαθών, μεταγενέστερη ζημιά ή απώλεια τους, δεν αφορά των πωλητή, στο βαθμό που η εν λόγω ζημιά ή απώλεια δεν είναι συνακόλουθη κάποιας παράβασης από πλευράς πωλητή, και ως εκ τούτου, την επωμίζεται εξ ολοκλήρου, εκτός και αν έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους διαφορετικά. Εντούτοις, πάρα πολλές φορές συναντάται η περίπτωσης όπου η ζημιά στα αγαθά ή η απώλεια τους, γίνεται πριν το προαναφερόμενο στάδιο, ή πριν ο αγοραστής τους αναλάβει κατοχή τους, ή όταν έχει αναλάβει την κατοχή τους αλλά δεν έχει ακόμη καταστεί κύριος των αγαθών. Το ζήτημα ποιος θα επωμιστεί την ζημιά ή σε πιο βαθμό, μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά. Εάν όχι, ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του Νόμου για την επίλυση του. Δηλαδή, ποιος θα επωμιστεί τη ζημιά και ποια θα είναι η επίπτωσης από το ζημιογόνο γεγονός στην σύμβαση των μερών. Οι διάφορες αρχές που αφορούν τον κίνδυνο ζημιάς των αγαθών ή απώλειας τους («risk») και την ματαίωση σύμβασης («frustration»), εισέρχονται τότε προς εξέταση για την εξαγωγή συμπερασμάτων και επίλυση της διαφοράς.
- Ο κίνδυνος, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 26 του Νόμου, ως έχει προαναφερθεί, είναι συνδεδεμένος με την κυριότητα και επειδή, ως έχει επίσης προαναφερθεί, η μεταβίβαση της κυριότητας δεν εξαρτάται από το γεγονός της παράδοσης των αγαθών, προβλήματα προκύπτουν όταν η ζημιά στα αγαθά ή η απώλεια τους, προκύψει, κυρίως ενόσω αυτά βρίσκονται στην κατοχή του πωλητή, παρά το γεγονός ότι η κυριότητα τους έχει μεταβιβαστεί στον αγοραστή.
- Οι πρόνοιες του Νόμου, που αφορούν το ζήτημα του κινδύνου, συναντώνται στα Άρθρα 26, 39 και 40 του Νόμου, οι οποίες πρέπει να διαβάζονται μαζί με τις πρόνοιες που είναι σχετικές με το ζήτημα της ματαίωσης της σύμβασης που ενσωματώνονται στα Άρθρα 7 και 8 του Νόμου.
- Τα αγαθά, θεωρούνται ότι είναι κίνδυνος ενός εκ των συμβαλλομένων, όταν το μέρος αυτό θα πρέπει να επωμιστεί την ζημιά που προκύπτει από την ζημιά ή την απώλεια τους. Ο κίνδυνος, είναι, ως έννοια, παράγωγη. Κατ' ουσία, σημαίνει, ότι, το ένα μέρος εκτελεί κάποια πρωταρχική υποχρέωση του κάτω από την σύμβαση, όταν το άλλο μέρος θεωρείται ότι απαλλάσσεται από τέτοια υποχρέωση του, ακόμη και εάν οι προαπαιτούμενοι για αυτό όροι κάτω από τη σύμβαση δεν έχουν εκπληρωθεί.
- Όταν τα αγαθά είναι στον κίνδυνο του πωλητή, αυτό, σημαίνει ότι, όταν αυτά υποστούν ζημιά, ο πωλητής, αφού δεν θα είναι σε θέση να τα παραδώσει συμφώνως της σύμβασης για την πώληση τους, δεν θα μπορεί να ανακτήσει το τίμημα τους από τον αγοραστή και θα πρέπει να επιστρέψει οποιοδήποτε μέρος του τιμήματος πώλησης του προπληρώθηκε από τον τελευταίο. Το εάν επιπρόσθετα ο πωλητής θα ευθύνεται έναντι του αγοραστή λόγω της μη παράδοσης των αγαθών, εξαρτάται από την επίπτωση που το ζημιογόνο γεγονός θα έχει στην σύμβαση στο σύνολο της και ζήτημα που θα αποφασιστεί βάση των αρχών της ματαίωσης σύμβασης.
- Όταν τα αγαθά είναι στον κίνδυνο του αγοραστή, αυτό, σημαίνει ότι, αυτός θα πρέπει να πληρώσει το τίμημα τους, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα αγαθά έχουν χαθεί ή υποστεί ζημιά, προτού αυτός λάβει κατοχή τους, ή μετά που έλαβε κατοχή τους αλλά πριν η κυριότητα τους του μεταβιβαστεί. Δηλαδή, αφού ο κίνδυνος είναι με τον αγοραστή, καταστροφή των αγαθών απαλλάσσει τον πωλητή από την ευθύνη παράδοσης τους ή μεταβίβασης της κυριότητας στον αγοραστή, και εάν τα αγαθά έχουν απλά υποστεί ζημιά, ο πωλητής δικαιούται να τα προσφέρει και ο πωλητής υποχρεούται να αποδεχθεί την παράδοση τους, ως αν τα αγαθά να ήταν σε συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα, ενώ ο αγοραστής παραμένει υπεύθυνος για την πλήρη εξόφληση τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, ζήτημα ματαίωσης της σύμβασης δεν μπορεί να προκύψει, καθότι, εάν η σύμβασης θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ματαιώθηκε λόγω ζημιάς ή απώλειας του αντικειμένου της σύμβασης, ο αγοραστής θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση του να πληρώσει το τίμημα, ώστε κατ' ουσία ο κίνδυνος θα μεταφερόταν πίσω στον πωλητή.
- Τα ίδια ισχύουν και όταν τα αγαθά αποστέλλονται για σκοπούς «πώλησης υπό έγκριση», ή «πώλησης ή επιστροφής» (βλ. ανωτέρω). Εάν καταστραφούν η υποστούν ζημιά ενόσω είναι στο κίνδυνο του αποστολέα, ο κίνδυνος τον βαραίνει και ο προτιθέμενος αποδέκτης τους δεν φέρει καμία ευθύνη. Εάν η απώλεια ή η ζημιά των αγαθών συμβαίνει όταν τα αγαθά είναι στον κίνδυνο του προτιθέμενου παραλήπτη τους, αυτός κωλύεται να τα απορρίψει και ως εκ τούτου, καθίσταται υπεύθυνος για το τίμημα ως αν να είχε οικειοθελώς εγκρίνει την συναλλαγή.
- Η γενική αρχή σε ότι αφορά το ζήτημα του κινδύνου, είναι ότι, όταν τα αγαθά απολεσθούν ή υποστούν ζημιά, αυτή η ζημιά είναι του προσώπου που είχε την κυριότητα τους κατά τον ουσιώδη χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος («res perit domino»). Δηλαδή, ο κίνδυνος μετατίθεται με την κυριότητα. Αυτή, ενσωματώνεται στο Άρθρο 26 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «Εκτός αν διαφορετικά συμφωνήθηκε, ο κίνδυνος των αγαθών παραμένει στον πωλητή, μέχρις ότου μεταβιβαστεί η κυριότητα τους στον αγοραστή, αλλά, όταν η κυριότητα τους μεταβιβαστεί στον αγοραστή, ο κίνδυνος των αγαθών μετατίθεται στον αγοραστή είτε έγινε παράδοση είτε όχι: Νοείται ότι, όταν η παράδοση καθυστέρησε λόγω σφάλματος είτε του αγοραστή είτε του πωλητή, ο κίνδυνος των αγαθών βαρύνει το υπαίτιον μέρος σχετικά με οποιαδήποτε ζημιά η οποία δε θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε τέτοιο σφάλμα: Νοείται επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο τα καθήκοντα ή τις ευθύνες είτε του πωλητή είτε του αγοραστή ως θεματοφύλακα των αγαθών του άλλου μέρους.».
- Εντούτοις, ο γενικός αυτός κανόνας υπόκειται σε διάφορες επιφυλάξεις. (α) Εκτοπίζεται από αντίθετη συμφωνία των μερών. (β) Ακόμη και αν εκ πρώτης όψεως ο κίνδυνος είναι με το ένα μέρος, μπορεί να μετατεθεί στο άλλο, εξ ολοκλήρου ή μερικώς, εξ υπαιτιότητας του τελευταίου. (γ) Όπου ο πωλητής είναι εξουσιοδοτημένος να αποστείλει τα αγαθά (π. χ. να τα παραδώσει σε μεταφορέα), ο Νόμος προνοεί ειδικά για το πώς μετατίθεται ο κίνδυνος σε μια τέτοια περίπτωση (βλ. Άρθρα 39[
(2)και
(3)] και 40 του Νόμου). (δ) Το Άρθρο 26 του Νόμου, δεν ξεχωρίζει μεταξύ συγκεκριμένων ή εξακριβωμένων αγαθών, από πλήρως μη εξακριβωμένα ή μερικώς εξακριβωμένα, παρά την σημαντικότητα της διάκρισης, από την στιγμή που αυτή επηρεάζει το πότε μετατίθεται ο κίνδυνος. Παρά το επιτακτικό λεκτικό του Άρθρου 26 του Νόμου, δεν έχει σημασία μόνο η τοποθεσία των αγαθών, καθότι, ο βαθμός ελέγχου των αγαθών που δίδεται από τον αγοραστή στο πωλητή, μπορεί επίσης να είναι καθοριστικός για το ζήτημα, ειδικότερα όταν τα αγαθά είναι κατά την σύναψη της σύμβασης πώλησης τους ή μεταγενέστερα καθίστανται, μερικώς εξακριβωμένα.
- Όταν η σύμβασης αφορά πλήρως μη εξακριβωμένα αγαθά και ο πωλητής δεν μπορεί να προσφέρει παράδοση τους επειδή το απόθεμα από το οποίο προτίθετο να ανταποκριθεί στην παραγγελία έχει καταστραφεί ή η πηγή από την οποία αναμενόταν ο εφοδιασμός τους καθοιονδήποτε τρόπο καθίσταται μη διαθέσιμη, τότε εάν ο αγοραστής δεν ευθύνεται λόγω πρόκλησης καθυστέρησης στην παράδοση, η ζημιά βαραίνει τον πωλητή, καθότι, εάν τα αγαθά δεν έχουν εξακριβωθεί τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα καταστραμμένα αγαθά ήταν αυτά που προορίζονταν για τον αγοραστή. Ως εκ τούτου, το ζήτημα κατά πόσο ο πωλητής έχει αποτελεσματικά καθορίσει [και υπαγάγει την σύμβαση] τα αγαθά, μπορεί να είναι πολύ σημαντικό στην επίπτωση του κινδύνου.
- Σύμφωνα με τον Νόμο, εκ πρώτης όψεως, ο κίνδυνος μετατίθεται με την κυριότητα των αγαθών, και η κυριότητα των αγαθών δεν μεταβιβάζεται μέχρις ότου τα αγαθά εξακριβωθούν από κάποια άνευ όρων ενέργεια καθορισμού τους [και υπαγωγής τους στην σύμβαση] συμφώνως πάντοτε των σχετικών επί τούτου προνοιών της σύμβασης. Εξάλλου, ο πωλητής, κανονικά, δεν θα είναι σε θέση να επικαλεστεί ματαίωση της σύμβασης, καθότι, εφόσον η σύμβασης αφορά πλήρως μη εξακριβωμένα αγαθά, σημαίνει δεν είναι όρος της σύμβασης ότι τα αγαθά θα ληφθούν από το υφιστάμενο απόθεμα του πωλητή ή άλλη προσδιορισμένη πηγή εφοδιασμού τους, και ο αγοραστής θα μπορεί να θέσει, σε περίπτωση όπου η μία πηγή εφοδιασμού τους εξαντληθεί, ότι εναπόκειται στον πωλητή να εξεύρει άλλη.
- Μολονότι ο κίνδυνος απώλειας της αναμενόμενης πηγής, εκ πρώτης όψεως, βαραίνει τον πωλητή, βάση της πρώτης επιφύλαξης του Άρθρου 26 του Νόμου, αυτός μπορεί να μετατοπιστεί στην περίπτωση που η παράδοσης των αγαθών έχει καθυστερήσει εξ υπαιτιότητας του αγοραστή. Αν και η χρησιμοποίησης στην προαναφερόμενη πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 26 του Νόμου της φράσης «των αγαθών», μπορεί να υποστηριχτεί ότι υποδηλώνει περιορισμό της εφαρμογής του σε αγαθά όλων των κατηγοριών με εξαίρεση αυτής των πλήρως μη εξακριβωμένων, έχει νομολογηθεί ότι η πρόνοια αυτή του Άρθρου 26 του Νόμου καλύπτει και αυτή την κατηγορία αγαθών, καθότι, η προαναφερόμενη φράση πρέπει να ερμηνευθεί ότι αφορά γενικά τα αγαθά που συναθροίζονται προς τον σκοπό εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων (βλ. Demby Hamilton & Co Ltd v Barden [1949] 1 AllER 435).
- Ο προαναφερόμενος γενικός κανόνας, res perit domino, παρουσιάζει μεγαλύτερη δυσκολία στην περίπτωση όπου η σύμβασης αφορά μερικώς εξακριβωμένα αγαθά. Όταν ο όγκος των αγαθών από τον οποίον τα αγαθά της σύμβασης προορίζονται έχει προσδιοριστεί, σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής του όγκου αυτού, μπορεί να λεχθεί ότι τα αγαθά της σύμβασης, αν και δεν έχουν επακριβώς καθοριστεί, δεν υπάρχουν πλέον, ώστε [και για ακριβώς αυτό τον λόγο] να τίθεται ζήτημα με ποιόν εκ των συμβαλλομένων βρίσκεται ο κίνδυνος και εάν τίθεται ζήτημα ματαίωσης της σύμβασης. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος, που, ως έχει προαναφερθεί, έχει σημασία η διάκρισης μεταξύ των αγαθών που είναι μερικώς εξακριβωμένα, από αυτά που είναι πλήρως μη εξακριβωμένα. Ο πωλητής των αγαθών, σίγουρα, δεδομένου ότι η προσδιορισμένη πηγή από την οποία προοριζόταν η προμήθεια των αγαθών της σύμβασης έχει καταστραφεί ή απολεσθεί, καθιστώντας την μελλοντική εκτέλεση της σύμβασης αδύνατη, μπορεί να υποστηρίξει, στην περίπτωση όπου ο κίνδυνος δεν έχει μετατοπιστεί στον αγοραστή, ότι η σύμβασης έχει ματαιωθεί και δεν ευθύνεται έναντι του αγοραστή λόγω της μη παράδοσης των αγαθών. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι, ο πωλητής, δεν μπορεί να αξιώσει το τίμημα πώλησης των αγαθών. Για να είναι βάσιμη μια τέτοια αξίωση του, θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κίνδυνος μετατοπίστηκε στον αγοραστή. Κάτι, που, με βάση τον προαναφερόμενο γενικό κανόνα, που συναρτά τον κίνδυνο ζημιάς των αγαθών με την κυριότητα των αγαθών, δεν μπορεί να το κάνει, καθότι, κατ' ανάγκη, τα μερικώς εξακριβωμένα αγαθά δεν είναι εξακριβωμένα αγαθά και η κυριότητα συνεπώς των αγαθών δεν έχει μεταβιβαστεί (βλ. Άρθρο 18 του Νόμου, ανωτέρω).
