DEROVA LTD ν. BIBLIO-GLOBUS LTD γνωστή και ως BIBLIO-GLOBUS OPERATION ή OPERATOR, Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 1292/10 και 1306/14, 29/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 1292/10 και 1306/14 Αρ. Αγωγής 1292/10 Μεταξύ: DEROVA LTD Ενάγοντες και BIBLIO-GLOBUS LTD γνωστή και ως BIBLIO-GLOBUS OPERATION ή OPERATOR Εναγόμενοι Αρ. Αγωγής: 1306/14 Μεταξύ: DEROVA LTD Ενάγοντες και BIBLIO-GLOBUS LTD γνωστή και ως BIBLIO-GLOBUS TRAVEL ή OPERATION ή OPERATOR Εναγόμενοι Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου, 2017 Για τους Ενάγοντες: O κ. Α. Παστός μαζί με κ. Μ. Σοφοκλέους για Μάμας Χατζη Χριστοφής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: O κ. Γ. Κουκούνης για Γιώργος Κουκούνης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστές του ξενοδοχείου με την ονομασία Crystal Springs Beach Hotel στον Πρωταρά (στη συνέχεια «το ξενοδοχείο») και ότι είχαν συνάψει γραπτή συμφωνία με τους εναγόμενους BIBLIO-GLOBUS LTD γνωστή και ως BIBLIO-GLOBUS TRAVEL ή OPERATION ή OPERATOR (στη συνέχεια «η BIBLIO») με ημερομηνία 29.10.2008 (στη συνέχεια «η Συμφωνία»). Κατά τους ενάγοντες η Συμφωνία προνοούσε την ενοικίαση ή/και κράτηση για συγκεκριμένες περιόδους, συγκεκριμένου αριθμού δωματίων στο ξενοδοχείο, σε καθορισμένες τιμές, το ενοίκιο των οποίων ανέλαβαν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στους ενάγοντες ανεξάρτητα αν τα δωμάτια αυτά θα ήταν κατειλημμένα από τους ή όχι. Αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης περαιτέρω λεπτομέρειες της εν λόγω συμφωνίας, οι πληρωμές που έγιναν σε διάφορα χρονικά διαστήματα και πώς προέκυψαν τα διεκδικούμενα με τις δύο αγωγές υπόλοιπα. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Συμφωνία ήταν για χρονική περίοδο τριών ετών (2009, 2010 και 2011), ότι το εγγυημένο ποσό της συμφωνίας ήταν €280.000,00 για το 2009 και ότι για κάθε επόμενο έτος θα αυξανόταν κατά 5% επί του εγγυημένου ποσού του προηγούμενου έτους κατά τρόπο που για το έτος 2010 θα ήταν για το ποσό των €294.000,00 και για το έτος 2011 για το ποσό των €308.000,
- Η οδηγός αγωγή (1292/10) αφορά το υπόλοιπο ποσό των €140.000,00 και αφορά το έτος
- Ισχυρίζονται ότι για την τουριστική περίοδο του 2009 είχαν συμφωνήσει εγγυημένη πληρωμή των εναγομένων προς τους ενάγοντες συνολικού ποσού €280.000,
- Η συμφωνία τους ως ισχυρίζονται ήταν για τρία χρόνια και αφορούσε τα έτη 2009, 2010 και 2011 και ότι για κάθε επόμενο έτος το ποσό της συμφωνίας θα αυξανόταν κατά 5% επί του ενοικίου του προηγούμενου έτους. Με την ως άνω αγωγή τους είχαν επιφυλάξει το δικαίωμα τους να εγείρουν άλλη αγωγή για την ισχυριζόμενη παράβαση ή εγκατάλειψη της συμφωνίας εκ μέρους της πλευράς των εναγομένων για τα έτη 2010 και
- Πράγματι αργότερα προχώρησαν με την καταχώρηση της ακολουθούσας αγωγής (1306/14) με την οποία αξιώνουν το ποσό €440.087,00 και αφορά αξιώσεις τους για αποζημιώσεις και/ή ως απώλειες και/ή ως ζημιές και/ή ως διαφυγόν κέρδος για τα έτη 2010 και
- Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν έναντι της συμφωνίας τους οποιοδήποτε ποσό για τα έτη 2010 και
- Ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε όλες τις δέουσες ενέργειες και ότι έλαβαν όλα τα δυνατά μέτρα για να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές που υπέστησαν δυνάμει της παράβασης, ως ισχυρίζονται, της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων. Για το έτος 2010, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ζημιές τους ανέρχονται στο κατ' ισχυρισμό προβλεπόμενο ποσό της συμφωνίας, δηλαδή €294.000,00 και ότι όσον αφορά το 2011 διέθεσαν συγκεκριμένο αριθμό δωματίων και τελικά οι πραγματικές ζημιές ή/και απώλειες ή/και διαφυγόν κέρδος τους ανήλθε στο ποσό των €146.087,
- Με την Υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι, πλην της προδικαστικής ένστασης σε σχέση με τα συμβαλλόμενα μέρη και ειδικότερα της υπογραφής της συμφωνίας από πλευράς των εναγόντων, την οποία εν τέλει δεν προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, εκτός της άρνησης όλων των αξιώσεων των εναγόντων και ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, προβάλλουν τη δική τους ερμηνεία στην επίδικη συμφωνία ότι δηλαδή αυτή αφορούσε την καλοκαιρινή περίοδο του έτους 2009 και μόνο, ήτοι από 17.04.2009 - 31.10.2009 και ότι το φερόμενο ως εγγυημένο ποσό ήταν ενδεικτικό της μεταξύ των μερών συνεργασίας. Ότι οι διάδικοι δεν σύναψαν συμφωνία για τρία έτη αλλά μόνο για την ανωτέρω περίοδο. Ότι δεν σύναψαν συμφωνία ενοικίασης δωματίων και ότι για την περίοδο που συνεργάστηκαν, το έτος 2009, συμφώνησαν και λογαριάστηκαν και ότι εξόφλησαν ό,τι όφειλαν στους ενάγοντες κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τους ίδιους τους ενάγοντες. Περαιτέρω ότι η συμφωνία τους ήταν όπως οι ενάγοντες αναλάβουν να διαθέτουν και παραχωρούν συγκεκριμένο αριθμό δωματίων αναλόγως ζήτησης για διαμονή σε πελάτες που μετέφεραν στην Κύπρο οι εναγόμενοι στη βάση allotment (και όχι ως εγγυημένη - commitment) συμφωνία με περίοδο προειδοποίησης 5 ημερών (release period), αντί συγκεκριμένων ημερήσιων τιμών ανά άτομο με ημιδιατροφή ή all inclusive. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι πρότειναν συνεργασία με τους ενάγοντες όπως προκύπτει και από σχετική επιστολή των εναγομένων με ημερομηνία 11.05.2010 την οποία οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν. Ισχυρίζονται ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων είναι αβάσιμες και ανυπόστατες και ότι ουδεμία ζημία ή διαφυγόν κέρδος υπέστησαν είτε κατά το έτος 2010 είτε κατά το
- ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ικανές και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους εισηγήθηκαν όπως στην επίδικη Συμφωνία δοθεί το νόημα ή η ερμηνεία που η δική τους πλευρά εισηγείται και ανέλυσαν τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκφράζοντας εισηγήσεις και απόψεις για την αντίκρυση της. Ο καθένας εισηγήθηκε όπως γίνουν πιστευτοί οι μάρτυρες που προσκόμισε η πλευρά του και απορριφθεί αυτή της άλλης με ανάλογο αποτέλεσμα ως προς την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες στηρίχθηκαν στη μαρτυρία του κ. Γιώργου Ελευθερίου (ME1), της κας Φάνιας Γιατρού (ME2) και του κ. Λοΐζου Σιακαλλή (ΜΕ3). Από τη δική τους πλευρά, οι εναγόμενοι βασίστηκαν στη μαρτυρία του κ. Χαράλαμπου Χαμπή (ΜΥ1). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: Ο κ. Γ. Ελευθερίου (ΜΕ1), ήταν ο διευθυντής του Ξενοδοχείου των εναγόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο της υπογραφής και του πρώτου έτους της ισχύος της Συμφωνίας. Κατέθεσε τη Συμφωνία (Τεκμ. 1) (στο εξής «η Συμφωνία») και έδωσε πλήρεις και σαφείς λεπτομέρειες για τις επαφές και τις συζητήσεις που είχε με την πλευρά των εναγομένων πριν τη συνομολόγηση της Συμφωνίας και εν συνεχεία την υπογραφή και την εφαρμογή της και την εν γένει συνεργασία των μερών. Το γεγονός ότι υπεγράφη η Συμφωνία της 29.10.2008 από τις δύο πλευρές δεν έχει αμφισβητηθεί αν και οι εναγόμενοι σε σχέση με τη συμφωνία αυτή εισηγούνται ότι εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αφορά συμφωνία ενοικίασης 3 ετών, αυτή είναι άκυρη διότι δεν υπογράφτηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων όπως προνοεί ο Περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, άρθρο 77
(1)(α) και (β) και επομένως οι απαιτήσεις των εναγόντων δεν ευσταθούν. Το ζήτημα αυτό θα με απασχολήσει σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης μου. Ο μάρτυς τόνισε ότι η Συμφωνία είχε ετοιμαστεί από την πλευρά των εναγομένων και ότι είχε υπογραφεί από τον ίδιο εκ μέρους των εναγόντων. Από πλευράς των εναγομένων η Συμφωνία είχε υπογραφεί αρχικά στις 22.10.2008 από αξιωματούχο/εκπρόσωπο τους στη Ρωσία και στη συνέχεια στις 29.10.2008 από τον κ. Χαράλαμπο Χαμπή (ΜΥ1) ως εκπρόσωπο τους στην Κύπρο, δυνάμει των προνοιών του Περί Γραφείων Τουρισμού, Ταξιδίων και Ξεναγών Νόμου (Ν.41(Ι)/1995). Σε αναφορά στη Συμφωνία, ανέφερε ότι αυτή προνοούσε ότι οι ενάγοντες θα κρατούσαν στο Ξενοδοχείο για τις ανάγκες των πελατών των εναγομένων συγκεκριμένους αριθμούς δωματίων, για συγκεκριμένες περιόδους και σε καθορισμένες τιμές, με συνολική εγγυημένη πληρωμή των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Η Συμφωνία προνοούσε περαιτέρω ότι οι πελάτες των εναγομένων θα επιβαρύνονταν με επιπρόσθετη χρέωση (extras) για συγκεκριμένες παροχές που καθορίστηκαν αναλυτικά και που δεν περιλαμβάνονταν στο εγγυημένο ποσό της Συμφωνίας. Όπως εξήγησε, εάν κατά το έτος 2009 οι εναγόμενοι επιτύγχαναν την πώληση όλων των δωματίων που οι ενάγοντες όφειλαν να δεσμεύσουν για σκοπούς των πελατών τους, σε όλες τις περιόδους της Συμφωνίας και με δεδομένο ότι σε κάθε δωμάτιο θα διέμεναν δύο άτομα με καθεστώς ημιδιατροφής, το συνολικό ποσό της είσπραξης των εναγόντων θα ήταν γύρω στις €400.000,
- Αργότερα προς επίρρωση του πιο πάνω ισχυρισμού του ΜΕ 1 ο σχετικός αναλυτικός υπολογισμός κατατέθηκε ως Τεκμ. 26 από την κα Φάνια Γιατρού (ΜΕ2). Ως εκ τούτου, συμφωνήθηκε με τους εκπροσώπους ή/και αντιπροσώπους των εναγομένων και περιλήφθηκε ως όρος στη Συμφωνία ότι οι εναγόμενοι θα εγγυούνταν στους ενάγοντες την καταβολή του ποσού των €280.000,00 για τις εν λόγω κρατήσεις δωματίων. Η Συμφωνία προέβλεπε την περαιτέρω αύξηση του εν λόγου ποσού κατά 5% για κάθε μια από τις δύο επόμενες χρονιές το 2010 και το
- Ο ΜΕ1 ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι η Συμφωνία απαγόρευε στους ενάγοντες να διαθέτουν σε δικούς τους πελάτες τα δωμάτια που κρατούνταν προς όφελος των πελατών των εναγομένων και ότι η Συμφωνία είχε ξεκάθαρα συναφθεί στη βάση της καθιερωμένης ξενοδοχειακής πρακτικής ή/και συνεννόησης γνωστής ως «commitment» και όχι της πρακτικής ή/και συνεννόησης γνωστής ως «allotment» όπως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι. Εξήγησε τον όρο «commitment» και την πρακτική δυνάμει της οποίας γίνεται κράτηση δωματίων και ότι η εταιρεία που κάνει την κράτηση είναι υποχρεωμένη να την πληρώσει στο ακέραιο, ακόμη και εάν τελικά δεν καταφέρει να πωλήσει τα δωμάτια στους δικούς της πελάτες. Ως «allotment» εξήγησε την πρακτική δυνάμει της οποίας γίνεται κράτηση, όμως η εταιρεία που την κάνει πληρώνει μόνο για τα δωμάτια που τελικά καταφέρνει να πωλήσει στους πελάτες της. Ο μάρτυς στήριξε τη θέση του υπογραμμίζοντας ότι εάν η Συμφωνία ήταν τύπου «allotment», δεν θα μπορούσε να προνοεί εγγυημένο ποσό πληρωμής, ούτε συγκεκριμένες ημερομηνίες καταβολής δόσεων για εξόφληση του εν λόγω εγγυημένου ποσού πληρωμής. Δεν θα ήταν επίσης λογικό, ανέφερε, να περιέχει όρο για αποκλειστικότητα συνεργασίας με τους εναγόμενους σε σχέση με τη Ρωσική αγορά. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι κατά το πρώτο έτος της Συμφωνίας οι εναγόμενοι αντιμετώπιζαν προβλήματα με την πώληση των δεσμευμένων δωματίων του Ξενοδοχείου στους πελάτες τους και με την τήρηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και για το λόγο αυτό τους είχαν αποστείλει επιστολή με ημερομηνία 14.08.2009 την οποία κατάθεσε ως (Τεκμ. 2). Για τον ίδιο λόγο τους είχαν προσφέρει διάφορες ειδικές προσφορές τις οποίες κατάθεσε ως (Τεκμ. 3 - 15), ως μια προσπάθεια να τους βοηθήσουν να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του τη θέση ότι οι εν λόγω προσφορές μπορούσαν να επηρεάζουν το εγγυημένο ποσό πληρωμής της Συμφωνίας, τονίζοντας ότι σε κάθε μια από τις εν λόγω προσφορές διευκρινιζόταν ρητώς ότι όλοι οι όροι και προϋποθέσεις της Συμφωνίας, άρα και το εγγυημένο ποσό πληρωμής, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ο μάρτυς παρουσίασε ως ιδιαίτερη επιτυχία γι' αυτόν και για το Ξενοδοχείο το γεγονός ότι το 2009 ήταν η πρώτη χρονιά κατά την οποία οι διάδικοι συμφώνησαν σε συνεργασία στη βάση συμβολαίου με εγγυημένο ποσό πληρωμής, σημειώνοντας ότι την προηγούμενη χρονιά η συνεργασία τους ήταν στη βάση συμφωνίας τύπου «allotment». Η θέση αυτή ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε αργότερα και από τον κ. Π. Χαραλάμπους (ΜΥ1), ο οποίος αναγνώρισε τη συμφωνία συνεργασίας των μερών για το 2008 η οποία σημειώθηκε ως (Τεκμ. 36). Ο κ. Γ. Ελευθερίου (ΜΕ1), παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατά την αντεξέταση του, εμμένοντας στις τοποθετήσεις στις οποίες προέβη κατά την κυρίως εξέταση του και ότι σε κάποια σημεία στα οποία διαφοροποιήθηκε αυτά ήταν επουσιώδη και σίγουρα όχι τέτοια που θα μπορούσαν να πλήξουν τη συνολική του εικόνα και αξιοπιστία. Κρίνω ότι ο μάρτυς αυτός επιπλέον δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης εφόσον πλέον δεν είχε σχέση εργοδοσίας με τους ενάγοντες. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αντικειμενική στην ολότητα της. Η κα Φάνια Γιατρού (ΜΕ2), ήταν η υπεύθυνη του λογιστηρίου των εναγόντων κατά την επίδικη περίοδο. Η Γραπτή Δήλωση της σημειώθηκε ως Έγγραφο Α ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτή έδωσε πληροφορίες και λεπτομέρειες σε σχέση με τη συνεργασία των μερών και τη δική της εμπλοκή. Με τα Τεκμήρια 18-20 ξεκαθάρισε το θέμα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του Ξενοδοχείου και την απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης του με την Crystal Springs, προς αντίκρουση μιας εκ των υπερασπίσεων των εναγομένων. Εφόσον σ' αυτά που είναι τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών φαίνεται ότι η πιο πάνω είναι επωνυμία που ανήκει στην ενάγουσα. Η μαρτυρία της επί των εν λόγω σημείων παρέμεινε αναντίλεκτη και οι σχετικές Υπερασπίσεις έχουν καταρριφθεί και παρέμειναν χωρίς έρεισμα. Η μάρτυς (ΜΕ2), εξήγησε ότι για τους σκοπούς της Συμφωνίας τηρείτο κατάσταση λογαριασμού στο όνομα των εναγομένων, στην οποία καταχωρούνταν οι σχετικές δοσοληψίες τους. Κατά την αναχώρηση κάθε πελάτη των εναγομένων από το Ξενοδοχείο, οι ενάγοντες δεν εισέπρατταν την αμοιβή τους για τη φιλοξενία του, αλλά εξέδιδαν στο όνομα τους σχετικό τιμολόγιο, το οποίο απέστελλαν στους εναγόμενους προς διευθέτηση. Εάν στον εν λόγω πελάτη αντιστοιχούσαν επιπρόσθετες χρεώσεις, γίνονταν οι ανάλογες εγγραφές στο τιμολόγιο του. Κατέθεσε ως Τεκμ. 22 τη σχετική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμ. 23 δέσμη με όλα τα σχετικά τιμολόγια. Παρόλο ότι το ύψος του κύκλου εργασιών της συνεργασίας των διαδίκων δεν ήταν επίδικο θέμα, η μάρτυς ήταν σε θέση να εξηγήσει και να αναλύσει με πειστικότητα και επάρκεια την ορθότητα των χρεώσεων και τη συμβατότητα με τη Συμφωνία (Τεκμ. 1) κάθε ενός από τα τιμολόγια του Τεκμ.
- Ανέφερε και αυτή όπως και ο ΜΕ1 ότι με την έναρξη της τουριστικής περιόδου του 2009, η εναγόμενη δεν φάνηκε συνεπής αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα πληρωμών που είχε συμφωνηθεί και για το λόγο αυτό υπήρξε επικοινωνία μαζί της. Η εναγόμενη ζήτησε πίστωση χρόνου και διαβεβαίωσε ότι το πρόβλημα της καθυστέρησης θα επιλυόταν. Σταδιακά, άρχισαν να γίνονται πληρωμές έναντι της συνολικής εγγυημένης πληρωμής που προέβλεπε η Συμφωνία, οι οποίες με τη λήξη της τουριστικής περιόδου του 2009 ανήλθαν σε €140.000,00, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο ύψους €140.000,
- Μετά από συνεχείς επικοινωνίες και παρακλήσεις και κατόπιν μιας συνάντησης του κ. Λοϊζου Σιακαλλή διευθυντή και μετόχου των εναγόντων (ΜΕ3) με τον κ. Πάμπο Χαραλάμπους (ΜΥ1) που έγινε στις αρχές του 2010, συμφωνήθηκε να διευθετηθεί το υπόλοιπο των επιπρόσθετων χρεώσεων των πελατών των εναγομένων και απεστάλη σχετικό έγγραφο στην αντιπρόσωπο τους στην Κύπρο, εταιρεία J.T.A. Travel Ltd (Τεκμ. 24). Η μάρτυς ανέφερε ότι αφού κατέληξαν σε συμφωνία με το λογιστήριο των εναγομένων για το εν λόγω ποσό, την 25.02.2010 έλαβε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους €29.468,12σ. Τόνισε με κατηγορηματικότητα πως από τις επαφές της με το λογιστήριο των εναγομένων, ήταν ξεκάθαρο ότι οι εντολές που είχαν δοθεί από τους εργοδότες τους ήταν να καταλήξουν στα ποσά που περιλαμβάνονταν στα τιμολόγια των πελατών των εναγομένων ως επιπρόσθετες χρεώσεις και ότι το υπόλοιπο ποσό της συνολικής εγγυημένης πληρωμής που προέβλεπε η Συμφωνία δεν ήταν δική τους ευθύνη να το συμφωνήσουν, αλλά των εργοδοτών τους. Ήταν δε για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όταν κατέληξαν σε συμφωνία, που δεν αρνήθηκε να υπογράψει τη δήλωση που της απέστειλαν οι εναγόμενοι (Τεκμ. 25). Ήταν βασική υπεράσπιση για την πλευρά των εναγομένων ότι η εν λόγω δήλωση απεδείκνυε την εξόφληση της συνεργασίας των μερών, όμως η ΜΕ2 τόνισε με έμφαση ότι ο λόγος που την υπέγραψε ήταν διότι ο διευθυντής και μέτοχος των εναγόντων κ. Λ. Σιακαλλής (ΜΕ3), της είχε αναφέρει προηγουμένως πως είχε συμφωνήσει με τον κ. Π. Χαραλάμπους (ΜΥ1) μόνο το θέμα των επιπρόσθετων χρεώσεων των πελατών των εναγομένων και ως εκ τούτου, το ποσό που καταβαλλόταν δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να συνιστά εξόφληση ολόκληρου του πρώτου έτους της Συμφωνίας. Εξήγησε περαιτέρω ότι βάσει της Συμφωνίας, η συνολική εγγυημένη πληρωμή των εναγομένων για την τουριστική περίοδο του έτους 2010 ανερχόταν σε €294.000,00 ήτοι €280.000,00 πλέον 5% και για την τουριστική περίοδο του έτους 2011 σε €308.700, ήτοι €294.000,00 πλέον 5%. Οι εναγόμενοι ανέφερε, δεν κατέβαλαν στους ενάγοντες έναντι της Συμφωνίας οποιοδήποτε ποσό για τα έτη 2010 και 2011 και ισχυρίστηκε ότι επειδή η αρνητική στάση των εναγόμενων αναφορικά με την τήρηση της Συμφωνίας διαφάνηκε τους πρώτους μήνες του 2010, λόγω στενότητας χρόνου από την έναρξη της τουριστικής περιόδου ήταν αδύνατο για τους ενάγοντες να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές τους για το εν λόγω έτος και σύμφωνα με το εγγυημένο ποσό της Συμφωνίας ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €294.000,
- Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σε σχέση με το 2011, οι ενάγοντες προσπάθησαν να διαθέσουν τον συγκεκριμένο αριθμό δωματίων που οι εναγόμενοι είχαν κρατήσει για τις συγκεκριμένες περιόδους και στις καθορισμένες τιμές της Συμφωνίας και για το σκοπό αυτό απευθύνθηκαν σε μεμονωμένους επισκέπτες, σε οργανωτές ταξιδιών (tour operators) και σε άλλους ενδιαφερόμενους και τελικά η ζημιά τους περιορίστηκε σε €146.087,37σ. ποσό που προκύπτει βάσει αναλυτικών υπολογισμών που ετοίμασε και εξήγησε κατά την μαρτυρία της με λεπτομέρεια. Η μάρτυς (ΜΕ2), εξήγησε ότι βάσει της Συμφωνίας, η κάθε τουριστική περίοδος χωριζόταν σε έξι περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εναγόμενοι είχαν κρατήσει συγκεκριμένο αριθμό δωματίων, σε συγκεκριμένες τιμές στη βάση ημιδιατροφής και All Inclusive. Οι αιτούμενες αποζημιώσεις υπολογίστηκαν βάσει της μειωμένης πληρότητας και του συγκεκριμένου αριθμού άδειων δωματίων επί συνόλου 135 συνολικά δωματίων του Ξενοδοχείου, σε κάθε μέρα κάθε μιας από τις πιο πάνω περιόδους. Για τον αριθμό των δωματίων του Ξενοδοχείου κατέθεσε σχετική βεβαίωση από τους αρχιτέκτονες Ι & Α Φιλίππου (Τεκμ. 29). Οι υπολογισμοί στηρίχθηκαν περαιτέρω στο γεγονός ότι κατά το έτος 2011 η συνολική πελατεία του Ξενοδοχείου ήταν σε ποσοστό 40% στη βάση ημιδιατροφής και σε ποσοστό 60% στη βάση All Inclusive. Οι εν λόγω αναλογίες τεκμηριώθηκαν με τις καθημερινές καταστάσεις (daily reports) του Ξενοδοχείου που αποτελούσαν μέρος του Τεκμ. 33, το οποίο κατέθεσε στη συνέχεια ο κ. Λ. Σιακαλλής (ΜΕ3). Οι τιμές για ημιδιατροφή και για All Inclusive υπολογίστηκαν βάσει των ποσών της Συμφωνίας για το έτος 2009, πλέον 10% (5% και 5%), όπως δηλαδή προέβλεπε η Συμφωνία. Σε κάθε δωμάτιο του Ξενοδοχείου υπολογίστηκε ότι θα διέμεναν 2 άτομα. Η μάρτυς (ΜΕ2), κατέθεσε στη συνέχεια της μαρτυρίας της πίνακα με ανάλυση και υπολογισμούς σε σχέση με την Συμφωνία για το έτος 2009 (Τεκμ. 26), δυνάμει των οποίων είχε καθοριστεί το εγγυημένο ποσό πληρωμής της Συμφωνίας. Κατέθεσε επίσης πίνακες πληρότητας του Ξενοδοχείου μαζί με χειρόγραφες σημειώσεις και υπολογισμούς αναφορικά με τον αριθμό των δωματίων που παρέμειναν κενά για το έτος 2011 και τον αριθμό των δωματίων που η ενάγουσα όφειλε να διατηρεί κενά για τους εναγόμενους δυνάμει της Συμφωνίας (Τεκμ. 27) και πίνακες με αναλυτικούς υπολογισμούς σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας για το έτος 2011 (Τεκμ. 28). Για όλα αυτά έδωσε τις απαραίτητες εξηγήσεις και διευκρινήσεις. Κατά την αντεξέταση της όταν της υποβλήθηκε ότι οι υπολογισμοί της για τις αποζημιώσεις του έτους 2010 ήταν διογκωμένοι, προς απόδειξη τους κατέθεσε ως Τεκμ. 31 πίνακες πληρότητας του Ξενοδοχείου μαζί με χειρόγραφες σημειώσεις και υπολογισμούς αναφορικά με τον αριθμό των δωματίων που παρέμειναν κενά για το έτος 2010 και τον αριθμό των δωματίων που οι ενάγοντες όφειλαν να κρατούν κενά για τους εναγόμενους δυνάμει της Συμφωνίας και ως Τεκμ. 32 πίνακες με αναλυτικούς υπολογισμούς, από τους οποίους προκύπτει ότι η ζημιά των εναγόντων για το έτος 2010 βάσει του αριθμού των δωματίων που παρέμειναν τελικά κενά ήταν €331.674,43σ. Ως εκ τούτου, ανέφερε, η προωθούμενη απαίτηση μόνο για το εγγυημένο ποσό πληρωμής (€294.000,00) ήταν μικρότερη και ευνοϊκότερη για τους εναγόμενους. Παρακολούθησα τη μάρτυρα να καταθέτει ενώπιον μου και να αντεξετάζεται για κάθε ζήτημα που αφορούσε τις δοσοληψίες των διαδίκων και τις αξιώσεις των εναγόντων. Κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο και παρέμεινε αναντίλεκτη και ότι σε κάθε ένα από τα θέματα που της ζητήθηκε να απαντήσει, απέδειξε την επάρκεια και την πληρέστατη γνώση ολόκληρου του φάσματος της εφαρμογής και υλοποίησης της Συμφωνίας. Η μάρτυς ήταν ειλικρινής και κάθε απάντηση της την τεκμηρίωνε με αναφορά σε έγγραφα τα οποία κατέθετε ως τεκμήρια. Αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της. Ο κ. Λ. Σιακαλλής (ΜΕ3), ήταν εκ των μετόχων και διευθυντών των εναγόντων. Η Γραπτή Δήλωση του σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και απετέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Ανέφερε ότι κατέθετε και υπό την ιδιότητα του ως ορκωτός Λογιστής (Chartered Accountant) γι' αυτό και μπορούσε να προβεί σε ανάλυση και με επάρκεια και πληρότητα να αναφερθεί σε οικονομικούς όρους και να προβεί σε λογιστικούς υπολογισμούς. Διευκρίνισε ότι δεν είχε οποιανδήποτε άμεση εμπλοκή σε σχέση με την υπογραφή της Συμφωνίας με τους εναγόμενους και ότι το εν λόγω θέμα είχε τύχει χειρισμού από τον ΜΕ1, ο οποίος κατά τη διάρκεια των επαφών του με την πλευρά των εναγομένων, τον κρατούσε ενήμερο για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου του 2009 ενημερωνόταν τόσο από τον ΜΕ1, όσο και από το λογιστήριο των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν συνεπείς με το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα πληρωμών και ότι ζητούσαν πίστωση χρόνου προς διευθέτηση των υποχρεώσεων τους. Γνώριζε επίσης ότι με το τέλος της τουριστικής περιόδου του 2009, οι εναγόμενοι είχαν καταβάλει συνολικά το ποσό των €140.000,00 έναντι της συνολικής εγγυημένης πληρωμής που προέβλεπε η Συμφωνία, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο ύψους €140.000,00, πλέον οι επιπρόσθετες χρεώσεις (extras). Ο μάρτυς ανέφερε ότι περί τα τέλη του 2009 ζήτησε συνάντηση με τους εκπροσώπους των εναγομένων ώστε να διαφανεί εάν μπορούσαν να καταλήξουν σε κάποια διευθέτηση. Στις 4.01.2010 διευθετήθηκε συνάντηση, στην οποία δεν επιτεύχθηκε συμφωνία για το υπόλοιπο ποσό της εγγυημένης πληρωμής, συμφωνήθηκε ωστόσο ότι θα μπορούσε να διευθετηθεί το θέμα των επιπρόσθετων χρεώσεων (extras) και του ζητήθηκε να αποστείλει στους εναγόμενους κατάσταση λογαριασμού, ώστε οι λογιστές των δύο πλευρών να επιβεβαιώσουν το ύψος των εν λόγω χρεώσεων. Στις 7.01.2010 ζήτησε από το λογιστήριο του Ξενοδοχείου κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 24), επί της οποίας έθεσε συναφείς με τη συνεννόηση χειρόγραφες σημειώσεις και την απέστειλε στην εταιρεία J.T.A. Travel Ltd που ήταν το ημεδαπό γραφείο τουρισμού που αντιπροσώπευε τους εναγόμενους στην Κύπρο. Όπως προκύπτει από την σφραγίδα που τέθηκε επί του εν λόγω εγγράφου από την πιο πάνω εταιρεία, αυτό παρελήφθη την 21.01.
- Ισχυρίστηκε ότι το λογιστήριο των εναγόντων κατέληξε σε συμφωνία με το λογιστήριο των εναγομένων και την 25.02.2010 οι τελευταίοι απέστειλαν στους ενάγοντες δύο μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους €29.468,12σ. Ήταν ξεκάθαρο κατά τον εν λόγω μάρτυρα ότι από τις σημειώσεις του επί του Τεκμηρίου 24 και από τη συνεννόηση του με τον κ. Π. Χαραλάμπους (ΜΥ1), πως το εν λόγω ποσό συνιστούσε εξόφληση των επιπρόσθετων χρεώσεων (extras) της Συμφωνίας και ότι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να συνιστά εξόφληση ολόκληρης της Συμφωνίας. Εξάλλου, ανέφερε, οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν με οποιονδήποτε τρόπο αυτά που ο ίδιος είχε σημειώσει επί του Τεκμ. 24 πριν προχωρήσει στην πιο πάνω πληρωμή και ήταν φανερό ότι ενεργούσαν στη βάση της εν λόγω συνεννόησης. Η στάση των εναγομένων εξακολούθησε να είναι αρνητική ως προς την εξόφληση του υπολοίπου της εγγυημένης πληρωμής της Συμφωνίας για το 2009 και μέχρι τον Μάιο του 2010 γίνονταν επαφές και υπήρχε αλληλογραφία μεταξύ των τότε δικηγόρων των εναγόντων με την άλλη πλευρά με ανταλλαγή προτάσεων διευθέτησης της διαφοράς. Υπογράμμισε ότι όλες οι προτάσεις που είχαν κατά καιρούς υποβληθεί μέσω των δικηγόρων των εναγόντων, γίνονταν πάντα με επιφύλαξη των δικαιωμάτων και στα πλαίσια των προσπαθειών εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς και εισηγήθηκε ότι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να τους δεσμεύουν ή να τους εμποδίζουν στην προώθηση της απαίτησης τους. Όσον αφορά την απαίτηση των εναγόντων για την τουριστική περίοδο του 2009, ήταν η θέση του ότι εφόσον οι εναγόμενοι απέτυχαν να φέρουν ικανοποιητικό αριθμό πελατών στο Ξενοδοχείο, οι ενάγοντες νομιμοποιούνταν στη διεκδίκηση ολόκληρου του υπολοίπου ποσού της εγγυημένης πληρωμής, δηλαδή των €140.000,
- Όσον αφορά τις επόμενες δύο περιόδους, δηλαδή του 2010 και του 2011, εισηγήθηκε ότι θα ήταν δικαιότερο προς τους εναγόμενους, εάν αφαιρούνταν από την απαίτηση των εναγόντων, όπως αυτή τεκμηριώθηκε από την ΜΕ2, τα ποσά τα οποία εξοικονομήθηκαν, ή δεν χρειάστηκε να δαπανηθούν συνεπεία της μη καθόδου οποιωνδήποτε πελατών των εναγομένων στο Ξενοδοχείο. Για το σκοπό αυτό, ετοίμασε με τη βοήθεια των υπαλλήλων του λογιστηρίου του Ξενοδοχείου αναλυτικές σχετικές καταστάσεις, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμ. 33 και 34 και τις επεξήγησε με λεπτομέρεια. Με αναφορά στο Τεκμ. 33 κατέληξε ότι οι εξοικονομήσεις των εναγόντων για το έτος 2010 ήταν €74.633,00, ως εκ τούτου περιόρισε την απαίτηση των εναγόντων για το εν λόγω έτος στο ποσό των €219.367,00 δηλαδή €294.000,00 μείον €74.633,
- Στη βάση του ίδιου πιο πάνω σκεπτικού και με αναφορά στο Τεκμ. 34, καθόρισε τις εξοικονομήσεις των εναγόντων για το έτος 2011 σε €40.679,00 και ως εκ τούτου περιόρισε και για αυτό το έτος την απαίτηση των εναγόντων στο ποσό των €105.408,00 δηλαδή €146.087,00 μείον €40.679,
- Ο μάρτυς εξήγησε ότι για να καταλήξει στα πιο πάνω ποσά στηρίχθηκε σε στοιχεία από τις καθημερινές καταστάσεις (daily reports) του Ξενοδοχείου, τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των εναγόντων, αποδείξεις πληρωμών στον Δήμο Παραλιμνίου, συμβουλές από επαγγελματία μηχανολόγο κ.τ.λ. Όλα τα πιο πάνω υποστηρικτικά έγγραφα κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως μέρος των Τεκμ. 33 και 34, χωρίς να υπάρξει από τους εναγόμενους οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ούτε όσον αφορά την ορθότητα τους, ούτε όσον αφορά την ορθότητα των Τεκμηρίων 33 και 34 στο σύνολο τους. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Λ. Σιακαλλής (ΜΕ3), απέρριψε τη θέση του δικηγόρου των εναγομένων ότι από τα διεκδικούμενα ποσά θα έπρεπε να αφαιρεθεί ποσοστό 10% που αφορά service charge, ποσοστό 5% που αφορά επιβολή ΦΠΑ και τους σχετικούς δημοτικούς φόρους, εισηγούμενος ότι ενδεχόμενη επιτυχία της υπόθεσης των εναγόντων θα έχει σαν αποτέλεσμα την εκ του νόμου υποχρέωση τους για έκδοση σχετικών τιμολογίων, επί των οποίων θα καταβληθούν όλες οι πιο πάνω υποχρεώσεις. Παρακολούθησα τον μάρτυρα καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο του μάρτυρος και κρίνω ότι ήταν μάρτυς της αλήθειας. Σε κανένα σημείο δεν θέλησε να υπερβάλει και μάλιστα με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο και ως εκ της επαγγελματικής του κατάρτισης ως ορκωτός Λογιστής (Chartered Accountant), παρουσίασε όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούσαν και την μείωση των αξιώσεων των εναγόντων για τα έτη 2010 και 2011 όπως έχει καταγραφεί και πιο πάνω. Κρίνω τον μάρτυρα ως ειλικρινή και ότι με τεκμηριωμένο τρόπο ως προς τις διεκδικήσεις των εναγόντων έδωσε μια καθαρή εικόνα από πού πηγάζουν οι αξιώσεις τους εναντίον των εναγομένων. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο. Γενικά οι τοποθετήσεις του ήταν ξεκάθαρες και τεκμηριωμένες. Θεωρώ επίσης ότι οι απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του τεκμηρίωσαν περαιτέρω την επάρκεια και τον επαγγελματισμό του και εν τέλει την ορθότητα των αξιώσεων των εναγόντων όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τον μάρτυρα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: Ο κ. Χαράλαμπος Χαμπή (MΥ1), ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κατάθεσε για την πλευρά των εναγομένων. Στη Γραπτή του Δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ), κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της Συμφωνίας και τις συνθήκες σύναψης της και προωθεί σε αυτή τις υπερασπίσεις των εναγομένων. Σημαντικές αναφορές του είναι αυτές των παραγράφων αρ. 5 - 17 του Εγγράφου Γ όπου δίδει τη δική του ερμηνεία στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και επιχειρεί να προωθήσει τη θέση ότι η Συμφωνία ήταν τύπου «allotment» και όχι «commitment», επειδή περιείχε την πρόνοια «The release period should always be 5 days without any alteration». Απέφυγε όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη της πρόνοιας «No stop sales during release periods», η οποία οδηγεί σε εντελώς αντίθετο συμπέρασμα από το δικό του. Αξιοσημείωτη ήταν η παράλειψη του μάρτυρος να αναφέρει στη Δήλωση του (Έγγραφο Γ), ότι η Συμφωνία περιείχε πρόνοια ότι οι ενάγοντες θα συνεργάζονταν με τους εναγομένους κατ' αποκλειστικότητα σε σχέση με τη Ρωσική αγορά και ότι δεν δικαιούνταν να υπογράψουν συμφωνίες με άλλους οργανωτές ταξιδιών από την εν λόγω αγορά. Η εν λόγω πρόνοια επίσης οδηγεί σε εντελώς αντίθετο συμπέρασμα από το δικό του. Ο μάρτυς (ΜΥ1), προώθησε τη θέση ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν τους ενάγοντες για τις χρεώσεις των πελατών τους που θα μετέφεραν στο Ξενοδοχείο. Παρέλειψε ωστόσο να δώσει λογική εξήγηση για ποιο λόγο η Συμφωνία προέβλεπε την καταβολή δύο δόσεων ύψους €20.000,00 η κάθε μια την 01.02.2009 και την 01.04.2009 αντίστοιχα, δηλαδή πριν από την έναρξη της τουριστικής περιόδου που άρχιζε την 17.04.
- Κατά την αντεξέταση του σε σχέση με αυτό το ζήτημα ισχυρίστηκε ότι δήθεν οι εναγόμενοι θέλησαν να ενισχύσουν τους ενάγοντες για εργασίες ανακαίνισης που γίνονταν στο Ξενοδοχείο πριν την έναρξη της τουριστικής περιόδου του
- Κρίνω ότι πρόκειται φανερά για εκ των υστέρων σκέψη, αφού αφενός ήταν εκτός δικογράφων και αφετέρου δεν υποβλήθηκε ως θέση της υπεράσπισης σε κανέναν από τους μάρτυρες των εναγόντων κατά την αντεξέταση τους. Ο μάρτυς απέτυχε ακόμη να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο στο Τεκμ. 22 φαίνεται ότι οι εναγόμενοι προέβαιναν σε πληρωμές για μεγαλύτερα ποσά από εκείνα που αντιστοιχούσαν στις μέχρι την ημέρα των πληρωμών χρεώσεις των εναγόντων (σχετικές είναι οι πληρωμές των ημερομηνιών 12.05.2009, 10.06.2009, 21.07.2009 και 07.08.2009). Ανέφερε ο μάρτυς ότι το αναφερόμενο επί της Συμφωνίας εγγυημένο ποσό πληρωμής των €280.000,00 ήταν απλά ενδεικτικό του ύψους της συνεργασίας των μερών για την τουριστική περίοδο του
- Δεν εξήγησε όμως με πειστικό λόγο με βάσει ποιους υπολογισμούς ή κρητήρια καθορίστηκε το συγκεκριμένο ποσό και παρέλειψε να εξηγήσει για ποιο λόγο η Συμφωνία προέβλεπε συγκεκριμένες ημερομηνίες καταβολής των δόσεων του εν λόγω ποσού. Ήταν η θέση του μάρτυρος ότι το Τεκμ. 22 αποτύπωνε ορθά την οικονομική πτυχή της συνεργασίας των μερών και ότι η τελευταία πληρωμή, σε συνάρτηση και με το Τεκμ. 25, συνιστούσε πλήρη εξόφληση. Παρέλειψε όμως να δικαιολογήσει τον λόγο για τον οποίο η τελευταία εγγραφή επί του Τεκμ. 22 περιγράφεται ως «Extra Payment 2009». Σε σχέση με τη συνάντηση των μερών στις 04.01.2010 στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Λ. Σιακαλλής, ισχυρίστηκε ότι η εκπρόσωπος των εναγομένων στη Ρωσία δεν ήταν παρούσα. Προκλήθηκε να παρουσιάσει στοιχεία ότι αυτή δεν ήταν στην Κύπρο εκείνη την ημερομηνία. Ενώ προκλήθηκε προς τούτο, παρέλειψε να παρουσιάσει στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του ότι η εν λόγω κυρία δεν βρισκόταν στην Κύπρο την εν λόγω ημερομηνία. Ήταν βέβαια έκδηλη η προσπάθεια του να προσποιηθεί ότι ουδέποτε προηγουμένως είχε δει το Τεκμ.
- Αναγκάστηκε όμως στη συνέχεια να παραδεχθεί ότι το είχε λάβει, αφού αυτό συνοδευόταν από βεβαίωση παραλαβής από τον αριθμό fax του γραφείου του. Ο μάρτυς ήταν φανερό ότι ψευδόταν σε σχέση με τη γνώση που είχε γι' αυτό το έγγραφο. Περαιτέρω ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε δει προηγουμένως το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση διότι ο αριθμός fax επί αυτού δεν ήταν δικός του. Όμως όταν του υποδείχθηκε το Τεκμ. 21, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ο εν λόγω αριθμός ήταν ο αριθμός fax της εταιρείας J.T.A. Travel Ltd, δια της οποίας ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγομένων στην Κύπρο. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες προσέφεραν στους εναγόμενους ειδικές προσφορές (Τεκμ. 3 - 15), χωρίς οι τελευταίοι να το είχαν ζητήσει προηγουμένως. Εισηγήθηκε επίσης ότι με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες μείωναν από μόνοι τους το ποσό της εγγυημένης πληρωμής, παρόλο ότι σε κάθε μια από τις εν λόγω προσφορές διευκρινιζόταν ρητώς ότι όλοι οι όροι και προϋποθέσεις της Συμφωνίας, άρα και το εγγυημένο ποσό πληρωμής, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ο μάρτυς πέραν των πιο πάνω θέσεων του οι οποίες είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν στηρίζονταν σε έγγραφο υλικό που είχε συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο αλλά και κάποιες ούτε καν στους κανόνες της λογικής, όπως για παράδειγμα ότι από μόνοι τους οι ενάγοντες προέβαιναν σε ειδικές προσφορές χωρίς καν τους τις είχαν ζητήσει οι εναγόμενοι αλλά και στην ίδια τη Συμφωνία των μερών την οποία ο ίδιος είχε υπογράψει από μέρους των εναγομένων προέβη και σε σημαντικές παραδοχές, όπως τις ακόλουθες: (α) Ότι είναι «αδύνατος», όπως παραδέχθηκε κατ' επανάληψη, στα αγγλικά, (β) ότι τα μαθηματικά του είναι φτωχά (γ) ότι ο ίδιος ετοίμασε το Τεκμ. 1 (παράγραφος αρ. 2 Εγγράφου Γ) και όμως επέλεξε να το ετοιμάσει στα αγγλικά, (δ) ότι πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας, τα μέρη ουδέποτε είχαν υπογράψει στο παρελθόν συμφωνία συνεργασίας με (ι) όρο για αποκλειστικότητα σε σχέση με τη Ρωσική αγορά, (ιι) εγγυημένο ποσό πληρωμής, (ιιι) καθορισμένες ημερομηνίες καταβολής δόσεων του εγγυημένου ποσού πληρωμής, (iv) πρόβλεψη για τις τιμές των επόμενων ετών της συνεργασίας και (v) πρόνοια για απαγόρευση του τερματισμού των πωλήσεων («no stop sales») των εναγομένων. Το Τεκμ. 36 που αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του ως τη συμφωνία των μερών για το έτος 2008 αποδεικνύει την εν λόγω επισήμανση. Παραδέχθηκε ότι πουθενά στη Συμφωνία δεν αναγράφεται ότι το εγγυημένο ποσό πληρωμής ήταν ενδεικτικό αν και του προσέδωσε αυτήν την έννοια. Παραδέχθηκε ακόμα ότι πουθενά στη Συμφωνία δεν αναγράφεται ότι για να συνεχιζόταν η συνεργασία των μερών το 2010 και το 2011 θα έπρεπε να υπογραφεί νέο συμφωνητικό έγγραφο. Ότι το 2009 ήταν μια δύσκολη χρονιά για τους τουριστικούς πράκτορες από άποψης δυσκολίας στις πωλήσεις. Ότι την εν λόγω χρονιά δεν επιτεύχθηκαν οι στόχοι της εναγομένων και σε συμβόλαια με άλλα ξενοδοχεία, όμως ενώ οι άλλοι συνεργάτες της, όπως για παράδειγμα η Tsokkos Hotels, στήριξαν τους εναγόμενους, οι ενάγοντες τους κίνησαν αγωγή. Ότι για την περίοδο του 2009 το Ξενοδοχείο είχε διαθέσιμα δωμάτια για τις ανάγκες των πελατών των εναγομένων. Ότι πράγματι η επιστολή Τεκμ. 35 αποτελούσε απαντητική επιστολή των εναγομένων προς τους δικηγόρους των εναγόντων, γεγονός που αναιρεί τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ουδέποτε οχλήθηκαν από τους ενάγοντες για εκκρεμότητες στο θέμα της συνεργασίας τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο κ. Π. Χαραλάμπους (ΜΥ 1), δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του όπως καταγράφηκε και πιο πάνω έβριθε από ανακρίβειες και αντιφάσεις και βασικές του θέσεις δεν συνδέονταν με αναφορές στα έγγραφα όπως του επισημάνθηκαν κατά την αντεξέταση του. Μου φάνηκε ένας έξυπνος άνθρωπος και γνώστης του τρόπου που εργάζεται η ξενοδοχειακή βιομηχανία αλλά μου προκάλεσε ισχυρή εντύπωση με τον τρόπο που απαντούσε, τα κενά διαστήματα που χαρακτήριζαν τον λόγο του και τις αντιδράσεις του στο εδώλιο του μάρτυρος κάτι που μόνο στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης μπορεί κάποιος να διακρίνει, ότι προσήλθε με μόνο σκοπό να υποστηρίξει τη θέση των εναγομένων τους οποίους αντιπροσωπεύει στην Κύπρο και από τους οποίους αντλεί οικονομικά οφέλη με σκοπό αυτοί να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Συμφωνία την οποία και προσπάθησε να την ερμηνεύσει προς το συμφέρον των εναγομένων ξεφεύγοντας ακόμα και από ρητούς όρους της. Δεν αποδέχομαι για όλους τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία του. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η Συμφωνία κατά τους ενάγοντες είχε χρονική διάρκεια τρία έτη υπό την έννοια των τριών τουριστικών περιόδων όπως αυτές καθορίστηκαν ημερολογιακά στην ίδια τη Συμφωνία και ότι για κάθε τέτοια χρονική περίοδο προνοείτο η καταβολή εκ μέρους των εναγομένων εγγυημένου ποσού πληρωμής. (For the next two years (2010 and 2011) the price will be increased by 5% every year.) Διερωτώμαι αν η συμφωνία δεν αφορούσε τρείς τέτοιες χρονικές περιόδους τότε ποια η σκοπιμότητα του πιο πάνω όρου. Η θέση των εναγομένων είναι ότι η Συμφωνία είχε διάρκεια ένα έτος και δεν προνοούσε ποσό εγγυημένης πληρωμής, αλλά είχε συναφθεί στη βάση της καθιερωμένης ξενοδοχειακής πρακτικής ή/και συνεννόησης γνωστής ως «allotment». Στην απόφαση Α. Ζήνωνος κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1 Β Α.Α.Δ. 927, 933 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τους ερμηνευτικούς κανόνες μιας σύμβασης: «Ως προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των συμβάσεων, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή μας στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα .Βλέπε, επίσης, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1806.» Στη σελίδα 516 της απόφασης Μεταλλικά Η. Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Syst. Ltd
