A. CH. TRAVEL & TOURS LTD ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 402/2012, 6/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 402/2012 Μεταξύ: A. CH. TRAVEL & TOURS LTD Ενάγουσας - και - ΝΙΚΟΛΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγομένου Και δια Ανταπαιτήσεως Εναγομένου: ΝΙΚΟΛΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα -και-
- A. CH. TRAVEL & TOURS LTD
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΜΠΗ
- ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΟΣ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα ------------------- Ημερομηνία: 06/12/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Άρτεμις Πάλλη για την Άντης Πολυδώρου Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Χρύσανθος Χρυσάνθου για την Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Χρύσανθος Χρυσάνθου για την Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένους 1 και 2: κα Άρτεμις Πάλλη για την Άντης Πολυδώρου Δ. Ε. Π. Ε. Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4: κα Κατερίνα Λοΐζου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Στην υπόθεση αυτή, υπό εξέταση είναι οι διατάξεις του Άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που αφορούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Και αυτό, ως επεξηγείται στην συνέχεια, τουλάχιστον σε ότι αφορά την αντιδικία μεταξύ Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2, Χαράλαμπου Χαμπή. Ως αναφέρθηκε [και] από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452, η αμέλεια είναι μια σύνθετη έννοια, που αναγκαστικά συνδυάζει τα στοιχεία: (α) της ύπαρξης καθήκοντος επιμέλειας, (β) της παραβίασης αυτού, (γ) της αιτιώδους συνάφειας και (δ) της ζημιάς•, τα οποία στοιχεία, καλό είναι να μην εξετάζονται κατ' απομόνωση. Το ζήτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται σε υποθέσεις όπου υπάρχει ισχυρισμός για την διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας, είναι κατά πόσο η σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου είναι τέτοια, που επιβάλλει στον τελευταίο την υποχρέωση να μεριμνά για την αποφυγή ή την αποτροπή της ζημίας που ο πρώτος έχει πράγματι υποστεί. Στο ερώτημα αυτό, σημειώνεται, υπάγεται και το ερώτημα, κατά πόσο οι πράξεις ή οι παραλείψεις του εναγομένου προκάλεσαν τη ζημία που ο ενάγων επικαλείται. Αν όχι, τότε δεν τίθεται ζήτημα αμέλειας. Η υπόθεσης, στο βαθμό που αφορά την αντιδικία Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζήχαραλάμπους και του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 5, Γενικού Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, αν και σε κάποιο βαθμό η εξέταση της συνδέεται με αυτό, εκφύει του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου, καθότι, οι ισχυρισμοί του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζήχαραλάμπους, θέτουν ζήτημα διάπραξης από πλευράς της Δημοκρατίας, δια των αντιπροσώπων της, του αστικού αδικήματος της δημόσιας οχληρίας, κάτω από τις διατάξεις του Άρθρου 45 του Κεφ. 148 (βλ. Χριστόφορος Χαγκούδης κ. α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 1574 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ελευθερίας Ζιπίτη κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 749).
- Η υπόθεση αυτή, αφορά τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα την 08/10/2011 στον Αυτοκινητόδρομο Διεθνούς Αερολιμένα Λάρνακας - Αγίας Νάπας («Α3»), σε σημείο του (της δυτικής αυτού οδού, διπλής κατεύθυνσης, παρά το «γεφύρι Μάγκας 2») που διοικητικά υπάγεται στο χωριό Ξυλοφάγου της Επαρχίας Αμμοχώστου και βρίσκεται εντός της Κυρίαρχης Περιοχής των Βάσεων Δεκέλειας, στο οποίο ενεχόμενα ήταν τα μηχανοκίνητα οχήματα που οδηγούσαν: ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαπμή (το επιβατικό-τζιπ όχημα μάρκας BMW, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, με αριθμούς εγγραφής KTJ 968, στο οποίο ως συνοδηγός επέβαινε κάποιος αλλοδαπός τότε εργάτης του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2, Χαράλαμπου Χαπμή), ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους (το επιβατικό όχημα μάρκας BMW, της ιδιοκτησίας του, με αριθμούς εγγραφής KQZ 462, στο οποίο, ως συνοδηγός, επέβαινε η τότε εγκυμονούσα σύζυγος του Ελένη Εγγλέζου Χατζηχαραλάμπους και ως επιβάτης, το τότε ενός χρόνου τέκνο τους) και ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, Ιάκωβος Αδάμαντος (το βαν όχημα μάρκας Peugeot, της ιδιοκτησίας του, με αριθμούς εγγραφής ΕΗΜ 588, χωρίς άλλους επιβαίνοντες). Συνεπεία του ατυχήματος, και τα τρία οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές, ενώ, οι επιβαίνοντες σε αυτά, Εναγόμενος / Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους, η σύζυγος του, Ελένη Εγγλέζου Χατζηχαραλάμπους, ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαπμή και ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, Ιάκωβος Αδάμαντος, υπέστησαν σωματικούς τραυματισμούς. Το ατύχημα, ως είναι παραδεκτό, έλαβε χώρα στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου, απόγευμα της 08/10/2011, ώρα 16:30, -δηλαδή, υπό το φως της ημέρας-, υπό συνθήκες έντονης («βαριάς») βροχόπτωσης και βρεγμένου ασφαλτικού οδοστρώματος.
- Η Ενάγουσα / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, που αξιώνει από τον Εναγόμενο / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, €12.342,78, για την ζημιά που υπέστη το όχημα της συνεπεία του ατυχήματος, -στο οποίο ποσό περιλαμβάνεται και αξίωση για δαπάνες, για κατά πολύ μικρότερα ποσά, που αφορούν κόστη για εκτίμηση της ζημιάς του οχήματος και εξασφάλισης αστυνομικής έκθεσης-•, [κατ' ουσία] υποστηρίζει αμέλεια του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους κατά την οδήγηση του οχήματος του, που, ως αποτέλεσμα, είχε, την απώλεια του ελέγχου του (ενόσω αυτό οδηγείτο από αυτόν, στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου όπου κινείτο, κατόπιν προσπέρασης των οχημάτων της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd και του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3, Ιάκωβου Αδάμαντου), την ακινητοποίηση του εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου κινείτο το όχημα της που οδηγείτο από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2, Χαράλαμπο Χαπμή και την ανακοπή της ελεύθερης πορείας του, με αποτέλεσμα την επίδικη σύγκρουση και την ισχυριζόμενη ζημιά της.
- Ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, που ανταξιώνει [μεταξύ άλλων] από την Ενάγουσα / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1, A. CH. Travel & Tours Ltd και τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2, Χαράλαμπο Χαμπή, €17.666, για την ζημιά που υπέστη το δικό του όχημα συνεπεία του ατυχήματος, -στο οποίο ποσό περιλαμβάνονται και απαιτήσεις του για κατά πολύ μικρότερα ποσά: για δαπάνη που αφορά το κόστος διερεύνησης του ατυχήματος, για απώλεια χρήσης του οχήματος του και για το ποσό της έκπτωσης, που, βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης του, επωμίστηκε ο ίδιος- και γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που υπέστη, επίσης συνεπεία του ατυχήματος: θλάση αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης•, [κατ' ουσία] υποστηρίζει αμέλεια του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2, Χαράλαμπου Χαμπή, -σε ότι αφορά την οποία, η Ενάγουσα / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1 εταιρεία, [εξ όσων γίνεται αντιληπτό] ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους, υποστηρίζει, έχει αντιπροσωπευτική ευθύνη («vicarious liability») ως η ιδιοκτήτρια του οχήματος-, κατά την οδήγηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KTJ
- Αμέλεια, που, ως αποτέλεσμα, είχε, αφού αυτός (εννοώντας τον Εναγόμενο / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους) απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, -λόγω μεγάλης συσσώρευσης νερού σε κοίλωμα του οδοστρώματος στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπου το οδηγούσε και στο οποίο έπεσε και το όχημα του κατέληξε να ακινητοποιηθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, κατόπιν, ενδιάμεσα, πρόσκρουσης του στο εσωτερικό του αυτοκινητοδρόμου κιγκλίδωμα-, το όχημα της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, που ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαμπή οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου ακλουθώντας το όχημα του και μάλιστα από απόσταση, να προσκρούσει στο όχημα του, εφόσον ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαμπή παρέλειψε να το φέρει σε στάση ή να αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα του (εννοώντας το όχημα του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους) ώστε να αποφύγει την επίδικη σύγκρουση. Θέσεις, με τις οποίες, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2, A. CH. Travel & Tours Ltd και Χαράλαμπος Χαμπή αντίστοιχα, πρέπει να σημειωθεί, είναι αντίθετοι.
- Ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, συνένωσε στην Αγωγή αυτή ως Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4 και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθότι, στρέφει την προαναφερόμενη απαίτηση του και εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην βάση ισχυριζόμενης αμέλειας της κατά την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου, ή μεταγενέστερα κατά την συντήρηση του, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο σημείο του, με αποτέλεσμα την συσσώρευση εκεί σε κοίλωμα επί του οδοστρώματος του, της μεγάλης ποσότητας όμβριων υδάτων, που ήταν, ως ισχυρίζεται, η αιτία για την απώλεια του ελέγχου του οχήματος του και κατ' επέκταση του όλου ατυχήματος. Θέσεις και ισχυρισμοί του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, που αμφισβητήθηκαν από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4, Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος, έλαβε την θέση, ότι, η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν φέρει καμία ευθύνη για το ατύχημα και ότι, αποκλειστική ευθύνη για αυτό, φέρει ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως οδηγός, ήταν αμελής. Λειτουργοί του αρμόδιου τμήματος Δημοσίων Έργων, υποστηρίζει η Δημοκρατία, επισκέφτηκαν επί τόπου το σημείο του αυτοκινητοδρόμου στο οποίο αναφέρθηκε το ατύχημα και κατόπιν επιθεώρησης του από αυτούς, δεν διαπιστώθηκαν γεωμετρικά χαρακτηριστικά στο οδόστρωμα που να μην ταιριάζουν με τις σχετικές ως προς την καταλληλότητα του προδιαγραφές. Τουναντίον, διαπιστώθηκε ότι η κίνησης των οχημάτων πάνω από το συγκεκριμένο σημείο ήταν απρόσκοπτη, όπως επίσης διαπιστώθηκε ότι υπάρχει σύστημα συλλογής των όμβριων υδάτων, με φρεάτιο δίπλα από το τσιμεντένιο διαχωριστικό στο δεξί άκρο της συγκεκριμένης κατεύθυνσης κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου, το οποίο ήταν καλά συντηρημένο και οι σχάρες αυτού καθαρές.
- Ως Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3 στην Αγωγή αυτή, συνενώθηκε από τον Εναγόμενο / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους και ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΗΜ 588, Ιάκωβος Αδάμαντος, στον οποίο καταλόγιζε επίσης αμέλεια, επειδή ο τελευταίας, ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους, οδηγώντας το όχημα του, ακλουθώντας επίσης το όχημα του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, αλλά πίσω από το όχημα της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd που οδηγείτο από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2, Χαράλαμπο Χαμπή, το οποίο επίσης ακολουθούσε το δικό του [ως έχει προαναφερθεί], αλλά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου, στην προσπάθεια του να προσπεράσει το όχημα της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, προσέκρουσε στο όχημα του, προκαλώντας του περαιτέρω ζημιές: τόσο στο ίδιο το όχημα του, υλικές ζημιές, όσο και σε αυτόν προσωπικά, σωματική βλάβη. Η απαίτησης όμως αυτή του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, μετά την έναρξη της δίκης, αποσύρθηκε εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 3, Ιάκωβου Αδάμαντου, οπόταν, δεν δύναται, για σκοπούς της απόφασης μου σε ότι αφορά τους υπόλοιπους διαδίκους, να με απασχολήσει περαιτέρω. Απλά, αξίζει να σημειωθεί, ότι, ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, Ιάκωβος Αδάμαντου, με σχετικό δικόγραφο που καταχώρησε στην διαδικασία, προδικαστικά, δεν αποδεχόταν τα όσα γεγονότα ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους, ισχυρίζεται σε ότι αφορά το επίδικο ατύχημα, στον οποίο καταλόγιζε αμέλεια στην οδήγηση του οχήματος του και αποκλειστική ευθύνη για το γεγονός ότι αυτό επισυνέβη.
- Σε κάθε περίπτωση, θέσης του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, είναι, ότι, ο ίδιος, άσκησε όλη τη δυνατή υπό τις περιστάσεις επιμέλεια, προς αποφυγή ενός ατυχήματος, που, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν αναπόφευκτο.
- Η ευθύνη που ένας οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος φέρει να τηρεί την συνήθη επιμέλεια και επιδεξιότητα έναντι των ατόμων που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο που λογικά θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανώς επηρεαζόμενα από την οδήγηση του, είναι καλά εδραιωμένη περίπτωση στην οποία επιβάλλεται καθήκον επιμέλειας κάτω από το Άρθρο 51 του Κεφ. 148 (βλ. Καλαθά ν Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480, Barrett v Enfield London Borough Council [2001] 2 AC 550 και Sam v Atkins [2005] EWCA Civ 1452).
- Ως έχει νομολογηθεί [[i]], το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, είναι αντικειμενικό. Δεν συναρτάται με τους υποκειμενικούς παράγοντες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες του οδηγού για επιμελή οδήγηση, αλλά με την ίδια την οδήγηση και τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Επέδειξε ή όχι, ο οδηγός, στον ουσιώδη χρόνο, την επιμέλεια για την ασφάλεια των άλλων, που επέβαλλαν εξ αντικειμένου τα γεγονότα της υπόθεσης [[ii]]; Αυτό είναι το ερώτημα που σε κάθε περίπτωση πρέπει να απαντάται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Συναρτάται, ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της απαιτούμενης επιμέλειας, από τα δεδομένα της τροχαίας και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από πρόσωπο που βρίσκεται στη θέση του οδηγού, να επιδείξει, για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αριστείδου ν Πολυδώρου, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/01/2016: «. το κριτήριο για την αμέλεια είναι αντικειμενικό. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει συμπεριφερθεί και θα πρέπει να έχει επιδείξει προσοχή και φροντίδα χαμηλότερου επιπέδου, υπό τις περιστάσεις, από το επίπεδο που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Το μέτρο δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού, αλλά του λογικού, συνετού και ικανού οδηγού.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου).
- Η υπόθεση αυτή, ως προαναφέρθηκε, αφορά τροχαίο ατύχημα σε αυτοκινητόδρομο στο οποίο ενεχόμενοι ήταν τρία μηχανοκίνητα οχήματα [δια των οδηγών τους]. Το πραγματικό ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει σε αυτή την υπόθεση, είναι, ως προαναφέρθηκε, το κατά πόσο οι οδηγοί των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο δυστύχημα και ειδικότερα, οι, Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζήχαραλάμπους και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαμπή, υπό τις περιστάσεις, υπέπεσαν του επιπέδου που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό.
- Οι διάδικοι, αν και για τα περισσότερα από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης συμφωνούν, ή, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι συμφωνούν ένεκα μη αμφισβήτησης τους, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο κυρίαρχο και επίδικο για την υπόθεση ζήτημα, υποστήριξαν προς το Δικαστήριο δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές σε ότι αφορά τα γεγονότα που το αφορούν. Οι θέσεις τους, κατ' αρχήν, διίστανται σε ότι αφορά τον λόγο, ή καλύτερα, την πραγματική αιτία για την οποία ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζήχαραλάμπους απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του. Γενεσιουργός, ως προκύπτει, αιτία του ατυχήματος («operative cause», βλ. Wright v Lodge [1993] 4 All E.R. 299). Ενώ, είναι πρόδηλο ότι, οι εν λόγω διάδικοι, διαφωνούν και ως προς το κατά πόσο ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαμπή, μπορούσε υπό τις περιστάσεις να αποφύγει την σύγκρουση που επακολούθησε με το όχημα του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους. Ως εκ τούτου, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου η διαπίστωση της αλήθειας, για να καταλήξει ποιος ευθύνεται για το ατύχημα ή και σε ποιο βαθμό (βλ. Hatton v Cooper [2001] EWCA Civ 623, Cooper v Floor Cleaning Machines [2003] EWCA Civ 1649 και Eyres v Atkinsons Kitchen and Bedrooms Ltd [2007] EWCA Civ 365). Διαπίστωσης, σε ότι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, σημειώνεται, θα επιτρέψει και την εξέταση του κατά πόσο η Δημοκρατία φέρει την οποιαδήποτε ευθύνη για την ζημιά του («operative liability»). Το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερόμενη υπόθεση Χριστόφορος Χαγκούδης κ. α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 1574, βοηθά, πιστεύω, να γίνει κατανοητή η άποψη μου αυτή: «. ένα καίριας σημασίας στοιχείο: Το κατά πόσο η ίδια η κατασκευή-κατάσταση του δρόμου στο σημείο εκείνο, συνέτεινε στη δημιουργία του κινδύνου. Ή αν το θέσουμε διαφορετικά, κατά πόσο εάν η κατασκευή του οδοστρώματος στη συμβολή των δύο δρόμων ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε τη συσσώρευση νερού σε τέτοια ποσότητα, δεν θα επροκαλείτο ο κίνδυνος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ζιπιτή κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 749, στην οποία αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσίβλητος 2 ο οποίος οδηγούσε το όχημά του στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Λευκωσίας, έχασε τον έλεγχό του και αφού συγκρούστηκε με το διαχωριστικό διάζωμα, ανατράπηκε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όπως διαπιστώθηκε, κοντά στο σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με το διάζωμα, υπήρχε στο οδόστρωμα ένα κοίλωμα διαμέτρου 3 περίπου μέτρων και βάθους 5εκ. Ο εφεσίβλητος 2 ισχυρίστηκε ότι η απώλεια του ελέγχου του οχήματός του, οφειλόταν σε πτώση στο κοίλωμα το οποίο δεν ήταν ορατό λόγω νερών της βροχής. Το Εφετείο επιβεβαίωσε κατ' αρχήν την ύπαρξη της υποχρέωσης της Δημοκρατίας να διατηρεί τους δρόμους της αρμοδιότητας της, περιλαμβανομένων και των αυτοκινητοδρόμων σε καλή κατάσταση και το ότι είναι αδιάφορο ουσιαστικά το αν η ευθύνη της αυτή βασίζεται σε δημόσια οχληρία ή αμέλεια, αφού τα δύο αυτά αστικά αδικήματα αλληλοκαλύπτονται. Αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο μια κατάσταση πραγμάτων επί του δρόμου συνιστά κίνδυνο, το Εφετείο ανέφερε ότι αυτό εξαρτάται από το κατά πόσο η ζημιά ήταν εύλογα προβλεπτή. Αν η δημιουργηθείσα κατάσταση είναι τέτοια που είναι εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο πρόκληση ζημιάς, τότε υπάρχει δημόσια οχληρία. Αν δε ένας λογικός άνθρωπος, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις περιπτώσεις, μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει πράγματι η πιθανότητα τραυματισμού κάποιου που ταξιδεύει στο δρόμο, τότε η κατάσταση συνιστά κίνδυνο. Όπου όμως η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς είναι τόσο απομεμακρυσμένη που θα την απέρριπτε αμέσως, επειδή ήταν βέβαια δυνατή αλλά καθόλου πιθανή, τότε η κατάσταση δεν συνιστά κίνδυνο. Στην περίπτωση της υπόθεσης Ζιπιτή, το Εφετείο αν και επιβεβαίωσε την ευθύνη της Δημοκρατίας για συντήρηση/επιδιόρθωση του δρόμου και την παράλειψή της να το πράξει αφού είχε ή όφειλε να έχει γνώση της ύπαρξης του προβλήματος στο δρόμο, εν τούτοις, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις, επειδή δεν είχε αποδειχθεί εκεί η αναγκαία αιτιώδης σύνδεση με μαρτυρία μεταξύ της ύπαρξης του κοιλώματος και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Ουσιαστικά, δεν είχε αποδειχθεί σ' εκείνη την περίπτωση πού ακριβώς οφειλόταν η απώλεια του ελέγχου του οχήματος του εφεσίβλητου 2 και, πιο συγκεκριμένα, κατά πόσο οφειλόταν σε επαφή του τροχού του με το κοίλωμα. Όμως, επανερχόμενοι στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας έφεσης, αντικειμενικά είναι που διαπιστώνεται και αναντίλεκτα, ότι η απώλεια ελέγχου του οχήματος που οδηγούσε η θανούσα οφειλόταν σε απότομη πλαγιολίσθηση η οποία προκλήθηκε λόγω της διόδου του μέσα από τη λίμνη νερών που λίμναζαν στο κοίλωμα. Πολύ χρήσιμη αυθεντία ως προς το υπό εξέταση θέμα παρέχεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Burnside and Another v. Emerson and Others [1968] 3 All E.R.
- Σε εκείνη την υπόθεση, ο οδηγός αυτοκινήτου υπό συνθήκες έντονης και παρατεταμένης βροχής, εισήλθε εντός λίμνης νερού που βρισκόταν στο μέσο του δρόμου και, αφού απώλεσε τον έλεγχο, κινήθηκε δεξιά και συγκρούστηκε με εξ' αντιθέτου κατευθύνσεως ερχόμενο όχημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιρρίψει ακέραιη την ευθύνη για το δυστύχημα στο αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής, που ήταν ένας από τους εναγομένους λόγω ανεπάρκειας ή αστοχίας του υπάρχοντος συστήματος διαφυγής ομβρίων υδάτων. Στην έφεση που ακολούθησε, οι ξεκάθαρες αρχές και οι τρεις προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια, τις οποίες έθεσε ο Lord Denning M.R., αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Οι προϋποθέσεις είναι:
- Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
- Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
- Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην ανωτέρω υπόθεση, το Αγγλικό Εφετείο συμπέρανε κατ' αρχήν ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείτο εφόσον ο συνδυασμός της ύπαρξης της λίμνης νερού στο δρόμο και στροφής που ακολουθούσε, δημιουργούσε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση για τους οδηγούς. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή η επικινδυνότητα προκλήθηκε από παράλειψη επιδιόρθωσης/συντήρησης του δρόμου, το γεγονός της ύπαρξης της υδάτινης λίμνης από μόνο του σε μια τόσο βροχερή μέρα, δεν ήταν αρκετό. Όμως υπήρχε και μαρτυρία σύμφωνα με την οποία εκείνο το σημείο του δρόμου δεν είχε επαρκές σύστημα διαφυγής-αποχέτευσης των ομβρίων υδάτων και το νερό λίμναζε. Υπήρχε εκεί εγκατεστημένο καλό σύστημα αποχέτευσης των υδάτων με σωλήνα 6 ιντζών, πλην όμως υπήρχε στο δρόμο στο σημείο εκείνο ένα βαθούλωμα, πιο ψηλό από το σημείο διαφυγής του νερού και η διαφυγή εμποδιζόταν μερικώς και λόγω της κατασκευής του δρόμου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, το Εφετείο συμπέρανε ότι το αρμόδιο δημοτικό συμβούλιο δεν κατέδειξε ότι άσκησε την εύλογη φροντίδα η οποία απαιτείτο υπό τις περιστάσεις και απέτυχε να λειτουργεί το σύστημα ικανοποιητικά. Ως προς το θέμα καταμερισμού ευθύνης, το Εφετείο απέδωσε ευθύνη και στον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου αφού συμπέρανε ότι οποιοσδήποτε οδηγός ο οποίος οδηγούσε με μια λογική ταχύτητα και με άσκηση επιμέλειας, θα μπορούσε να διέλθει από τη λίμνη νερού με ασφάλεια χωρίς να πλαγιολισθήσει. Τα γεγονότα έδειχναν αναπόφευκτα ότι ο οδηγός εκείνος πρέπει να οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη από την αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις. Τελικά, το Εφετείο καταλόγισε ευθύνη και στον οδηγό του αυτοκινήτου στον οποίο καταμέρισε ποσοστό ευθύνης κατά 2/3 και στο εναγόμενο δημοτικό συμβούλιο κατά 1/
- Όπως είχε παρατηρήσει στην απόφασή του στην ίδια υπόθεση ο Diplock L.J., η υποχρέωση αρμόδιας αρχής όπως επισκευάζει/συντηρεί τους δρόμους, σίγουρα περιλαμβάνει και το καθήκον όπως ο δρόμος διαθέτει ένα επαρκές σύστημα διοχέτευσης των ομβρίων υδάτων.». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου)
- Ως εκ τούτου, στρέφω την προσοχή μου στην μαρτυρία που προσήχθη κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο τα ακόλουθα πρόσωπα: ο Αστυφύλακας 320, Θ. Χατζηλούκα της Αστυνομικής Υπηρεσίας των Κυρίαρχων Βάσεων («Sovereign Base Areas Police Service» / «SBA»), ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαμπή και ο Αστυφύλακας 353, Α. Παπαπολυδώρου επίσης της Αστυνομικής Υπηρεσίας των Κυρίαρχων Βάσεων.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Εναγομένου / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα, Νικόλα Χατζηχαραλάμπους, εκτός της μαρτυρίας που προσέφερε ο ίδιος στο Δικαστήριο, κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες τα ακόλουθα πρόσωπα: η σύζυγος του Ελένη Εγγλέζου Χατζηχαραλάμπους και ο Αστυφύλακας 301, Α. Γέρου της Αστυνομικής Υπηρεσίας των Κυρίαρχων Βάσεων.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 4, Γενικού Εισαγγελέα, κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, ο Μιχάλης Μιχαήλ, Τεχνικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων της Δημοκρατίας.
- Στην συνέχεια της απόφασης μου, εκ της ανάγκης εξοικονόμησης χρόνου στον λόγο, χρησιμοποιώ (αν καταστεί απαραίτητο) τις εξής σύντομες αναφορές και ακρωνύμια: i. «η Ενάγουσα»: Ενάγουσα / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1, A. CH. Travel & Tours Ltd. ii. «ο Εναγόμενος» ή ανάλογα της περίπτωσης «ο ΜΥ2»: ο Εναγόμενος / Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, Νικόλας Χατζηχαραλάμπους. iii. «ο Χαμπή» ή ανάλογα της περίπτωσης «ο ΜΕ2»: ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαράλαμπος Χαμπή. iv. «ο Αδάμαντου»: ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 3, Ιάκωβος Αδάμαντου. v. «η Δημοκρατία»: ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. vi. «η SBA»: Αστυνομική Υπηρεσία των Κυρίαρχων Βάσεων («Sovereign Base Areas Police Service»). vii. «ο ΜΕ1»: ο Αστυφύλακας 320, Θ. Χατζηλούκα της SBA. viii. «ο ΜΕ3»: ο Αστυφύλακας 353, Α. Παπαπολυδώρου της SBA. ix. «η ΜΥ1»: η Ελένη Εγγλέζου Χατζηχαραλάμπους. x. «ο ΜΥ3»: ο Αστυφύλακας 301, Α. Γέρου της SBA. xi. «ο ΜΥ για την Δημοκρατία»: ο Μιχάλης Μιχαήλ, Τεχνικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων της Δημοκρατίας. xii. «το Όχημα Α»: το επιβατικό-τζιπ όχημα μάρκας BMW, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας / Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1, A. CH. Travel & Tours Ltd, με αριθμούς εγγραφής KTJ
- xiii. «το Όχημα C»: το επιβατικό όχημα μάρκας BMW, της ιδιοκτησίας του Εναγομένου, με αριθμούς εγγραφής KQZ
- xiv. «το Όχημα Β»: το βαν όχημα μάρκας Peugeot, της ιδιοκτησίας του Αδάμαντος, με αριθμούς εγγραφής ΕΗΜ
- Ως εκ των προαναφερομένων, ξεκινώ με την εκτίμηση της μαρτυρίας του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος, σχεδόν αμέσως μετά το ατύχημα, στην σκηνή του δυστυχήματος, ερωτήθηκε από τον ΜΕ1, που ήταν εκ των πρώτων αστυνομικών της SBA που κατέφθασαν στην σκηνή, πως έγινε το τροχαίο ατύχημα, και η απάντησης του ήταν «Όπως επήεννα έδωκα μές τα νερά τζαι χτύπησα το κιγκλίδωμα, τζαι μετά εχτύπησε μου άλλος που έρκετουν που πίσω τζαι ο άλλος τον άλλον.» (βλ. Τεκμήριο ΘΧ8, που είναι η γραπτή κατάθεση του ΜΕ1 ημερομηνίας 19/10/2013). Ανακρινόμενος την 13/10/2011 (δηλαδή, 5 ημέρες μετά το ατύχημα) από τον ΜΥ3, επίσης αστυνομικό της SBA, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, ο Εναγόμενος, με περισσότερη λεπτομέρεια, ανέφερε τα εξής: «. Έβρεχε πάρα πολύ εκείνη την ώρα. Εγώ κρατούσα την δεξιά λωρίδα διότι μπροστά μου υπήρχε κάποιο άλλο όχημα το οποίο σήκωνε σύννεφο νερού με τα λάστιχα του, με αποτέλεσμα η ορατότητα μου να είναι σχεδόν αδύνατη. Μπήκα δεξιά για να βλέπω. Το όχημα στα αριστερά τα προσπέρασα και οδήγησα για κάποια ώρα μέχρι που στο σημείο της γέφυρας . , χωρίς να δω κάτι και χωρίς να κάμω οποιαδήποτε κίνηση το αυτοκίνητο μου γύρισε δεξιά, χτύπησε με το μπροστινό δεξί μέρος το κιγκλίδωμα. Προσπάθησα να το επαναφέρω . όμως δεν εγίνετουν. Συνέχισε στην ίδια πορεία με τα μούτρα να τρίβονται στο κιγκλίδωμα.» (βλ. Τεκμήριο ΘΧ3, στην 2η σελίδα, που είναι το έγγραφο όπου καταγράφεται η ανάκρισης του Εναγομένου από τον ΜΥ3.). Σχετικά με την σφοδρότητα της βροχής κατά το χρονικό διάστημα πριν από το ατύχημα και τις επιπτώσεις της στην ορατότητα κατά την οδήγηση, χαρακτηριστική ήταν η απάντησης του Εναγομένου προς τον ΜΥ3 όταν ερωτήθηκε κατά πόσο θυμόταν «τι όχημα προσπέρασε», όταν απάντησε, «δεν το θυμάμαι διότι ήταν τόσα πολλά τα νερά, είδα τα φώτα του κώλου του μόνο, αλλά δεν συγκράτησα τίποτα.» (βλ. Τεκμήριο ΘΧ3, στην 5η σελίδα, που είναι το έγγραφο όπου καταγράφεται η ανάκρισης του Εναγομένου από τον ΜΥ3.). Κατά την ανάκριση του από τον ΜΥ3, ο Εναγόμενος ερωτήθηκε και για την ταχύτητα που οδηγούσε το όχημα του αμέσως πριν από το ατύχημα. Η απάντησης του ήταν ότι «ήταν περίπου 80-χλμ λόγω του καιρού.» (βλ. Τεκμήριο ΘΧ3, στην 2η σελίδα, που είναι το έγγραφο όπου καταγράφεται η ανάκρισης του Εναγομένου από τον ΜΥ3.). Σε ότι αφορά την άποψη του για τον λόγο του ατυχήματος, ο Εναγόμενος, ερωτηθείς σχετικά από τον ΜΥ3 κατά την προαναφερόμενη ανάκριση του, κατέθεσε το εξής: «Το σημείο του δρόμου εκεί, άμαν έχει έντονη βροχόπτωση κάμνει λάντα η οποία είναι πολλά επικίνδυνη. Γι' αυτό τουμπαρίσκουν. Αυτό δεν το γνώριζα πριν το ατύχημα. Τώρα όμως ξέρω ότι στο σημείο αυτό πρόσφατα, σε διάστημα 10 ημερών προκλήθηκαν 3 δυστυχήματα. Θέλω να σας το φέρω σε γνώση σας να κάμετε κάτι να σαστεί ο δρόμος.» (βλ. Τεκμήριο ΘΧ3, στην 5η σελίδα, που είναι το έγγραφο όπου καταγράφεται η ανάκρισης του Εναγομένου από τον ΜΥ3.).
- Σε αυτό το σημείο, -και επειδή έχει σημασία για την εξέταση της μαρτυρίας του Εναγομένου που ακολουθεί-, είναι κατάλληλο να σημειωθεί, ότι, η Ενάγουσα, στην έκθεση απαίτησης της, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής και προκάλεσε το ατύχημα και συνακόλουθα την ζημιά της, επειδή οδηγούσε με υπερβολική και επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, γεγονός που συνετέλεσε στην απώλεια του ελέγχου του οχήματος του και την μη έγκαιρη λήψη μέτρων από πλευράς του προς αποφυγή του ατυχήματος, όταν πλέον το όχημα του ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος της Ενάγουσας που οδηγείτο από τον Χαμπή. Σημαντικά συνεπώς, σε ότι αφορά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και του Εναγομένου, είναι και τα όσα κατέθεσαν προς τον ΜΥ3 για την υπόθεση αυτή και τα υπόλοιπα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, επειδή, από αυτά, μπορεί να ελεγχθούν οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Εναγομένου. Τέτοιες καταθέσεις, ελήφθησαν από την ΜΥ2 (που είναι η σύζυγος του Εναγομένου), τον Χαμπή (που ήταν ο οδηγός του Οχήματος Α) και τον Αδάμαντου (που ήταν ο οδηγός του Οχήματος Β), οι οποίες παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κατά την δίκη -από τον ΜΕ1 και αναγνωρίστηκαν στην συνέχεια και από τον ΜΥ3 ο οποίος τις έλαβε και επιμαρτύρησε-, ως Τεκμήρια ΘΧ2, ΘΧ4 και ΘΧ5 αντίστοιχα).
- Σε ότι αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, στην κατάθεση της (που δόθηκε 24/10/2011, δηλαδή 16 ημέρες μετά το ατύχημα και 11 ημέρες μετά την κατάθεση του Εναγομένου), η ΜΥ2 αναφέρει τα εξής: «Ήταν βροχερή πολλά η ημέρα. Οι καθαριστήρες δούλευαν στο full. Θυμάμαι ήμασταν στη δεξιά λωρίδα. Θυμούμαι επίσης ότι προσπέρασα κάποια αυτοκίνητα . Ο Νικόλας μπήκε να προσπεράσει επειδή δεν έβλεπε καλά. Όταν προσπεράσαμε και το τελευταίο αυτοκίνητο, συνεχίσαμε να κρατάμε την δεξιά λωρίδα του δρόμου. Σε κάποιο σημείο το αυτοκίνητο μας έσυρε, δηλαδή ένιωσα ότι εγύρισε έδωκε στο κιγκλίδωμα της μέσα του δρόμου, έπεσε τριφτό όπως πάνω σε πάγο και έβλεπε προς την αντίθετη κατεύθυνση, ξαναγύρισε με κάποιο τρόπο εν θυμάμαι πως . Δεν ξέρω να πω πόση απόσταση διανύσαμε τριφτοί.».
- Η κατάθεσης του Χαμπή, επίσης ανακριτική από τον ΜΥ3, που ελήφθη την 14/10/2011 (δηλαδή, 5 ημέρες μετά το ατύχημα), σε ότι αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος, αποκαλύπτει τα εξής: «Ο καιρός ήταν πολύ βροχερός, είχα αναμμένα τα φώτα πορείας ως επίσης και τα φώτα κινδύνου. Κρατούσα την αριστερά λωρίδα με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 80-χλμ. Στο σημείο του ατυχήματος, είδα να με προσπερνά από δεξιά ένα ασημένιο BMW
- Μόλις με προσπέρασε σε απόσταση 15 μέτρων από εμένα και ενώ ήταν στην δεξιά λωρίδα είδα το αυτοκίνητο αυτό να γυρίζει 360 μοίρες προς τα αριστερά. Όπως γύρισε εισήλθε στην πλευρά μου. Αμέσως πάτησα φρένο, το αυτοκίνητο μου πήγε τριφτό σε ευθεία πορεία, και χτύπησα πάνω στο 520 .Το αυτοκίνητο μου ακινητοποιήθηκε όπως χτύπησα πάνω του, ενώ το 520 συνέχισε για λίγα μέτρα ακόμα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδα στην δεξιά λωρίδα δίπλα μου να περνά ένα Peugeot μικρό πράσινο και να χτυπά και εκείνο πάνω στο 520 στο μπροστινό του μέρος.».