- Ενόσω ο προσδιορισμένος όγκος από τον οποίο προορίζονται τα αγαθά της σύμβασης παραμένει υπό τον έλεγχο του πωλητή, ο πωλητής ως κάτοχος των αγαθών είναι σε καλύτερη θέση να περιφρουρήσει τα αγαθά και να ασφαλίσει τον κίνδυνο από απώλεια ή ζημιά τους, και στο βαθμό που η κυριότητα των αγαθών είναι να μεταβιβαστεί με τον καθορισμό τους, μπορεί να μετατοπίσει τον κίνδυνο στον αγοραστή, κάνοντας την απαραίτητη ενέργεια καθορισμού των αγαθών ως τα αγαθά της σύμβασης για να υπαχθούν αυτά στην σύμβαση. Η κατάστασης διαφοροποιείται, όταν ο προσδιορισμένος όγκος από τον οποίο προορίζονται τα αγαθά της σύμβασης είναι υπό τον έλεγχο ενός τρίτου προσώπου, -δηλαδή, ο πωλητής δεν έχει τον έλεγχο αυτού ή έχει παραιτηθεί του ελέγχου του, ως γίνεται για παράδειγμα με τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές που η πώλησης γίνεται βάση εγγράφων μεταφοράς, στις οποίες, ο πωλητής, δύναται, με την μεταβίβαση των εγγράφων μεταφοράς και τίτλου στον αγοραστή ή σε εξουσιοδοτημένο τρίτο πρόσωπο, προς τον σκοπό ο τελευταίος να αναγνωρίσει την μεταβίβαση της κυριότητας προς αυτόν-, καθότι, η δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητας δεν εξαρτάται πλέον από τον πωλητή και εναπόκειται στο τρίτο πρόσωπο ή/και στον αγοραστή, οι οποίοι, μεταξύ τους, ελέγχουν τον χρόνο κατά τον οποίο τα αγαθά καθορίζονται και ως εκ τούτου, και τον χρόνο που τα αγαθά της σύμβασης εξακριβώνονται και η κυριότητα τους στον αγοραστή μεταβιβάζεται. Εντούτοις, σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει και το ενδεχόμενο υποστήριξης ότι, πρόθεσης των μερών, ήταν ο αποκλεισμός των προνοιών του Άρθρου 18 του Νόμου (βλ. Sterns Ltd v Vickers Ltd [1923] 1 KB 78).
- Όταν συγκεκριμένα αγαθά ή αγαθά που εξακριβώθηκαν στην σύμβαση, χωρίς υπαιτιότητα του πωλητή, απολεσθούν ή υποστούν βλάβη ενόσω στην κατοχή του πωλητή, τότε, εκ πρώτης όψεως, η ζημιά είναι με τον αγοραστή αν η κυριότητα των αγαθών του έχει μεταβιβαστεί και με τον πωλητή αν όχι. Επιπλέον, εάν ένας εκ των συμβαλλομένων είναι ο υπαίτιος για την απώλεια ή βλάβη των αγαθών, η ζημιά τους, δύναται σε κάποιο βαθμό να μετατοπιστεί σε αυτόν, και ο βαθμός της μετατόπισης του εξαρτάται από την φύση του σφάλματος. Ευθύνη δύναται να προκύψει, είτε επειδή ο πωλητής αποτυγχάνει να τηρήσει τα καθήκοντα του ως θεματοφύλακας των αγαθών (στην οποία περίπτωση, τα δικαιώματα του αγοραστή σύμφωνα με τις αρχές του κοινού δικαίου, διατηρούνται δια των προνοιών της δεύτερης επιφύλαξης του προαναφερόμενου Άρθρου 26 του Νόμου), ή ένεκα κάποιας λανθασμένης ενέργειας ή σφάλματος (βλ. την πρώτη επιφύλαξη του προαναφερόμενου Άρθρου 26 του Νόμου και την ερμηνεία που δίδεται στον όρο «σφάλμα» από το Άρθρο 2 του Νόμου) από πλευράς του πωλητή ή αγοραστή, η παράδοσης των αγαθών καθυστερήσει. Στην περίπτωση σφάλματος που προκαλεί καθυστέρηση στην παράδοση των αγαθών, η επίπτωσης της ζημιάς ρυθμίζεται από την προαναφερόμενη πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 26 του Νόμου, βάση της οποίας, ο κίνδυνος μετατοπίζεται, μόνο σε ότι αφορά ζημιά η οποία δε θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε τέτοιο σφάλμα. Στη δε περίπτωση παράβασης καθήκοντος από θεματοφυλακή των αγαθών, οι επιπτώσεις από μια τέτοια παράβαση, ρυθμίζονται από τους κανόνες του κοινού δικαίου περί θεματοφυλακής («bailment») και όχι από το προαναφερόμενο Άρθρο 26 του Νόμου, το οποίο, ουσιαστικά, απλά παραπέμπει στους κανόνες του κοινού δικαίου. Κατά το κοινό δίκαιο, θεματοφύλακας που απομακρύνεται από το αντικείμενο της θεματοφυλακής, καθίσταται αυστηρά υπεύθυνος ως ασφαλιστής του, και υπόλογος ακόμη και σε ότι αφορά ζημιά από ατύχημα, εκτός και αν αποδείξει ότι η ζημιά θα επερχόταν, ανεξαρτήτως της παράβασης του.
- Στην περίπτωση όπου ο αγοραστής δεν καθυστερεί να παραλάβει τα αγαθά και μόνος υπαίτιος από παράβαση είναι ο πωλητής, είτε σε ότι αφορά την επιμέλεια των αγαθών, είτε σε ότι αφορά την παράδοση τους, ο πωλητής δεν μπορεί να αξιώσει το τίμημα, ενώ ταυτόχρονα είναι εκτεθειμένος και σε αγωγή για αποζημιώσεις λόγω μη παράδοσης των αγαθών, καθότι η παράβασης του τον αποτρέπει να ισχυριστεί ματαίωση της σύμβασης. Σαφέστατα, πολύ πιο σύνθετο είναι το ζήτημα όταν αμφότερα τα μέρη βαρύνονται από παράβαση των συμφωνηθέντων. Σε μία τέτοια περίπτωση η συζήτησης συνήθως περιστρέφεται γύρω από ζητήματα, σαφώς προσδιορισμού της ευθύνης έκαστου μέρους και εάν η παράβασης του ενός εξαντλεί την υποχρέωση εκπλήρωσης από τον άλλο, ώστε η από πλευράς του τελευταίου, προφανής παράλειψης, είναι νομικά δικαιολογημένη.
- Εφόσον το ζήτημα ποιος υφίσταται την ζημιά των αγαθών, συνδέεται με την κυριότητα τους, και η όχι με τα εάν αυτά έχουν ή όχι παραδοθεί στον αγοραστή, το γεγονός ότι ο αγοραστής έχει κατοχή των αγαθών κατά την χρονική στιγμή της απώλειας ή της ζημιάς του, δεν επηρεάζει τους προαναφερόμενους βασικούς κανόνες. Εάν κανένα μέρος δεν είναι υπαίτιο για την ζημιά, τότε, εκτός και αν έχει διαφορετικά συμφωνηθεί, η ζημιά είναι με τον αγοραστή εάν η κυριότητα των αγαθών του έχει μεταβιβαστεί και με τον πωλητή εάν όχι. Στη περίπτωση που η κυριότητα των αγαθών δεν έχει μεταβιβαστεί στον αγοραστή και κανένα μέρος δεν ευθύνεται για την ζημιά, η σύμβασης, ακυρώνεται βάση των προνοιών του Άρθρου 8 του Νόμου (βλ. ανωτέρω). Στην περίπτωση που η κυριότητα τον αγαθών δεν έχει μεταβιβαστεί στον αγοραστή, αλλά ο αγοραστής έχει κατοχή των αγαθών, ακόμη και στην απουσία γραπτής σύμβασης που να διέπει τα της κατοχής τους, ειδικότερα σε ότι αφορά το κατά πόσο ο κίνδυνος ζημιάς τους είναι ή όχι με αυτόν και εάν είναι υπεύθυνος για απώλεια ή ζημιά τους ακόμη και στην περίπτωση που αυτός δεν ήτο αμελής, ο αγοραστής υπέχει ευθύνης ως θεματοφύλακας τους, ήτοι, άσκησης εύλογης επιμέλειας για την ασφαλή φύλαξη των αγαθών, παράβασης του, σε περίπτωση καθυστέρησης στην επιστροφή τους ή ζημιάς τους, ο αγοραστής είναι υπεύθυνος για το τίμημα τους, ή κατ' επιλογήν του πωλητή, για την μείωση της αξίας τους από την ζημιά, εκτός και ο αγοραστής αποδείξει ότι η ζημιά ή η απώλεια αναπόφευκτα θα εγένετο ακόμη και εάν ο ίδιος εκτελούσε αυστηρά το καθήκον του.
- Αγαθά τα οποία προμηθεύονται για σκοπούς «πώλησης υπό έγκριση», ή «πώλησης ή επιστροφής», προσδιορίζονται εξ υπαρχής ως το πιθανό αντικείμενο της σύμβασης πώλησης, και ενώ τα Άρθρα 8 και 26 του Νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής, το ζήτημα ποίος θα επωμιστεί την επίπτωση ενδεχόμενης απώλειας ή ζημιάς τους, ρυθμίζεται από τους κανόνες του κοινού δικαίου. Αν τα αγαθά ζημιωθούν ή απολεσθούν από ατύχημα, χωρίς υπαιτιότητα από πλευράς του «αγοραστή» και πριν αυτός υποδείξει την έγκριση των αγαθών ή άλλως πως υιοθετήσει την συναλλαγή βάση των προνοιών των Άρθρων 5 και από 20 έως 34 του Νόμου, ο κίνδυνος απώλειας από ζημιά ή απώλεια των αγαθών είναι με τον «πωλητή» ο οποίος υποχρεούται να αποδεχθεί επιστροφή τους (εάν κάτι τέτοιο είναι εφικτό) χωρίς δικαίωμα απαίτησης σε ότι αφορά το τίμημα τους. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα και η αξιολόγησης τους Εκτίμηση της μαρτυρίας
- Τα περισσότερα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, είναι κατά πόσο η μεταβίβαση της κυριότητας του Qashqai επήλθε πριν την καταστροφή του από την φωτιά και ποια ήταν η σχετική προς τούτο πρόθεση των διαδίκων, και εάν η μη εγγραφή του μέχρι τότε στο όνομα της Εναγομένης σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία ως οχήματος δημόσιας χρήσης είχε την όποια επίπτωση ως προς το ζήτημα αυτό της μεταβίβασης της κυριότητας του.
- Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτό το ουσιαστικό για την υπόθεση αυτή γεγονός, -ήτοι, πότε ήταν η πρόθεσης των μερών η κυριότητα του οχήματος να μεταβιβαστεί στην Εναγομένη από την Ενάγουσα-, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). 55. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου) 56. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Pricy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 57. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου) 58. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση in Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (
- i)which there was no evidence to support, (
- ii)which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 59. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω). 60. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123. 61. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
- Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
- Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
- Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Ο ΜΥ δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Έκδηλα όταν μαρτυρούσε δεν έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Προσπάθησε, ανεπιτυχώς φυσικά καταληκτικά, να οχυρωθεί πίσω από μία νομική θέση που θα μπορούσε να απαλλάξει την Εναγομένη από την υποχρέωση της έναντι της Ενάγουσας, την οποία, εκτός του ότι, ο ίδιος, δεν φαίνεται να την αντιλήφθηκε και πολύ καλά, δεν μπόρεσε πραγματικά να την στηρίξει και ήταν αμήχανος ένεκα τούτου την μεγαλύτερη διάρκεια της αντεξέτασης του, ακριβώς επειδή και ο ίδιος φαίνεται να αντιλαμβανόταν την αδυναμία και μη πειστικότητα των ισχυρισμών του. Δεν αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του, η οποία απορρίπτεται στο σύνολο της.
- Ενδεικτικά της προαναφερόμενης κατάληξης μου, σε ότι αφορά το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του ΜΥ, είναι τα εξής σημεία της μαρτυρίας του: i. Κατ' αρχήν, σημειώνεται, η θέσης που ο ΜΥ προσπάθησε να υποστηρίξει με την μαρτυρία του. Ανέφερε ο ΜΥ κατά την κυρίως εξέταση του: «Είναι η θέση μου όπως με συμβουλεύουν και οι δικηγόροι μου ότι η συμφωνία για αγορά του συγκεκριμένου οχήματος δεν ολοκληρώθηκε αφού οι Εναγόμενοι δεν μου παρέδωσαν το όχημα εγγεγραμμένο, το οποίο είχε καταστραφεί όχι υαπαιτιότητα των Εναγομένων.». ii. Ακολούθως της προαναφερόμενης θέσης του, ο ΜΥ είχε ερωτηθεί κατά την κυρίως εξέταση του, για ποιο σκοπό είχε πάει στα γραφεία της Ενάγουσας όταν η Ενάγουσα τον είχε ειδοποιήσει ότι είχε καταφθάσει το Qashqai και απάντησε ότι πήγε για να το δει, για να το ελέγξει και για να το δοκιμάσει, δηλαδή, για να το οδηγήσει. Ισχυρισμό που προέβαλε, προφανώς, για να υποστηρίξει την θέση, ότι, δεν είχε τότε αποδεχθεί η Εναγομένη να της μεταβιβαστεί η κυριότητα του Qashqai από την Ενάγουσα, συνδέοντας το ζήτημα αυτό της μεταβίβασης της κυριότητας του οχήματος, με την εγγραφή του στο όνομα της Εναγομένης ως οχήματος δημόσιας χρήσης. Ισχυρισμός, όμως, που, ανεξαρτήτως του κατά πόσο ήταν αναγκαίο νομικά να εγγραφεί το όχημα στο όνομα της Εναγομένης για να της μεταβιβαστεί η κυριότητα του, είναι ασυμβίβαστος με το γεγονός ότι, κατά την ίδια επίσκεψη, ο ΜΥ είχε παραδώσει στην Ενάγουσα και όλα τα αναγκαία έγγραφα για την εγγραφή του στο όνομα της Εναγομένης. Αν σκοπός ήταν η δοκιμή του Qashqai, ως υποστήριξε ο ΜΥ, τότε, μία τέτοια δοκιμή, δεν θα γινόταν, αφενός μετά την παραγγελία του οχήματος και την συμφωνία όλων όσων αφορούσαν την αγορά του (τιμή, τύπος κιβωτίου ταχυτήτων, χρώμα κ. τ. λ.) και αφετέρου, η Εναγομένη, δεν θα παρέδιδε τα οποιαδήποτε έγγραφα θα έκαναν δυνατή την εγγραφή του στο όνομα της, πριν ικανοποιηθεί από την δοκιμή του. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός, δεν θα μπορούσε λογικά να γίνει αποδεκτός, καθότι, μία δοκιμή ενός καινούριου οχήματος, ακόμη και κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται η Εναγομένη και έχει προαναφερθεί, δεν θα μπορούσε να έχει απροσδιόριστη διάρκεια, ή σε κάθε περίπτωση, για όσο καιρό χρειαζόταν να εγγραφεί το όχημα στο όνομα της Εναγομένης και εκτός εάν η Εναγομένη δεν το απέρριπτε στο μεταξύ. Δεν τροχοδρομείτε η εγγραφή ενός οχήματος που δεν έχει γίνει αποδεκτό από τον αγοραστή του και ο αγοραστής του δεν καθιστά δυνατή την εγγραφή του παραδίδοντας όλα τα σχετικά για τον σκοπό έγγραφα προτού το αποδεχθεί. Αυτά, δεν είναι λογικά πράγματα, ούτε και σοβαρά να τα ισχυρίζεται κανείς. iii. Οι απαντήσεις του ΜΥ όταν αντεξετάστηκε σχετικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του, σίγουρα δεν ήταν πειστικές. Αλλού ανέφερε ότι, εφόσον το Qashqai του δόθηκε με πινακίδες δοκιμή, τότε η Εναγομένη το είχε πάρει για δοκιμή και αλλού, ότι, είχε δώσει οδηγίες στην Ενάγουσα για την εγγραφή του στο όνομα της Εναγομένης επειδή ήταν σύμφωνο με την παραγγελία της Εναγομένης. Ο παραλογισμός στην θέση αυτή της Εναγομένης και η αναλήθεια των ισχυρισμών του ΜΥ, φαίνονται μέσα από τις ακόλουθες τοποθετήσεις του σε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του: «Ε: Και επιμένεις ότι το κρατούσατε για δοκιμή; Α: Θέση μου είναι ως αναφέρω στην δήλωση μου. Ο κ. Ττάκκας, αν ήθελε να μην το γράψει, να μου τηλεφωνούσε να το πάρω πίσω. . Ε: Άρα πήγατε λέτε να το δοκιμάσετε, το παραλάβατε, σας έβαλε να του βγάλετε cover note, διαδικασία που προηγείται της εγγραφής και απαίτησε να το πάρετε; Α: Λόγω φιλίας μας το παρέλαβα αφού έβαλε test drive για δοκιμή. Αυτή είναι η θέση μου. . Ε: Από 01/02/2011 που παραλήφθηκε το όχημα, μέχρι 14/02/2011 . ο ισχυρισμός σας είναι ότι το κρατούσατε για δοκιμή; Α: Το cover note μιλάει από μόνο του και γράφει εγγραφή. Αν από μέρους του κ. Ττάκκα καθυστέρησε η εγγραφή, δεν με αφορά. Ε: Υπήρχε περίπτωση να μην σας έκαμνε και να το επιστρέφατε; Α: Στη δική μου λογική μπορεί. Ε: Πότε θα αποφασίζατε ότι δεν σας έκαμνε; Α: Παραλαμβάνοντας όλα τα στοιχεία ο κ. Ττάκκας αν το έγγραφε θα το έπαιρνα το όχημα σύμφωνα με την παραγγελία. Δηλαδή είχα ήδη αποφασίσει. Δεν γνώριζα ότι θα μου εβαζαν φωτιά. . Ε: Από την στιγμή που παραλάβατε το όχημα από το κατάστημα των Εναγόντων ως το όχημα που ήταν σύμφωνο με την παραγγελία που κάματε ήταν δικό σας και το κρατούσατε και το χρησιμοποιούσατε ως δικό σας. Α: Αν είχε εγγραφεί το όχημα θα το παραδεχόμουν δικό μου. Δεν είχε όμως εγγραφεί το όχημα.».
- Η μαρτυρία που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο, στο σύνολο της, εκτιμάται, από απόψεως ποιότητας, ότι, ενέχει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για να καταλήξει με ασφάλεια στα ευρήματα του κατά την αξιολόγηση της. Η εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί για τους ΜΕ1 και ΜΕ2 είναι ότι έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου τα όσα πραγματικά γνώριζαν για την υπόθεση αυτή, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας τους, έπειθαν με την ειλικρίνεια τους, ενώ αρκετές από τις τοποθετήσεις τους για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν αυτή την υπόθεση, φαίνεται να επιβεβαιώνονται ή να ενισχύονται, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Ευρήματα
- Έχοντας καταλήξει, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ότι, αξιόπιστη και αποδεκτή είναι μόνο η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Ενάγουσας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα (τα οποία και αξιολογώ παράλληλα), προσδιοριστικά της ακόλουθης τελικής μου κατάληξης σε αυτή την Αγωγή: i. Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει, ότι, η Σύμβαση πώλησης, δεν αφορούσε συγκεκριμένα αγαθά. Αντικείμενο της Σύμβασης, ήταν τα Αυτοκίνητα, τα οποία, μεταγενέστερα της σύναψης της εξακριβώθηκαν και υπάχθηκαν σε αυτήν. Η εξακρίβωσης των Αυτοκινήτων, έγινε στην βάση των χαρακτηριστικών που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι αυτά έπρεπε να φέρουν κατά την σύναψη της Σύμβασης (ήτοι, μάρκα, κατηγορία μάρκας, αριθμός θέσεων, τύπος κιβωτίου ταχυτήτων και χρώμα), από τα οποία προσδιοριζόταν μόνο το γένος τους, για σκοπούς μεταγενέστερης επιλογής τους από την Ενάγουσα και εξακρίβωσης τους στην Σύμβαση. ii. Κατά την σύναψη της Σύμβασης, βρίσκω, ότι, τα Αυτοκίνητα, δεν μπορεί παρά να ήταν: τα δύο Micra, πλήρως μη εξακριβωμένα και το Qashqai, μερικώς εξακριβωμένο. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, στο Δικαστήριο, παρουσιάστηκε μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία, κατά την σύναψη της Σύμβασης, μόνο το Qashqai ήταν μέρος κάποιου όγκου που είχε προσδιοριστεί και από τον οποίο προοριζόταν η προμήθεια του (ήτοι, μέρος αποθέματος που βρισκόταν στις αποθήκες της αντιπροσωπευόμενης από την Ενάγουσα, εταιρείας εισαγωγής των οχημάτων μάρκας Nissan στην Κύπρο, στην Λευκωσία). Ως εκ τούτου, κατά τη σύναψη της Σύμβασης, το Qashqai, είχε μερικώς εξακριβωθεί στην Σύμβαση, ενώ, τα δύο Micra, ήταν πλήρως μη εξακριβωμένα (εφόσον το μόνο που είχε αναφερθεί σε σχέση με αυτά, ήταν ότι θα έρχονταν από το εξωτερικό και τίποτα περισσότερο). Αυτό, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη ανάλυση της νομικής πτυχής αυτής της υπόθεσης, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, καθότι, η διαφορά των διαδίκων, αφορά ζητήματα που άπτονται της, μετά της εξακρίβωσης των Αυτοκινήτων στην Σύμβαση, περιόδου. Ως εκ τούτου, το κατά πόσο τα Αυτοκίνητα ήταν κατά την σύναψη της Σύμβασης, πλήρως μη εξακριβωμένα, ή μερικώς εξακριβωμένα, είναι, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης διαφοράς, ζήτημα αδιάφορο. iii. Από τα ίδια γεγονότα (ως αυτά αναφέρονται στην υποπαράγραφο ii ανωτέρω), εξάγεται και το ότι, τα Αυτοκίνητα, δεν ήταν κατά την σύναψη της Σύμβασης, της ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, ή στην κατοχή της (η Ενάγουσα, ενήργησε ως μεταπωλητής των Αυτοκινήτων, ήτοι, ακολούθως της Συμφωνίας της με την Εναγομένη, τα παρήγγειλε από την «εταιρεία Nissan στη Λευκωσία», την οποία αντιπροσωπεύει στην Επαρχία Αμμοχώστου, στην οποία και