C. & A. AGRICULTURAL PRODUCTS LTD ν. HOLLAND BAZAAR LTD, Πολιτική Αγωγή Αρ.: 277/2010, 27/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 277/2010 Μεταξύ: C. & A. AGRICULTURAL PRODUCTS LTD Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση - και - HOLLAND BAZAAR LTD Εναγομένη / Αιτήτρια ------------------- Ημερομηνία: 27/10/2017 Αίτηση Για Παραμερισμό Απόφασης Εκδοθείσας Ερήμην, ημερομηνίας 14/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Εναγομένη / Αιτήτρια: κ. Αντώνης Σ. Παπαντωνίου για την Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ. Ε. Π. Ε. Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση: κ. Μάριος Μαρκουλλής για την Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ. Ε. Π. Ε. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αυτής της αγωγής, σφραγίστηκε και εκδόθηκε με την καταχώριση του την 16/03/
- Την 12/04/2010, κατόπιν γραπτού αιτήματος της Ενάγουσας, -που υπεβλήθη την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η Αγωγή της-, μετά από ακρόαση του, εξεδόθη από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, διάταγμα: «. για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος . με την επίδοση του . για τον εναγόμενο στην διεύθυνση "Unit 4, Leeside Industrial Estate 60, Garman Road, Tottenham, London N17 0QN, δια του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Αρμόδιων Αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου». Παράλληλα, το Δικαστήριο προνόησε με διαταγή του, όπως: «ο εναγόμενος καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 30 ημερών από την επίδοση του .». Ως επίσης, ότι, σε περίπτωση που «. παραλείψει να καταχωρήσει εμφάνιση πάσα επίδοση οποιουδήποτε άλλου δικογράφου ή αίτησης . να γίνεται με ανάρτηση στον Πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο 10 ημερών.».
- Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Χριστάκη Βαρνάβα ημερομηνίας 29/11/2010, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο την 13/12/2010, κατά την ακρόαση της αίτησης της Ενάγουσας για έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης, -ερήμην της τελευταίας-, ημερομηνίας 02/12/2010, προς απόδειξη επίδοσης της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος αυτής της Αγωγής στην Εναγομένη, συμφώνως των προνοιών του προαναφερόμενου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/04/2010, αυτή επιδόθηκε στην Εναγομένη στις 13/08/
- Προς τεκμηρίωση του γεγονότος αυτού, με την προαναφερόμενη ένορκο δήλωση του Χριστάκη Βαρνάβα ημερομηνίας 29/11/2010, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και «πιστοποιητικό επίδοσης .» εκδοθέν βάσει του Άρθρου 10 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 13/11/2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ("επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων") και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου (στο εξής καλούμενος «ο ΕΚ 1393/2007»).
- Η προαναφερόμενη Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 13/12/2010, καταχωρήθηκε με αιτητικό την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης, -ως έχει προαναφερθεί, ερήμην της τελευταίας-, λόγω παράλειψης της τελευταίας να εμφανιστεί στην διαδικασία αυτής της Αγωγής προς αμφισβήτηση των απαιτήσεων της Ενάγουσας. Ως προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας, η Εναγομένη, δεν καταχώρησε εμφάνιση στην παρούσα Αγωγή εντός της προθεσμίας που καθοριζόταν στην ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής και τη διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/04/2010 (βλ. Δ.5 κ. κ. 5 και 9, Δ.6 κ. κ. 5 και 6 -βλ. Form 6 στο Appendix A- και , Δ.2 κ. 7 και Δ.
- Κ. 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στο εξής καλούμενοι «οι Θ. Π. Δ.») και η Ενάγουσα, με την προαναφερόμενη γραπτή αίτηση της ημερομηνίας 02/12/2010, αιτήθηκε από το Δικαστήριο την, στην απουσία της Εναγομένης, έκδοση απόφασης εναντίον της, λόγω της εν λόγω παράλειψης της, -προφανώς δυνάμει της Δ.17, κ. 3 των Θ. Π. Δ.-. Το Δικαστήριο, την 11/04/2011, αφού εξέτασε την αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις του διοικητικού συμβούλου της Ενάγουσας, Χριστάκη Βαρνάβα ημερομηνίας 29/11/2010 και 11/02/2011, και του Χριστάκη Μαύρου ημερομηνίας 22/02/2011, που προσφέρθηκαν προς απόδειξη της -και κατ' επέκταση και προς απόδειξη της Αγωγής-, αποδέχτηκε ως κανονική την επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής στην Ενάγουσα, -προφανώς δυνάμει των Άρθρων 7, 9, 10 και 19 του ΕΚ 1393/2007- και εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, δεδομένης και της λήξης της προθεσμίας καταχώρισης εμφάνισης από πλευράς Εναγομένης στην διαδικασία, την 13/09/2010 (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση»). Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Με την υπό εξέταση Αίτηση της -που καταχωρήθηκε 14/10/2016 (ήτοι, 5 και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της Απόφασης)-, η Εναγομένη αξιώνει -κατ' ουσία- από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα . που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει και/ή να απορρίπτει:
(1)την εκδοθείσα απόφαση υπό του Δικαστηρίου στις 11/04/2011, απόφαση εναντίον των Εναγομένων / Αιτητών στα πλαίσια της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής,
(2)την επίδοση προς τους Εναγομένους / Αιτητές του Κλητήριου Εντάλματος της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή.
(3)τα Κλητήριο Ένταλμα προς τους Εναγομένους / Αιτητές της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.». 5. Η Αίτηση βασίζεται: «. στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς, ιδία: Δ.5 Θ 1, 2 και 7, Δ.5Α, Δ.5Β, Δ.16 Θ. 9, Δ.17 Θ 10, Δ.28 Θ. 14, Δ.33 Θ. 1, Θ. 3 και Θ. 5, Δ.48 Θ. Θ. 1 - 4, 8
(4), 9 και 13, Δ.51 Θ. 1 και 2Α, Δ.64 Θ. Θ. 1 και 2, στα Άρθρα 28 και 30
(1), 30
(2)και 30
(3), (α), (β) και (γ) του Συντάγματος, στις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της δίκαιης δίκης και στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, στις αρχές της επιείκειας (equity), στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
- Η Αίτηση της Εναγομένης, συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Ανδρέα Ξενοφώντος, ημερομηνίας 14/10/
- Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ
- Η Ενάγουσα καταχώρισε Ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, εγείροντας 5 συνολικά λόγους ένστασης. Αναφέρομαι σε αυτούς στην συνέχεια εκεί και όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, δίδοντας παράλληλα και την κρίση του Δικαστηρίου σε ότι αφορά αυτούς. Η λεπτομερής παράθεση τους στο στάδιο αυτό, κρίνω ότι είναι αχρείαστη.
- Η Ένσταση, βασίζεται «. στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 (4 - 9), Δ.2 (1-4), Δ.5(1 - 10), Δ.5Α, Δ.6 (1 - 9), Δ.16 (1 - 11), Δ.17 (1 - 14), Δ.26 (1 - 15) και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
- Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κ. Γεώργιου Αδαμίδη, ημερομηνίας 20/07/2016, που είναι, ως δηλώνει, στην υπηρεσία της Καθ' ης η Αίτηση. Στα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, στρέφομαι στην συνέχεια της απόφασης μου αυτής, εκεί και όπου ο σχολιασμός τους κρίνεται απαραίτητος για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Η υπό κρίση Αίτηση, μεταξύ άλλων, στηρίζεται στη Δ.17, κ. 10 των Θ. Π. Δ., η οποία, προνοεί ως ακολούθως: «Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Το Δικαστήριο, σύμφωνα και με την νομολογία, έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει και/ή ακυρώσει μίαν απόφαση [[i]].
- Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο, πρέπει να λάβει υπόψη δύο παράγοντες: (α) πρώτον, ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση, δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν έχει «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση, ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση. Το Δικαστήριο, έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θεώρησε ότι, η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να εφαρμόζονται και αποτελεσματικά. Ως προς το θέμα αυτό, στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ. ν Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε, εν προκειμένω, το εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» [[ii]]. (η υπογράμμιση είναι δική μου) Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, συναρτάται προς τα δικαιώματα και των άλλων διαδίκων (δέστε σχετικά και τα αναφερόμενα στην υποπαράγραφο (β) που ακολουθεί). Κριτήριο, είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κολλάτου ν Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης . Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ως εκ των ανωτέρω, τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή [[iii]]. Η δε κρίση επί αυτών, εναπόκειται, ως έχω προαναφέρει, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. και (β) δεύτερο, την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Και τούτο, γιατί, εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο, εύκολα να επανανοίξει την υπόθεση του, η σφραγίδα της τελεσιδικίας, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εμφανισθούν με σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης [[iv]].
- Σε κάθε περίπτωση, πριν εγερθεί καν θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.17, κ. 10 των Θ. Π. Δ. προς παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, ως ανωτέρω αναφέρεται, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει, εκεί και όπου τούτο εγείρεται από κάποιο εκ των διαδίκων [[v]], κατά πόσο η εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου θα έπρεπε να παραμεριστεί δικαιωματικά, ex debito justitiae, ένεκα παρανομίας. Δηλαδή, αντικανονικά ή καλύτερα, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας. Όπως είναι για παράδειγμα η μη επίδοση, ή, η κατά μη προβλεπόμενο τρόπο επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής στον εναγόμενο, η έκδοση απόφασης πριν τον κατάλληλο χρόνο και η έκδοση απόφασης για ποσό μεγαλύτερο από το οφειλόμενο και αξιωμένο. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν τίθεται καν θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου [[vi]] και μάλιστα, η απόφαση του Δικαστηρίου παραμερίζεται, άνευ όρων σε ότι αφορά την καταβολή των εξόδων της διαδικασίας που προηγήθηκε, ώστε να επανανοίξει η υπόθεση [[vii]]. Μάλιστα, ο ενάγων, καταδικάζεται και στα έξοδα της αίτησης παραμερισμού και της διαδικασίας εκδίκασης της [[viii]].
- Μόνο αφού διαπιστωθεί ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην είναι κανονική, δηλαδή εκδόθηκε σύμφωνα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ακολουθήθηκε ορθή διαδικασία, ο αιτών διάδικος τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει την υποχρέωση να πείσει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί προς έγκριση του αιτήματος [[ix]].
- Κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να ικανοποιηθεί, ότι, υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δικαιολογούσε την απουσία του αιτητή από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης.
- Περαιτέρω, ο χρόνος που παρήλθε από την στιγμή που ο αιτητής έλαβε γνώση της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, πρέπει, αφενός να είναι σύντομος και αφετέρου, να δικαιολογείται. Ανεξήγητη αργοπορία εκ μέρους αιτητή να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να επανανοίξει την υπόθεση του, είναι ένας παράγοντας που, σύμφωνα και με την νομολογία, ασκεί έντονα αρνητική επίδραση εναντίον του και συνηγορεί στην απόρριψη του αιτήματος του. Και αυτό, γιατί, επανάνοιγμα υπόθεσης υπό τέτοιες περιστάσεις, αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης [[x]].
- Όσων αφορά το θέμα της δικαιολόγησης της απουσίας του αιτητή κατά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Limited κ. α. ν Ανδρέα Μιχαήλ, εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 419, απεφάνθη ότι, όταν υπό τις περιστάσεις, είναι φανερό, ότι, η απραξία του ιδίου του αιτητή στο να εξακριβώσει την τύχη της ίδιας της υπόθεσης του, είναι αυτή που οδηγεί στην έκδοση της απόφασης εναντίον του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να στερήσει από τον ενάγοντα τα ευεργετήματα που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του. 18. Η προαναφερόμενη θέση, υιοθετήθηκε μεταγενέστερα από το Ανώτατο Δικαστήριο και σε άλλες υποθέσεις, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Ανδρούλλα Ευγενίου ν Ανδρούλλας Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Σε εκείνη την υπόθεση, η εφεσείουσα, είχε ισχυριστεί (προς υποστήριξη της αιτήσεως της για παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου), ότι, η απουσία της κατά την σχετική δικάσιμο, οφειλόταν στο ότι, η ίδια, είχε παραδώσει το κλητήριο ένταλμα στο γιό της, για να το μεταφέρει στον δικηγόρο της, ώστε αυτός να καταχωρούσε απάντηση στην αίτηση (αφορούσε αίτηση που είχε καταχωρηθεί στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων με την οποία είχε υποβληθεί απαίτηση για καθυστερημένα ενοίκια), πλην όμως, ο γιός της είχε ξεχάσει να το πράξει, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η εναντίον της απόφαση. Η επιχειρηματολογία του δικηγόρου της εφεσείουσας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση, ήταν ότι, δεν υπήρξε οιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους της εφεσείουσας. Είχε υποστηρίξει ότι, η αμέλεια, οφειλόταν στο γιό της εντολέα του, που είχε παραλείψει να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο της. Η αμέλεια, - είχε εισηγηθεί περαιτέρω επί αυτού ο δικηγόρος της εφεσείουσας -, θα έπρεπε να ήταν προσωπική της εντολέα του και όχι του γιου της (δηλαδή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου). Είχε εισηγηθεί ότι, δεν θα έπρεπε να αποδιδόταν αμέλεια στην εφεσείουσα, απλά επειδή ο γιός της ξέχασε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της. Επί των προεκτεθέντων τοποθετήσεων του δικηγόρου της εφεσείουσας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του, αναφέρει τα εξής: «Παρόμοιο θέμα είχε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο, στην
- K.C.P. Commission Agents & Importers Limited, και
- Καλλιρόης Χ"Ψάλτη ν. Ανδρέα Μιχαήλ, εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Εκείνη η έφεση στρεφόταν εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που αρνήθηκε να παραμερίσει (set aside) απόφασή του, ύστερα από σχετική αίτηση την οποία κατέθεσαν οι εφεσείουσες. Στο σχετικό απόσπασμα, στη σελίδα 422, αναφέρονται τα εξής: "Ο μάρτυρας των εφεσειουσών ισχυρίστηκε ότι στις 16/5/89 η εφεσείουσα 2 του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επομένη (17/5/89), που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος από 16/6/
- Υπό τις περιστάσεις, είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του." Υιοθετούμε την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 8063 (πιο πάνω) και κρίνουμε ότι η εφεσείουσα τίποτε δεν έκανε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που παρέδωσε στο γιό της ή της ίδιας της υπόθεσης της. Ο γιός της έμενε στο ίδιο σπίτι με την ίδια και ουδόλως ενδιαφέρθηκε να εξακριβώσει κατά πόσο ο γιός της έδωσε το κλητήριο ένταλμα στο δικηγόρο της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβηκε σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά από αυτήν. Το ενδιαφέρον της εφεσείουσας, εκδηλώθηκε 7 μήνες μετά την επίδοση σε αυτή του κλητηρίου εντάλματος για έξωση, όταν αντιμετώπιζε τις συνέπειες της εκτέλεσης του εντάλματος εξώσεως. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, είναι έκδηλο ότι η απραξία της εφεσείουσας οφειλόταν σε παράλειψη ή αμέλεια εκ μέρους της. Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της εφεσείουσας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Έλενας Ιακώβου κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 457 και Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ.
- ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
- Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο, πέραν των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν των διαδίκων προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης σε αυτήν αντίστοιχα, σημειώνεται ότι, δεν έγινε χρήση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)και της Δ.39, κ. 1 των Θ. Π. Δ. για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κανονικότητα στην έκδοση της απόφασης 21. Το θέμα κατά πόσο η Απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε κανονικά, δεν εγείρεται από πλευράς Εναγομένης ως λόγος για τον παραμερισμό της Απόφασης (βλ. τα αναφερόμενα του Ανδρέα Ξενοφώντος στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης της Εναγομένης και την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας στο μέρος της που επιγράφεται «Ύπαρξης ικανοποιητικής και επαρκής αιτιολογίας και επεξήγηση της μη καταχώρησης εμφάνισης»). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, θα προχωρήσει να εξετάσει την Αίτηση, θεωρώντας ως δεδομένο ότι η επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής στην Εναγομένη, συντελέστηκε νομότυπα και κανονικά [[xi]]. Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, δεν δύναται να επιτύχουν τα αιτητικά της Εναγομένης
(1)και
(2)υπό το αιτητικό στοιχείο Α της Αίτησης της. Εκτός του ότι δεν φαίνεται από την αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης αυτά να προωθήθηκαν κατά την ακρόαση της Αίτησης, σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να υποστηρίζει την έκδοση τους. Σοβαρός και εύλογος λόγος που να δικαιολογεί την απουσία του της Εναγομένης από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της δικαστικής Απόφασης
- Προτού προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο με την μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, έχει αποδειχθεί από την Εναγομένη, η ύπαρξη «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπισης ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση σε αυτή την Αγωγή, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω το κατά πόσο ο λόγος της απουσίας της από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της Απόφασης ήταν εύλογος και σοβαρός. Και τούτο γιατί, ως έχει νομολογηθεί και ήδη προαναφερθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας τυχόν διαπιστώνεται εκ μέρους του εναγομένου. Ο παραμερισμός δικαστικής απόφασης δεν θεωρείται δεδομένος εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση [[xii]]. Για αυτό και κρίνω ότι, αυτή η πτυχή του ζητήματος, πρέπει να εξεταστεί και αποφασιστεί, πριν από οτιδήποτε άλλο.
- Έχοντας εξετάσει τα ενώπιον μου δεδομένα και την προσφερθείσα μαρτυρία εκατέρωθεν, έχω καταλήξει ότι ο λόγος που προέβαλε η Εναγομένη ως προς την παράλειψη ή αδράνεια της να καταχωρήσει εμφάνιση σε αυτή την Αγωγή, δεν είναι ικανοποιητικός.
- Η Εναγομένη, δια της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε προς υποστήριξη της Αίτησης της, ισχυρίζεται, ότι: «
- . είναι έκδηλος ο λόγος της μη καταχώρησης εμφάνισης από τους Εναγομένους / Αιτητές. Αυτός δεν είναι ούτε η αβλεψία ή παράλειψη των Εναγομένων / Αιτητών, η οποία να αιτιολογεί αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά προς την δικαστική διαδικασία. Οι Εναγόμενοι / Αιτητές δια των δικηγόρων (London Solicitors) που τους εκπροσωπούσαν κατά την περίοδο της έγερσης της Αγωγής από τους Ενάγοντες, ζητούσαν με συνεχείς επιστολές προς τους δικηγόρους των Εναγόντων Γ. Φ. Πιττάτζης Δ. Ε. Π. Ε., όπως τους δοθεί ο φάκελος της υπόθεσης για να θέσουν την γραμμή υπεράσπισης, αφού είναι ξεκάθαρο ότι αγνοούσαν τη συμβατική σχέση που οι Ενάγοντες είχαν στηρίξει την αγωγή τους.
- Είναι η θέση των Εναγομένων / Αιτητών, ότι έχουν παραπλανηθεί από τους δικηγόρους των Εναγόντων, οι οποίοι παρά τις διαβεβαιώσεις που είχαν λάβει ότι θα ενημερωθούν για το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και ακολούθως να πράξουν τα δέοντα, αυτοί δεν το έπραξαν. Είναι έκδηλη η χειριστική συμπεριφορά των Δικηγόρων των Εναγόντων, προσβλέποντας να οδηγήσουν την υπόθεση σε έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Σαφέστατα, τέτοιες πρακτικές δεν είναι συμβατές με το πνεύμα των κανόνων δεοντολογίας του δικηγορικού επαγγέλματος, και της εξυπηρέτησης της απονομής της δικαιοσύνης. .
- Οι Εναγόμενοι / Αιτητές λόγω της χειριστικής συμπεριφοράς των Δικηγόρων των Εναγόντων, ο οποίοι τους είχαν παραπλανήσει, δεν είχαν πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης και γενικώς δεν συμμετείχαν στη δικαστική διαδικασία. Συνεπώς, αγνοούσαν το γεγονός της έκδοσης απόφασης εναντίον τους ημερομηνίας 11/04/2011 . μέχρι την επίδοση σε αυτούς του αιτήματος των Εναγόντων για εκτέλεση της απόφασης 277/10 στο Ηνωμένο Βασίλειο . Μέσω των διορισθέντων δικηγόρων τους Oakfield Solicitors, προσπαθούσαν να λάβουν γνώση για το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης χωρίς αποτέλεσμα.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της Εναγομένης δεν είναι ούτε εύλογος, ούτε και σοβαρός. Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι, είναι εντελώς αδιευκρίνιστο από πλευράς της Εναγομένης, τι εννοεί όταν αναφέρει ότι «ζήτησε να της δοθεί ο φάκελος της υπόθεσης» από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Αναφέρεται σε δικογραφία; Αναφέρεται σε μαρτυρικό υλικό; Δεν διευκρινίζεται. Δεν θα σταθώ όμως σε αυτό, καθότι, αυτό που έχει σημασία είναι το εξής. Στην ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος αυτής της Αγωγής που επιδόθηκε στην Εναγομένη (μεταφρασμένη και στην αγγλική γλώσσα συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 5 του ΕΚ 1393/2007), -ως έχει προαναφερθεί, κανονικά και [γενικά] συμφώνως των προνοιών του ΕΚ 1393/2007 την 13/08/2010-, αναφέρονται τα εξής: «Προς τους: Holland Bazaar Ltd από το Ηνωμένο Βασίλειο (Unit 4, Leeside Industrial Estae, 60, Graham Road Tottenham, London N17 0QN. Δια της παρούσης ειδοποιείστε ότι η C. & A. Agricultural Products Ltd εκ Φρενάρου έχει εγείρει αγωγή εναντίον σας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, της Κύπρου, δια κλητηρίου του ανωτέρω Δικαστηρίου χρονολογημένου την 16/03/
- Η απαίτηση του ενάγοντα στην αγωγή είναι ως ακολούθως: (α) £38.720 Στερλίνες ή €43.677,82 (β) Νόμιμο Τόκο και σας ζητείται όπως εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής της ειδοποίησης να υπερασπιστείτε την ρηθείσα αγωγή με καταχώρηση εμφάνισης κατά τον τρόπο που καθορίζεται πιο κάτω. Και ειδοποιήστε ότι αν παραλείψετε να καταχωρήσετε εμφάνιση κατά τον τρόπο που καθορίζεται πιο κάτω ο ρηθείς C. & A. Agricultural Products Ltd μπορεί να προχωρήσει στην αγωγή και μπορεί να δοθεί απόφαση στην απουσία σας. . Σημείωση: Εμφάνιση μπορεί να καταχωρηθεί προσωπικά ή με δικηγόρο δια της παραδόσεως στον Πρωτοκολλητη στην Λάρνακα σημειώματος εμφάνισης και κατά την ίδια ημέρα δια παράδοσης στη διεύθυνση επίδοσης του Ενάγοντα (η οποία είναι .) αντίγραφον εμφάνισης χρονολογημένης, υπογεγραμμένης και σφραγισμένης από τον Πρωτοκολλητή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Ξεκαθαρίζεται λοιπόν στην προαναφερόμενη ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος που επιδόθηκε στην Εναγομένη, ότι: (α) καλείτο να υπερασπιστεί την Αγωγή που ηγέρθη εναντίον της από την Ενάγουσα. (β) ότι καλείτο να δείξει την εν λόγω πρόθεση της με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης προσωπικά ή με δικηγόρο δια της παραδόσεως στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην Λάρνακα, (γ) ότι είχε προθεσμία 30 ημερών για να το πράξει, και (δ) ότι παράλειψη της να ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο εντός της εν λόγω προθεσμίας των 30 ημερών έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να προχωρήσει την υπόθεση της διαδικαστικά ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξασφάλιση απόφασης εναντίον της από το Δικαστήριο στην απουσία της.
- Η Ενάγουσα, δεν έδρασε στη βάση της ειδοποίησης.
- Κατ' αρχήν, πρέπει να επισημανθεί, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 11 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2: «11.-
(1)Καvέvας δε δικαιoύται vα ασκεί τη δικηγoρία εκτός αv- (α) είvαι εγγεγραμμέvoς ως δικηγόρoς δυvάμει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή δυvάμει άλλoυ vόμoυ πoυ ίσχυσε πρoηγoυμέvως· και (β) έχει εκδoθεί σε αυτόv ετήσια άδεια σε τέτoιo τύπo ως τo Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ήθελε καθoρίσει από καιρό σε καιρό (στo εξής θα καλείται "ετήσια άδεια")·και (γ) έχει καταβάλει στo Ταμείo Συvτάξεως Νoμικώv όλα τα oφειλόμεvα πoσά από αυτόv: .
(3)Πρόσωπo πoυ ασκεί τη δικηγoρία χωρίς vα είvαι εγγεγραμμέvo ή χωρίς vα είvαι κάτoχoς ετήσιας άδειας πoυ ισχύει κατά τo χρόvo της άσκησης της δικηγoρίας, είvαι έvoχo αδικήματoς και υπόκειται σε φυλάκιση πoυ δεv υπερβαίvει τoυς τρεις μήvες ή σε χρηματική πoιvή πoυ δεv υπερβαίvει τις πεvτακόσιες λίρες ή και στις δύo αυτές πoιvές. Καμιά δίωξη δυvάμει τoυ εδαφίoυ αυτoύ δεv ασκείται χωρίς τη συγκατάθεση τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέα της Δημoκρατίας.
(4)Πρόσωπo πoυ ασκεί τη δικηγoρία χωρίς vα είvαι εγγεγραμμέvo ή χωρίς vα είvαι κάτoχoς ετήσιας άδειας σε ισχύ κατά τo χρόvo της άσκησης της δικηγoρίας ή χωρίς vα έχει καταβάλει κατά τo χρόvo αυτό όλα τα oφειλόμεvα πoσά από αυτό στo Ταμείo Συvτάξεως Νoμικώv- (α) εμπoδίζεται vα εγείρει ή vα συvεχίσει αγωγή για είσπραξη δικαιώματoς αμoιβής, εξόδωv ή δαπαvώv λόγω ή σε σχέση με oπoιαδήπoτε πράξη πoυ τελέστηκε η διαδικασία πoυ διεξάχθηκε από αυτό υπό τέτoια ιδιότητα· .». 29. Καθώς επίσης, και ότι σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙΑ του Κεφ. 2: «14Α.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του βασικού νόμου, δικηγόρος, υπήκοος κράτους μέλους, που είναι εγκατεστημένος και ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο ή της Δημοκρατίας, δύναται να παρέχει κατά περίπτωση και για συγκεκριμένη υπόθεση ή θέμα, υπηρεσίες στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(2)Δικηγόρος, κατά την έννοια του εδαφίου
(1), νοείται κάθε πρόσωπο που δύναται να ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες στο κράτος μέλος προέλευσης με ένα από τους ακόλουθους επαγγελματικούς τίτλους: . Ηνωμένο Βασίλειο: Advocate, Barrister, Solicitor. . 14Β. Κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 14Α χρησιμοποιεί στη Δημοκρατία τον επαγγελματικό του τίτλο, στη γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες του κράτους μέλους προέλευσής του, με την ένδειξη της επαγγελματικής οργάνωσης στην οποία ανήκει ή του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκεί το λειτούργημά του σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού. 14Γ.—
(1)Οι δραστηριότητες δικηγόρου υπηκόου κράτους μέλους αναφορικά με την εκπροσώπηση και υπεράσπιση πελάτη ενώπιον των δικαστικών ή των δημόσιων αρχών στη Δημοκρατία, ασκούνται, σύμφωνα με τους όρους, προϋποθέσεις και πάσης φύσεως υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τη νομοθεσία για πρόσωπα που ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα στη Δημοκρατία.
(2)Για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), δεν απαιτείται ως προϋπόθεση η ύπαρξη κατοικίας του δικηγόρου αυτού στη Δημοκρατία ή η εγγραφή του στο, δυνάμει των διατάξεων του βασικού νόμου, Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα.
(3)Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), δικηγόρος υπήκοος κράτους μέλους τηρεί τις διατάξεις του βασικού νόμου και των δυνάμει αυτού ή άλλου νόμου εκδοθέντων Κανονισμών ή Διαδικαστικών Κανονισμών που διέπουν το δικηγορικό επάγγελμα, με εξαίρεση τις ρυθμίσεις που αφορούν το Ταμείο Συντάξεων Δικηγόρων, παράλληλα με τις υποχρεώσεις που του επιβάλλονται στο κράτος μέλος προέλευσης, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στην ισχύουσα νομοθεσία της Δημοκρατίας. . 14Δ.—
(1)Δικηγόρος υπήκοος κράτους μέλους, που παρέχει τις υπηρεσίες του στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, για την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτη ενώπιον δικαστηρίου ενεργεί, κατόπιν συμφωνίας, μαζί με δικηγόρο που ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στη Δημοκρατία και που δικαιούται να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης.
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1)προσκομίζονται στο Νομικό Συμβούλιο είτε από τον ίδιο το δικηγόρο υπήκοο κράτους μέλους είτε από το δικηγόρο με τον οποίο αυτός ενεργεί— (
- i)Έγγραφα δηλωτικά της ιδιότητάς του, δέκα μέρες τουλάχιστο πριν από την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας· (
- ii)πληροφορίες σχετικές με τις υπηρεσίες που θα προσφέρει στη Δημοκρατία, την πιθανή διάρκειά τους, τη διεύθυνσή του, το Δικηγορικό Σύλλογο του κράτους μέλους προέλευσης, το όνομα και τη διεύθυνση του δικηγόρου με τον οποίο θα συμπράξει· και (iii) δήλωση μη ασυμβιβάστου ή πειθαρχικών ποινών σε βάρος του.
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), δικηγόρος υπήκοος, κράτους μέλους υποχρεούται να προσκομίσει στον Πρόεδρο του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα εμφανιστεί, βεβαίωση ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(2). . 14ΣΤ.—
(1)Ο Αρχιπρωτοκολλητής τηρεί ειδικό βιβλίο-μητρώο στο οποίο καταγράφονται οι δικηγόροι υπήκοοι κρατών μελών που παρέχουν υπηρεσίες στη Δημοκρατία δυνάμει του παρόντος Μέρους, το οποίο ονομάζεται Μητρώο των Δικηγόρων Κρατών Μελών που Παρέχουν Υπηρεσίες.
(2)Εάν από τα στοιχεία του Μητρώου που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), προκύπτει συστηματική, μέσα στον ίδιο χρόνο, παροχή υπηρεσιών στη Δημοκρατία, κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, δικηγόρο δήλωση, σύμφωνα με την οποία η περίπτωση του υπόκειται στη ρύθμιση του δικαιώματος εγκατάστασης.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, από τα όσα γεγονότα παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι, ο εν λόγω δικηγορικός συνεταιρισμός από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP, κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα Αγωγή (ως προς τη διαδικασία αυτής) χρόνο, δεν είχε δικαίωμα να εμφανίζεται στην Δημοκρατία και να εκπροσωπεί/ούν ως δικηγόροι την Εναγομένη, για τον οποιοδήποτε σκοπό αφορούσε την διαδικασία αυτής της Αγωγής. Καμία από τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις διατάξεις του προαναφερόμενου Μέρους ΙΙΙΑ του Κεφ. 2 δεν ικανοποιείτο ώστε να υπήρχε ευχέρεια εμφάνισης ή παραστάσεως για λογαριασμό της Εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου ή για σκοπούς της Αγωγής αυτής [στη Δημοκρατία]. Δικαίωμα, που, ακόμη και εάν υπήρχε στην προκείμενη περίπτωση βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων του Κεφ. 2, θα έπρεπε να είχε ασκηθεί στη βάση των διαδικαστικών κανονισμών που διέπουν το δικηγορικό επάγγελμα στην Δημοκρατία (βλ. το Άρθρο 14Γ του Κεφ. 2). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η Εναγομένη εμφανίστηκε στην παρούσα Αγωγή συμφώνως των προνοιών της Δ.16 των Θ. Π. Δ. λόγω αποστολής από πλευράς του εν λόγω δικηγορικού συνεταιρισμού από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP της οποιαδήποτε έγγραφης επιστολής ή ειδοποίησης προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (βλ. ειδικότερα το έγγραφο που απεστάλη προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, που φέρει ημερομηνία 08/10/2010, το οποίο παραλήφθηκε από τον τελευταίο την ίδια ημέρα και επιγράφεται «Notice of Acting»). Και σαφέστατα, αυστηρά ομιλούντες, ούτε και οι δικηγόροι της Ενάγουσας είχαν την οποιαδήποτε υποχρέωση, -«δεοντολογική» ως το έθεσε η πλευρά της Εναγομένης-, εφόσον δεν τηρήθηκαν από πλευράς των «εκπροσώπων» της Εναγομένης οι διατάξεις του Κεφ. 2, να μπουν στην διαδικασία, είτε επικοινωνίας, είτε αλληλογραφίας, είτε προσκόμισης εγγράφων, είτε της οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης με τον εν λόγω δικηγορικό συνεταιρισμό από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP.
- Εντούτοις, οι συνήγοροι της Ενάγουσας, δεν φαίνεται να αγνόησαν τις επικοινωνίες και παραστάσεις του εν λόγω δικηγορικού συνεταιρισμού από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP. Όπως επίσης οι παραστάσεις αυτές και επικοινωνίες δεν αγνοήθηκαν και από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Από αυτές τις επικοινωνίες δεν αποδέχομαι ότι η Εναγομένη παραπλανήθηκε στον να μην εμφανιστεί στην διαδικασία αυτής της Αγωγής («ως αποτέλεσμα της χειριστικής αλλά και παραπλανητικής συμπεριφοράς των δικηγόρων των Εναγόντων / Καθ' ου η Αίτηση») -ως όφειλε και εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε από το Δικαστήριο για τον σκοπό, εφόσον επιθυμούσε να αμφισβητήσει την απαίτηση της Ενάγουσας- ως φαίνεται τώρα να ισχυρίζεται. Ούτε το γεγονός αυτών αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία για την μη εμπρόθεσμη και κανονική εμφάνιση της στην διαδικασία•, αρχικά, μέχρι και την έκδοση της Απόφασης και στην συνέχεια, μέχρι και την καταχώρηση της Αίτησης αυτής προς παραμερισμό της.
- Αξιοσημείωτο, στην προκείμενη περίπτωση, είναι το γεγονός, ότι, ο εν λόγω δικηγορικός συνεταιρισμός από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP, την 28/09/2010 -δηλαδή, την 46η ημέρα μετά την επίδοση της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής προς την Εναγομένη, την 13/08/2010 (η προθεσμία για την καταχώρηση εμφάνισης από το Δικαστήριο ήταν, σημειώνεται εδώ επαναληπτικά, 30 ημέρες από της επίδοσης)- απεύθυνε επιστολή προς το Δικαστήριο [γενικά] (βρίσκεται κατατιθέμενη στο φάκελο της Αγωγής) -την οποία και απέστειλε δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς-, στην οποία αναφερόταν ότι είχε/αν οδηγίες για να υπερασπιστούν την Αγωγή αυτή κατ' εντολή της Εναγομένης, καθότι η Εναγομένη αρνείτο την απαίτηση της Ενάγουσας με αυτήν.
- Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ακολούθησε και δεύτερη επιστολή του εν λόγω δικηγορικού συνεταιρισμού από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP, την 08/10/2010 προς το Δικαστήριο [και πάλι γενικά] (αυτή την φορά 26 ημέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην Αγωγή από την Εναγομένη, ως καθορίστηκε δια της διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/04/2010), δια της οποίας απέστελλαν το προαναφερόμενο έγγραφο με την επιγραφή «Notice of Acting» και αναφέρονταν σε αλληλογραφία του με τον δικηγόρο της Ενάγουσας, στην άρνηση του τελευταίου να τους προσκομίσει «έγγραφα σχετιζόμενα με την απαίτηση του πελάτη του», ζητώντας από το Δικαστήριο «αντίγραφα της απαίτησης», «ούτως ώστε να δυνηθεί να εκπροσωπήσει» την Εναγομένη. Ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου, απάντησε στην επιστολή του εν λόγω δικηγορικού συνεταιρισμού, την 14/10/2010, σημειώνοντας, ότι: «διάδικος ή εκπρόσωπος του δικηγόρος, δικαιούτο να λάβει έγγραφα από το φάκελο της υπόθεσης που τηρεί το Δικαστήριο, ακλουθώντας τη διαδικασία που προβλέπεται από το Νόμο».
- Συνημμένη στην προαναφερόμενη επιστολή του εν λόγω δικηγορικού συνεταιρισμού από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP, ημερομηνίας 08/10/2010, προς το Δικαστήριο, σημειώνεται, είναι και η επιστολή του εν λόγω δικηγορικού συνεταιρισμού από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP προς τον δικηγόρο της Ενάγουσας ημερομηνίας επίσης 08/10/2010 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν, ότι: «εάν δεν ελάμβαναν πλήρη λεπτομέρειες της απαίτησης και επίδοση των με τηλεομοιότυπο μέχρι τις 4 μ. μ. της Δευτέρας 11 Οκτωβρίου 2010 θα αιτούνταν από το Δικαστήριο να παραμερίσει την απαίτηση της Ενάγουσας». Η απάντηση των δικηγόρων της Ενάγουσας, δόθηκε στις 11/10/2010 και εστάλη στον εν λόγω δικηγορικό συνεταιρισμό από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP, δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς. Αναφέρονταν με αυτήν τα εξής: «Εις απάντηση της σημερινής σας επιστολής. Είναι η δεύτερη φορά που με απειλείται. Για αυτό τον λόγο δεν θα σας απαντήσω ξανά. Παρακαλώ κάντε οτιδήποτε νομίζετε ορθό για να προασπίσετε τα συμφέροντα των πελατών σας και πάψτε να με απειλείται.».
- Με τα προαναφερόμενα ως δεδομένα, δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια ήταν «η χειριστική αλλά και παραπλανητική συμπεριφορά των δικηγόρων» της Ενάγουσας, που αποτέλεσε λόγο να μην εμφανιστεί η Εναγομένη κανονικά και εμπρόθεσμα στην διαδικασία αυτής της Αγωγής για να αμφισβητήσει την απαίτηση της Ενάγουσας. Ας σημειωθεί εδώ, ότι, η Αίτηση της Ενάγουσας για την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης, υπεβλήθη από τον προαναφερόμενο δικηγόρο της, 02/12/2010, -δηλαδή, 2 περίπου μήνες μετά την προαναφερόμενη επιστολή του προς τον εν λόγω δικηγορικό συνεταιρισμό από το Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, London Solicitors LLP ημερομηνίας 11/10/2010-. Καθώς επίσης και ότι, η Απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της Εναγομένης, εκδόθηκε τελικά την 11/04/2011 -δηλαδή, 6 περίπου μήνες μετά-. Όλα τα προαναφερόμενα, θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει την Ενάγουσα να προβεί σε διαβήματα να καταχωρήσει κανονικά και εμπρόθεσμα εμφάνιση σε αυτή την Αγωγή, πριν από την έκδοση της Απόφασης, και όχι να παραμείνει [αδικαιολόγητα] αδρανής, αρχικά να εκδοθεί η Απόφαση εναντίον της και στην συνέχεια για 5 και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της και όταν πλέον ληφθούν εναντίον της μέτρα εκτέλεσης της στο Ηνωμένο Βασίλειο, να επιδιώκει τον παραμερισμό της (βλ. Ανδρούλλα Ευγενίου ν Ανδρούλλας Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 852). Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1283, ανεξαρτήτως οτιδήποτε άλλου, η κανονική εμφάνισης της Εναγομένης στο Δικαστήριο ήταν ζήτημα σοβαρό, είχε ειδοποιηθεί για τις επιπτώσεις της μη εμφάνισης της από την ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος που της επιδόθηκε και όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει ότι θα προέβαλλε κανονικά την υπεράσπιση της στην απαίτηση της Ενάγουσας σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπουν οι Θ. Π. Δ., από την στιγμή, που, τόσο ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου, όσο και η Ενάγουσα, δια του συνηγόρου της, κατέστησαν σαφές ότι αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις η πορεία που έπρεπε να ακολουθηθεί.
- Τα ανωτέρω προδιαγράφουν και την κατάληξη μου σε ότι αφορά το αποτέλεσμα της Αίτησης, η οποία αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Θεωρώ αχρείαστο εν όψει της προαναφερόμενης κατάληξης μου, να προχωρήσω στην εξέταση του οποιουδήποτε άλλου ζητήματος και δη κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση η Εναγομένη έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση που θα δικαιολογούσε τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και συνεπώς, απορρίπτεται.
- Ως προς το θέμα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της παρούσας Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται σε βάρος της Εναγομένης και υπέρ της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941. [ii] Βλ. Δημοκρατία ν Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060. [iii] Βλ. Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, και Γεωργίου ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938. [iv] Βλ. Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 και Ντίνος Μουγής v Χαράλαμπος Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ. 997. [v] Βλ. Inter - Global (Financial Services) Ltd ν Χριστοφή Πέππη
(2005)1 Α.Α.Δ.
- [vi] Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ.
- [vii] Βλ. Νικόλας Γιωργαλλίδης ν Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ.
- [viii] Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 22, παρ.
- [ix] Βλ. Βύρων Τεγκεράκης, Διαχειριστής της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιαννή) ν Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ.
- [x] Βλ. Κυριακή Τσεμελόγλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010 ημερομηνίας 15/01/
- [xi] Βλ. Inter - Global (Financial Services) Ltd ν Χριστοφή Πέππη
(2005)1 Α.Α.Δ. 213. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε εν προκειμένω τα εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων και μόνο θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία, εδώ τις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις. Το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να διευρύνει τα επίδικα θέματα εξ ιδίας πρωτοβουλίας. (Βλ., μεταξύ άλλων, Παφίτης ν. Κακουρή κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Στην προκείμενη περίπτωση ούτε ο εναγόμενος/εφεσίβλητος ούτε η εναγόμενη/εφεσίβλητη εταιρεία υποστήριξε ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή. Ούτε και υποστήριξε ότι η Άντρη Χρίστου δεν είχε την ιδιότητα την οποία της απέδωσε ο επιδότης, ότι, δηλαδή, ήταν γραμματέας του εναγομένου/εφεσιβλήτου και/ή της εναγόμενης/εφεσίβλητης εταιρείας και υπεύθυνη/εξουσιοδοτημένη για την παραλαβή εγγράφων. Ο εναγόμενος/εφεσίβλητος ισχυρίστηκε απλώς ότι δεν καταχώρησε εμφάνιση στις αγωγές, είτε προσωπικά είτε ως Διευθυντής της εφεσίβλητης εταιρείας, διότι δεν έλαβε γνώση των αγωγών για τους λόγους τους οποίους εξήγησε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε, επομένως, θεμάτων τα οποία δεν ήταν επίδικα.». [xii] Βλ. Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ» Λτδ. ν Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339, Κ.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ Λτδ v Πραξιτέλη Φαντάκη (ανωτέρω), στην 4η σελίδα του δακτυλογραφημένου κειμένου της απόφασης, στην τελευταία παράγραφο, αναφέρονται μεταξύ άλλων σε σχέση με το θέμα αυτό και τα ακόλουθα, με αναφορά στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανoiξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του διαδίκου είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο