← Κύπρος

INVESPICO HOLDINGS LTD ν. Ευθυμία Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 155/2012, 6/11/2017

INVESPICO HOLDINGS LTD ν. Ευθυμία Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 155/2012, 6/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 155/2012 Μεταξύ: INVESPICO HOLDINGS LTD Ενάγουσα -και- Ευθυμία Γεωργίου Εναγόμενη 6 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Φ. Χ»Χάννας Εναγόμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας, η ενάγουσα την 13.5.08 πώλησε στην εναγόμενη διαμέρισμα για το ποσό των €85.430.-. Η τελευταία για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης εξασφάλισε δάνειο από την Alpha Bank και η ενάγουσα παραχώρησε προς όφελος της πιο πάνω τράπεζας, τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €85.000.- πλέον τόκους. Η εν λόγω τραπεζική εγγύηση διελάμβανε μεταξύ άλλων ότι το πιο πάνω ποσό θα καταβαλλόταν στην περίπτωση που η ενάγουσα δεν ενέγραφε το διαμέρισμα στο όνομα της εναγόμενης εντός καθορισμένης ημερομηνίας. Η πιο πάνω εγγυητική ανανεώθηκε σε διάφορες περιπτώσεις και τα έξοδα της καταβλήθηκαν από την ενάγουσα. Η τελευταία δεν μεταβίβασε το διαμέρισμα στο όνομα της εναγόμενης και κατόπιν σχετικού αιτήματος της τράπεζας ρευστοποιήθηκε η εγγυητική. Έτσι η ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, το ποσό των €93.000.- ως ζημιά που υπέστη από τη ρευστοποίηση της εγγυητικής, το ποσό των €4.477,25 το οποίο κατέβαλε για τις ανανεώσεις της εγγυητικής, αφού ως προβάλλει το ποσό αυτό θα έπρεπε να καταβληθεί από την εναγόμενη και επίσης επιζητεί και ποσό που οφείλεται ως κοινόχρηστα. Οι υπόλοιπες θεραπείες που επιζητούσε η ενάγουσα όπως, απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η συμφωνία ημερ. 13.5.08 που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκε με υπαιτιότητα της εναγόμενης, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τελευταία να παραδώσει το ακίνητο ως επίσης και η αξίωση για την απόσυρση της πιο πάνω συμφωνίας από το Κτηματολογικό Γραφείου Αμμοχώστου, εγκαταλείφθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας.
  2. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι την 13.5.08 κατόπιν γραπτής συμφωνίας η ενάγουσα πώλησε στην εναγόμενη το διαμέρισμα με αρ. 206, χώρο στάθμευσης και αποθήκη, στο μπλοκ Β που βρίσκονται στο οικοδομικό συγκρότημα Elysia Luxury Homes στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου (από τώρα θα καλείται το «διαμέρισμα»). Το τίμημα αγοραπωλησίας καθορίστηκε στο ποσό των €85.430.- το οποίο ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: I. €3.430.- με την υπογραφή της συμφωνίας. II. €82.800.- με την παράδοση του διαμερίσματος στην εναγόμενη η οποία θα γινόταν την 6.6.08 ή και προγενέστερα. III. €200.- με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και την εγγραφή του διαμερίσματος στο όνομα της εναγόμενης. Η συμφωνία διελάμβανε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα θα επιδείκνυε εύλογη φροντίδα και ικανότητα για την έκδοση τίτλων εντός 4 ετών από την παράδοση του διαμερίσματος. Στην περίπτωση καθυστέρησης, πέραν των 4 ετών η ενάγουσα θα ανελάμβανε να πληρώσει τα έξοδα για την ανανέωση της εγγυητικής μέχρι την έκδοση τίτλου εκτός εάν η καθυστέρηση οφείλετο σε λόγους που έχουν σχέση με αλλαγές στη νομοθεσία ή σε γραφειοκρατία. Η ενάγουσα παρέδωσε το διαμέρισμα στην εναγόμενη όπως συμφωνήθηκε και αυτή κατέβαλε το συνολικό ποσό των €84.800.-. Περαιτέρω η ενάγουσα στις 23.6.08 μέσω της Λαϊκής Τράπεζας εξέδωσε εγγυητική προς όφελος της Alpha Bank η οποία χρηματοδότησε την εναγόμενη για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος. Η εγγυητική ανανεώθηκε σε διάφορες περιπτώσεις και η ενάγουσα, χωρίς οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση, κατέβαλε το συνολικό ποσό €4.477,
  3. Η πιο πάνω τραπεζική εγγύηση διελάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα κατέβαλλε το ποσό των €85.000.- πλέον τόκους στην περίπτωση που η ενάγουσα δεν ενέγραφε στο όνομα της εναγόμενης το πιο πάνω διαμέρισμα σε καθορισμένη ημερομηνία. Ακολούθως την 15.12.11 η Alpha Bank ζήτησε την πληρωμή της εγγυητικής καθότι μέχρι την 23.11.11 δεν εγγράφηκε το διαμέρισμα στο όνομα της εναγόμενης. Έτσι η εν λόγω εγγυητική ρευστοποιήθηκε με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί σχετική ζημιά.
  4. Η εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η ενάγουσα δεν ήταν αδειοδοτημένη εταιρεία για ανέγερση ή και πώληση οποιασδήποτε οικοδομής και έτσι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Περαιτέρω προβάλλει ότι η πιο πάνω συμφωνία είναι άκυρη καθότι αυτή υπογράφτηκε συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων της ενάγουσας, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες και προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι της απέκρυψε ότι το ακίνητο βαρύνετο με υποθήκες, ότι της παρουσίασαν ψευδή και λανθασμένα σχέδια αναφορικά με το ακίνητο, ότι την διαβεβαίωσαν ότι θα μεταβιβαζόταν επ΄ ονόματι της εντός τεσσάρων ετών κάτι το οποίο γνώριζε η ενάγουσα ότι δεν ήταν δυνατό λόγω των επιβαρύνσεων που υφίσταντο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα παρέβηκε τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 13.5.08, καθότι μεταξύ άλλων, απέσπασε το ποσό των €83.427,91 αντί του ποσού των €81.800.- που προβλεπόταν στη συμφωνία ως επίσης δεν μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της εναγόμενης το διαμέρισμα εντός τεσσάρων ετών από την παράδοση. Περαιτέρω δηλώνει ότι δεν ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την ανανέωση της τραπεζικής εγγύησης και δεν παρέβηκε οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας σε αντίθεση με την ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας από μέρους της ενάγουσας η ίδια υπέστη ζημιά και έτσι ανταπαιτητικώς αξιώνει διάφορα ποσά ως επίσης και απόφαση ότι η εν λόγω συμφωνία τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας.
  5. Τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρες τις Γ. Ιωαννίδου, και Α. Μέττα, υπάλληλο της Alpha Bank. Από την άλλη πλευρά έδωσε μαρτυρία η εναγόμενη.
  6. Η κα Γιάννα Ιωαννίδου, διευθύντρια της ενάγουσας στη μαρτυρία της μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την κατασκευή και πώληση διαμερισμάτων και άλλων οικοδομών (βλ. Τεκμ.1.α - 1.γ). (β) Στις 13.5.08 οι διάδικοι κατάρτισαν γραπτή συμφωνία (βλ.Τεκμ.2.α) με την οποία η εναγόμενη αγόρασε από την ενάγουσα το διαμέρισμα που περιγράφεται πιο πάνω. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Το τίμημα αγοραπωλησίας συμφωνήθηκε στο ποσό των €85.430.- το οποίο ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: i. το ποσό των €3.430.- με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. ii. το ποσό των €81.800.- με την παράδοση του διαμερίσματος η οποία θα γινόταν την 6.6.08 ή και προγενέστερα και τέλος iii. το υπόλοιπο ποσό των €200.- θα καταβαλλόταν από την εναγόμενη με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και με την εγγραφή του διαμερίσματος στην εναγόμενη. (γ) Η εν λόγω συμφωνία, μεταξύ άλλων, προνοούσε ότι η κατοικία θα παραδιδόταν στην εναγόμενη όχι αργότερα από την 6.6.08, νοουμένου ότι οι πληρωμές θα διεκπεραιώνονταν. Η δε ενάγουσα θα επιδείκνυε εύλογη φροντίδα και ικανότητα για την έκδοση τίτλων εντός τεσσάρων ετών από την παράδοση και θα μεταβίβαζε το εν λόγω ακίνητο στην εναγόμενη ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο υποδείκνυε. Η πιο πάνω συμφωνία ρητά προνοούσε ότι στην περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων ετών η ενάγουσα θα αναλάμβανε την ευθύνη να πληρώσει τα έξοδα της τραπεζιτικής εγγύησης μέχρι την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας εκτός εάν η καθυστέρηση οφειλόταν για λόγους που αφορούν σε αλλαγές στη νομοθεσία ή σε γραφειοκρατία. Με την παράδοση του διαμερίσματος η εναγόμενη θα ήταν υπεύθυνη για την πληρωμή όλων των φόρων, τελών συμπεριλαμβανομένων και των τελών αποχετεύσεως. Περαιτέρω η συμφωνία προνοούσε ότι η επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων θα γινόταν σε συγκεκριμένες διευθύνσεις. (δ) Η εναγόμενη με την υπογραφή της συμφωνίας κατέβαλε το ποσό των €3.430.- (βλ.Τεκμ.2.β). Η δε ενάγουσα παρέδωσε το διαμέρισμα στην εναγόμενη όπως συμφωνήθηκε και η τελευταία κατέβαλε το συνολικό ποσό των €81.800.- (βλ.Τεκμ.2.γ). (ε) Η εναγόμενη για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος δανειοδοτήθηκε από την Alpha Bank. Στις 23.6.08 η ενάγουσα παραχώρησε μέσω της Marfin Λαϊκή Δημόσια Εταιρεία Λτδ (από τώρα θα καλείται η Λαϊκή Τράπεζα) εγγυητική προς όφελος της Alpha Bank για το ποσό των €85.000.- πλέον τόκους (βλ. Τεκμ.13). Η εν λόγω εγγυητική διελάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η Λαϊκή Τράπεζα αναλάμβανε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού σε πρώτη ζήτηση στην περίπτωση όπου η Alpha Bank γραπτώς ζητούσε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού αναφέροντας ότι η πωλητής μέχρι 23.5.09 δεν είχε εγγράψει στο όνομα της εναγόμενης το πιο πάνω διαμέρισμα ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση. Στην περίπτωση κατά την οποία ο τίτλος ιδιοκτησίας δεν εκδιδόταν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία και νοουμένου ότι η τράπεζα δεν απαιτούσε εγγράφως την πληρωμή της εγγυητικής τότε αυτή θα ανανεωνόταν αυτόματα για περαιτέρω περίοδο 6 μηνών κάτω από τους ίδιους όρους και ότι οποιαδήποτε απαίτηση σε περίπτωση ανανέωσης θα λαμβανόταν από την Alpha Bank όχι ενωρίτερα από την 23.11.09 και όχι αργότερα από την 23.12.
  7. Η πιο πάνω εγγυητική ανανεώθηκε για την περίοδο μέχρι 23.12.10 (βλ.Τεκμ.3) και ακολούθως μέχρι 23.12.11 (βλ.Τεκμ.5). Η ενάγουσα για τις ανανεώσεις των πιο πάνω εγγυητικών παρά το γεγονός ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση κατέβαλε το συνολικό ποσό των €4.477,25 (βλ.Τεκμ.6.α - 6.στ). Η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 4.9.10 (βλ.Τεκμ.4) ζητούσε από την εναγόμενη να της καταβάλει τα ποσά που κατέβαλε μέχρι τότε για την ανανέωση της εγγυητικής χωρίς όμως αποτέλεσμα. (στ) Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι η εναγόμενη ήταν αυτή που ζήτησε από την ενάγουσα να παραχωρήσει τραπεζική εγγύηση στην Alpha Bank, από την οποία δανειοδοτήθηκε. Επισήμανε ότι το ποσό των €83.427,91 που έλαβε η ενάγουσα από την Alpha Bank αφορούσε το ποσό των €81.800.- το οποίο αντιπροσωπεύει μέρος του τιμήματος πώλησης και ειδικότερα τη δεύτερη δόση και το υπόλοιπο ποσό των €1.627,91 αφορούσε τα έξοδα της εγγυητικής. (ζ) Η Alpha Bank με γραπτό αίτημα της ημερ. 15.12.11 (βλ.Τεκμ.7) ζητούσε από την Λαϊκή Τράπεζα την πληρωμή της εγγυητικής επιστολής καθότι μέχρι τις 23.11.11 δεν μεταβιβάστηκε το ακίνητο επ΄ ονόματι της εναγόμενης. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 4.1.12 (βλ.Τεκμ.8) ζητούσε, μεταξύ άλλων, από την Alpha Bank να μη προχωρήσει στη ρευστοποίηση της εγγυητικής. (η) Ακολούθως η εν λόγω τράπεζα προχώρησε στη ρευστοποίηση της και εισέπραξε το ποσό των €93.000.- (βλ. Τεκμ.9.α). Ο λογαριασμός της ενάγουσας την 22.3.12 χρεώθηκε με το πιο πάνω ποσό. Περαιτέρω επισήμανε ότι η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με το ποσό των €29.155,50 ως τόκους για την περίοδο από το 2012 μέχρι 31.3.16 (βλ.Τεκμ.9.β). Επίσης αξιώνει το ποσό των €4.070,50 το οποίο αφορά τα κοινόχρηστα και μέρος άλλων εξόδων του διαμερίσματος της ενάγουσας (βλ. Τεκμ.9.β). (θ) Περαιτέρω στη μαρτυρία της επισήμανε ότι πέραν των πιο πάνω ποσών η εναγόμενη οφείλει το ποσό των €400.- μηνιαίως για απώλεια ενοικίων από 6.6.08 μέχρι παράδοσης του διαμερίσματος, το ποσό των €805.- ως δικηγορικά έξοδα για νομική συμβουλή στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (βλ.Τεκμ.10). Επίσης ανέφερε ότι η αξία του ακινήτου έχει μειωθεί και παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικές εκτιμήσεις (βλ.Τεκμ.11.α και 11.β). Επισημαίνεται όμως ότι στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας περιόρισε την απαίτηση του εναντίον της εναγόμενης όπως αναφέρεται πιο πάνω.
  8. Η κα Αναστασία Μέττα εργάζεται στην Alpha Bank. Στη μαρτυρία της μεταξύ άλλων επισήμανε ότι η εναγόμενη δανειοδοτήθηκε από την τράπεζα για την αγορά του πιο πάνω ακινήτου και στα πλαίσια του πιο πάνω δανείου η ενάγουσα παραχώρησε τραπεζική εγγύηση προς όφελος της Alpha Bank. Το δάνειο της εναγόμενης παρουσίαζε καθυστερήσεις. Η τελευταία με ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερ. 13.10.11 (βλ. Τεκμ.16) δήλωνε στην τράπεζα ότι αδυνατούσε να πληρώνει τις δόσεις της και ζητούσε να την πληροφορήσουν τον τρόπο με το οποίο μπορούσε να προχωρήσει στην εξόφληση του δανείου. Η Alpha Bank, με τη συμφωνία της εναγόμενης, ζήτησε με επιστολή της ημερ. 15.12.11 (βλ.Τεκμ.7) από την Λαϊκή Τράπεζα την καταβολή του ποσού της εγγυητικής. Ακολούθως η τελευταία εξέδωσε τραπεζική επιταγή προς όφελος της Alpha Bank για το ποσό των €92.687.- (βλ. Τεκμ.17). Με την εξαργύρωση της πιο πάνω επιταγής εξοφλήθηκε το δάνειο της εναγόμενης. 7.1 Η εναγόμενη στη μαρτυρία της υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση και περαιτέρω παρουσίασε διάφορα έγγραφα (βλ.Τεκμ.18 - 35). Κατ΄ αρχήν αναφέρθηκε σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν εγγεγραμμένη στο συμβούλιο εγγραφής και ελέγχου εργοληπτικών, οικοδομικών και τεχνικών έργων (βλ.Τεκμ.19) και δεν έχει προβεί σε γνωστοποίηση ανάληψης και εκτέλεσης του οικοδομικού έργου (βλ.Τεκμ.20 και 21). 7.2 Ανέφερε ότι η ενάγουσα δια μέσου του αντιπροσώπου της απέκρυψε από αυτήν ότι το επίδικο τεμάχιο βαρυνόταν με δύο υποθήκες (βλ.Τεκμ.23). Έτσι το πιο πάνω γεγονός καθιστούσε αδύνατο να εκδοθούν τίτλοι σε ένα χρόνο όπως αρχικά της δήλωσε η εκπρόσωπος της ενάγουσας αλλά και ακόμα εντός τεσσάρων ετών όπως την διαβεβαίωσε τόσο προφορικά όσο και με βάση την πιο πάνω συμφωνία (βλ.Τεκμ.2.α). Επισήμανε ότι η ενάγουσα δεν ήταν η μόνη ιδιοκτήτης του ακινήτου (βλ.Τεκμ.24). 7.3 Στη μαρτυρία της, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι αποτάθηκε για εξασφάλιση δανείου από την Alpha Bank η οποία όμως ζήτησε όπως παρασχεθεί τραπεζική εγγύηση από μέρους της ενάγουσας. Η τελευταία συμφώνησε πλην όμως ζήτησε να υπογραφεί η συμφωνία. Έτσι στις 13.5.08 υπογράφηκε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και με την υπογραφή της κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €3.430.- (βλ.Τεκμ.2.β). Επισήμανε ότι η κα Γ. Ιωαννίδου της υπέδειξε τον όρο στη συμφωνία που διελάμβανε την έκδοση τίτλων στα τέσσερα χρόνια. Ανέφερε ότι την ίδια ημέρα έλαβε την κατοχή του διαμερίσματος και την επομένη κατέθεσε τη συμφωνία στο Κτηματολόγιο. Στη συνέχεια η ενάγουσα την 23.6.08 παρέσχε προς την Alpha Bank τραπεζική εγγύηση (βλ.Τεκμ.13) με τους όρους που αναφέρονται σ΄ αυτή. Επισήμανε ότι η ίδια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην πιο πάνω τραπεζική εγγύηση, δεν έλαβε μέρος στη σύνταξη και στους όρους αυτής ως επίσης ουδέποτε της κοινοποιήθηκε το περιεχόμενο της. Αναγνώρισε ότι τα έξοδα της εγγυητικής τα πλήρωσε η ενάγουσα και η εναγόμενη δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία να καταβάλει τα έξοδα της εγγυητικής και των ανανεώσεων αυτής. Με την αποστολή της εγγυητικής, η Alpha Bank της παραχώρησε στεγαστικό δάνειο για το ποσό των €85.000.-. Επισήμανε ότι με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία αλλά και με βάση την εγγυητική επιστολή θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα το ποσό των €81.800.-, πλην όμως η ενάγουσα αξίωσε από την Alpha Bank το ποσό των €83.427,91 και η τελευταία εξέδωσε επιταγή προς όφελος της ενάγουσας για το πιο πάνω ποσό (βλ.Τεκμ.25). Διευκρίνισε ότι η ενάγουσα απέκρυψε απ΄ αυτήν το ποσό που αξίωσε από την τράπεζα της. Στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε απόδειξη ότι έλαβε την 30.6.08 το ποσό των €81.800.- (βλ.Τεκμ.2.γ) την οποία όμως της την παρέδωσε τον Αύγουστο του
  9. Δεν της παραδόθηκε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. 7.4 Η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 13.9.10 (βλ.Τεκμ.4) ζητούσε από αυτήν για πρώτη φορά την καταβολή των εξόδων της εγγυητικής πλην όμως διευκρίνισε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για πληρωμή των πιο πάνω εξόδων. 7.5 Στις αρχές Ιανουαρίου του 2012 η ενάγουσα της κοινοποίησε επιστολή ημερ. 4.1.12 (βλ.Τεκμ.8) που απέστειλε στην Alpha Bank με την οποία ζητούσε από την τράπεζα να μην ρευστοποιήσει την εγγυητική. Η ίδια ανέφερε ότι δεν γνώριζε τις προθέσεις της τράπεζας της. Ακολούθως η Alpha Bank προχώρησε στη ρευστοποίηση της εγγυητικής και με επιστολή της ημερ. 25.9.12 (βλ.Τεκμ.28) πληροφόρησε την εναγόμενη ότι στις 28.2.12 έχει εξοφληθεί πλήρως το στεγαστικό της δάνειο με το ποσό των €87.999,
  10. 7.6 Η εναγόμενη ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα με ψευδείς παραστάσεις και δόλο εξώθησε την εναγόμενη να υπογράψει την επίδικη συμφωνία, επισύναψε στη συμφωνία αλλοιωμένα στοιχεία σε σχέση με το ακίνητο, απέκρυψε ότι βαρυνόταν με υποθήκες και την ώθησε να υπογράψει τη συμφωνία ενώ ήταν αδύνατο να συμμορφωθεί με τον όρο ότι θα εξέδιδε τίτλο ιδιοκτησίας σε τέσσερα χρόνια. Περαιτέρω προβάλλει ότι η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να υλοποιήσει την οικοδόμηση του συγκροτήματος και απέσπασε με δόλο το ποσό των €83.427,91 αντί το ποσό των €81.800.- ως επίσης και το συνολικό ποσό των €86.857,91 αντί του ποσού των €85.430.-. Έτσι, η εναγόμενη προβάλλει ότι υπέστη ζημιές και, μεταξύ άλλων, αξιώνει ανταπαιτητικώς: i. €3.430.- πλέον τόκους το οποίο αντιπροσωπεύει την προκαταβολή που κατέβαλε. ii. €15.672,40 πλέον τόκους το οποίο αντιπροσωπεύει τις δόσεις που κατέβαλε στην Alpha Bank. iii. €1.627,91 πλέον τόκους που αντιπροσωπεύει το επιπλέον ποσό που απέσπασε η ενάγουσα. iv. €479.- το οποίο καταβλήθηκε από την εναγόμενη στην Alpha Bank ως έξοδα για την παροχή του δανείου. v. €164,07 για τα έξοδα χαρτοσήμανσης της επίδικης συμφωνίας. vi. €25.000.- λόγω της μείωσης της αγοραστικής αξίας του διαμερίσματος. vii. €7.582.- για τα έξοδα επίπλωσης και εξοπλισμού του διαμερίσματος και viii. €2.000.- δικηγορικά έξοδα. 8.1 Οι εκατέρωθεν δικογραφημένοι ισχυρισμοί έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης (βλ. Agia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν Χρίστου Παπαμιχαήλ

(1992)1 ΑΑΔ 549). Η δε δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24, Βραχίμη ν Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 836 και Παφίτης κ.ά. ν Κουκουρή κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1154). Κατ΄ αρχή επισημαίνεται ότι δεν προβάλλεται δικογραφημένος ισχυρισμός από μέρους της ενάγουσας ότι η τελευταία τερμάτισε την επίδικη συμφωνία ή ότι η εναγόμενη με τη συμπεριφορά της αποκήρυξε την επίδικη συμφωνία. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, αναγνωρίζοντας τα πιο πάνω, περιόρισε την αξίωση της ενάγουσας στη ζημιά που υπέστη η τελευταία συνεπεία της ρευστοποίησης της εγγυητικής, των εξόδων ανανέωσης της και των άλλων κατ΄ ισχυρισμό ζημιών. 8.2 Στην επίδικη συμφωνία (βλ.Τεκμ.2.α) ρητά προνοείται ότι η ενάγουσα θα επιδείκνυε εύλογη φροντίδα για την έκδοση τίτλων εντός τεσσάρων ετών από την παράδοση του διαμερίσματος και θα το μεταβίβαζε στο όνομα της εναγόμενης. Στην περίπτωση που υπήρχε καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων ετών, τα έξοδα της εγγυητικής θα τα επωμιζόταν η ενάγουσα. Τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγόμενη δεν τερμάτισαν τη συμφωνία. Η εναγόμενη δεν απέστειλε οποιαδήποτε ειδοποίηση στην ενάγουσα με την οποία να καθιστά τον όρο ουσιώδη και να την καλεί όπως προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια εντός ορισμένου εύλογου χρόνου και ότι στην περίπτωση που παραλείψει να το πράξει, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε θα καθίσταται ακυρώσιμο (βλ. Iris Development Limited v Τάκη Λαζαρίδη). Το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ΄ εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, σελ. 386, Paraskeva & Other v. Lantas
(1988)1 CLR 285 και Iris Development Limited v Τάκη Λαζαρίδη,
(2000)1Γ ΑΑΔ 1504 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί στην απουσία πρόθεσης των συμβαλλομένων για να καταστεί ο όρος ουσιώδης απαιτείται εύλογη σχετική ειδοποίηση στην οποία να τίθεται προθεσμία υλοποίησης του η οποία θα πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται κάτω υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Διαφαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση ότι η εναγόμενη δεν κατέστησε τον όρο σε σχέση με την μεταβίβαση του ακινήτου ουσιώδη. Πέραν δε τούτου η συμφωνία διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πέραν των τεσσάρων ετών τα έξοδα της εγγυητικής θα τα επωμιζόταν η ενάγουσα. Περαιτέρω η εν λόγω συμφωνία δεν τερματίστηκε. 9. Η εναγόμενη προβάλλει ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τα ποσά που περιγράφονται πιο πάνω καθότι η σύμβαση είναι παράνομη ενόψει του γεγονότος ότι η ενάγουσα δεν είναι αδειούχος εργολήπτης ως επιβάλλει ο περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμος του 2001 (Ν.29
(1)/01). Εργολήπτης είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει κατ΄ επάγγελμα την εκτέλεση ή εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο έναντι καθορισμένου ποσού ή ποσοστιαίας αμοιβής ή έναντι οποιουδήποτε άλλου νομίμου ανταλλάγματος (βλ. άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου). Το δε άρθρο 30 του Νόμου ρητά προνοεί ότι κάθε συμφωνία η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση έργου, είναι άκυρη. Όπως έχει νομολογηθεί σε περίπτωση παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή (βλ. Chr. Mavrikios Constructions Ltd v Μιχάλη Χατζηκωνσταντά
(2009)1Β ΑΑΔ 1093). Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται συμφωνία ανάθεσης εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη αλλά πώληση διαμερίσματος και η ενάγουσα αξιώνει τα ποσά που περιγράφονται πιο πάνω ως ζημιά που υπέστη από τη ρευστοποίηση της εγγυητικής που παραχώρησε στην τράπεζα από την οποία δανειοδοτήθηκε η εναγόμενη ως επίσης και τα ποσά που κατέβαλε για τις ανανεώσεις της εγγυητικής αφού ως προβάλλει αυτά θα έπρεπε να καταβληθούν από την εναγόμενη. Έτσι η σχετική εισήγηση της εναγόμενης δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. 10.1 Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο ειδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν.΄Εφ. 219/12/ Ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 10.2 Στην προκείμενη περίπτωση διαφαίνεται από τα αποδεκτά και μη αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι την 13.5.08 κατόπιν γραπτής συμφωνίας η ενάγουσα πώλησε στην εναγόμενη το διαμέρισμα που περιγράφεται πιο πάνω και το τίμημα αγοραπωλησίας καθορίστηκε στο ποσό των €85.430.- το οποίο ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: i. το ποσό των €3.430.- με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. ii. το ποσό των €81.800.- με την παράδοση του διαμερίσματος η οποία θα γινόταν την 6.6.08 ή και προγενέστερα και τέλος iii. το υπόλοιπο ποσό των €200.- θα καταβαλλόταν από την εναγόμενη με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και με την εγγραφή του διαμερίσματος στην εναγόμενη. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα δύο πρώτα πιο πάνω ποσά καταβλήθηκαν στην ενάγουσα. Το δε διαμέρισμα παραδόθηκε στην εναγόμενη πριν την 6.6.08. Επισημαίνεται ότι για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος, η εναγόμενη κατάρτισε δάνειο από την Alpha Bank και ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπήρχε τίτλος η ενάγουσα παραχώρησε προς όφελος της πιο πάνω τράπεζας τραπεζική εγγύηση. Η δε συμφωνία ρητά διελάμβανε ότι η ενάγουσα θα επιδείκνυε εύλογη φροντίδα και ικανότητα για την έκδοση τίτλων εντός τεσσάρων ετών από την παράδοση και θα το μεταβίβαζε επ΄ ονόματι της εναγόμενης ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αυτή υποδείκνυε. Περαιτέρω ρητά προνοούσε ότι στην περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων ετών, η ενάγουσα θα αναλάμβανε την ευθύνη να πληρώσει τα έξοδα για ανανέωση της τραπεζιτικής εγγύησης μέχρι την έκδοση τίτλου εκτός εάν η καθυστέρηση οφειλόταν σε αλλαγή της νομοθεσίας ή για λόγους γραφειοκρατίας. 10.3 Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι η πρώτη θα κατέβαλλε τα έξοδα της εγγυητικής. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας και για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο αυτής να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Σχίζα ν Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/11, ημερ. 3.11.16 και Ανόρθωση Αμμοχώστου ν Απόλλων
(2002)1 Α ΑΑΔ 518). Όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας (βλ. Τεκμ.2.α) δεν αναφέρεται ρητά σ΄ αυτήν ότι τα έξοδα της εγγυητικής για την περίοδο των τεσσάρων ετών από την υπογραφή της συμφωνίας θα τα κατέβαλλε η εναγόμενη πλην όμως διαλαμβάνει όρο ότι τα έξοδα της εγγυητικής θα καταβάλλονταν από την ενάγουσα στην περίπτωση που υφίστατο καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων ετών. Πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν τα έξοδα της εγγυητικής να τα επωμιζόταν η ενάγουσα μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών από την παράδοση, όπως εκτίθεται πιο πάνω. Συνεπώς διαπιστώνεται ότι πρόθεση των μερών ήταν σε σχέση με τα έξοδα της εγγυητικής να τα επωμιζόταν η εναγόμενη για περίοδο τεσσάρων ετών από την υπογραφή της συμφωνίας και ακολούθως η ενάγουσα στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν τίτλος και δεν μεταβιβαζόταν στο όνομα της εναγόμενης, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Πέραν δε τούτου η κα Γ. Ιωαννίδου, διευθύντρια της ενάγουσας, σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα ανέφερε ότι η εναγόμενη συμφώνησε να επωμιστεί τα έξοδα της εγγυητικής για περίοδο τεσσάρων ετών από την παράδοση του διαμερίσματος και ακολούθως μετά την παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα τα επωμιζόταν η ενάγουσα. Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία της κας Γ. Ιωαννίδου χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα και πειστικότητα. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθοιονδήποτε τρόπο. Πέραν δε τούτου μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από αυτήν ήταν θετική. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, η εναγόμενη προέβαλε εντελώς διαφορετικό ισχυρισμό. Δήλωσε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι θα κατέβαλλε τα έξοδα της εγγυητικής. Η πιο πάνω θέση της κατ΄ αρχήν έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της συμφωνίας όπως εξηγείται πιο πάνω. Στην περίπτωση που πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν να επωμισθεί τα έξοδα της εγγυητικής η ενάγουσα για την περίοδο των τεσσάρων ετών από την υπογραφή της συμφωνίας εκείνο που θα αναμενόταν ήταν να το καταγράψουν στη συμφωνία. Αντιθέτως όπως έχει ήδη επεξηγηθεί η πρόθεση τους ήταν να καταβάλει τα έξοδα της εγγυητικής η ενάγουσα μετά την παρέλευση των τεσσάρων ετών, κάτι το οποίο ρητά διαλαμβάνει η μεταξύ τους συμφωνία. Πέραν δε τούτου στις 26.6.08 η τράπεζα της εναγόμενης εξέδωσε προς όφελος της ενάγουσας επιταγή για το ποσό των €83.427,
  1. Το ποσό που όφειλε η εναγόμενη να καταβάλει με βάση τη συμφωνία ήταν €81.800.-. Το υπόλοιπο ποσό των €1.627,91 ως ανέφερε και η κα Γ. Ιωαννίδου αφορούσε τα έξοδα της εγγυητικής. Η εναγόμενη δήλωσε ότι η απόδειξη που εξέδωσε η ενάγουσα ήταν για το ποσό των €81.800.- και δεν μπορούσε να γνωρίζει τι έπραξε πίσω από τις πλάτες της, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Αναγνώρισε όμως ότι έλαβε γνώση για την επιταγή που εξέδωσε η Alpha Bank για το ποσό των €83.427,
  2. Ουδέν έπραξε για να διεκδικήσει από την ενάγουσα το ποσό των €1.627,
  3. Δεν έπειθε ο ισχυρισμός της ότι η τράπεζα της εντελώς αυθαίρετα κατέβαλε στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό. Στην κατάσταση λογαριασμού που η ίδια παρουσίασε (βλ. Τεκμ.26) φαίνεται ότι ο λογαριασμός της χρεώθηκε με το πιο πάνω ποσό. Στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει, μεταξύ άλλων, την απραξία της και για ν΄ αποποιηθεί ευθύνης ανέφερε ότι την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού την παρέλαβε στις 27.10.
  4. Αντεξεταζόμενη όμως δήλωσε ότι εντόπισε τη χρέωση 7-8 μήνες μετά καθότι η τράπεζα αποστέλλει καταστάσεις λογαριασμού στο τέλος κάθε χρόνου, αναφέροντας «. δεν έδωσα σημασία, δεν το διάβασα και το φύλαξα». Οι ισχυρισμοί της κατ ελάχιστον κατατάσσονται ως μη πειστικοί. Εμφανής ήταν η πρόθεση της να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη, δηλώνοντας τα πιο πάνω ως επίσης ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της εγγυητικής. Ο ισχυρισμός της ότι ο λογαριασμός της χρεώθηκε με ποσό πολύ μεγαλύτερο και δεν γνώριζε τι ήταν, δεν έπειθε. Το ελάχιστον που θα μπορούσε να πράξει ήταν να ενδιαφερθεί να λάβει γνώση τι ακριβώς αφορούσε αυτή η επιπλέον χρέωση. Δεν έπραξε οτιδήποτε διότι γνώριζε. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν έχει περατωθεί το συγκρότημα που βρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασε. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι η συμφωνία ρητά προνοούσε την αγορά ενός διαμερίσματος στο μπλοκ Β του συγκροτήματος με την επωνυμία Elysia Luxury Homes. Το εν λόγω διαμέρισμα παραδόθηκε στην εναγόμενη με την υπογραφή της συμφωνίας. Συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 13.10.11 (βλ. Τεκμ.13) ζητούσε τη βοήθεια της τράπεζας της ώστε να εξευρεθεί η καλύτερη δυνατή λύση για την εξόφληση του δανείου της. Στη μαρτυρία της, η εναγόμενη, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε τις προθέσεις της τράπεζας για ρευστοποίηση της εγγυητικής. Το πιο πάνω γεγονός έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της κας Α. Μέττα, υπαλλήλου της Alpha Bank, η οποία ανέφερε ότι πράγματι η εν λόγω τράπεζα προχώρησε με την ρευστοποίηση της εγγυητικής με τη σύμφωνη γνώμη της εναγόμενης. Διευκρινίζεται ότι το δάνειο της εναγόμενης εξοφλήθηκε με τη ρευστοποίηση της εγγυητικής. Επισημαίνεται ότι η όλη παρουσία της κας Α. Μέττα στο Δικαστήριο ήταν θετική. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθοιονδήποτε τρόπο και πέραν δε τούτου δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της. Η όλη παρουσία της εναγόμενης στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν στο στάδιο της αντεξέτασης. Η μαρτυρία της εναγόμενης κατ΄ ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστική για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Γ. Ιωαννίδου και Α. Μέττα. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η μαρτυρία της εναγόμενης δεν γίνεται αποδεκτή. Η εναγόμενη παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία πειστική που να αποδεικνύει και να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της και ειδικότερα μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα προέβη σε ψευδείς παραστάσεις όπως περιγράφονται πιο πάνω.
  5. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εκτίθενται στις παρ.5.α, 5.β, 5.γ, 5.δ, 5.ε, 5.στ, 5.ζ και
  6. Περαιτέρω η εναγόμενη για την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος κατάρτισε συμφωνία δανείου με την Alpha Bank και η ενάγουσα παρέσχε τραπεζική εγγύηση με τους όρους που περιγράφονται σ΄ αυτήν. Τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης για την περίοδο τεσσάρων ετών από την υπογραφή της συμφωνίας θα τα επωμιζόταν η εναγόμενη ενώ ακολούθως θα τα κατέβαλλε η ενάγουσα στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν τίτλος και δεν μεταβιβαζόταν το διαμέρισμα επ΄ ονόματι της εναγόμενης όπως αναφέρεται πιο πάνω. Με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης (βλ. Τεκμ.2.α) η εναγόμενη θα έπρεπε να καταβάλει το ποσό των €81.800.- με την παράδοση του διαμερίσματος σ΄ αυτήν. Η ενάγουσα παρέδωσε το διαμέρισμα στην εναγόμενη και η τελευταία κατέβαλε το πιο πάνω ποσό δια μέσου της τράπεζας της. Η εν λόγω εγγυητική ανανεώθηκε και βρισκόταν σε ισχύ μέχρι τις 23.12.
  7. Ακολούθως η Alpha Bank με γραπτό αίτημα της ημερ. 15.12.11 ζήτησε τη ρευστοποίηση της πιο πάνω τραπεζικής εγγυητικής που παραχώρησε η ενάγουσα καθότι δεν έχει μεταβιβαστεί το ακίνητο επ΄ ονόματι της εναγόμενης. Έτσι η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε τραπεζική επιταγή για το ποσό των €92.687.- (βλ. Τεκμ.17) και περαιτέρω χρεώθηκε το ποσό €15,05 για προμήθεια και χαρτόσημα ήτοι το συνολικό ποσό των €92.702,
  8. Με την εξαργύρωση της πιο πάνω επιταγής, εξοφλήθηκε το δάνειο της εναγόμενης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δικαιολογείται η έκδοση απόφασης για το ποσό των €92.702,05 αφού η ενάγουσα υπέστη ζημιά με τη ρευστοποίηση της εγγυητικής. Περαιτέρω η ενάγουσα για ανανέωση της πιο πάνω εγγυητικής κατέβαλε το συνολικό ποσό €4.477,
  9. Τα πιο πάνω ποσά θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί από την εναγόμενη αφού αυτή ήταν που θα έπρεπε να τα κατέβαλλε αφού εμπίπτουν εντός της αρχικής περιόδου των τεσσάρων ετών.
  10. Περαιτέρω η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €805.- ως δικηγορικά έξοδα για τον εξωδικαστηριακό χειρισμό της υπόθεσης. Το εν λόγω ποσό δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις αφού εμπίπτει στα πλαίσια ετοιμασίας της παρούσας αγωγής που καταχωρήθηκε. Περαιτέρω αξιώνεται το ποσό των €4.070,50 το οποίο αντιπροσωπεύει κοινόχρηστα και άλλα έξοδα ως επίσης και το ποσό των €29.155,50 ως τόκοι για την περίοδο από 2012 μέχρι 31.3.
  11. Το τελευταίο ποσό δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης και συνεπώς γι΄ αυτό το λόγο δεν δικαιολογείται η επιδίκαση του. Πέραν δε τούτου όμως σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά παρουσιάστηκε έγγραφο ημερ. 4.4.16 το οποίο ετοιμάστηκε από τον κ. Χ. Χρυσάνθου στο οποίο αναφέρεται ότι «μετά από μελέτη και αξιολόγηση όλων των αποδείξεων πληρωμών που αφορούν .. το διαμέρισμα 206» οφείλονται τα πιο πάνω ποσά. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και ειδικότερα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση (βλ. άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει κληθεί το πρόσωπο που ετοίμασε το εν λόγω έγγραφο και δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κλήτευση του. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα σ΄ αυτήν. Έτσι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση των πιο πάνω ποσών.
  12. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €92.702,05, το οποίο αντιπροσωπεύει τη ζημιά που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία της ρευστοποίησης της εγγυητικής ως επίσης και το ποσό των €4.477,25 το οποίο αντιπροσωπεύει τα έξοδα ανανέωσης της εγγυητικής και τα οποία θα έπρεπε να κατέβαλλε η εναγόμενη. Ενόψει των λόγων που εξηγούνται πιο πάνω και ειδικότερα ότι η μαρτυρία της εναγόμενης δεν γίνεται αποδεκτή, η Ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
  13. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €92.702,05 με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής πλέον €4.477,25 με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα σε σχέση με αυτή λαμβανομένου υπόψη ότι τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.