← Κύπρος

Νικόλας Νικολάου υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της MELEKKIS & SONS LTD ν. MELEKKIS & SONS LTD κ.α., Αρ.Αγωγής 35/2017, 9

Νικόλας Νικολάου υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της MELEKKIS & SONS LTD ν. MELEKKIS & SONS LTD κ.α., Αρ.Αγωγής 35/2017, 9/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 35/2017 Μεταξύ: Νικόλας Νικολάου υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της MELEKKIS & SONS LTD Ενάγων και

  1. MELEKKIS & SONS LTD
  2. Γεώργιος Αλεξάνδρου Μελέκκης
  3. Εύα Αλεξάνδρου Μελέκκη Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 26/1/2017 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερ.: 9 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: κ. Μ. Φιλίππου για Χαβιαράς & Φιλίπου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενους: Χρ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Επιζητούμενες Θεραπείες Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 26/1/17 με Κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο. Μέσω αυτής ο Ενάγοντας, Παραλήπτης/Διαχειριστής της Εναγόμενης 1 Εταιρείας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Απόφαση του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την απρόσκοπτη είσοδο του ενάγοντα και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του στα υποστατικά και/η στα γραφεία και/ή στα καταστήματα και/η σε χώρους που κατέχονται και/η χρησιμοποιούνται και/η είναι ιδιοκτησίας της MELEKKIS & SONS LTD (η «Εταιρεία») με σκοπό την καταγραφή των εμπορικών αποθεμάτων της Εταιρείας, την επιθεώρηση των λογιστικών αρχείων, βιβλίων και φακέλων της ως και την λήψη γενικά άλω. αναγκαίων πληροφοριών που θα επιτρέψουν στον ενάγοντα την κατά νόμο διεξαγωγή των καθηκόντων του ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας υπό τους όρους ομολόγων κυμαινόμενων επιβαρύνσεων ημερ. εγγραφής 07/12/04 και 27/03/15, προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ για ΛΚ 100,000 (€170,860) και €500,000 αντίστοιχα (τα «Ομόλογα»). (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να εντέλλεται η Εταιρεία και/η c Γεώργιος Αλεξάνδρου Μελέκκη και/η η Εύα Αλεξάνδρου Μελέκκη και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι τους όπως επιτρέψουν την απρόσκοπτη είσοδο του ενάγοντα και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων του στα υποστατικά και/η στα γραφεία και/η στα καταστήματα και/ή σε χώρους που κατέχονται και/η χρησιμοποιούνται και/η είναι ιδιοκτησίας της Εταιρείας και την παραλαβή κατοχής των εν λόγω υποστατικών και του εμπορικού της αποθέματος από τον ενάγοντα για την κατά νόμο διεξαγωγή των καθηκόντων του ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας υπό τους όρους των Ομολόγων. (Γ) Δήλωση ότι ο Ενάγοντας δικαιούται ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της περιουσίας της Εταιρείας να παραλάβει και/ή κατέχει και/ή διαθέσει την κινητή και ακίνητη περιουσία ιδιοκτησίας της Εταιρείας κατά τους όρους των Ομολόγων. (Ε) Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να παραδώσουν την κατοχή των ακινήτων της Εταιρείας και του εμπορικού της αποθέματος στον ενάγοντα. (ΣΤ) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στα υποστατικά της Εταιρείας και/ή για παράνομη αποξένωση κινητής περιουσίας της Εταιρείας και/ή του εμπορικού της αποθέματος και/ή για απώλεια ενδιάμεσων κερδών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος κατεχωρήθη από τον Ενάγοντα/ Αιτητή μονομερής Αίτηση με την οποία επιζητούντο τα ακόλουθα προσωρινά Διατάγματα: (Α) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την απρόσκοπτη είσοδο στον Αιτητή και/ή στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους του στα υποστατικά και/ή στα γραφεία που κατέχονται και/ή χρησιμοποιούνται από την MELEKKIS & SONS LTD (εφεξής «η Εταιρεία»), με σκοπό την καταγραφή των εμπορικών αποθεμάτων της Εταιρείας, την επιθεώρηση των λογιστικών αρχείων, βιβλίων και φακέλων της ως και τη λήψη γενικά όλων των αναγκαίων πληροφοριών που θα επιτρέψουν στον Αιτητή την κατά Νόμο διεξαγωγή των καθηκόντων του ως παραλήπτη και διαχειριστή της Εταιρείας υπό τους όρους ομολόγων κυμαινόμενων επιβαρύνσεων ημερ. εγγραφής 7.12.2004 και 27.3.2015 προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ για Λ.