(2001)A.A.Δ. 500 αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγρ. 12-
- Όπως το έθεσε ο Lord Cottenham L.C. στην Lloyd v. Lloyd [1837] 2 My & Cr. 192, 202: If the provisions are clearly expressed, and there is nothing to enable the court to put upon them a construction, different from that which the words import, no doubt the words must prevail; but if the provisions and expressions be contradictory and if there be grounds, appearing on the face of instrument, affording proof of the real intention of the parties, then that intention will prevail against the obvious and ordinary meaning of the words.» Σε μετάφραση: «Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να της ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου, οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων». Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι το κριτήριο για την ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο. Η θέση των εναγόντων αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της Συμφωνίας επιβεβαιώνεται, τόσο από την έννοια που μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο, όσο και από την ανάλυση της μαρτυρίας πιο πάνω, ειδικότερα των προνοιών επί της Συμφωνίας για αυξήσεις στις τιμές για τα έτη 2010 και
- Στο ίδιο συμπέρασμα θεωρώ ότι αβίαστα οδηγεί και η σύγκριση της Συμφωνίας με το Τεκμήριο
- Οι διαφορές μεταξύ των δύο εγγράφων, όπως έχει τονιστεί και πιο πάνω κατά την ανάλυση της μαρτυρίας είναι καίριες και ουσιαστικές καθώς, σε αντίθεση με τη Συμφωνία, το συμφωνητικό έγγραφο των μερών για το έτος 2008 (Τεκμ. 36), καταδεικνύει με βεβαιότητα ότι η διάρκεια του ήταν μόνο για ένα έτος. Κατά την άποψη μου δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια σε σχέση με τη διάρκεια της συμφωνίας ενόψει τόσο της έγγραφης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου όσο και της προφορικής που έχω αποδεχθεί και η οποία προέρχεται από την πλευρά των εναγόντων. Σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσον η Συμφωνία προνοούσε εγγυημένο ποσό πληρωμής, θεωρώ ότι και πάλι η θέση των εναγόντων επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα, τόσο από το περιεχόμενο της Συμφωνίας, όσο και από την ανάλυση της μαρτυρίας πιο πάνω και την αποδοχή αυτής των εναγόντων. Με τις δύο συνενωμένες αγωγές, οι ενάγοντες προωθούν αξιώσεις εναντίον των εναγομένων στη βάση της παράβασης της Συμφωνίας. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για τη διάρρηξη μιας συμφωνίας περιέχονται στο Άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 το οποίο ρυθμίζει τόσο το δικαίωμα για αποζημιώσεις, όσο και το ύψος των αποζημιώσεων. Οι πρόνοιες του ενσωματώνουν τις αρχές του αγγλικού δικαίου για την τεκμηρίωση της ζημιάς και το ύψος των αποζημιώσεων. «73.
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης». Οι διατάξεις του Άρθρου 73
(1)του Κεφ. 149 αποτέλεσαν αντικείμενο ερμηνείας πολλών Κυπριακών αποφάσεων. Η αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων του αθώου μέρους είναι εκείνη της αποκατάστασης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τοποθετηθεί σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν εάν η σύμβαση είχε εκτελεσθεί. Στην υπόθεση Saab and Another v. The Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499 (σελίδες 519-520) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Section 73 aims to reproduce the common law rules on damages for breach of contract, as they crystallized and were fashioned in the case of Hadley v. Baxendale [1843-60] All E.R. Rep.
- (See Marcou v. Michael, 19 C.L.R. 282). A similar view was taken of the corresponding provisions of the Indian Contract Law, that is that they reproduced the rules of the common law on damages. (See Pollock And Mulla, 9th ed., p. 529 et seq.). The question of damages, its juridical and practical implications, were the subject of discussion in numerous English cases during the last decade. Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach. (See Heron II [1967] 3 ALL E.R. 686 (H.L.); Soleada S.A. v. Hamoor Tanker Corporation Inc. [1981] 1 ALL E.R. 836 (C.A.)). Foreseeability in turn, depends on actual knowledge and reasonable forecast of what is likely to happen in a given eventuality. So, the plaintiff is normally entitled to recover damage that is objectively foreseeable, and in the face of special knowledge he may, in addition, recover what is thereby subjectively foreseeable.» Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles 28η Έκδοση σελ. 1273, παρ. 27-008 αναφέρονται τα ακόλουθα: «27-008 Distincion between claims for payment of an agreed sum and claims for damages. There is an important distinction between a claim for payment of a debt and a claim for damages for breach of contract. A debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; damages may be claimed from a party who has broken his contractual obligation in some way other than failure to pay such a debt (it is also possible that in addition to a claim for a debt there may be a claim for damages in respect of consequential loss caused by the failure to pay such a debt at the due date). The relevance of this distinction is that rules on damages do not apply to a claim for a debt e.g the claimant who claims payment of a debt need not prove anything more that his performance or the occurrence of the event or condition; there is no need for him to prove any actual loss suffered by him as a result of the defendant´s failure to pay; the whole concept of the remoteness of damage is therefore irrelevant, the law on penalties does not apply and the claimant will usually be able to ask summary judgment; . . . ..» Στο σύγγραμμα TREITEL THE LAW OF CONTRACT, 8η έκδοση (G.H. Treitel) στις σελίδες 895-896 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της απαίτησης για πληρωμή συμφωνηθέντος ποσού ή συμφωνηθείσας αμοιβής και τη διάκριση τέτοιου είδους απαίτησης από την απαίτηση για αποζημιώσεις: «A contract commonly provides for the payment by one party of an agreed sum in exchange for some performance by the other. Goods are sold for a fixed price; work is done for an agreed remuneration, and so forth. An action for this price or other agreed remuneration is, in its nature, quite different from an action for damages. It is a claim for the specific enforcement of the defendant's primary obligation to perform what he has promised; though, as it is simply an action for money, it is not subject to those restrictions which equity imposes on the remedies of specific performance and injunction, on the ground that it would be undesirable actually to force the defendant to perform certain acts (e.g. to render personal service) or that it would be difficult to secure compliance with the court's order. Obviously, these factors have no weight where the plaintiff simply claims a sum of money . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . The action for the agreed sum differs from a claim for damages not only in its nature, but also in its practical effects. The plaintiff in an action for the agreed sum recovers that sum - neither more nor less; no questions of quantification or remoteness can arise. It is quite irrelevant in an action for the price of goods to ask how much they are worth or how much they cost the seller. The argument that the plaintiff should have mitigated can, however, arise in an action for the agreed sum.» Με την αποδοχή της μαρτυρίας των εναγόντων και κατά συνέπεια της θέσης τους ότι πράγματι η Συμφωνία ήταν τριετούς διάρκειας, κατά την κρίση μου η επιλογή των εναγομένων να μην απευθυνθούν στους ενάγοντες για τη φιλοξενία οποιωνδήποτε πελάτων τους για τα έτη 2010 και 2011 συνιστά εκ μέρους τους αποκήρυξη της Συμφωνίας. Σύμφωνα με τη νομολογία η αποκήρυξη της συμφωνίας υπάρχει όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεση του να μην εκπληρώσει, ή ευθέως δηλώνει ότι δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει της συμφωνίας σε κάποιο ουσιαστικό της μέρος. Απόλυτη άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του ότι έχει απαλλαγεί από τη συμφωνία. Σημειώνω ότι οι προσπάθειες για την εφαρμογή της Συμφωνίας διήρκεσαν μέχρι και τους πρώτους μήνες του
- Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS General Principles 27η έκδοση σελ. 1161 παραγρ. 24-016 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Renunciation: A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive. . . . . ...» Δεν παραγνωρίζω ότι στις Εκθέσεις Υπεράσπισης και των δύο αγωγών δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να λάβουν μέτρα για περιορισμό της ζημιάς τους και ήταν η πλευρά της Υπεράσπισης που είχε το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου ισχυρισμού. Θεωρώ ότι η γενική υπεράσπιση των εναγομένων στην ακολουθούσα δεύτερη Αγωγή ότι οι ενάγοντες δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά ή διαφυγόν κέρδος κατά τα έτη 2010 και 2011 και ότι οι απαιτήσεις τους είναι αβάσιμες και ανυπόστατες είναι εντελώς διαφορετική υπεράσπιση, η οποία ούτως ή άλλως, βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας κρίνω ότι δεν είναι δυνατόν να επιτύχει. Στην υπόθεση Argo Travel ν. RMD Touristic Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 97, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι εφεσείοντες αναφέρονται αόριστα στις υποχρεώσεις των εφεσιβλήτων-ιδιοκτητών, όπως προκύπτουν από τον όρο 2 της Συμφωνίας, χωρίς όμως να προσδιορίζουν σε ποια ακριβώς έξοδα θα υπόκειντο οι εφεσίβλητοι για την εκτέλεση της Συμφωνίας. Όπως είναι νομολογημένο, το βάρος απόδειξης της ζημιάς παραμένει καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης στους ώμους του ενάγοντα, όμως ο εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο ενάγων απέτυχε να λάβει εύλογα μέτρα για να μειώσει την ζημιά του (βλ. George Charalambous Ltd ν. Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199 και Centra (Holdings) Ltd v. Reuters Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 298).» Στην υπόθεση George Charalambous Ltd ν. Kalos Kafes Ltd κ.ά. αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή της αποζημίωσης του αθώου μέρους από μια παράβαση συμφωνίας περιορίζεται από μια δεύτερη αρχή η οποία προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 73 του Κεφ. 149. Με τη δεύτερη αυτή αρχή επιβάλλεται στον ενάγοντα το καθήκον λήψης λογικών μέτρων για περιορισμό της ζημιάς του. Ο ενάγων δεν μπορεί να απαιτήσει ζημιά την οποία ήταν δυνατό να περιορίσει εάν ελάμβανε προς τούτο λογικά μέτρα (βλ. British Westinghouse Electric and Manufacturing Co. v. Underground Electric Rys. Co. of London [1919]2 K.B.581και Pilkington v. Wood [1953] 2 All E.R. 810, Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 713 και Πουρίκκος ν. Βασιλείου, Πολιτική Έφεση Αρ. 8012, ημερομηνίας 30.4.1993). Το ερώτημα, εάν ο ενάγων επέδειξε αμέλεια να λάβει λογικά μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του, είναι θέμα πραγματικό και το βάρος της απόδειξης του γεγονότος αυτού εναποτίθεται στους ώμους της άλλης πλευράς(Βλ. Payzau Ltd v. Sanndors [1919]2 K.B.581και Shearman ν. Folland [1950] 1 All E.R. 976). To πρωτόδικο Δικαστήριο αφού ορθά έθεσε τις πιο πάνω αρχές κατέληξε ότι οι ενάγοντες - εφεσείοντες απέτυχαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία επί του θέματος και έτσι δεν απέσεισαν το βάρος της απόδειξης που είχαν» Ερχόμενος τώρα στην Οδηγό - πρώτη αγωγή, οι ενάγοντες διεκδικούν το υπόλοιπο ποσό της εγγυημένης πληρωμής για το πρώτο έτος της Συμφωνίας, δηλαδή το
- Από την ανάλυση της μαρτυρίας πιο πάνω, κρίνω ότι αβίαστα συνάγεται και με καθαρότητα και σαφήνεια ότι οι ενάγοντες προσέφεραν στους εναγομένους κατά το πρώτο έτος της Συμφωνίας το αντάλλαγμα για τη μεταξύ τους συμφωνία, όμως οι τελευταίοι για λόγους που ξεκάθαρα δεν αφορούσαν τους ενάγοντες, απέτυχαν να μεταφέρουν στο Ξενοδοχείο ικανό αριθμό επισκεπτών ώστε να καλύψουν το εγγυημένο ποσό πληρωμής που προέβλεπε η Συμφωνία. Στην Οδηγό - πρώτη αγωγή δεν υπάρχει υπεράσπιση που να αμφισβητεί την προσφορά των δωματίων της Συμφωνίας προς τους εναγομένους, ούτε τέτοιος ισχυρισμός υποβλήθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων, ούτε οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία παρουσιάστηκε από την πλευρά των εναγομένων κατά την ακρόαση. Στη βάση επομένως όλων των πιο πάνω, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην καταβολή του ποσού των €140.000,00 ως υπολοίπου του εγγυημένου ποσού πληρωμής της Συμφωνίας για το 2009 ή/και ως αποζημιώσεις. Όσον αφορά την υπεράσπιση της εναγόμενης ότι η Συμφωνία δεν υπεγράφη με την ενάγουσα, αλλά με την εταιρεία Crystal Springs Ltd, αυτή καταρρίφθηκε πλήρως από τη μαρτυρία της ΜΕ
- Παρέμεινε απλά ως δικογραφημένος ισχυρισμός ο οποίος δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση και δεν θα με απασχολήσει στη συνέχεια. Από τη μαρτυρία της ΜΕ2 και του ΜΕ3 που αναλύθηκε πιο πάνω, καταρρίφθηκε επίσης η Υπεράσπιση ότι η Συμφωνία είχε πλήρως εξοφληθεί. Σε σχέση με την Ακολουθούσα - δεύτερη αγωγή, οι ενάγοντες διεκδικούν θεραπείες για το δεύτερο και το τρίτο έτος της Συμφωνίας, δηλαδή για τα έτη 2010 και 2011 στη βάση συμφωνίας εγγυημένης κράτησης ή/και ως αποζημιώσεις ή/και ως απώλειες ή/και ως ζημιές ή/και ως διαφυγόν κέρδος ή/και άλλως πώς. Παρέμεινε αναμφισβήτητο ότι κατά τα εν λόγω έτη οι εναγόμενοι δεν απευθύνθηκαν στους ενάγοντες για τη φιλοξενία οποιωνδήποτε πελατών τους. Η αρνητική στάση των εναγομένων για τη μη τήρηση της Συμφωνίας διεφάνη τους πρώτους μήνες του
- Η μαρτυρία του ΜΕ3 για το ζήτημα της ζημιάς που υπέστησαν οι ενάγοντες υπήρξε εκτενής, λεπτομερής και αρκούντως εμπεριστατωμένη κρίνω ότι παρέχει καθαρή εικόνα για τη ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες. Ο τρόπος με τον οποίο έγιναν οι υπολογισμοί για τον καθορισμό των διεκδικούμενων αποζημιώσεων ήταν απολύτως λογικός, ρεαλιστικός, συγκαταβατικός και δίκαιος προς τους εναγόμενους και σε κάθε περίπτωση ακολουθήθηκε η πλέον ευνοϊκή για τους εναγόμενους προσέγγιση, χωρίς ακρότητες και υπερβολές. Χαρακτηριστικά για τον καθορισμό της διεκδικούμενης αποζημίωσης για το έτος 2010, οι ενάγοντες δεν έλαβαν υπόψη ολόκληρο το ποσό της απώλειας που είχαν συνεπεία της μη μεταφοράς πελατών των εναγομένων στο Ξενοδοχείο, αλλά μόνο το ποσό της εγγυημένης πληρωμής, το οποίο αντιστοιχούσε στο 70% του συνολικού ποσού που θα εισέπρατταν από την πώληση όλων των δωματίων εκ μέρους των εναγομένων. Ως εκ τούτου, γίνεται σαφές ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να απορροφήσουν οικειοθελώς ποσοστό 30% της ζημιάς για το εν λόγω έτος. Από το εν λόγω ποσοστό του 70% της συνολικής υποτιθέμενης είσπραξης, οι ενάγοντες αφαίρεσαν στη συνέχεια οικειοθελώς και χωρίς να υπάρχει σχετικός δικογραφημένος ισχυρισμός στην Υπεράσπιση των εναγομένων, όλες τις εξοικονομήσεις που είχαν περιορίζοντας την απαίτηση τους από €294.000,00 σε €219.367,
- Όπως επεξηγείται στην ανάλυση της μαρτυρίας της ΜΕ2 και όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 31 και 32, εάν οι ενάγοντες προχωρούσαν στη διεκδίκηση αποζημιώσεων στη βάση των δωματίων που πράγματι παρέμειναν κενά κατά την τουριστική περίοδο του 2010, το ύψος της αποζημίωσης θα ήταν €331.674,43σ. δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερο από το διεκδικούμενο. Σε σχέση με τις αποζημιώσεις για το έτος 2011, επειδή ακριβώς όπως ανέφερε η ΜΕ2 υπήρχε χρόνος για προσπάθεια διάθεσης των κρατήσεων των εναγομένων σε άλλους πελάτες, οι ενάγοντες δεν προωθούν την αξίωση τους στη βάση του ποσού της εγγυημένης πληρωμής που θα ήταν €308.700,00 (€280.000,00 - Χ 5% - Χ5%), αλλά στη βάση του αριθμού των δωματίων του Ξενοδοχείου που παρέμειναν τελικά κενά. Για τον καθορισμό δε των διεκδικούμενων ποσών και για τα δύο έτη, οι ενάγοντες επέλεξαν να μη λάβουν υπόψη τις εισπράξεις που θα προέκυπταν από επιπρόσθετες χρεώσεις (extras) που όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 22, κατά το έτος 2009 ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Σε σχέση με τη θέση που προώθησε η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 ότι πιθανή αποζημίωση των εναγόντων θα πρέπει να καθορισθεί δυνάμει των κερδών που φαίνεται ότι παρουσίαζαν στους ελεγμένους λογαριασμούς τους για τα αντίστοιχα οικονομικά έτη, σε συνάρτηση με το σύνολο των διανυκτερεύσεων και τις αδιάθετες διανυκτερεύσεις του Ξενοδοχείου κατά τα ίδια έτη, σημειώνω απλώς ότι στα δικόγραφα τους δεν υπάρχει ισχυρισμός περί λανθασμένης μεθοδολογίας υπολογισμού της ζημιάς των εναγόντων ούτε και επιχειρήθηκε η προσκόμιση σχετικής αντικρουστικής μαρτυρίας. Ο κ. Λ. Σιακαλλής (ΜΕ3) προσοντούχος λογιστής ο ίδιος, απέρριψε την πιο πάνω προσέγγιση ως λανθασμένη από λογιστικής άποψης, εξηγώντας ότι το κέρδος από μια συγκεκριμένη συμφωνία δεν είναι ορθό να εξαρτάται και να καθορίζεται σε συνάρτηση με τα κέρδη ή τις ζημιές της εταιρείας από το σύνολο των χρήσεων του έτους, τα οποία δυνατόν να επηρεάζονται από διάφορες άλλες παραμέτρους που είναι εντελώς άσχετες με την εν λόγω συμφωνία. Η εν λόγω θέση της Υπεράσπισης δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία ειδικού/εμπειρογνώμονα και ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν τεκμηριώθηκε και δεν θα ήταν ασφαλές να υιοθετηθεί. Δεν θα συμφωνήσω με την υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων ότι η ζημιά των εναγόντων για το έτος 2010 ήταν €29.161,00 (δηλ. €6.894,00 σύνολο αδιάθετων διανυκτερεύσεων επί €4,23- κέρδος ανά διανυκτέρευση) και για το έτος 2011 €7.455,00 (δηλ. 2.982 σύνολο αδιάθετων διανυκτερεύσεων επί €2,50- κέρδος ανά διανυκτέρευση). Η εν λόγω υπόδειξη του δικηγόρου των εναγομένων είναι αντίθετη και με τη δικογραφημένη θέση τους πως οι ενάγοντες δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά και ότι συνιστά παραδοχή εάν το Δικαστήριο αποφασίσει τελικά ότι η διάρκεια της Συμφωνίας ήταν πράγματι τριετής και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε αποζημιώσεις. Κρίνω ότι η μεθοδολογία που ακολούθησε ο ΜΕ 3 για να υπολογίσει την ακριβή ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες τον οδήγησε σε τεκμηριωμένο και ορθό υπολογισμό τον οποίο και αποδέχομαι ελλείψει μάλιστα οποιουδήποτε άλλου υπολογισμού ή ουσιαστικής αμφισβήτησης της. Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους τόσο στην Οδηγό - πρώτη αγωγή τους (αρ.1292/2010) χρησιμοποιούν τους όρους: «εγγυημένη ενοικίαση/κράτηση δωματίων» και ότι «ενοικίασε ή/και έκανε κράτηση. αριθμού δωματίων» και ότι « το ενοίκιο των οποίων.». Παρόμοιοι όροι χρησιμοποιούνται και στην Ακολουθούσα - δεύτερη αγωγή τους (αρ. 1306/2014). Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπιση τους στη Ακολουθούσα - δεύτερη αγωγή (αρ. 1306/2014) προβάλλουν την υπεράσπιση ότι η Συμφωνία εάν ήθελε κριθεί ότι αφορούσε τρία χρόνια αυτή θα πρέπει να κριθεί ότι είναι άκυρη διότι δεν υπεγράφη στην παρουσία δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι κατά παράβαση του Άρθρου 77
(1)(α) και (β)* του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Στην τελική τους αγόρευση εισηγούνται παρόμοια όπως δηλαδή εάν ήθελε το Δικαστήριο ασπαστεί τη θέση των εναγόντων περί συμφωνίας ενοικίασης 3 ετών, οι αξιώσεις τους θα πρέπει να απορριφθούν, καθ' ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη καθώς δεν υπογράφτηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στην παρουσία 2 ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων όπως προνοείται στο πιο πάνω άρθρο του Κεφ.
- Έχει καταστεί σαφές από την αποδοχή της πιο πάνω μαρτυρίας της πλευράς των εναγόντων και ερμηνεύοντας την πρόθεση των μερών σε αυτή, ότι πρόκειται για ανακριβή και αδόκιμο όρο ο περί ενοικίασης και δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτόν οποιαδήποτε νομική σημασία. Επομένως η σχετική επιχειρηματολογία δεν έχει οποιοδήποτε αντίκρισμα εφόσον είναι φανερόν ότι διεκδικείται υπόλοιπον αμοιβής κάτι που διευκρινίζεται και στην Απάντηση (παρ. 10) της Οδηγού - πρώτης αγωγής όπου αναφέρεται σε «υπόλοιπον αμοιβής» όπως και παρόμοια και στην παρ. 6 της * 77.-
(1)Σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν- (α) είναι γραπτή~ και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες. Έκθεσης Απαιτήσεως της Ακολουθούσας - δεύτερης αγωγής και περί «συνολικής εγγυημένης πληρωμής» στην παρ.
- Η επίδικη συμφωνία δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μίσθωση ακίνητης περιουσίας αλλά ως συμφωνία κράτησης αριθμού δωματίων σε ξενοδοχείο για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Α. Στις 29.10.2008 συνάφθηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία προνοούσε την κράτηση συγκεκριμένου αριθμού δωματίων στο ξενοδοχείο ιδιοκτησίας των εναγόντων για τη χρήση τους από πελάτες που θα μετέφεραν εκεί οι εναγόμενοι. Β. Η Συμφωνία ήταν για χρονική περίοδο τριών τουριστικών περιόδων (από 17.
- μέχρι 31.10 εκάστου των ετών 2009, 2010 και
- Συμφωνήθηκε το εγγυημένο ποσό των €280.000,00 για το 2009 (Guarantee Payment) όπως ρητά καταγράφεται στην Συμφωνία και ότι για κάθε επόμενο έτος το ποσό αυτό θα αυξανόταν κατά 5% επί του εγγυημένου ποσού του προηγούμενου έτους κατά τρόπο που για το έτος 2010 θα ήταν το εγγυημένο ποσό για το ποσό των €294.000,00 και για το έτος 2011 για το ποσό των €308.700,
- Γ. Σύμφωνα με όρους της Συμφωνίας κα με τη μαρτυρίας των εναγόντων την οποία αποδέχθηκα, οι ενάγοντες προσέφεραν στους εναγομένους κατά το πρώτο έτος της Συμφωνίας τους, το 2009, το αντάλλαγμα για τη μεταξύ τους συμφωνία, όμως οι τελευταίοι για λόγους που ξεκάθαρα δεν αφορούσαν τους ενάγοντες, απέτυχαν να μεταφέρουν στο Ξενοδοχείο ικανό αριθμό επισκεπτών ώστε να καλύψουν το εγγυημένο ποσό πληρωμής που προέβλεπε η Συμφωνία, αθετώντας κατ' αυτόν τον τρόπο ρητό όρο της επίδικης Συμφωνίας. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν ως είναι παραδεκτό το συνολικό ποσό των €140.000,00 και παρέμεινε απλήρωτο το υπόλοιπο εγγυημένο ποσό της συμφωνίας €140.000,
- Δ. Οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του εγγυημένου ποσού της συμφωνίας τους για τα έτη 2010 και 2011 αθετώντας και πάλι ρητό όρο της επίδικης Συμφωνίας. Παρόλα αυτά οι ενάγοντες κατά τη παράθεση της μαρτυρίας μείωσαν την απαίτηση τους έτσι ώστε να αξιώνουν σήμερα μετά από εύλογους υπολογισμούς στους οποίους προέβησαν, το μειωμένο ποσό των €219.367,00 για το έτος 2010 και επίσης το μειωμένο ποσό των € 105.408,00 για το έτος
- Ε. Οι ενάγοντες, αποδεχόμενος τη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν προβαίνοντας σε όλες τις δέουσες ενέργειες και στα δυνατά μέτρα ότι προσπάθησαν στο μέτριο του δυνατού να περιορίσουν τις απώλειες και τις ζημιές τους συνεπεία της παράβασης της Συμφωνίας από πλευράς των εναγομένων. Προς τούτο και αυτό δεν είναι μεμπτό και δεν επιδρά καθόλου στην αξιοπιστία της υπόθεσης τους προέβησαν κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης σε περαιτέρω εύλογη και δίκαιη μείωση των αξιώσεων τους σύμφωνα με τους υπολογισμούς στους οποίους προέβησαν και οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση με τη προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας για τη μείωση του κόστους τους λόγω της μη χρησιμοποίησης των παραχωρηθέντων δωματίων από πελάτες των εναγομένων για τα έτη 2010 και
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας που αποδέχθηκα και των ευρημάτων στα οποία κατέληξα τα οποία παραθέτω πιο πάνω, θεωρώ ότι οι ενάγοντες απέδειξαν τις αξιώσεις τους και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδώσω την ακόλουθη απόφαση: Α. Στην Οδηγό - πρώτη αγωγή αρ. 1292/2010, απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €140.000- πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της δηλαδή από 18.11.
- Β. Στην Ακολουθούσα - δεύτερη αγωγή με αρ. 1306/2014 για το συνολικό ποσό των €324.775,00 (€219.367- συν €105.408), πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της δηλαδή από 14.10.
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η διαταγή μου ως προς τα έξοδα είναι όπως αυτά υπολογιστούν από της ημερομηνίας που διατάχθηκε η συνεκδίκαση τους σε ένα σετ εξόδων στην ανάλογη κλίμακα. (Υπογρ.) .................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο