Κώστα Μαρίνου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Κοκκινοχωρίων, Αρ. Παραπομπής: 41/2013, 26/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Α.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 41/2013 Μεταξύ: Κώστα Μαρίνου Απαιτητή -και- Συμβουλίου Αποχετεύσεων Κοκκινοχωρίων Απαλλοτριώνουσας Αρχής ------ Αίτηση ημερομηνίας 4/10/2016 Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή: Η κα Δ. Λοϊζου, για G. KOUZALIS LLC. Για καθ΄ου η αίτηση: Ο κ. Αγγελίδης, για Α. Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ. (για να ακούσει απόφαση η κα Ελίνα Γαϊτάνου) ----- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο παραπομπή καταχωρίστηκε από τον απαιτητή, αρχικά εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Αποζημιούσας Αρχής. Σε κατοπινό στάδιο ο Γενικός Εισαγγελέας αντικαταστάθηκε με το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Κοκκινοχωρίων (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το Συμβούλιο»). Κατά την 23/10/2015 ο απαιτητής πέτυχε την έκδοση απόφασης εναντίον του Συμβουλίου λόγω παράλειψής του να καταχωρίσει εμφάνιση. Το Συμβούλιο, με την υπό εξέταση αίτησή του, αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον την επίδοση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό ειδοποίησης παραπομπής στους καθ΄ων η αίτηση/Απαλλοτριούσα Αρχή η οποία έγινε στις 30/6/2014 ή και Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρες όλες τις παρεπόμενες ή και ακόλουθες διαδικασίες μετά την επίδοση ή και παραμερίζον και/ή ακυρώνον και/ή κηρύττον άκυρη ή και ακυρωτέα ex debito justitiate τη μονομερώς ή και ερήμην των καθ΄ ων η αίτηση/Απαλοτριούσα Αρχή εκδοθείσα Δικαστική Απόφαση ημερομηνίας 23/10/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Προέδρου του Συμβουλίου, Άντρου Καραγιάννη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως πληροφορήθηκε από τον Έπαρχο της Επαρχιακής Διοίκησης Αμμοχώστου, κ. Κτωρίδη, περί τις αρχές Απριλίου του 2016 τον επισκέφθηκε στην Επαρχιακή Διοίκηση ο απαιτητής και του παρέδωσε αντίγραφο της απόφασης η οποία εξεδόθη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση παραπομπής. Κατά την 8/4/2016, ημερομηνία που είχε συγκληθεί συνέλευση του Συμβουλίου, ο Έπαρχος του παρέδωσε αντίγραφο της απόφασης και τον ρώτησε, προβληματισμένος, πώς είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ του απαιτητή. Αυθημερόν ενημέρωσε τους δικηγόρους του Συμβουλίου ώστε να διερευνήσουν τι έγινε με την υπόθεση. Κατά την 15/4/2016 διαπιστώθηκε από τους δικηγόρους του Συμβουλίου, κατόπιν έρευνας του φακέλου της δικογραφίας, ότι η εν λόγω απόφαση εξεδόθη στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 15/10/
- Σύμφωνα με συμβουλή των δικηγόρων του Συμβουλίου, η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε αντικανονικά και κατά παράβαση των περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Κανονισμών του 1956, συνεπώς θα πρέπει να παραμεριστεί. Ειδικότερον, δεν εντοπίστηκε στο φάκελο της δικογραφίας γραπτή έκθεση απαίτησης η οποία, σύμφωνα με τους ρηθέντες κανονισμούς, θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί εντός 28 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης παραπομπής στο Συμβούλιο. Αυτό που καταχωρίστηκε από τον απαιτητή και επιδόθηκε στο Συμβούλιο, μέσω ιδιώτη επιδότη, είναι απλά η ειδοποίηση παραπομπής. Η μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του Συμβουλίου συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός ότι ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο, ως Πρόεδρο του Συμβουλίου, έκθεση απαίτησης, όπως προνοείται στους σχετικούς κανονισμούς. Αν επιδίδετο η προβλεπόμενη έκθεση απαίτησης, θα φαινόταν καθαρά η απαίτηση και ότι υπήρχε θέμα προς απάντηση, συνεπώς θα δίδονταν οδηγίες για καταχώριση εμφάνισης. Στην επιδοθείσα ειδοποίηση παραπομπής περιγραφόταν αριθμός τεμαχίων χωρίς να ξεκαθαρίζεται η αξίωση του απαιτητή. Η μη εμφάνιση του Συμβουλίου δεν οφείλεται σε αδιαφορία. Το γεγονός ότι ο απαιτητής εισέπραξε ήδη, ως αποζημίωση, το ποσό των €433.912,02 από το Συμβούλιο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτό που του επιδόθηκε ήταν απλά η ειδοποίηση παραπομπής, στην οποία δεν περιγράφεται λεπτομερώς η αξίωση, συνδέεται άμεσα με τη μη εμφάνιση του Συμβουλίου καθότι από την ειδοποίηση παραπομπής δεν προέκυπτε ζήτημα προς απάντηση. Όπως τον ενημέρωσαν οι δικηγόροι του Συμβουλίου, διενήργησαν αρκετές φορές έρευνα στο φάκελο για να εξασφαλίσουν όλα τα στοιχεία και χρειάστηκε αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να τους δοθούν από το πρωτοκολλητείο αντίγραφα των εγγράφων που ήταν απαραίτητα για να προχωρήσουν με την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Χρειάστηκε δε επιπλέον χρόνος για την ανάθεση της υπόθεσης στους νυν δικηγόρους του Συμβουλίου αλλά και τη συγκέντρωση των σχετικών εγγράφων και αλληλογραφίας που υπήρξε σχετικά με τα θέματα της αποζημίωσης. Περαιτέρω, η όλη υπόθεση δεν μπορούσε να διεκπεραιωθεί εύκολα λόγω και του φόρτου εργασίας που ο ίδιος είχε ως Πρόεδρος του Συμβουλίου αλλά και ως Δήμαρχος του Δήμου Δερύνειας. Δεν μπορεί να αποφασίζει από μόνος του αλλά θα πρέπει να ενημερώνει όλα τα μέλη του Συμβουλίου και να έχει τη σχετική έγκρισή τους. Επίσης, εξ όσων έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους του Συμβουλίου, χρειάστηκε αρκετό χρονικό διάστημα για εντοπισμό του εκτιμητή Παναγιώτη Παπαευθυμίου, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, η δε συνεργάτιδά του Μαρία Κυπριανού ήταν με άδεια τοκετού. Πέραν των πιο πάνω, το Συμβούλιο έχει καλή υπεράσπιση η οποία συνίσταται στο ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εκτιμητών του Συμβουλίου, το ποσό της αποζημίωσης την οποία δικαιούται ο απαιτητής θα έπρεπε να υπολογιστεί, για κάποια τεμάχια του απαιτητή σε €5 ανά τετραγωνικό μέτρο ενώ για κάποια άλλα τεμάχια σε €8 ανά τετραγωνικό μέτρο, αναλόγως των φυσικών χαρακτηριστικών του κάθε ακινήτου. Σε καμιά περίπτωση η αγοραία αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν θα έπρεπε να υπολογιστεί σε €13 ανά τετραγωνικό μέτρο για την ενιαία μονάδα, όπως την εκτίμησε ο εκτιμητής του απαιτητή. Το ποσό είναι υπερβολικό και διογκωμένο και δεν είναι εύλογο και δίκαιο. Όπως, επίσης, έχει πληροφορηθεί από τον κοινοτάρχη της κοινότητας Άχνας, Γιώργο Τσαππή, ο οποίος είναι μέλος του Συμβουλίου, τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα δεν έχουν αξία για το λόγο ότι δεν υπάρχει πρόνοια για ηλεκτρικό ρεύμα, για παροχή νερού, είναι εκτός οικιστικής ζώνης και βρίσκονται πολύ μακριά από την κατοικημένη περιοχή. Ούτε χώμα επί των ακινήτων υπάρχει. Ο απαιτητής εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής του προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, ατεκμηρίωτη, αναιτιολόγητη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος, η Νομολογία, ο Διαδικαστικός Κανονισμός 1956 και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.
- Η Απαλλοτριώνουσα Αρχή δεν έχει οποιαδήποτε νόμιμη υπεράσπιση και δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε από τα απαιτούμενα διατάγματα.
- Δεν αναφέρεται και ούτε στοιχειοθετείται ή τεκμηριώνεται οποιοσδήποτε επαρκής λόγος που να δικαιολογεί τον παραμερισμό ή την ακύρωση της επίδοσης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό ειδοποίησης παραπομπής, αλλά ούτε και τεκμηριώνεται οποιοσδήποτε επαρκής λόγος που να δικαιολογεί τον παραμερισμό ή την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης.
- Η επίδοση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό ειδοποίησης παραπομπής στην Απαλλοτριώνουσα Αρχή ήταν καλή, καθ΄ όλα νόμιμη και δεν δύναται να παραμεριστεί ή/και να ακυρωθεί.
- Η Απαλλοτριώνουσα Αρχή όφειλε να γνωρίζει ότι ο Απαιτητής είχε δικαίωμα να αναζητήσει δικαστικά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση και πρόσθετα έχει αναντίλεκτα λάβει γνώση νομότυπα και έγκαιρα όλων των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν εναντίον της και είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείτο στο Δικαστήριο.
- Η Απαλλοτριώνουσα Αρχή καθυστέρησε υπέρμετρα στο να ανταποκριθεί με εμφάνιση και/ή άλλως πως ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση επί της παραπομπής και άρα δεν δικαιολογείται η μετά την πάροδο τόσο μακράς περιόδου η παρούσα ενέργεια εκ μέρους της. Γνώριζε ότι εκκρεμούσε η παραπομπή, εφόσον παραδέχεται τη λήψη της ειδοποίησης παραπομπής και όμως για δύο και πλέον έτη δεν έπραξε οτιδήποτε. Επιπρόσθετα, δεν δικαιολογεί ούτε την υπέρμετρη καθυστέρηση των 6 μηνών στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης από την ημερομηνία που ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της επίδικης απόφασης. Γενικά, απέτυχε να καταδείξει αιτιολογημένο λόγο για την αδιαφορία της έναντι της υπόθεσης και/ή λόγο γιατί άφησε τη διαδικασία να προχωρήσει χωρίς τη συμμετοχή της μέχρι την έκδοση αποφάσεως στις 23/10/
- Η Απαλλοτριώνουσα Αρχή παρέλειψε, ως όφειλε, κατά τη γνωστή σ΄αυτή διαδικασία για καθορισμό της δικαίας αποζημίωσης, να ερευνήσει την πορεία της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό παραπομπής και να αιτηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση και/ή γνώριζε ότι η εν λόγω παραπομπή εκκρεμούσε από μακρού.
- Το Δικαστήριο, κατά την αρχή της αναλογικότητας, δεν πρέπει να επιτρέψει ο μεν απαιτητής να συνεχίσει να στερείται της περιουσίας του όπως συμβαίνει επί πολλά έτη και συνεχίζεται και μετά τη δικαστική απόφαση, χωρίς να απολαύσει ό,τι εκ του Συντάγματος και της δικαστικής απόφασης δικαιωματικά πέτυχε και να προσδώσει αποδεχόμενο την αίτηση, πλεονέκτημα στην Απαλλοτριώνουσα Αρχή αφού η συμπεριφορά της θα μπορούσε να περιαγάγει την απονομή της δικαιοσύνης σε μορφή περιφρόνησης.
- Τυχόν επιτυχία της αίτησης θα είναι αντίθετη με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημόσιου συμφέροντος. 10.Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή εκδικητική ως περιεχόμενο, αλλά και σε σχέση με το χρόνο που υποβλήθηκε με απώτερο σκοπό την εκ των υστέρων κατασκευή μιας επίπλαστης εικόνας από την Απαλλοτριώνουσα Αρχή που ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. 11.Η Απαλλοτριώνουσα Αρχή δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου. 12.Με την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης κανένα δικαίωμα της Απαλλοτριώνουσας Αρχής δεν επηρεάζεται, αφού η απόφαση που δεν εφεσιβλήθηκε αποτελεί κρίση δικαία και δεσμευτική. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του απαιτητή στην οποία, κατ΄ ουσίαν, αναπτύσσονται με επιχειρηματολογία οι λόγοι ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.16 θ.9, Δ.17 θ.10, Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9, Δ.50, Δ.64 θθ.1-3, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Διαδικαστικό Κανονισμό 1956 (1151/1956) άρθρα 4, 5, 6(1-3), 22 και 47, στον περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμο του 1962 (15/1962) άρθρα 2, 3, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 20, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει από μια αντιπαραβολή της επιχειρηματολογίας των εκατέρωθεν πλευρών είναι ότι και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι στην υπό εξέταση περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι ρυθμίζουν το ζήτημα του παραμερισμού απόφασης λόγω μη εμφάνισης, καθώς και η σχετική επί του θέματος νομολογία. Η Δ.17 θ.10 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίζει αποφάσεις σε κατάλληλες περιπτώσεις. Στην υπόθεση Steven Bush κ.α. ν. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. (Β) 1342, το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύεται τον πιο πάνω θεσμό. Στην απόφασή του αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 Θ.10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest repulicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» Όπως, επίσης, αναφέρθηκε στην υπόθεση Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Aρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην πρόσφατη υπόθεση Pechtchachanskaia κ.α. v. Esipovich, Πολ. Έφεση 310/2010 ημερ. 20/6/2014, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν τα πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (ΒΙΚΑ ΠΙΚΑ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. ν. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολ. Έφεση 233/2009 ημερ. 24/1/2014).» Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το αίτημα του Συμβουλίου για παραμερισμό της προς αυτό επίδοσης της ειδοποίησης παραπομπής φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί. Δεν επεξηγείται ο λόγος ή οι λόγοι για τους οποίους η ρηθείσα επίδοση θα πρέπει να παραμεριστεί. Από την άλλη, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι αυτή έγινε νομότυπα και σύμφωνα με όσα προνοούνται στο σχετικό κανονισμό. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αντικανονικά και κατά παράβαση του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956. Όπως ειδικότερον ισχυρίζεται ο κ. Καραγιάννης στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, δεν εντοπίστηκε στο φάκελο της υπόθεσης να έχει καταχωρηθεί από τον απαιτητή γραπτή έκθεση απαίτησης εντός 28 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης παραπομπής. Εξ όσων δε τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του Συμβουλίου, ο απαιτητής όφειλε να είχε καταχωρίσει γραπτή έκθεση - έκθεση απαιτήσεως (written statement, statement of claim), στην οποία να αναγράφεται πλήρως το ποσό της απαίτησης, η οποία θα έπρεπε να επιδοθεί στο Συμβούλιο ως Αποζημιούσα Αρχή. Αυτό το οποίο κατ΄ ουσίαν υποστηρίζει το Συμβούλιο είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί από το ίδιο το Δικαστήριο ex debito justitiae λόγω παρατυπίας, η οποία την κατέστησε παράνομη. Όπως είναι νομολογημένο, για να τεθεί θέμα ακύρωσης απόφασης ex debito justitiae αυτή θα πρέπει να είναι παράτυπη, δηλαδή να εκδόθηκε κατά παράβαση των δικονομικών και άλλων θεσμών. Το Δικαστήριο, βασικά, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει αντικανονικότητα στη διαδικασία η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης (Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Το άρθρο 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 προνοεί τα ακόλουθα: «4. Upon receiving a notice of reference, the registrar shall enter particulars thereof in the Register of References, and shall forthwith send a copy of the notice to each of the parties to the proceedings (other than the party or parties by whom the notice of reference is signed), together with a notice substantially in accordance with Form 2 in Appendix A, and shall inform all the parties of the number of the reference. The name of the Tribunal, the names of the parties and the number of the reference, together with the year in which is instituted, shall thereafter constitute the title of the proceedings.» Επίσης, το άρθρο 6 του ιδίου κανονισμού προνοεί τα ακόλουθα: «6.-
(1)The claimant shall, within 28 days from the service on him of the registrar's notice in Form 2, give to the registrar and to the Acquiring Authority, at their address for service, a written statement (together with three copies thereof in the case of the registrar) showing the amount claimed by him as compensation with full particulars in support thereof.
(2)The Acquiring Authority shall, within28 days from the service on it of the registrar's notice in Form 2, give to the registrar and to the claimant, at his address for service, a written statement (together with three copies thereof in the case of the registrar) showing the valuation of the land which is the subject of the proceedings with full particulars in support thereof»
(3)The Acquiring Authority shall in all cases send to the registrar four copies of the plan of the land which is the subject of the proceedings, within 28 days after the filing of the notice of reference, together with sufficient copies of such plan for service upon each of the other parties, unless in the meantime the Acquiring Authority is required by the registrar to send such plan to him under the provisions of Rule 19
(3).» Πολύ επεξηγηματικό της διαδικασίας που ακολουθείται από το Δικαστήριο στις υποθέσεις καθορισμού αποζημίωσης από απαλλοτρίωση είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 1342: «Η διαδικασία παραπομπής αρχίζει με ειδοποίηση την οποία ο ένας, ο οποιοσδήποτε από τους διάδικους, αποστέλλει στον Πρωτοκολλητή: βλ. Καν.3
(1). Η ειδοποίηση είναι επί καθορισμένου τύπου. Όπου υποβάλλεται από τον απαιτητή, συμπεριλαμβάνει στοιχεία αναφορικά με το ποσό και τη φύση της απαιτούμενης αποζημίωσης όπως και λεπτομέρειες προς υποστήριξη: βλ. παράγραφο 7 στο έντυπο Αρ.1 του Πίνακα Α. Κατόπιν τούτου ο Πρωτοκολλητής επιδίδει στην άλλη πλευρά ειδοποίηση με την οποία την καλεί, εντός καθορισθείσας προθεσμίας, να εφοδιάσει τον Πρωτοκολλητή με γραπτή έκθεση η οποία, στην περίπτωση του απαιτητή, πρέπει να αναφέρει το διεκδικούμενο ποσό με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξη (βλ. Καν.6
(1)) ενώ στην περίπτωση της απαλλοτριούσης αρχής πρέπει να αναφέρει την εκτίμηση της γης που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξη (Καν. 6
(2))). Εδώ ενδιαφέρει η δεύτερη περίπτωση δεδομένου ότι η διαδικασία άρχισε με πρωτοβουλία του απαιτητή.» Από τα όσα παρέθεσα πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η διαδικασία που ακολουθείται στις υποθέσεις παραπομπών διαφέρει από τη διαδικασία καταχώρισης δικογράφων με βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του Συμβουλίου ότι ο απαιτητής θα έπρεπε να καταχωρίσει έκθεση απαίτησης εντός 28 ημερών από την προς αυτό επίδοση της ειδοποίησης παραπομπής. Ο απαιτητής θα ήταν υποχρεωμένος να καταχωρίσει έκθεση απαίτησης στην περίπτωση που η παρούσα διαδικασία ξεκινούσε με πρωτοβουλία του ίδιου του Συμβουλίου. Όπως, όμως, υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η υπό εξέταση διαδικασία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του απαιτητή, ο οποίος καταχώρισε την ειδοποίηση με βάση τον Τύπο 1 ο οποίος περιγράφεται στο Παράρτημα Α των Κανονισμών. Όπως επίσης υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η ως άνω ειδοποίηση παραπομπής, κατά τον Τύπο 1, όπως τροποποιήθηκε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/5/2014, επιδόθηκε στο Συμβούλιο κατά την 30/6/2014. Στον υπό αναφορά Τύπο 1 της υπό εξέταση ειδοποίησης, στη δεύτερη σελίδα του, περιγράφεται η αξίωση του απαιτητή. Ειδικότερον, αναφέρεται επί λέξει ότι «η αξίωση του απαιτητή συνολικά είναι €500.000 πέραν και/ή πρόσθετα του προσφερθέντος ποσού, πλέον τόκοι, πλέον επαγγελματικά έξοδα/δικαιώματα, πλέον φόροι και Φ.Π.Α.». Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο απαιτητής έδινε λεπτομέρειες του αξιούμενου ποσού και της φύσης της απαιτούμενης αποζημίωσης, το Συμβούλιο είχε την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 6
(2)του Κανονισμού, να παραδώσει στον Πρωτοκολλητή και στον απαιτητή γραπτή έκθεση (written statement), στην οποία να περιγράφεται η αξία της απαλλοτριωθείσας περιουσίας με πλήρεις λεπτομέρειες προς υποστήριξή της, κάτι το οποίο παρέλειψε να πράξει το Συμβούλιο. Στην υπόθεση Πέτσα (ανωτέρω) ο απαιτητής καταχώρισε, πέραν της ειδοποίησης παραπομπής, γραπτή έκθεση (written statement). Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε την έλλειψη σχετικής πρόνοιας στους κανονισμούς που να επιβάλλει στον απαιτητή την καταχώριση γραπτής έκθεσης στην περίπτωση που η ειδοποίηση παραπομπής υποβάλλεται από τον απαιτητή. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι ο απαιτητής δεν είχε υποχρέωση να καταχωρίσει γραπτή έκθεση (written statement) ή και έκθεση απαίτησης. Κατά συνέπεια, η θέση του Συμβουλίου ότι η μη καταχώριση έκθεσης απαίτησης εκ μέρους του απαιτητή συνιστά παρατυπία της διαδικασίας η οποία θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στον παραμερισμό της προσβαλλόμενης απόφασης ex debito justitiae, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο το Συμβούλιο έχει ικανοποιήσει τις δύο προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία μας ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της προσβαλλόμενης απόφασης. Όσον αφορά την παράλειψη του Συμβουλίου να καταχωρίσει εμφάνιση, θα πρέπει, εν πρώτοις, να επισημανθεί ότι αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η ειδοποίηση παραπομπής, όπως τροποποιήθηκε με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/5/2014, επιδόθηκε στο Συμβούλιο κατά την 30/6/2014. Από την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Γεώργιου Τζιούρου ημερομηνίας 1/7/2014, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι μαζί με τον Τύπο 1 επιδόθηκε και η ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή, κατά τον Τύπο 2 του Παραρτήματος Α του σχετικού κανονισμού, η οποία απευθύνεται προς το Συμβούλιο και αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «2. Απαιτείται παρ΄ υμών όπως στείλετε εις εμέ και στον αιτητή, εις την διεύθυνσιν επιδόσεως ήτις φαίνεται εις την Ειδοποίησιν Παραπομπής, εντός 10 ημερών από σήμερον, έγγραφον ειδοποίησιν εν τη οποία ν΄ αναφέρονται τα εξής: (α) Η διεύθυνσις εις την οποίαν δύνανται να επιδίδωνται εις σας έγγραφα (Να δοθή η πλήρης διεύθυνσις προσώπου τινός εντός των δημοτικών ορίων της κυρίας πόλεως της Επαρχίας εντός της οποίας ευρίσκεται το κτήμα) και (β) Κατά πόσον προτίθεσθε να καλέσετε πραγματογνώμονα ίνα δώση μαρτυρίαν ενισχύουσαν οιασδήποτε εκτιμήσεις.» Το άρθρο 5
(1)του σχετικού κανονισμού προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «5.-
(1)Within 10 days from the date of service on the claimant or the Acquiring Authority, as the case may be, of the registrar's notice in Form 2, the party concerned shall give to the registrar a written notice stating:- (a) An address at which documents may be served upon him; and (b)Whether he proposes to call an expert witness to give evidence in support of any valuation.
(2)The address for service mentioned in paragraph
(1)of the Rule shall be the full address of a person within the municipal limits of the main town of the District in which the land concerned is situated.» Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι το περιεχόμενο του Τύπου 2 της υπό εξέταση ειδοποίησης είναι συνταγμένο στη βάση των προνοιών του άρθρου 5 του σχετικού κανονισμού. Ο κ. Καραγιάννης, στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, ισχυρίζεται ότι η μη καταχώριση εμφάνισης από το Συμβούλιο συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός ότι ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο ως Πρόεδρο του Συμβουλίου ή/και σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο η έκθεση απαίτησης του απαιτητή. Κατά τον κ. Καραγιάννη, αν επιδίδετο η έκθεση απαίτησης, τότε θα φαινόταν καθαρά η απαίτηση και ότι υπήρχε θέμα προς απάντηση. Αυτό που επιδόθηκε ήταν απλά η ειδοποίηση παραπομπής στην οποία περιγραφόταν αριθμός τεμαχίων χωρίς να ξεκαθαρίζεται η αξίωση του απαιτητή, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο απαιτητής έχει ήδη παραλάβει το ποσό των €433.912,02 από το Συμβούλιο. Καταλήγει δε ο κ. Καραγιάννης ότι η μη εμφάνιση του Συμβουλίου δεν οφειλόταν σε αδιαφορία καθότι συνδέεται άμεσα με τη μη καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Εν πρώτοις, έχω να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός του κ. Καραγιάννη ότι στην επιδοθείσα σ΄ αυτόν ειδοποίηση παραπομπής δεν περιγράφετο λεπτομερώς η αξίωση του απαιτητή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στη δεύτερη σελίδα της ειδοποίησης του Τύπου 1 που του επιδόθηκε, κάτω από την παράγραφο
(7)(α), αναφέρεται επί λέξει ότι: «η αξίωσης του απαιτητή συνολικά είναι €500.000 πέραν και/ή πρόσθετα του προσφερθέντος ποσού, πλέον τόκοι, πλέον επαγγελματικά έξοδα/δικαιώματα, πλέον φόροι και Φ.Π.Α.». Καθίσταται, λοιπόν, φανερό ότι ο απαιτητής καθόρισε, με σαφήνεια και ακρίβεια, το ποσό το οποίο αξίωνε από το Συμβούλιο, πέραν του ήδη καταβληθέντος ποσού. Είναι, πράγματι, άξιον απορίας πώς ο κ. Καραγιάννης ανέμενε ότι θα ακολουθούσε η επίδοση έκθεσης απαίτησης σύμφωνα με τους κανονισμούς, όπως προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του, γι΄ αυτό εφησύχασε και δεν καταχώρισε εμφάνιση. Δεν επεξηγεί ούτε και διευκρινίζει στην ένορκη δήλωσή του πώς γνώριζε ότι θα ακολουθούσε η καταχώριση και επίδοση προς το Συμβούλιο έκθεσης απαίτησης, δεδομένου του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι νομικός ή ότι έχει νομικές γνώσεις. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι στον Τύπο 2, ο οποίος του επιδόθηκε μαζί με τον Τύπο 1, ειδοποιείται το Συμβούλιο από τον Πρωτοκολλητή ότι απαιτείται όπως στείλουν στον Πρωτοκολλητή και στον απαιτητή ειδοποίηση στην οποία να αναφέρονται τα στοιχεία τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς σ΄ αυτόν. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι ο κ. Καραγιάννης, στην ένορκη δήλωσή του, δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά ή σχόλιο στην ως άνω ειδοποίηση του Τύπου 2. Ούτε καν αναφέρει κατά πόσο την έχει παραλάβει. Είναι, πράγματι, άξιον απορίας πώς είναι δυνατό ο κ. Καραγιάννης να ισχυρίζεται ότι ανέμενε πρώτα να του επιδοθεί η έκθεση απαίτησης ώστε να καταχωρίσει εμφάνιση, από τη στιγμή που στη ρηθείσα ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή απαιτείται από το Συμβούλιο, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, όπως στείλει στον Πρωτοκολλητή την έγγραφη ειδοποίηση με τις πληροφορίες που παρατίθενται λεπτομερώς. Διερωτώμαι πώς ήταν δυνατό ο κ. Καραγιάννης, ως Πρόεδρος του Συμβουλίου, να παραβλέψει τα όσα απαιτούνταν από το Συμβούλιο να πράξει, όπως αυτά περιγράφονται στη ρηθείσα ειδοποίηση. Όμως, ακόμα και μετά που περιήλθε εις γνώσιν του κ. Καραγιάννη η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, άφησε να περάσουν 6 μήνες μέχρι να καταχωρίσει την υπό εξέταση αίτηση. Στην ένορκη δήλωσή του, για να δικαιολογήσει την ως άνω καθυστέρηση, ισχυρίζεται ότι, όπως ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του Συμβουλίου, χρειάστηκε να διενεργήσουν αρκετές φορές έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου για να εξασφαλίσουν όλα τα στοιχεία, χρειάστηκε δε αρκετός χρόνος μέχρι να τους δοθούν από το πρωτοκολλητείο αντίγραφα των εγγράφων που ήταν απαραίτητα για την καταχώριση της αίτησης. Χρειάστηκε δε επιπλέον χρόνος για ανάθεση της υπόθεσης στους δικηγόρους αλλά και συγκέντρωση των εγγράφων και αλληλογραφίας, εργασία η οποία δεν μπορούσε εύκολα να διεκπεραιωθεί λόγω και του φόρτου εργασίας που ο ίδιος έχει ως πρόεδρος του Συμβουλίου και Δήμαρχος του Δήμου Δερύνειας, ενόψει και του ότι δεν μπορεί να αποφασίζει από μόνος του. Επίσης, εξ όσων ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του Συμβουλίου, χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να επικοινωνήσουν με τους εκτιμητές, καθότι ο κ. Παπαευθυμίου αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας η δε συνεργάτιδά του ήταν με άδεια τοκετού. Όλες οι αιτιάσεις τις οποίες επικαλείται ο κ. Καραγιάννης δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση των 6 μηνών στην καταχώριση της αίτησης. Θα πρέπει να επισημάνω ότι, δυστυχώς, έχει αφήσει αδιευκρίνιστο πόσες φορές χρειάστηκε να γίνει έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου για εξασφάλιση των στοιχείων, ποια ήταν τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να εξασφαλιστούν από το φάκελο του Δικαστηρίου και πόσο χρόνο χρειάστηκε το πρωτοκολλητείο για να τους δώσει αντίγραφα των εγγράφων. Περαιτέρω, δεν διευκρινίζει ούτε πόσος χρόνος χρειάστηκε για ανάθεση της υπόθεσης στους δικηγόρους του Συμβουλίου, ούτε πόσος χρόνος για να υπάρξει επικοινωνία με τους εκτιμητές του Συμβουλίου. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η ανεξήγητη αλλά και υπέρμετρη καθυστέρηση των 12 περίπου μηνών από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και των 6 μηνών από του χρόνου που περιήλθε εις γνώσιν του Συμβουλίου η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης συνιστά, όχι μόνο αδιαφορία, αλλά και περιφρόνηση των δικαιωμάτων του απαιτητή η οποία αγγίζει τα όρια της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Επισημαίνω, ακόμα, ότι συνολικά παρήλθαν 28 μήνες περίπου από την προς το Συμβούλιο επίδοση της ρηθείσας ειδοποίησης παραπομπής μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο κ. Καραγιάννης, στην ένορκη δήλωσή του, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία συνίσταται, κατ΄ ουσίαν, στο ότι η αξία της απαλλοτριωθείσας περιουσίας, όπως εκτιμήθηκε από τον εκτιμητή της πλευράς του απαιτητή, είναι υπερβολική, σε αντίθεση με την αξία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, όπως παρουσιάζεται στην έκθεση εκτίμησης της πλευράς του Συμβουλίου, εντούτοις, δεν θα μπορούσα να παραγνωρίσω τη συμπεριφορά του Συμβουλίου η οποία, κατά την άποψή μου, είναι καταφανώς περιφρονητική. Τυχόν επανάνοιγμα της υπόθεσης θα προσέκρουε στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης καθώς και στην ανάγκη για διασφάλιση της τελεσιδικίας των αποφάσεων. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του απαιτητή/καθ΄ου η αίτηση και εναντίον της αποζημιούσας αρχής/αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο