← Κύπρος

ΤΑΚΗ ΚΑΛΛΗ ν. ΗΡΩΣ ΠΑΛΑΛΑ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 284/13, 20/10/2017

ΤΑΚΗ ΚΑΛΛΗ ν. ΗΡΩΣ ΠΑΛΑΛΑ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 284/13, 20/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 284/13 Μεταξύ: ΤΑΚΗ ΚΑΛΛΗ Ενάγοντας - και - ΗΡΩΣ ΠΑΛΑΛΑ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 20/10/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Λουκης Γ. Λουκαϊδης Για την Εναγομένη: κ. Στέλιος Οικονόμου για την Μ. Χ. Μυλωνάς & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Ο Ενάγοντας, με την Αγωγή του αυτή, αξιώνει από την Εναγομένη, Λ.Κ.3.700 (€6.321,83), ως υπόλοιπο οφειλόμενο του τιμήματος ενός διαμερίσματος που της πώλησε στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, βάση σύμβασης στην οποία προσήλθαν την 28/06/
  2. Επιπρόσθετα, αξιώνει την χρέωση τόκων επί του προαναφερόμενου ποσού, προς 7% ετησίως επί των καθυστερημένων δόσεων που συναθροίζονται στο προαναφερόμενο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, που, μέχρι και την καταχώριση αυτής της Αγωγής, υποστηρίζει, ανερχόταν σε €27.
  3. Σε κάθε περίπτωση, αξιώνει την επιδίκαση νόμιμου τόκου. Περαιτέρω, αξιώνει αποζημίωση του λόγω απώλειας του, συνακόλουθης, ως υποστηρίζει, της παράβασης της σύμβασης και συγκεκριμένα, της καθυστέρησης στην εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος από την Εναγομένη, στηριζόμενη στην απώλεια ενδιάμεσου οφέλους, Λ.Κ.150 για κάθε μήνα, από την 30/09/1986, ημερομηνία που το τίμημα πώλησης θα έπρεπε συμβατικά να είχε εξοφληθεί, μέχρι την πραγματική εξόφληση του. Επίσης, αξιώνει όπως το Δικαστήριο, με διαταγή του, αναγκάσει την Εναγομένη να του παραδώσει ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος, μαζί και την επίπλωση του.
  4. Η Εναγομένη, αμφισβητεί το βάσιμο των αξιώσεων του Ενάγοντα και ανταπαιτεί, όπως ο Ενάγοντας διαταχθεί από το Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση προς όφελος της, τραπεζιτικής εγγυητικής για το ποσό των €17.086,01, ή εναλλακτικά, στην έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, στο όνομα της.
  5. Ο Ενάγοντας, ενώπιον του Δικαστηρίου, βάση της έκθεσης απαίτησης που καταχώρησε στην υπόθεση, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Πώλησε στην Εναγομένη, βάση της σύμβασης στην οποία προσήλθαν την 28/06/1986, το διαμέρισμα, έναντι ανταλλάγματος Λ.Κ.10.000 (€17.086,01), που είχε συμφωνηθεί ότι θα πληρωνόταν ως εξής: (α) Λ.Κ.1.000 (€1.708,60) ως προκαταβολή, (β) Λ.Κ.5.000 (€8.543,01) έως την 30/09/1986, και (γ) Λ.Κ.4.000 (€6.834,41), δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.150 (€256,29) έκαστη, από 01/11/1986 μέχρι τελικής εξόφλησης. Έκαστη δόση θα έφερε τόκο 7%. ii. Με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, θα είχε υποχρέωση μεταβίβασης του διαμερίσματος στην Εναγομένη, η οποία θα επιβαρυνόταν με τα όλα τα έξοδα μεταβίβασης. iii. Η Εναγομένη, έλαβε κατοχή του διαμερίσματος, βάση της σύμβασης, από 28/06/
  6. Του πλήρωσε μόνο το ποσό των Λ.Κ.6.300 και για αυτό τον λόγο του οφείλει το ποσό των Λ.Κ.3.700 (€6.321,83). iv. Στην σύμβαση, περιλαμβανόταν πρόνοια, ότι, ταυτόχρονα της πληρωμής από την Εναγομένη την 30/09/1986 του ποσού των Λ.Κ.5.000, ήταν υπόχρεος να της παράσχει τραπεζιτική εγγύηση για το ποσό των Λ.Κ.10.
  7. Εντούτοις, ως υποστηρίζει, η πρόνοια αυτή, δεν ήταν συμπληρωμένη σε όλα της τα στοιχεία στη σύμβαση και σε κάθε περίπτωση, ήταν επουσιώδης και άνευ σημασίας, αφού δεν ανταποκρινόταν στο ποσό που ο ίδιος θα παραλάμβανε από την Εναγομένη, δηλαδή, στις Λ.Κ.5.
  8. Η Εναγομένη, ουδέποτε επικαλέστηκε την πρόνοια αυτή της σύμβασης, ούτε και μπορούσε να την επικαλεστεί προς ακύρωση της σύμβασης.
  9. Η Εναγομένη, ενώπιον του Δικαστηρίου, βάση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης που καταχώρησε στην υπόθεση, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Αποδέχεται ότι προσήλθε στην σύμβαση ημερομηνίας 28/06/1986 με τον Ενάγοντα για την αγορά του διαμερίσματος. ii. Αποδέχεται επίσης το τίμημα που συμφωνήθηκε ως το αντάλλαγμα, καθώς επίσης και τον όρο για το χρονοδιάγραμμα πληρωμής του. iii. Δεν αποδέχεται όμως την θέση του Ενάγοντα, ότι, ο όρος για την παροχή από τον Ενάγοντα προς όφελος της, της τραπεζιτικής εγγυητικής ύψους Λ.Κ.10.000, ήταν επουσιώδης και άνευ σημασίας. Θέσης της είναι ότι, η παροχή τραπεζιτικής εγγύησης, ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης, που αποσκοπούσε στο να της εξασφαλίσει ότι, ο Ενάγοντας, θα προέβαινε στα αναγκαία διαβήματα για την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα και μεταβίβασης του στο όνομα της. Επανειλημμένα και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, τόσο η ίδια προσωπικά, όσο και μέσω των δικηγόρων της, ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως της δοθεί η εν λόγω τραπεζιτική εγγυητική, χωρίς όμως ανταπόκριση από πλευράς Ενάγοντα. Σχετικές, είναι οι επιστολές της ημερομηνίας 07/10/1986, 17/12/1986, 15/03/1988, 12/06/2009 και 02/09/
  10. Ο λόγος που ο όρος της σύμβασης που αφορά την παροχή της τραπεζιτικής εγγυητικής περιέχει κενά, οφείλεται στο γεγονός ότι η σύμβασης υπογράφτηκε την 28/06/1986 και η τραπεζιτική εγγυητική θα της εδίδετο από τον Ενάγοντα την 30/09/1986 με την πληρωμή που θα του έκανε του ποσού των Λ.Κ.5.
  11. iv. Την 30/09/1986 πλήρωσε στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.5.000 και ο Ενάγοντας της υποσχέθηκε και/ή την διαβεβαίωσε και/ή δεσμεύτηκε προς αυτήν, ότι εντός των επόμενων ημερών θα της προσκόμιζε την τραπεζιτική εγγυητική, κάτι που δεν έγινε ποτέ. v. Ο λόγος που συμφωνήθηκε με τον Ενάγοντα να της δοθεί τραπεζιτική εγγυητική ύψους Λ.Κ.10.000, ήταν για να εξασφαλιστεί, ότι, σε περίπτωση αδυναμίας του Ενάγοντα να της μεταβιβάσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα, ολόκληρο το τίμημα για την αγορά του θα της επιστρεφόταν. vi. Η ίδια, καθ' όλο το χρονικό διάστημα, από την 30/09/1986 και εντεύθεν, ήταν έτοιμη να αποπληρώσει πλήρως το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος στον Ενάγοντα, ταυτόχρονα, είτε με την έκδοση και παροχή προς όφελος της, της τραπεζιτικής εγγυητικής, είτε με την έκδοση και μεταβίβαση στο όνομα της τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα, ζήτημα που είχε κατ' επανάληψη και ρητώς δηλώσει στον Ενάγοντα. Παρά ταύτα, ο Ενάγοντας, ουδέποτε προχώρησε στην έκδοση τραπεζιτικής εγγυητικής στο όνομα της, ή στην έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα για σκοπούς μεταβίβασης του σε αυτήν και ουδέποτε της ζήτησε αποπληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης ή οποιασδήποτε δόσης ή τόκων σε αυτές, καθ' όλη την διάρκεια των 23 και πλέον ετών που μεσολάβησαν μέχρι και την Αγωγή του. Αντιθέτως, ρητώς και/ή σιωπηρώς, αποποιήθηκε τυχόν δικαιώματος είχε, σε σχέση με το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και/ή των δόσεων και/ή οποιονδήποτε τόκων επί αυτών, πριν ή χωρίς την έκδοση τραπεζιτικής εγγυητικής ή την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας και/ή την μεταβίβαση αυτού στο όνομα της. vii. Ο Ενάγοντας, εξακολουθεί να μην είναι σε θέση να της μεταβιβάσει το διαμέρισμα, καθότι, δεν έχει εξασφαλίσει για αυτό, ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. viii. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, διαφωνεί με αυτό που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Στον Ενάγοντα πλήρωσε συνολικά το ποσό των Λ.Κ.6.600 (€11.276,77) και ως εκ τούτου, το υπόλοιπο προς πληρωμή ποσό, υπό την αίρεση των όσων προαναφέρθηκαν, είναι Λ.Κ.3.400 (€5.809,24). ix. Σε ότι αφορά την επίπλωση του διαμερίσματος, την 28/06/1986, κατέβαλε για αυτήν στον Ενάγοντα, το ποσό των Λ.Κ.4.000 (€6.834,41), γεγονός που ο Ενάγοντας αναγνώρισε γραπτώς, δηλώνοντας παράλληλα, ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης, θα της το επέστρεφε και θα παραλάμβανε τα έπιπλα.
  12. Ο Ενάγοντας, στις θέσεις της Εναγομένης προς υπεράσπιση της και υποστήριξη της ανταπαίτησης της, βάση της απάντησης που καταχώρησε στην υπόθεση, απάντησε υποστηρίζοντας την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων: i. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση / τιτλοποίηση του διαμερίσματος, θα γινόταν με την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης. Η Εναγομένη, δεν του εξόφλησε το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος και συνεπώς, αδικαιολόγητα παραπονείται για το γεγονός ότι δεν της μεταβιβάστηκε τίτλος για την ιδιοκτησία του στο όνομα της. Εφόσον εξοφλήσει το τίμημα αυτόματα θα ακολουθήσει και η τιτλοποίησης. ii. Σε ότι αφορά το ζήτημα της έκδοσης προς όφελος της Εναγομένης, τραπεζιτικής εγγυητικής, εφόσον η Εναγομένη του εξοφλούσε το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος, -πράγμα που αρνείται να πράξει-, θα ακολουθούσε η μεταβίβασης του στο όνομα της, και ως εκ τούτου, δεν αποτελούσε όρο η έκδοσης της τραπεζιτικής εγγυητικής για την τιτλοποίηση του διαμερίσματος. Σε κάθε περίπτωση, η Εναγομένη, που δεν προσφέρθηκε ποτέ να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης, δεν επικαλέστηκε ποτέ το συγκεκριμένο όρο. iii. Ουδέποτε αποποιήθηκε του δικαιώματος του στο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος και τους τόκους. Όποτε πληρωθεί από την Εναγομένη το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και τους τόκους και νοουμένου ότι αποζημιωθεί για την απώλεια του σε ότι αφορά την οποία διεκδικεί να αποζημιωθεί με αυτή την Αγωγή, θα τιτλοποιήσει / μεταβιβάσει αμέσως το διαμέρισμα στην Εναγομένη.
  13. Στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατέθεσαν την μαρτυρία τους μόνο οι διάδικοι.
  14. Τα μέρη συμφωνούν ότι προσήλθαν στην σύμβαση της 28/06/1986, Τεκμήριο ΤΚ1 και ΗΠ1 (στο εξής καλούμενη «η Σύμβασης»). Διαφωνούν όμως, σε ότι αφορά την σημασία του όρου 5 αυτής. Σύμφωνα με αυτόν: «
  15. Συμφωνείται ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο Πωλητής υποχρεούται όπως ταυτόχρονα με την παραλαβήν του ποσού των £5.000 την 30/09/1986 από τον Αγοραστή παράσχει εις αυτόν τραπεζιτική εγγύησιν (BANK GUARANTEE) της Τράπεζας του για το ποσό £10.000 (Στοιχεία Τραπ. εγγυήσεως . ημερ. λήξεως .) και/ή παράσχει οιανδήποτε άλλην εξασφάλισιν την οποία ήθελε κρίνει ικανοποιητική ο Αγοραστής.».
  16. Για καλύτερη κατανόηση των θέσεων των διαδίκων, -αναφορά στις οποίες γίνεται αμέσως μετά-, αναφορά πρέπει να γίνει και στους όρους 6 και 9 της Σύμβασης: «
  17. Η ανωτέρω Τραπεζιτική εγγύηση και/ή άλλη εξασφάλιση θα αποτελεί ασφάλεια για τον Αγοραστή αναφορικά με την έκδοση του τίτλου του ως άνω ρηθέντος διαμερίσματος (τα διαβήματα υποχρεούται να αναλάβει ο Πωλητής)» και «
  18. Άπαντες οι όροι του παρόντος είναι ουσιώδεις.».
  19. Οι διάδικοι, είναι σύμφωνοι ως προς το ότι, ο Ενάγοντας, την 30/09/1986, ή και σε οποιοδήποτε χρόνο μεταγενέστερα, δεν παρέδωσε στην Εναγομένη τραπεζιτική εγγυητική ποσού Λ.Κ.10.000 ή εξασφάλισε αυτή διαφορετικά, ως προνοείτο από τον όρο 5 της Σύμβασης. Ο Ενάγοντας, υποστηρίζει, ότι, ο συγκεκριμένος όρος, ήταν επουσιώδης και άνευ σημασίας, αφού δεν ανταποκρινόταν στο ποσό που ο ίδιος θα παραλάμβανε από την Εναγομένη την 30/09/1986, δηλαδή, στις Λ.Κ.5.
  20. Η Εναγομένη, υποστηρίζει ότι, η παροχή τραπεζιτικής εγγύησης, ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης, που αποσκοπούσε στο να της εξασφαλίσει ότι, ο Ενάγοντας, θα προέβαινε στα αναγκαία διαβήματα για την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα και μεταβίβασης του στο όνομα της. Ότι, δηλαδή, διασφάλιζε το σύνολο του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος των Λ.Κ.10.
  21. Η θέσης που έκαστος διάδικος λαμβάνει σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα γεγονότα, σχετίζεται με την νομική τους θέση που αφορά το ποιος ευθύνεται για την παραβίαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά [[i]], ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους, να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827).
  22. Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της ή επιβεβαίωσης της και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης, είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη σε κάθε σύμβαση να καθορίσουν ρητά. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της, από το Δικαστήριο -ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της- (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της).
  23. Στην προκείμενη περίπτωση, ως έχει προαναφερθεί, με τον όρο 9 της Σύμβασης, οι διάδικοι κατέστησαν όλους τους όρους της Σύμβασης, ουσιώδης όρους της συμφωνίας στην οποία προσήλθαν. Ως έχει προαναφερθεί, η δημιουργία ενός όρου, ως ουσιώδη για την σχέση των μερών (ουσιώδη χαρακτήρα, στον οποίο βασίζεται η σύμβασης τους), εναπόκειται στα ίδια τα μέρη στην σύμβαση, που μπορούν να κατηγοριοποιήσουν ένα όρο, ως τέτοιο, ακόμη και εάν, στην απουσία της ρητής περί τούτο πρόνοιας στην σύμβαση (που καταγράφει αυτή τους την θέληση), το Δικαστήριο, κατόπιν ερμηνείας της, δεν θα κατέληγε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Blackburn στην απόφαση του High Court Αγγλίας και Ουαλίας στην υπόθεση Bettini v Gye

(1875)1 QB 183, 187: «Parties may think some matter, apparently of very little importance, essential; and if they sufficiently express an intention to make the literal fulfilment of such a thing a condition precedent, it will be one ...». Το ίδιο σκεπτικό υιοθετείται και από τον Λόρδο Mastill στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Lombard North Central Plc v Butterworht [1987] QB 527: «. there exists a category of term, in respect of which any breach whether large or small entitles the promisee to treat himself as discharged, has never been doubted in modern times, and the fact that a term may be assigned to this category by express agreement has been taken for granted for at least a century ... a clause expressly assigning a particular obligation to the category of conditions is not a clause which purports to fix the damages for breach of the obligation, and is not subject to the law governing penalty clauses. I acknowledge, of course, that by promoting a term into the category where all breaches are ranked as breaches of condition, the parties indirectly bring about a situation where, for breaches which are relatively small, the injured party is enabled to recover damages as on the loss of the bargain, whereas without the stipulation his measure of recovery would be different. But i am unable to accept that this permits the court to strike down as penalty the clause which brings about this promotion. To do so would be to reverse the current of more than 100 years' doctrine, which permits the parties to treat as a condition something which would not otherwise be so, i am not prepared to take this step.». Η αποτελεσματικότητα της φράσης: «ουσιώδης όρος της σύμβασης», να σημάνει την θέληση των μερών να κατηγοριοποιήσουν ένα όρο της συμφωνίας τους, ως όρο ουσιαστικού χαρακτήρα επί του οποίου βασίζουν την συμβατική τους σχέση, επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Nicholls στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση Lombard North Central Plc v Butterworht [1987] QB 527: «I must now consider a further submission advanced by the plaintiffs that, time of payment having been made of the essence by this provision, it was open to the plaintiffs, once default in payment of any one instalment on the due date had occurred, to treat the agreement as having been repudiated by the defendant, and claim damages for loss of the whole transaction, even though in the absence of this provision such a default would not have had that consequence. On this, the question which arises is one of construction: on the true construction of the clause, did the "time of the essence" provision have the effect submitted by the plaintiffs? In my view, the answer to that question is "Yes". The provision ... has to be read and construed in conjunction with the other provisions in the agreement, including clauses ...So read, it is to be noted that failure to pay any instalment triggers a right for the plaintiffs to terminate the agreement by re-taking possession of the goods, with the express consequence that the defendant becomes liable to make payments which assume that the defendant is liable to make good to the plaintiffs the loss by the them of the whole transaction. Given that context, the "time of the essence" provision seems to me to be intended to bring about the result that default in punctual payment is to be regarded (to use a once fashionable term) as a breach going to the root of the contract and hence, as giving rise to the consequences in damages attendant upon such a breach. I unable to see what other purpose the "time of the essence" provision in clause ... can serve or was intended to serve or what other construction can fairly be ascribed to it.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
  1. Έπεται, ως εκ των προαναφερομένων, ότι, σε μία τέτοια περίπτωση, όπως είναι και η υπό εξέταση, όπου δηλαδή, η εκφρασθείσα [στην σύμβαση] θέλησης των μερών, ξεκάθαρα είναι να καταστήσει ένα όρο της Σύμβασης, ουσιώδη όρο της συμφωνίας τους (βλ. όρο 9 της Σύμβασης), παράβασης του εν λόγω όρου (στην προκείμενη περίπτωση του όρου 5), ipso facto, δίδει στον αντισυμβαλλόμενο (στην προκείμενη περίπτωση, στην Εναγομένη) δικαίωμα να αντιμετωπίσει την σύμβαση ως τερματισθείσα (στην προκείμενη περίπτωση, από πλευράς Ενάγοντα). Σε αυτό λοιπόν το εύρημα καταλήγω. Εν προκειμένω, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα, ο οποίος ήταν αντιφατικός με τα όσα με την έκθεση απαίτησης του παρουσίασε προδικαστικά, -τα οποία υποστήριξε και στην κυρίως εξέταση του-, όταν αντεξετάστηκε από το συνήγορο της Εναγομένης. Ενώ η θέσης του ήταν ότι ο εν λόγω όρος 5 της Σύμβασης συμφωνήθηκε με την Εναγομένη, αλλά είναι όχι ουσιαστικής σημασίας, αντεξεταζόμενος υποστήριξε κάτι διαφορετικό. Ότι είχε ξεγελαστεί για την αποδοχή του από τον τότε δικηγόρο της Εναγομένης όταν προσέρχονταν στην σύμβαση. Τέτοιος ισχυρισμός και λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα δεν δίδονται. Ενώ, αξίζει να σημειωθεί και η περαιτέρω αντίφασης του Ενάγοντα, όταν σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του, για το ίδιο ζήτημα, υποστήριξε ότι δεν παρείχε στην Εναγομένη την τρπεζιτική εγγυητική, επειδή είχε οικονομικό πρόβλημα. Την θέση της Εναγομένης, η οποία γενικά μου έκανε καλή εντύπωση, την αποδέχομαι καθότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα γεγονότα, είναι λογικά αυτά που μαρτύρησε, συνάδουν με τα όσα κατέγραψαν τα μέρη στην σύμβαση και ειδικότερα με τους όρους 5, 6 και 9 της Σύμβασης και υποστηρίζονται και από το περιεχόμενο των επιστολών που αποδέχομαι ότι στέλλονταν κατά καιρούς από τον δικηγόρο της στον Ενάγοντα (βλ. Τεκμήρια ΗΠ4, ΗΠ5, ΗΠ7 και ΗΠ9).
  2. Το πώς αυτό το συμπέρασμα μου επηρεάζει την απαίτηση του Ενάγοντος εξετάζω αμέσως στην συνέχεια. Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών ή γενικότερα για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([1]). Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς (εντούτοις κάποιες εξαιρέσεις υπάρχουν) (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Χρέος, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Στην περίπτωση όπου η εκπλήρωσης, ως έχει προαναφερθεί, από πλευράς ενάγοντος, εμποδίζεται από κάποια αθέμιτη ή παράνομη πράξη του εναγομένου, ο ενάγοντας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή βασιζόμενος σε χρέος, αλλά μπορεί με αγωγή να αξιώσει αποζημιώσεις [[ii]].
  3. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι, η σύμβασης δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, ο ενάγοντας, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος, καθώς ολοκληρώνεται η εργασία που αφορά το μέρος αυτό. Στην περίπτωση όμως, που οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, -δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»)-, ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολο τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[iii]]. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-031: «A contractual obligation is said to be "entire" when the contract requires to be completely performed by one party (A) before the other (B) is to pay, or to render such other counter-performance as may have been agreed. Complete performance by (A) is sometimes said to be a "condition precedent" to B's liability; ...». Και στην συνέχεια, στις παραγράφους 17-035 και 17-036: «A contract imposes severable obligations if payment under it is due from time to time as performance of a specified part of the contract is rendered. . Where a contract imposes severable obligations, a party who has fully performed the specified part can recover the corresponding payment even though his failure to complete the whole of the promised performance is a breach of contract. [μπορεί όμως να κριθεί υπόλογος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του εάν ο τελευταίος από την παράβαση υποστεί ζημιά]». Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί, ότι στο προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις [[iv]]. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[v]]. Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[vi]]. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[vii]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προκύπτει από τους όρους 2, 3 και 5 της Σύμβασης, οι συμβατικές υποχρεώσεις των διαδίκων είναι διαιρετές. Προτού όμως αναπτύξω το σκεπτικό μου για αυτή μου την κατάληξη, σημειώνω, ότι, η μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης που είναι διαιρετή, σε περίπτωση που αυτή αποτελεί ουσιώδη όρο της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα στον αντισυμβαλλόμενο να τερματίσει την σύμβαση (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Επισήμανση αναγκαία, καθότι, ως έχει προαναφερθεί, δια του όρου 9 της Σύμβασης, όλες οι μεταξύ των διαδίκων υποχρεώσεις που ανέλαβαν με την Σύμβαση, είναι ουσιώδεις όροι της συμφωνίας τους για την αγορά του διαμερίσματος και επειδή, η Εναγομένη, ισχυρίζεται παράβαση από πλευράς του Ενάγοντα των συμφωνηθέντων του προαναφερόμενου όρου 5 της Σύμβασης, ο οποίος καθόριζε συγκεκριμένες «διαιρετές αμοιβαίες υποχρεώσεις» των διαδίκων κάτω από την Σύμβαση. Από τα γεγονότα, διαπιστώνεται ότι, ο Ενάγοντας, ουδέποτε συμμορφώθηκε με τον εν λόγω όρο 5 της Σύμβασης. Αυτός, καθόριζε την ταυτόχρονη υποχρέωση των διαδίκων (για αυτό τον λόγο, μόλις προαναφέρθηκα σε «διαιρετές αμοιβαίες υποχρεώσεις»), ότι, την 30/09/1986, ο Ενάγοντας θα υποχρεούτο όπως, ταυτόχρονα με την παραλαβή του ποσού των Λ.Κ.5.000 από την Εναγομένη, να παράσχει σε αυτήν, την προαναφερόμενη τραπεζιτική εγγυητική. Συνεπώς, ο Ενάγοντας, που, την 30/09/1986 πληρώθηκε από την Εναγομένη (μέσω του αντιπροσώπου της) το ποσό των Λ.Κ.5.000, δεδομένου ότι, ταυτοχρόνως, δεν παρείχε στην Εναγομένη την τραπεζιτική εγγυητική, παρέβη ουσιώδη όρο της Σύμβασης (είτε τότε, είτε την 31/01/1987 βάσει της επιστολής Τεκμήριο ΗΠ5), γεγονός που, επακόλουθα, παρείχε δικαίωμα στην Ενάγουσα να τερματίσει την Σύμβαση. Η Εναγομένη, δεν τερμάτισε όμως την Σύμβαση και ως εκ τούτου, το τι απομένει να εξεταστεί είναι πως τα προαναφερόμενα γεγονότα επηρεάζουν την απαίτηση του Ενάγοντα ή την ανταπαίτηση της Εναγομένης.
  5. Σχετικά είναι τα Άρθρα από 51 έως 58 του Μέρους V του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  6. Σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Κεφ. 149: «Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει.». Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Κεφ. 149: «Σε περίπτωση που η σύμβαση ορίζει ρητά την τάξη κατά την οποία θα εκπληρωθούν οι αμοιβαίες υποσχέσεις, αυτές πρέπει να εκπληρώνονται κατά την οριζόμενη τάξη~ ελλείψει τέτοιου όρου στη σύμβαση, οι υποσχέσεις πρέπει να εκπληρώνονται κατά την τάξη που επιβάλλει η φύση της συναλλαγής.». Και τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 54 του Κεφ. 149: «Αν μια από τις αμοιβαίες υποσχέσεις από τις οποίες συνίσταται η σύμβαση, δεν δύναται να εκπληρωθεί ή η εκπλήρωση της δεν δύναται να αξιωθεί πριν από την εκπλήρωση της άλλης, το πρόσωπο που βαρύνεται με την άλλη αυτή υπόσχεση, αν παραλείψει να την εκπληρώσει, δεν δύναται να αξιώσει εκπλήρωση της υπόσχεσης με την οποία βαρύνεται ο άλλος από τους συμβαλλόμενους, υποχρεούται όμως να τον αποζημιώσει για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί, λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.». Στην προκείμενη περίπτωση, ως προανέφερα, ως προκύπτει από τους όρους 2, 3 και 5 της Σύμβασης, οι συμβατικές υποχρεώσεις των διαδίκων είναι διαιρετές. Έκαστη αποτελεί ουσιώδη όρο της Σύμβασης. Ο δε όρος 5 της Σύμβασης, περιλαμβάνει τις προαναφερόμενες αμοιβαίες υποσχέσεις των διαδίκων, που, μόνον ο Ενάγοντας δεν εκπλήρωσε αυτή που τον αφορά, -ως έχει προαναφερθεί, να παράσχει την τραπεζιτική εγγυητική στην Εναγομένη, την 30/09/1986 που πληρώθηκε από αυτήν το ποσό των Λ.Κ.5.000-. Υποχρέωση, που, από τα γεγονότα και ως καταδεικνύεται και από τους όρους: 2(β) της Σύμβασης (που καθόριζε πως και πότε θα εξοφλείτο το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος) και 3 της Σύμβασης (που καθόριζε πότε θα γινόταν η μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομα της Εναγομένης)•, βρίσκω ότι συνδέθηκε με την υποχρέωση της Εναγομένης κάτω από τον όρο 2(β) της Σύμβασης, για εξόφληση του τιμήματος πώλησης (βάσει του όρου 2 της Σύμβασης), ως ανασταλτικός όρος αυτής («promissory condition precedent») (βλ. στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 843 και 844, στο μέρος που επιγράφεται, «Promise which must be first performed)», της θεματικής ενότητας «Effect of default as to that promise which should be first performed»). Η Σύμβασης, πρέπει να σημειωθεί, καθορίζει ρητά την σειρά με την οποία οι υποχρεώσεις που τα μέρη ανέλαβαν με αυτή, θα εκπληρώνονταν (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-015). Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 835 και 836, στο μέρος που επιγράφεται, «Right of Parties», της θεματικής ενότητας «Promisor not bound, unless reciprocal promissee willing to perform», αναφέρονται εν προκειμένω τα εξής: «Where promises are reciprocal, each party has the option to perform his part of the contract, but cannot insist on the other party performing his part without himself performing what he has agreed to do, or is ready and willing to do it.». Ως εκ των προαναφερομένων, η Εναγομένη, από την στιγμή που ο Ενάγοντας δεν εκπλήρωσε την προαναφερόμενη υποχρέωση του βάσει του όρου 5 της Σύμβασης για να της παράσχει τραπεζιτική εγγυητική για τις Λ.Κ.10.000, είχε δικαίωμα να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της για πληρωμή του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης βάσει του όρου 2 της Σύμβασης, που ήταν αμοιβαίες με αυτήν του Ενάγοντος (του όρου 5 της Σύμβασης), η εκτέλεσης των οποίων, βάσει των συμφωνηθέντων, θα επακολουθούσε. Βλ. το προαναφερόμενο Άρθρο 54 του Κεφ. 149 και στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 837 και 838, στο μέρος που επιγράφεται, «Order of Performance», της θεματικής ενότητας «Order of Performance of Reciprocal Promises». Στο ίδιο σύγγραμμα, στην σελίδα 841, αναφέρεται χαρακτηριστικά το εξής: «Where A does not perform his promise, which must be performed before the reciprocal promise of B, A cannot claim performance of B's promise. Moreover, B is entitled to claim compensation from A. The section deals with failure to perform at the time of performance. If the failure, in a contract involving reciprocal promises, is such that it amounts to refusal to perform the contract in its entirety, B may also repudiate the contract under s. 39 so far as future obligations, if any, are concerned. If the failure is not "substantial going to the root of the contract", B would have the right to compensation on account of the failure.». Επί του ιδίου θέματος, στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-024 αναφέρεται: «The position where A fails to perform a condition precedent or a concurrent condition is more complex: such a failure justifies B's refusal to perform for so long as the failure continues, but it does not of itself justify termination in the sense of an outright refusal by B to perform, or to accept further performance from A. ... A's failure to perform will only justify termination if it is ... either sufficiently serious or such that it falls within one of the exceptions to the requirement of serious failure» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
  7. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει χρέος της Εναγομένης προς την Ενάγουσα, ή ζημιά του Ενάγοντος με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους από παράβαση της Σύμβασης ή για την απώλεια της κατοχής του διαμερίσματος (μαρτυρία σε σχέση με τα στοιχεία υπολογισμού της δεν έχει σε κάθε περίπτωση παρουσιαστεί) και συνεπώς, οι σχετικές απαιτήσεις του Ενάγοντα δεν μπορούν να επιτύχουν και η απαίτηση του απορρίπτεται.
  8. Η Εναγομένη, που μπορούσε να αξιώσει αποζημιώσεις από τον Ενάγοντα λόγω της παραβίασης από πλευράς του ουσιώδη όρου της Σύμβασης, εάν υπέστη ζημιά, δεν διεκδίκησε μια τέτοια θεραπεία, ούτε και παρουσίασε ως προς τούτο μαρτυρία κατά την δίκη, αλλά διεκδίκησε θεραπείες που δεν μπορούν να της αποδοθούν και για αυτό τον λόγο η ανταπαίτηση της αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Κατ' αρχήν, δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 76 του Κεφ. 149, -παρά το γεγονός ότι οι τυπικές του προϋποθέσεις πληρούνται- να διατάξει την ειδική εκτέλεση της υπόσχεσης του Ενάγοντα να παράσχει στην Εναγομένη την τραπεζιτική εγγυητική, λόγω: (α) του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τότε που η Ενάγουσα θα μπορούσε να κινήσει διαδικασία θεραπείας της παράλειψης του Ενάγοντα δια της ειδικής εκτέλεσης της εν λόγω υπόσχεσης του, αλλά παρέμεινε άπρακτη. Παράλειψης, σημειώνεται, πέραν των 30 ετών (βλ. στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Β' Τόμος, σελίδα 793 και στο σύγγραμμα P. H. Pettit, Equity and the Law of Trusts, 9η έκδοση, σελίδες από 653 έως και 655)•, και (β) επειδή, βρίσκω ότι η έκδοσης και η παροχή μίας τραπεζιτικής εγγυητικής, είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί εύκολα και αποτελεσματικά να εποπτευθεί ή επιβληθεί από το Δικαστήριο στην συνέχεια της απόφασης του, -εφόσον είναι κατ' ουσία μία σύμβασης που θα εκδοθεί από ένα τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του Ενάγοντα για πληρωμή ενός ποσού που αντιστοιχεί στο τίμημα πώλησης του διαμερίσματος, που περιλαμβάνει όρους, έχει διάρκεια που πρέπει να καθοριστεί και τις πλείστες φορές χρειάζεται να ανανεώνεται κατά διαστήματα (βλ. στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Β' Τόμος, σελίδα 790 και στο σύγγραμμα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1940 και 1941). Και τέλος, δεν θεωρώ ότι μπορεί να διαταχθεί η έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα της Εναγομένης, επειδή, αντικείμενο της Σύμβασης, είναι η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, γεγονός που σημαίνει ότι, κατά τον χρόνο που τα μέρη προσέρχονταν σε αυτήν, ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 [[viii]] που ήταν τότε σε ισχύ [[ix]], χωρίς να έχει τηρηθεί η πρόνοια του Κεφ. 232 για κατάθεση της Σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (δεν μου παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία), ώστε αυτή να είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης δυνάμει αποφάσεως και σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου [[x]]. Για τον ίδιο μάλιστα λόγο (ήτοι, ότι η σύμβαση έχει αντικείμενο της την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας), σημειώνεται, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 76 του Κεφ. 149, που επίσης ρυθμίζουν το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης σύμβασης (ήτοι, σύμβασης που το αντικείμενο της είναι άλλο από αυτό της πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας) [[xi]].
  9. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί απαίτηση και ανταπαίτηση απορρίπτονται.
  10. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως στο βαθμό που η ανταπαίτησης της Εναγομένης επαύξανε τα έξοδα της διαδικασίας (βλ. Α. Χρ. Σολομωνίδης & Αδελφοί Λτδ ν Tsouris Constructons and Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 355, Τάκη Λευκαρίτη κ. α. ν Long Beach Hotels κ. α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 194 και Πολυκάρπου ν Ευαγόρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 719 και στο σύγγραμμα του P. T. Hurst, Civil Costs, 2η έκδοση, στην παράγραφο 17-016 [[xii]]). Η απαίτησης και η ανταπαίτησης συνεκδικάστηκαν και ως εκ τούτου, σε ότι αφορά ειδικά τα έξοδα της δίκης, διευκρινίζεται ότι αυτά θα είναι μειωμένα κατά το 1/2. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού (quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [i] Σε ότι αφορά την έγερση κωλύματος στην αξίωση για εκτέλεση σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς της όρους όταν ένα μέρος σε αυτή, με τη συμπεριφορά του, δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, βλέπε την υπόθεση Cybarco Ltd v Gillian Guest κ. α
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. [ii] Βλ. Colley v Overseas Exporters [1921] 3 KB 302 και Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR
  2. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παράγραφο 21-
  3. [iii] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J
  1. [iv] Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
  2. Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. [v] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
  3. [vi] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
  4. [vii] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
  5. [viii] Βλ. Δρυάδης κ. α. ν Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Χρίστου κ. α. ν Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 940 και Κατερίνα Γρηγορίου Κλεάνθη κ. α. ν Μιχαλάκη Σιανιού κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. [ix] Βλ. Δώρος Γεωργιάδης κ. α. ν Sigma Radio Television Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A159, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 342/2009 και 349/2009, 06/03/
  2. [x] Βλ. ειδικότερα τα Άρθρα 2 και 3 του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
  3. [xi] Βλ. Eleni Andrea Avgousti v Niovi Papadamou a. A.
(1968)1 C.L.R. 66, Xenis Xenopoullos v Elli Isidorou Makridi
(1969)1 C.L.R. 488, Χριστοφίδη ν Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Ερωτοκρίτου ν Θεοδώρου κ. α
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800, Φωτεινή Μούχτου κ. α.ν Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794 και Κατερίνα Γρηγορίου Κλεάνθη κ. α. ν Μιχαλάκη Σιανιού κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 180. [xii] Στο σύγγραμμα του P. T. Hurst, Civil Costs, 2η έκδοση, στην παράγραφο 17-016 αναφέρεται το εξής: «Where there is a claim and a counterclaim, and both are dismissed with costs, on detailed assessment, the rule is that the claim is treated as if it stood alone, and the counterclaim bears only the amount by which the costs of the proceedings have been increased by it.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.