← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. GIOVANI DEVELOPERS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 956/2013, 27/11/2017

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. GIOVANI DEVELOPERS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 956/2013, 27/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 956/2013 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Eνάγουσας και • GIOVANI DEVELOPERS LTD • Χριστάκη Τζιοβάνη Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 19/1/2017 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερ.: 27 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/ Αιτητές: κ. Διομήδους για Ανδρέας Μαθηκολώνης, Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ. Για Ενάγουσα/ Καθ΄ ης η Αίτηση: Γ. Μαλέκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται με τον τρόπο που εξειδικεύεται σε αυτή η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση. Όπως προκύπτει μέσω της παρούσας Αίτησης επιδιώκεται τόσο η προσθήκη νέων παραγράφων στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αλλά και η διαγραφή παραγράφου από την Ανταπαίτηση συμφώνως των αιτητικών υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η της Αίτησης. Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει Νομική βάση της Αίτησης αποτελεί η Δ.25, θ.θ.1-6 και Δ.48, θ.θ. 1-4, 7 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Άρθρο 30 του Συντάγματος και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2, ενός εκ των διευθυντών της Εναγόμενης. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: • Η Εναγόμενη 1 και ο Εναγόμενος 2 ήγειραν στις 9/3/2013 εναντίον της Alpha Bank Ltd την αγωγή υπ΄ αρ. 234/2012 του Ε.Δ. Αμμοχώστου (Τεκμ.1). • Την 1/8/2013 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή από την Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου

  1. Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 7/3/
  2. Στις 4/10/2014 η αγωγή υπ΄ αρ. 234/2012 διεκόπη εφόσον η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορούσε τα ίδια επίδικα θέματα και έτσι η εκδίκαση και η επίλυση των διαφορών των διαδίκων δύνατο να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας. • Η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη γι΄ ακρόαση στις 6/10/2016 και ορίστηκε εκ νέου γι΄ ακρόαση στις 16/2/
  3. • Στις 6/10/2016 για σκοπούς πληρέστερου χειρισμού της υπόθεσης λόγω της πολυπλοκότητας των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης οι Εναγόμενοι διόρισαν επίσης τους δικηγόρους Αδάμος Λάντος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Καλλή & Καλλής ΔΕΠΕ να ενεργούν από κοινού με τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη ως δικηγόροι τους. • Κατά την προετοιμασία και συζήτηση της υπόθεσης με τους δικηγόρους τους και μετά από προσεκτική και λεπτομερή αναδρομή σε έγγραφα, μαρτυρία, αλλά και στο περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, διεπίστωσαν ότι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτονταν όλα τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία προσδιορίζουν τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. • Ως τυγχάνουν νομικής συμβουλής οι Εναγόμενοι, σε περιπτώσεις ισχυρισμού παράλληλης συμφωνίας ως επίσης και απόδειξης ειδικών ζημιών, αυτοί οι ισχυρισμοί θα πρέπει να δικογραφούνται ειδικά και με λεπτομέρεια, κάτι που εν προκειμένω δεν έγινε. • Η Ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη και/ή οποιαδήποτε ζημιά και/ή ταλαιπωρία αν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις και εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία ή ζημιά από την έγκριση τους δεν είναι τέτοια που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για έξοδα. • Σε περίπτωση που δεν θα επιτραπεί η έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων τα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγομένων θα πληγούν ανεπανόρθωτα αφού θα αποκλεισθούν από του να υποβάλουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία και να παρουσιάσουν μαρτυρία κατά τη δικάσιμο αναφορικά με την ουσιαστική υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους αφού μέρος αυτών δεν δικογραφείται με αρκετή λεπτομέρεια και ικανοποιητικά όπως απαιτείται σε κάποιες περιπτώσεις. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση. Σε αυτή εξειδικεύονται ως λόγοι ένστασης, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: • Η Αίτηση είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και πρακτική του Δικαστηρίου ενώ αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. • Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης ενώ δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα τροποποίησης. • Η αιτούμενη τροποποίηση/αντικατάσταση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους των Εναγομένων ή αλλαγής του δικηγόρου τους αλλά αποτελεί προσπάθεια αντικατάστασης του δικογράφου και προσθήκης νέων ισχυρισμών, με αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης της παρούσας αγωγής. • Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που προσπαθούν οι Εναγόμενοι να προσθέσουν ήσαν γνωστά σε αυτούς από το 2012, ως η παραδοχή τους, και ουσιαστικά η παράλειψη συμπερίληψης τους αφορά σε λάθος του δικηγόρου τους. • Μέσω της επίδικης Αίτησης προστίθενται αξιώσεις στην Ανταπαίτηση και διαφοροποιείται άρδην η υπεράσπιση με αποτέλεσμα να προκαλείται ζημιά στους Ενάγοντες. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Σάββα Άδωνη, υπαλλήλου των Εναγόντων στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων, ο οποίος δηλώνει γνώση των γεγονότων έχοντας στην κατοχή του το φάκελο με όλα τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Σε αυτή προβάλλονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: • Μέσω της παρούσας Αίτησης επιδιώκεται η αντικατάσταση του υφιστάμενου δικογράφου των Εναγομένων με νέο το οποίο περιέχει νέες αξιώσεις, λεπτομέρειες και ισχυρισμούς παντελώς διαφορετικούς από εκείνους που τίθενται στην υφιστάμενη υπεράσπιση. • Ενώ αφήνεται να νοηθεί ότι ο λόγος που δεν συμπεριέλαβαν οι Εναγόμενοι τους ισχυρισμούς περί «παράλληλης συμφωνίας και/ή γενικότερης Συμφωνίας αλλά επίσης και απόδειξης ειδικών ζημιών οι οποίες θα πρέπει αυτές να δικογραφούνται ειδικά και με λεπτομέρεια», είναι διότι εκκρεμούσε η αγωγή 234/2012 η οποία στη συνέχεια διεκόπη, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο λόγος είναι ότι δεν υπήρχαν λεπτομέρειες της απαίτησης της αγωγής υπ΄ αρ. 234/2012 όταν καταχωρήθηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων στις 7/3/2014 στην παρούσα αγωγή παρά μόνο το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο που είχε καταχωρηθεί στις 9/3/
  4. • Όλες οι λεπτομέρειες και ειδικές ζημιές και αξιώσεις που επιδιώκονται να προστεθούν στο παρόν στάδιο από τους Εναγόμενους ήσαν καλά γνωστές σε αυτούς πριν την καταχώρηση της υφιστάμενης υπεράσπισης τους και ειδικότερα από το 2012 που καταχώρησαν την αγωγή τους υπ΄ αρ. 234/
  5. • Οι λόγοι που προβάλλονται από τον Εναγόμενο 2 για τροποποίηση της Υπεράσπισης δεν αποτελούν λόγους για να επιτραπεί τροποποίηση δικογράφου στο στάδιο που ευρίσκεται η παρούσα αγωγή. Βασικά αυτό το οποίο ζητούν οι Εναγόμενοι είναι να διορθώσουν τα λάθη του δικηγόρου τους, να συμπληρώσουν τα κενά που παρουσιάσει η υπεράσπιση τους και εν τέλει να προσθέσουν ειδικές ζημιές και περαιτέρω ισχυρισμούς για να μπορέσουν να στοιχειοθετήσουν και αποδείξουν τις υποχρεώσεις τους εναντίον των Εναγόντων για αποζημιώσεις μεγαλύτερου ποσού. • Βάσει των πιο πάνω είναι έκδηλη η κακοπιστία με την οποία γίνεται η παρούσα Αίτηση. • Περαιτέρω, εξ όσων φαίνεται από το σώμα της Αίτησης, το Αιτητικό υπό τον αρ.

(1)είναι λανθασμένο εφόσον ζητείται «η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης». • Όσον αφορά το χρόνο που καταχωρήθηκε η Αίτηση υπάρχει πρωτοφανής και υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της εφόσον οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με τις παραγράφους που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να προσθέσουν ήσαν γνωστοί στους Εναγόμενους, δεν έχουν σχέση με το διορισμό και άλλων δικηγόρων ενώ μεταβάλλουν και τη βάση της υπεράσπισης των Εναγομένων. • Οι Ενάγοντες έχουν ήδη υποστεί αρκετή ζημιά από την πιο πάνω καθυστέρηση και κωλυσιεργία των Εναγομένων οι οποίοι χρειάστηκαν περίπου έξι μήνες να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους από την ημέρα που καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή των Εναγόντων. Επιπλέον η κωλυσιεργία τους προκύπτει και από τη μη προώθηση της αγωγής 234/2012 που δύο χρόνια μετά την καταχώρηση της διεκόπη και απερρίφθη. • Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στους Εναγόμενους να προβάλουν θέσεις και ισχυρισμούς που μπορούσαν να κάμουν τόσο με την αγωγή τους αρ. 234/2012 όσο και με την υφιστάμενη υπεράσπιση τους. • Με την παρούσα Αίτηση επιχειρείται τροποποίηση της Υπεράσπισης και αλλαγή άρδην των μέχρι σήμερα δεδομένων και γεγονότων, όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα των δύο μερών. • Η αμέλεια των Αιτητών επιφέρει αναπόφευκτα επιπτώσεις στα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίες δεν μπορούν να αποκατασταθούν με την καταβολή εξόδων. • Δεν υπάρχουν και δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και τη χρησιμότητα ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση καθόσον αφορά τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως: • Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας. Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται.
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης..
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): 'The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).' Δικονομικό Ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. • Την 1η/8/13 κατεχωρήθη το Ειδικά Οπισθογραφημένο ένταλμα. • Στις 10/9/13 κατεχωρήθη σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων. • Στις 7/3/14 κατεχωρήθη η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων. • Στις 5/12/14 κατεχωρήθη η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. • Στις 24/4/15 η υπόθεση ορίστηκε για Οδηγίες κατόπιν αίτησης ορισμού ημερ.20/2/
  1. • Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση στις 12/4/16, 6/10/16 και 16/2/
  2. • Στις 19/1/17 κατεχωρήθη η υπό κρίση Αίτηση η οποία και ορίστηκε στις 6/2/
  3. Αποτέλεσε δε αναντίλεκτο γεγονός ότι της παρούσας Αγωγής είχε προηγηθεί Αγωγή που είχαν καταχωρήσει στις 9/3/12 οι Εναγόμενοι εναντίον των Εναγόντων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, την υπ.αρ.234/2012, μέσω Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου με τις οποίες αξίωναν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ως και Δηλωτικές Αποφάσεις αναφορικά τις επίδικες συμφωνίες δανείου. Η εν λόγω αγωγή διεκόπη στις 10/10/
  4. ΕΞΕΤΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα επίδικα θέματα ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι Ενάγοντες. Δεύτερον κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Εξέταση της Αίτησης αποκαλύπτει ότι μέσω αυτής επιζητούνται αφενός η προσθήκη αριθμού παραγράφων μετά την παρα. 15.6 [(των παρα. 15.6(Α)], παρα. 25 [(των παρα. 25(Α)], της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, παρα. 31.4 (της παρα.31.5), παρα.36Γ (παρα. 36Γ.1-36Γ.15), παρα. 36ΣΤ (παρα.36ΣΤ.1-36ΣΤ.2) της Ανταπαίτησης (Αιτητικά υπό στοιχεία (Α) και (Β),(Δ),(ΣΤ),(Η)] και αφετέρου η διαγραφή και/ή αντικατάσταση συγκεκριμένων παραγράφων της Ανταπαίτησης [(Αιτητικά υπό στοιχεία (Γ) και (Ε)]. Τέλος επιδιώκεται η αναρίθμηση της παρα.36Ε της Ανταπαίτησης και προσθήκη νέων παραγράφων (των παρα. 36Ε.1-36Ε.4)[(Αιτητικό υπό στοιχείο (Ζ)]. Μέσω δε της προτεινόμενης παρα. 15.6(Α) και παρα. 25(Α) διαπιστώνεται ότι εξειδικεύονται οι υφιστάμενες θέσεις και/ή ισχυρισμοί των Εναγομένων μέσω της δικογράφησης περαιτέρω λεπτομερειών επί των γεγονότων αλλά και μέσω της προσθήκης ισχυρισμών νομικής φύσης που έχουν να κάνουν με την εγκυρότητα των επιδίκων συμφωνιών δανείου, των συμφωνιών εκχώρησης των συμφωνιών υποθήκης και των συμφωνιών εγγύησης του Εναγομένου
  5. Λέω δε σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξαν στην γραπτή τους αγόρευση οι συνήγοροι των Εναγομένων ότι μέσω των εν λόγω προτεινομένων παραγράφων επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, η δικογράφηση των ακολούθων περαιτέρω λεπτομερειών επί των επιδίκων γεγονότων και εξειδίκευση νομικής φύσης ισχυρισμών: • Του ιστορικού που προηγήθηκε και ακολούθησε της σύναψης των επιδίκων συμφωνιών δανείου και εγγυήσεων και της παράθεσης του πλαισίου εντός του οποίου έγιναν. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση ότι αυτές αποτελούσαν μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για αγορά γης, ανέγερση κατοικιών, πώληση τους σε ξένους αγοραστές μέσω σχεδίων δανειοδότησης από τους Ενάγοντες καθώς και εγγυημένο τρόπο εξόφλησης των υποχρεώσεων των Εναγομένων [(βλ. παρα. 25(Α).12, 25(Α). 12.1-12.8, 25(Α).13, 25(Α).14, 14.1-14.5, 25(Α).15, 15.1-15.6 - Αιτητικό υπό στοιχείο (Β)]. • Την εξειδίκευση των λόγων επί των οποίων οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες εξ υπαρχής και/ή ακυρώσιμες και/ή παράνομες (λόγω, μεταξύ άλλων, παραβίασης του περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων Νόμου 103(Ι)/07, του Περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμου 115(Ι)/03, εικονικών συμφωνιών, συνομολόγησης συμφωνιών κατόπιν απάτης και/ή πλάνης και/ή ψευδών παραστάσεων, παράβασης αρχών καλής πίστης κτλ) ως επίσης και την καταγραφή λεπτομερώς των ισχυριζομένων παραβιάσεων των συμφωνιών από μέρους των Εναγόντων. Μέσω δε των προτεινόμενων στα Αιτητικά υπό στοιχεία παρα. (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ) και (Η) παραγράφων επιδιώκεται η δικογράφηση: • Της εξειδίκευσης των ζημιών που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ένεκα των παραστάσεων και/ή παροτρύνσεων των Εναγόντων που δόθηκαν χωρίς εύλογη επιμέλεια και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος πίστης (breach of duty to act in good faith and to act fairly) και/ή λόγω παράλειψης των Εναγόντων παράσχουν στους Εναγόμενους ορθές συμβουλές [(βλ. παρα.36Ε.1, 36Ε.2 36Ε.3, 36Ε.4 - Αιτητικό υπό στοιχείο (Ζ)]. • Της εξειδίκευσης των ζημιών που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ένεκα μείωσης της αξίας των πωλούμενων κατοικιών/διαμερισμάτων [(βλ. παρα. 31.3, Αιτητικό υπό στοιχείο (Γ), όπως και παρα. 25(Α).34,34.1-34.3 - Αιτητικό υπό στοιχείο (Β)]. • Της εξειδίκευσης του ποσού που αντισυμβατικά ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι οι Ενάγοντες απέσπασαν και/ή χρησιμοποίησαν από τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 2 που είχε δεσμευμένα ως εγγύηση έναντι των ισχυριζόμενων οφειλών της Εναγόμενης 1 (βλ. παρα. 25(Α).36 - Αιτητικό υπό στοιχείο (Β)]). Στην βάση των πιο πάνω δεν τίθεται θέμα εισαγωγής οποιασδήποτε νέας βάσης αναφορικά με την Ανταπαίτηση ή προσθήκη νέας Υπεράσπισης. Χωρίς αμφιβολία οι επιδιωκόμενες προσθήκες είναι εκτενείς, καλύπτουν δε ένα μεγάλο αριθμό παραγράφων και σελίδων. Αυτή η διαπίστωση από μόνη της, ωστόσο, δεν είναι αρκετή για να στηρίξει τη θέση που προέβαλαν οι Ενάγοντες περί αλλαγής άρδην των μέχρι σήμερα δεδομένων ως αυτά εμφαίνονται στα δικόγραφα των δύο μερών. Μπορεί οι προτεινόμενοι προς συμπερίληψη στο δικόγραφο των Εναγομένων ισχυρισμοί να συνιστούν νέους ισχυρισμούς υπό την έννοια ότι δεν εξειδικεύονταν μέχρι τώρα και δεν πλαισιώνονταν με τη παράθεση των λεπτομερειών που επιδιώκεται μέσω της προτεινόμενης τροποποίησης αλλά τα ευρύτερα γεγονότα στα οποία εντάσσονται και τα οποία περιστοιχίζουν είναι τα επίδικα. Να πω και κάτι άλλο. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν βασίζονται σε επίκληση νέων γεγονότων. Είναι στην ουσία τους περαιτέρω εξειδίκευση και παράθεση λεπτομερειών όπως και νομικών θέσεων που στηρίζονται στα ήδη επικαλούμενα από τους Εναγόμενους γεγονότα που για την προώθηση τους , όπως κρίνεται από τους Εναγόμενους, θα πρέπει να δικογραφηθούν. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ίδια βάση γεγονότων κάλλιστα μπορεί να επιδέχεται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγεται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες κάτι που φαίνεται να επιδιώκει η πλευρά των Εναγομένων μέσω κάποιων από τους προτεινόμενους προς συμπερίληψη ισχυρισμούς. Δεν διαφωνώ ότι, αν επιδεικνυόταν μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή από πλευράς των δικηγόρων των Εναγομένων, τα ζητήματα που διαπίστωσαν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας θα μπορούσαν να καθοριστούν και προσδιοριστούν από το πρώτο της στάδιο. Δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι οι δικηγόροι των Εναγομένων θα μπορούσαν να είχαν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και να προχωρήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να είχαν αποκρυσταλλώσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που κατεχώρησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μια τέτοια, όμως, παράλειψη τους δεν θα πρέπει, κατά την εκτίμηση μου, να τους αποστερήσει την εκ των υστέρων δυνατότητα να θέσουν την ολοκληρωμένη και ορθότερη, ίσως, εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου προσδιορίζοντας τοιουτοτρόπως με μεγαλύτερη ακρίβεια και επάρκεια την ουσία της διαφοράς, τα επίδικα ζητήματα. Και αυτό νοουμένου ότι δεν προκαλείται στους Ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά. Αν δεν υπάρχουν άλλα εμπόδια, δικονομικά ή ουσιαστικά, είναι προτιμητέο να δοθεί σε μια διάδικη πλευρά το δικαίωμα να προβάλλει τις δικές της θέσεις κατά τρόπο επιτρεπτό να «τακτοποιήσει», ας μου επιτραπεί ο όρος, το δικόγραφο της και να δοθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως, πληρέστερων, ακριβέστερων και ίσως, επαναλαμβάνω, ορθότερων στοιχείων. Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καταλήγω, λοιπόν, ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα σχέσεων των διαδίκων και επιδιώκεται από τους Εναγόμενους να παρουσιάσουν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους σφαιρικά επί όλου του πλέγματος των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων. Είναι σημαντικό δε να επισημάνουμε το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιας φύσεως αίτημα για περαιτέρω εξειδίκευση και δικογράφηση περαιτέρω λεπτομερειών των ουσιαστικών της υπόθεσης ισχυρισμών. Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης όταν τροποποιήσεις αυτής της φύσεως επιζητούνται σ' ένα τέτοιο πρώιμο στάδιο. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Μένει να εξεταστεί το αποδεικτικό βάρος που φέρει ο εναγόμενος αιτητής για την αιτιολόγηση του αιτήματος του και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του. Ως αιτιολογία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά το στάδιο προετοιμασίας και συζήτησης της υπόθεσης όπου έγινε λεπτομερής αναδρομή σε έγγραφα και μαρτυρία και αφού μεσολάβησε ο διορισμός επιπρόσθετων Δικηγόρων μαζί με τους υφιστάμενους δικηγόρους τους διεπιστώθη ότι η καταχωρηθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν αποκάλυπτε όλα τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία προσδιορίζουν την επίδικη μεταξύ των μερών διαφορά. Σε ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της προσθήκης και νέων δικηγόρων στην ομάδα Δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους, και την καταχώρηση μετά της υπό κρίση Αίτησης, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγομένων, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης. Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγόντων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Ενάγοντες, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγομένων/Αιτητών. Συνεπώς εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση, ήτοι ως οι παραγράφοι (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ) και (Η) αυτής. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθούν σε 15 μέρες από της σύνταξης του παρόντος Διατάγματος και Απάντηση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση σε 15 ημέρες μετά την επίδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ών η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.