← Κύπρος

Λ.Μ ΛΕΠΙΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ) ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 869/2015, 29/9/2017

Λ.Μ ΛΕΠΙΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ) ΛΤΔ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 869/2015, 29/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 869/2015 Μεταξύ: Λ.Μ ΛΕΠΙΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΤΔ Ενάγουσας - και - ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ) ΛΤΔ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 29/09/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Νικόλας Γ. Νικολάου Για την Εναγομένη: κ. Μάριος Α. Σοφοκλέους για την Μάμας Χατζή Χριστοφής & Σια Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([1]). Οπόταν, ως ενάγοντας, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς. Χρέος, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Στην περίπτωση όπου η εκπλήρωσης, ως έχει προαναφερθεί, από πλευράς ενάγοντος, εμποδίζεται από κάποια αθέμιτη ή παράνομη πράξη του εναγομένου, ο ενάγοντας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή βασιζόμενος σε χρέος, αλλά μπορεί με αγωγή να αξιώσει αποζημιώσεις [[i]]. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι η σύμβασης του δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος καθώς ολοκληρώνεται η εργασία που αφορά το μέρος αυτό. Στην περίπτωση όμως που οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»), ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[ii]]. Εντούτοις, στο προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις. Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών [[iii]]. Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. Όμως, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[iv]].Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[v]]. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[vi]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Προς υποστήριξη αγωγής που καταχωρείται στο Δικαστήριο για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, είναι συχνό φαινόμενο να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και τιμολόγια. Ένα τιμολόγιο όμως, δεν είναι δελτίο πώλησης, ούτε και από μόνο του αποτελεί αποδεικτικό πώλησης. Πρόκειται για μία αναλυτική δήλωση της φύσης, της ποσότητας και του κόστους ή της τιμής των τιμολογούμενων πράξεων, [δήλωσης] που «συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε». Αποτελούν, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339, «τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση» (βλ. και Haleko Hanseatisches Lebemsmittelkontor GMBH & Co OHG v L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055). Ως εκ τούτου, αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας, που συνδέεται με την προφορική μαρτυρία δια της οποίας παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, που εκτιμάται από το Δικαστήριο με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να εξισώνεται με την συμφωνία «από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή» (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρ. Χ"Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1358, Κώστας Στρατής ν Παντελής-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν Ευθύμιου Σωκράτους
(2000)1 Α.Α.Δ. 128, Δομνίκη Χριστοδουλίδου ν Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 294, Palatino Developments Limited v Telectronics Communication Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 962 και Demil Imports Exports v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ 462). 3. Η απαίτηση ενάγοντος για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, μπορεί να συνδέεται και με υπόλοιπο κάποιου λογαριασμού που τηρείται για τον σκοπό. Και πάλι, κατ' αναλογίαν του προαναφερόμενου σκεπτικού (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 ανωτέρω), σε μία τέτοια περίπτωση, ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυριζόμενων εμπορικών εισπρακτέων / χρέους της Εναγομένης (βλ. Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Σύμφωνα με την νομολογία, κατάσταση λογαριασμού εμπορευόμενου, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη εμπορικών εισπρακτέων, νοουμένου ότι αυτή επεξηγείται, ή, οι εις αυτήν καταχωρήσεις παρέχουν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση για το επίδικο αυτό ζήτημα (βλ. Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι, οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 339 και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός («account stated») και όχι το υπόλοιπο λογαριασμού, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά (βλ. Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, Ηρακλής Μιχαηλίδης ν Φάνος Ν. Επιδανίου Λτδ.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 494 και Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 [[vii]]).
  1. Φυσικά, όπως και σε κάθε υπόθεση, ο εναγόμενος διάδικος, που αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος διαδίκου, φέρει το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης τους («evidential burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ανωτέρω και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ανωτέρω).
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι προσήλθε σε συμφωνία με την Εναγομένη δια της οποίας για την περίοδο «κατά ή περί τα έτη 2009 - 2012 και προγενέστερα και σε διάφορες περιόδους» της προσέφερε υπηρεσίες της ειδικότητας της (επιδιόρθωσης διαφόρων εξαρτημάτων) και της πώλησε εμπορεύματα (διάφορα εργαλεία ξυλουργικής). Σύμφωνα με τις θέσεις που διατυπώνει η Ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της, αυτή, «μετά την ολοκλήρωση της όλης εργασίας, εξέδιδε τιμολόγια με τα οποία χρέωνε την Εναγομένη κάθε φορά με το συμφωνηθέν ή και νόμιμο αντάλλαγμα και τηρείτο προς τούτοις σχετικός λογαριασμός». Ως υποστηρίζει, κατά ή περί την 03/12/2012, το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγομένης ήταν €
  3. Η Εναγομένη, δηλώνει άγνοια σε ότι αφορά την οντότητα της Ενάγουσας ή και τις ασχολίες της, και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε πελάτης της Ενάγουσας ή/και συναλλάχτηκε με την Ενάγουσα. Για αυτό τον λόγο, υποστηρίζει, ουδέποτε της εκδόθηκαν τιμολόγια από την Ενάγουσα, εφόσον δεν της οφείλει κανένα απολύτως ποσό.
  4. Ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για συμφωνία της με την Εναγομένη να της παράσχει υπηρεσίες και να της πωλεί εμπορεύματα για την προαναφερόμενη περίοδο, αφορά μία ατελή συμφωνία («inchoate agreement»), περισσότερο του τύπου συμφωνώ για να συμφωνήσω («agreement to agree») ή συμφωνώ για να διαπραγματευτώ («agreement to negotiate»). Αυτός όμως, δεν είναι ο ουσιαστικός ισχυρισμός της Ενάγουσας. Ισχυρισμός της, είναι ότι υπήρξαν τελικώς συμφωνίες κατά την προαναφερόμενη περίοδο με το προαναφερόμενο αντικείμενο, από τις οποίες προκύπτει χρέος σε σχέση με το οποίο τηρείτο σχετικός λογαριασμός, το υπόλοιπο του οποίου την 03/12/2012 ήταν €549, ποσό που εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο. Σημειώνεται εδώ, συναφώς, ότι, στην έκθεση απαίτησης της η Ενάγουσα, δεν δικογραφεί συγκεκριμένα τιμολόγια επί των οποίων βασίζει την απαίτηση της (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014).
  5. Μαρτυρία για την υπόθεση της Ενάγουσας, δόθηκε από τον διοικητικό της σύμβουλο, Μάριο Λοΐζου, ο οποίος, μεταξύ άλλων, παρουσίασε στο Δικαστήριο αποτέλεσμα έρευνας του μητρώου που η Ενάγουσα τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, από το οποίο διαφαίνεται ότι, η Ενάγουσα, συνεστήθη και υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, από 08/11/2011 (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση του εν λόγω Μάριου Λοΐζου, ημερομηνίας 29/07/2016). Ως εκ του γεγονότος αυτού, το οποίο η ίδια η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο δια του προαναφερόμενου μάρτυρα της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της, ότι, αυτή, από το έτος 2009, είχε ως πελάτη της την Εναγομένη (βλ. παράγραφο 5 της εν λόγω ένορκης δήλωσης του Μάριου Λοΐζου, ημερομηνίας 29/07/2016), εφόσον τότε δεν υφίστατο. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση του εν λόγω Μάριου Λοΐζου, ημερομηνίας 29/07/2016) έχει αποδειχθεί θετικά, κατά τρόπο που να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια της ως προς το τελικό υπόλοιπο, που είναι και η απαίτηση της. Κατ' ακρίβεια, η προαναφερόμενη αντίφασης ισχυρισμών, με οδηγεί στο να απορρίψω την μαρτυρία του Ενάγοντα, ως αναξιόπιστη.
  6. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, που φαίνεται ότι τηρείτο σε ότι αφορούσε την Εναγομένη, φαίνεται να τηρείτο από τον εν λόγω Μάριο Λοΐζου και ότι, την 17/06/2011, και μεταγενέστερα την 08/09/2011 κατόπιν εισπράξεων, φαίνεται ότι είχε έρθει σε μηδενικό υπόλοιπο. Εντούτοις, η επόμενη καταχώριση σε αυτήν, δια της χρέωσης, όπως αναφέρεται σε αυτήν, κάποιου τιμολογίου, γίνεται την 11/10/2011, που είναι και πάλι ημερομηνία προγενέστερη της σύστασης της Ενάγουσας εταιρείας την 08/11/
  7. Οι δε καταχωρήσεις που έπονται αυτής, που αφορούν χρεώσεις από τιμολόγηση και εισπράξεις, που δεν εξειδικεύονται όλες (έχουν παρουσιαστεί μόνο τα τιμολόγια 7, 250 και 418, που δεν φέρουν την οποιαδήποτε υπογραφή από πλευράς Εναγομένης σε ότι αφορά την αποδοχή τους - βλ. Τεκμήρια 3, 4 και 5 στην ένορκο δήλωση του εν λόγω Μάριου Λοΐζου, ημερομηνίας 29/07/2016) ή αναλογίζονται μεταξύ τους, με δεδομένο ότι ο λογαριασμός ήταν πάντοτε, πριν την 08/11/2011, χρεωστικός, στην απουσία οποιασδήποτε λογικής εξήγησης για την προαναφερόμενη αντίφαση, με οδηγούν αναπόφευκτα στην προαναφερόμενη κατάληξη.
  8. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού: quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [i] Βλ. Colley v Overseas Exporters [1921] 3 KB 302 και Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR
  9. [ii] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J
  1. [iii] Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
  2. [iv] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
  3. [v] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
  4. [vi] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
  5. [vii] Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά πως αποδεικνύεται απαίτηση που βασίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated): «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.