Κ.100.000 ( 170.860) 500.000 αντίστοιχα («τα Ομόλογα»), (Β) Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να εντέλλεται η Εναγόμενη 1 και/ή ο Εναγόμενος 2 και/ή η Εναγόμενη 3 και/ή οι υπάλληλοι και αντιπρόσωποι τους να επιτρέψουν την απρόσκοπτη είσοδο του Αιτητή και/ή των υπαλλήλων και/ ή των αντιπροσώπων του στα υποστατικά της Εταιρείας και την παραλαβή κατοχής των υποστατικών και των εμπορικών αποθεμάτων της Εταιρείας από τον Αιτητή για την κατά Νόμο διεξαγωγή των καθηκόντων του ως παραλήπτη και διαχειριστή της Εταιρείας υπό τους όρους των ομολόγων, και (Γ) Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2, Εναγόμενη 3 και στην Εταιρεία και/ή στους υπάλληλους και/ή αντιπροσώπους της να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν και/ή μεταποιήσουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία της Εταιρείας περιλαμβανομένου του εμπορικού της αποθέματος. Κατά το στάδιο εξέτασης της μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο εξέδωσε το Διάταγμα υπό στοιχείο (Γ) ενώ καθ΄ όσον αφορά τα αιτούμενα υπό στοιχεία (Α) και (Β) Διατάγματα δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση τους στην άλλη πλευρά. Με την παρούσα διαδικασία επιδιώκεται η συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος υπό στοιχείο (Γ) ως επίσης και η έκδοση των αιτουμένων υπό στοιχεία (Α) και (Β) Διαταγμάτων. Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.48,θ.θ.1, 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 97

(1), 337
(1), 338, 340
(1)(α) του Κεφ.113, στο Άρθρο 32 του Ν.14/1960 ,στα Άρθρα 4-9 του Κεφ.6 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του Αιτητή στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στις 10/1/2017 η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφεξής «η Τράπεζα») διόρισε τον Αιτητή Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Ο διορισμός του έγινε υπό τους όρους δύο Ομολόγων κυμαινόμενων επιβαρύνσεων επί ολόκληρης της περιουσίας της Εταιρείας προς όφελος της Τράπεζας ημερ. εγγραφής 7/12/04 και 27/3/15 (εφεξής τα ομόλογα) για ποσό Λ.Κ.100.000 (€170.860) και €500.000 αντίστοιχα. Τα Ομόλογα αφορούν κυμαινόμενες επιβαρύνσεις. · Η Εταιρεία κατέστη υπερήμερη έναντι της Τράπεζας οπόταν ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες των Ομολόγων που επιτρέπουν στην Τράπεζα το διορισμό του Αιτητή ως Παραλήπτη και Διαχειριστή, πράγμα που έπραξε. Ο διορισμός του Αιτητή κοινοποιήθηκε αυθυμερόν στον Εφορο Εταιρειών. · Στις 10/1/2017 ο εντεταλμένος δικαστικός επιδότης Μ. Μιχαήλ μετά από εντολή που του διαβίβασε ο Αιτητής μετέβη στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας για να επιδώσει τη νενομισμένη ειδοποίηση διορισμού του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή και γνωστοποίηση. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις αφέθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. · Στις 10/1/2017 ο Αιτητής μετέβη με συνεργείο στα υποστατικά της Εταιρείας με σκοπό να καταγράψει τα εμπορικά αποθέματα και να λάβει κατοχή των υποστατικών και των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Ο Εναγόμενος 2 απουσίαζε κατά το χρόνο εισόδου του Αιτητή στα υποστατικά και, ως τον ενημέρωσε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε, βρισκόταν σε άλλη επαρχία για προσωπικούς λόγους. Αφού του απαγορεύθηκε η είσοδος στα υποστατικά έδωσε οδηγίες σε πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από τον ίδιο να παραμείνουν εκτός των υποστατικών και περιμετρικά του κτιρίου, σε μια προσπάθεια αποτροπής τυχόν αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. · Μετά από αυτή την εξέλιξη διευθετήθηκε συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας όπου συζητήθηκαν διάφορες προτάσεις. Ακολούθησε νέα συνάντηση στις 16/1/2017 στα γραφεία της Τράπεζας με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής τελικής λύσης. Συμφωνήθηκε επίσης όπως οι ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, που είχαν καταχωρηθεί εναντίον της Τράπεζας οι οποίες αναφέρονται κατωτέρω, αποσυρθούν και όπως κανένας από τους διάδικους προβεί στο μεσοδιάστημα σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Ενεκα αυτής της διευθέτησης ο Αιτητής, αναμένοντας την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια. Εν τέλει, και αφού τα μέρη δεν κατέληξαν σε τελικό συμφωνημένο κείμενο, λειτουργός της Τράπεζας κοινοποίησε το αποτέλεσμα μέσω επιστολής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. · Υπό τις περιστάσεις καθίσταται επείγουσα η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων εφόσον οι Καθ΄ ων η Αίτηση, γνωρίζοντας το διορισμό του Αιτητή και την αποτυχία των διαπραγματεύσεων προς διευθέτηση, είναι πολύ πιθανόν να αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας εις βάρος των πιστωτών της. · Ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας είναι άμεσος και ορατός. Πρόκειται για προϊόντα που εκτίθενται προς πώληση και εύκολα μπορεί οποιοσδήποτε να τα αγοράσει ενώ ενόψει της φύσης τους και του μεγέθους τους είναι εύκολο για την Εταιρεία ή τους υπαλλήλους της να τα αποκρύψουν μεταφέροντας τα εκτός των χώρων της Εταιρείας. Πολλά δε από τα εμπορεύματα της αποτελούνται από υλικά μεγάλης αξίας έτσι που ο κίνδυνος αποξένωσης τους αλλά και μεταποίησης τους να είναι άμεσος. · Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε αγωγές εναντίον της Τράπεζας όπου αμφισβητείται η εγκυρότητα των Ομολόγων. Περαιτέρω, έχει καταχωρηθεί εναντίον της Τράπεζας η Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση υπ. αρ. 14687/2016, Ε.Δ. Λευκωσίας. Ακόμη εναντίον της Τράπεζας εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου πανομοιότυπες αγωγές και ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν από άλλες εταιρείες του Ομίλου. · Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ο Αιτητής θα υποστεί μεγαλύτερη ζημιά από την οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστούν οι Εναγόμενοι από την έκδοση τους. Για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας υπάρχουν προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 συνολικού ύψους €1.918.000 και υποθήκη επί του ακινήτου οι οποίες όμως εκ των πραγμάτων δεν σχετίζονται με τη φύση των αντικειμένων που βρίσκονται στα υποστατικά της Εταιρείας και την κυμαινόμενη επιβάρυνση. · Χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων ελλοχεύει ο κίνδυνος όπως καταστεί άνευ αντικειμένου η παρούσα αγωγή καθώς τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, τα οποία αποτελούν και το μέσο εξόφλησης των Ομολόγων, θα εξανεμιστούν. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Στην Αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση με την ίδια, βασικά, νομική βάση στην οποία εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: § Δεν υπήρξε νόμιμη θεσμοθετημένη διαδικασία διορισμού του παραλήπτη - διαχειριστή της Εταιρείας ενώ η διαδικασία είναι αντισυνταγματική, προσκρούουσα στο δημόσιο χαρακτήρα της διαδικασίας εκτελέσεως. § Τα Άρθρα 97
(1), 337
(1), 338 και 340 του Κεφ.113 είναι αντισυνταγματικά λόγω του ότι προσκρούουν στα Άρθρα 2 - 36 του Συντάγματος και στην Αρχή της διάκρισης των εξουσιών. § Η Τράπεζα δεν μπορεί να ασκεί εκ μέρους του Κράτους δημόσια εξουσία με πράξεις διορισμού ιδιωτών με εκτέλεση επιβαρύνσεων και απαιτείται διάταγμα Δικαστηρίου και εκτέλεση μέσω της επίβλεψης του Δικαστηρίου. § Η Τράπεζα διόρισε εκκαθαριστή με νόσφηση εξουσίας. § Ο χαρακτήρας της όλης διαδικασίας είναι δημόσιος και ως τέτοιος πρέπει από το Νόμο να ορίζεται ρητά ποιος έχει εξουσία διορισμού και εκτέλεσης επιβαρύνσεων και όχι να αφήνεται σε ιδιωτικό οργανισμό η εξουσία διορισμού και εκτέλεσης. § Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. § Οι διαπραγματεύσεις για διευθέτηση συνεχίζονται και στο πλαίσιο αυτό έχουν ήδη αποσυρθεί διάφορες αγωγές και ποινικές υποθέσεις εναντίον των αιτητών. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2, Διευθυντή της Εταιρείας, στην οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Μη αμφισβητούμενα Γεγονότα Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία εξέδωσε προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ δύο Ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 22/11/2004 και 13/3/15 για ποσά Λ.Κ. 100,000 και €500,000 αντίστοιχα (Τεκμήριο 2). Μέσω των εν λόγω Ομολόγων η Εναγόμενη εταιρεία επιβάρυνε υπό μορφή κυμαινόμενης εξασφάλισης ολόκληρη την επιχείρηση (undertaking) και την κάθε μορφής περιουσία της που βρίσκεται οπουδήποτε, τωρινή ή μελλοντική συμπεριλαμβανομένου και του εκάστοτε μη κληθέντος ακόμη κεφαλαίου και της φήμης και πελατείας της. Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του όρου 8[1] των Ομολόγων εφόσον συνέβαινε σε οποιοδήποτε χρόνο οποιοδήποτε από τα όσα αναφέρονται στον όρο 7 υπό στοιχεία (α) έως (στ) η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα κατά την απόλυτη της κρίση, επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας, να διορίσει γραπτώς Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) του ενεργητικού της Εταιρείας. Στις 2/12/16 η Ελληνική Τράπεζα μέσω επιστολής της προς την Εναγόμενη εταιρεία απαίτησε την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων τεσσάρων λογαριασμών της (Τεκμήριο 3). Συντελέστηκε με αυτόν τον τρόπο το γεγονός που αναφέρεται στην παρ.(α) του Όρου 7[2] των Ομολόγων που έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα να διορίσει Παραλήπτη/Διαχειριστή. Αυτό δε έπραξε διορίζοντας τον Αιτητή ως Παραλήπτη/Διαχειριστή και αυθημερόν ο εν λόγω διορισμός κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 97
(1)του Κεφ.113[3](Τεκμήριο 4). Την ίδια μέρα επιδόθηκε στην Εναγόμενη εταιρεία γραπτή ειδοποίηση διορισμού του Ενάγοντα ως Παραλήπτη/Διαχειριστή ως και η γνωστοποίηση του διορισμού του (Τεκμήρια 5 & 6). Οι εξουσίες του Παραλήπτη/Διαχειριστή καταγράφονται στους όρους 9 & 10 των πιο πάνω Ομολόγων. Διαλαμβάνεται εν προκειμένω πως ο Παραλήπτης/Διαχειριστής καθίσταται αντιπρόσωπος της εταιρείας έχοντας «την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες του Παραλήπτη και Διαχειριστή και να πράττει κάθε τι το οποίο ο Παραλήπτης/Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται ή έχει το δικαίωμα να κάμει και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας». Με βάση τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του Αιτητή άμα το διορισμό του μετέβηκε με συνεργάτες του στα υποστατικά της Εναγόμενης εταιρείας στο Παραλίμνι για σκοπούς καταγραφής των εμπορικών αποθεμάτων και λήψη κατοχής των υποστατικών και περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Εκεί δεν του επετράπη η είσοδος και του ζητήθηκε να απομακρυνθεί άμεσα. Με δεδομένο ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγομένων στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε ο Εναγόμενος 2 θα πρέπει να θεωρηθούν αναντίλεκτα γεγονότα. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[4]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[5] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[6]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[7]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης.[8] Eφαρμογή νομικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι, με βάση το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε στην παρούσα υπόθεση και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Πρόκειται για θεραπείες που αφορούν στα δικαιώματα του Ενάγοντα ως Παραλήπτη/Διαχειριστή και επιζητείται και Δηλωτική Απόφαση ότι ο Ενάγων δικαιούται ως Διαχειριστής/Παραλήπτης να παραλάβει και/ή κατέχει και/ή διαθέσει την κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας. Παράλληλα επιζητούνται γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επί του προκειμένου σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με τα επίδικα Ομόλογα και την ενεργοποίηση των προνοιών τους κατόπιν της απαίτησης της Τράπεζας για εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων της Εταιρείας που οδήγησε στον διορισμό του Ενάγοντα. Όσον αφορά δε τις εξουσίες που με βάση το Νόμο έχει ο Διαχειριστής/Παραλήπτης στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703, τονίσθηκε ότι με το διορισμό Παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας[9]. Όπως επεσήμανε ο Λόρδος Atkinson στην υπόθεση Moss Steamship Co. ν. Whinney [1912] A.C. 254 η οποία αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση: "This appointment of a receiver and manager over the assets and business of a company does not dissolve or annihilate the company, ....... Both continue to exist; but it entirely supersedes the company in the conduct of its business, deprives it of all power to enter into contracts in relation to that business, or to sell, pledge, or otherwise dispose of the property put into the possession, or under the control of the receiver and manager. Its powers in these respects are entirely in abeyance." Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά του Ενάγοντα στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Εν πάση δε περιπτώσει αξίζει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε είτε σε σχέση με το νόμιμο του διορισμού του Παραλήπτη/Διαχειριστή είτε σε σχέση με το εύρος των εξουσιών και δικαιωμάτων του. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Παράλληλα με την επάρκεια των αποζημιώσεων θα πρέπει να συνυπάρχει και φερεγγυότητα από πλευράς Εναγομένου. Διευκρινίζω ότι η τρίτη προϋπόθεση περιλαμβάνει και το στάδιο μετά την έκδοση της απόφασης. Η σχετική νομολογία αναγνωρίζει ότι η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης.[10] Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως έχει, ωστόσο, νομολογηθεί στην περίπτωση διαταγμάτων που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων δεν χρειάζεται να προσκομίζεται μαρτυρία για πρόθεση του Εναγομένου πραγματικά να αποξενώσει ή επιβαρύνει περιουσία που βρίσκεται επ΄ ονόματι του. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία[11]. Εν προκειμένω ο διορισμός του Αιτητή ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 Εταιρείας αλλά και η αποτυχία των διαπραγματεύσεων για διευθέτηση αποτελούν εξελίξεις[12] οι οποίες ευλόγως προκαλούν ανησυχία για κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle." Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 W.L.R. 1405 ο σκοπός ενός προσωρινού διατάγματος, είτε αυτό είναι απαγορευτικής φύσεως είτε προστακτικής φύσεως, είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες το Δικαστήριο να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο καλείται να λάβει εκείνη την πορεία η οποία είναι πιο πιθανόν να προκαλέσει τον ολιγότερο μη θεραπεύσιμο επηρεασμό στη μια ή στην άλλη πλευρά. Για το που κλίνει η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας αυτό εξετάζεται κατά περίπτωση στη βάση μιας σειράς διαφόρων παραγόντων. Η πιο πάνω περικοπή από την εν λόγω απόφαση είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, απόλυτα διαφωτιστική: " It is often said that the purpose of an interlocutory injunction is to preserve the status quo, but it is of course impossible to stop the world pending trial. The court may order a defendant to do something or not to do something else, but such restrictions on the defendant's freedom of action will have consequences, for him and for others, which a court has to take into account. The purpose of such an injunction is to improve the chances of the court being able to do justice after a determination of the merits at the trial. ............................................... The basic principle is that the court should take whichever course seems likely to cause the least irremediable prejudice to one party or the other. This is an assessment in which, as Lord Diplock said in the American Cyanamid case [1975] AC 396 , 408: "It would be unwise to attempt even to list all the various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them." 18 Among the matters which the court may take into account are the prejudice which the plaintiff may suffer if no injunction is granted or the defendant may suffer if it is; the likelihood of such prejudice actually occurring; the extent to which it may be compensated by an award of damages or enforcement of the cross-undertaking; the likelihood of either party being able to satisfy such an award; and the likelihood that the injunction will turn out to have been wrongly granted or withheld, that is to say, the court's opinion of the relative strength of the parties' cases". Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκονται προστακτικής φύσεως διατάγματα. Οι γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδονται τέτοια διατάγματα έχουν τεθεί στην Αγγλική υπόθεση Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652[13] ως ακολούθως: · Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον. · Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας. · Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση National Bank of Jamaica Ltd (ανωτέρω) αναγνωρίσθηκε πως στην περίπτωση ενός προστακτικού διατάγματος είναι πιο πιθανό να προκληθεί αθεράπευτος επηρεασμός από ό,τι στην περίπτωση ενός απαγορευτικού διατάγματος αν και, όπως παράλληλα αναφέρθηκε, κάτι τέτοιο δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια γενίκευση. Σε κάθε περίπτωση εξετάζονται τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και οι ενδεχόμενες συνέπειες από την έκδοση ή μη του διατάγματος. Αν διαφαίνεται ότι το διάταγμα ενδέχεται να προκαλέσει αθεράπευτη δυσχέρεια στον εναγόμενο πιθανόν το Δικαστήριο να είναι απρόθυμο να το εκδώσει εκτός αν ικανοποιηθεί ότι οι πιθανότητες να προκύψει ότι κακώς εδόθη είναι λίγες. Ή, όπως το ζήτημα τέθηκε από τον Δικαστή Megarry J στην υπόθεση Shepherd Homes Ltd v. Sandham
(1970)3 All E.R. 402[14], εάν το Δικαστήριο αισθάνεται ψηλότερου βαθμού εξασφάλιση ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα φανεί ότι το διάταγμα δόθηκε λανθασμένα. Επισημαίνεται ωστόσο ότι στην υπόθεση Films Rover International Ltd v Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670 ο Δικαστής Hoffmann J. τόνισε ότι κριτήριο του υψηλού βαθμού εξασφάλισης δεν χρειάζεται να ικανοποιείται σε όλες τις υποθέσεις και ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, η θεμελιώδης αρχή σε προσωρινά διατάγματα, είτε απαγορευτικά είτε προστακτικά, είναι το Δικαστήριο να ακολουθήσει εκείνη την πορεία η οποία συνεπάγεται μικρότερο κίνδυνο για αδικία στην περίπτωση που διαφανεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ότι ήταν λανθασμένη[15]. Δεν έχει, επίσης, διαφύγει της προσοχής μου ότι μέσω της παρούσας Αίτησης επιδιώκεται η έκδοση Διαταγμάτων - τα Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β) - τα οποία είναι ταυτόσημα με τις θεραπείες του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται στην αγωγή. Το ανεπιθύμητο, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντίστοιχου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Επί του ζητήματος αυτού θεωρώ αρκετό να παραπέμψω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 όπου τονίστηκαν τα εξής σχετικά: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Είναι η κρίση μου ότι στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της έκδοσης των Διαταγμάτων υπό στοιχεία (Α) και (Β) και υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος Διατάγματος υπό στοιχείο (Γ). Μέχρις ότου ακυρωθεί ή ανακληθεί ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή αυτός θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτελεί τα καθήκοντα και τις εξουσίες που του εναποθέτει ο Νόμος και οι πρόνοιες των Ομολόγων βάσει των οποίων έχει διοριστεί. Υπενθυμίζεται ότι αυτός υπόκειται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας[16] τις οποίες οφείλει να εφαρμόσει ενώ σε περίπτωση παράλειψης διεκπεραίωσης των καθηκόντων του υπόκειται σε κυρώσεις. Επισημαίνεται ακόμη ότι ο Διαχειριστής/Παραλήπτης δεν έχει μόνο δικαίωμα αλλά έχει παράλληλα και καθήκον να αναζητήσει και να αναλάβει φυσική κατοχή στοιχείων που αφορούν σε περιουσία της εταιρείας που είναι υπό την παραλαβή και διαχείριση του. Ταυτόχρονα αποτελεί υποχρέωση των αξιωματούχων της εταιρείας να παράσχουν στοιχεία στον Διαχειριστή/Παραλήπτη. Εν πάση δε περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν αναφέρουν μέσω της ένορκης τους δήλωσης οτιδήποτε ως προς το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στους ιδίους και στις δραστηριότητες της εταιρείας αν τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα εκδοθούν και οριστικοποιηθούν. Ούτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα αμφισβήτησης της ορθότητας και του νομότυπου του διορισμού του Παραλήπτη/Διαχειριστή. Η αόριστη και γενική αναφορά ότι «δεν υπήρξε νόμιμη θεσμοθετημένη διαδικασία διορισμού του παραλήπτη - διαχειριστή της Εταιρείας» δεν επηρεάζει, ούτε διαφοροποιεί την πιο πάνω προσέγγιση. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν βοηθούν τους Εναγόμενους οι γενικές, αόριστες και συλλήβδην αναφορές για παραβίαση των Άρθρων 2-36 του Συντάγματος και της Αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Ουδεμία επεξήγηση δόθηκε αναφορικά με το λόγο που οι πρόνοιες των Άρθρων 337
(1), 338 και 340 του Κεφ.113 προσκρούουν στο Σύνταγμα. Παρά τον προσδιορισμό των Άρθρων του Νόμου για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτά αντίκεινται στο Σύνταγμα, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε σαφής προσδιορισμός των Άρθρων του Συντάγματος, ούτε οποιαδήποτε εξειδίκευση πώς αυτά αντίκεινται Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Hunter ν. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731 το Δικαστήριο, κατά την εξέταση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας νόμου δεν μπορεί να προβαίνει σε υποθέσεις και εικασίες. Επιπλέον στην Αγόρευση των Καθ΄ων η Αίτηση γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά σε μη διασφάλιση στη διαδικασία διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή «υψηλής στάθμης προσόντα και ικανότητες» στον διορισθέντα με ταυτόχρονη επίκληση νομικών διατάξεων παντελώς άσχετων με το θέμα όπως την Οδηγία 2014/45/ΕΕ που αναφέρεται στον περιοδικό τεχνικό έλεγχο των μηχανοκινήτων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων τους και τον περί Τυποποίησης, Διαπίστευσης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμο 156(Ι)/2002! Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποίησε και τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και έδειξε ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα Προσωρινά Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β) ενώ το εκδοθέν υπό στοιχείο (Γ) Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 26/1/2017 καθίσταται απόλυτο. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και συνεπώς ο Αιτητής/Ενάγων δικαιούται στα έξοδα του. Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση να καταβάλουν, επομένως, τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο με το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]
  1. Εάν σε οποιοδήποτε χρόνο συμβεί οποιοδήποτε από όσα, στο παρόν ομόλογο, αναφέρονται λεπτομερώς πιο πάνω με την ένδειξη άρθρο 7α έως 7στ, συμπεριλαμβανομένων και των δύο, η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση της, επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας η οποία παρέχεται δυνάμει του παρόντος ή δυνάμει οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας ή εγγράφου ή από τον Νόμο, να διορίσει γραπτώς μέσω του κατάλληλα εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου ή αντιπροσώπων της οποιοδήποτε πρόσωπο είτε αυτό είναι ή όχι υπάλληλος της Τράπεζας ή της Εταιρείας, ως Παραλήπτη και Διαχειριστή (RECEIVER AND MANAGER) του προαναφερόμενου ενεργητικού ή οποιοσδήποτε μέρους του και κάτω από τέτοιους ή άλλους όρους ως προς την αμοιβή κι άλλα θέματα, που η Τράπεζα θα θεωρήσει πρέπον και η Τράπεζα έχει το δικαίωμα κατά παρόμοιο τρόπο οποτεδήποτε και κατά καιρούς να ανακαλεί το διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή αυτού και να διορίζει άλλο πρόσωπο στη θέση του. [2]
  2. Παρά την οποιαδήποτε περί του αντίθετου πρόνοια που περιέχεται στο παρόν, όλα τα ποσά και οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται ή για τις οποίες υπάρχει πρόθεση όπως εξασφαλισθούν με το παρόν, μαζί με όλους τους οφειλόμενους τόκους πάνω σε αυτά, ή οποιοδήποτε εκάστοτε οφειλόμενο και μη πληρωθέν υπόλοιπο τους, θα καθίστανται αμέσως πληρωτέα μόλις συμβεί οποιοδήποτε από τα πιο κάτω: (α) Εάν η Τράπεζα ζητήσει γραπτώς πληρωμή όλης ή μέρους οποιοσδήποτε από τις υποχρεώσεις τις οποίες το παρόν Ομόλογο εξασφαλίζει και αφήσει την ειδοποίηση της ζήτησης αυτής στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας ή αποστείλει την ειδοποίηση στην Εταιρεία ταχυδρομικώς και συστημένη και η Εταιρεία παραλείψει να πληρώσει το κεφάλαιο, τους τόκους και κάθε άλλο οφειλόμενο ποσό ή οποιοδήποτε μέρος του όπως προνοείται πιο πάνω. [3] 97.-
(1)Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει διάταγμα για το διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας εταιρείας ή διορίζει παραλήπτη ή διαχειριστή σύμφωνα με εξουσίες που περιλαμβάνονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, το πρόσωπο αυτό εντός επτά
(7)ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή του διορισμού παραδίδει σχετική ειδοποίηση στον καθορισμένο τύπο στον έφορο εταιρειών και ο έφορος εταιρειών καταχωρεί την ειδοποίηση στο μητρώο επιβαρύνσεων κατόπιν πληρωμής τέτοιου δικαιώματος που δυνατό να καθοριστεί με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. [4] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [5] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [6] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [7] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [8] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [9] Όπως τονίστηκε από τον Δικαστή Brightman J. Στην υπόθεση Re Emmadart Ltd
(1979)Ch. 540: "...The appointment of a receiver for debenture-holders suspends the powers of the directors over the assets in respect of which the receiver has been appointed, so far as it is requisite to enable the receiver to discharge his functions ... The authority of a receiver is not however coterminous with the authority of the board of directors. The powers of the receiver stem from (
  1. i)the powers contained in the memorandum and articles of association of the company to create mortgages and charges, coupled with (
  2. ii)the particular powers which have been conferred on a duly appointed receiver, pursuant to the due exercise of the company's borrowing powers". [10] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111 και Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [11] Δέστε C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροπιια «Λεωνικ» Λιμιτεδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785: «.. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρία για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένων θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί η επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελίδα 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Έφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Δέστε επίσης Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121: «.. αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του ...». [12] Δέστε Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης για το οποίο η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγομένων, ενώ προβάλει γενικά και αόριστα τον ισχυρισμό ότι οι διαπραγματεύσεις για διευθέτηση συνεχίζονται, ουδεμία αναφορά κάνει. [13] Δέστε R.K.B. LEATHERGOODS LIMITED v. Βιργινίας Ευάγγελου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. [14] "In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted;" [15] Δέστε σελ. 680-681 της απόφασης: "The passage quoted from Megarry J. in Shepherd Homes Ltd. v. Sandham [1971] Ch. 340 , 351, qualified as it was by the words "in a normal case," was plainly intended as a guideline rather than an independent principle. It is another way of saying that the features which justify describing an injunction as "mandatory" will usually also have the consequence of creating a greater risk of injustice if it is granted rather than withheld at the interlocutory stage unless the court feels a "high degree of assurance" that the plaintiff would be able to establish his right at a trial. I have taken the liberty of reformulating the proposition in this way in order to bring out two points. The first is to show that semantic arguments over whether the injunction as formulated can properly be classified as mandatory or prohibitory are barren. The question of substance is whether the granting of the injunction would carry that higher risk of injustice which is normally associated with the grant of a mandatory injunction. The second point is that in cases in which there can be no dispute about the use of the term "mandatory" to describe the injunction, the and therefore within the guideline of "exceptional" and therefore requiring special treatment. If it appears to the court that, exceptionally, the case is one in which withholding a mandatory interlocutory injunction would in fact carry a greater risk of injustice than granting it even though the court does not feel a "high degree of assurance" about the plaintiff's chances of establishing his right, there cannot be any rational basis for withholding the injunction". [16] Δέστε, μεταξύ άλλων, και τις πρόνοιες των Άρθρων 89 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.