κατέβαλε το τίμημα για αυτά, μετά που αυτά της παραδόθηκαν) και ως εκ τούτου, -και χωρίς και πάλι, και για τον ίδιο λόγο που έχει προαναφερθεί, να έχει ιδιαίτερη σημασία στην επίλυση της επίδικης διαφοράς-, για σκοπούς του Νόμου, ανήκαν στην κατηγορία των μελλοντικών αγαθών. iv. Το Qashqai, γύρω από το οποίο περιστρέφεται η επίδικη διαφορά των διαδίκων, καθορίστηκε στην Σύμβαση και η κυριότητα του μεταβιβάστηκε στην Εναγομένη σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 18 και 23 του Νόμου, όταν το συγκριμένο όχημα που τελικά παραδόθηκε στην Εναγομένη, επιλέχθηκε από την Ενάγουσα ότι ήταν των συμφωνημένων μεταξύ τους χαρακτηριστικών και προδιαγραφών, «παραμερίστηκε» από πλευράς της για σκοπούς που αφορούσαν την Σύμβαση και ενημερώθηκε σχετικά η Εναγομένη, η οποία, συγκατατέθηκε στον καθορισμό του στην Σύμβαση, -μάλιστα, παραλαμβάνοντας το κατόπιν τούτου από την Ενάγουσα-, χωρίς απόρριψη του για τον οποιονδήποτε λόγο. Εν προκειμένω, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να αφορά όρους που να είχαν τεθεί στην Σύμβαση, πέραν των προαναφερθέντων, και οι οποίοι να αφορούσαν τον καθορισμό των Αυτοκινήτων, και ειδικότερα του Qashqai, στην Σύμβαση. Το γεγονός, ότι, ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος πώλησης για το Qashqai, τελικά, παρά τα όσα αρχικά είχαν συμφωνηθεί, θα ελάμβανε χώρα μεταγενέστερα, βάση των προνοιών του Άρθρου 20 του Νόμου, δεν επηρέασε τον καθορισμό του συγκεκριμένου οχήματος ως του αντικειμένου της Σύμβασης και της μεταβίβασης της κυριότητας του στην Εναγομένη κατά τον χρόνο που προαναφέρθηκε, που, σε ότι αφορά την επίδικη διαφορά, ήταν πριν την καταστροφή του Qashqai από την φωτιά. v. Το δε γεγονός της εγγραφής του Qashqai στο όνομα της Εναγομένης, και εάν αυτή είχε γίνει ή δεν είχε γίνει κατά τον χρόνο του εμπρησμού του και της καταστροφής του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μηχανοκινήτων Oχηµάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόµου του 1972, Νόμος 86/1972 και των εκδοθέντων βάση αυτού, περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ. Δ. Π. 66/1984, -που αποσκοπεί απλά στο να ρυθμίσει, δια της σύστασης του Τμήματος του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων και των εξουσιών που αποδίδονται στον Έφορο από αυτόν, ζητήματα καταλληλότητας μηχανοκίνητων οχημάτων για οδική χρήση και κυκλοφορία, και δη του ποιος, ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τους, θα φέρει την ευθύνη σε ότι αφορά αυτά, μεταξύ άλλων, για την καταβολή των διαφόρων τελών, για την καταλληλότητα τους και την ασφάλιση τους [βλ. Κανονισμούς 4
(1), 5
(1), 8
(1), 13[
(3)και
(5)και 18 της Κ. Δ. Π. 66/1984]-, είναι στοιχείο εντελώς αδιάφορο για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου και μεταβίβασης της κυριότητας του Qashqai, ως στοιχείου περιουσίας, στην Εναγομένη. vi. Τώρα, σε ότι αφορά την παράδοση του Qashqai προς την Ενάγουσα, πριν την εγγραφή του ως έχει προαναφερθεί, συμφώνως των προνοιών του Νόμου 86/1972, από την στιγμή, που, ως ήταν παραδεκτό κατά την δίκη, η Ενάγουσα είχε την σχετική άδεια, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εμπόρων Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Επίδειξη και Δοκιμή) Νόμου του 2000, Νόμος 56(I)/2000, επίδειξης και παραχώρησης δοκιμής του Qashqai προς την Εναγομένη, ως αδειούχος έμπορος, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 5 και 6 Νόμου 56(I)/2000 ενήργησε και ορθά και νόμιμα. Επισημαίνονται εδώ, σε ότι δηλαδή αφορά την προαναφερόμενη κατάληξη μου, οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)του Άρθρου 6 του Νόμου 56(Ι)/2000, σύμφωνα με το οποίο: «Η χρήση πινακίδων δοκιμής επιτρέπεται μόνο, μέχρις ότου συναφθεί συμφωνία αγοραπωλησίας και εγγραφεί το όχημα και σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η χρήση της ίδιας πινακίδας στο ίδιο όχημα από τον ίδιο αγοραστή για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών.» (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου). Σημειώνεται εδώ, ότι, σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία το Qashqai είχε παραδοθεί στην Εναγομένη από την Ενάγουσα την 01/02/2011 και ότι αυτό είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά ξημερώματα της 14ης/02/2011 και ενώ όλα ήταν έτοιμα από πλευράς της Ενάγουσας για την εγγραφή του στο όνομα της Εναγομένης εκείνη την ημέρα. vii. Ως εκ των προαναφερομένων αποδέχομαι ότι, ο καθορισμός του Qashqai στην Σύμβαση, έγινε με βάση τα συμφωνηθέντα και ότι, η κυριότητα του στην Εναγομένη είχε μεταβιβαστεί σε αυτήν, πριν προκύψει η ζημιά του από την φωτιά και όταν ο σχετικός κίνδυνος του ήταν ήδη, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Νόμου, με την Εναγομένη. Συνεπώς, η Ενάγουσα, δικαιούται στην απαίτηση της, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 56
(1)του Νόμου και η Εναγομένη, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ματαίωση της Σύμβασης. viii. Τέλος, σε ότι αφορά τα όσα συζητήθηκαν κατά την δίκη σε ότι αφορά τα της «ασφάλισης» του Qashqai και της δυνατότητας της Εναγομένης να το ασφαλίσει, πρέπει να σημειωθεί το προφανές, σε σχέση με το οποίο φαίνεται ότι υπήρξε κάποια «σύγχυσης». Είναι ένα ζήτημα η ασφάλισης που έπρεπε να υποχρεωτικά να υπάρχει για το Qashqai, βάση του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Νόμος 96(I)/2000, για να οδηγείται από το οποιοδήποτε πρόσωπο σε οποιαδήποτε οδό, ευθύνη, ως προκύπτει [σε κάποιο βαθμό] από το Άρθρο 10
(1)του Νόμου 56(I)/2000, και της Ενάγουσας, και άλλο το ζήτημα ασφάλισης του έναντι του κινδύνου απώλειας ή ζημιάς του, ως στοιχείου περιουσίας. Αφής στιγμής η κυριότητα του Qashqai είχε μεταβιβαστεί, ως προαναφέρθηκε, στην Εναγομένη, και ως εκ τούτου, ο κίνδυνος είχε μετατοπιστεί σε αυτή, ήταν ζήτημα επίγνωσης αυτού του γεγονότος από πλευράς της Εναγομένης και σύνεσης της να προβεί στην οποιαδήποτε ιδιωτική διευθέτηση για τα της κάλυψης του, από οποιαδήποτε αδειοδοτημένη, βάση του ισχύοντος τότε περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002, Νόμος 35(I)/2002, ασφαλιστική εταιρεία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του καθηγητή R. Goode, Commercial Law, 3η έκδοση, στις σελίδες 258 και 259, «A prudent seller or buyer will not leave the risk of loss to be determined by the uncertain application of the rules embodied in the Sale of Goods Act but will cover his position by insurance. The policy being one of indemnity against loss, it is enforceable by the insured only if he can show that at the time of loss or damage to the goods he had an insurable interest in them. It is not, however, essential for him to establish an insurable interest at any earlier time, eg when the policy is taken out, unless the terms of the policy so require. ... The buyer acquires an insurable interest as soon as possession, property or risk has passed to him or he has made a payment in respect of the goods, and he can insure against loss of profit on resale as soon as the contract of sale is concluded. ...» (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου). ix. Τέλος, στρέφομαι στην απαίτηση της Ενάγουσας για τόκο επί του ποσού της απαίτησης της. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ2, την οποία αποδέχθηκα, η Ενάγουσα, διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης διαφοράς και διατηρεί μέχρι και σήμερα, τρεχούμενο λογαριασμό με συγκριμένο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, από τον οποίο πλήρωσε την εισαγωγέα του Qashqai το ποσό των €19.000 (η χρέωση του λογαριασμού έγινε 09/03/2011) και ο οποίος χρεώνεται με τόκους (προκύπτει από την αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού, Τεκμήριο ΔΤ12, ότι ο λογαριασμός είχε πάντοτε χρεωστικό υπόλοιπο). Δια του Τεκμηρίου ΔΤ10, το οποίο εξασφαλίστηκε από το συγκεκριμένο αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, πιστοποιείται το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο εν λόγω λογαριασμός κατά τα έτη 2011 έως 2015 (ήτοι για την περίοδο 31/12/2011 έως 31/12/2015). Η ΜΕ2, υποστήριξε ότι, «με απλά λογιστικά και σύμφωνα με τον τρόπο χρέωσης των τόκων όπως της επεξηγήθηκαν από την τράπεζα», υπολόγισε ότι το ύψος των χρεωστικών τόκων που χρεώθηκε η Ενάγουσα επί του ποσού των €19.000 για την περίοδο από 09/03/2011 έως και τις 08/03/2016, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €7.641,44. Παρουσίασε, εν προκειμένω, κατάσταση που ετοίμασε, το Τεκμήριο ΔΤ11, στην οποία φαίνονται τα αποτελέσματα των υπολογισμών της για κάθε έτος της προαναφερόμενης περιόδου. Σημειώνεται, ότι, με την απαίτησης της, η Ενάγουσα, αξιώνει από την Εναγομένη τόκο προς 8,5% από 01/02/2011. Περιορίζεται, συνεπώς, δια της προαναφερόμενης μαρτυρίας της ΜΕ2, η εν λόγω απαίτηση της Ενάγουσας, ως τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο ΔΤ11. Περαιτέρω, σημειώνεται, ότι, η πλευρά της Εναγομένης, με την έκθεση υπεράσπισης της, απλά αρνήθηκε τον εν λόγω ισχυρισμό της Εναγομένης και κατά την δίκη, η μόνη θέση που υπέβαλε στην ΜΕ δια του συνηγόρου της, ήταν ότι τα στοιχεία επί των οποίων βάσισε τους υπολογισμούς της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρόμοιο ζήτημα, δηλαδή, απαίτησης ενάγοντος για «τόκο» επί καθυστερημένης πληρωμής, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κολοκασίδης & Συνέταιροι ν Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1671, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Η εξουσία επιδίκασης τόκου από αρμόδιο δικαστήριο πάνω σε οφειλόμενο χρέος προνοείται από το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (όπως τροποποιήθηκε) το οποίο αναφέρει τα εξής: "33. -
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως δια νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως δια νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον, δια την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ' ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του ιδίου Νόμου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τόκο σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιεικείας όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο τόκος είναι πληρωτέος μόνο
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας, και
(3)σε μερικές περιπτώσεις υπό τύπο αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας όπου η σύμβαση εάν εκτελείτο προς γνώσιν των μερών θα έδιδε το δικαίωμα στον αναίτιο αντισυμβαλλόμενο να πληρωθεί τόκους. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, σελ. 54, παραγρ. 108. Στην απόφαση Wadsworth ν. Lydall [1981] 1 W.L.R. 598, η οποία επικροτήθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση President of India v. La Pintada Compania Navegacion SA [1985] A.C. 104, αναγνωρίστηκε σαν επιπρόσθετη εξαίρεση η επιδίκαση τόκου σαν ειδική ζημία όταν σαν αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγομένου να πληρώσει όταν έπρεπε, ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Εν τούτοις η πιο πάνω εξαίρεση που είναι η μόνη σχετική με τα επίδικα γεγονότα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται ο δεύτερος κανόνας στην υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Ex. 341 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την ανάκτηση ζημιών και απωλειών συνεπεία παράβασης σύμβασης. Βλ. Chitty on Contract, 27η έκδοση, τόμος 1, 26 - 079, σελ. 1272 - 1273 και MacGregor on Damages, 15η έκδοση, σελ. 372 - 374. Ο δεύτερος κανόνας της υπόθεσης Hadley v. Baxendale κωδικοποιείται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο αναφέρει τα εξής: "73. -
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης." Όπως προέκυψε από τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας του 1972 δεν ήταν σε γνώση των εφεσιβλήτων η από μέρους των εφεσειόντων τήρήση χρεωστικών τραπεζικών λογαριασμών οι οποίοι εχρεώνοντο με τόκους. Με δεδομένο ότι αυτό το ιδιαίτερο γεγονός δεν ήταν τότε σε γνώση των εφεσιβλήτων, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν ικανοποιείτο ο δεύτερος κανόνας της υπόθεσης Hadley v. Baxendale και κατά συνέπεια ο τόκος ως απώλεια δεν ήταν ανακτήσιμος καθότι ήταν απομακρυσμένη ζημία. Ο δικηγόρος των εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι ο τόκος θα μπορούσε να επιδικασθεί σύμφωνα με τους κανόνες της επιεικείας σε περίπτωση που δεν ενέπιπτε μέσα στις περιπτώσεις που αναγνωρίζονται από το κοινοδίκαιο. Συμβατική υποχρέωση για την καταβολή τόκου δεν προέκυψε. Οι σχετικές με το θέμα αυτό αρχές του δικαίου εξηγούνται στην Catsounotou ν. A.G.
(1978)1 C.L.R. 564 και Saab and Another ν. Holy Monastery Ay. Neophytes
(1982)1 C.L.R.
- Οι κανόνες της επιεικείας σε σχέση με την επιδίκαση τόκων προϋποθέτουν μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μερών, η οποία βασίζεται κυρίως πάνω στη σχέση εμπιστευτικότητας (fiduciary) ή κάποιων ιδιαίτερων περιστάσεων. Βλ. Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, παρ.
- Αναφέρεται σχετικώς: "
- Equitable right to interest. In equity interest may be recovered in certain cases where a particular relationship exists between the creditor and the debtor, such as mortgagor and mortgagee, obligor and obligee on a bond, personal representative and beneficiary, principal and surety, vendor and purchaser, principal and agent, solicitor and client, trustee and beneficiary, or where the debtor is in a fiduciary position to the creditor. Interest is also allowed on pecuniary legacies not paid within a certain time, on the dissolution of a partnership, on the arrears of an annuity where there has been misconduct or improper delay in payment, or in the case of money obtained or retained by fraud. It may also be allowed where the defendant ought to have done something which would have entitled the plaintiff to interest at common law, or has wrongfully prevented the plaintiff from doing something which would have so entitled him." Η σχέση αρχιτέκτονα πελάτου και πιο συγκεκριμένα η επίδικη σχέση εφεσειόντων - εφεσιβλήτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει μέσα στις γενικές αρχές που θέτει η σχετική νομολογία για την ιδιαίτερη σχέση, η οποία απαραιτήτως πρέπει να υφίσταται». Όπως και στην προαναφερόμενη υπόθεση Κολοκασίδης & Συνέταιροι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπήρχε συμβατική διευθέτηση για καταβολή του οποιουδήποτε ποσού ως τόκου σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του τιμήματος πώλησης των Αυτοκινήτων από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα. Επίσης, δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο περί του ότι, η Εναγομένη γνώριζε κατά την σύναψη της Σύμβασης ότι η Ενάγουσα τηρούσε χρεωστικούς λογαριασμούς που χρεώνονταν με τόκους. Εντούτοις, η σχέσης πωλητή - αγοραστή, είναι μία σχέσης σε ότι αφορά την οποία αναγνωρίζεται ως θέμα δικαίου ότι δίδει σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής το δικαίωμα επιδίκασης τόκου. Μάλιστα, έχει τύχει πλέον νομοθετικής ρύθμισης, από τον περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμο του 2012, Νόμος 123(I)/2012, ο οποίος από 27/07/2012 κατάργησε τον περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμο του 2003, Νόμο 73(I)/
- Σημειώνεται, εδώ, η καταχώρηση αυτής της Αγωγής, την 13η/07/
- Τα προαναφερόμενα νομοθετήματα, θεωρώ, ότι, αποτελούν, δεδομένης της νομολογίας επί του ζητήματος της επιδίκασης τόκου και της ειδικής ρύθμισης του συγκεκριμένου ζητήματος απαίτησης από αυτά, ευχερέστερη βάση διεκδίκησης της απαίτησης αυτής της Ενάγουσας. Στην προκείμενη περίπτωση, η απαίτηση αυτή της Ενάγουσας υποστηρίζεται, κατ' εφαρμογής των προνοιών των Άρθρων 2 και 3 του Νόμου 73(Ι)/2003 (που εφαρμόζεται αντί του Νόμου 123(I)/2012, δεδομένης της πρόνοιας του Άρθρου 4(β) του Νόμου 123(Ι)/2012 [[v]]) από τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου 73(Ι)/
- Σύμφωνα με τα Άρθρα 5, 6 και 7 του Νόμου 73(Ι)/2003: «
- Παρά τις διατάξεις οποιασδήποτε άλλης νομοθεσίας εκάστοτε σε ισχύ στη Δημοκρατία, σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής όπως ορίζεται στη σύμβαση για την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, τόκος υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, καθίσταται απαιτητός από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση: Νοείται ότι - (α) εάν η ημερομηνία ή η περίοδος πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, τόκος καθίσταται αυτόματα απαιτητός χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση υπενθύμισης - (i) τριάντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλης ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή· ή (ii) εάν η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή της ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή είναι αβέβαιη, τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών· ή (iii) εάν ο οφειλέτης έχει παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών· ή (iv) εάν προβλέπεται από οποιαδήποτε νομοθεσία ή τη σύμβαση, διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου, με την οποία επαληθεύεται η συμφωνία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση και εάν ο οφειλέτης λάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή νωρίτερα ή κατά την ημερομηνία, κατά την οποία διενεργείται η αποδοχή ή ο έλεγχος, τριάντα ημέρες μετά από αυτή την τελευταία ημερομηνία. (β) Ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας στο βαθμό που - (i) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις· και (ii) δεν έχει λάβει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση. 6.-
(1)Εκτός εάν η σύμβαση ορίζει διαφορετικά, το ύψος των τόκων υπερημερίας ("νόμιμο επιτόκιο"), τους οποίους υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης, σύμφωνα με το άρθρο 5 ισούται με το άθροισμα του επιτοκίου που εφαρμόζει η Κεντρική Τράπεζα στην πλέον πρόσφατη κύρια πράξη ανα-χρηματοδότησης της, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς"), συν επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο").
(2)Το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ισχύει για τους επόμενους έξι μήνες.
(3)Το επιτόκιο που εφαρμόζει η Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις αναχρηματοδότησης καθορίζεται από το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο.
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3), σε περίπτωση, κατά την οποία μια βασική πράξη αναχρηματοδότησης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία της προσφοράς με κυμαινόμενο επιτόκιο, το επιτόκιο αυτό αφορά το οριακό επιτόκιο, το οποίο προέκυψε από την εν λόγω προσφορά. Αυτό ισχύει τόσο για τις δημοπρασίες με ενιαίο επιτόκιο όσο και για τις δημοπρασίες με κυμαινόμενο επιτόκιο.». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου) Από την αποδεκτή μαρτυρία, ικανοποιούμαι ότι, η Ενάγουσα, δικαιούται, από εφαρμογή των προαναφερόμενων προνοιών του Νόμου 73(Ι)/2003, τόκο επί του ποσού της απαίτησης της, ίσο με το «περιθώριο» που προνοεί το προαναφερόμενο Άρθρο 6
(1)του Νόμου 73(Ι)/2003, ήτοι προς 7% ετησίως, από 15/05/2011 (ήτοι, από τριάντα μέρες μετά την παραλαβή των Micra από την Εναγομένη την 15/04/2011, από την στιγμή που όρος της Σύμβασης ήταν η εξόφλησης του τιμήματος πώλησης των Αυτοκινήτων μετά την παράδοση όλων, και ανεξάρτητα δηλαδή του ότι το Qashqai παρελήφθη από την Εναγομένη την 01/02/2011), μέχρι εξόφλησης του (και τούτο, ελλείψει μαρτυρίας περί του ύψους του «νόμιμου επιτοκίου», που επίσης ορίζεται από το προαναφερόμενο Άρθρο 6
(1)του Νόμου 73(Ι)/2003, και η οποία θα έδιδε στην Ενάγουσα δικαίωμα σε υψηλότερο ποσοστό τόκου). Κατάληξη
- Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου: Α. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, για το ποσό των €21.000, πλέον τόκο προς 7% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 15/05/2011 μέχρι εξόφλησης. Β. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Διδακτήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Jansz v G.M.B. Imports Pty [1979] VR
- [ii] Βλ. Wait and James v Midland Bank
(1926)31 Com Cas 172 και The Elafi
(1982)AllER
- [iii] Βλ. Atari Corp. (UK) Ltd v Electronics Boutique Stores (UK) Ltd [1998] QB
- [iv] Βλ. Gabarron v Kreeft
(1875)LR 10. [v] Σύμφωνα με την νομολογία, το ισχύον δίκαιο, προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος, εκτός και αν, μεταγενέστερο νομοθέτημα, που επιδρά επί δικαιώματος διαδίκου στην εν λόγω διαδικασία, ξεκάθαρα ήταν ο σκοπός του (του νομοθέτη) να περιοριστεί (βλ. Ανδρέας Δημητρίου ν Αικατερίνη Δημητρίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 834, Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636, Argus Stockbrokers Ltd v Ανδρέα Χατζηθεοδοσίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1514 και The Ship "Ntama" a. a. v Th. D. Georghiades S.A.
(1980)1 C.L.R. 386). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο