← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Τσιολάκκη Αλέξανδρου άλλως Τσολάκκη Αλέξανδρου, Αρ. Αγωγής: 12/2010, 10/3/2017

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Τσιολάκκη Αλέξανδρου άλλως Τσολάκκη Αλέξανδρου, Αρ. Αγωγής: 12/2010, 10/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12/2010 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και Τσιολάκκη Αλέξανδρου άλλως Τσολάκκη Αλέξανδρου Εναγομένου Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κα Μ. Κωνσταντίνου για Αλέκος Μαρκίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. και Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: O κ. Λ. Γ. Λουκαϊδης για Λουκής Γ. Λουκαϊδης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €241.208,95σ. πλέον τόκο προς 13% ετησίως επί του ποσού των €232.855,47σ. από 1.11.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Το ως άνω ποσό περιορίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στο ποσό των €239.321.74σ. πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού €111,006.20σ. από 1.10.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Το ως άνω χρέος απορρέει από συμφωνία λειτουργίας επενδυτικού λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε ο Εναγόμενος με τους Ενάγοντες. Το αρχικό όριο του εν λόγω λογαριασμού ήταν Λ.Κ.50.000,00 (€85.430,07σ.). Στην Έκθεση Απαιτήσεως γίνεται αναφορά στις συνθήκες σύναψης της εν λόγω συμφωνίας και σε λεπτομέρειες της λειτουργίας του λογαριασμού που ανοίχθηκε μέχρι και τον τερματισμό της. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση του, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, προβάλλει μεταξύ άλλων τους ακόλουθους βασικούς ισχυρισμούς: Ότι η επίδικη συμφωνία έγινε κατόπιν προτροπών του υπαλλήλου της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ ονόματι Συμεού Συμεού. Ο ως άνω αναφερόμενος Συμεών Συμεού παρέστησε στον εναγόμενο ότι με βάση τη συμφωνία και το είδος αυτού του λογαριασμού, ο Εναγόμενος δεν θα είχε καθόλου κίνδυνο ή εν πάση περιπτώσει ο κίνδυνος να υποστεί ζημιές θα ήταν σχεδόν ανύπαρκτος ή και πολύ περιορισμένος αφού οι ενάγοντες και η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ (στη συνέχεια «η ΕΤΕ»), θα διαχειρίζονταν τον λογαριασμό και θα τον παρακολουθούσαν ως ειδικοί που ήσαν για τέτοιους λογαριασμούς για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), και θα προχωρούσαν έγκαιρα σε ρευστοποίηση των μετοχών και άλλων αξιών έτσι ώστε ο επίδικος λογαριασμός να μην έχει χρεωστικό υπόλοιπο. Ήταν δε κατόπιν των ως άνω προτροπών ή και παραστάσεων που ο ίδιος επείσθη ή και αποδέχθηκε και υπέβαλε τη σχετική αίτηση με αποτέλεσμα να εγκριθεί από τους Ενάγοντες και να ανοιχθεί και να λειτουργεί στο όνομα του ο επίδικος λογαριασμός με αρχικό όριο Λ.Κ.50,000.

  1. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η επίδικη συμφωνία και η επίδικη αίτηση δεν είχε σκοπό την παραχώρηση σε αυτόν οποιωνδήποτε δανείων ή πιστώσεων ή άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων παρά μόνο μέσα στα πλαίσια του επίδικου σχεδίου του επενδυτικού λογαριασμού. Ισχυρίζεται ότι, ο όρος της συμφωνίας που προβλέπει ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνταν από τους ενάγοντες στον εναγόμενο σε σχέση με το εν λόγω σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού υπόκειντο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, δεν είχε την έννοια ούτε και συμφωνήθηκε ή και προνοούσε ότι οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να παραχωρούν από μόνοι τους χρηματοδοτήσεις στον εναγόμενο μέσω αυτού του λογαριασμού πέραν του συμφωνηθέντος ορίου του λογαριασμού. Παραδέχεται ότι ο λογαριασμός θα χρεώνετο με τόκο προς 9% ετησίως ή προς το εκάστοτε ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό επιτοκίου πάνω στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο από την ημερομηνία δημιουργίας του λογαριασμού. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να αυξήσουν το ποσοστό επιτοκίου. Προβάλλει ότι υπήρξαν αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων όπως και άλλες παράνομες χρεώσεις. Ισχυρίζεται ότι ο όρος της συμφωνίας με τον οποίο το οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό θα καθίστατο ή θα μπορούσε να καταστεί αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο, εάν κατά την κρίση των εναγόντων υπήρχε παράβαση υπό του Εναγομένου οποιουδήποτε όρου της εν λόγω συμφωνίας, είναι καταχρηστικός, άκυρος και ανεφάρμοστος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ΕΤΕ ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εδικαιούτο μόνο να διαχειρίζεται τον επίδικο λογαριασμό αυστηρά και περιορισμένα μέσα στα πλαίσια των όρων του σχεδίου ή και των όρων της συμφωνίας. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας ή και των εγγράφων που συνθέτουν το επίδικο δάνειο, οι ενάγοντες δεν εδικαιούντο να επιτρέπουν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού από την ΕΤΕ καθ' υπέρβαση των όρων και των προνοιών της επίδικης συμφωνίας. Αρνείται ότι υπέγραψε το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών και ότι η ΕΤΕ το υπέγραψε εκ μέρους του. Περαιτέρω αρνείται ότι οι μετοχές που αγοράζονταν αυτόματα θα μπορούσαν να ενεχυριασθούν προς όφελος των Εναγόντων. Ισχυρίζεται ότι το έγγραφο ενεχυρίασης είναι παράνομο καθότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί με βάση τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου. Ισχυρίζεται ότι οι ενεχυριάσεις των μετοχών δεν ήταν νόμιμες και/ή ήταν παράνομες και ότι έγιναν χωρίς την εξουσιοδότηση του. Ισχυρίζεται ότι η Ελληνική Τράπεζα Λτδ, με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο που της παραχώρησε, στο πλαίσιο του επίδικου σχεδίου, εδικαιούτο να αντιπροσωπεύει τον εναγόμενο και να αγοραπωλεί αξίες εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ για λογαριασμό του αποκλειστικά και μόνο μέσα στο πλαίσιο των όρων της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω αρνείται ότι η ΕΤΕ κατά τους ουσιώδεις χρόνους ενεργούσε μέσα στα πλαίσια και τα όρια της πληρεξουσιότητας της ή και διενεργούσε καθ' υπέρβαση των όρων της πληρεξουσιότητας της ή και των όρων της συμφωνίας της παραγράφου 2 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και τούτο εν γνώσει των εναγόντων και με την συνέργεια αυτών. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες χρεωπίστωναν τον επίδικο λογαριασμό κατά παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας ή και συμφωνιών και επιφυλάττεται να αναφερθεί στο Δικαστήριο σε όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες όταν θα κατατεθούν οι λογαριασμοί για τις χρεωπιστώσεις του λογαριασμού από τους ενάγοντες. Παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες απέστελλαν τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού προς τον Εναγόμενο και ισχυρίζεται ότι επανειλημμένα αμφισβήτησε την ακρίβεια των λογαριασμών των Εναγόντων αλλά και των δοσοληψιών που διενεργούσαν στον λογαριασμό του και την ακρίβεια τους. Ισχυρίζεται ότι ο όρος της συμφωνίας για παραχώρηση εξασφαλίσεων κατέστη μη ουσιώδης εφόσον οι ενάγοντες επέτρεπαν στην ΕΤΕ κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και χωρίς δικαίωμα να λειτουργούν τον επίδικο λογαριασμό και να προβαίνουν σε συναλλαγές καθ' υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού και καθ' υπέρβαση του ποσοστού κάλυψης και γενικά καθ' υπέρβαση των όρων και ορίων του σχεδίου. Ως εκ τούτου εμποδίζονται να ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω όρος ήταν ουσιώδης ή ότι ο εναγόμενος παραβίασε τον εν λόγω όρο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες εσκεμμένα και κακόπιστα καθυστέρησαν εντελώς αδικαιολόγητα την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον του αφού, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία από τον Φεβρουάριο του 2002 και προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής μετά παρέλευση 10 χρόνων και ενώ εγνώριζαν ότι αμφισβητούσε οποιανδήποτε οφειλή του προς τους Ενάγοντες. Ισχυρίζεται ότι συνεπεία της αδικαιολόγητης καθυστέρησης οι ενάγοντες επηρέασαν τα δικαιώματα του ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό διότι με την συμπεριφορά τους αυτή οι ενάγοντες του έδωσαν την εύλογη εντύπωση ότι δεν είχαν οποιανδήποτε απαίτηση εναντίον του και ότι εύλογα το πίστεψε με αποτέλεσμα σήμερα να μην διατηρήσει οποιεσδήποτε αποδείξεις, λογαριασμούς, επιστολές, ειδοποιήσεις ή στοιχεία και γενικά τα απαραίτητα έγγραφα για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Περαιτέρω με την τροποποίηση του δικογράφου του εισήγαγε τους ακόλουθους ισχυρισμούς, ότι: Τα ποσά τα οποία απαιτούν οι Ενάγοντες ως οφειλόμενα σε αυτούς είναι άκυρα λόγω χειραγώγησης των μετοχών από μέρους αξιωματούχων των εναγόντων, η οποία οδήγησε στην απόσυρση των εν λόγω ποσών από αυτόν για την αγορά μετοχών ή/και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) τεχνητής αξίας. Η εν λόγω χειραγώγηση διαπιστώθηκε με το πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η οποία έγινε βάσει και σύμφωνα με το Νόμο και τέθηκε ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα για ποινική δίωξη από τον Μάιο του 2005 σύμφωνα με τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμους του 1993-2000, και Ότι τα ποσά που απαιτούν οι ενάγοντες ως οφειλόμενα σε αυτούς είναι άκυρα και για τον λόγο ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν στην περίπτωση του κατά τρόπο παραπλανητικό χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις όσον αφορά την αξία των επενδύσεων για τις οποίες πήρε τα εν λόγω ποσά και γενικά για τις δυνατότητες αξιοποιήσεως των εν λόγω ποσών με την αγορά μετοχών ή δικαιωμάτων. Είναι επίσης άκυρες διότι δεν καταγράφονταν οι σχετικές συναλλαγές όπως απαιτούσε ο Νόμος μετά τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του
  2. Ο εναγόμενος επιπλέον αξιώνει ανταπαιτητικά από τους ενάγοντες το αντίστοιχο ποσό των €241.208,95σ. το οποίο αυτοί αξιώνουν από αυτόν, ισχυριζόμενος ότι κατά το χρόνο της κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας κατάθεσε στους ενάγοντες ή και παρέδωσε σε αυτούς 4.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου που κατά τον ουσιώδη χρόνο διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ. Οι εν λόγω μετοχές παραχωρήθηκαν ως εξασφάλιση των εναγόντων και αξιώνει ανταπαιτητικά την αξία τους. Ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε έγκυρη ή και νόμιμη ενεχυρίαση τους και κατά συνέπεια οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τις πωλήσουν δυνάμει της ενεχυρίασης. Έτσι οι ενάγοντες είναι υποχρεωμένοι είτε να του επιστρέψουν τις εν λόγω μετοχές είτε να τον αποζημιώσουν για την αξία τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι όλες και οποιεσδήποτε ενεχυριάσεις μετοχών έγιναν από την ΕΤΕ προς όφελος των εναγόντων, έγιναν παράνομα ή και ήσαν άκυρες και ανεφάρμοστες. Λόγω ακριβώς της παράβασης των όρων της επίδικης συμφωνίας και του πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραψε ο εναγόμενος, είχε ως αποτέλεσμα το αξιούμενο ποσό να αποτελεί εν πάση περιπτώσει τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγόντων. Για όλους βέβαια τους πιο πάνω ισχυρισμούς και αξίωση του Εναγόμενου οι Ενάγοντες απάντησαν με το δικό τους δικόγραφο την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του και τη συναφή αξίωση του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για την πλευρά των Εναγόντων κατάθεσαν συνολικά 6 μάρτυρες. Η κα Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), ο κ. Γιώργος Γρουτίδης (Μ.Ε.2), ο κ. Σταύρος Νικολάου (Μ.Ε.3), ο κ. Συμεών Συμεού (Μ.Ε.4), ο κ. Χαράλαμπος Φλουρή (Μ.Ε. 5) και ο κ. Αντώνης Γαβριήλ (Μ.Ε. 6). Εκτός από τον ίδιο τον Εναγόμενο κατάθεσαν για την πλευρά του η κα Δέσπω Πιερή Αδάμου (Μ.Υ.1) και ο κ. Άλκης Πιερίδης (Μ.Υ.2). Κατατέθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας 33 έγγραφα ως τεκμήρια όπου σε κάποια από αυτά επισυνάπτονται άλλα σχετικά. Για όλα αυτά θα γίνει αναφορά στη συνέχεια τόσο κατά την καταγραφή της ουσιώδους μαρτυρίας όσο και στην αξιολόγηση της που θα ακολουθήσει. Η κα Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), υπάλληλος των Εναγόντων υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
  3. Κατέθεσε το πιστοποιητικό σύστασης των εναγόντων, το πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος τους και την άδεια εξάσκησης εκ μέρους τους τραπεζικών εργασιών ως Τεκμ. 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Εργάζεται στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων και της ανατέθηκε να ελέγξει τις κανονικές τραπεζικές καταστάσεις του επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου και αφού τις λάβει υπόψη να ετοιμάσει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, δηλαδή καταστάσεις λογαριασμού χωρίς να υπάρχει κεφαλαιοποίηση των τόκων και χωρίς άλλες χρεώσεις. Τις κατάθεσε ως Τεκμ. 4 και 5 αντίστοιχα. Ανέφερε ότι έλεγξε και συνέκρινε τις καταχωρήσεις και πληροφορίες που περιέχει το Τεκμ. 4 με τις αρχικές καταχωρήσεις με τις οποίες τροφοδοτήθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και διαπίστωσε ότι οι εν λόγω καταχωρήσεις και πληροφορίες είναι ταυτόσημες με τις αρχικές καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία. Ανέφερε ότι έλαβε τα επιτόκια από την Υπηρεσία της και εξήγησε το είδος των χρεώσεων που αφαίρεσε για να προκύψουν οι αναδομημένες καταστάσεις. Προκύπτει με όσα εξήγησε ότι ο λογαριασμός του εναγόμενου ο οποίος ανοίχθηκε την 5.05.2000 και λειτούργησε μέχρι την 31.12.2007 παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο σε κεφάλαιο εκ €111.006,20σ. και σε τόκους €128.315,54σ. Συνολικά το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου στις 30.09.2015 ανέρχεται στο ποσό των €239,321,74σ. πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού €111.006,20σ. από 1.10.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν έχει νομικές γνώσεις αλλά ο έλεγχος που είχε κάνει του επίδικου λογαριασμού και ο υπολογισμός του τόκου έγινε στη βάση της συμφωνίας χωρίς να απαιτούνται ειδικές νομικές γνώσεις. Η ίδια είχε καθήκον να ετοιμάσει τις πιο πάνω καταστάσεις και δεν γνωρίζει αν στέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού στον εναγόμενο. Ο κ. Γιώργος Γρουτίδης (Μ.Ε.2), αναφέρει στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο 2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι είναι σήμερα Προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών της ΕΤΕ. Από τον Φεβρουάριο του 1997 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1999 ήταν υπεύθυνος των επενδυτικών λογαριασμών και των χρηματιστηριακών συναλλαγών και από τον Σεπτέμβριο του 1999 μέχρι τον Μάρτιο του 2004 ήταν ο Προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ και υπό την ιδιότητα του αυτή είχε την ευθύνη για την διεκπεραίωση των συναλλαγών, για τις οποίες έδιναν εντολές οι επενδυτές. Περίπτωση ενός τέτοιου επενδυτή ήταν και ο Εναγόμενος. Για να ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός, ο Εναγόμενος έπρεπε να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για την λειτουργία του. Αυτά αποτελούνταν από την αίτηση για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού (Τεκμ. 6), το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 4.05.2000 (Τεκμ. 7), η συμφωνία για την προμήθεια της ΕΤΕ ημερ. 4.05.2000 (Τεκμ. 8) και η συμφωνία ενεχυρίασης ημερ. 4.6.2000 (Τεκμ. 9) την οποία υπέγραψε η ΕΤΕ για λογαριασμό του Εναγόμενου με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο Τεκμ.
  4. Με σκοπό να τεθεί το σχέδιο σε λειτουργία, ο Εναγόμενος έδωσε ως εξασφάλιση τα ακόλουθα: (α) 3,000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου αξίας Λ.Κ.8.60 εκάστης με συνολική αξία Λ.Κ.25,800 με την ένδειξη I/C που σημαίνει Initial Contribution (Αρχική Εξασφάλιση), (β) 2000 μετοχές της Ελληνικής Τράπεζας αξίας Λ.Κ.2.87 με συνολική αξία Λ.Κ.5,470, με την ένδειξη I/C που σημαίνει Initial Contribution (Αρχική Εξασφάλιση). Τα πιο πάνω διαπιστώνονται από τις τριμηνιαίες καταστάσεις (Τεκμ. 11), στην κατάσταση με τίτλο Adjustments List για τους μήνες Απρίλιο - Ιούνιο του
  5. Η πρώτη εγγραφή, με ημερ. 25.05.2000, αποτελεί την παραχώρηση δωρεάν μετοχών (bonus shares) της εταιρείας SFS Group Public Co Ltd, ήτοι 10 δωρεάν μετοχές για κάθε μία υφιστάμενη μετοχή. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου και ανέφερε ότι ο λογαριασμός διατηρείτο σε κατάστημα των Εναγόντων και ενημερωνόταν για τυχόν πιστώσεις και/ή χρεώσεις που εγίνοντο. Η ΕΤΕ διατηρούσε τον λογαριασμό για σκοπούς χρηματιστηριακών συναλλαγών αναφορικά με αγορές ή/και πωλήσεις χρηματιστηριακών αξιών που εγίνοντο με βάση εντολές των πελατών και στη συγκεκριμένη περίπτωση με εντολές του Εναγομένου. Η ΕΤΕ ελάμβανε εντολές από τον Εναγόμενο. Εξήγησε τις ενέργειες και τη διαδικασία που ακολουθούσε ο Εναγόμενος. Στο τέλος της κάθε χρηματιστηριακής συνάντησης ο πελάτης ενημερωνόταν από την ΕΤΕ είτε με αυτόματη αποστολή φαξ είτε τηλεφωνικώς και κάποτε και με τους δύο τρόπους, κατά πόσο η εντολή του είχε εκτελεσθεί ή όχι. Είναι αξιοσημείωτο, τόνισε, ότι στην πράξη, σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι πελάτες, επικοινωνούσαν και κατά την διάρκεια της χρηματιστηριακής συνάντησης προκειμένου να τύχουν ενημέρωσης για τα αποτελέσματα των εντολών τους και/ή να τροποποιήσουν και/ή να δώσουν περαιτέρω εντολές. Αυτό διαπιστώνεται και από το κείμενο των ηχογραφημένων εντολών. Εξήγησε ότι κατά την περίοδο που δεν υπήρχε καταγραφικό σύστημα εντολών οι εντολές καταγράφονταν στο βιβλίο εντολών το οποίο διατηρούσε η ΕΤΕ. Ακολούθως, τον Οκτώβριο του 1999 εγκαταστάθηκε σύστημα στην ΕΤΕ με το οποίο οι τηλεφωνικές εντολές καταγράφονταν. Επίσης για την εκτέλεση των εντολών οι πελάτες ενημερώνονταν με τα Contract notes τα οποία αρχικά τηρούνταν στα αρχεία της ΕΤΕ αλλά ο επενδυτής ήταν πάντοτε ελεύθερος να τα επιθεωρήσει. Ακολούθως από το τέλος του 2000, τα εν λόγω Contract notes (Τεκμ. 10), αποστέλλονταν στον πελάτη. Σε περίπτωση αγοράς μετοχών, αυτές ακολούθως ενεχυριάζοντο προς όφελος των Εναγόντων σύμφωνα με τη συμφωνία (Τεκμ. 9). Για κάθε πράξη αγοράς ή πώλησης αξιών, η οποία λάμβανε χώρα γινόταν και η ανάλογη χρέωση στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Ο πελάτης, ως ανέφερε, μπορούσε να ενημερωθεί κατά τη διάρκεια της χρηματιστηριακής συνάντησης και ότι μετά το τέλος της χρηματιστηριακής συνάντησης ενημερωνόταν τηλεφωνικώς από το τηλεφωνικό κέντρο εάν δε είχε καταχωρημένο τηλεμειότυπο (φαξ) ενημερωνόταν με αυτό. Ουσιαστικά ο ρόλος των Εναγόντων στην παρούσα περίπτωση όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση λειτουργίας επενδυτικών λογαριασμών, περιοριζόταν στην χρέωση και/ή πίστωση του λογαριασμού του Εναγόμενου ανάλογα με τις πράξεις/εντολές που έδιδε ο επενδυτής. Οι Ενάγοντες, ισχυρίστηκε, ουδέποτε αγόρασαν, πώλησαν ή διενήργησαν οποιανδήποτε χρηματιστηριακή πράξη εκ μέρους ή για λογαριασμό του Εναγόμενου. Επομένως η απαίτηση των Εναγόντων είναι καθαρή. Πρόκειται για χρέος το οποίο ο Εναγόμενος δημιούργησε με αγορά ή πώληση αξιών. Ως εξασφάλιση αυτού του χρέους οι Ενάγοντες ενεχυρίαζαν τις μετοχές οι οποίες αγοράζονταν επ'ονόματι του Εναγόμενου. Ο μάρτυς ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν λειτουργούσε με διακριτική ευχέρεια αλλά με τις εκάστοτε εντολές του Εναγόμενου. Η ΕΤΕ, ανέφερε, δεν αναλάμβανε τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων. Εξήγησε ότι ο ρόλος της ΕΤΕ περιοριζόταν στο να λαμβάνουν εντολές και να τις κοινοποιούν στο ΧΑΚ. Ουδέποτε ενήργησαν από μόνοι τους για την αγορά ή πώληση μετοχών. Εξήγησε περαιτέρω τα Contract notes (Tεκ 10), και τις τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκ. 11), τις οποίες η ΕΤΕ απέστελλε στον Εναγόμενο και περιείχαν λεπτομέρειες αναφορικά με τις πράξεις που γίνονταν στοn λογαριασμό του και τις χρεώσεις. Επιπλέον από τα ποσά των αιτήσεων φαίνεται ότι οι αιτήσεις γίνονταν για αυξημένα ποσά, και στο τέλος οι επενδυτές έπαιρναν μικρό αριθμό μετοχών σε σχέση με τις αιτήσεις που υπέβαλλαν. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ελάμβανε επίσης και τις τραπεζικές καταστάσεις του λογαριασμού του. Ο μάρτυς έκαμε αναφορά επίσης στις αιτήσεις του Εναγόμενου για συμμετοχή σε IPO's. Οι αιτήσεις του φανερώνουν ότι αυτές γίνονταν για αυξημένα ποσά. Όπως διαπιστώνεται από τα αιτήματα τα οποία αναφέρονται εκεί τα ποσά τα οποία δεν χρησιμοποιούνταν για την αγορά αξιών επιστρέφονταν πίσω στο λογαριασμό του Εναγόμενου. Αναφέρθηκε ακόμα και στα ποσοστά εξασφάλισης του εν λόγω λογαριασμού τα οποία ήταν σε ποσοστό 60% με το άνοιγμα του λογαριασμού και ακολούθως για την τριμηνία μεταξύ 1.01.2001- 31.03.2001, το ποσοστό εξασφάλισης μειώθηκε από 60% σε 40%, ποσοστό το οποίο παρέμεινε μέχρι τον τερματισμό λειτουργίας του λογαριασμού. Στην παράγραφο 21 της δήλωσης του ο Εναγόμενος αναφέρεται στις μετοχές τις οποίες κατείχε ο Εναγόμενος στην Ελληνική Τράπεζα. Οι 2,000 μετοχές τις οποίες αρχικά κατείχε στο χαρτοφυλάκιο του τις πώλησε στις 7.07.2000 στην τιμή των Λ.Κ. 2.51, ήτοι σύνολο Λ.Κ. 5.
  6. Οι εν λόγω μετοχές είχαν τοποθετηθεί στο χαρτοφυλάκιο του ως αρχική εξασφάλιση. Στις 24.08.2000 επανατοποθετήθηκε στις αξίες της Ελληνικής Τράπεζας με εντολή για αγορά 5,000 μετοχών της Ελληνικής, οι 3,000 εκ των οποίων αγοράστηκαν στην τιμή των Λ.Κ. 2.22, συνολικό ποσό αγοράς Λ.Κ.6,660 και οι 2,000 στην τιμή των Λ.Κ. 2.30 συνολικό ποσό αγοράς Λ.Κ.4.600, δηλαδή σύνολο αγοράς για τις 5,000 μετοχές Λ.Κ.11.260,
  7. Στη συνέχεια έκανε αναφορά στις υπόλοιπες αγοραπωλησίες μετοχών και δικαιωμάτων προτίμησης που γίνονταν πάντοτε κατόπιν εντολής του Εναγόμενου. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς ανέφερε ότι είχε μαζί του τις τιμές που αφορούσαν τις εισηγμένες στο ΧΑΚ μετοχές και των δικαιωμάτων προτίμησης της Ελληνικής Τράπεζας τις οποίες είχε εξασφαλίσει από το ΧΑΚ τις οποίες κατάθεσε ως Τεκμ. 20 και 21 αντίστοιχα. Κατάθεσε επίσης την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια που ίσχυαν την περίοδο του 2000 ως Τεκμ.
  8. Εξήγησε ότι από τον Οκτώβρη του 1999 και μετά όλες οι εντολές που δίδονταν από επενδυτές θα έπρεπε να ηχογραφούνται και πράγματι είχαν βρει αριθμό τέτοιων εντολών που τους είχε δώσει ο εναγόμενος και η έρευνα τους συνεχιζόταν για την εξεύρεση κατά το δυνατόν όλων των εντολών του. Επέμεινε στη θέση του ότι ο εναγόμενος επέδειξε ο ίδιος ενδιαφέρον να μπει στο σχέδιο επένδυσης σε αξίες μετοχών και ότι δεν ήταν μετά από παρότρυνση που το είχε κάνει καθώς στην πολιτική τους δεν ήταν να παροτρύνουν επενδυτές να επενδύουν σε οποιεσδήποτε μετοχές. Παραδέχθηκε ότι στο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ. 7) δεν φαίνεται υπογραφή πιστοποιούντος υπαλλήλου παρόλο ότι φαίνεται σε αυτό η σφραγίδα του. Αναγνώρισε το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμ. 23 ότι αποτελεί μέρος της ενημέρωσης που αποστέλλεται στον επενδυτή. Ανέφερε ότι η διαφορά των 1.500 μετοχών που φαίνεται ότι έχουν στις καταγραφές τους τα Τεκμ. 23 και 11 χρίζει περαιτέρω διερεύνησης για την οποία ζήτησε όπως του παρασχεθεί χρόνος να προβεί σε έρευνα. Επεσήμανε ο μάρτυς ότι: «Οι πιο πάνω συμμετοχές του Εναγόμενου σε IPO's και η ανάληψη των μετρητών από τον λογαριασμό του καθώς και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος έδινε εντολές για την λειτουργία του, ήτοι για την αγορά και για πώληση αξιών, σύμφωνα πάντοτε με τις εκάστοτε επιλογές του καταδεικνύει, τον άμεσο χειρισμό του εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού του πελάτη.» Αναφέρθηκε επίσης, παρέχοντας λεπτομέρειες, για τον αριθμό των ενεχυριασμένων μετοχών που υπήρχαν όταν τερματίστηκε ο λογαριασμός στις 30.06.2002 κατάσταση των οποίων παρουσίασε ως Τεκμ.
  9. Λόγω προβλημάτων που άρχισε να παρουσιάζει ο επενδυτικός λογαριασμός με υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου του και χωρίς να τηρείται η απαραίτητη ή η προβλεπόμενη από το σχέδιο εξασφάλιση άρχισαν οι επαφές με τον Εναγόμενο για να αποκατασταθούν τα πιο πάνω. Όταν διαφάνηκε ότι αυτός δεν μπορούσε να ανταποκριθεί τότε στάλθηκαν σε αυτόν προειδοποιητική επιστολή που οδήγσηαν στη συνέχεια στον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού (Τεκμ. 15,16 και 17). Απέρριψε τη θέση του εναγόμενου ότι δεν ενημερωνόταν με καταστάσεις λογαριασμού λέγοντας ότι αυτός είχε μια πλήρη ενημέρωση και ότι του αποστέλλονταν όλες οι καταστάσεις λογαριασμού. Συμφώνησε ότι δεν επιτρεπόταν σε υπαλλήλους τους οι προτροπές πελατών να προβαίνουν σε συγκεκριμένες αγορές και ανέφερε ότι δεν το έκαμναν. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, είναι το αντίθετο που συνέβαινε καθώς εκείνη την περίοδο είναι οι επενδυτές που πίεζαν Τράπεζες για να ενταχθούν σε επενδυτικούς λογαριασμούς. Ο ίδιος ανέφερε ότι είχε άγνοια για τα περί της χειραγώγησης των μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας. Σε υποβολές ότι ο κ. Συμεών Συμεού παρότρυνε πελάτες, ανέφερε ότι σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να απαντήσει ο ίδιος προσθέτοντας ότι εκ των υστέρων ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ό,τι θέλει προς το συμφέρον του. Η αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου ήταν πάντοτε κάτω των €60.000,00 και επέμεινε ότι οι ΕΠΕ ενεργούσε πάντοτε με εντολές του εναγόμενου. Η τελευταία πράξη του εναγόμενου έγινε την 18.12.2000 και στις 4.02.2002 τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού του. Ανέφερε σε σχέση με την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην έγερση της αγωγής που καταχωρήθηκε στις 11.01.2010 ότι αυτό είναι ζήτημα που αφορούσε τους ενάγοντες. Ανέφερε ότι δεν είναι πλήρως γνώστης του πορίσματος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η έκδοση Rights -2000 της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και η εξάσκηση τους και δεν το έχει δει ποτέ. Σημειώθηκε ως εκ τούτου ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α όπως και παρέμεινε μέχρι τέλους λόγω της καταχώρησης άλλου αντιγράφου από τον συντάξαντα αυτού κ. Άλκη Πιερίδη (Μ.Υ.2) ως Τεκμ.
  10. Δεν αναγνώρισε επίσης επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας με ημερομηνία 24.11.1999 η οποία απευθυνόταν προς τις Εμπορικές Τράπεζες και όχι προς την ΕΠΕ, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμ.
  11. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του τεκμηρίου Προς Αναγνώριση Α και όταν του υποδείχθηκε ότι σε αυτό γινόταν λόγος για χειραγώγηση μετοχών ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί να γίνεται λόγος σε αυτό για κάτι τέτοιο. Στην επανεξέταση του αναφερόμενος σε εγγραφές των Τεκμ. 4, 11 και 23 υπέδειξε με κόκκινο μελάνι διόρθωση που έγινε σε σχέση με τη διαφορά στον αριθμό μετοχών που του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του όπου του υποβλήθηκε σχετική διαφορά. Εξήγησε από που προήλθε η εν λόγω διαφορά, η οποία ασφαλώς δεν ανάγεται σε ό,τι θέλησε να παρουσιάσει ο εναγόμενος, εφόσον εξήγησε ότι επρόκειτο για συναλλαγές με ημερομηνία 16.06 τις οποίες υπέδειξε με κόκκινο βέλος στα Τεκμ. 4 και 11 όπου σημείωσε τις αγορές οι οποίες ήταν συνολικά 6.000 και συμφωνούν με τις χρεώσεις που είχε ο τραπεζικός λογαριασμός και όπου φαίνονται επίσης οι αντίστοιχες πωλήσεις για 6.
  12. Επομένως η αγορά αφορούσε 6.000 και η πώληση τον ίδιο αριθμό. Οι σχετικές διορθώσεις έγιναν στα έγγραφα αυτά έγκαιρα όπως επιβεβαιώνονται και στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες επίσης υπέδειξε. Ο κ. Σταύρος Νικολάου (Μ.Ε.3), ανέφερε ότι εργάζεται στην ΕΤΕ από το
  13. Έλαβε οδηγίες από τον προϊστάμενο του κ. Γ. Γρουτίδη όπως ψάξει με σκοπό να βρει εντολές για τον συγκεκριμένο λογαριασμό του Εναγόμενου. Μετά από πολλή προσπάθεια, όπως ανέφερε, εντόπισε δύο εντολές. Το καταγραφικό σύστημα που υπήρχε τότε ήταν παλαιό και για τον λόγο αυτό είναι δύσκολος ο εντοπισμός των εντολών. Επιβεβαιώνεται ο αριθμός του πελάτη και η ταυτότητα του, ό,τι δηλαδή ζητά ο χρηματιστής για την τέλεση ή την καταχώρηση των πράξεων. Εξήγησε ότι για να προβεί στην εργασία αυτή απομόνωνε στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή τις καταγραφές μέχρι να συλλέξει όσες πιο πολλές άλλες μπορούσε για να τις μεταφέρει σε CD. Κατέθεσε ως Τεκμ. 25 το CD με την ηχογράφηση εντολών και τις απομαγνητοφωνημένες καταγραφές τους κατά τις ημερομηνίες 15.12.2000 και 18.12.2000 ως Τεκμ. 26 και
  14. Διευκρίνισε ότι ο Άρης Στεφάνου ήταν χρηματιστής και είναι το πρόσωπο το οποίο ακούγεται να λαμβάνει εντολές για τον Εναγόμενο. Δηλώθηκε από τον συνήγορο του εναγόμενου ότι οι συγκεκριμένες συνομιλίες του πελάτη του δεν αμφισβητούνταν. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της επιστολής του ΧΑΚ με ημερομηνία 7.10.1999 (Τεκμ. 28), με το οποίο συμφώνησε, εξήγησε ότι όλες οι εντολές του εναγόμενου μετά την πιο πάνω ημερομηνία είναι καταγεγραμμένες αλλά χρειάζεται τεράστια δουλειά για να βρεθούν. Ανέφερε ότι δεν είναι χρηματιστής και δεν μπορεί να δώσει εξηγήσεις για ζητήματα που αφορούν χρηματιστηριακές εντολές όπως του υποβλήθηκε. Εξήγησε ότι όταν περιγράφεται σε αυτές ο όρος «on CSE Floor», πρόκειται για τις εντολές οι οποίες δίνονται απευθείας στο πάτωμα, ενώ οι άλλες είναι στο γραφείο του χρηματιστή. Ο κ. Συμεών Συμεού (Μ.Ε.4), είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται σήμερα στην Τράπεζα Πειραιώς. Ανέφερε ότι γνώρισε τον Εναγόμενο όταν ήταν υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας στο Παραλίμνι και μεταγενέστερα στην ΕΤΕ. Ξεκίνησε ως ανέφερε ως χρηματιστηριακός εκπρόσωπος και ακολούθως ήταν επικεφαλής του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών. Δεν θυμόταν, ως ανέφερε, ως χρηματιστηριακός εκπρόσωπος να έκανε ποτέ παραστάσεις ως αναφέρονται στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Ανέφερε ότι ως λειτουργός της Τράπεζας δεν θα προέβαινε ποτέ σε παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις ως του υποβλήθηκε ότι έκαμε σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Ανέφερε τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού και ότι δεν έκαμνε διαχείριση του χαρτοφυλακίου αλλά ότι επρόκειτο για λήψη και διαβίβαση εντολών. Ουδέποτε ως ανέφερε αρνήθηκε να κάμει πράξη στον λογαριασμό του εναγόμενου και ουδέποτε αρνήθηκε να ρευστοποιήσει αξίες του. Πάντοτε ενεργούσε κατόπιν εντολών του Εναγόμενου. Ανέφερε ότι ουδέποτε θα διαβεβαίωνε οποιονδήποτε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος. Ανέφερε ότι τότε υπήρχε ζήτηση για αυτά τα δάνεια για αγορά μετοχών, για «μετοχοδάνεια» ως τα χαρακτήρισε. Αρνήθηκε ότι οι μέτοχοι της τράπεζας παρότρυναν τους πελάτες για να ανοίξουν λογαριασμούς. Οι πελάτες ενημερώνονταν για την ύπαρξη της πιστωτικής διευκόλυνσης και ακολούθως οι λειτουργοί της τράπεζας ήταν εκεί και όποιος ήθελε απευθυνόταν σε αυτούς. O μάρτυς αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμ.
  15. Σε ερώτηση τι γύρευε στα γραφεία του Εναγόμενου ανέφερε ότι ήταν κάτι που συνηθιζόταν και ότι δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία περίπτωση που επισκέπτονταν υπάλληλοι της τράπεζας το χώρο εργασίας πελατών της με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση τους. Μετά την υπογραφή της αίτησης αυτή ανέφερε ότι προωθείτο στην ΕΠΕ και παρεχόταν η έγκριση. Ο μάρτυρας επέμενε ότι ούτε παρότρυναν οποιονδήποτε με σκοπό την προώθηση του σχεδίου ούτε και προέβαιναν σε ψευδείς παραστάσεις προς τούτο. Ερωτήθηκε εάν έγινε ένα πόρισμα και ανέφερε ότι έγιναν πολλά πορίσματα. Ανέφερε ότι γνώριζε για το πόρισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων που δημοσιεύτηκε για το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου για τις ζημιές, τις επενδύσεις και τις αποταμιεύσεις του κόσμου που επένδυσαν και έχασαν τα λεφτά τους. Ανέφερε ότι όποιος έκανε δανεισμό αναλάμβανε και τον ανάλογο κίνδυνο. Σε ερώτηση πως έτυχε και ήρθε στο Δικαστήριο ανέφερε ότι το έκανε διότι ο εναγόμενος καταλογίζει εναντίον του ενέργειες και γι΄αυτό κλήθηκε για να απαντήσει σε αυτές. Εξήγησε ότι για τέτοιες επενδύσεις υπάρχει πάντοτε πιστωτικός κίνδυνος τον οποίο πρέπει να αναλάβει ο Εναγόμενος. Παρόλο ότι η εξέταση του αιτήματος του Εναγόμενου (Τεκμ. 6), ξεκίνησε από το γραφείο του, καθώς τότε ήταν καλός πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας, εντούτοις η επίσκεψη στο γραφείο του Εναγόμενου δεν συνιστούσε σε καμιά περίπτωση παρότρυνση αλλά αποσκοπούσε σε επεξήγηση του σχεδίου και των βασικών του όρων καθώς η ζήτηση εκείνο το διάστημα ήταν πολύ μεγάλη. Απέρριψε όσα του καταλογίζει ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του. Απέρριψε υποβολή ότι την ίδια περίοδο που γινόταν η χειραγώγηση έπεισε και τον Εναγόμενο να υπογράψει την αίτηση αναφέροντας ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 17.04.2000 και η προσπάθεια χειραγώγησης σύμφωνα με το Τεκμήριο 33 αφορούσε την περίοδο από 1.9.2000 μέχρι και 29.9.2000.Τούτο αναφέρεται στην σελίδα 9 του εν λόγω Τεκμηρίου. Ο κ. Χαράλαμπος Φλουρής (Μ.Ε.5), στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο 3), την οποία υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι κατά την χρονική περίοδο από τον Μάρτιο του 2000 περίπου μέχρι και το τέλος του 2002 εργαζόταν στην ΕΤΕ. Τα καθήκοντα του αφορούσαν την διαδικασία λήψης και διαβίβασης εντολών. Ανέφερε ότι η ΕΤΕ διατηρούσε χρηματιστηριακό γραφείο στο Παραλίμνι και διαβίβαζε τις εντολές τις οποίες ελάμβανε από πελάτες στο Παραλίμνι. Το εν λόγω γραφείο δεν είχε κωδικούς πρόσβασης στο ΧΑΚ αλλά τις εντολές που λάμβανε τις διαβίβαζε στο γραφείο της ΕΤΕ στην Λευκωσία όπου αδειούχοι χρηματιστές τις διαβίβαζαν στο ΧΑΚ. Ανέφερε ότι θυμάται τον Εναγόμενο καθώς ήταν πελάτης της ΕΤΕ και εξυπηρετείτο κατά κύριο λόγο από την Λευκωσία, δηλαδή από το χρηματιστηριακό γραφείο της ΕΤΕ στην Λευκωσία. Ανέφερε ότι έτυχε σε κάποιες περιπτώσεις ο Εναγόμενος να επικοινωνήσει και μαζί του με σκοπό την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών καθώς επίσης και να επισκεφθεί προσωπικά το κατάστημα της ΕΤΕ στο Παραλίμνι και να υποβάλει γραπτώς τις χρηματιστηριακές του εντολές. Κατάθεσε το έγγραφο με τίτλο «Historical Orders For Client 003488-Τsiolakis Alexandros.» ως Τεκμ.
  16. Από αυτό προκύπτει ότι είχαν τόσο τηλεφωνική όσο και προσωπική επαφή με επισκέψεις του Εναγόμενου στο γραφείο τους για να δώσει εντολές για τον λογαριασμό του. Εξήγησε τη διαδικασία που δίδονταν αυτές οι εντολές. Ένας επενδυτής μπορούσε να δώσει τηλεφωνικές εντολές στο τηλεφωνικό κέντρο ή μπορούσε να δώσει απευθείας τηλεφωνική εντολή. Τις διαβίβαζε στα γραφεία στην Λευκωσία και ακολούθως στην ΕΤΕ. Σε κάποιο στάδιο η ΕΤΕ διατηρούσε και σύστημα διαδικτύου και ο επενδυτής μπορούσε να καταχωρήσει εντολές μέσω διαδικτύου. Ουδέποτε ενήργησε από μόνος του με σκοπό τη διαβίβαση εντολών για την αγορά ή πώληση μετοχών ή αξιών στο ΧΑΚ οποιουδήποτε πελάτη αλλά όλες οι πράξεις γίνονταν κατόπιν εντολών, όπως γινόταν και με τον Εναγόμενο. Εξήγησε με λεπτομέρειες τη διαδικασία αγοράς μετοχών ως ακολούθως: Ο πελάτης δήλωνε την τιμή στην οποία ήθελε να αγοράσει π.χ. Λ.Κ.1,50 και έδινε την ποσότητα των μετοχών που ήθελε να αγοράσει, π.χ. 1,000 μετοχές. Οι πελάτες δήλωναν συγκεκριμένη τιμή την οποία ακολούθως μπορούσαν να διαφοροποιήσουν καθώς επίσης μπορούσαν να διαφοροποιήσουν και τον αριθμό των μετοχών που θα αγοράζονταν. Όλες οι τηλεφωνικές εντολές του πελάτη καταγράφονταν στο καταγραφικό σύστημα της ΕΤΕ. Σε περίπτωση προσωπικής επίσκεψης του πελάτη στο κατάστημα της ΕΤΕ όλες οι εντολές λαμβάνονταν σε γραπτή μορφή με εντολή του πελάτη και υπογραφή του. Όλες τις εντολές τις οποίες έδωσε ο Εναγόμενος βρίσκονταν στα αρχεία της ΕΤΕ και σε γραπτή μορφή αν και είναι δύσκολος ο εντοπισμός τους παρά την προσπάθεια που γίνεται προς τούτο. Εάν υπήρχε διαθέσιμος αγοραστής, εξήγησε, σε περίπτωση εντολής για πώληση ή σε περίπτωση που δεν υπήρχε διαθέσιμος αγοραστής, η εντολή δεν εκτελείτο. Εντολή για πράξη αγοράς αξιών ή μετοχών μπορούσε να μην εκτελεστεί όταν δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια. Επίσης μία εντολή μπορούσε να εκτελεστεί τμηματικά ή μπορούσε να εκτελεστεί μέρος της μόνο. Αναφορικά με τον τρόπο ενημέρωσης του πελάτη ανέφερε ότι αυτή γινόταν αυθημερόν είτε με τηλεμειότυπο (φαξ) ή τηλεφωνικώς ή και άμεσα κατά τη διάρκεια της χρηματιστηριακής συνάντησης και πάλι τηλεφωνικώς. Λεπτομερής ενημέρωση τους γινόταν επίσης και μέσω των Contract notes και των τριμηνιαίων καταστάσεων που απέστελλε η ΕΤΕ. Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της λειτουργίας του εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού ουδέποτε ενήργησε αυτόβουλα από μόνος του, ουδέποτε έδωσε συμβουλή και ουδέποτε χειρίστηκε κάποιο επενδυτικό λογαριασμό από μόνος του ή με διακριτική ευχέρεια, δηλαδή να προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις από μόνος του. Το επίδικο επενδυτικό σχέδιο ήταν σχέδιο λήψης εντολών από τους πελάτες και διαβίβασης των εν λόγω εντολών στο ΧΑΚ. Ανέφερε ότι τα άτομα τα οποία χειρίζονταν χαρτοφυλάκια με διακριτική ευχέρεια, βρίσκονταν σε άλλο τμήμα της ΕΤΕ από το δικό του. Υπήρχαν διαφορετικά έγγραφα, τα οποία υπέγραφαν οι πελάτες και επένδυαν δικά τους κεφάλαια και όχι δανειζόμενα χρήματα. Το επίδικο σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού της Ελληνικής Τράπεζας με το οποίο η Ελληνική Τράπεζα παραχωρούσε πιστωτική διευκόλυνση λειτουργούσε με τις εκάστοτε εντολές των επενδυτών. Ο τρόπος αυτός, όπως ανέφερε, ήταν γνωστός στον Εναγόμενο από την αρχή και κατέστη σαφές σ' αυτόν από τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι έπρεπε να δώσει εντολή για να καταρτιστεί πράξη στο λογαριασμό του είτε για αγορά είτε για πώληση. H εκάστοτε επιλογή για αγορά ή πώληση αξιών αποτελούσε επιλογή του Εναγόμενου. Ο μάρτυς κατάθεσε C.D. με συνομιλία με τον εναγόμενο ως Τεκμ. 30 και προς τούτο υπέδειξε σχετική καταγραφή στο Τεκμ. 11, το οποίο είναι πλήρες και αφορά αγορά δικαιωμάτων (Rights). Το Τεκμ. 29 εξήγησε αφορά καταγραφές για πράξεις που γίνονταν και αφορούσαν μετοχές και αυτές ενδεχόμενα είναι επιλεγμένες πράξεις δεν είναι δηλαδή πλήρες ως προς τις καταγραφές του. Η αντεξέταση του μάρτυρος περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα των καταγραφών των εντολών του εναγόμενου που θα έπρεπε να γίνονταν και πόσες από αυτές έχουν βρεθεί. Σε παραπομπή δε σε αποσπάσματα στην απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του Τεκμ. 27 ανέφερε ότι αυτό που γινόταν ήταν συζήτηση για τις αγοραπωλησίες μετοχών και δεν υπήρχε σε καμιά περίπτωση παρότρυνση του πελάτη να αγοράσει ή να μην αγοράσει. Έθεταν απλώς τα δεδομένα της στιγμής και τη σχετική πληροφόρηση υπόψη του. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ακούσει περί χειραγώγησης μετοχών. Τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα των συνομιλιών που έγιναν τις ημερομηνίες 26.10.2000 και 18.12.2000 κατατέθηκαν εκ συμφώνου και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 31 και 32 αντίστοιχα. Ο κ. Αντώνης Γαβριήλ (Μ.Ε.6), ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Πληροφορικής της ΕΠΕ. Ήταν ο υπεύθυνος του καταγραφικού συστήματος όπου καταγράφονταν οι εντολές που έδιδε ο συγκεκριμένος πελάτης. Ο μάρτυς εξήγησε πως δεν καταγράφονται όλες οι εντολές που μπαίνουν στο πάτωμα. Ως εξήγησε οι εντολές που έμπαιναν στο πάτωμα πριν τις 25.10.2000 δεν καταγράφονταν στο σύστημα και έτσι δεν φαίνονται σε αυτή την κατάσταση ούτε και καταγράφονταν στο σύστημα του ΧΑΚ. Ως τέτοιο παράδειγμα ανέφερε την εντολή που δόθηκε την 7.07.2000 η οποία δόθηκε απευθείας στο πάτωμα και δεν καταγράφεται. Όσες δίνονταν απευθείας στο πάτωμα δεν καταγράφονταν στο σύστημα της Ελληνικής αλλά καταγράφονταν στο σύστημα του ΧΑΚ. Δεν υπήρχε τότε η δυνατότητα να εισάγονται ηλεκτρονικά οι εντολές που δίνονταν απευθείας στο σύστημα του ΧΑΚ. Όπως εξήγησε τότε το ΧΑΚ δεν έδινε τη δυνατότητα να εισαχθούν ηλεκτρονικά οι εντολές του ΧΑΚ στο σύστημα της Ελληνικής καθότι δεν υπήρχε η δυνατότητα παροχής του ηλεκτρονικού αρχείου από το ΧΑΚ. Αρνήθηκε υποβολή ότι η οφειλή του θα περιορίζετο στο υπόλοιπο το οποίο θα προέκυπτε μετά από την πώληση των μετοχών. Ο εναγόμενος κ. Αλέξανδρος Τσιολάκης άλλως Τσολάκκης Αλέξανδρος, του οποίου η γραπτή δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο 4, ισχυρίστηκε ότι την αίτηση την υπέβαλε κατόπιν προτροπών του Συμεών Συμεού για το ποσό των Λ.Κ.50,
  17. Ισχυρίστηκε ότι τον είχε διαβεβαιώσει ότι τον εν λόγω λογαριασμό θα τον διαχειριζόταν η ΕΤΕ ως ειδικοί ήταν για τέτοιους λογαριασμούς στο ΧΑΚ και θα προχωρούσαν έγκαιρα σε ρευστοποίηση των μετοχών και άλλων αξιών έτσι ώστε ο επίδικος λογαριασμός να μη έχει χρεωστικό υπόλοιπο. Ισχυρίστηκε ότι ήταν κατόπιν προτροπών ή και παραστάσεων που πείσθηκε ή και αποδέχθηκε και υπέβαλε την σχετική αίτηση με αποτέλεσμα να εγκριθεί το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό. Δέχθηκε την χρέωση του επιτοκίου του λογαριασμού προς 9% ετησίως. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι υπάρχουν καταχρηστικοί όροι και ιδιαίτερα σε ότι αφορά το δικαίωμα των Εναγόντων για τερματισμό της συμφωνίας όποτε αυτοί ήθελαν. Εφόσον οι Ενάγοντες επέτρεπαν να υπάρχει υπέρβαση στο όριο του εν λόγω λογαριασμού και υπέρβαση στο όριο εξασφάλισης, για αυτό τον λόγο δεν μπορούν να επικαλούνται το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας λόγω παραβίασης ουσιώδεις όρου της συμφωνίας. Αρνήθηκε ότι δεν τήρησε το ποσοστό εξασφάλισης, ότι παραβίασε οποιοδήποτε όρο της εν λόγω συμφωνίας και αρνήθηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την εν λόγω συμφωνία. Ισχυρίστηκε ότι με την κεφαλαιοποίηση του τόκου και λόγω της καθυστέρησης καταχώρησης της αγωγής θεώρησε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση με αποτέλεσμα να μην κρατήσει οποιεσδήποτεoτε αποδείξεις ή λογαριασμούς ή επιστολές ή ειδοποιήσεις ή στοιχεία γενικά. Επίσης ισχυρίστηκε ότι τα ποσά τα οποία απαιτούν οι Ενάγοντες είναι άκυρα λόγω χειραγώγησης των τιμών στο ΧΑΚ. Η εν λόγω χειραγώγηση ισχυρίστηκε διαπιστώθηκε με πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η οποία έγινε βάσει και σύμφωνα με τον Νόμο και τέθηκε ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα για ποινική δίωξη τον Μάιο του
  18. Ισχυρίστηκε ότι τα ποσά που απαιτούν οι Ενάγοντες ως οφειλόμενα σε αυτούς είναι άκυρα και για τον λόγο ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν στην περίπτωση του κατά τρόπο παραπλανητικό, χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις όσον αφορά την αξία των επενδύσεων για τις οποίες πήρε τα εν λόγω ποσά και γενικά για τις δυνατότητες αξιοποιήσεως των εν λόγω ποσών με την αγορά μετοχών. Επίσης ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω συναλλαγές είναι άκυρες λόγω του ότι δεν καταγράφονταν όπως απαιτούσε ο Νόμος μετά τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του
  19. Οι Ενάγοντες τον χρέωσαν ως ισχυρίστηκε Λ.Κ. 30,000 με σκοπό να του αγοράσουν δικαιώματα της Ελληνικής Τράπεζας τα οποία χειραγώγησαν με αποτέλεσμα να μην αξίζουν τίποτα και να του μείνει το χρέος των Λ.Κ.30,
  20. Υπάρχει επίσης ο ισχυρισμός ότι υπάρχει δήλωση στην έκθεση του κ. Πάνου Γαλανού Προέδρου της Ελληνικής Τράπεζας, με την οποία προέτρεψαν στην έκθεση των πεπραγμένων το 2001 στην σελίδα 25 «Προσέγγιση των πελατών» κάτι που το συνδέει με την περίπτωση του σε σχέση με την προσέγγιση που έτυχε από τον κ. Συμεών Συμεού, ο οποίος τον έπεισε να ενταχθεί στο σχέδιο των μετοχών της τράπεζας. Στην αντεξέταση του αρνήθηκε σειρά υποβολών που συνιστούν τις θέσεις της πλευράς των εναγόντων σε αντίθεση με όσα ο ίδιος υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του. Η κα Δέσπω Πιερή Αδάμου (Μ.Υ.1) είναι πρώην σύζυγος του εναγόμενου η οποία κατά την περίοδο της ανάπτυξης του ΧΑΚ συζούσε με τον εναγόμενο και οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές. Αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό όπου κάποια κουμέρα της, της είχε ζητήσει να την εγγυηθεί για το ποσό των Λ.Κ.100.000,00 λέγοντας της ότι ήταν έτοιμα τα χαρτιά. Εξέφρασε τον φόβο ότι με όλα αυτά θα χάσει και το σπίτι της. Η μάρτυς δεν αντεξετάστηκε. Ο κ. Άλκης Πιερίδης (Μ.Υ. 2), εργάζεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Ανέφερε ότι του ζητήθηκε να ενεργήσει ως ερευνώντας λειτουργός και να ετοιμάσει πόρισμα με θέμα την διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η έκδοση των Δικαιωμάτων Προτίμησης του 2000 της Ελληνικής Τράπεζας και την εξάσκηση τους. Ανέφερε ότι ο Σεπτέμβριος του 2000 ήταν ο ουσιώδεις χρόνος της έρευνας. Αρχές του 2005 έλαβε χώραν ο διορισμός του σύμφωνα με τον Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Νόμο και το πόρισμα ολοκληρώθηκε στις 9.05.
  21. Κατάθεσε το πόρισμα του ως Τεκμήριο 33 και ανέφερε ότι ήταν η γνώμη του ως ερευνών λειτουργός ότι το πόρισμα έπρεπε να σταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα γιατί ενδεχόμενα συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 67 Α του Περί Χρηματιστηρίου Νόμου. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν χαρακτηριστικά αποσπάσματα όπου μιλά ο κ. Σούπασιης και παρέπεμψε στην σελίδα 19 του πορίσματος. Ο κ. Καραγιώργης ήταν τότε στέλεχος της ΕΤΕ και συμφώνησε σύμφωνα με τον μάρτυρα με τον κ. Σούπασιη όπως κλείσουν την τιμή στην 2.
  22. Αυτό κατά την άποψη του συνιστούσε χειραγώγηση της τιμής διότι αποφάσισαν οι ίδιοι να κλείσουν την τιμή. Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των δύο τραπεζών για την χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της Ελληνικής Τράπεζας. Ο μάρτυς παρέπεμψε επίσης στην σελίδα 21 της έρευνας όπου καταγράφεται ότι δημιουργείτο ζήτηση με αγορές που έκαμνε η Τράπεζα Κύπρου όπως φαίνεται μέσα από το περιεχόμενο του πορίσματος η οποία εμφανίζεται και σε άλλες περιπτώσεις. Εκείνοι που αγόρασαν Δικαιώματα Προτίμησης την επίμαχη περίοδο είχαν ενώπιον τους μία τιμή της Ελληνικής Τράπεζας που ήταν αποτέλεσμα χειραγώγησης. Ανέφερε ότι δεν θα μπορούσαν ως ΕΚΚ να καλέσουν την Ελληνική Τράπεζα να δώσει τη δική της εκδοχή καθότι αυτό αφορά τη Διοικητική Διαδικασία. Υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρος ότι η τιμή αγοράς της μετοχής επηρεάζει και την τιμή των Δικαιωμάτων Προτίμησης γεγονός με το οποίο διαφώνησε. Η διαπραγμάτευση των δικαιωμάτων προτίμησης είχε αρχίσει την 30.08.2000 μέχρι την 19.09.
  23. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες με εφοδίασαν. Σε αυτές η κάθε πλευρά υποστηρίζει την εκδοχή που παρουσίασαν οι δικοί της μάρτυρες σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης καλώντας το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία των δικών της μαρτύρων ως της ανταποκρινόμενης στα αληθινά γεγονότα που αφορούσαν την επίδικη διαφορά. Εισηγήθηκαν επιπλέον ότι η νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα, στην οποία έκαναν αναφορά, συνηγορεί υπέρ της θέσης τους. Μελέτησα με προσοχή αυτές τις εισηγήσεις τις οποίες και λαμβάνω υπόψη και όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε επί μέρους θέματα που αναπτύχθηκαν σε αυτές. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον μου και με την ίδια προσοχή μελέτησα και το υπόλοιπο έγγραφο και ηλεκτρονικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου όπως και τις έγγραφες προτάσεις, τις παραδοχές γεγονότων όπως δηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας. Είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση τους όσο και κατά την αντεξέταση τους, τους δισταγμούς να απαντήσουν ευθέως και τις αναστολές που είχαν, το καλό μνημονικό τους και την γενικότερη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,

(1999)1 ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281). Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Με γνώμονα περαιτέρω τις αρχές, όπως διαχρονικά έχουν αναλυθεί από τη νομολογία μας, σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας μεταξύ άλλων (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 και Αντωνίου v. Χρυσάνθου
(2003)1 (B) AAΔ 789, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 288), θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα για κάθε μια από τις πτυχές που απασχόλησαν, έχοντας περαιτέρω υπόψη αρχές σε σχέση με τη σύνταξη απόφασης όπως είναι ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της, όπως αναλύθηκαν μεταξύ άλλων και στην υπόθεση C. Ζ. Constructions Ltd v. Phoenix Constructions Ltd,
(1998)AAΔ 923 και πως εκείνο που απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα, καθώς και η συνάρτηση της απόφασης με τα επίδικα θέματα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. επίσης Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 35,39, Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 CLR 235 και Pioner Candy Ltd v. Tryfon & Sons
(1981)1 CLR 540). Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη εκ μέρους των μαρτύρων προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα ουσιώδη γεγονότα ή να διαπιστώσουν ζητήματα που αφορούσαν την ισχυριζόμενη από πλευράς εναγόντων συμφωνία ή εν πάση περιπτώσει της συναλλαγής που είχαν οι διάδικοι κατά τον επίδικο χρόνο, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατάθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447, Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη,
(1997)1 ΑΑΔ 614 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους,
(1997)1 ΑΑΔ 1199). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, έλαβα υπόψη την ύπαρξη ή παράλειψη προώθησης ή αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας με γνώμονα το γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. Hadjigeorgiou and Another and the Attorney General of the Republic
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής, ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ΄εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης που έχει η κάθε πλευρά να αποσείσει σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 814). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη σε ευρήματα στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η κα Ζ. Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), μου προκάλεσε καλή εντύπωση ως μάρτυρας για την ευθύτητα με την οποία κατάθεσε και την τεκμηρίωση όσων κατάθεσε με παραπομπή σε έγγραφα - τεκμήρια τα οποία υπέδειξε και κατάθεσε. Κρίνεται ως ειλικρινής μάρτυρας και γνώστης όσων κλήθηκε για να καταθέσει. Πέραν της ιδιότητας των εναγόντων την οποία τεκμηρίωσε με την κατάθεση των σχετικών πιστοποιητικών (Τεκμ. 1,2 και 3). Δέχομαι από τη μαρτυρία της ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν επενδυτικός. Δέχομαι επίσης ότι οι καταχωρήσεις και/ή πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 4), είναι οι ορθές και ταυτόσημες με τις αρχικές καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Δέχομαι επίσης ότι μετά από οδηγίες ήταν αυτή που ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ.5), οι οποίες πλέον παρουσιάζουν τη κίνηση του εν λόγω λογαριασμού χωρίς οποιεσδήποτε επιπρόσθετες χρεώσεις προμηθειών, study fees, ανατοκισμό και άλλα έξοδα έτσι που το σημερινό οφειλόμενο ποσό, όπως προκύπτει από αυτή, είναι το ποσό που καταγράφεται στην πρώτη παράγραφο της απόφασης μου. Δέχομαι επίσης ότι ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε την 5.05.2000 και η τελευταία ημερομηνία λειτουργίας του ήταν η 31.12.
  1. Η μάρτυς απάντησε με ειλικρίνεια ότι δεν έχει νομικές γνώσεις για να εκφέρει άποψη κατά πόσο ο εν λόγω λογαριασμός ανοίχθηκε και λειτούργησε στη βάσει νομοθεσίας. Η αντεξέταση της δεν αποσκοπούσε στο να πλήξει τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εργασία που έκανε και τη μέθοδο που ακολούθησε για να ετοιμάσει τις αναδομημένες καταστάσεις και να καταλήξει στο ποσό που ανέφερε ότι εξακολουθεί να οφείλεται και ούτε εν πάση περιπτώσει πέττυχε κάτι τέτοιο. Δέχομαι την μαρτυρία της εξ ολοκλήρου. Ο κ. Γ. Γρουτίδης (Μ.Ε.2), από τα διάφορα πόστα που πέρασε και ως προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών της ΕΤΕ και υπεύθυνος των επενδυτικών λογαριασμών όπως και αυτού του προϊσταμένου του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο, ήταν το πιο κατάλληλο πρόσωπο να καταθέσει τη γνώση του για τις διαδικασίες που ακολουθούνταν για τοι άνοιγμα και τη λειτουργία τέτοιων λογαριασμών και να εξηγήσει τον λογαριασμό του Εναγόμενου όπως και έκανε με περισσή λεπτομέρεια και με σαφήνεια. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της μακράς παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε νηφάλια παρόλη την έντονη αντεξέταση του, με ήπιους τόνους και κάθε απάντηση του τεκμηριωνόταν με παραπομπή σε έγγραφα τα οποία κατάθεσε (Τεκμ. 6 - 19), και όσα του υποδείχθηκαν στη συνέχεια διευκρινιστικά κατά την κυρίως εξέταση του (Τεκμ. 20 (το οποίο αφορά τις τιμές με την αξία των μετοχών των Εναγόντων κατά την επίδικη περίοδο, Τεκμ. 21 το οποίο αφορά τις τιμές των δικαιωμάτων προτίμησης των μετοχών των Εναγόντων κατά την ίδια περίοδο και Τεκμ. 22 που είναι Εγκύκλιος Επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας με ημερομηνία 17.03.1997 σε σχέση με τη μείωση επιτοκίων και αφορούσε και την επίδικη περίοδο) και αυτό που του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του το Τεκμ. 23, που όπως εξήγησε ήταν μέρος της ενημέρωσης που αποστέλλεται στον πελάτη - επενδυτή όπου για τη διαφορά που του υποδείχθηκε σε καταγραφή σε αυτό, σε σχέση με αριθμό μετοχών όπου αναφερόταν μικρότερος αριθμός μετοχών από όσος θα έπρεπε, έδωσε εξήγηση αργότερα κατά την επανεξέταση του μετά που βρήκε τα αναγκαία στοιχεία, και το Τεκμ. 24 που είναι Εγκύκλιος Επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας με ημερομηνία 24.11.
  2. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ότι αυτή προήλθε από πρόσωπο που προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να πει την αλήθεια σε σχέση με τις συναλλαγές στις οποίες προέβη ο εναγόμενος, οι οποίες είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία του σημερινού υπολοίπου στον επενδυτικό λογαριασμό τον οποίο είχε αποφασίσει να ανοίξει με ελεύθερη τη βούληση του ο εναγόμενος στους ενάγοντες και ακολούθως να λειτουργήσει χρησιμοποιώντας τον για συναλλαγές που διενεργούσε στο ΧΑΚ μέσω τοπυ επενδυτικού λογαριασμού που λειτουργούσε στην ΕΤΕ. Η υπογραφή των εγγράφων αυτών χωρίς οποιανδήποτε επιφύλαξη και το περιεχόμενο τους δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του εναγομένου. Δέχομαι επομένως από την μαρτυρία του και καθίστανται ταυτόχρονα ευρήματα μου τα ακόλουθα γεγονότα ή στοιχεία, η αλήθεια των οποίων καθόλου δεν έχει τρωθεί ή αμφισβητηθεί με παράθεση διαφορετικών στοιχείων κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ή της μαρτυρίας που προσκόμισε η πλευρά της Υπεράσπισης του Εναγόμενου:
(1)Ο Εναγόμενος με ελεύθερη βούληση όταν έλαβε σχετική πληροφόρηση για το υπάρχων σχέδιο, αιτήθηκε και άνοιξε τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό στην ΕΤΕ. Σε αυτό συνηγορεί η εκ μέρους του υπογραφή των ακόλουθων εγγράφων - τεκμηρίων: (α) Το υπ΄ αρ. 6 που τιτλοφορείται ως «Αίτηση Συμμετοχής Στο Σχέδιο Investor Account της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ» με τους όρους του, (β) του Πληρεξουσίου Εγγράφου που έδωσε στην ΕΤΕ (Τεκμ. 7), το οποίο παρόλο ότι δεν φέρει την υπογραφή του πιστοποιούντος υπαλλήλου ενώπιον του οποίου το υπέγραψε, εντούτοις αυτό φέρει την σφραγίδα του και ουδόλως αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής του και ότι στη βάσει αυτού έδιδε την εντολές του για τη λειτουργία του επενδυτικού του λογαριασμού. Στη βάσει αυτού του εγγράφου η ΕΤΕ καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου σε αυτή διενεργούσε πράξεις οι οποίες γίνονταν αποδεκτές από αυτόν και ποτέ δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς του και ως εκ τούτου κρίνω ότι εμποδίζεται εκ των υστέρων να αμφισβητεί την εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο παραχώρησε στην ΕΤΕ, (γ) της έγγραφης συμφωνίας με ημερομηνία 4.05.2000 με την οποία συμφώνησε ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ΕΤΕ ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης (Τεκμ. 8), (δ) της συμφωνίας για ενεχυρίαση μετοχών/ δικαιωμάτων Rights)/Share και Warrants/Χρεογράφων η οποία υπεγράφη εκ μέρους του από την ΕΤΕ δυνάμει του πληρεξουσίου που της δόθηκε, των οποίων δεν υπήρξε αμφισβήτηση ούτε της υπογραφής του ούτε και του περιεχομένου τους.
(2)Δέχομαι το περιεχόμενο των ακολούθων εγγράφων - τεκμηρίων ότι αντικατοπτρίζονται σε αυτά οι συναλλαγές που γίνονταν με οδηγίες ή εντολές του Εναγόμενου στην ΕΠΕ, τις οποίες ο μάρτυς επεξήγησε παρέχοντας και συγκεκριμένα παραδείγματα: (α) του Τεκμ. 10 αποτελούμενο από καταστάσεις από 5.05.2000 - 31.12.2000 με τίτλο "Contact notes" που αφορούσαν τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου και τις καταγραφές σε αυτά, (β) του Τεκμ. 11 που είναι οι καταστάσεις με τίτλο "Adjustments List For Client, Contract Notes List Fior Client, Client Summary Statement, Unrealise Gain/Loss Report" που αφορούν τον επενδυτικό λογαριασμό του Εναγόμενου από 01.04.2000 μέχρι 30.06.2002 και (γ) του Τεκμ. 12 που είναι οι καταστάσεις λογαριασμού με τίτλο "Average Cost Statement By Client" του ίδιου ως άνω επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου και (δ) του Τεκμ. 13 που είναι οι καταστάσεις χαρτοφυλακίου με τίτλο "Unrealises Gain/Loss Report by Client" ημερ. 27.04.2001, 16.07.2001, 18.01.2002 και 4.02.2002 που αφορούν τον ίδιο ως άνω επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου ως αποσπάσματα του ηλεκτρονικού αρχείου και/ή αρχείου της ΕΠΕ όπως και όσα επεξήγησε ο μάρτυς σε σχέση με αυτές τις καταστάσεις.
(3)Δέχομαι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας τους, τα όσα ο μάρτυς ανέφερε και αφορούσαν τη λειτουργία του υπό αναφορά λογαριασμού, του οποίου το ποσοστό εξασφάλισης ανερχόταν στο 60% και στη συνέχεια από 1.01.2001 το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 40% και ότι ο εναγόμενος πρόσφερε εξασφαλίσεις υπό μορφή μετοχών.
(4)Δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε περί της ενημέρωσης που ο Εναγόμενος ετύγχανε για κάθε συναλλαγή με διάφορους τρόπους καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Ο Εναγόμενος με βάση την ενημέρωση που τύγχανε με τους ποικίλους τρόπους που εξήγησε ο μάρτυς (Τηλεομοιότυπο, τηλεφωνικά, αποστολή καταστάσεων και τις καταστάσεις του λογαριασμού που τηρούσε στην Τράπεζα του), ότι είχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία στην κατοχή του για να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το υπόλοιπο του λογαριασμού του, την αξία των ενεχυριασμένων χρηματιστηριακών αξιών, το όριο του λογαριασμού του, τον όγκο των συναλλαγών του, τον οποίο ο ίδιος καθόριζε και τις αγοραπωλησίες οι οποίες διενεργήθηκαν για λογαριασμό του και παρόλη τη δυνατότητα του να αμφισβητήσει πράξεις οι οποίες είχαν εκτελεστεί για λογαριασμό του ουδέποτε το έπραξε.
(5)Δέχομαι ότι ο ρόλος της ΕΤΕ σε σχέση με τους επενδυτικούς αυτούς λογαριασμούς περιοριζόταν στο να λαμβάνει οδηγίες από τον Εναγόμενο για αγορά/ή πώληση μετοχών ή άλλων αξιών, τις οποίες διαβίβαζε στο ΧΑΚ και ότι ενεργούσε πάντοτε στη βάση οδηγιών που της έδιδε ο επενδυτής και ποτέ από μόνοι τους καθώς ο επενδυτικός λογαριασμός του Εναγόμενου δεν λειτουργούσε με διακριτική ευχέρεια.
(6)Δέχομαι τα όσα ανέφερε ο μάρτυς ότι ο επίδικος επενδυτικός λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού και η μη τήρηση της προβλεπόμενης εξασφάλισης, που παρά τις προσωπικές επαφές που είχαν υπάλληλοι της ΕΤΕ με τον Εναγόμενο, εντούτοις ο τελευταίος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην κάλυψη της υπέρβασης του λογαριασμού του και για τούτο ακολούθησαν σχετικές επιστολές (Τεκμ. 15,16) και λόγω της μη ανταπόκριση του οδηγήθηκαν στον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού του Εναγόμενου (Τεκμ. 17) σχετικές επιστολές και από το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων (Τεκμ. 18 και 19). Όλες οι εν λόγω επιστολές όπως και όλη η λοιπή αλληλογραφία και ενημέρωση που τύγχανε ο Εναγόμενος φέρει τη δηλωμένη από τον ίδιο στην αίτηση του (Τεκμ. 6), διεύθυνση του Εναγόμενου στο Παραλίμνι και επομένως ο Εναγόμενος δεν μπορεί να αρνείται ότι παρέλαβε τις εν λόγω επιστολές ή ότι δεν λάμβανε την εν λόγω ενημέρωση ενόσω λειτουργούσε ο λογαριασμός του όπως και τις επιστολές τερματισμού και άλλες που ακολούθησαν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9,18 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1895,1906 -7). Αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του κ. Σ. Νικολάου (Μ.Ε.3) ο οποίος ειλικρινά αναφέρθηκε στην επίπονη και επίμονη προσπάθεια που κατέβαλε - κατόπιν ασφαλώς εντολής από τους προϊσταμένους του - εφόσον απαιτήθηκε να παρουσιαστούν στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, να βρει αρχικά και στη συνέχεια να καταγράψει σε CD τις εντολές που έδωσε ο Εναγόμενος προς την ΕΤΕ για τη διενέργεια συναλλαγών στο ΧΑΚ (το περιεχόμενο των Τεκμ. 25, 26 και 27 είναι σχετικό). Η μαρτυρία του κ. Συμεών Συμεού (Μ.Ε.4), κρίνεται σημαντική ως προς τη γραμμή υπεράσπισης η οποία αφορά τον ισχυρισμό περί προτροπών του και περί υποσχέσεων για κερδοφόρες επενδύσεις και έλλειψη επενδυτικού κινδύνου. Η μαρτυρία του δεν κατέδειξε οποιαδήποτε αδύνατα σημεία ούτε και η αξιοπιστία του πλήγηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Αποδέχομαι ειδικότερα τη θέση του ότι δεν ήταν ασύνηθες για ένα τραπεζικό υπάλληλο να επισκέπτεται γνώριμο του πελάτη της τράπεζας στην οποία εργαζόταν και να του επεξηγεί κάποιο σχέδιο, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρότρυνση του πελάτη ή ότι προέβη σε παραστάσεις τέτοιες που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν ένα πελάτη και συγκεκριμένα τον Εναγόμενο ή ότι του παρέσχε διαβεβαιώσεις περί μη ύπαρξης επενδυτικού κινδύνου στην επένδυση του όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος στο δικόγραφο του. Δέχομαι ότι σε εκείνο που αποσκοπούσε η κατ' ιδίαν συνάντηση τους, έστω και στα γραφεία του εναγόμενου, ήταν η ενημέρωση του για την ύπαρξη της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης και ότι από εκεί και πέρα ήταν απόφαση του Εναγόμενου αν θα προέβαινε σε αίτηση για την εξασφάλιση της. Δέχομαι τη θέση του η οποία καθίσταται εύρημα μου ότι αυτό δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως παρότρυνση του να υποβάλει αίτηση για να του ανοιχθεί επενδυτικός λογαριασμός. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι δεν είχε συμπέσει η αίτηση του εναγόμενου με τη περίοδο της φερόμενης χειραγώγησης μετοχών όπως είχε καταγραφεί σε σχετικό πόρισμα ερευνώντος λειτουργού της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ότι έγινε προσπάθεια χειραγώγησης όπου σύμφωνα με το πόρισμα (Τεκμ. 33) αυτό αφορούσε την χρονική περίοδο από 1.09.2000 μέχρι και 29.09.2000 και η αίτηση του εναγόμενου υποβλήθηκε πολύ προηγουμένως ήτοι την 17.04.
  1. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Χ. Φλουρή (Μ.Ε.5). Αυτή βασιζόταν σε σειρά εγγραφών σε κατατεθειμένα τεκμήρια. Η μαρτυρία του είναι σημαντική ως προς τη μορφή που προσέλαβε η συνεργασία του εναγόμενου με την ΕΤΕ. Σημαντικές είναι οι καταγραφές στο Τεκμ. 29, το οποίο κατάθεσε, όπου φαίνονται τόσο οι τηλεφωνικές όσο και οι προσωπικές επαφές του εναγόμενου στα γραφεία της ΕΤΕ με σκοπό να δώσει συγκεκριμένες εντολές εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως αυτές έχουν καταγραφεί στο Τεκμ. 30 για τις ημερομηνίες 26.10.2000 και 18.12.2000 όπως φαίνονται στα απομαγνητοφωνημένα κείμενα τους (Τεκμ. 31 και 32 αντίστοιχα) τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Δέχομαι τη θέση του η οποία καθίσταται ταυτόχρονα και εύρημα μου ότι ουδέποτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού του εναγόμενου ενήργησε αυτόβουλα αλλά πάντοτε με εντολή του και όλες οι εντολές του βρίσκονται στα αρχεία των Εναγόντων και ότι ουδέποτε έδωσε συμβουλή ή ότι χειρίστηκε οποιονδήποτε λογαριασμό πελάτη με διακριτική ευχέρεια εφόσον το χαρτοφυλάκιο του εναγόμενου δεν βρισκόταν στο τμήμα της ΕΤΕ που χειρίζονταν τέτοιους λογαριασμούς και το δικό του Τμήμα που χειριζόταν τον λογαριασμό του εναγόμενου δεν είχε τέτοια δυνατότητα. Αποδέχομαι τη θέση του η οποία καθίσταται εύρημα μου ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό ή που τείνει σε παρότρυνση του πελάτη να αγοράσει ή πωλήσει οποιανδήποτε μετοχή στην απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του Τεκμ.
  2. Δέχομαι και τη θέση του ότι η πληροφόρηση που διδόταν αφορούσε τα χρηματιστηριακά δεδομένα της στιγμής. Ο κ. Α. Γαβριήλ (Μ.Ε.6) μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Εξάλλου αυτή δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από την Υπεράσπιση. Η αντεξέταση του αποσκοπούσε κυρίως σε διευκρινιστικά ζητήματα παρά σε αμφισβήτηση όσων ανέφερε. Ο εναγόμενος κ. Αλέξανδρος Τσιολάκκης ήταν φανερό ότι προβάλλοντας και ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστικά τους ίδιους ισχυρισμούς, όπως αυτούς τους οποίους προβάλλει στο δικόγραφο του, προσπάθησε να απεκδυθεί οποιασδήποτε ευθύνης για τις πράξεις του στα πλαίσια της λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου των Εναγόντων στο οποίο αυτοβούλως συμμετέσχε κατά την επίμαχη περίοδο της χρηματιστηριακής φρενίτιδας από την οποία καταλήφθηκαν αρκετοί συμπατριώτες μας κατά την περίοδο της χρηματιστηριακής έκρηξης (φούσκας) (1999 - 2000). Πέραν της παραγνώρισης και διαστρέβλωσης των όρων υπό τους οποίους του παραχωρήθηκαν κεφάλαια για επενδυτική του διευκόλυνση και παραγνωρίζοντας ή αντιπαρερχόμενος τις επίμαχες αναφορές και όρους στα έγγραφα αυτά τα οποία υπέγραψε με την ΕΤΕ και τους Ενάγοντες, η μαρτυρία του εν γένει βρύθει από αναλήθειες. Παρουσίασε τον κ. Συμεών Συμεού (Μ.Ε. 4), ως το πρόσωπο το οποίο με τις παραστάσεις του τον παρέσυρε στο να εμπλακεί σε αυτό το σχέδιο ωσάν και ο ίδιος να μην είχε δική του άποψη ή έστω τον χρόνο να απεμπλακεί από αυτό. Οι ενεργός ανάμειξη του για μεγάλο χρονικό διάστημα σε τέτοιες δραστηριότητες δεν δείχνουν άτομο που αγνοούσε τους κανόνες αλλά και τους κινδύνους που ενείχε η χρηματιστηριακή εμπλοκή και οι συναφείς επενδύσεις σε μετοχές και αξίες. Η θέση του ότι οι παραστάσεις του κ. Συμεών Συμεού ήταν ότι το σχέδιο στο οποίο θα εντασσόταν δεν εκμηδένιζε τον κίνδυνο να βγεί ζημιωμένος ή εν πάση περιπτώσει τους όποιους κινδύνους, κρίνω ότι μόνο αφελής θα μπορούσε να δώσει πίστη σε τέτοιες διαβεβαιώσεις - οι οποίεδς σε κάθε περίπτωση βρίσκω ότι δεν δόθηκαν - και ο Εναγόμενος με τον συγκροτημένο τρόπο με τον οποίο κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου καθόλου δεν μου φάνηκε ως ένας αφελής άνθρωπος. Κρίνω ότι η μαρτυρία του για όσα καταλόγισε στον κ. Συμεών Συμεού δεν πείθουν, αποδίδονται σε μια απέλπιδα προσπάθεια του για να απαλλαχθεί της υποχρέωσης της εξόφλησης του υπόλοιπου της οφειλής του προς τους Ενάγοντες επιρρίπτοντας τους την ευθύνη για τη δημιουργία της οφειλής του προς αυτούς. Προέταξε δε κάθε δυνατή υπεράσπιση προς τούτο αν και στις επιμέρους πτυχές της, όπως καταγράφηκαν πιο πάνω στην αρχή της Απόφασης μου και εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως τα αποδέχθηκα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη νομική της πτυχή η οποία αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πολ. Έφεση 271/2009 Ζερβού κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 20.02.2013, Ιωάννης Ζερβού κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση Αρ. 42/2009 ημερ. 14.01.2013 και Ζερβού Παναγιώτης v. Euroinvestment Finance Ltd
(2003)1 AAΔ 1968), κρίνω ότι δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Η μαρτυρία της κας Δέσπως Πιερή Αδάμου (Μ.Υ.1) κρίνεται ως μη σχετική με τα επίδικα θέματα και τίποτε δεν προσέφερε στην υπόθεση γι΄αυτό και ορθά δεν αντεξετάστηκε για όσα είπε. Η μαρτυρία του κ. Άλκη Πιερίδη (Μ.Υ.2), Λειτουργού της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, επί της ουσίας της δεν αμφισβητήθηκε. Το πόρισμα του όμως (Τεκμ. 33), δεν βοηθά τον Εναγόμενο στις αιτιάσεις που προβάλλει ότι ζημιώθηκε από χειραγώγηση των δικαιωμάτων προτίμησης στην οποία είχε καταλήξει ο ως άνω μάρτυς. Το 2006 είχε διοριστεί Ερευνών Λειτουργός για να ετοιμάσει πόρισμα με τη βοήθεια συναδέλφου του σε σχέση με την έκδοση Rights το 2000 από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ και αφορούσε τη χρονική περίοδο του Σεπτεμβρίου του
  1. Εξέδωσε το πόρισμα του την 9.05.2006 (Τεκμ. 33). Ως κατάληξη στο πόρισμα του καταγράφει την άποψη του ότι για ενδεχόμενη ύπαρξη παράβασης του άρθρου 67 (α) των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993 - 2000) εισηγείται ότι δικαιολογείται το πόρισμα του να σταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36(α) του Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Νόμου του 2001 -
  2. Το πόρισμα του κοινοποιήθηκε πράγματι στη Νομική Υπηρεσία, ο μάρτυς γνώριζε όμως ότι δεν έγινε ποινική δίωξη για τη χειραγώγηση των δικαιωμάτων προτίμησης την οποία διαπίστωσε. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η διαπραγμάτευση των πιο πάνω δικαιωμάτων άρχισε την 30.08.2000 και έληξε την 19.09.
  3. Η μαρτυρία του όπως προανέφερα δεν πρόσφερε τίποτε επί των ουσιαστικών ισχυρισμών του εναγόμενου. Κατά την εξέταση της επί μέρους αυτής πτυχής της υπόθεσης θα επανέλθω κατά την εξέταση της νομικής της πτυχής στη συνέχεια όπου και θα γίνει και αντιληπτή αυτή η αντίληψη μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θα με απασχολήσει στη συνέχεια από νομικής άποψης το ζήτημα της προτροπής και παράστασης για τη σύναψη της συμφωνίας επενδυτικού λογαριασμού. Έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του κ. Συμεών Συμεού σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι δεν υπήρξε από πλευράς του οποιαδήποτε παρότρυνση ή παράσταση προς τον Εναγόμενο η οποία θα μπορούσε να τον παρασύρει άβουλα στη σύναψη της συμφωνίας για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Αντίθετα απέρριψα αυτή του Εναγόμενου ο οποίος δεν προσδιόρισε επ΄ακριβώς στη μαρτυρία του τι ακριβώς του είχε παραστήσει ή σε ποιες παραστάσεις προέβη ο κ. Συμεών Συμεού προς αυτόν. Η μαρτυρία στο σημείο αυτό ήταν γενική και δεν μπορεί να αποδώσει ευθύνη σύμφωνα με τις αρχές της Hedley Byrne v. Heller. «Η αρχή της Hedley Byrne-v- Heller, εξηγήθηκε από τον Έντιμο Δικαστή κ. Χάρη Πογιατζή στην υπόθεση 4392/2010 Δ.Κουβάς & Υιοί Λτδ v. Γενικός Εισαγγελέας, ημερ. 30.09.2015, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Ενάγουσα επικαλείται τη νομική αρχή που διατυπώθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην πιο πάνω υπόθεση Hedley Byrne
(1963), όπως αναλύθηκε και επεξηγήθηκε με τις νεότερες αποφάσεις, επίσης της Βουλής των Λόρδων, στις υποθέσεις Caparo Industries Plc v. Dickman [1990] 1 All E.R. 568, Henderson v. Merret Syndicates [1994] 3 All E.R. 506 και White v. Jones [1995] 1 All E.R. 691. Εισάγεται δε με αυτήν η αστική ευθύνη γι' αυτό που στην Αγγλική γλώσσα αναφέρεται ως «negligent misstatement» και που στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2 σελ. 15 μεταφράστηκε ως «αμελής ανακριβής δήλωση». Η αρχή αυτή έχει ενσωματωθεί και αποτελεί νομολογία και στην Κύπρο, έχει δε επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων. Στην Premier Chemical Co. Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1951, διατυπώθηκε ως ακολούθως (σελ.1957): «Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντί του συμβατική ή άλλη ευθύνη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από τέτοιες συνθήκες που ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι, δηλαδή, εκείνος που επιζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση του, και αποφασίζει να παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια προτού δώσει τις απαντήσεις του. Η δε τυχόν παράλειψή του να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας αν, λόγω των απαντήσεων που έδωσε, το άλλο άτομο ενήργησε με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική απώλεια (economic loss).» Επιπρόσθετα, στην Hedley Byrne
(1963), λέχθηκε ότι δεν είναι αναγκαίο όπως η δήλωση γίνει απευθείας στον ενάγοντα. Επικοινωνία ακόμα και μέσω μεσάζοντα μπορεί να είναι αρκετή. Είναι όμως απαραίτητο όπως η ενέργεια του ενάγοντα να στηριχθεί στην αμελή ανακριβή δήλωση, είναι και εύλογη και λογική. Στην Caparo
(1990), αναφέρθηκε ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι η δήλωσή του θα μεταφερθεί στον ενάγοντα, είτε ατομικά είτε ως μέλος μίας συγκεκριμένης κατηγορίας ανθρώπων και ότι ο ενάγων πιθανόν να προβεί σε κάποιες ενέργειες βασιζόμενος στη δήλωση αυτή. Τα γεγονότα της Hedley Byrne, ήταν ότι οι ενάγοντες είχαν ζητήσει από τους τραπεζίτες τους πληροφορίες για την οικονομική σταθερότητα μιας εταιρείας με την οποία είχαν επιχειρηματικές δοσοληψίες. Οι τραπεζίτες απευθύνθηκαν στους τραπεζίτες της εν λόγω εταιρείας, οι οποίοι, αμελώς, έδωσαν καλές συστάσεις για την εταιρεία. Οι ενάγοντες στηρίχθηκαν στις συστάσεις αυτές, με αποτέλεσμα να υποστούν οικονομική ζημιά. Η αγωγή τους, η οποία στηριζόταν στην πιο πάνω αμελή αναληθή δήλωση, απέτυχε μόνο για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι είχαν ρητά αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης». Στην παρούσα περίπτωση δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι ανέλαβε η τράπεζα σε οποιοδήποτε στάδιο να συμβουλεύει τον Εναγόμενο στις επενδυτικές του δραστηριότητες, αντίθετα ο ρόλος της τράπεζας ήταν καθαρά τραπεζικός. Δηλαδή περιοριζόταν στις χρεώσεις και πιστώσεις στον εν λόγω λογαριασμό, οι οποίες ήταν αποτέλεσμα των αγορών και/ή πωλήσεων στις οποίες προέβαινε ο Εναγόμενος, κατόπιν δικής του επιλογής με καταγεγραμμένες εντολές τις οποίες έδιδε στην ΕΤΕ η οποία δεν κλήθηκε να συμμετάσχη στη διαδικασία από πλευράς του εναγόμενου. Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζω ότι η μαρτυρία των κ.κ. Συμεών Συμεού και Χαράλαμπου Φλουρή κατέδειξε σε σχέση με την ευθύνη της ΕΤΕ ότι δεν προέβαιναν σε πράξεις αγοράς και/ή πώλησης μετοχών ή άλλων χρηματιστηριακών αξιών για λογαριασμό του Εναγόμενου από μόνοι τους και κατά διακριτική ευχέρεια αλλά μόνον αν είχαν ρητές οδηγίες από αυτόν. Αναμφισβήτητη επίσης μαρτυρία κατέδειξε ότι η συχνότητα των πράξεων οι οποίες διενεργήθηκαν στον λογαριασμό του Εναγόμενου για τον οποίο λάμβανε γνώση ποικιλοτρόπως και οι οποίες γίνονταν κατόπιν δικών του και μόνον εντολών αποδεικνύουν τη γνώση που είχε αυτός της λειτουργίας του λογαριασμού του καθώς η ΕΤΕ δεν έκαμνε διαχείριση του λογαριασμού του. Ο Εναγόμενος γνώριζε πως λειτουργούσε ο εν λόγω λογαριασμός και δεν μπορεί εκ των υστέρων να δηλώνει τέτοια άγνοια, δέχθηκε την λειτουργία του Σχεδίου ως είχε. Η μαρτυρία από την άλλη δεν κατέδειξε ότι ο Εναγόμενος βασίστηκε σε λεγόμενα ή παράσταση του κ. Συμεών Συμεού ή σε οποιοδήποτε ενημερωτικό δελτίο για να προβεί στην αγορά των συγκεκριμένων μετοχών. Στην ουσία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι υπήρξε οποιουδήποτε είδους παράσταση από πλευράς του κ. Συμεών Συμεού. Τουλάχιστον θα έπρεπε να αποδεικνυόταν ένα είδος παράστασης/δήλωσης πάνω στην οποία ήταν λογικό κάτω από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε να αναμενόταν ότι ο Εναγόμενος βασιζόμενος σε αυτή ενήργησε κατά τρόπο που του προκάλεσε ζημιά και εάν πράγματι υπέστη τέτοια να αποζημιωθεί. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω για να προκύψει οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αμελείς δηλώσεις, πρέπει να υπάρχει σαφής σχέση εγγύτητας. Στο Σύγγραμμα Securities Law, second edition, στην σελίδα 612 αυτού αναφέρονται τα ακόλουθα: 'In the context of inaccurate statements in offer documents, the requisite proximity is likely only to be established as between the maker of the relevant statement and persons to whom the document is specifically directed (for example, shareholders on a rights issue) and for its specific purpose (for example, shareholders on a rights issue) and for its specific purpose(for example, subscription for shares or purchase of shares in the case of an offer document issued for the purpose of an offer for sale). It is more difficult to establish as between the maker of the statement and persons who purchased securities in the after-market albeit in reliance on the offer document but to whom the document was not directed.' Στην υπόθεση μας η μαρτυρία δεν κατέδειξε ότι υπάρχει παράσταση ή έστω δήλωση για αγορά των Δικαιωμάτων Προτίμησης ούτε και δύναται να θεμελιωθεί η σχέση εγγύτητας (proximity) για να διαπιστωθεί η ύπαρξη καθήκοντος. Τα Δικαιώματα Προτίμησης όμως, όπως φάνηκε από τη μαρτυρία αγοράστηκαν από τον Εναγόμενο κατόπιν δικής του επιλογής. Δεν αποδείχθηκε παράβαση καθήκοντος από τους Ενάγοντες. Στο ερώτημα αν θα πρέπει να αποζημιωθεί ο Εναγόμενος για ζημία η οποία προέκυψε από το γεγονός ότι αγόρασε σε τεχνητή τιμή, η απάντηση θα πρέπει να εξεταστεί κάτω από τη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί στο πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Τεκμ. 33). Το ίδιο αυτό πόρισμα, του οποίου έγινε επίκληση από την Υπεράσπιση και στην παρούσα υπόθεση, αξιολογήθηκε ως προς την βαρύτητα την οποία αυτό μπορεί να έχει στην Π.Ε.158/2009 Χρίστος Καλότυχος v. Hellenic Bank Public Co Ltd, ημερ. 13.02.2013, όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Δικαστή Κραμβή: «Με τον έκτο λόγο έφεσης ο εφεσείων υποβάλλει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα δεν αποδέχθηκε την ύπαρξη παρανομίας ή και απάτης που ασκήθηκαν σε βάρος του από την Τράπεζα κατά τη σύναψη των συμφωνιών για τα δάνεια που πήρε από την Τράπεζα για την εξάσκηση των Rights 2000. Ο εφεσείων επικαλέσθηκε το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ο ερευνών λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ. Αλκης Πιερίδης (ΜΥ1) σύμφωνα με το οποίο διαπιστώθηκε προσπάθεια επηρεασμού της τιμής της μετοχής της Τράπεζας από την ίδια την Τράπεζα κατά την περίοδο που προηγήθηκε του χρόνου άσκησης των Rights 2000, ήτοι το Σεπτέμβριο 2000, όπου η τιμή άσκησης των δικαιωμάτων ήταν ΛΚ2.- και για να ήταν συμφέρουσα η πράξη για κάποιο που ήθελε να ασκήσει τα δικαιώματα του, η μετοχή έπρεπε να τυγχάνει διαπραγμάτευσης πιο ψηλά από τις ΛΚ2.-. Σύμφωνα με το πόρισμα, η Τράπεζα για να καταστήσει ελκυστική την άσκηση των δικαιωμάτων προσπάθησε να κρατήσει τη μετοχή σε τιμή πιο πάνω από τις ΛΚ2.-. Το Πόρισμα (τεκμ. 20) που συνέταξε ο ερευνών λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν αποτελεί πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 37
(5)του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου του 2001 ο ερευνών λειτουργός αφού ολοκληρώσει την έρευνα του, συντάσσει το πόρισμά του και το υποβάλλει στην Επιτροπή μαζί με όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 39 του πιο πάνω νόμου η Επιτροπή οφείλει να κοινοποιεί εγγράφως την πρόθεσή της προς διερεύνηση ενδεχόμενης παράβασης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο κλπ. Στην υπό κρίση υπόθεση ο εφεσείων δεν απέδειξε ότι τηρήθηκαν οι υπό του νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις αναφορικά με την όποια διαχείριση του πορίσματος ή τη διαδικασία που ενδεχομένως τηρήθηκε προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η Τράπεζα προέβη σε παραστάσεις όπως ο νόμος προβλέπει ή αν υπήρξε απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Το πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού από μόνο του δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε αξία και οπωσδήποτε δεν μπορούσε να αποδοθεί στο περιεχόμενό του οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν των πιο πάνω προέκυψε από τη μαρτυρία ότι η τιμή της μετοχής της Τράπεζας δεν είχε ξεπεράσει κατά τον ουσιώδη χρόνο τις ΛΚ2.- και συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι η τιμή ήταν πλασματική ώστε να είχε ξεγελαστεί ο εφεσείων. Προδήλως αν ο ίδιος ήταν πιο προσεκτικός και αν κατέβαλλε περισσότερη επιμέλεια ενδεχομένως θα μπορούσε να αποφύγει να εκτεθεί στον κίνδυνο που κατ΄ ισχυρισμό εκτέθηκε, επιδιώκοντας το κέρδος που θα αποκόμιζε από τις αξίες στις οποίες επένδυσε τα χρήματα των δανείων που πήρε από την Τράπεζα.» Οι πρόνοιες του άρθρου 37 του Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Σύσταση και Αρμοδιότητες ) Νόμου του 2001 έχουν ως ακολούθως: «37.—
(1)Για τους σκοπούς των άρθρων 33 έως 36, η Επιτροπή έχει εξουσία να ορίζει Μέλος του Συμβουλίου ή λειτουργό της Επιτροπής ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως ερευνώντα λειτουργό για συλλογή πληροφοριών, είσοδο και έρευνα κατά τα οριζόμενα στα πιο πάνω άρθρα.
(2)Η έρευνα διεξάγεται το ταχύτερο.
(3)Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας ο ερευνών λειτουργός, ο οποίος δύναται να συμβουλεύεται ή και συνοδεύεται από επαγγελματικό σύμβουλο ή και οποιοδήποτε άλλο άτομο, περιβάλλεται με τις εξουσίες προς συλλογή πληροφοριών, είσοδο και έρευνα, με τις οποίες περιβάλλεται η Επιτροπή με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου
(4)Ο ερευνών λειτουργός έχει εξουσία να καλεί, να ακούει μαρτυρία και να παίρνει κατάθεση από πρόσωπα που δυνατό να έχουν στοιχεία ή να γνωρίζουν οτιδήποτε σχετικά με την υπόθεση, τα οποία οφείλουν να παρέχουν τις πληροφορίες που κατέχουν.
(5)Αφού ολοκληρώσει την έρευνά του, ο ερευνών λειτουργός συντάσσει το πόρισμά του και το υποβάλλει στην Επιτροπή μαζί με όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα: Νοείται ότι ο ερευνών λειτουργός δύναται κατά τη σύνταξη του πορίσματος του να συμπεριλάβει τις απόψεις ή και εισηγήσεις του επί των ευρημάτων του.» Το άρθρο 38
(1)του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «38.—
(1)Η Επιτροπή έχει εξουσία προς επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους μέχρις εκατό χιλιάδων λιρών και σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης ύψους μέχρι διακοσίων χιλιάδων λιρών ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι φυσικό πρόσωπο ή οργανισμός παραβιάζει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που του επιβάλλουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι δυνάμει αυτού εκδιδόμενοι Κανονισμοί, οι Αποφάσεις της Επιτροπής και η κειμένη νομοθεσία που αφορά την κεφαλαιαγορά και την Επιτροπή.
(2)Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ο υπαίτιος της παράβασης προσπορίστηκε αθέμιτο όφελος από την παράβαση αυτή, το οποίο όφελος υπερβαίνει τα ποσά των διοικητικών προστίμων τα οποία καθορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο του άρθρου αυτού, ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι του διπλασίου του οφέλους που ο υπαίτιος αποδεδειγμένα αθεμίτως προσπορίστηκε από την παράβαση: Νοείται ότι η Επιτροπή στην περίπτωση αυτή συντάσσει σχετικό πόρισμα, το οποίο υποβάλλει στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος αποφασίζει κατά πόσο δικαιολογείται ποινική δίωξη του υπαιτίου της παράβασης.
(3)Επιπρόσθετα η Επιτροπή έχει την εξουσία σε περίπτωση νομικού προσώπου να επιβάλλει το πρόστιμο στους διοικητικούς συμβούλους, διευθυντές, αξιωματούχους ή τους διαχειριστές επενδύσεων του νομικού τούτου προσώπου σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια.
(4)Επιπρόσθετα η Επιτροπή δύναται να διατάξει τον αποκλεισμό από το διοικητικό συμβούλιο ή τα όργανα διοίκησης, προσώπων που τελούν υπό την εποπτεία της Επιτροπής ή την παροχή υπηρεσιών προς αυτά τα πρόσωπα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα η Επιτροπή κρίνει πρέπον κατά τα οριζόμενα σε Κανονισμούς που δύνανται να εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.» Οι πρόνοιες του άρθρου 39 του Νόμου έχουν ως ακολούθως: «39.—
(1)Πριν να προβεί στην έκδοση της απόφασής της προς επιβολή διοικητικού προστίμου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38, η Επιτροπή οφείλει να κοινοποιεί εγγράφως την πρόθεσή της προς διερεύνηση της ενδεχόμενης παράβασης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, να παραθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την πρόθεσή της προς διερεύνηση και προς ενδεχόμενη επιβολή διοικητικού προστίμου και να επισημαίνει τα δικαιώματα που του παρέχονται δυνάμει του εδαφίου
(2).
(2)Πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιείται έγγραφο με βάση το εδάφιο
(1)έχει το δικαίωμα εντός προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή κατά την απόλυτη κρίση της και δύναται να είναι μεταξύ τριών και είκοσι μίας ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής, να προβεί σε γραπτές παραστάσεις προς την Επιτροπή: Νοείται ότι είναι δυνατή η παράταση της πιο πάνω προθεσμίας σε περίπτωση κωλύματος ή άλλης εύλογης αιτίας: Νοείται περαιτέρω ότι η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να καλέσει πρόσωπο ή να δεχτεί αίτημά του για προφορικές παραστάσεις σε περίπτωση που αυτές απαιτούνται, κατά την απόλυτη κρίση της για την επεξήγηση των γραπτών παραστάσεων.
(3)Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις παραστάσεις αυτές πριν να προβεί στην έκδοση της απόφασής της για την ύπαρξη ή μη ενδεχόμενης παράβασης και την ενδεχόμενη επιβολή διοικητικού προστίμου και στον καθορισμό του ύψους του οφειλόμενου ποσού.
(4)Απόφαση της Επιτροπής προς επιβολή διοικητικού προστίμου πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται εγγράφως προς κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο: Νοείται ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής υπόκεινται στο ένδικο μέσο της προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(5)Η Επιτροπή δύναται να δημοσιοποιεί απόφασή της προς επιβολή διοικητικού προστίμου σύμφωνα με τα εδάφια
(3)και
(4). Το πόρισμα συντάχθηκε και έπρεπε να υποβληθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Στο εν λόγω πόρισμα δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτοί εναντίον των οποίων λήφθηκαν στοιχεία σε ανύποπτο χρόνο κλήθηκαν για να ακουστούν οι απόψεις τους ή έστω να δώσουν μία εξήγηση για τα λεχθέντα. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή κοινοποίησε εγγράφως την πρόθεσή της προς διερεύνηση της ενδεχόμενης παράβασης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, να παραθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την πρόθεσή της προς διερεύνηση και προς ενδεχόμενη επιβολή διοικητικού προστίμου και να επισημαίνει τα δικαιώματα που του παρέχονται δυνάμει του εδαφίου 38
(2)και ουδέποτε εξέδωσε απόφαση για να ασκηθεί προσφυγή επ'αυτής. Οι πρόνοιες του άρθρου 39 ως είχαν τότε προνοούσαν τα ακόλουθα: «39.—
(1)Πριν να προβεί στην έκδοση της απόφασής της προς επιβολή διοικητικού προστίμου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38, η Επιτροπή οφείλει να κοινοποιεί εγγράφως την πρόθεσή της προς διερεύνηση της ενδεχόμενης παράβασης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, να παραθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την πρόθεσή της προς διερεύνηση και προς ενδεχόμενη επιβολή διοικητικού προστίμου και να επισημαίνει τα δικαιώματα που του παρέχονται δυνάμει του εδαφίου
(2).
(2)Πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιείται έγγραφο με βάση το εδάφιο
(1)έχει το δικαίωμα εντός προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή κατά την απόλυτη κρίση της και δύναται να είναι μεταξύ τριών και είκοσι μίας ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής, να προβεί σε γραπτές παραστάσεις προς την Επιτροπή: Νοείται ότι είναι δυνατή η παράταση της πιο πάνω προθεσμίας σε περίπτωση κωλύματος ή άλλης εύλογης αιτίας: Νοείται περαιτέρω ότι η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να καλέσει πρόσωπο ή να δεχτεί αίτημά του για προφορικές παραστάσεις σε περίπτωση που αυτές απαιτούνται, κατά την απόλυτη κρίση της για την επεξήγηση των γραπτών παραστάσεων.
(3)Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις παραστάσεις αυτές πριν να προβεί στην έκδοση της απόφασής της για την ύπαρξη ή μη ενδεχόμενης παράβασης και την ενδεχόμενη επιβολή διοικητικού προστίμου και στον καθορισμό του ύψους του οφειλόμενου ποσού.
(4)Απόφαση της Επιτροπής προς επιβολή διοικητικού προστίμου πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται εγγράφως προς κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο: Νοείται ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής υπόκεινται στο ένδικο μέσο της προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(5)Η Επιτροπή δύναται να δημοσιοποιεί απόφασή της προς επιβολή διοικητικού προστίμου σύμφωνα με τα εδάφια
(3)και
(4).» Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων. Ούτε και τέθηκε υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον μου οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου είτε για την επιβολή προστίμου είτε για την λήψη καταθέσεων είτε οποιοδήποτε πόρισμα της Επιτροπής που θα ενεργοποιηούσαν και οποιαδήποτε δικαιώματα των Εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω, για να ληφθεί υπόψη η απόφαση της Επιτροπής για την επιβολή διοικητικού προστίμου, θα πρέπει προηγουμένως να ληφθούν υπόψη οι θέσεις όλων των εμπλεκομένων πριν την επιβολή προστίμου. Ως εκ τούτου το πόρισμα (Τεκμ. 33), κρίνω ότι δεν δύναται να αποτελέσει ασφαλή βάση για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπεράσματα. Ο πιο πάνω Νόμος έχει σήμερα καταργηθεί, ήταν όμως η Νομοθεσία η οποία ίσχυε με σκοπό την επιβολή Διοικητικού Προστίμου κατά τον ουσιώδη χρόνο που έγινε το πόρισμα. Η περίοδος που εξετάσθηκε αφορούσε την περίοδο του Σεπτεμβρίου του
  1. Η νομοθεσία περί Πράξεων Προσώπων που κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμος του 2005 (116 (Ι)/2005), τέθηκε σε ισχύ το
  2. Ουσιαστικά κατά τους ουσιώδεις ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνους δεν υπήρχε ειδική νομοθεσία για τη ρύθμιση τους. Επομένως οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχει ζήτημα αγοράς σε τεχνητή τιμή, αυτή δεν δύναται να επιτύχει καθότι δεν υπάρχει το απαραίτητο υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδοση τέτοιας ευθύνης στους Ενάγοντες. Θα προχωρήσω και θα εξετάσω στη συνέχεια τη φύση της επίδικης σύμβασης και τις υποχρεώσεις των διαδίκων όπως και και το θέμα της διαχείρισης του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τους όρους του Σχεδίου η ΕΤΕ ανέλαβε τη παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού του. Ισχυρίζεται ότι προέβαινε η ΕΤΕ σε πράξεις από μόνη της για λογαριασμό του Εναγομένου γεγονός το οποίο κατά τη μαρτυρία που αποδέχθηκα δεν αποδείχθηκε και δεν έχει σχέση με τα συγκεκριμένα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ήταν όμως εύρημα μου πιο πάνω, ότι οι Ενάγοντες δεν διενήργησαν πράξεις αγοράς και/ή πώλησης αξιών, στα πλαίσια λειτουργίας του εν λόγω σχεδίου και ούτε η ΕΤΕ ενεργούσε χωρίς εντολή του Εναγόμενου με διακριτική ευχέρεια. Σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το Τεκμ.6 υπό τον τίτλο «Ένα Νέο Σχέδιο Αυξάνει τις Επενδυτικές σας Δυνατότητες Investor Account»: Όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με το Investor Account ο επενδυτής μπορεί με ένα απλό τηλεφώνημα στους χρηματιστές μας, να αγοράσει ή να πωλήσει οποιαδήποτε εμπορεύσιμη αξία στο Κυπριακό Χρηματιστήριο, με όλες τις κινήσεις να περνούν αυτόματα από το λογαριασμό του.» Ακολούθως αναφέρει: «Η χρηματιστηριακή εταιρεία μας Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ αναλαμβάνει την διεκπεραίωση των εντολών σας και προώθηση όλων των σχετικών εγγράφων, για να μην ασχολείστε με περιττή γραφειοκρατία. Αναλαμβάνει επίσης την παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού» Στο πλαίσιο επομένως των όρων του εν λόγω σχεδίου θα πρέπει το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την φράση «παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού». Στην παράγραφο 5 του πιο πάνω Τεκμ. 6 υπό τον πιο πάνω τίτλο αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  3. Aπαλλαγή από το συνήθη φόρτο διεκπεραίωσης μιας συναλλαγής...Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να δίνετε εντολές στους Χρηματιστές σας» Η παράγραφος 6 αναφέρει τα ακόλουθα: «
  4. Τήρηση πλήρους αρχείου για κάθε ξεχωριστό σχέδιο Investor Account. Η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ αναλαμβάνει τη συνολική διαχείρηση.» Στη βάση επομένως των πιο πάνω αναφορών δεν εξάγεται οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι η ΕΤΕ ανέλαβε την διαχείριση του λογαριασμού με διακριτική ευχέρεια εφόσον η παράγραφος 5 ανωτέρω αναφέρει καθαρά ότι το μόνο που είχαν να κάνουν οι επενδυτές ήταν να δίνουν εντολές στους χρηματιστές τους. Η ΕΤΕ στη βάση των πιο πάνω το μόνο που αναλάμβανε ήταν η τήρηση πλήρους αρχείου σε σχέση με τον λογαριασμό του Εναγόμενου. Ο όρος 6 του Τεκμ. 6 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ουσιώδης όρος του σχεδίου είναι ότι ο Investor υποχρεούται να συνεισφέρει εξασφαλίσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του Κυπριακού Χρηματιστηρίου σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του Investor Account.Στην περίπτωση μετρητών αυτά θα κατατίθενται στο Investor Account. Αν η συνεισφορά του Investor συνίσταται σε άλλη εξασφάλιση τότε αυτή θα ενεχυριάζεται προς όφελος τη Τράπεζας.» Ο όρος 10 του εν λόγω σχεδίου Τεκμ. 6 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των δικαιωμάτων της τράπεζας που απορρέουν από το σχέδιο και/ή οποιαδήποτε συναφή έγγραφα, όλες οι συναλλαγές του σχεδίου θα γίνονται κατόπιν εντολής του Investor». Ο όρος 11 του εν λόγω σχεδίου Τεκμ. 6 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Η τράπεζα θα αποστέλλει κανονικά μηνιαία κατάσταση λογαριασμού στον Investor στη δηλωθείσα διεύθυνση. Κάθε τρείς μήνες μαζί με την κατάσταση λογαριασμού θα αποστέλλεται στον Investor εκτίμηση όλων των μετοχών, χρεογράφων και γενικά όλων των αξιών που κατέχει, καθώς επίσης και κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργήθηκαν από τις Επενδύσεις για λογαριασμό του.» Οι πιο πάνω όροι του εν λόγω σχεδίου καθιστούν εμφανές ότι αυτό λειτουργούσε στη βάση των εντολών των επενδυτών. Η λειτουργία του σχεδίου οι όροι του οποίου επισυνάπτονται στην Αίτηση (Τεκμ. 6), την οποία ο ίδιος ο Εναγόμενος υπέγραψε και υπέβαλε στους Ενάγοντες για τη συμμετοχή του σε αυτό το σχέδιο και η επακόλουθη λειτουργία του για μεγάλο χρονικό διάστημα και ο τρόπος ακριβώς λειτουργίας του με την ενεργό συμμετοχή του Εναγόμενου με την παροχή εντολών για την διενέργεια οποιωνδήποτε πράξεων στη βάση του σχεδίου, δεν αφήνουν αμφιβολία για τη γνώση που είχε αυτός για τη λειτουργία του σχεδίου αλλά και των συνεπειών που θα είχαν στον ίδιο οι οποιεσδήποτε συναλλαγές του. Το σχέδιο λειτουργούσε στην βάση λήψης και διαβίβασης των εντολών στο ΧΑΚ. Εντολών τις οποίες έδινε ο Εναγόμενος. Η θέση των Εναγόντων και της ΕΤΕ επιβεβαιώνεται από τους όρους του Σχεδίου τους οποίους παρέθεσα πιο πάνω. Είναι δε εμφανές ότι οι όροι του πληρεξουσίου εγγράφου προς την ΕΤΕ (Τεκμ. 7), δόθηκαν στα πλαίσια του εν λόγω σχεδίου. Το πληρεξούσιο έγγραφο αναφέρει: "Με αντάλλαγμα για τη συμμετοχή μου στο Σχέδιο Investor Account της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, που στο εξής θα ονομάζεται το Σχέδιο .» Αποδέχθηκα πιο πάνω τη μαρτυρία και έχει καταστεί εύρημα μου ότι όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν τις συναλλαγές που διεξήγαγε ο Εναγόμενος μέσω της ΕΤΕ και κατόπιν δικών του εντολών αποστέλλονταν σε αυτόν στην γνωστή του διεύθυνση και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν λάμβανε γνώση αυτών και των πληροφοριών που αυτές περιείχαν. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι οι Ενάγοντες ουδεμία ανάμειξη είχαν στην αγοραπωλησία μετοχών και ότι απλά προέβαιναν στις χρεοπιστώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Από τη μαρτυρία επίσης καταδείχθηκε ότι οι αγοραπωλησίες στον λογαριασμό διεξάγονταν κατόπιν εντολών του Εναγόμενου. Η απαίτηση των Εναγόντων είναι ξεκάθαρη και υπαρκτή και καταδείχθηκε με αποδεχτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον η μαρτυρία των κ.κ. Συμεών Συμεού και Χαράλαμπου Φλουρή, υποστηρίζεται και από τις ηχογραφημένες εντολές οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο σε ηλεκτρονική μορφή όσο και απομαγνητοφωνημένη σε γραπτό κείμενο. Έχει αποδειχθεί και οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν ότι ο Εναγόμενος δανείστηκε το ποσό που διεκδικούν από αυτόν, το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά χρηματιστηριακών αξιών. Σε σχέση με την ανταπαίτηση που προέβαλε ο εναγόμενος για το ισόποσο ποσό της αξίωσης των Εναγόντων, είναι φανερόν ότι αυτή είναι άμεσα συνυφασμένη με τα γεγονότα της αγωγής. Αυτά, όπως εξηγώ πιο πάνω, κρίθηκαν ότι κλείνουν υπέρ της απόδειξης των ισχυρισμών των Εναγόντων αποδεικνύοντας ταυτόχρονα και τις αξιώσεις τους. Κρίνοντας περαιτέρω ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Εναγόμενου δεν έχουν έρεισμα στη μαρτυρία και ότι η ανταπαίτηση εδράζεται ακριβώς στο ίδιο φάσμα ισχυρισμών ως η υπεράσπιση στην αξίωση, αναπόδραστα οδηγούμαι στο να την απορρίψω. Θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα της καθυστέρησης στην δικαστική διεκδίκηση της απαίτησης εκ μέρους των Εναγόντων. Είναι καλά γνωστό στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η υπεράσπιση της ολιγωρίας δύναται να εγερθεί από Εναγόμενο σε περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας διεκδικεί δικαιώματα σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας. Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης αφορά αγωγή για χρέος το οποίο δημιουργήθηκε από την αγοραπωλησία μετοχών. Ως εκ τούτου η εν λόγω υπεράσπιση της ολιγωρίας δεν δύναται να επιτύχει και δεν εφαρμόζεται (βλ. Γιάννης Σαββιτζιήκκης- Καρπασίτης κ.α. v Γεώργιος Α. Σιόκουρου
(2002)1 ΑΑΔ 472 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό να επιληφθούμε πρώτα του θέματος της καθυστέρησης . Το θέμα της ολιγωρίας ή καθυστέρησης (laches) ως Υπεράσπιση σε αγωγή μπορεί να εγερθεί σε περιπτώσεις όπου ο Ενάγων ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας (equitable remedy). Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε αποσπάσματα επί του θέματος από τα συγγράμματα Bullen & Leake and Jacob's Precedents Pleading,12th Ed και Ηalsbury's Laws of England, 3rd edition, V.
  1. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να απορρίψουμε αυτό το λόγο έφεσης.» Βλ. επίσης την Ζερβού κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 42/2009 ημερ. 14.01.
  2. Η όποια καθυστέρηση υπήρξε σε κάθε περίπτωση δεν επέδρασε σε βάρος των συμφερόντων του Εναγόμενου ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν απέδειξε οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό του εξ αυτής ούτε και οι Ενάγοντες σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρατέθηκε έδωσαν ποτέ την εντύπωση στον Εναγόμενο είτε ρητά είτε σιωπηρά είτε διά συμπεριφοράς ότι είχαν πρόθεση να εγκαταλείψουν την απαίτηση τους (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1768, Καρπασίτης v. Σιόκουρου
(2002)1 ΑΑΔ 472, Nelson v. Rye and another
(1996)2 All E.R. 186, Φωτίου v. Σοφοκλέους
(2012)1 ΑΑΔ 2826 και το σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleading, 12th Ed. par. 959 p.1154). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στο επίπεδο που εξετάζεται σε αστικές υποθέσεις δηλαδή αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση τους εναντίον του Εναγόμενου. Εκδίδεται επομένως απόφαση εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €239.321,74σ. πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €111.006,20σ. από 1.10.15 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδονται επίσης τα ακόλουθα Διατάγματα: (Α) Διάταγμα διατάττον την πώληση των κάτωθι αναφερόμενων μετοχών και/ή όλων των αξιών και/ή άλλων ωφελημάτων που πιθανόν να προέκυψαν και/ή θα προκύψουν από τις ενεχυριασμένες μετοχές, οποτεδήποτε, σ 'οποιονδήποτε, και σε οποιανδήποτε τιμή κατά την απόλυτη κρίση των Εναγόντων: (α) 155,000 μετοχές της εταιρείας Interfund Investment Public Company Ltd. (β) 560 μετοχές της εταιρείας SFS GROUP COMPANY LTD (Β) Διάταγμα όπως ο κ. Γιώργος Γρουτίδης με αρ. ταυτότητας 625280 υπογράψει εκ μέρους του Εναγόμενου κ. Αλέξανδρου Τσιολάκκη ή Αλέξανδρου Τσολάκκη όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή να προβεί σε όλες τις αναγκαίες πράξεις με βάση οποιοδήποτε ισχύοντα Νόμο και/ή με βάση οποιανδήποτε απαίτηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των ως άνω αναφερόμενων αξιών και/ή να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την πώληση και/ή μεταβίβαση των εν λόγω αξιών. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της συνεκδίκασης της Ανταπαίτησης με την Απαίτηση δεν θα εκδώσω οποιανδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση του εναγόμενου η οποία όπως προανέφερα απορρίπτεται. (Υπογρ.)................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.