- Επίσης ανακριτική, ήταν και η κατάθεσης του Αδάμαντου, η οποία ελήφθη 04/11/2011 (δηλαδή, 25 ημέρες μετά το ατύχημα). Αυτός, σε ότι αφορά το ατύχημα και πως αυτό επισυνέβη, ανέφερε τα εξής: «Οδηγούσα στην αριστερά λωρίδα του δρόμου περίπου 70-80-χλμ, διότι έβρεχεν καταρρακτωδώς. Περνά ένα αυτοκίνητο από τη δεξιά λωρίδα με αρκετά μεγαλύτερη ταχύτητα από εμένα. Δεν ξέρω ποια ήταν η ταχύτητα του. Όπως οδηγούσα μετά από λίγα δευτερόλεπτα είδα μπροστά μου ένα αυτοκίνητο κάθετα μέσα στην μέση του δρόμου. Προσπάθησα να το αποφύγω στρίβοντας δεξιά και πατώντας στόπερ αλλά ήταν αδύνατον.». Σε ερώτηση του ΜΥ3 για την ορατότητα που απολάμβανε αμέσως πριν από το ατύχημα, ο Αδάμαντος έδωσε την εξής απάντηση: «Όχι πολλή. Θυμάμαι ένα μπροστά μου στην ίδια λωρίδα και περίπου στην ίδια ταχύτητα, ακολουθούσα άλλο όχημα από απόσταση ασφαλισμένη δηλαδή τουλάχιστον πέντε αυτοκίνητα. Δεν θυμάμαι τι όχημα ήταν αλλά ξέρω ότι είχε αναμμένα τα φώτα κινδύνου τα κίτρινα.». Διευκρινίζοντας, ότι, ακολουθούσε το εν λόγω όχημα για αρκετή ώρα, απόστασης 6 - 7 χλμ.: «. όταν άρχισαν τα νερά ο άνθρωπος ελάττωσε όπως έκαμα και εγώ, τζαι κρατούσαμε τον ίδιο ρυθμό.». Και, ότι, το όχημα που τον προσπέρασε, ήταν το όχημα με το οποίο τελικά συγκρούστηκε «μετά από λίγα δευτερόλεπτα πάντως κάτω από λεπτό». Και, ότι, το προπορευόμενο αυτού όχημα, ως εκ των υστέρων διαπίστωσε, ήταν της Ενάγουσας που οδηγείτο από τον Χαμπή. Η κατάθεσης του Αδάμαντου, -ο οποίος, ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος, τελικά δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, καθότι, ως προαναφέρθηκε, η απαίτησης του Εναγομένου εναντίον του, την οποία και αμφισβητούσε, αμέσως μετά την πρώτη δικάσιμο ακροάσεως αυτής της υπόθεσης από το Δικαστήριο, αποσύρθηκε, ενώ δεν εκλήθη από τον οποιοδήποτε διάδικο ως μάρτυρας για την υπόθεση του-, είναι και η πιο αποκαλυπτική και αφής στιγμής η λήψη της και τα αναφερόμενα σε αυτήν ως γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγομένου [ή και Ενάγουσας] με τον οποιονδήποτε τρόπο κατά την δίκη, διατηρούν την αξία τους ως δηλώσεις προσώπου που είναι παραδεκτό ότι ενεπλάκη στο ατύχημα και είχε γνώση και άποψη των γεγονότων [ως εξέλαβε ότι διαδραματίστηκαν]. Αποδίδεται δε σε αυτήν από το Δικαστήριο, η ανάλογη υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις βαρύτητα. Από αυτήν, ελεγχόμενα τα όσα γεγονότα καταγράφονται σε αυτήν υπό το φως και των όσων γεγονότων ο Χαμπή ισχυρίστηκε στην δική του κατάθεση αλλά και δια ζώσης μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, καταρρίπτονται δύο κατά την κρίση μου βασικοί ισχυρισμοί του Εναγομένου. Ότι, αμέσως πριν από το ατύχημα, ο Εναγόμενος οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 80 χλμ. Και ότι, προσπερνώντας τα οχήματα που προπορεύονταν του δικού του οχήματος, αμέσως πριν από το ατύχημα, είχε αναπτύξει τέτοια απόσταση, ώστε, όταν το όχημα του μετά την σύγκρουση του στο εσωτερικό διαχωριστικό κιγκλίδωμα στον αυτοκινητόδρομο, ακινητοποιήθηκε στον δρόμο (φράσσοντας ουσιαστικά την εξωτερική / αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας), οι οδηγοί που τον ακολουθούσαν -και ειδικότερα ο Χαπμή- είχαν χρόνο αντίδρασης να οδηγήσουν το όχημα τους κατά τρόπο που η σύγκρουσης με το όχημα του μπορούσε να αποφευχθεί.
- Και αναλύω περαιτέρω το σκεπτικό μου ως προς την προαναφερόμενη κατάληξη μου. Ο Εναγόμενος, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, όπως και στην κατάθεση του προς τον ΜΥ3, Τεκμήριο ΘΧ3, υποστήριξε ότι, οδηγώντας το όχημα του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει τα προπορευόμενα του δικού του οχήματα, ανέπτυξε ταχύτητα, η οποία όμως, λόγω των καιρικών συνθηκών, ολικός, «δεν ήταν υπερβολική». Όπως ισχυρίστηκε, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το όχημα του αμέσως πριν από το ατύχημα, δεν ήταν «ιλιγγιώδης» και παρά το γεγονός ότι δεν είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ελέγξει το ταχύμετρο του οχήματος του, η ταχύτητα του, δεν μπορούσε να υπερέβαινε τα 10 χλμ ανά ώρα, αυτής των οχημάτων που είχε μόλις προσπεράσει. Άλλωστε, ως υποστήριξε, οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεπαν οδήγηση του οχήματος του με μεγαλύτερη ταχύτητα, ενώ στο όχημα του, επέβαινε και η οικογένεια του. Δεν αποδέχομαι, την προαναφερόμενη μαρτυρία του Εναγομένου σε ότι αφορά την ταχύτητα του για τους εξής κυρίως λόγους. Βρίσκω, από την υπόλοιπη μαρτυρία, που, σε ότι αφορά αυτό το γεγονός, κρίνεται αξιόπιστη, ότι ο Εναγόμενος, δεν οδηγούσε το όχημα του με την ταχύτητα που κατά την δίκη υποστήριξε [στο Δικαστήριο] ότι το οδηγούσε αμέσως πριν το ατύχημα. Κατ' αρχήν, επαναλαμβάνω σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, την κατάθεση του Αδάμαντου στον ΜΥ3, ότι, στιγμές πριν από την επίδικη σύγκρουση, το όχημα του Εναγομένου, τον προσπέρασε, -ενώ αυτός, όπως και ο Χαμπής, οδηγούσαν τα οχήματα τους με σταθερή ταχύτητα περί τα 80 χλμ (το μέγιστο) ανά ώρα-, «από τη δεξιά λωρίδα με αρκετά μεγαλύτερη ταχύτητα» (η έμφασης είναι δική μου). Αυτή, επιβεβαιώνει την μαρτυρία του Χαμπή, ότι, αυτός, οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 80 χλμ ανά ώρα. Ο οποίος, Χαμπή, σημειώνεται, κατά τρόπο που επίσης συνάδει η μαρτυρία του με τα όσα ο Αδάμαντου κατέθεσε στον ΜΥ3, κατά την δίκη, υποστήριξε στο Δικαστήριο ότι, ο Εναγόμενος, κατά την προσπέραση του οχήματος του, στιγμές πριν από το ατύχημα, οδηγούσε το όχημα του με «μεγάλη ταχύτητα». Κάτι το οποίο, μπορεί άλλωστε να υποστηριχτεί και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το σχεδιαγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο ΘΧ1, που ετοιμάστηκε από τον αστυνομικό της SΒΑ, ΜΕ1, -τα καταγραμμένα εις το οποίο ή η ακρίβεια και ορθότητα αυτών, σημειώνεται, δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα εκ των διαδίκων κατά την ακρόαση της υπόθεσης-, παρουσιάζει, ότι, το όχημα του Εναγομένου, αφού συγκρούστηκε με το εσωτερικό του κιγκλιδώματος του αυτοκινητοδρόμου (βλ. το σημείο Χ στο σχεδιαγράφημα της σκηνής Τεκμήριο ΘΧ1), σύρθηκε, όπως υποστήριξε και ο Εναγόμενος, για απόσταση πέραν των 78 μ. για να έρθει τελικά σε στάση (βλ. από το σχεδιαγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο ΘΧ1, το οποίο επεξήγησε σχετικά ο ΜΕ1, ότι η απόστασης από το προαναφερόμενο σημείο Χ, μέχρι το σημείο F, επιμετρήθηκε από τους αστυνομικούς της SBA, ότι ήταν 78 μ.). Γεγονός, που, ακόμα και υπό συνθήκες βρεγμένου ασφαλτικού οδοστρώματος, -που είναι γεγονός παραδεκτό από τους διαδίκους-, εφαρμόζοντας κάποιος την κοινή λογική (βλ. Shakolas v Agathangelou a. a.
(1983)1 C.L.R. 1007 και Χρίστου ν Χρίστου κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10, 07/07/2015), υποστηρίζει και ενισχύει την προαναφερόμενη μαρτυρία του Χαμπή και τα αναφερόμενα στην κατάθεση του Αδάμαντου, Τεκμήριο ΘΧ5, ότι, ο Εναγόμενος, αμέσως πριν από το επίδικο ατύχημα, οδηγούσε το όχημα του με ουσιαστικά μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτή που ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο. Ας σημειωθεί, εδώ, κάτι, το οποίο ετέθη και από τον Χαμπή, όταν ο συνήγορος του Εναγομένου του υπέβαλε, ότι: ο λόγος για τον οποίο δεν μπόρεσε έγκαιρα να εφαρμόσει τα φρένα του ή να λάβει άλλα ή περαιτέρω μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης του οχήματος του με αυτό του Εναγομένου, ήταν το γεγονός της οδήγησης του οχήματος του με υπερβολική ταχύτητα•, ότι εάν τέτοια ήταν η περίπτωση, σίγουρα, σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου, -ο οποίος υποστήριξε ότι ανέπτυξε ταχύτητα για να προσπεράσει τα προπορευόμενα αυτού οχήματα και ότι κινήθηκε με κάποια ταχύτητα αναπτύσσοντας και κάποια απόσταση από αυτά προπορευόμενος-, αυτός οδήγησε, κατά την δεδομένη στιγμή, το όχημα του, με ουσιαστικά μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτήν που ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο.
- Εδώ, βρίσκω, είναι το κατάλληλο στάδιο να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με την νομολογία, όπου ένα όχημα, κινούμενο στον δρόμο, καταλήξει, λανθασμένα, σε σημείο του δρόμου ώστε να βρεθεί στην διαδρομή ενός άλλου οχήματος με αποτέλεσμα την σύγκρουση, εκ πρώτης όψεως, ο οδηγός του εν λόγω οχήματος, είναι υπαίτιος αμελούς οδήγησης, φέρων και το αποδεικτικό βάρος για το αντίθετο, το οποίο δεν αποσείεται μόνο από το γεγονός ότι το όχημα του ολίσθησε. Βλ. στο σύγγραμμα Bingham & Berrymans', Personal Injury And Motor Claims Cases, 13η έκδοση, στην σελίδα 382, όπου γίνεται αναφορά στην απόφαση του Δικαστή McKenna στην υπόθεση Richley v Faull [1965] 3 All E.R. 109, με παραπομπή και στην απόφαση του Δικαστή Greene, M. R. στην υπόθεση Laurie v Raglan Building Co Ltd [1941] 3 All E.R.
- Στην προαναφερόμενη υπόθεση, Richley v Faull [1965] 3 All E.R. 109, ο Δικαστής McKenna ανέπτυξε το εξής σκεπτικό: (σε ελεύθερη δική μου μετάφραση:) «Εγώ, φυσικά, συμφωνώ ότι εκεί που το φορτηγό του εναγομένου συγκρούεται στο πεζοδρόμιο ή, όπως στην υπόθεση αυτή, κινείται στην λανθασμένη πλευρά του δρόμου στην διαδρομή του ενάγοντα, υπάρχει εκ πρώτης όψεως αμέλεια, και ότι αυτή η υπόθεση δεν εκτοπίζεται απλώς με απόδειξη ότι το όχημα του εναγομένου ολίσθησε. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η ολίσθησης έλαβε χώρα χωρίς υπαιτιότητα του εναγομένου. Ευσεβάστως διαφωνώ με την θέση ότι το γεγονός της ολίσθησης είναι από μόνο του στοιχείο ουδέτερο. Θεωρώ ότι η ανεξήγητη και βίαιη ολίσθησης είναι από μόνη της απόδειξη αμέλειας. Πολύ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι η ολίσθησης που επεξηγεί την παρουσία του φορτηγού του εναγομένου στο πεζοδρόμιο ή, όπως εδώ, στη λάθος μεριά του δρόμου, είναι ουδέτερη, και ότι ο εναγόμενος πρέπει να αποτύχει στην υπόθεση του, εκτός και αν αποδείξει ότι το ουδέτερο αυτό γεγονός επισυνέβη χωρίς δική του παράλειψη. Είτε είμαι λάθος, είτε είμαι ορθός, η κατάληξης είναι η ίδια: ο εναγόμενος αποτυγχάνει εκτός αν αποδείξει ότι η ολίσθησης που τον οδήγησε στην λάθος μεριά του δρόμου επισυνέβη χωρίς δική του υπαιτιότητα.». (αυτούσια περικοπή από την απόφαση:) («I, of course, agree that where the respondent"s lorry strikes the plaintiff on the pavement or, as in the present case, moves onto the wrong side of the road into the plaintiff's path, there is a prima facie case of negligence, and that this case is not displaced merely by proof that the defendant"s car skidded. It must be proved that the skid happened without the defendant"s default. I respectfully disagree with the statement that the skid by itself is neutral. I think that the unexplained and violent skid is in itself evidence of negligence. It seems hardly consistent to hold that the skid which explained the presence of the respondent"s lorry on the pavement or, as here, on the wrong side of the road, is neutral, but that the defendant must fail unless he proves that the neutral event happened without his default. Whether I am right in this or wrong, the conclusion is the same: the defendant fails if he does not prove that the skid which took him to the wrong place happened without his default.»).
- Σχετική εν προκειμένω, είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρυσάνθου ν Ανδρέα Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295, στην οποία ο έντιμος Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, που ανακοίνωσε την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, προβαίνει σε σχετική ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα. 25. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 66ΣΤ των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, δεν επιτρέπεται σε κανένα όχημα να σταματά ή να παραμένει στάσιμο σε οδόστρωμα αυτοκινητόδρομου [[iii]]. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, όπου το όχημα του Εναγομένου, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, σταμάτησε και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος του αυτοκινητοδρόμου (ανεξαρτήτως του ισχυρισμού περί της ολισθήσεως του, βλ. Laurie v Raglan Building Co Ltd [1941] 3 All E.R. 332 ανωτέρω), κατά παράβαση του προαναφερόμενου κανονισμού, δηλαδή, σε σημείο όπου όχημα δεν μπορεί να σταματά ή να παραμένει στάσιμο, το γεγονός αυτό, εκ πρώτης όψεως (βλ. Χρυσάνθη Χρυσάνθου ν Ανδρέα Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295, Laurie v Raglan Building Co Ltd [1941] 3 All E.R. 332 και Richley v Faull [1965] 3 All E.R. 109 ανωτέρω), καταδεικνύει αμέλεια του Εναγομένου, ο οποίος, με τους ισχυρισμούς του, απέτυχε να την εκτοπίσει. Τουναντίον, βρίσκω, ότι, οι ίδιοι ισχυρισμοί του Εναγομένου, -δεδομένου και του ευρήματος μου σε ότι αφορά την αναλήθεια των ισχυρισμών του σε ότι αφορά την ταχύτητα που οδηγούσε το όχημα του αμέσως πριν το ατύχημα-, καταδεικνύουν ότι, αυτός, ήταν υπό τις περιστάσεις αμελής κατά την οδήγηση του οχήματος του. Και αυτό, ακόμη και στην περίπτωση όπου ήθελε υποτεθεί ότι το γεγονός της ολίσθησης του οχήματος του, είναι στοιχείο, σε κάθε περίπτωση, ουδέτερο, και μη δυνάμενο να αποδείξει εκ πρώτης όψεως αμέλεια του. Σχετικά, είναι τα αναφερόμενα του αγγλικού Εφετείου, δια του Δικαστή Greene, M. R., στην απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση Laurie v Raglan Building Co Ltd [1941] 3 All E.R. 332: (σε ελεύθερη δική μου μετάφραση:) «. εντούτοις δεν βλέπω πως, εξετάζοντας κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, θα πρέπει να υπάρξει διαχωρισμός της θέσης όπου οι τροχοί του οχήματος σαρώνουν ολόκληρο τον πεζόδρομο. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις το όχημα βρίσκεται εκεί που δεν έχει δικαίωμα να βρίσκεται. Κανένα όχημα δεν δικαιούται να ελιχτεί κατά τρόπο που το οποιοδήποτε μέρος του να προβάλει πάνω από το πεζοδρόμιο τραυματίζοντας πεζούς που νόμιμα βρίσκονται εκεί. . Έτσι έχοντος των πραγμάτων, ο ενάγοντας έδωσε μαρτυρία που κατέδειξε ότι η θέση του φορτηγού να προβάλει επί του πεζόδρομου οφειλόταν σε ολίσθηση, και υπάρχει ισχυρισμός από πλευράς εναγομένου ότι, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως αμέλεια, το γεγονός αυτό επαρκεί ώστε να εκτοπίσει αυτή την εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Κατά την άποψη μου, αυτή δεν είναι μία στερεή θέση. Η ολίσθησης από μόνη της είναι ουδέτερη. Μπορεί να οφείλεται, ή μπορεί να μην οφείλεται, σε αμέλεια. Εάν, όταν προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, αποδεικνύεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε ολίσθηση η οποία επήλθε όχι υπαιτιότητας του οδηγού, αυτή η εκ πρώτης όψεως υπόθεση ξεκάθαρα εκτοπίζεται, αλλά η απλή απόδειξης της ολίσθησης σε εμένα δεν φαίνεται να επαρκεί για αυτό τον σκοπό. Είναι γεγονός ότι η υπόθεση αυτή δεν θα κριθεί επί του εν λόγω θέματος επειδή, κατά την κρίση μου, η μαρτυρία που προσήχθη από πλευράς ενάγοντος, εκτός από το απλώς να αποδείξει το γεγονός της ολίσθησης που μπορεί να ήταν ή να μην ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας, δείχνει ότι η ολίσθησης ήταν το αποτέλεσμα της αμέλειας από πλευράς του οδηγού. Ο δρόμος ήταν σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση. Ενωρίτερα κατά την διάρκεια της ημέρας είχε χιονίσει. Μετά είχε παγώσει, και η επιφάνεια του δρόμου ήταν σαν γυαλί. Παρ' όλα αυτά, αυτό το πολύ βαρύ φορτηγό οδηγήθηκε με ταχύτητα δέκα με δώδεκα μιλίων ανά ώρα χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες στους τροχούς του. Δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση ότι, όταν ένας δρόμος είναι σε μία τέτοια κατάσταση, ένα φορτηγό αυτού του τύπου, φορτωμένο με τον τρόπο που ήταν αυτό φορτωμένο, δικαιούται να πορεύεται με τέτοια ταχύτητα. Όταν δρόμοι είναι σε τέτοια κατάσταση που ένα μηχανοκίνητο όχημα δεν μπορεί καθόλου να οδηγηθεί με ασφάλεια στον δρόμο, είναι καθήκον του οδηγού του το σταματήσει. Όταν οι δρόμοι είναι σε τέτοια κατάσταση που ένα μηχανοκίνητο όχημα δεν μπορεί με ασφάλεια να οδηγηθεί με ταχύτητα που να υπερβαίνει το ρυθμό βαδίσματος, το καθήκον του οδηγού είναι το οδηγήσει με ταχύτητα που να υπερβαίνει το ρυθμό βαδίσματος. Η μαρτυρία εδώ καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση που ένας συνετός οδηγός, ακόμη και εάν δεν το έβρισκε αναγκαίο να σταματήσει, θα προχωρούσε με πολύ χαμηλότερη ταχύτητα. Ως εκ τούτου, πιστεύω ότι, όχι μόνο το γεγονός ότι μέρος του φορτηγού πρόβαλε και σάρωσε κατά μήκος του το πεζοδρόμιο ήγειρε εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας που έπρεπε να απαντηθεί, αλλά και ότι η μαρτυρία αρκούσε για να δοθεί μία απάντηση ακόμη και εάν δεν υπήρχε μια τέτοια εκ πρώτης όψεως υπόθεση.». (αυτούσια περικοπή από την απόφαση:) «. but I cannot see that, in considering whether a prima facie case of negligence has been established, any distinction should be drawn between the position where the wheels of a vehicle actually mount the pavement and that where a portion of the vehicle sweeps across the pavement. In each case the vehicle is where it has no right to be. No vehicle is entitled so to manoeuvre itself that any part of it projects over the pavement to the injury of pedestrians who are lawfully there. ... That being the position, the plaintiff gave evidence which showed that the position of the lorry over the pavement was due to a skid, and it is contended on behalf of the defendants that, assuming a prima facie case of negligence, that circumstance is sufficient to displace the prima facie case. In my opinion, that is not a sound proposition. The skid by itself is neutral. It may or may not be due to negligence. If, where a prima facie case of negligence arises, it is shown that the accident is due to a skid which happened without default of the driver, the prima facie case is clearly displaced, but merely to establish the skid does not appear to me to be sufficient for that purpose. As a matter of fact, the present case does not rest there because, in my judgment, the evidence led by the plaintiff, so far from merely establishing a skid which may or may not have been negligent, shows that the skid was due to negligence on the part of the driver. The road was in an extremely dangerous condition. It had snowed earlier in the day. Then it had frozen, and the surface of the road was like glass. Nevertheless, this very heavy lorry was driven at a speed of ten to twelve miles an hour without having any chains on its wheels. I am quite unable to accept the proposition that, when a road is in that condition, a lorry of this kind, loaded in the way in which it was loaded, is entitled to proceed at such a speed. If roads are in such a condition that a motor car cannot safely proceed at all, it is the duty of the driver of the motor car to stop. If the roads are in such a condition that it is not safe to go at more than a foot pace, his duty is to proceed at a foot's pace. The evidence here shows clearly that the road was in such a condition that a prudent driver, even if he did not find it necessary to stop, would have proceeded at a very much slower speed. I, therefore, think that, not only did the fact that part of the lorry swept across the pavement raise a prima facie case to be answered, but also that the evidence was sufficient to call for an answer even if there had been no such prima facie case of negligence.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου_
- Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Gauthier & Co Ltd v The King [1945] S.C.R.
- Και σε αυτή την υπόθεση, υπήρχαν δεδομένα που δεν επέτρεπαν την οδική συμπεριφορά του Εναγομένου, ο οποίος, βρίσκω, υπέπεσε του επιπέδου οδήγησης που αναμένεται από έναν λογικό, συνετό, ικανό και έμπειρο οδηγό. Ο ίδιος αποδέχθηκε με την μαρτυρία του ότι οι βροχές ήταν καταρρακτώδης. Ήταν μάλιστα για αυτό τον λόγο που η ορατότητα του κατά την οδήγηση, ήταν, όπως και ο ίδιος δήλωσε, περιορισμένη. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την «ομίχλη» που δημιουργούσε η ανασήκωσης των όμβριων υδάτων από το οδόστρωμα από τα οχήματα που προπορεύονταν του δικού του, οδήγησε τον Εναγόμενο να τα προσπεράσει, σε σημείο του δρόμου γνώριμο προς αυτόν ότι «κρατεί νερά» [[iv]]. Η οδήγησης ήταν μάλιστα τόσο δύσκολη, ως αναγνώρισε ο Εναγόμενος, που αρκετά οχήματα, όπως παρατήρησε και ο ίδιος κατά την διαδρομή του, ήταν σταματημένα στο επιστρωμένο έρεισμα του αυτοκινητοδρόμου. Εντούτοις, για τον ίδιο, αυτό δεν ήταν επιλογή, καθότι έπρεπε να μεταβεί στην Λευκωσία (πρώτα Αστρομερίτη για πάρει την σύζυγο του και ακολούθως Λευκωσία) επειδή τρείς περίπου ώρες μετά, αναλάμβανε καθήκοντα βάρδιας στις Κεντρικές Φυλακές όπου εργαζόταν τότε ως δεσμοφύλακας. Η επιλογή του όμως να συνεχίσει την οδήγηση του οχήματος του και να προσπεράσει στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου, υπό τις περιστάσεις που επικρατούσαν λόγω της έντονης βροχόπτωσης, που καθιστούσαν τον δρόμο επικίνδυνο [[v]], και με την ταχύτητα που οδήγησε το όχημα του, καταδεικνύει και την αμέλεια του (βλ. Αλέξης Χριστοφίνης ν Στέλλας Φρατζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/2011, 31/05/2017). Επισημαίνεται εδώ, ότι, το όχημα του Εναγομένου, δεν ολίσθησε μόνο ελάχιστα. Ο Εναγόμενος έχασε εντελώς τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο, είναι άξιο να σημειωθεί, ολισθαίνοντας, συγκρούστηκε με το εσωτερικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητοδρόμου, για να συνεχίσει την ανεξέλεγκτη πορεία του και για μία πολύ μεγάλη απόσταση, -ως προαναφέρθηκε, πέραν των 78 μ.- και να καταλήξει να ανακόψει την ελεύθερη οδική κυκλοφορία στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου όπου κινείτο νόμιμα και κανονικά το όχημα της Ενάγουσας από τον Χαμπή (βλ. Gibson, Mercer & Co Ltd v Partridge [1957] S.L.T. (Sh. Ct.) 56).
- Ο Εναγόμενος, έχοντας την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω και δια ζώσης όταν κατέθετε στο Δικαστήριο, δεν ήταν ειλικρινής σε ότι αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος και τόσο ο ίδιος, όσο και η ΜΥ1, σύζυγος του, της οποίας η μαρτυρία δια ζώσης μου άφησε την ίδια αίσθηση, προσπάθησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο ότι επισυνέβησαν γεγονότα που θα μπορούσαν να μεταθέσουν την ευθύνη του Εναγομένου για το ατύχημα στους αντιδίκους του ή να επιμερίσουν την ευθύνη μεταξύ τους, όταν τα γεγονότα, ως πραγματικά επισυνέβησαν, εις γνώση τους, δεν το δικαιολογούν. Οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου, αφορούν γεγονότα, ισχυρισμούς του Εναγομένου για την απαίτηση του, τόσο εναντίον της Ενάγουσας και του Χαμπή, όσο και εναντίον της Δημοκρατίας, ενδεικτικά της προαναφερόμενης κατάληξης μου.
- Για να στοιχειοθετήσει την απαίτηση του εναντίον της Ενάγουσας και του Χαμπή, ο Εναγόμενος υποστήριξε, -προφανώς για να υποστηρίξει ότι, ο Χαμπή, οδηγώντας το όχημα της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν επιμελής ώστε να απέφευγε την σύγκρουση των οχημάτων τους-, κατ' ουσίαν, ότι ο Χαμπή οδηγούσε το όχημα της Ενάγουσας με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, γεγονός που συνετέλεσε στο να μην δεηθεί να το σταματήσει, ή να το οδηγήσει κατά τρόπο που θα απέφευγε την σύγκρουση του με το δικό του, όταν πλέον το δικό του όχημα στάθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου μετά την σύγκρουση του στο εσωτερικό, αυτού, κιγκλίδωμα. Η προσπάθεια του Εναγομένου να πείσει ότι ο Χαμπή είχε τον χρόνο να παρατηρήσει και μπορούσε να παρατηρήσει την στάση του οχήματος του στον δρόμο και να οδηγήσει το όχημα του κατά τρόπο ώστε να αποφύγει την σύγκρουση των δύο οχημάτων, απέτυχε. Ο Εναγόμενος, δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και αυτό, εκτός του ότι παρατηρήθηκε από το Δικαστήριο όταν δια ζώσης εξεταζόταν κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, προκύπτει και από τα όσα ισχυρίστηκε, ενταγμένα αυτά στο σύνολο της μαρτυρίας που μου παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Κατ' αρχήν, σημειώνεται το προαναφερόμενο εύρημα μου σε ότι αφορά την ταχύτητα τόσο του Εναγομένου, όσο και του Χαμπή, που ανατρέπει και αυτή την θέση του Εναγομένου, την οποία προχωρώ αμέσως να εξετάσω στο σύνολο της, στην βάση της υπόλοιπης δοθείσας μαρτυρίας. Εν πρώτοις, σημειώνεται η θέση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του Εναγομένου, στην παράγραφο 4.Γ. του σχετικού δικογράφου που ο Εναγόμενος κατέθεσε στην διαδικασία, επί της οποίας η θέσης αυτή προωθήθηκε κατά την δίκη, σύμφωνα με την οποία: «ο οδηγός του οχήματος της Ενάγουσας ο οποίος ακολουθούσε το όχημα του Εναγομένου σε απόσταση παρέλειψε να σταματήσει και/ή αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα του Εναγομένου και συγκρούστηκε σε αυτό .» (η έμφαση είναι δική μου). Και προχωρώ στην μαρτυρία. Ο Εναγόμενος, ανακρινόμενος από τον ΜΥ3 της SBA (βλ. Τεκμήριο ΘΧ3), σε ότι αφορά τα όσα επακολούθησαν της σύγκρουσης του οχήματος του με το εσωτερικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητοδρόμου και εάν υπήρχε στο δρόμο άλλη τροχαία κίνηση, ανέφερε τα εξής: «. Συνέχισε την ίδια πορεία με τα μούτρα να τρίβονται στο κιγκλίδωμα. Θυμούμαι ότι είδα την γυναίκα μου, γύρισα από την άλλη πλευρά και είδα να έρχεται ευθεία πάνω μου ένα μαύρο Χ5 το οποίο μου εχτύπησε στο πλευρό μου . [και σε ότι αφορούσε την τροχαία κίνηση πριν από την σύγκρουση] . Μπροστά μου σίγουρα όχι. Κοίταξα πίσω να δω εάν δημιούργησα μίαν απόσταση από το όχημα που προσπέρασα αλλά δεν θυμάμαι να είδα κανένα.». Προσδιορίζοντας, όταν μαρτύρησε στο Δικαστήριο, ότι, χρονικά, η σύγκρουσης του οχήματος του με το όχημα της Ενάγουσας που οδηγείτο από τον Χαμπή, ήταν 5 δευτερόλεπτα μετά που το όχημα του ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου. Καθώς, επίσης ότι, όταν ενωρίτερα είχε προσπεράσει τα προπορευόμενα του οχήματος του οχήματα, στα 60 μ. περίπου, είχε ελέγξει τον δρόμο από τον κεντρικό καθρέφτη του οχήματος του και αντιλήφθηκε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος για να οδηγήσει και πάλι το όχημα του στην αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου. Είχε, ως υποστήριξε, αναπτύξει με τα οχήματα που τον ακολουθούσαν, μία απόσταση περίπου 60 μ., ώστε να μην αντιμετωπίζουν αυτά πρόβλημα από την ανασήκωση των όμβριων υδάτων από το οδόστρωμα λόγω της κίνησης του οχήματος του. Η σύζυγος του Εναγομένου, ΜΥ1, στην δική της κατάθεση προς την SBA, Τεκμήριο ΘΧ2, για το ίδιο ζήτημα ανέφερε τα εξής: «Δεν ξέρω πόση απόσταση διανύσαμε τριφτοί. Όπως ήμουν λοξά δεξιά είδα στην πλευρά του Νικόλα να έρχεται ένα μαύρο αυτοκίνητο, ίσια πάνω μας. Είμαι βέβαιη ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν στην αριστερή λωρίδα. Πρόλαβα να πω στον Νικόλα "έρκεται ένα μαύρο Χ5". Είδα τον Νικόλα να γυρίζει να το βλέπει και μετά να γυρίζει προς τα πάνω μου. Εγώ έβλεπα το μικρό μου. Αμέσως ένιωσα το χτύπημα. .». Μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, η ΜΥ1, υποστήριξε επιπρόσθετα των προαναφερομένων της προς την SBA, ότι, σε σχέση με την χρονική στιγμή που το όχημα του συζύγου της (Εναγομένου) ακινητοποιήθηκε στον δρόμο, σχεδόν ταυτόχρονα («σε κλάσματα δευτερολέπτου») το όχημα της Ενάγουσας συγκρούστηκε με το όχημα του συζύγου της. Επί των γεγονότων αυτών, ο Χαμπή, ανακρινόμενος από την SBA, ισχυρίστηκε στον ΜΥ3 τα εξής: «Μόλις με προσπέρασε σε απόσταση 15 μέτρων αό εμένα και ενώ ήταν στην δεξιά λωρίδα είδα το αυτοκίνητο αυτό να γυρίζει 360 μοίρες προς τα αριστερά. Όπως γύρισε εισήλθε στην πλευρά μου. Αμέσως πάτησα φρένο, το αυτοκίνητο μου πήγε τριφτό σε ευθεία πορεία και χτύπησε πάνω στο 520 .». Ερωτηθείς τότε, ο Χαμπή, ανακρινόμενος από τον ΜΥ3, αναφορικά με το κατά πόσο προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγει την σύγκρουση του οχήματος της Ενάγουσας με το όχημα του Εναγομένου, ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι: «Επειδή ήταν πολύ κοντά μου, δεν μπορούσα να στρίψω, μόνο πρόλαβα να πατήσω στόπερ.». Κατά την εξέταση της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Χαμπή, αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο υπεράσπισης του Εναγομένου, υποστήριξε ότι, χρονικά, όλα όσα γεγονότα επισυνέβησαν από την στιγμή που παρατήρησε το όχημα του Εναγομένου να κινείται ανεξέλεγκτα στον δρόμο μέχρι που αυτό βρέθηκε στην αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου όπου κινείτο το δικό του όχημα, ήταν σε «κλάσματα δευτερολέπτου». Αποδεχόμενος όμως αντεξεταζόμενος, ότι, όταν είχε παρατηρήσει το όχημα του Εναγομένου εκτός ελέγχου στον αυτοκινητόδρομο, η απόσταση του οχήματος του από αυτό, ήταν περίπου 60 μ. - 70 μ., όπως ισχυρίστηκε και ο Εναγόμενος. Εξηγώντας όμως ότι, μέχρις ότου «ενστικτωδώς» αντιδράσει, ώστε να εφαρμόσει τα φρένα του οχήματος του, δεδομένης και της ταχύτητας των 80 χλμ ανά ώρα με την οποία το οδηγούσε, η απόστασης του από το όχημα του Εναγομένου μειώθηκε στα 20 ή 30 μ. το μέγιστο. Θέσης για τα γεγονότα, που συνάδει και με τα όσα ο Αδάμαντου κατέθεσε στην SBA (βλ. Τεκμήριο ΘΧ5). Ο Αδάμαντου, που, ως υποστήριξε, οδηγούσε το όχημα του «5 αυτοκίνητα περίπου απόσταση» από αυτό της Ενάγουσας που οδηγείτο από τον Χαμπή, επίσης υποστήριξε ότι, η σύγκρουσης των οχημάτων της Ενάγουσας και του Χαμπή, πρέπει να έγινε όταν τα δύο οχήματα ήταν «πολύ κοντά το ένα στο άλλο». Παραθέτω αυτούσια περικοπή από τα όσα σχετικά καταγράφονται στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο ΘΧ5: «301: Από ποια απόσταση είδες το σειράς 5 κάθετα με το δρόμο; ΙΑ: Μόλις μπήκε της στροφής, θα ήταν ίσως 20 το πιο πολλή 25 μέτρα. 301: Το Χ5 που ήταν εκείνη την ώρα; ΙΑ: Το είδα ακριβώς εκείνη την ώρα να πατά στόπερ, να κλίνει ελαφρώς αριστερά και να χτυπά στην μέση του BMW με τα μούτρα του. 301: Εσύ τι έκαμες; ΙΑ: Αμέσως στόπερ, τιμόνι δεξιά αλλά το αυτοκίνητο μου ακολούθησε πορεία λοξός δεξιά και όπως ήταν γυρισμένο έσυρε, ευθεία και εγώ πάνω στο σειράς 5 με το αριστερό μπροστινό μου μέρος.».
- Προκύπτει, συνεπώς, από την προαναφερόμενη μαρτυρία, ότι, το μήκος της διαδρομής που ο Χαμπή ουσιαστικά είχε να διανύσει από της αντίληψης του δυστυχήματος -δεδομένου και του πως κινήθηκε το όχημα του Εναγομένου στον δρόμο από την στιγμή που ο Εναγόμενος απώλεσε το έλεγχο οδήγησης του-, μέχρις ότου το όχημα της Ενάγουσας, το οποίο οδηγούσε, να φτάσει το σημείο όπου βρισκόταν το όχημα του Εναγομένου, δεν ήταν αυτό που ο Εναγόμενος προσπάθησε να παρουσιάσει για να υποστηρίξει αμέλεια του Εναγομένου, αλλά κατά πολύ μικρότερο. Ο χρόνος άλλωστε, που τόσο ο Εναγόμενος, όσο και η σύζυγος του, ΜΕ1, που υποστήριξαν ότι διέρρευσε, μεταξύ του γεγονότος της σύγκρουσης τους με το εσωτερικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητοδρόμου και την στάση του οχήματος του Εναγομένου στην αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου, λογικά κρινόμενος (βλ. Shakolas v Agathangelou a. a.
(1983)1 C.L.R. 1007 και Χρίστου ν Χρίστου κ. α., ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολιτική Έφεση Αρ. 250/10, 07/07/2015), σε συνδυασμό και των όσων ο Αδάμαντου κατέθεσε στην SBA, συνάδει με αυτό το συμπέρασμα.
- Στρέφομαι τώρα, στους ισχυρισμούς του Εναγομένου, που, κατά την δίκη υποστήριξε για να αποδείξει την απαίτηση του εναντίον της Δημοκρατίας. -Οι οποίοι, ως προαναφέρθηκε, δεν είναι ασύνδετοι και σε ότι αφορά την υπόθεση του σε ότι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του και την Ανταπαίτηση του εναντίον της Ενάγουσας και του Χαμπή-. Υπενθυμίζω εδώ, ότι, η απαίτησης του Εναγομένου από την Δημοκρατία, βασίστηκε επί του ισχυρισμού, ότι, η Δημοκρατία ήταν, δια των αντιπροσώπων της, αμελής κατά την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου, ή μεταγενέστερα κατά την συντήρηση του, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο σημείο του, με αποτέλεσμα την συσσώρευση εκεί, σε κοίλωμα επί του οδοστρώματος του, της μεγάλης ποσότητας όμβριων υδάτων, που ήταν, ως ισχυρίζεται, η αιτία για την απώλεια του ελέγχου του οχήματος του και κατ' επέκταση του όλου ατυχήματος. Αυτά, είναι στην ουσία, τα όσα ο Εναγόμενος δικογράφησε στην έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε στην διαδικασία και αφορούν την υπόθεση του εναντίον της Δημοκρατίας, την οποία συνένωσε ως εναγόμενο διάδικο (βλ. παραγράφους 4Α και 5 του εν λόγω δικογράφου). Στην δίκη όμως, τα όσα υποστήριξε, δεν μπορούν να κριθούν ως αξιόπιστα για να υποστηρίξουν αυτή την θέση. Και εξηγώ. Κατ' αρχήν, ως διαπιστώνεται, αντί για «κοιλώματος» στο ασφαλτικό οδόστρωμα του αυτοκινητοδρόμου, αιτία για την συσσώρευση των όμβριων υδάτων, κατά την δίκη, υποστηρίχτηκε κάποια ουσιαστικώς διαφορετική, και με θέσεις υποστήριξης της, πραγματικά, καθόλου πειστικές. Κατ' αρχήν, σημειώνεται, ότι, ο Εναγόμενος, στην κατάθεση του προς την SBA, αναφέρθηκε, -εξηγώντας τον λόγο για τον οποίο απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του και το ατύχημα-, απλά σε «νερά» στον δρόμο και «λάντα» λόγω της έντονης βροχόπτωσης. Ως αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο προς τον ΜΥ3 και καταγράφεται στην κατάθεση του Τεκμήριο ΘΧ3: «Το σημείο του δρόμου εκεί, άμαν έχει έντονη βροχόπτωση κάμνει λάντα η οποία είναι πολλά επικύνδυνη. Γι' αυτό τουμπαρισκουν. Αυτό δεν το γνώριζα πριν το ατύχημα. Τώρα όμως ξέρω ότι στο σημείο αυτό πρόσφατα, σε διάστημα 10 ημερών προκλήθηκαν 3 δυστυχήματα. Θέλω να το φέρω σε γνώση σας να κάμετε κάτι να σαστεί ο δρόμος.». Κάτι τέτοιο όμως, δεν υποστηρίχθηκε από τον αστυφύλακα της SBA, ΜΕ1, που ήταν εκ των πρώτων που κατέφθασαν στην σκηνή μετά το ατύχημα. Ο ΜΕ1, όπως μαρτύρησε στο Δικαστήριο, δεν θυμάται να παρατήρησε στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου όπου επισυνέβη το ατύχημα, οποιαδήποτε κοιλότητα στο οδόστρωμα ή λιμνάζοντα νερά. Άλλωστε, ως φαίνεται και από τις φωτογραφίες Τεκμήριο ΘΧ10, που ελήφθησαν από την SBA, 2 περίπου ώρες μετά το ατύχημα, γεγονός που το επιβεβαίωσε και ο ΜΕ1 εξεταζόμενος, ο δρόμος ήταν μεν βρεγμένος, αλλά χωρίς συγκεντρώσεις όμβριων υδάτων. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι, ούτε ο Χαμπή, αλλά ούτε και ο Αδάμαντος, παρατήρησαν την συσσώρευση όμβριων υδάτων σε οποιοδήποτε σημείο του αυτοκινητοδρόμου, παρά μόνο υποστήριξαν ότι το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο λόγω των βροχών. Κατά την δίκη, ο Εναγόμενος και πάλι μαρτύρησε για την ύπαρξη «λάντας», που αποτέλεσε την αιτία να απολέσει τον έλεγχο οδήγησης του οχήματος του. Όπως όμως αποδέχθηκε εξεταζόμενος, ούτε την ημέρα του ατυχήματος, ούτε και μεταγενέστερα, ο ίδιος έλεγξε τον δρόμο για να διαπιστώσει εάν υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο του, οιαδήποτε κοιλότητα στο σημείο που ισχυρίστηκε την συσσώρευση των όμβριων υδάτων. Υπέθεσε, όπως παραδέχθηκε, ότι αυτή είναι η περίπτωση. Το ότι ο Εναγόμενος προσπάθησε να βασίσει την υπόθεση του εικάζοντας για διάφορα ζητήματα, είναι ξεκάθαρο από το γεγονός ότι, όταν αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας και Χαμπή, για το προαναφερόμενο ισχυρισμό του, ανέφερε τα εξής: «Μετά το δυστύχημα άρχισα να παρατηρώ τον δρόμο περισσότερο. Στο σημείο της αερογέφυρας υπάρχουν περιττώματα πεζουνιών κολλημένα στον δρόμο. Πιθανόν αυτός να ήταν ο λόγος της συσσώρευσης νερού. Ο δρόμος . το πρόβλημα αυτό το έχει συχνά. Την προηγούμενη φορά που ήρθα στο Δικαστήριο με την σύζυγο μου, έμαθα ότι στο σημείο το συγκεκριμένο έχει φρεάτιο που βγάζει τα νερά από το δρόμο. Τη συγκεκριμένη στιγμή πρέπει να ήταν μολωμένο.». Συμπληρώνοντας ότι, το γεγονός αυτό για την ύπαρξη του φρεατίου, το πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του. Παρατηρήσεις του μάλιστα, που, όπως ομολόγησε, έγιναν, χωρίς ο ίδιος να είναι καν σε θέση να προσδιορίσει σε ποιο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του και χτύπησε το κιγκλίδωμα. Το ότι η όλη υπόθεσης του Εναγομένου βασίζεται επί εικασιών, το αποδέχθηκε και ο ίδιος όταν ερωτήθηκε ξεκάθαρα από την προαναφερόμενη συνήγορο υπεράσπισης. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής στην ερώτηση, «Υποθέτετε ότι ήταν κλειστό;»: «Ναι. Δεν κατέβηκα τότε να το ελέγξω γιατί με πήρε το ασθενοφόρο. Ούτε κατέβηκα άλλη φορά στο σημείο να το δώ.». Ενώ, ο ισχυρισμός του περί συσσωρευμένου νερού, καταρρίφθηκε από τον ίδιο, όταν αντεξεταζόμενος από την συνήγορο της Δημοκρατίας σχετικά με την εν λόγω θέση του, ανέφερε: «Όταν έγινε το δυστύχημα έμεινα εγκλωβισμένος μέσα. Όταν ήρθε η πυροσβεστική σταμάτησαν τα νερά. Δεν είχα προσέξει τότε λάντα.». Όπως προκύπτει και από την συνέχεια που είχε η αντεξέτασης του από την συνήγορο της Δημοκρατίας, ο Εναγόμενος οικοδόμησε την υπόθεση του εναντίον της Δημοκρατίας, επειδή ο αστυφύλακας της SBA, MY3, όταν του έδιδε την κατάθεση της η σύζυγος του Εναγομένου, ΜΥ1, κατόπιν σχολιασμού από την ΜΥ1 ότι στη συγκεκριμένη περιοχή του αυτοκινητοδρόμου είχε και κάποιο συγγενικό της πρόσωπο ατύχημα, τους είχε αναφέρει ότι στην συγκεκριμένη περιοχή, δηλαδή, παρά το γεφύρι «Μάγκας 2», γίνονται πάρα πολλά δυστυχήματα λόγω του δρόμου. Εντούτοις, ούτε και η ΜΥ1, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση της, παρατήρησε επί της σκηνής, είτε την ισχυριζόμενη «λάντα», είτε το «κοίλωμα» στον δρόμο. Ο συγκεκριμένος αστυνομικός της SBA, ΜΥ3, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε ότι, με βάση τις καταθέσεις που έλαβε και χωρίς ο ίδιος να είχε μεταβεί στην σκηνή του δυστυχήματος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου είχε συσσωρευτεί νερό της βροχής, δημιουργώντας «aquaplaning», φαινόμενο που πρέπει να αποτέλεσε τον λόγο γιατί ο Εναγόμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του. Γνωρίζει, ως ανέφερε, την συγκεκριμένη περιοχή στον αυτοκινητόδρομο και σε αυτήν, σε συνθήκες έντονης βροχόπτωσης, έγιναν, λόγω του προαναφερόμενου φαινομένου -που παρατηρήθηκε σε σχέση με το σημείο «Χ» στο σχεδιάγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο ΘΧ1, περίπου 150 μ, απόσταση μακριά-, και άλλα τροχαία ατυχήματα. Μαρτυρία, που, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποστηρίξει την υπόθεση του Εναγομένου ή να αντικρισθεί ως αξιόπιστη πηγή εξαγωγής συμπερασμάτων για τα επίδικα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, αφής στιγμής, δεν αφορά γεγονότα για το συγκεκριμένο ατύχημα, αλλά υποθέσεις του μάρτυρα για αυτά από γνώση του άλλων δυστυχημάτων που έγιναν στην ίδια περιοχή του αυτοκινητοδρόμου -που ως παραδέχθηκε, κάθε ατύχημα κρίνεται επί των ιδιαίτερων του περιστάσεων-, χωρίς, σε κάθε περίπτωση, αποδεικτική βαρύτητα.
- Ως εκ των όσων έχουν προαναφερθεί, η μαρτυρία του Εναγομένου (ΜΥ2), της συζύγου του ΜΥ1, αλλά και του ΜΥ3, δεν γίνεται αποδεκτή σε ότι αφορά τα αμφισβητούμενα και επίδικα γεγονότα. Σε αντίθεση με αυτή του Χαμπή και ΜΕ1, και των υπόλοιπων μαρτύρων που παρουσίασαν γεγονότα για την υπόθεση της Ενάγουσας (ΜΕ1 και ΜΕ3), των οποίων γίνεται αποδεκτή, καθότι, γενικά, κρίνεται ως λογική, δεν είναι υπερβολική, βασίζεται επί γεγονότων και επειδή συνάδει με το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας και των κατατεθέντων τεκμηρίων.
- Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι, ακόμη και εάν η μαρτυρία των προαναφερόμενων προσώπων που κατέθεσαν για την υπόθεση του Εναγομένου, γινόταν αποδεκτή, ο Εναγόμενος, δεν θα επιτύχανε στην απαίτηση του εναντίον της Δημοκρατίας, καθότι, δεν υπάρχει η απαραίτητη μαρτυρία που θα μπορούσε, στον απαιτούμενο βαθμό, να αποδείξει γεγονότα αναγκαία για την πλήρωση των κριτηρίων που το Ανώτατο Δικαστήριο καθιέρωσε με την προαναφερόμενη νομολογία του, ώστε να στοιχειοθετείτο παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας της Δημοκρατίας έναντι του (βλ. Χριστόφορος Χαγκούδης κ. α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 1574 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ελευθερίας Ζιπίτη κ. α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 749). Επαναλαμβάνω εδώ, τις τρεις προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης στην Δημοκρατία, τις οποίες υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο από την αγγλική νομολογία και έθεσε ως αρχή δικαίου προς εξέταση υποθέσεων του είδους, ως αυτολεξεί καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστόφορος Χαγκούδης κ. α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 1574: «
- Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
- Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
- Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη.».
- Από την αποδεκτή μαρτυρία, γεγονός παραδεκτό και από την Δημοκρατία, -από την άποψη του ότι, λόγω των έντονων βροχοπτώσεων, κατά τον επίδικο χρόνο, ο δρόμος ήταν βρεγμένος και ως εκ τούτου και ολισθηρός-, ο αυτοκινητόδρομος, -και στο συγκεκριμένο σημείο του-, ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση. Εντούτοις, δεν έχω καμία μαρτυρία ότι η επικινδυνότητα του δρόμου οφειλόταν σε κακή κατασκευή ή παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης του αυτοκινητόδρομο στο συγκεκριμένο σημείο του ή του συστήματος αποχέτευσης του (βλ. Burnside a. a. v Emerson a. o. [1968] 1 All E.R. 74). Από την παραδεκτή μαρτυρία, ως έχει προαναφερθεί, προκύπτει ότι, ο κίνδυνος ήταν παροδικός, οφειλόμενος στην καταρρακτώδη βροχόπτωση εκείνης της ημέρας στην συγκεκριμένη περιοχή. Όπως μαρτύρησε και ο ΜΥ για την Δημοκρατία, -η μαρτυρία του οποίου βρίσκω να ήταν ειλικρινής και επί της ουσίας της παρέμεινε αναντίλεκτη-, από έλεγχο που διενήργησε μετά το επίδικο ατύχημα το αρμόδιο για την συντήρηση και επιδιόρθωση του αυτοκινητοδρόμου, Τμήμα Δημοσίων Έργων της Δημοκρατίας, διαπιστώθηκε ότι, το συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου: «α) Όλες οι κινήσεις των οχημάτων γίνονται απρόσκοπτα και τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του δρόμου συνάδουν με τις σχετικές προδιαγραφές. β) Υπάρχει σύστημα συλλογής όμβριων υδάτων με φρεάτια δίπλα από το τσιμεντένιο διαχωριστικό στη δεξιά άκρη του αυτοκινητοδρόμου. Διαπιστώθηκε ότι ήταν καλά συντηρημένο και οι σχάρες των φρεατίων καθαρές. .». Μαρτυρία δε, δόθηκε και για την τακτικότητα στην συντήρηση και ελέγχου του αυτοκινητοδρόμου και του συστήματος αποχέτευσης του. Ως εκ τούτου, η επικινδυνότητα του αυτοκινητοδρόμου την στιγμή του ατυχήματος, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι οφειλόταν στην κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου ή και του συστήματος αποχέτευσης του, ή στην έλλειψη συντήρησης τους (βλ. Burnside a. a. v Emerson a. o. [1968] 1 All E.R. 74 ανωτέρω). Σημειώνω και σε ότι αφορά το θέμα αυτό, τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις μου από την μαρτυρία του Εναγομένου (και της συζύγου του, ΜΥ1), ο οποίος, ενώ για την υπόθεση του ισχυριζόταν κοιλότητα στο δρόμο [προφανώς από της κατασκευής του, ή δημιουργηθείσας λόγω έλλειψης συντήρησης του], κατά την δίκη, μετέβαλε την θέση του αυτή ισχυριζόμενος απλώς συσσώρευση όμβριων υδάτων σε σημείο του αυτοκινητοδρόμου, -που δεν μπορούσε καν να προσδιορίσει που συγκεκριμένα αυτό ήταν και το οποίο δεν είχε καν ο ίδιος επιτόπου παρατηρήσει έστω και μετά το ατύχημα-, επικαλούμενος πληροφόρηση από τον δικηγόρο του, για την συνδέσει (εννοώντας την συσσώρευση των όμβριων υδάτων), προφανώς, με το σύστημα αποχέτευσης των όμβρων υδάτων στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου ή πλησίον αυτού. Αυτή η μαρτυρία, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος, -το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου-, ότι, μετά το δυστύχημα, δεν είχαν παρατηρηθεί στον δρόμο συσσωρευμένα / λιμνάζοντα νερά (βλ. την μαρτυρία του ΜΕ1 και τις φωτογραφίες Τεκμήριο ΘΧ10, αλλά και την μαρτυρία των Χαμπή και Αδάμαντου), δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να προβώ σε εύρημα ότι, ο κίνδυνος που είχε δημιουργηθεί από την βροχόπτωση, δεν ήταν παροδικός και για σύντομο χρονικό διάστημα. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Χριστόφορος Χαγκούδης κ. α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 1574: «. ο κίνδυνος από . έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.». Εδώ, αξίζει να σημειωθεί, ότι, η μαρτυρία του ΜΥ3, ακόμη και εάν γινόταν αποδεκτή, όποια βαρύτητα και να της αποδιδόταν από το Δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να υποβοηθήσει την υπόθεση του Εναγομένου. Το φαινόμενο «aquaplaning», που ο ΜΥ3 περιέγραψε στο Δικαστήριο, αφορά την απώλεια πρόσφυσης και ελέγχου οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, όταν στρώση νερού -στην προκείμενη περίπτωση, όμβριων υδάτων-, αναπτύσσεται μεταξύ των τροχών του οχήματος και της επιφάνειας του οδοστρώματος. Το φαινόμενο αυτό, δεν έχω μαρτυρία στην προκείμενη περίπτωση ότι οφείλεται, ως προαναφέρθηκε, σε οτιδήποτε πέραν από την παροδική πλημμύρα του συγκεκριμένου σημείου του αυτοκινητοδρόμου στο συγκεκριμένο του σημείο λόγω των καταρρακτωδών βροχών. Ούτε και έχω μαρτυρία για τα ισχυριζόμενα από τον ΜΥ3, προηγούμενα ατυχήματα πλησίον του σημείου αυτού στον αυτοκινητόδρομο: ήτοι, υπό ποιες περιστάσεις συνέβησαν, πως ήταν ο καιρός, για πόσο έβρεχε, εάν το οδόστρωμα στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου ή το σύστημα αποχέτευσης συνδεόταν με το φαινόμενο «aquaplaning» και πώς (βλ. Burnside a. a. v Emerson a. o. [1968] 1 All E.R. 74 ανωτέρω). Και το σημαντικότερο, δεν έχω καμία μαρτυρία: αφενός, για το βάθος του νερού, την έκταση της συσσώρευσης του και ειδικότερα, ως προς το που ακριβώς στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητοδρόμου δημιουργήθηκε•, και αφετέρου, μαρτυρία πραγματογνώμονα για την υπόθεση του Εναγομένου, ως προς το πώς το συγκεκριμένο όχημα του Εναγομένου θα αντιδρούσε σε ένα τέτοιο φαινόμενο με αναφορά στις ταχύτητες, σε σχέση με τις οποίες προβλήθηκαν ισχυρισμοί κατά την δίκη ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του αμέσως πριν το ατύχημα. 35. Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, αποκλειστικά υπεύθυνος για το επίδικο ατύχημα και την ζημιά της Ενάγουσας, είναι ο Εναγόμενος. Η Ενάγουσα, ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, Χαμπή και ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 4, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, δεν ευθύνονται καθόλου για το επίδικο ατύχημα και την ζημιά του Εναγομένου. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη ευθύνη του Χαμπή για το ατύχημα και κατ' επέκταση της Ενάγουσας ως της ιδιοκτήτριας του οχήματος, σημειώνεται εδώ και η θέση της νομολογίας κατά την οποία, το καθήκον για επιμελή οδήγηση, δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (βλ. Αλέξης Χριστοφίνης ν Στέλλας Φρατζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολιτική Έφεση Αρ. 328/2011, 31/05/2017, Θρασυβούλου ν Κουλέρμου κ. α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 293 και Μάριος Ουλουπή ν Χρίστου κ. α.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1508). Ο Χαμπή, από την αποδεκτή μαρτυρία, βρίσκω ότι ετέθη σε κίνδυνο από τις λανθασμένες ενέργειες του Εναγομένου, ως έχουν αναλυθεί ενωρίτερα και ότι, υπό τις δοθείσες περιστάσεις (καιρικές, ορατότητας και του τρόπου που το όχημα του Εναγομένου κινήθηκε στον δρόμο όταν πλέον είχε εμφανώς απολεσθεί ο έλεγχος οδήγησης του), άσκησε την επιμέλεια που λογικά αναμενόταν από τον ίδιο να ασκήσει. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να του αποδοθεί ότι δεν ήταν επιμελής κατά την οδήγηση του, ακόμη και εάν δεδομένης της παρατήρησης του δυστυχήματος, από την απόσταση που βρίσκω ότι απολάμβανε ορατότητα, ως έχει προαναφερθεί, μπορούσε να υποτεθεί ότι δεν έπραξε το εντελώς ορθό υπό τις περιστάσεις. Δηλαδή, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του Εναγομένου προς το Δικαστήριο κατά την τελική του αγόρευση, να οδηγούσε το όχημα της Ενάγουσας στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου που ήταν ελεύθερη για τροχαία κίνηση, εφαρμόζοντας παράλληλα τα φρένα του. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί και ο εναλλακτικός κίνδυνος που ήταν σε επίγνωση του Χαμπή: της τροχαίας κίνησης που ενδεχόμενα ακολουθούσε το όχημα του -και δη η κίνησης του οχήματος του Αδάμαντου στον αυτοκινητόδρομο που ακολουθούσε - που καθιστά την οδική συμπεριφορά του στιγμές πριν το ατύχημα, αποδεκτή (από την άποψη ότι ενέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία συνήθους φροντίδας, προσοχής και ικανότητας κατά την οδήγηση) και την εισήγηση της υπεράσπισης απορριπτέα (βλ. στο σύγγραμμα Bingham & Berrymans', Personal Injury And Motor Claims Cases, 13η έκδοση, στην σελίδα 294, την παράγραφο 7.6 και την απόφαση του Ανακτοβουλίου (Privy Council) στην υπόθεση Greene v Sookdeo [2009] UKPC 31 που μνημονεύεται στην παράγραφο 7.9).
- Την 18/05/2016, οι διάδικοι, προέβησαν στο Δικαστήριο στην ακόλουθη επίσημη παραδοχή για τα εξής, ως είχαν βάσει της δικογραφίας, επίδικα γεγονότα: «. έχουμε συμφωνήσει σε σχέση με τις ζημιές της Ενάγουσας και τις ζημιές του Εναγομένου και αυτές είναι οι εξής: Επί πλήρους ευθύνης, η ζημιά της Ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των €12.307 και η ζημιά του Εναγομένου είναι €17.150 ειδικές αποζημιώσεις και €1.500 γενικές αποζημιώσεις .».
- Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω -και με δεδομένο ότι, η Απαίτηση της Ενάγουσας και η Ανταπαίτησης του Εναγομένου εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 4 σε αυτή την Αγωγή, συνεκδικάστηκαν-, αποφασίζω όπως: (α) η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου επιτυγχάνει. Εκδίδεται, ως εκ τούτου, προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, απόφαση για το ποσό των €12.307, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής μέχρι εξόφλησης [[vi]]. Τα έξοδα της Αγωγής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου. (β) η Ανταπαίτηση του Εναγομένου εναντίον της Ενάγουσας και η Απαίτηση του Εναγομένου εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2, Χαράλαμπου Χαμπή, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Τα έξοδα της Ανταπαίτησης και Απαίτησης, ως έχει προαναφερθεί, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2, Χαράλαμπου Χαμπή και εναντίον του Εναγομένου, τα οποία όμως, λόγω της κοινής υπεράσπισης και εκπροσώπησης τους στην διαδικασία (εννοώντας την Ενάγουσα και τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2, Χαράλαμπο Χαμπή) τους αποδίδονται (εννοώντας το ποσό που συνολικά θα υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκροθεί από το Δικαστήριο) εξ ημισείας (βλ. Re Λούκα Ναζίρη, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:B433, Αίτηση Αρ. 90/2017, 29/11/2017 και Ματθαίου ν Βέης
(1993)1 Α.Α.Δ. 391). (γ) η Απαίτηση του Εναγομένου εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 4, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Απαίτησης, ως έχει προαναφερθεί, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 4, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παγκος Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300. [ii] Δέστε τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160 και Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. [iii] Ο Κανονισμός 66ΣΤ των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 προνοεί: «66ΣΤ.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού δεν επιτρέπεται σε κανένα όχημα να σταματά ή να παραμένει στάσιμο σε οδόστρωμα αυτοκινητόδρομου ή δρόμου ταχείας κυκλοφορίας.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία καθίσταται αναγκαίο για όχημα οδηγούμενο επί οδοστρώματος να σταματήσει λόγω μηχανικής βλάβης ή ελαττώματος ή έλλειψης καυσίμων, λιπαντικού ή νερού ή άλλου υγρού αναγκαίου για τη λειτουργία του οχήματος ή λόγω δυστυχήματος, ασθένειας ή άλλης έκτακτης ανάγκης, το όχημα οδηγείται ή απομακρύνεται από το οδόστρωμα και σταματά και παραμένει στάσιμο πάνω στο έρεισμα που εφάπτεται στο εν λόγω οδόστρωμα, όσο πιο γρήγορα και στην έκταση που είναι υπό τις περιστάσεις εύλογα εφικτό.
(3)(α) Όχημα το οποίο έχει σταματήσει επί του ερείσματος μπορεί να παραμείνει στάσιμο νοουμένου ότι, εφόσον τούτο είναι πρακτικά εφικτό, η θέση του οχήματος είναι τέτοια ώστε κανένα μέρος του οχήματος να μην εμποδίζει ή συνιστά κίνδυνο για άλλα οχήματα που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα. (β) Όχημα μπορεί να παραμείνει στάσιμο σε έρεισμα μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στον παρόντα Κανονισμό και μόνο για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τις 24 ώρες: Νοείται ότι οι πρόνοιες των παρόντων Κανονισμών που εισάγουν απαγόρευση στάσης ή στάθμευσης οχήματος στο οδόστρωμα δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που η συνέχιση της πορείας του παρεμποδίζεται από την παρουσία άλλων οχημάτων, προσώπων ή αντικειμένων που κινούνται ή ευρίσκονται πάνω στο οδόστρωμα.
(4)Σε περίπτωση που όχημα σταθμεύει στο έρεισμα σύμφωνα με την παράγραφο
(2), τοποθετείται πάνω στο έρεισμα, σε απόσταση πενήντα μέτρων περίπου από το πίσω μέρος του οχήματος, αντανακλαστικό τρίγωνο κινδύνου και όταν μέρος του εν λόγω οχήματος προεξέχει μέσα στο οδόστρωμα ειδοποιείται αμέσως η Αστυνομία, οπότε ο οδηγός ή το πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ή την ευθύνη του εν λόγω οχήματος οφείλει να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην μαρτυρία του: «Τον δρόμο τον κάνω καθημερινά γιατί δουλεύω στις φυλακές. Τότε έμενα στο Παραλίμνι. Ήξερα στο σημείο εκεί κρατεί νερά, αλλά δεν είχα προηγούμενα εκεί με λάντα και δεν υπολόγισα το συμβάν.». [v] Ο ίδιος ο Εναγόμενος, αναγνώρισε κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο της Ενάγουσας και του Χαμπή, ότι ο δρόμος, λόγω της έντονης βροχόπτωσης, ήταν βρεγμένος και ολισθηρός και έπρεπε κάποιος να είναι προσεχτικός. [vi] Και όχι επί του ποσού των €6.153,50 ετησίως, από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας την 08/10/2011, μέχρι εξοφλήσεως (βλ. Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475), καθότι, η συνήγορος της Ενάγουσας, στην τελική της αγόρευση, αυτή την αξίωση προώθησε για την Ενάγουσα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο