← Κύπρος

Πιερής Γεωργίου Κυριάκου (Κέρμανου) κ.α. ν. Ανδρέα Χρίστου Κυριάκου (Κέρμανου) κ.α., Αρ. Αγωγής: 453/2011, 24/11/2017

Πιερής Γεωργίου Κυριάκου (Κέρμανου) κ.α. ν. Ανδρέα Χρίστου Κυριάκου (Κέρμανου) κ.α., Αρ. Αγωγής: 453/2011, 24/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A60 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 453/2011 Μεταξύ

  1. Πιερής Γεωργίου Κυριάκου (Κέρμανου) και άλλων, ως ο επισυναπτόμενος κατάλογος στον ΠΙΝΑΚΑ «Α» στο τέλος της απόφασης Εναγόντων και
  2. Ανδρέα Χρίστου Κυριάκου (Κέρμανου)
  3. Χρίστου Κυριάκου Κέρμανου
  4. Δημήτρη Κ. Κωσιαντή, υπό την ιδιότητα του ως Εκτελεστή της κατ' ισχυρισμό Διαθήκης της αποβιώσασας Παρασκευούς Κυριάκου Παναγή (Κέρμανου) Εναγόμενων Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: O κ. Φώτος Θ. Χαραλάμπους με την κα Kυριακή Χαραλάμπους Για τους Εναγόμενους: O κ. Στέλιος Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή είναι κληρονομική και με αυτή επιδιώκεται η προσβολή της εγκυρότητας διαθήκης την οποία φέρεται ότι υπέγραψε με την εναπόθεση του δακτυλικού της αποτυπώματος η αποβιώσασα Παρασκευού Κυριάκου Παναγή - Κέρμανου τέως από το Λιοπέτρι. Οι Ενάγοντες αμφισβητούν την εγκυρότητα της κατ' ισχυρισμό των Εναγομένων διαθήκης της αποβιωσάσης. Επικαλούνται στο δικόγραφο τους τόσο τυπικούς όσο και ουσιαστικούς λόγους. Την αγωγή την έχουν καταχωρήσει 32 πρόσωπα τα οποία παρουσιάζονται ως οι κληρονόμοι της αποβιωσάσης όπως και ο Εναγόμενος αρ. 2 και με αυτή αξιώνονται τα ακόλουθα διατάγματα Α έως Στ όπως αυτά εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως: «Α. Δήλωση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου ότι το έγγραφο ημερομηνίας 31/03/1998 που κατατέθηκε στον Πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην αίτηση με αριθμό 108/10 και το οποίο οι εναγόμενοι μαζί ή/και ο καθένας ξεχωριστά ισχυρίζονται ότι είναι η τελευταία Διαθήκη της αποβιούσας Παρασκευούς Παναγή Κυριάκου-Κέρμανου τέως εκ Λιοπετριού είναι άκυρον και άνευ νομίμου αποτελέσματος. Β. Δήλωση ή/και Διαταγή του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω αποβιούσα απεβίωσε χωρίς Διαθήκη και/ή έγκυρη Διαθήκη και ότι οι ενάγοντες είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι και δικαιούχοι της περιουσίας της, οι οποίοι είναι αδέλφια, αδελφότεκνοι και εγγονοί της αποβιούσας καθώς και ο Εναγόμενος
  5. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η επικύρωση της ισχυριζόμενης Διαθήκης και να παραμερίζεται η αίτηση υπ' αριθμόν 108/10 για παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως στον εναγόμενο αρ. 3, ή/και να εμποδίζεται ο διορισμός του τελευταίου ως εκτελεστού της ισχυριζόμενης Διαθήκης. Δ. Απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται ή/και να εμποδίζονται οι εναγόμενοι από κοινού και/ή καθένας από αυτούς και/ή ειδικά ο εναγόμενος αρ. 3 από του να διαχειρίζονται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αναμειγνύονται στην περιουσία της αποβιούσας. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διορίζει τον Ενάγοντα 1 - αδελφότεκνο της αποβιούσας, ως διαχειριστή της περιουσίας της και/ή την έκδοση διατάγματος για παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως της περιουσίας της ως άνω αναφερόμενης αποβιούσας στο όνομα του Ενάγοντος
  6. Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για τον παραμερισμό ή και απόρριψη της αίτησης υπ' αριθμόν 108/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, που υποβλήθηκε από τον εναγόμενο 3.» Με το αιτητικό Ζ ζητούνται από το Δικαστήριο οδηγίες σχετικά με τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης. Οι Εναγόμενοι οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο με την κοινή τους Υπεράσπιση παραδέχονται το κληρονομικό δικαίωμα των Εναγόντων όπως ασφαλώς και αυτό του Εναγόμενου 2 το οποίο ερείδεται από την συγγένεια που είχαν με την αποβιώσασα. Παραδέχονται ακόμα ότι αυτή ζούσε τα τελευταία είκοσι πέντε περίπου χρόνια της ζωής της σε γηροκομείο στη Λάρνακα πριν αυτή αποβιώσει την 6.04.
  7. Ισχυρίζονται στην Υπεράσπισή τους ότι η φερόμενη Διαθήκη είναι έγκυρη. Παραδέχονται ότι στις 6.09.2010 καταχωρίστηκε στο Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων του Ε.Δ. Αμμοχώστου η αίτηση 108/2010 για την παραχώρηση των εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της πιο πάνω αποβιωσάσης στον Εναγόμενο 3, κατονομαζόμενο ως εκτελεστή της φερόμενης διαθήκης και ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση ανακοπής την 9.02.2011 για την απαγόρευση χορήγησης των πιο πάνω εγγράφων στον ως άνω φερόμενο εκτελεστή της διαθήκης. Εκθέτουν τη δική τους εκδοχή περί των συνθηκών διαβίωσης και των σχέσεων που διατηρούσαν με την αποβιώσασα και τις συνθήκες κατάρτισης της διαθήκης, της την οποία θεωρούν νόμιμη και έγκυρη και σε αυτή κατονομάζεται ως μοναδικός κληροδόχο της ο Εναγόμενος
  8. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν περαιτέρω Ανταπαίτηση δια της οποίας αξιώνουν: «Α. Δήλωση και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι το έγγραφο ημερομηνίας 31/03/1998 που κατατέθηκε στον Πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην αίτηση με αριθμό 108/10 είναι η τελευταία νόμιμη Διαθήκη της αποβιούσας Παρασκευούς Παναγή Κυριάκου (Κέρμανου) τέως εκ Λιοπετρίου. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου διατάττον τον Πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου να παραχωρήσει όλα τα έγγραφα Διαχείρισης της περιουσίας της αποβιούσας στον κ. Δημήτρη Κωσιαντή, εκτελεστή της εν λόγω Διαθήκης.» Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο πλευρές είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες διεξήλθα με προσοχή. Σε αυτές η κάθε πλευρά αναλύει τη μαρτυρία σύμφωνα με όσα η ίδια την αντιλήφθηκε ή ερμηνεύει και αναλύει τη νομική πτυχή της υπόθεσης σε αναφορά στις νομοθετικές διατάξεις, νομολογία και αυθεντίες. Ομολογώ ότι μου στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές κατά την ετοιμασία της παρούσας απόφασης μου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης της προσδίδουν δύο διακριτά χαρακτηριστικά, ότι: 1) Της παρούσας Αγωγής προηγήθηκε μεταξύ των ίδιων Εναγόντων και του Εναγόμενου 1, η αγωγή 851/2007 η οποία έληξε με απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Πρόκειται για την αγωγή αρ. 851/2007 η οποία αφορούσε ακύρωση της μεταβίβασης επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 δυνάμει πληρεξουσίου της ίδιας αποβιώσασας των ίδιων κτημάτων που αφορά και η επίδικη φερόμενη Διαθήκη. Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην ως άνω αγωγή κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 4 κατά την παράθεση της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση. 2) Κατά την ακρόαση της Αγωγής 851/2007 κατέθεσε ως μάρτυρας για την πλευρά του Εναγόμενου η κα Φλώρα Γ. Λουκά, η οποία εμφανίζεται ως μάρτυρας στην κατ' ισχυρισμό διαθήκη που αμφισβητείται με την παρούσα Αγωγή. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της στην Αγωγή 851/2007 η οποία δόθηκε το 2011, η κα Φλώρα Λουκά κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, έγγραφο το οποίο σύμφωνα με τη δική της δήλωση αποτελούσε πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου της διαθήκης. Το συγκεκριμένο έγγραφο που παρουσιάστηκε ως πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου της διαθήκης, στην 1η σελίδα του δεν φέρει τις μονογραφές των μαρτύρων της διαθήκης. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ως Τεκμ.
  9. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ: Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν ο κ. Πιερής Γεωργίου Κυριάκου (Κέρμανου) (Μ.Ε.1), ο κ. Σάββας Κυριάκου Κέρμανου (Μ.Ε.2), η Δρ Άρτεμις Καλυβωκά (Μ.Ε.3), ο κ. Κυριάκος Τρισόκκας (Μ.Ε.4) και η κα Κυριακή Παρασκευά (Μ.Ε.5) και για την πλευρά της Υπεράσπισης κατέθεσαν ο Εναγόμενος 3 κ. Δημήτρης Κωσιαντής (Μ.Υ.1), η κα Φλώρα Λουκά (Μ.Υ.2) και η Πρωτοκολλητής Ε.Δ. Λάρνακας κα Ανδριάνα Μαλεκκίδου (Μ.Υ.3). Κατατέθηκαν συνολικά 15 έγγραφα ως τεκμήρια και έγινε κατά την παράθεση της μαρτυρίας δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Σε όλα αυτά θα γίνει λεπτομερής αναφορά στη συνέχεια κατά την παράθεση της μαρτυρίας, την αξιολόγηση της και την κατάληξη μου στα αναγκαία ευρήματα. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Οι Εναγόμενοι με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους παραδέχονται το περιεχόμενο των παραγράφων 1 μέχρι 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων, όπως επίσης και την παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται μεταξύ άλλων ότι η αποβιώσασα πέθανε στις 06.04.2007 σε ηλικία 90 ετών περίπου και ότι ζούσε τα τελευταία 26 περίπου χρόνια της ζωής της στην Στέγη Ηλικιωμένων και Αναπήρων Άγιος Γεώργιος Β' στην Λάρνακα. Στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται επίσης ότι η αποβιώσασα ήταν αμόρφωτη και δεν γνώριζε και ανάγνωση. Στη συνέχεια κατά την παράθεση της μαρτυρίας δηλώθηκαν και κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα ακόλουθα τεκμήρια: (α) Αντίγραφο της απόφασης του Ε.Δ. Αμμοχώστου στην Αρ. Αγ. 851/2007 με ημερομηνία 28.09.2012 του Γ.Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. (Τεκμ. 4), με την επιφύλαξη σχολιασμού της σχετικότητας της ή όχι. (β) Αντίγραφο της Γραπτής Δήλωσης του Ανδρέα Χρίστου η οποία έγινε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής στις 5.04.2011 (Τεκμ. 5). (γ) Τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α - Ε που είχαν κατατεθεί προηγουμένως κατατέθηκαν εκ συμφώνου και αριθμήθηκαν ως Τεκμ. 6 - 10 για τα οποία δηλώθηκε από τον συνήγορο των Εναγόμενων ότι γίνονταν αποδεκτά από την πλευρά τους αλλά όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Αυτά είναι έντυπα και ιατρικές αναφορές προερχόμενα από το νοσοκομείο και αφορούν το ιατρικό ιστορικό της αποβιωσάσης για κάποιες χρονικές περιόδους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ: Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τους Ενάγοντες περιστράφηκε γύρω από δύο κύριους άξονες: (α) ισχυρισμοί/ περιστατικά και γεγονότα αναφορικά με τη ζωή και την πνευματική/ νοητική κατάσταση της αποβιωσάσης, και (β) αμφισβήτηση της εγκυρότητας της διαθήκης λόγω μη τήρησης των αυστηρών τυπικών προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος και/ή προϋποθέσεων που απαιτούνται ως θέμα πρακτικής/ διαδικαστικών κανονισμών. Ο κ. Πιερής Γεωργίου Κυριάκου (Κέρμανου) (ΜΕ 1), είναι αδελφότεκνος (ανιψιός) της αποβιωσάσης και ένας εκ των νόμιμων κληρονόμων της . Ο μάρτυς ανέφερε ότι κατάγεται και διαμένει στο Λιοπέτρι. Ο πατέρας του ήταν ο Γεώργιος και ήταν αδερφός της αποβιωσάσης που προαποβίωσε της θείας του. Ανέφερε ότι είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία από τα ανίψια της αποβιωσάσης και ισχυρίστηκε ότι όλοι οι συγγενείς του τον εμπιστεύονται και τον εκτιμούν, γι' αυτό και επιλέγηκε από τους υπόλοιπους κληρονόμους, μαζί με τον κ. Σάββα Στυλιανού Κυριάκου (Κέρμανου), να τους εκπροσωπήσουν τόσο στα πλαίσια της παρούσας, όσο και της αγωγής 851/2007 που προηγήθηκε. Ο μάρτυς αν και μικρότερος σε ηλικία, περίπου 25 χρόνια από την αποβιώσασα, ανέφερε ότι τη θυμάται πολύ καλά από την παιδική του ηλικία, αφού μέχρι και τα εξήντα της αυτή διαβιούσε στο χωριό. Θυμόταν ότι η αποβιώσασα ταλαιπωρείτο με διάφορα προβλήματα υγείας και ότι χρειαζόταν τη φροντίδα τρίτων για τη διαβίωση της. Την θυμάται να «πέφτει κάτω και να βγάζει αφρούς», γεγονός που αργότερα έμαθαν ότι επρόκειτο για επεισόδια επιληψίας από την οποία έπασχε. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «που τότε που εγεννήθηκε είχε πρόβλημα πάνω της». Ισχυρίστηκε ότι όταν πέθανε η μητέρα της αποβιωσάσης, γύρω στο 1970, η αποβιώσασα ήταν περίπου 50 ετών. Τότε ανέλαβε να την φροντίζει μια ανιψιά της, η Κωνσταντία Καλλή, καθώς η αποβιώσασα δεν μπορούσε να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της καθώς δεν μαγείρευε και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, χρειαζόταν συνεχή φροντίδα. Την χαρακτήρισε επίσης ως άτομο πνευματικά αδύναμο. Όλοι οι συγγενείς είχαν «την έννοια της» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυς. Θυμόταν ότι όταν ήταν μικρός η μητέρα του τον έστελνε να της πάρει φαγητό. Ισχυρίστηκε ότι η Κωνσταντία Καλλή φρόντιζε την αποβιώσασα για 10 περίπου χρόνια. Στη συνέχεια, δηλαδή γύρω στο 1980, ο θείος του κ. Πιερή και αδελφός της αποβιώσασας ο Χρίστος Κέρμανου (Εναγόμενος 2) αποφάσισε να μεταφέρει την αποβιώσασα σε γηροκομείο στην Λάρνακα. Επειδή ο Εναγόμενος 2 (και στη συνέχεια ο Εναγόμενος 1) εκμεταλλεύονταν για γεωργικούς σκοπούς τα κτήματα της αποβιωσάσης, έδιναν υπό μορφή ενοικίου κάποια χρήματα για τη διαμονή της αποβιωσάσης στο γηροκομείο. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο ίδιος ήταν από τους συγγενείς που επισκέπτονταν την αποβιώσασα στο γηροκομείο. Την εύρισκε κάποτε καλά ενώ άλλες φορές σε λήθαργο χωρίς να μπορεί να επικοινωνεί. Λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και τουλάχιστον από το 1995 δεν μπορούσε να μετακινηθεί μόνη της. Σταδιακά η πνευματική της υγεία επιδεινωνόταν, ειδικά κατά τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής της, μέχρι που έφτασε από το 2004 περίπου να μην αντιλαμβάνεται και να μην επικοινωνεί με οποιονδήποτε. Αναφερόμενος στα γεγονότα που οδήγησαν στην Αγωγή 851/2007 ανέφερε ότι η υπόλοιπη οικογένεια έμαθε μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης ότι ο Εναγόμενος 1 εκμεταλλεύτηκε τόσο την αποβιώσασα, όσο και τον Κοινοτάρχη Λιοπετριού κ. Τρισόκκα ο οποίος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στις 16.10.2006 το οποίο χρησιμοποίησε για να μεταβιβάσει την περιουσία της αποβιωσάσης επ' ονόματι του. Όλα δε αυτά όταν ο Εναγόμενος 1 γνώριζε την ύπαρξη της διαθήκης. Ισχυρίστηκε ότι η αποβιώσασα ήταν σωματικά και ψυχικά ευάλωτη. Ήταν ένας άνθρωπος αμόρφωτος, δεν γνώριζε ούτε ανάγνωση, ούτε γραφή και κατά την άποψη του δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ή να επιθυμεί να συντάξει διαθήκη. Πόσο μάλλον όταν ήταν ήδη περίπου 80 ετών κατά το 1998 με σωρεία πνευματικών και σωματικών προβλημάτων υγείας. Η αποβιώσασα, ισχυρίστηκε, ήταν ένα άτομο το οποίο ουδέποτε ήταν σε θέση να λαμβάνει σοβαρές ή οποιεσδήποτε αποφάσεις για τον εαυτό του, γεγονός που την καθιστούσε ευάλωτη σε εκμετάλλευση. Περαιτέρω αναφέρει ότι, ανέκαθεν η όποια επικοινωνία με την αποβιώσασα ήταν δύσκολη πάντα και ότι δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσε κάποιος να μιλήσει και να συνεννοηθεί μαζί της. Η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων κατά την αντεξέταση του μάρτυρος να αποδυναμώσει τη μαρτυρία του απέβη μάταιη εφόσον αυτός παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του επαναλαμβάνοντας και επεκτείνοντας ακόμα τη μαρτυρία σε σχέση με την σωματική και διανοητική ικανότητα της αποβιωσάσης. Χαρακτηριστικά προσέθεσε στη μαρτυρία του ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της αποβιωσάσης και τον διαμοιρασμό της περιουσίας του στα τέκνα του, το ακίνητο όπου βρισκόταν και το πατρικό σπίτι της αποβιωσάσης δόθηκε ως μερίδιο στον αδελφό της τον Χρήστο Κέρμανου - Εναγόμενο
  10. Ο Εναγόμενος 2 έχτισε στο συγκεκριμένο ακίνητο το σπίτι όπου ζούσε με την οικογένεια του. Η αποβιώσασα και η μητέρα της όσο ζούσε, διέμεναν στο πατρικό σπίτι της αποβιωσάσης. Τα δύο σπίτια ήταν μεν κοντά το ένα στο άλλο, ήταν όμως ξεχωριστά, με ξεχωριστές και διαφορετικές αυλές και εισόδους. Παρόλα αυτά η αποβιώσασα και η μητέρα της δεν είχαν τη πιο στενή σχέση με την οικογένεια των Εναγομένων 1 και 2 για τον λόγο ότι η μητέρα της αποβιωσάσης με τη μητέρα του Εναγόμενου 1 δεν είχαν αγαθές σχέσεις. Ο μάρτυς χρησιμοποίησε την ακόλουθη φράση για να τις χαρακτηρίσει: «Με την μάνα του (Αντρέα) ήταν σιύλλοι με κάττοι». Όταν τέθηκε στον μάρτυρα ότι και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν η αποβιώσασα είχε μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία της και έτσι εξάγεται το συμπέρασμα ότι αυτή ήταν σε θέση να διαχειρίζεται την περιουσία της, επέμεινε στην προηγούμενη θέση του προσθέτοντας ότι το πιθανότερο είναι να την εκμεταλλεύτηκαν και πάλι συγγενικά της πρόσωπα σε αυτές τις περιπτώσεις. Συμφωνώ με τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων εισηγείται και ήταν και η δική μου αντίληψη περί των γεγονότων ότι η υποβολή προς τον μάρτυρα ότι ο εναγόμενος 2 έστειλε την αποβιώσασα στο γηροκομείο γιατί δεν μπορούσε οικονομικά να τη συντηρεί ο ίδιος προκαλεί τα ακόλουθα ερωτήματα: Εάν η αποβιώσασα ήταν μια φυσιολογική γυναίκα, όπως θέλησε να την παρουσιάσει η πλευρά των Εναγομένων, η οποία μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό της και να διαχειρίζεται την περιουσία της, γιατί έπρεπε κάποιος τρίτος, έστω ο αδελφός της, να αποφασίσει να την «στείλει στο γηροκομείο» και γιατί υπήρχε ανάγκη να την συντηρεί οικονομικά αφού ήταν σε θέση η ίδια διαχειριζόμενη την περιουσία της να πωλήσει αυτή ή έστω μέρος της για να συντηρείται στο πατρικό της σπίτι; Η αποβιώσασα αντίθετα από ό,τι προσπάθησε η πλευρά των Εναγομένων να υποβάλει στον μάρτυρα, φαίνεται ότι αντιμετώπιζε τουλάχιστον το χρονικό διάστημα αμέσως πριν από την εισαγωγή στο γηροκομείο προβλήματα εφόσον αποφάσιζαν άλλοι γι' αυτήν, ακόμα και για την εισαγωγή της στην ηλικία των 60 ετών σε γηροκομείο. Εύλογα τίθεται το ρητορικό ερώτημα, πως ένας άνθρωπος σε αυτή την ηλικία να αποφασίσει να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του σε γηροκομείο αν μπορούσε να αυτοσυντηρηθεί και είχε τη διανοητική ικανότητα να το κάνει; Και ακόμη να αποφάσιζαν άλλοι γι' αυτήν. Ο μάρτυς προσέθεσε κατά την αντεξέταση του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ότι οι εναγόμενοι 2 και ο 1 αργότερα, οι οποίοι καλλιεργούσαν από πάντα τα χωράφια της αποβιωσάσης καθώς συνόρευαν με τα δικά τους, φαίνεται ότι τα εποφθαλμιούσαν και ότι ακόμα σε σχέση με το σπίτι όταν ο Εναγόμενος 2 πάντρεψε την κόρη του ήθελε να χαλάσει το σπίτι όπου ζούσε η αποβιώσασα για να κτίσει σπίτι για την κόρη του, λόγος που κατά τον μάρτυρα ήταν και την αιτία να αποφασίσει να στείλει την αποβιώσασα στο γηροκομείο. Δεν μου διαφεύγει και η ακόλουθη φράση του μάρτυρος κατά την έντονη αντεξέταση του την οποία παραθέτω αυτολεξεί: «Η θεία η Παρασκευού που γεννήσιος της δεν ήταν συνηθισμένη γυναίκα, να κινηθεί, να έχει τα λογικά της και ώσπου εγέρναν εχειροτέρευε.» Γνώριζε ο μάρτυς για την φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η αποβιώσασα στο γηροκομείο με τη βοήθεια των νοσοκόμων και ότι την επισκεπτόταν κατά διαστήματα και ιατρός. Αμφισβήτησε ότι η διανοητική της ικανότητα της επέτρεπε να ζητήσει να δει δικηγόρο για να της ετοιμάσει διαθήκη λέγοντας τη φράση: «όχι, δεν το πιστεύω ότι ζήτησε». Επεξηγώντας κατά την επανεξέταση του ότι δεν το πιστεύει: «γιατί η θεία δεν ήταν ποτέ σε θέση να καταλάβει τι έκαμνε». Κρίνω ότι ο μάρτυς ήταν ειλικρινής σε όλες τις αναφορές του σε σχέση τόσο με τη σωματική όσο και τη διανοητική ικανότητα της αποβιωσάσης. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του και κυρίως της αντεξέτασης του δεν δίστασε να εκφράσει την ισχυρή άποψη του ότι η αποβιώσασα ήταν ανίκανη να φροντίζει τόσο τον εαυτό της όσο και την περιουσία της και δεν είχε τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τη σημασία της διάθεσης της περιουσίας της είτε με διαθήκη είτε άλλως πως. Η εξιστόρηση γεγονότων από τη ζωή της θείας του ήταν πηγαία, ήταν όπως τα έζησε ο ίδιος από την παιδική του ηλικία και είχε έντονη άποψη τόσο για τη ζωή της πριν την εισαγωγή της στο γηροκομείο όσο και από της εισαγωγής της και μετέπειτα. Κρίνω ότι μετέδωσε με απλοϊκό τρόπο αλλά με κάθε ειλικρίνεια την αληθινή εικόνα της κατάστασης της αποβιωσάσης και σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε η ισχυρή του αντίληψη κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του χωρίς κανένα ενδοιασμό στην ολότητα της. Η μαρτυρία του κ. Σάββα Κέρμανου (ΜΕ2), ανιψιού της αποβιωσάσης περιστράφηκε κατά βάση στα όσα ανέφερε και ο προηγούμενος μάρτυρας προσθέτοντας μάλιστα χαρακτηριστικά γεγονότα από τη ζωή της στα οποία θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Είναι αδελφός της Κωνσταντίας Καλλή, η οποία φρόντιζε την αποβιώσασα μετά τον θάνατο της μητέρας της. Σε σχέση με το σπίτι όπου διέμεναν μητέρα και θυγατέρα (η αποβιώσασα), ανέφερε χαρακτηριστικά ότι παρόλο ότι ήταν δίπλα - δίπλα με αυτό του Εναγόμενου 2, εντούτοις αυτά δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους εσωτερικά και κάποιος για να μεταβεί από το ένα σπίτι στο άλλο έπρεπε να δώσει γύρο: «δεν είχε επικοινωνία. Έπρεπε να πάεις 'που γυρό' να μπεις μες το σπίτι του Χρίστου.». Ανέφερε δε χαρακτηριστικά για τις σχέσεις των δύο γυναικών (πεθεράς και νύφης): «που τον τζιαιρό που ήταν να πιάει ο Χρίστος την γυναίκα του, η γιαγιά μου δεν την ήθελε και ούτε επήαινε ποτζιεί». Σε σχέση δε με τα κτήματα της αποβιωσάσης ανέφερε την χαρακτηριστική φράση: «Ελεζέρετουν επωφθαμιούσε) τα ο θείος. Εν άφηνε κανέναν άλλο. Ελάλεν επηέρωνεν ενοίκιο». Περιγράφοντας δε την κατάσταση της υγείας της αποβιώσασα ανέφερε: «Η θεία είχε τούτο το κακό πάνω της (αναφερόμενος στην επιληψία). Ετραμπούλιζε να σου μιλήσει. . Εν είχε ευχέρεια (λόγου). Έπρεπε να την ρωτήσεις να σου πει. Και που ήταν να την ξαναρωτήσεις μπορεί να μεν εθυμάτουν και τι σου είπε. Εν ήταν. Ούτε επερπάταν. Ήταν καθυστερημένη που λαλούμε.» Σε σχέση με την ακίνητη περιουσία της αποβιωσάσης η οποία μεταβιβάστηκε σε τρίτους, πριν ακόμα μεταφερθεί στο γηροκομείο η αποβιώσασα, ο μάρτυς ανέφερε: «Αγόρασε κάποιος ανηψιός μου ένα χωράφι με τη συγκατάθεση του παπά μου που ήταν ο μεγάλος (γιος) είπαμε και τα λεφτά εκράτεν τα ο παπάς μου για τη συντήρηση τους (της αποβιούσας και της μητέρας της). . Και που την έσαζε η αδελφή μου, ο γαμπρός μου εκατάφερε με δόλιο τρόπο και εβούλωσε της ένα χωράφι. Γιατί ελάλεν της: εννά σε σάζω και να μεν μου δώσεις ένα χωράφι; Εγέλασεν της». Ο μάρτυς ανέφερε επίσης ότι ήταν μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης που έμαθε η υπόλοιπη οικογένεια τι έκαμε ο Αντρέας με τα χωράφια της και ότι αποφάσισαν ως οικογένεια να προχωρήσουν σε δικαστικές διαδικασίες γιατί ήταν και έτοιμος να τα πουλήσει. Οι θέσεις που εξέφρασε ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του χωρίς να αναιρούν τα πιο πάνω, ότι δηλαδή αν η αποβιώσασα άφηνε τα κτήματα της στον Εναγόμενο 2 - θείο του ενδεχομένως κανένας από την οικογένεια δεν θα είχε πρόβλημα και επεξηγώντας αυτή του θέση του και κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι εάν το πρότεινε στην οικογένεια μπορεί να το δέχονταν, πρόκειται για εντελώς προσωπικές του θέσεις για μια υποθετική κατάσταση οι οποίες όμως δεν διαφοροποιούν το ουσιώδες για την υπόθεση αυτή γεγονός ότι η ίδια η αποβιώσασα δεν μπορούσε να αποφασίζει για την περιουσία της αλλά θα έπρεπε γι΄αυτή να αποφασίζουν τρίτα άτομα για λογαριασμό της. Η τελευταία θέση του μάρτυρος καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, την ειλικρίνεια η οποία χαρακτήριζε εν γένει τη μαρτυρία του που αφορούσε την περιγραφή της αληθινής κατάστασης της αποβιωσάσης τόσο από σωματικής άποψης και δυνατοτήτων όσο και της διανοητικής της κατάστασης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρος σε σχέση με τις αναφορές του και περιγραφές του σε σχέση με την κατάσταση της αποβιωσάσης στις διάφορες φάσεις της ζωής της. Η Δρ Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΕ3), εργαζόταν ως ψυχίατρος στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και ήταν Επιστημονική Συντονίστρια των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Λάρνακας - Αμμοχώστου. Η μάρτυς κλήθηκε από τους Ενάγοντες για να καταθέσει τόσο σε σχέση με την όποια εμπλοκή της στην ιατρική παρακολούθηση της αποβιωσάσης όσο και ως εμπειρογνώμονας/ πραγματογνώμονας επί ψυχιατρικών και άλλων ιατρικών θεμάτων. Η μάρτυς εξήγησε ότι για τις επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας εδρεύουν στο Παλαιό Νοσοκομείο Λάρνακας. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της είπε ότι ως ψυχίατροι επισκέπτονται και το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας ως διασυνδετικοί, για να εξετάσουν ασθενείς που νοσηλεύονται στις διάφορες κλινικές του Γενικού Νοσοκομείου, όταν ο επί καθήκοντι ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου κρίνει ότι ο ασθενής θα πρέπει να τύχη και ψυχιατρικής εκτίμησης. Οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας εξήγησε, διατηρούν δικούς τους φακέλους για τους ασθενείς που τυγχάνουν παρακολούθησης πέρα από τον Γενικό Φάκελο των ασθενών που αφορά τις εισαγωγές και τη νοσηλεία τους στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Συγκεκριμένα για την αποβιώσασα, η μάρτυς κατέθεσε ότι ο ψυχιατρικός φάκελος που μπόρεσε να εντοπίσει αφορά μόνο την περίοδο 2005 μέχρι 2007, ενώ ο προηγούμενος φάκελος που αφορούσε την παρακολούθηση της αποβιωσάσης κατά τα προγενέστερα έτη χάθηκε. Είπε συγκεκριμένα η μάρτυρας: «Ο προηγούμενος φάκελος δεν βρέθηκε. Ήμασταν τυχεροί τουλάχιστον, γιατί είναι μια κυρία που έχει αποβιώσει εδώ και αρκετό καιρό, που βρήκαμε τον φάκελο τουλάχιστον από το 2005 μέχρι το 2007». Παρεμβάλλω εδώ ότι όπως δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, ιατρικοί φάκελοι της αποβιωσάσης δεν βρέθηκαν και έτσι δεν παρουσιάστηκε μια πλήρης εικόνα του ιατρικού της ιστορικού. Ο σχετικός φάκελος που τηρούσε το γηροκομείο όπου βρισκόταν τα τελευταία χρόνια της ζωής της επίσης δεν βρέθηκε και ο ψυχιατρικός της φάκελος έχει αναφορές μόνο από το 2005 μέχρι το
  11. Οι Ενάγοντες εξασφάλισαν τον Γενικό Φάκελο της του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και έτσι τέθηκε όμως υπόψη της μάρτυρος γραπτή μαρτυρία προερχόμενη από αυτόν από την οποία μπορούσε όπως εξήγησε η ίδια να εξαγάγει κάποια συμπεράσματα ή να εκφέρει άποψη σε σχέση με τη ψυχική υγεία της αποβιωσάσης κατά τον επίδικο χρόνο που ενδιαφέρει. Ως τέτοια είναι τα Τεκμήρια 1,2 και 3 και 6-
  12. Ας παρακολουθήσουμε όμως στη συνέχεια τι κατάθεσε η μάρτυς σχετικά με την αποβιώσασα: Το Τεκμ. 1 είναι η Ιατρική της Έκθεση ημερομηνίας 23.03.2016 για την αποβιώσασα. Σε αυτή αναφέρει ότι σύμφωνα με τον ψυχιατρικό της φάκελο για την περίοδο 2005 -2007, λάμβανε αντιψυχωσικά κυρίως σε ενέσιμη μορφή και υπναγωγικά φάρμακα. Κατάθεσε ως Τεκμ. 2 τον ψυχιατρικό φάκελο της αποβιωσάσης. Σε σχέση με την πρακτική που ακολουθείται κατά την ιατρική παρακολούθηση τροφίμων ενός γηροκομείου, η μάρτυς δήλωσε ότι στο παρελθόν είτε ο ιατρός επισκεπτόταν το γηροκομείο ή ο ασθενής επισκεπτόταν τον ιατρό στο Νοσοκομείο. Από το 2012 σταμάτησαν πλέον οι ιατροί να επισκέπτονται τα γηροκομεία και συνήθως μεταφέρονται οι τρόφιμοι στον ψυχίατρο για εξέταση ή αν είναι κλινήρεις, οι νοσηλευτές του γηροκομείου μεταφέρουν στους ιατρούς την κατάσταση των ασθενών τους. Η μάρτυς είπε ακόμη ότι για να ανοιχθεί ψυχιατρικός φάκελος για κάποιον ασθενή, εξετάζεται αρχικά από ψυχίατρο, ενώ υπάρχουν και αρμόδιοι Κοινοτικοί Νοσηλευτές των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας οι οποίοι κάνουν επίσκεψη στο γηροκομείο και βλέπουν τους ασθενείς. Παρόλο που η μάρτυς δεν θυμόταν και δεν μπορούσε να πει με σιγουριά εάν είδε ποτέ την αποβιώσασα, χωρίς όμως να το αποκλείει, είπε ότι υπάρχει δική της σημείωση ημερομηνίας 05.06.2005 στον ψυχιατρικό φάκελο της αποβιώσασας, η οποία αναφέρει: «προσήλθαν οι νοσηλεύτριες του γηροκομείου» και εξήγησε ότι εκείνη την ημερομηνία συνταγογράφησε τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η αποβιώσασα. Επρόκειτο ουσιαστικά για επαναληπτική συνταγογράφηση της φαρμακευτικής αγωγής της αποβιωσάσης, πράγμα που έκαμε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Εξήγησε ως ακολούθως την αναφορά της στο Τεκμήριο 1 σε αντιψυχωσικά και υπναγωγικά φάρμακα που λάμβανε η αποβιώσασα: «Από ό,τι βλέπω από τον φάκελο, η κυρία έκανε ένα ενέσιμο αντιψυχωσικό κάθε δύο εβδομάδες, τα οποία είναι φάρμακα που δίνουμε σε άτομα με ψυχωσικής τάξης συμπτωματολογία. Ιδιαιτέρως το ενέσιμο, η οποία είναι μία ένεση αντιψυχωσικού φαρμάκου slow release.» και στη συνέχεια ότι: «Η ψυχωσικής τάξης συμπτωματολογία αποτελείται από ακουστικές ή οπτικές κυρίως ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες συνήθως εντάσσονται σε ψύχωση, βέβαια και ένα άτομο με αλτσχάιμερ θα μπορούσε να παρουσιάσει ψυχωσικής τάξης συμπτωματολογία». Σε σχέση με τη χορήγηση ενέσιμου αντιψυχωσικού, η μάρτυρας είπε ότι θα μπορούσε να χορηγηθεί σε κάποιον ο οποίος παρουσιάζει πρόβλημα στην κατάποση, όμως δεν ήταν τέτοια η περίπτωση της αποβιωσάσης η οποία είχε τη δυνατότητα και λάμβανε άλλα φάρμακα από το στόμα, όπως φαίνεται στον ιατρικό της φάκελο. Η μάρτυρας ακολούθως είπε ότι το ενέσιμο slow release δίνεται για σιγουριά του ψυχιάτρου, για να εξασφαλίζεται η παρουσία φαρμάκου στον οργανισμό του ασθενή για τον επιθυμητό χρόνο, μέχρι δηλαδή την επόμενη συνταγογράφηση. Στην ερώτηση εάν η χορήγηση ενέσιμου προϋποθέτει ότι υπάρχει και μια προϊστορία της συμπτωματολογίας, η μάρτυρας απάντησε θετικά, αφού είπε ότι «δεν αποτελεί πρακτική των ψυχιάτρων να δίνουν ως πρώτη θεραπεία ενέσιμο». Η μάρτυς παρουσίασε και κατατέθηκαν ως Τεκμ. 3 διάφορα έγγραφα από τον Γενικό Φάκελο της αποβιωσάσης, τον οποίον έλαβαν οι Ενάγοντες υποβάλλοντας σχετικό αίτημα και πληρώνοντας το σχετικό παράβολο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Πρόκειται για τον Γενικό Ιατρικό Φάκελο και εμπεριέχει καταγραφές για το έτος
  13. Η Δρ Καλυβωκά ως ιατρός - ψυχίατρος κλήθηκε να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Το Τεκμ. 3 ακριβώς αφορά έγγραφο με τίτλο "DRUG THERAPY SHEET" (Δελτίο Φαρμακευτικής Θεραπείας) το οποίο περιλαμβάνει 3 μέρη: Part Α - DRUGS PRESCRIBED Part B - FOR PHARMACY USE Part C - ADMINISTRATION OF DRUGS CHECK CHART Το Τεκμ. 3 προέρχεται από τον Γενικό Ιατρικό φάκελο της αποβιωσάσης και αποτελεί απόσπασμα από τον ιατρικό φάκελο της που υπήρχε στο γηροκομείο, αφού παρουσιάζει την πορεία της λήψης της φαρμακευτικής της θεραπείας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το
  14. Σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 6 που αφορά εισαγωγή της αποβιώσασας στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στις 03.11.1998, είναι μάλλον προφανές ότι οι νοσηλευτές του γηροκομείου μετέφεραν το έγγραφο Τεκμ. 3 μαζί τους στο Νοσοκομείο κατά την εκεί εισαγωγή της. Αυτή η διαπίστωση υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι στο Β μέρος όπου παρουσιάζεται η συνταγογράφηση και η λήψη των φαρμάκων από το φαρμακείο, υπάρχουν οι εξής ημερομηνίες: 23.07.1998, 07.09.1998 και 20.10.1998 καθώς και η ποσότητα των χαπιών που της χορηγήθηκαν από το φαρμακείο. Η μάρτυς (Μ.Ε.3), εξήγησε ότι συνήθως η συνταγογράφηση είναι δίμηνη. Στις 03.11.1998 όταν εισήχθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας έπρεπε λοιπόν να ενημερωθούν οι ιατροί του Νοσοκομείου για να εξακολουθήσει η ασθενής να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε και στο γηροκομείο, γι' αυτό και οι νοσηλευτές του γηροκομείου προσκόμισαν στο νοσοκομείο το Τεκμ. 3 που περιελάμβανε την πιο πρόσφατη σε σχέση με την εισαγωγή της συνταγογράφηση. Στο μέρος Γ που αναφέρεται στον έλεγχο της χορήγησης των φαρμάκων, καταγράφεται η ημερομηνία, η ώρα χορήγησης καθώς και η υπογραφή του ατόμου που χορήγησε το φάρμακο. Η πρώτη ημερομηνία που αναγράφεται στο συγκεκριμένο μέρος είναι 13.
  15. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο μέρος Β φαίνεται συνταγογράφηση ημερομηνίας 23.07.1998 μπορεί λογικά να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για επαναληπτική συνταγογράφηση της φαρμακευτικής της αγωγής. Δηλαδή, η αποβιώσασα τουλάχιστον από τον Μάιο του 1998 λάμβανε την ίδια φαρμακευτική αγωγή, στην ίδια ποσότητα και με την ίδια συχνότητα. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα υποστηρίζεται και από την μαρτυρία της Δρος Καλυβωκά η οποία ανέφερε ότι πέρα από το ότι η συνταγογράφηση είναι συνήθως δίμηνη, είπε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι (έπαιρνε τα φάρμακα) δύο φορές την ημέρα. Συνήθως όταν αρχίζουμε μία φαρμακευτική αγωγή, αρχίζουμε με την ελάχιστη ποσότητα του φαρμάκου, ενώ εδώ βλέπω ότι η κυρία έπαιρνε δύο την ημέρα, το οποίο σημαίνει ότι σε κάποια φάση αυξήθηκε η δόση. Αν είχανε μπει (τα φάρμακα) σε εκείνη τη χρονική στιγμή, θα έπρεπε να παίρνει ένα. Γιατί δύο;» Τα ανωτέρω κρίνω ότι ενέχουν εξαιρετική σημασία γιατί όπως εξήγησε η μάρτυς, στο Τεκμ. 3, υπάρχουν καταγεγραμμένα 4 ψυχιατρικά φάρμακα τα οποία χορηγούνταν στη συχνότητα και ποσότητα που αναφέρθηκε ανωτέρω στην αποβιώσασα. Πρόκειται για τα φάρμακα με το όνομα Artane, το Melleril, το Stelazine και το Heminevrin. Η μάρτυς εξήγησε ότι το Artane είναι φάρμακο που δίνεται συνοδεία αντιψυχωσικών, για να εξαλείψει ή να μειώσει τυχόν παρενέργειες που πιθανόν να προκληθούν από την χορήγηση των αντιψυχωσικών. Το Melleril και το Stelazine είπε ότι είναι και τα δύο αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία δίνονται σε άτομα που παρουσιάζουν ψυχωσικής τάξης συμπτωματολογία. Τέλος, για το Heminevrin η μάρτυς είπε ότι ανήκει στην κατηγορία των υπναγωγικών φαρμάκων. Σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στη μάρτυρα σχετικά με την ταυτόχρονη χορήγηση 2 αντιψυχωσικών φαρμάκων στην αποβιώσασα, είπε ότι «μπορεί μόνο το ένα να μην επαρκούσε στην εξάλειψη της συμπτωματολογίας» και στη συνέχεια πρόσθεσε ότι παίζει και η ηλικία κάποιο ρόλο, «γιατί τα όργανα που μεταβολίζουν τα φάρμακα είναι «πιο γερασμένα από το φυσιολογικό». Σχολιάζοντας άλλα έγγραφα που περιείχε ο Γενικός Ιατρικός Φάκελος της αποβιωσάσης, τα οποία στη συνέχεια της μαρτυρίας κατατέθηκαν ως Τεκμ. 6 -
  16. Το Τεκμήριο 6 αφορά εισαγωγή της αποβιωσάσης στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στις 03.11.
  17. Στην πρώτη σελίδα του εγγράφου αναγράφεται η εξής φράση «Αδύνατη η λήψη ιστορικού από την ίδια». Η κα Καλυβωκά όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε ότι: «Συνήθως είναι αδύνατη η λήψη ιστορικού από έναν ασθενή όταν παρουσιάζει ψυχιατρική διαταραχή ή άνοια». Στις επόμενες σελίδες του Τεκμηρίου 6 (NURSING REPORT), περιγράφονται οι ενέργειες που έγιναν κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Νοσοκομείο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι σε κάθε έλεγχο της αποβιωσάσης αναγράφεται από τους θεράποντες ιατρούς η φράση «φτωχική γενική κατάσταση», φράση που επαναλαμβάνεται και παραμένει ακόμα και στην καταγραφή της τελευταίας ημέρας 09.11.1998 κατά την οποία έλαβε εξιτήριο. Φαίνεται μάλλον ότι η φτωχική γενική κατάσταση περιέγραφε γενικώς την αποβιώσασα, ανεξάρτητα από τα οποιαδήποτε άλλα ιατρικά προβλήματα που προέκυπταν κατά καιρούς. Τα Τεκμ. 7 και 8 αφορούν εισαγωγή της αποβιωσάσης στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και συγκεκριμένα στην Ορθοπεδική κλινική στις 03.08.1992 λόγω κατάγματος στην πύελο (στο πόδι). Στη 2η σελίδα του Τεκμ. 8 αναγράφεται και η ημερομηνία εισαγωγής (date of admission) 03.08.1992 και η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε εξιτήριο (date of discharge) 15.08.1992, όπως επίσης και οι ακτινογραφίες (XR) που έγιναν στην πύελο (pelvis) και στον μηρό (hip) της. Το Τεκμ. 7 έχει τίτλο «ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ» και ημερομηνία 11.08.1992, πρόκειται δηλαδή για έντυπο που συμπληρώθηκε για τους σκοπούς της εγχείρησης του κατάγματος της. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι τη σχετική συγκατάθεση για την εγχείρηση την υπογράφει κάποιος ως Κηδεμόνας της αντί της ίδιας. Η κα Καλυβωκά (Μ.Ε.3), ανέφερε σχολιάζοντας τις πιο πάνω αναφορές: «Επειδή για τις χειρουργικές ειδικότητες είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του ασθενή πριν υποβληθεί σε οποιαδήποτε επέμβαση, όταν κάποιος δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τι σημαίνει χειρουργείο, ποιες είναι οι επιπλοκές, πρέπει να υπογράψει κάποιος στη θέση του». Και στη συνέχεια «Επειδή μου έχουν τύχει περιπτώσεις, σε χειρουργικές επεμβάσεις καλούν εμάς για να κρίνουμε κατά πόσο κάποιος [.] όντως έχει κατανοήσει ότι πρέπει να χειρουργηθεί για τον α ή β λόγο, τις επιπλοκές, κατόπιν ότι πρέπει να υποστεί ολική αναισθησία. Οπότε όπως είπα πριν, όταν κάποιος παρουσιάζει μια ψυχιατρική διαταραχή, άνοια ή μία νοητική στέρηση ακόμα, και είναι ανίκανος να κατανοήσει τα πιο πάνω, υπογράφει ο κηδεμόνας». Τα Τεκμ. 9 και 10 αφορούν εισαγωγές της αποβιωσάσης στο Νοσοκομείο το 2004 και 2007 αντίστοιχα. Το Τεκμ. 9 αφορά εισαγωγή της στο Νοσοκομείο στις 22.08.2004 λόγω οιδήματος στην τραχηλική χώρα. Στην 1η σελίδα κάτω από τον τίτλο Ακτινολογική εξέταση, υπάρχει σημείωση όπου αναγράφονται τα εξής: «Αδύνατη η συνεργασία με την εξεταζόμενη - Δύσκολος ο έλεγχος». Επιπρόσθετα στις επόμενες σελίδες όπου καταγράφεται η Νοσηλευτική Αναφορά για τις ημέρες της νοσηλείας της υπάρχει πάλι η επαναλαμβανόμενη αναφορά για φτωχική γενική κατάσταση, όπως επίσης και επαναλαμβανόμενη αναφορά ότι η ασθενής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Σημαντική είναι και η εξής καταγραφή: «Την είδε ψες ο Δρ Καλλίας. Έγραψε τη φαρμακευτική της αγωγή που λάμβανε στο γηροκομείο [.]». Στο Τεκμ. 10 που αφορά την εισαγωγή της στο Νοσοκομείο στις 13.02.2007, αναγράφονται στο ιστορικό της τα εξής: επιληπτική, άνοια, αναιμία, ΧΑΠ (Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια). Η Δρ Καλυβωκά (Μ.Ε.3) απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το αν μπορεί κάποιος να γίνει επιληπτικός στα 87 του χρόνια, είπε ότι επιληψία μπορεί να υπάρξει σε αυτήν την ηλικία μετά από κάποιον όγκο στον εγκέφαλο ή πολλαπλά εγκεφαλικά και άλλες νευρολογικές παθήσεις. Η περίπτωση της αποβιωσάσης όμως δεν ήταν τέτοια, αφού αυτό δεν υποστηρίζεται από τα ιατρικά στοιχεία που εντοπίστηκαν στον Ψυχιατρικό και Γενικό της Φάκελο, αλλά επιπρόσθετα υπάρχει και η μαρτυρία από το οικείο της περιβάλλον που αναφέρει ότι η αποβιώσασα ήταν εκ γενετής επιληπτική. Σε σχέση με την άνοια, η μάρτυς είπε ότι πρόκειται για νευρολογική πάθηση που συνοδεύεται με απώλεια μνήμης, ψυχωσικά συμπτώματα, κατάθλιψη και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ζητήθηκε από τη μάρτυρα να εκφράσει την άποψη της σύμφωνα με την πείρα της και τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη της σχετικά με την γενική εικόνα της αποβιωσάσης, για το αν θα μπορούσε η συγκεκριμένη γυναίκα το 1998 σε ηλικία 80 ετών περίπου να επιδιώξει να συντάξει διαθήκη. Η μάρτυς απάντησε αρνητικά ότι με βάση τη γενική εικόνα της αποβιωσάσης, η οποία λάμβανε και τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες, όπως επίσης και λαμβάνοντας υπόψη τις διαγνώσεις που αναφέρονται στο φάκελο της από το Γενικό Νοσοκομείο. Πρόσθεσε μάλιστα ότι άτομο με τη γενική εικόνα της αποβιωσάσης, σε οποιαδήποτε ηλικία είναι ευάλωτο σε εξωτερικές πιέσεις, πόσο μάλλον σε ηλικία 80 ετών. Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ότι ο ψυχιατρικός φάκελος της αποβιούσας για τα έτη πριν το 2005 έχει χαθεί, γεγονός που της αναφέρθηκε από τα γραφεία των ψυχιατρικών υπηρεσιών όταν ζητήθηκε να γίνει έλεγχος για ανεύρεση του. Είπε επίσης ότι δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία, γιατί παλαιότερα δεν υπήρχε μηχανογράφηση του συστήματος. Ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων υπέβαλε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τα έτη πριν το 2005 επειδή δεν υπήρχε ψυχιατρικός φάκελος, η μάρτυς επέμενε ότι ο φάκελος της αποβιωσάσης έχει χαθεί. Άλλωστε η ύπαρξη του Τεκμ. 3 είναι μία ισχυρή ένδειξη ότι υπήρχε τουλάχιστον από το 1998 ψυχιατρικός φάκελος για την αποβιώσασα και όλα αυτά σε συνδυασμό και με την μαρτυρία της Δρος Καλυβωκά ότι η συνταγογράφηση ψυχιατρικών φαρμάκων γίνεται μόνο από ψυχίατρο και κατόπιν εξέτασης του ασθενή. Η μάρτυς σε σχέση με τη διάγνωση ψυχασθένειας ανέφερε ότι συνήθως τα πρώτα συμπτώματα αρχίζουν από νεαρή ηλικία, ακόμα και την παιδική. Η κορύφωση για τους άντρες είναι συνήθως στα 18, ενώ για τις γυναίκες λίγο αργότερα, στα 23 -
  18. Όταν ρωτήθηκε για την αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή όπως προκύπτει από το Τεκμ. 3 την οποία λάμβανε η αποβιώσασα το 1998 απέκλεισε το ενδεχόμενο να της χορηγήθηκαν για κάποια άλλη ασθένεια καθώς τα συγκεκριμένα φάρμακα είναι αντιψυχωσικά και ναι μεν χρησιμοποιούνταν και ως υπναγωγικά κάποτε, όμως η αποβιώσασα έπαιρνε ήδη δύο άλλα διαφορετικά υπναγωγικά (Heminevrin & Persandine), οπότε δεν ήταν αυτός ο λόγος χορήγησης τους στη συγκεκριμένη περίπτωση και πρόσθεσε ότι: «Τα αντιψυχωσικά δίνονται για ψυχώσεις κατά τη δική μου πρακτική». Στη συνέχεια η μάρτυς ρωτήθηκε εάν η συγκεκριμένη αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή δίνεται και σε περίπτωση επιληπτικού επεισοδίου και απάντησε αρνητικά. Είπε συγκεκριμένα ότι στην περίπτωση επιληπτικού επεισοδίου χορηγούνται αντιεπιληπτικά. Τα φάρμακα που αναφέρονται στο Τεκμ. 3 και τα αναγνώρισε ως αντιψυχωσικά, δεν έχουν αυτήν την ιδιότητα. Επιπρόσθετα σχετικά με την επιληψία, η μάρτυς δήλωσε ότι συνήθως τα άτομα με επιληψία έχουν και ψυχιατρικές διαταραχές. Σχολιάζοντας τη σημείωση «Σχετικά καλή» που υπάρχει στον ψυχιατρικό φάκελο της αποβιωσάσης Τεκμ. 2 με ημερομηνία 20.07.2005 από ψυχιατρικής άποψης η μάρτυς απάντησε ότι σημαίνει πως η αποβιώσασα ήταν σταθεροποιημένη, δηλαδή δεν ήταν σε υποτροπή και δεν παρουσίαζε ενεργά συμπτώματα, λαμβανομένου βέβαια υπόψη του γεγονότος ότι της χορηγείτο ενέσιμη αντιψυχωσική αγωγή, όπως εξήγησε και κατά την κυρίως εξέταση της. Η μαρτυρία της συνάδει και με όσα διαπιστώθηκαν για την αποβιώσασα στα πλαίσια της Αγωγής 851/2007 και καταγράφονται στην σχετική απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 9, 12 και 18 (Τεκμ. 4) ότι δηλαδή, η αποβιώσασα για ό,τι ενδιέφερε εκείνη την υπόθεση, κατά τα τελευταία 2 τουλάχιστον χρόνια της ζωής της, ήταν σε τέτοιο βαθμό πνευματικής κατάπτωσης που δεν ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τις πράξεις της και να επικοινωνεί φυσιολογικά με το περιβάλλον της. Σε σχέση με το Τεκμ. 7 - Συγκατάθεση για εγχείρηση, όπου το 1992 υπέγραψε κάποιος ως κηδεμόνας αντί της αποβιωσάσης, η μάρτυς είπε ότι δεν υπάρχει παραπεμπτικό ή κάποιο αρχείο ότι κλήθηκε ψυχίατρος, όχι γιατί πράγματι δεν κλήθηκε, αλλά γιατί «δεν υπήρχαν αρχεία τότε». Στο τέλος της αντεξέτασης της η μάρτυς ρωτήθηκε εάν μπορεί να εκφράσει άποψη για τη δικαιοπρακτική ικανότητα ασθενή τον οποίο δεν έχει εξετάσει και απάντησε αρνητικά. Η πιο πάνω όμως απάντηση της μάρτυρος δεν αναιρεί καθόλου όσα η ίδια μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της μάρτυρος ως επιστημονικά τεκμηριωμένη. Ασφαλώς και δεν θα μπορούσε να εκφράσει άποψη σε σχέση με τη δικαιοπρακτική της ικανότητα όταν η ίδια δεν την είχε εξετάσει κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτή η θέση δεν μειώνει την αξία της μαρτυρίας της και την άποψη της που εξέφρασε μελετώντας τις ιατρικές αναφορές και λαμβάνοντας υπόψη τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Δρος Α. Καλυβωκά (Μ.Ε.3), καθώς ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη και ότι προήλθε από ειδική στην ψυχιατρική επιστήμη. Η μαρτυρία της υπήρξε πολύ υποβοηθητική για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της και σημειώνω ότι οι απαντήσεις τις οποίες έδωσε μετέδιδαν την ακριβή εικόνα την οποία η μάρτυς αποκόμισε από τα έγγραφα και τις ιατρικές αναφορές όπως και από την φαρμακευτική αγωγή την οποία λάμβανε και προέρχονται από τον ιατρικό της φάκελο. Σφαιρικά αντικριζόμενη η μαρτυρία της υποδηλώνει ότι η αποβιώσασα ακόμα και κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της φερόμενης ως Διαθήκης της ήταν ένα άτομο που ούτε σωματικά αλλά ούτε και διανοητικά είχε τη δυνατότητα αντίληψης τι έκαμνε με την εναπόθεση του δακτυλικού της αποτυπώματος στο έγγραφο που της υποδείχθηκε. Παρόμοια θα πρέπει να είχε «παρασυρθεί» και στις υπογραφές κατά τον ίδιο τρόπο όταν σε ανύποπτο χρόνο πριν την εισαγωγή της στο γηροκομείο είχε μεταβιβάσει ένα ακίνητο της στην ανιψιά της η οποία την φρόντιζε για αρκετά χρόνια και αλλά και αργότερα το 1995 όταν συγκατατέθηκε στην παροχή δικαιώματος διόδου διερχομένου από κτήμα της. Ο κ. Κυριάκος Τρισόκκας (Μ.Ε.4) είναι Κοινοτάρχης Λιοπετριού εδώ και 23 χρόνια και επομένως και για την περίοδο που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση. Είχε εκλεγεί ως Κοινοτάρχης για πρώτη φορά τον Μάιο του
  19. Έκτοτε επανεκλέγεται μέχρι σήμερα και χαίρει της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης της κοινότητας του. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από δύο παραμέτρους που ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση. Είχε καταθέσει και ως μάρτυρας στην Αγωγή Αρ. 851/2007, αφού με την ιδιότητα του Κοινοτάρχη ήταν αυτός που πιστοποίησε το πληρεξούσιο με βάση το οποίο ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε την περιουσία της αποβιωσάσης επ' ονόματι του. Κλήθηκε επομένως για να εξηγήσει την εμπλοκή του σε κάποιες πιστοποιήσεις που έκανε σε σχέση με την αποβιώσασα όσο και για να πει πώς την θυμόταν και τι αντίληψη είχε για αυτήν. Ανέφερε ότι γνώριζε και θυμόταν καλά την αποβιώσασα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι: «ήταν άτομο με ειδικές ανάγκες, με κάποια προβλήματα, είχε και κάποια αρρώστια η γυναίκα και έπιανε την και το συζητούσαν στο χωριό». Ο κ. Τρισόκκας είπε μάλιστα ότι η αποβιώσασα κατά την άποψη του δεν ήταν άτομο που μπορούσε από μόνη της να διαχειριστεί την περιουσία της και σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του πρόσθεσε ότι «τη λέξη διαθήκη πιστεύω δεν θα την άκουσε ποτέ της». Αναφέρθηκε και στο πληρεξούσιο που ήταν το αντικείμενο της δίκης στην Αγωγή Αρ. 851/2007 και δήλωσε ξανά ότι είχε ξεγελαστεί για να το υπογράψει και αργότερα έμαθε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο το χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος
  20. Σε σχέση με το Τεκμ. 11 που αφορά έντυπο παραχώρησης δικαιώματος διόδου, βλέποντας το, ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή και τα γράμματα του στην αναγραφόμενη ημερομηνία. Είπε επίσης ότι κατά την υπογραφή του εν λόγω εντύπου η αποβιώσασα δεν ήταν παρούσα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς πρόσθεσε στα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και τα ακόλουθα: «Η κα Παρασκευού έπεφτε, μια από τις αρρώστιες της, επιληψία νομίζω, και ακούετουν 200 - 300 μέτρα μες το χωριό και εσχολιάζετουν. . Τότε το θεωρούσαν ρετσινιά.» Σε άλλα σημεία της αντεξέτασης του είπε: «Είπαμε είχε το πρόβλημα με το πόδι της, είχε την επιληψία, είπαμε ότι είχε και ειδικές ανάγκες, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, να κόψει κουβέντες. . Δεν τα είχε '400' όπως λέμε στο Λιοπέτρι» και ότι «Η γυναίκα είχε έναν τόνο προβλήματα. Δεν μπορούσες να κάτσεις να συζητήσεις μαζί της. Δεν είχε το σωστό, να κάτσεις να μιλήσεις μαζί της». Επέμεινε ότι γνώριζε πολύ καλά την αποβιώσασα και έδωσε λεπτομέρειες αυτής της γνώσης του γι' αυτήν και τα ιατρικά της προβλήματα. Επέμεινε ότι κατά την υπογραφή του Τεκμ. 11 που αφορούσε αίτηση για την παραχώρηση διόδου σε κτήμα της αποβιωσάσης, δεν επισκέφτηκε το γηροκομείο ο ίδιος και ότι σε σχέση με το πληρεξούσιο που κρίθηκε στην Αγωγή Αρ. 851/2007 είχε ξεγελαστεί, ενώ σε κάθε περίπτωση η πεποίθηση που είχε είναι ότι με τις ενέργειες του βοηθούσε την αποβιώσασα. Κατά την Επανεξέταση του ο μάρτυς εξήγησε ότι και ως Πρόεδρος του Ειδικού Σχολείου Απόστολος Βαρνάβας στην κοινότητα του Λιοπετριού είναι σε θέση και καταλαβαίνει πότε ένα πρόσωπο μπορεί να μιλήσει, να συμπεριφερθεί και να πράξει. Δεν μπορούσε κάποιος να μιλήσει με την αποβιώσασα πλην κάποιων τυπικών κουβέντων όπως όταν την ρωτούσε πως ήταν και πως περνά, ως εδώ. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρος ως ανεξάρτητη και αντικειμενική. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια παραδέχθηκε ότι πιστοποίησε υπογραφές της αποβιώσασας χωρίς να τηρεί τους τύπους, έχοντας όμως πάντοτε κατά νουν ότι με αυτόν τον τρόπο τη βοηθούσε. Αποδέχομαι τις αναφορές του σε σχέση με τη σωματική και διανοητική κατάσταση της αποβιωσάσης τόσο πριν την εισαγωγή της στο γηροκομείο όσο και μετά από όσα άκουγε στο χωριό. Ήταν δε σε θέση όχι μόνο ως ένας ώριμος άνδρας τον οποίο εμπιστεύονταν οι συγχωριανοί του να διευθύνει από τη θέση του Κοινοτάρχη της υποθέσεις της κοινότητας του αλλά και λόγω εμπειριών στη ζωή του ως Προέδρου ιδρύματος με άτομα με ειδικές ανάγκες να γνωρίζει να ξεχωρίζει ποια από αυτά μπορούν να έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα. Η κα Κυριακή Παρασκευά (Μ.Ε.5) είναι Πρωτοκολλητής στο Επ. Δικ. Αμμοχώστου. Η μαρτυρία της αποσκοπούσε στο να καταδείξει τη διαφορά του Τεκμ. 12 ως πιστού αντιγράφου της φερόμενης διαθήκης της αποβιωσάσης και της διαφοράς που αυτό παρουσιάζει από το έγγραφο που κατατέθηκε ως τέτοιο στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 851/
  21. Το ζήτημα είχε προκύψει μετά την κατάθεση του κ. Δ. Κωσιαντή (Μ.Υ.1) όταν κατάθεσε το ανωτέρω Τεκμ. 12, έλεγχος του οποίου κατέδειξε την διαφορά που αυτό είχε με πιστό αντίγραφο του ίδιου εγγράφου που είχε κατατεθεί στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής ως Τεκμ.
  22. Η κλήτευση της έγινε μετά που η πλευρά των Εναγόντων είχαν κλείσει την υπόθεση τους και έγινε με την συγκατάθεση της πλευράς των Εναγομένων όταν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα προς το Δικαστήριο. Διαπιστώνεται ότι το έγγραφο που κατατέθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 851/2007 ως Τεκμ. 15 δεν έφερε στην 1η σελίδα τις μονογραφές των μαρτύρων της διαθήκης. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμ. 14 στην παρούσα διαδικασία. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της κας Παρασκευά, έγινε παραδεκτό γεγονός, ότι το εν λόγω έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμ. 14 στα πλαίσια της παρούσας, είχε κατατεθεί στα πλαίσια της Αγωγής 851/2007 από την κα Φλώρα Γ. Λουκά το 2011, η οποία κατέθεσε ως ο τελευταίος μάρτυρας Υπεράσπισης του Εναγόμενου, η οποία είναι και η μία εκ των μαρτύρων (Μάρτυρας 3) της φερόμενης ως διαθήκης. Είναι εμφανές και ξεκάθαρο, ότι στο Τεκμήριο 14 που κατατέθηκε από την κα Παρασκευά (Μ.Ε. 5) δεν υπάρχουν οι μονογραφές των μαρτύρων της φερόμενης ως διαθήκης στην 1η σελίδα αυτής. Η μάρτυς ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να κατατεθούν τα πρακτικά της μαρτυρίας της κας Φλώρας Γ. Λουκά στην αγωγή 851/2007 καθώς δεν είχαν από-στενογραφηθεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κας Παρασκευά ως ανεξάρτητης και τυπικής μορφής και ως εκ τούτου επί της ουσίας της ορθά δεν αμφισβητήθηκε. Εδώ παρεμβάλλω ένα σχόλιο σε σχέση με την εισήγηση της πλευράς του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων στη σελ. 11 της αγόρευσης του όπου σχολιάζει τη μαρτυρία της πιο πάνω μάρτυρος, με την οποία προβάλλει την θέση ότι οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω παραδοχής τους ότι υπήρξε ορθή εκτέλεση της Διαθήκης, να προβάλλουν αντίθετους ισχυρισμούς. Παρόμοια και στη σελ.16 υπό τον τίτλο «Τυπικές Διατυπώσεις», Ανέτρεξα στο σύνολο των πρακτικών που έχουν τηρηθεί στη διαδικασία χωρίς να επισημάνω μια τέτοια δήλωση υπό μορφή παραδοχής ή έστω υποβολής σε οποιονδήποτε μάρτυρα από πλευράς των Εναγόντων. Εξάλλου βασική θέση των Εναγόντων, και αυτήν είναι που προώθησαν με συνέπεια ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν υπήρξε ορθή εκτέλεση της Διαθήκης, την οποία κάθε φορά χαρακτήριζαν ως φερόμενη Διαθήκη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ: Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς των Εναγομένων, περιορίστηκε κατ' ουσία σε θέματα που άπτονται της τυπικής εγκυρότητας της διαθήκης. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε αντίκρουση της ιατρικής και άλλης μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Ενάγοντες. Ο κ. Δημήτρης Κωσιαντής, είναι δικηγόρος και κατονομάζεται στην φερόμενη διαθήκη της αποβιωσάσης ως ο εκτελεστής της. Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε την εξής εκδοχή σχετικά με τα όσα διαδραματίστηκαν πριν και κατά την υπογραφή της φερόμενης ως διαθήκης. Ανέφερε ότι τον είχε καλέσει η αποβιώσασα για να συντάξει μια διαθήκη για τα περιουσιακά της. Πρόσθεσε μάλιστα «και η γυναίκα δεν ήξερε ούτε τα κτήματα της, ούτε τα αυτά.πώς θα τα μεταβίβαζε». Στη συνέχεια βέβαια είπε ότι η αποβιώσασα τον κάλεσε «μέσω του Αντρέα» του Εναγόμενου 1, ο οποίος του είπε να περάσει από το γηροκομείο γιατί «θέλει να της δώσεις ορισμένες πληροφορίες σχετικά με κάτι κτήματα που έχει». Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι γνώριζε την αποβιώσασα από προηγουμένως αφού έτυχε μια - δυο φορές να την επισκεφθεί στο γηροκομείο. Ανέφερε ότι ήταν φίλος του Εναγόμενου 1 ο οποίος ήταν και πελάτης του στο δικηγορικό του γραφείο. Ο μάρτυς ανέφερε ότι για τους σκοπούς της διαθήκης συνάντησε δύο φορές την αποβιώσασα. Μία φορά για να πάρει οδηγίες και την άλλη για την υπογραφή της διαθήκης. Αφού διεξήγαγε έρευνα στο Κτηματολόγιο για να έχει τα ακριβή στοιχεία των κτημάτων της, συνέταξε τη διαθήκη. Ανέφερε ότι μετά το άνοιγμα της διαθήκης της αποβιωσάσης διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια ενός ακόμα ακινήτου το οποίο δεν συμπεριλήφθηκε στο πιστοποιητικό έρευνας που είχε κάνει. Αναφερόμενος στις συνθήκες υπογραφής της διαθήκης, ανέφερε ότι αυτή «εσημειογραφήθηκεν» στην παρουσία του, της αδελφότεκνης του της Φλώρας και της γραμματέως του της Αντρούλλας, στο δωμάτιο που έμενε η αποβιώσασα στο γηροκομείο. Ισχυρίστηκε ότι διάβασε τη διαθήκη στην αποβιώσασα εξηγώντας της το περιεχόμενο της και αυτή έβαλε τα δακτυλικά της αποτυπώματα με «πολλή παρρησία» όπως χαρακτηριστικά πρόσθεσε στην συνέχεια. Αναφερόμενος στη νοητική κατάσταση της αποβιωσάσης ανέφερε ότι αυτή γνώριζε πλήρως τι έκαμνε και ότι είχε σώας τας φρένας και διαύγεια πνεύματος, προσθέτοντας τη φράση: «τώρα αν δεν αντιλήφθηκα κάτι εγώ, δεν είμαι γιατρός για να ξέρω αν υπήρχαν ας πούμε τίποτε άλλα διανοητικά». Κατάθεσε ως Τεκμ. 12 αντίγραφο της φερόμενης ως διαθήκης και υπέδειξε το αποτύπωμα της αποβιωσάσης επ' αυτής εξηγώντας ότι τα γράμματα πάνω στα χαρτόσημα όπου αναγράφεται το όνομα της είναι δικά του. Εξήγησε ότι μετά την υπογραφή της διαθήκης από την αποβιώσασα τη φύλαξε στο γραφείο του και ότι μετά τον θάνατο της τα θέματα τα χειριζόταν η Φλώρα, ο ίδιος δεν γνώριζε τι έγινε καθώς δεν μετέβαινε στο γραφείο τακτικά. Διαπιστώνω ότι η αντεξέταση του μάρτυρος κατέδειξε πολλές αντιφάσεις αλλά και θέσεις οι οποίες δεν μπορούν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και οι οποίες καθιστούν τη μαρτυρία του τρωτή και έκθετη σε απόρριψη ως τέτοιες εντοπίζω τις ακόλουθες: (α) Θέλησε να παρουσιάσει τη σχέση του με τον Εναγόμενο 1 ως σχέση δικηγόρου και πελάτη. Οι συνθήκες γνωριμίας τους όταν και οι δύο διέθεταν ψαρόβαρκες στον Ποταμό του Λιοπετρίου πριν από πολλά χρόνια και έκτοτε η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους καταδεικνύουν μια σχέση πέραν της τυπικής σχέσης ενός δικηγόρου με πελάτη του και πέραν αυτού ενός δικηγόρου που είχε χειριστεί στο παρελθόν και άλλες υποθέσεις του Εναγόμενου
  23. (β) Ο μάρτυς ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε την αποβιώσασα για να πάρει οδηγίες από αυτήν. Η επίσκεψη του κράτησε μια ώρα παρά το ότι «η αποβιώσασα δεν ήξερε γράμματα ως μια γυναίκα του χωριού που ούτε το όνομα της ήξερε να γράψει». Της εξήγησε το σκοπό της επίσκεψης του και αυτή κατάλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να του πει τα χωράφια της γι' αυτό και αναγκάστηκε να κάμει έρευνα στο Κτηματολόγιο. Από το πιστοποιητικό έρευνας που εξασφάλισε έλειπε ένα κτήμα της το οποίο δεν έγινε αντιληπτό ότι δεν είχε καταγραφεί σε αυτό. Ούτε και έγινε αντιληπτό αυτό το γεγονός από την αποβιώσασα η οποία κατά τα άλλα κατά τον μάρτυρα καταλάβαινε τι της γινόταν. Ο μάρτυς δεν ήταν σαφής ως προς αυτή τη πτυχή της υπόθεσης και εύλογα θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι στη διαθήκη συμπεριλήφθηκαν τα κτήματα που ήθελε ο Εναγόμενος 1 να του διαθέσει η αποβιώσασα. Η ελλιπής αναφορά στο πιστοποιητικό έρευνας που εξασφάλισε από το Κτηματολόγιο δεν πείθει όπως είναι και η εισήγηση της πλευράς των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση δεν κατατέθηκε το εν λόγω πιστοποιητικό έρευνας έτσι που να καταδείξει αυτή την παράλειψη του Κτηματολογίου. (γ) Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς ανέφερε ότι είχε γνωρίσει προηγουμένως την αποβιώσασα στα πλαίσια «εθιμοτυπικών» επισκέψεων στο γηροκομείο μαζί με τον Εναγόμενο
  24. Αυτό, επανερχόμενος στην πιο πάνω επισήμανση μου για την αξιοπιστία του, φανερώνει τη στενή σχέση που διατηρούσε με τον Εναγόμενο
  25. Τι γύρευε να επισκέπτεται τη θεία ενός πελάτη του για εθιμοτυπικούς και μόνο λόγους, όπως ανέφερε. Σε αυτό το σημείο έχει σημασία τόσο η ερώτηση που του υποβλήθηκε σχετικά, όσο και η απάντηση του μάρτυρος την οποία καταγράφω αυτούσια: Ερ.: Είπετε μας όμως ότι τις 1 ή 2 εθιμοτυπικές επισκέψεις που είχατε, με την θεία την Παρασκευού δεν αναπτύχθηκε και επαγγελματική σχέση μεταξύ σας έτσι; Πελάτης και φίλος σας ήταν ο Αντρέας. Απ.: Ε ναι. Ήντα με την γριά ήντα που μπορούσες να πεις; Δηλαδή άμα λέω επίσκεψη, σύντομη επίσκεψη. Ο Αντρέας εκατέβην κάτω να πάρει κάτι. [.] Διευκρίνισε δε στη συνέχεια ότι στα πλαίσια αυτών των εθιμοτυπικών επισκέψεων, ούτε συζήτησε οτιδήποτε με την αποβιώσασα, ούτε και μπόρεσε να σχηματίσει κάποια άποψη για την εν γένει κατάσταση της. Η απάντηση του ότι ο Αντρέας εκατέβη κάτω. θέτει σε αμφιβολία κατά πόσο ο ίδιος πράγματι συνάντησε την αποβιώσασα έστω και για εθιμοτυπικούς λόγους. (δ) Όταν ρωτήθηκε αν την είχε αντιληφθεί να κάθετε σε τροχοκάθισμα, ανέφερε ότι θυμόταν ότι αυτή καθόταν σε κανονική καρέκλα και δεν θυμόταν ούτε και πρόσεξε ότι αυτή αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα με τα άκρα της. Εδώ παρεμβάλλω το Τεκμ. 4, στην απόφαση επί της Αγωγής Αρ. 851/2007 στην σελίδα 14, αναφέρονται τα εξής: «Όπως ανέφερε η φροντίστρια κυρία Ελένη Ανδρέου, με 18ετή πείρα στο γηροκομείο, η Παρασκευού ήταν πάντοτε κλινήρης. Μετακινείτο μόνο με τροχοκάθισμα, το οποίο θα έπρεπε να σπρώχνει κάποιος άλλος. Ενώ δεν μπορούσε και να τραφεί μόνη της, γι' αυτό και την τάιζαν. Την κατάσταση αυτή της Παρασκευούς επιβεβαίωσε η διευθύντρια του γηροκομείου κα Ευαγγελία Ανδρέου». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο μάρτυς δεν ήταν ειλικρινής με τις διαπιστώσεις του σε σχέση με την κατάσταση τόσο τη διανοητική όσο και τη σωματική της αποβιωσάσης όταν την παρουσίασε ότι ήταν «μια χαρά». (ε) Ο μάρτυς ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που εισηγήθηκε στην αποβιώσασα να συντάξει διαθήκη για να μη βρεθεί στο τέλος χωρίς περιουσία και χωρίς υποστήριξη. Αρνήθηκε ότι είχε συζητήσει με τον Εναγόμενο 1 ζήτημα κατάρτισης διαθήκης. Διερωτάται κάποιος αν με ένα πελάτη του ο οποίος του εισηγείται να μεταβεί να δει τη θεία του είναι δυνατόν να μη είχε συζητήσει μαζί του το ζήτημα της κατάρτισης διαθήκης όπου μάλιστα τον καθιστούσε κληρονόμο της. Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος 1 στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 851/2007 κατέθεσε γραπτώς (Τεκμ. 5 στην παρούσα αγωγή), ως μέρος της μαρτυρίας του σε εκείνη τη δίκη τα εξής: «[.]Κατά ή περί τον Μάρτιο του 1998 η θεία μου ως ένδειξη εκτίμησης και αγάπης για την φροντίδα που της παρείχα, μου πρότεινε να μου βουλλώσει όλη της την περιουσία. [.] Τότε της εισηγήθηκα εναλλακτικά να μου κάνει διαθήκη, ούτως ώστε να τα πάρω μετά τον θάνατο της. Η θεία μου δέχτηκε να γίνει διαθήκη και δώσαμε οδηγίες στον κ. Δημήτρη Κωσιαντή δικηγόρο από την Δερύνεια να μας ετοιμάσει την διαθήκη». Είναι φανερόν ότι τα πιο πάνω διαψεύδουν τα όσα ο μάρτυς δήλωσε ως πιο πάνω. Τον διαψεύδει ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 όταν σε ανύποπτο χρόνο κατά τη διάρκεια εκδίκασης της Αγωγής Αρ. 851/2007 η οποία καμία σχέση είχε με το ζήτημα της διαθήκης, δηλώνει ότι είναι ο ίδιος που εισηγήθηκε στην αποβιώσασα να του κάνει διαθήκη και περαιτέρω ότι «έδωσαν» οδηγίες στον κ. Κωσιαντή να τους ετοιμάσει τη διαθήκη. Όταν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να σχολιάσει τα λεγόμενα του Εναγόμενου 1 στην γραπτή του δήλωση Τεκμ. 5, είπε «μεταγενέστερα ίσως να μιλήσαμε με τον Αντρέα». Να σημειωθεί εδώ, ότι στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων αναφέρεται ότι σε αυτήν την υποτιθέμενη πρώτη συνάντηση η αποβιώσασα «εξέφρασε την επιθυμία της να συντάξει Διαθήκη με μοναδικό κληρονόμο τον εναγόμενο 1» ενώ ο κ. Κωσιαντής είπε κατά την αντεξέταση του ότι είναι ο ίδιος που μίλησε για διαθήκη και ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι η αποβιώσασα δεν ήξερε τι είναι η διαθήκη. Ο μάρτυς δεν ήταν ειλικρινής ούτε και ως προς τους μάρτυρες επί της διαθήκης την κα Φλώρα Γ. Λουκά και την κα Ανδρούλα Κόκκινου. Ο σκοπός της αντεξέτασης του μάρτυρος επί του θέματος των μαρτύρων της διαθήκης ήταν ακριβώς να καταδειχθεί ότι δεν επρόκειτο για ανεξάρτητους από την επιρροή του ιδίου ή του Εναγόμενου 1 μάρτυρες. Διαπιστώθηκε ότι η κα Φλώρα Γ. Λουκά είναι συγγενής και συνεργάτης του και η κα Ανδρούλα Κόκκινου ήταν γραμματέας του στο γραφείο του και οι δύο για πάρα πολλά χρόνια. Ο μάρτυς δεν επέλεξε να θέσει ως μάρτυρες, είτε κάποιο ανεξάρτητο άτομο, είτε κάποιον γιατρό που θα μπορούσε και να επιβεβαιώσει την κατάσταση της υγείας της αποβιωσάσης. Επέλεξε «άτομα τα οποία είναι κοντά του» όπως δήλωσε και επέμενε να δηλώνει ότι νομικά δεν είχαν κάποιο κώλυμα. Και αυτά όταν η ουσία των υποβολών και των θέσεων της πλευράς των Εναγόντων ήταν ακριβώς η αμφισβήτηση της ίδιας της φερόμενης ως διαθήκης. Φανερά οι μάρτυρες που επιμαρτύρησαν επί της φερόμενης διαθήκης ήταν άτομα που εκτελούσαν οδηγίες του μάρτυρος κ. Δ. Κωσιαντή προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του Εναγόμενου 1 και κανενός άλλου. (ε) Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ο μάρτυς απάντησε ως ακολούθως σε σχετικές ερωτήσεις, απαντήσεις οι οποίες καθιστούν την όλη διαδικασία κατάρτισης της φερόμενης ως διαθήκης αμφισβητήσιμη. Ερ.: κ. Κωσιαντή αποκλείετε το γεγονός απ' όσα εσείς γνωρίζατε πάνω στο θέμα των οδηγιών μέχρι τη σύνταξη και υπογραφή της διαθήκης, ίσως να υπήρχε και κάτι άλλο που εσείς να μην γνωρίζατε; Ίσως να υπήρχε; Απ.: Δεν έχω μαντικές ικανότητες. Ερ.: Μάλιστα. Ίσως να υπήρχε δηλαδή και μια σχέση εξάρτησης ή υποβολής στην θεία; Απ.: Α δεν ξέρω. Ερ.: Δεν ξέρεις. Απ.: Όχι, όχι. Ερ.: Μάλιστα. Δεν το αποκλείετε όμως. Απ.: Ήντα εννα φκάλλω συμπεράσματα χωρίς να έχω υπόψη μου; Είναι υποθετική η ερώτηση. Το Δικαστήριο παρενέβη σχολιάζοντας την τελευταία απάντηση του μάρτυρος ότι στο στάδιο της αντεξέτασης μπορεί να τεθούν ερωτήσεις υποθετικού χαρακτήρα και μάλιστα εφόσον δεν υποβλήθηκε ένσταση, οι απαντήσεις του μάρτυρα θα καταγράφονταν ως μαρτυρία. Θυμίζω εδώ ότι ο ίδιος ο μάρτυς ανέφερε ότι η πρώτη συνάντηση του με την αποβιώσασα διήρκεσε μια ώρα γιατί ήθελε να την ενημερώσει για τι τι είναι η διαθήκη και να διαπιστώσει ότι αυτή αντιλαμβανόταν τη σημασία της. Ποιος ήταν πράγματι ο σκοπός αυτής της δήθεν «πρώτης συνάντησης» ενόψει των πιο πάνω απαντήσεων του μάρτυρος; Aν όχι για να εξακριβώσει την πραγματική θέληση, βούληση και πρόθεση της αποβιωσάσης; Και τίθεται το ερώτημα αν δεν είχε κάνει την ανωτέρω διερεύνηση πώς προχώρησε με την κατάρτιση της διαθήκης χωρίς να βεβαιωθεί ότι επρόκειτο για την πραγματική και ελεύθερη βούληση της αποβιωσάσης, χωρίς επηρεασμό από οποιονδήποτε; Τα πιο πάνω καταδεικνύουν την άποψη ότι ο κ. Κωσιαντής ενεργούσε πάντοτε εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγόμενου
  26. Φανερώνουν επίσης ότι δεν αντιλήφθηκε σημαντικά στοιχεία της ψυχοσωματικής ικανότητας της αποβιώσασας κατά τον επίδικο χρόνο κατάρτισης της διαθήκης. (στ) Ακόμα και ως προς το ζήτημα του συντάξαντος τη διαθήκη επισημαίνεται αντίφαση στη μαρτυρία της πλευράς της Υπεράσπισης με τον κ. Δ. Κωσιαντή να υποστηρίζει ότι ήταν αυτός που συνέταξε τη διαθήκη ενώ ο Εναγόμενος 1 στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 851/2007 είχε δηλώσει στη γραπτή του δήλωση (Τεκμ. 5), ότι η διαθήκη ετοιμάστηκε από την κα Φλώρα Λουκά. Ο κ. Κωσιαντής απάντησε σχετικά: «Πού ξέρει ο Αντρέας ποιος έκαμε την διαθήκη; Έκαμα την εγώ. Τωρά ποιος την παρουσιάζει τζιαμέ μπροστά του.» Γίνεται παραδοχή δηλαδή από τον κ. Δ. Κωσιαντή ότι υπήρχε συνεργασία του ιδίου με τον Αντρέα όσο αφορά το θέμα του καταρτισμού της διαθήκης, ότι δηλαδή πριν καν πάνε για τις υπογραφές του ΄΄παρουσιάστηκε μπροστά του΄΄ η Διαθήκη. Στη συνέχεια είπε: «Ε καλά επειδή εγώ έλειπα από το γραφείο ώρες πολλές, πάντοτε η Ελένη ή η Φλώρα εννα εξυπηρετήσουν τους πελάτες, όπως και εξυπηρετήσαν τον Αντρέα.» Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος 1 φαινόταν να γνώριζε πολύ καλά και ήταν πολύ συγκεκριμένος στη δήλωση του για το ποιος κατάρτισε τη διαθήκη, ο μάρτυς κ. Δ. Κωσιαντής απάντησε: «Έχει σημασία ποιος ετοίμασε τη διαθήκη; Ποιος την επήρε μπροστά στον Αντρέα; Ενιξέρω ρε κουμπάρε.» Πέρα από τα ζητήματα αξιοπιστίας που προκύπτουν από τις πιο πάνω αντιφατικές δηλώσεις του μάρτυρος, αφού από τη μια λέει ήταν συνεχώς στο γραφείο και από την άλλη ότι έλειπε ώρες πολλές, από τη μια λέει έκανε ο ίδιος τη διαθήκη και μετά λέει «έχει σημασία ποιος την έκαμε;» προκύπτει και κάτι άλλο σημαντικό. Ενώ προηγουμένως ισχυριζόταν ότι δεν είχε συζητήσει με τον Εναγόμενο 1 το θέμα της διαθήκης και παρουσίαζε τον Εναγόμενο 1 σαν να μην είχε καμία σχέση και γνώση για το θέμα της διαθήκης, ουσιαστικά με τις ανωτέρω δηλώσεις, όχι μόνο παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο πελάτης του (και όχι η αποβιώσασα), αλλά δηλώνει κιόλας ότι οι υπάλληλοι του γραφείου του, παρουσίασαν στον Εναγόμενο τη διαθήκη μετά τη σύνταξη της. Αλήθεια για ποιο λόγο; Υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων στον μάρτυρα ότι ενώ γνώριζε ότι η αποβιώσασα ήταν αγράμματη, στη φερόμενη διαθήκη δεν έχει αναγραφεί ο τύπος διαβεβαίωσης ότι της ανεγνώσθη. Ο μάρτυς δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτό. Τα πιο πάνω σημεία από τη μαρτυρία του κ. Δ. Κωσιαντή με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή παρουσιάζει αδυναμίες και ασάφειες ως προς την αντίληψη που είχε ο ίδιος της κατάστασης της υγείας της αποβιωσάσης όσο και ως προς τις συνθήκες σύνταξης και κατάρτισης της επίδικης διαθήκης. Αναπόφευκτα καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για να εξαγάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Δ. Κωσιαντή την οποία και απορρίπτω. Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ, ότι μετά τη διαπίστωση της ύπαρξης δύο διαφορετικών «πιστών αντιγράφων» της φερόμενης διαθήκης και την κατάθεση του Τεκμηρίου 14 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η πλευρά των Εναγομένων επέλεξε να μην επανακλητεύσει τον κ. Δ. Κωσιαντή ως μάρτυρα για να δώσει τη δική του εκδοχή επί του θέματος. Αντί αυτού, κλήθηκε ως δεύτερος μάρτυρας των Εναγομένων η μία εκ των δύο μαρτύρων της διαθήκης η κα Φ. Λουκά. Η κα Φλώρα Λουκά (Μ.Υ.2) δικηγόρος στο επάγγελμα, αδελφότεκνη και επί πολλά χρόνια υπάλληλος - συνεργάτης του κ. Δ. Κωσιαντή, κλήθηκε να δώσει τη δική της μαρτυρία για την υπόθεση, αφού είναι και η μία εκ των κατονομαζόμενων μαρτύρων της φερόμενης διαθήκης. Η εκδοχή της κας Λουκά για την εμπλοκή της στο θέμα της σύνταξης της διαθήκης, ήταν ότι κατόπιν οδηγιών του κ. Δ. Κωσιαντή «επέβλεπε» τη σύνταξη μετά τη δακτυλογράφηση, αν υπήρχαν λάθη. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε η επίδικη διαθήκη, η μάρτυς είπε ότι αρχικά είχε εισέλθει στο δωμάτιο της αποβιωσάσης ο κ. Δ. Κωσιαντής και συνομίλησε μαζί της ενώ οι μάρτυρες ήταν εκτός του δωματίου «πιο πέρα» και «ακολούθως στην παρουσία μας είχε θέσει τον αντίχειρα της και ακολούθως υπογράψαμε και εμείς». Εδώ εντοπίζεται αντίφαση της μάρτυρος με όσα ο κ. Δ. Κωσιαντής (Μ.Υ.1), ανέφερε επί του σημείου ο οποίος δεν ανέφερε ότι εισήλθε αρχικά μόνος στο δωμάτιο της αποβιωσάσης και να συνομίλησε μαζί της, η περιγραφή της κας Φ. Λουκά για τη διαδικασία που ακολούθησαν, δεν αναφέρει σε κανένα σημείο ότι η διαθήκη ανεγνώσθη στην αποβιούσα πριν την υπογραφή της. Όταν υπεδείχθη στη μάρτυρα το Τεκμ. 12 - αντίγραφο της διαθήκης, στο οποίο αναγνώρισε στην 1η σελίδα τη μονογραφή της και στην 2η την υπογραφή της και στη συνέχεια της υποδείχθηκε το Τεκμμ 14 - αντίγραφο της διαθήκης χωρίς τις μονογραφές, είπε τα εξής: «Είναι ένα αντίγραφο της διαθήκης. Είναι ακριβώς το ίδιο αντίγραφο. Με τη διαφορά ότι στο κάτω μέρος της 1ης σελίδας δεν υπάρχουν οι μονογραφές». Όταν ρωτήθηκε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της εάν το Τεκμ. 14 έγινε μέρος σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η μάρτυς απάντησε: «Δεν γνωρίζω» ενώ ήταν η ίδια που κατέθεσε το συγκεκριμένο αντίγραφο ως Τεκμήριο 15 στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 851/2007 Η εκδοχή της κας Φ. Λουκά για την απουσία των μονογραφών από το Τεκμ. 14, ήταν η εξής: «Πολύ πιθανόν κατά τη φωτοτύπηση από την πρωτότυπη διαθήκη, να έγινε κακέκτυπο αντίγραφο. Μπορεί λόγω κεκτημένης ταχύτητας να μην τοποθετήθηκε σωστά κατά τη φωτοτύπηση στην φωτοτυπική, γι' αυτό να μην φάνηκαν πάνω οι μονογραφές». Κατά τα άλλα όμως ήταν η εκδοχή της ότι οι μονογραφές και οι υπογραφές τέθηκαν «την ίδια ώρα που βρισκόμασταν εκεί για την υπογραφή της διαθήκης». Η μάρτυς κα Λουκά (Μ.Υ.2), από την άλλη απάντησε αρνητικά σε σχετική ερώτηση για τον αν ήξερε την αποβιώσασα πριν την υπογραφή της διαθήκης και είπε ότι την είδε εκείνη την ημέρα που πήγαν για την υπογραφή, ποτέ πριν και έκτοτε ποτέ ξανά. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυς είπε καταρχήν ότι το πρωτότυπο της διαθήκης «έναν είναι» και επέμενε σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ότι το Τεκμ. 14 χωρίς τις μονογραφές ήταν απλά ένα «κακέκτυπο» αυτού του ενός πρωτοτύπου, λόγω κακής φωτοτύπησης. Είπε σχετικά: «Πολλές φορές βάζοντας ένα αντίγραφο στην φωτοτυπική μπορεί να τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ο οποίος μπορεί να μην πάρει, να μην εκτυπώσει κάτι στο κάτω μέρος. Αν δεν τοποθετηθεί σωστά μέσα στη φωτοτυπική». Όταν υποδείχθηκε στη μάρτυρα ότι με μια απλή τοποθέτηση των δύο αντιγράφων (Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο 14) δίπλα - δίπλα, ότι δεν μπορεί να έγινε τέτοιο «λάθος» σαν αυτό που ισχυρίζεται, αφού το μέγεθος της Α4 σελίδας (πλάτος, μήκος) είναι συγκεκριμένο και οι εγγραφές στις δύο σελίδες είναι στο ίδιο σημείο πάνω και στα δύο Τεκμήρια. Θα έπρεπε δηλαδή, οι μονογραφές στο Τεκμήριο 14 να είναι πολύ πιο κάτω τοποθετημένες στη σελίδα για να ισχύει η εκδοχή της κας Φ. Λουκά. Έγινε επίσης ξεκάθαρη υποβολή στη μάρτυρα ότι οι μονογραφές τέθηκαν εκ των υστέρων στη διαθήκη. Η μάρτυς προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε καν την ουσία των υποβολών και επανέλαβε ότι έγινε «κατά το στάδιο της φωτοτύπησης» και πρόσθεσε ότι «ο κ. Κωσιαντής εισηγήθηκε να ελεγχθεί από πραγματογνώμονα». Τέτοιον εμπειρογνώμονα η πλευρά της Υπεράσπισης επισημαίνω ότι δεν προσκόμισε. Σε σχέση με τις συνθήκες σύνταξης της διαθήκης, η μάρτυς είπε ότι συντάχθηκε από τον κ. Δ. Κωσιαντή χειρογράφως, δόθηκαν οδηγίες στη γραμματέα να δακτυλογραφηθεί και η ίδια έλεγξε για ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Αρνήθηκε ότι στην Αγωγή Αρ. 851/2007 κατέθεσε ότι είναι η ίδια που συνέταξε τη διαθήκη. Όταν της υποδείχθηκε ότι και ο Εναγόμενος 1 στη Γραπτή του δήλωση στην Αγωγή Αρ. 851/2007 (Τεκμ. 5) αναφέρει: «η διαθήκη ετοιμάστηκε τελικά από την Φλώρα Λουκά», η μάρτυρας απάντησε: «Ε, το ετοιμάστηκε μπορεί να εννοούσε έλεγξα τη διαθήκη εγώ». Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι η θέση των Εναγόντων είναι πως τη διαθήκη την ετοίμασε η ίδια, κατόπιν οδηγιών του Αντρέα Κέρμανου, η μάρτυς επανέλαβε εκ νέου τους ανωτέρω ισχυρισμούς της. Για ποιο λόγο όμως ο Εναγόμενος 1, σε ανύποπτο χρόνο κατά την εκδίκαση της προηγούμενης αγωγής που δεν είχε καμία σχέση με τη διαθήκη, να πει ψέματα για το ποιος την ετοίμασε και μάλιστα με τόση βεβαιότητα; Ακόμα και να ισχύει ο παράλογος ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 «εννοούσε» ότι η κα Λουκά έλεγξε την διαθήκη, αυτό τι σημαίνει; Πόσο ενημερωμένος ήταν τελικά ο Εναγόμενος 1 για αυτήν τη φερόμενη ως «διαθήκη της αποβιούσας», ώστε να ξέρει μάλιστα μέχρι και το ποιος από το γραφείο του κ. Δ. Κωσιαντή την έλεγξε για συντακτικά και ορθογραφικά λάθη; Η θέση των Εναγόντων ότι είναι η κα Φ. Λουκά που ετοίμασε τη διαθήκη κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου 1, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και σε σχέση με τις απαντήσεις της στις σχετικές ερωτήσεις για την επαφή που είχε η ίδια με την αποβιώσασα. Η κα Φ. Λουκά απάντησε αρνητικά σε ερώτηση εάν η ίδια έλαβε οδηγίες από την αποβιώσασα ή αν της μίλησε ποτέ προηγουμένως. Σε άλλο σημείο κατά την αντεξέταση της είπε μάλιστα ότι «ήταν μια και μοναδική φορά που είδα την γριά» αναφερόμενη στην ημέρα που κατ' ισχυρισμό υπογράφτηκε η διαθήκη. Μπερδεμένες ήταν οι απαντήσεις της κας Φ. Λουκά και στις ερωτήσεις αναφορικά με το αν διαβάστηκε η διαθήκη στην αποβιώσασα. Αντί να απαντά ξεκάθαρα για το θέμα, η δήλωση της ήταν: «... Ξέρω ότι της διαβάστηκε η διαθήκη». Σε επόμενη ερώτηση «πώς το ξέρετε;» απάντησε «ε όταν είχα εισέλθει στον χώρο που ήταν η γριά». Μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις είπε ότι διαβάστηκε στην παρουσία της. Όμως αργότερα, περιγράφοντας και πάλι τη «σκηνή» της υπογραφής της διαθήκης, επανέλαβε ότι είχε εισέλθει αρχικά ο κ. Δ. Κωσιαντής και συνομίλησε με την αποβιώσασα και πρόσθεσε «ακολούθως όταν θα υπογραφόταν - θα έθετε τον αντίχειρα της η γριά, είχαμε πάει και εμείς και στην παρουσία μας είχε θέσει τον αντίχειρα της στο αριστερό μέρος της σελίδας στην διαθήκη». Όπως και κατά την κυρίως εξέταση της δηλαδή, η μάρτυς δεν έκανε καμία αναφορά σε ανάγνωση της διαθήκης στην αποβιώσασα, πόσο μάλλον ενώπιον της. Στη μάρτυρα υποδείχθηκε και το γεγονός ότι στο λεκτικό της φερόμενης ως διαθήκης δεν υπάρχει «επαρκής απόδειξη» ως προνοεί ο Κανονισμός περί Διαχείρισης Περιουσιών Αποβιωσάντων για αγράμματους διαθέτες, ότι η διαθήκη διαβάστηκε στην διαθέτιδα ή ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Η μάρτυς δεν θυμόταν εάν η αποβιώσασα είχε πρόβλημα με τα άκρα της, δεν θυμόταν αν καθόταν σε αναπηρικό καροτσάκι και είπε συγκεκριμένα «έχω αναφέρει ότι καθόταν σε καρέκλα. Δεν θυμάμαι αν ήταν αναπηρική ή κανονική», δεν θυμόταν πώς έθεσε τον αντίχειρα της στο έγγραφο η αποβιώσασα δεν θυμόταν αν το έκανε μόνη της ή εάν κάποιος την βοήθησε. Η απάντηση που έδωσε όταν της υποβλήθηκε ότι εκτελούσε οδηγίες του Εναγόμενου 1 και ότι η αποβιώσασα στην πραγματικότητα δεν ήξερε τι υπέγραφε εναποθέτοντας το σημείο της στο έγγραφο που της υποδείχθηκε, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ούτε γιατρός είμαι για να γνωρίζω για την κατάσταση της γριάς». Όμως αυτή η απάντηση της φανερώνει ότι καμία πραγματική αντίληψη είχε για την πνευματική ή νοητική κατάσταση της αποβιωσάσης. Η μάρτυς είπε επιπρόσθετα ότι δεν θυμόταν ούτε να ειπώθηκε τίποτε με την αποβιώσασα, ούτε να άκουσε κάτι. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια σε ποια κατάσταση ήταν η αποβιώσασα από πλευράς επικοινωνίας, απάντησε και πάλι «Ε δεν είμαι και γιατρός για να μπορέσω να διαπιστώσω την ικανότητα της γριάς». Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της κας Φ. Λουκά (Μ.Υ.2) για το ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις κατάρτισης της φερόμενης διαθήκης δεν γίνεται αποδεκτή και η μαρτυρία της γενικά απορρίπτεται ως ασαφής, με κενά και σε σημεία της να μη συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία όπως αυτή καταδεικνύεται και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον μου ως τεκμήρια για τα οποία έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω. Η κα Ανδριάνα Μαλεκκίδου (Μ.Υ. 3) ήταν όταν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου Διοικητικός Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λάρνακας. Η μαρτυρία της ήταν τυπικής μορφής, ανεξάρτητη και αντικειμενική και γίνεται αποδεκτή. Αυτή όμως περιστράφηκε και γύρω από ουσιαστικά ζητήματα στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κλήθηκε για να καταθέσει και κατέθεσε πιστό αντίγραφο του εγγράφου που παρουσιάστηκε ως διαθήκη στα πλαίσια της διαχείρισης Αρ. 108/2010 που καταχωρήθηκε από τον κ. Δ. Κωσιαντή σχετικά με την αποβιώσασα (Τεκμ. 15). Η κα Α. Μαλεκκίδου είπε κατά την αντεξέταση της ότι, η φερόμενη ως διαθήκη της αποβιωσάσης κατατέθηκε στις 03.04.2008 από τον κ. Δ. Κωσιαντή και ότι την υπόθεση την χειρίστηκε ο τότε Πρωτοκολλητής Διαθηκών Αμμοχώστου κ. Κ. Δεσπότης, ο οποίος αφυπηρέτησε. Η κα Α. Μαλεκκίδου περιγράφοντας την πρακτική που ακολουθείται, είπε ότι με το άνοιγμα της διαχείρισης δίδεται πιστό αντίγραφο το οποίο υπέχει τη θέση σχεδόν του πρωτοτύπου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στο γραφείο του κ. Δ. Κωσιαντή υπήρχε από τις 03.04.2008 ένα τέτοιο πιστό αντίγραφο, ουσιαστικά το Τεκμ. 12 που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αφού σημαίνει ότι από το Τεκμ. 14 που η κα Λουκά ισχυρίστηκε ότι είναι κακέκτυπο του πρωτοτύπου και φωτοτυπήθηκε βιαστικά, λείπουν όχι μόνο οι μονογραφές των μαρτύρων, αλλά ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν και οι σφραγίδες του Δικαστηρίου και η υπογραφή του Πρωτοκολλητή. Σε κάθε περίπτωση παραμένει αναπάντητο το ερώτημα της ύπαρξης του Τεκμ.
  27. Πολύ σημαντικό σημείο από την αντεξέταση της κας Α. Μαλεκκίδου ήταν και η θέση της σε σχέση με την απουσία επαρκούς απόδειξης επί της διαθήκης ότι διαβάστηκε το περιεχόμενο της στην αποβιώσασα. Αφού ενημερώθηκε η κα Α. Μαλεκκίδου ότι η αποβιώσασα ήταν αμόρφωτη και αγράμματη, δήλωσε ότι ναι μεν η υπογραφή με δακτυλικό αποτύπωμα παραπέμπει σε αγράμματο διαθέτη, αλλά και η ίδια θα μπορούσε να παραπλανηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω του ότι υπήρχε πάνω στη φερόμενη διαθήκη και ολογράφως το όνομα της αποβιωσάσης. Βέβαια, η κα Α. Μαλεκκίδου δεν μπορούσε να ξέρει ότι ο κ. Δ. Κωσιαντής δήλωσε ότι είναι ο ίδιος που έγραψε το όνομα της αποβιωσάσης και ότι αυτό επιβεβαιώθηκε και στα πλαίσια της αντεξέτασης του με την αναγραφή που έκανε του ονόματος της αποβιωσάσης στο Τεκμ.
  28. Σε σχέση με το Τεκμ. 14 που είναι αντίγραφο της διαθήκης χωρίς τις μονογραφές, η κα Α. Μαλεκκίδου είπε ότι δεν είναι πιστό αντίγραφο του εγγράφου που παρουσιάστηκε ως η διαθήκη της αποβιωσάσης και ότι η διαφορά είναι ξεκάθαρη, αφού δεν υπάρχουν οι μονογραφές. Είπε μάλιστα ότι κάποιες φορές υπογράφονται πέραν του ενός αντίγραφα και τυχαίνει να έρθει κάποιος κληρονόμος κρατώντας ένα αντίγραφο που νομίζει ότι είναι το πρωτότυπο της διαθήκης χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Στην παρούσα αγωγή όμως δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Σχολιάζοντας όμως τα πιο πάνω παρατηρώ ότι το συγκεκριμένο αντίγραφο της διαθήκης δεν προσκομίστηκε από κάποιον κληρονόμο ή την πλευρά των Εναγόντων, αλλά από την πλευρά των Εναγομένων και συγκεκριμένα από την κα Φ. Λουκά, μία εκ των μαρτύρων της διαθήκης και δικηγόρο στο γραφείο που συνέταξε και φύλαξε την διαθήκη. Ουδέποτε ο κ. Δ. Κωσιαντής ή η κα Λουκά είπαν ότι υπεγράφησαν περισσότερα του ενός αντίγραφα της φερόμενης ως διαθήκης της αποβιωσάσης. Άλλωστε, μια απλή αντιπαραβολή των Τεκμ. 12 και 14, φανερώνει ότι πρόκειται για ακριβώς τα ίδια αντίγραφα (με εξαίρεση τις μονογραφές) κάτι που δήλωσε και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η κα Φ. Λουκά. Επιπρόσθετα, τόσο η τοποθέτηση των χαρτοσήμων, όσο και η αναγραφή του ονόματος της αποβιωσάσης και το αποτύπωμά της είναι ακριβώς στην ίδια θέση και στα δύο αντίγραφα. Το σημαντικότερο όλων όμως, είναι το γεγονός πως ο ισχυρισμός της κας Φ. Λουκά δεν ήταν ότι υπεγράφησαν περισσότερα του ενός πρωτότυπα της διαθήκης, αλλά ότι το Τεκμ. 14 είναι «ακριβώς το ίδιο αντίγραφο» με το Τεκμήριο 12 με μόνη τη διαφορά της απουσίας των μονογραφών λόγω «κακής φωτοτύπησης». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στη συνέχεια θα με απασχολήσει η νομική πτυχή της υπόθεσης η οποία αναγόμενη σε μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου θα μου επιτρέψει να εξαγάγω ανάλογα συμπεράσματα στις επί μέρους πτυχές της υπόθεσης. Σχετικός είναι ο Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος (Κεφ.195) στον οποίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση: Ικανότητα για κατάρτιση διαθήκης:
  29. Καμιά διαθήκη πoυ καταρτίστηκε από πρόσωπo πoυ δεv έχει σώες τις φρέvες ή πoυ δεv συμπλήρωσε τo δέκατo όγδoo έτoς της ηλικίας τoυ δεv είvαι έγκυρη. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Α. Κ. Αιμιλιανίδης, ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (3η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 80 - 81: «Η φράση «πρόσωπο που δεν έχει σώας τας φρένας» φαίνεται πως είναι ευρύτερη της έννοιας του «διανοητικά ασθενούς προσώπου» ή και του «προσώπου που τελεί υπό δικαστική απαγόρευση από του να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του» και μπορεί να επεκταθεί και σε πρόσωπα που, αν και δεν έχουν κηρυχθεί ως διανοητικά ασθενή με απόφαση Δικαστηρίου, εντούτοις δεν είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης της διαθήκης σώας τας φρένας σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούν να αντιληφθούν ορθά τις συνέπειες της κατάρτισης της διαθήκης. Αυτό προκύπτει και από τη θεμελιώδη αρχή του κληρονομικού δικαίου σύμφωνα με την οποία η διαθήκη πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης ενός προσώπου, μια ελεύθερη βούληση που δεν μπορεί να υπάρχει εκ των πραγμάτων, αν το πρόσωπο δεν έχει την ικανότητα να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του. Επομένως στην έννοια των προσώπων που δεν έχουν σώας τας φρένας θα μπορούσαν να περιληφθούν και τα ανάπηρα πρόσωπα, δηλαδή τα πρόσωπα που αν και δεν έχουν κηρυχθεί ως ανίκανα με δικαστική απόφαση, εντούτοις δεν θα μπορούσαν λόγω ασθένειας ή και γήρατος να αντιληφθούν τις συνέπειες των πράξεων τους.» Διατυπώσεις διαθήκης:
  30. Καμιά διαθήκη δεv είvαι έγκυρη, εκτός αv είvαι γραπτή και εκτελεστεί σύμφωvα με τov πιo κάτω τρόπo, δηλαδή- (α) υπoγράφεται στo κάτω μέρoς ή στo τέλoς της από τo διαθέτη, ή από άλλo πoυ εvεργεί για τo διαθέτη, στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και με εvτoλή τoυ και (β) η υπoγραφή αυτή τίθεται ή αvαγvωρίζεται από τo διαθέτη στηv παρoυσία δύo ή περισσoτέρωv μαρτύρωv πoυ παρίσταvται ταυτόχρovα και (γ) oι μάρτυρες αυτoί επιβεβαιώvoυv και πρoσυπoγράφoυv τη διαθήκη στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και στηv παρoυσία αλλήλωv, αλλά καvέvας τύπoς επιβεβαίωσης δεv είvαι αvαγκαίoς και (δ) αv η διαθήκη απoτελείται από περισσότερα από έvα φύλλo χαρτιoύ, κάθε φύλλo υπoγράφεται ή μovoγράφεται από ή για λoγαριασμό τoυ διαθέτη και τωv μαρτύρωv. Σύμφωνα με όσα αναφέρει και πάλι ο Α. Κ. Αιμιλιανίδης, ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (3η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 85: «Σε περίπτωση που κάποια από τις τυπικές προϋποθέσεις δεν έχει τηρηθεί, τότε η διαθήκη θα είναι άκυρη και δεν μπορεί να διασωθεί με προφορική μαρτυρία. Ούτε και έχει σημασία κατά πόσο το ουσιαστικό περιεχόμενο της διαθήκης αντανακλά την πραγματική βούληση του διαθέτη, διότι η τυπική ακυρότητα δεν επηρεάζεται από την αλήθεια του περιεχομένου ή το ουσιαστικό κύρος.» Διόρθωση λάθους ή παράλειψης από το Δικαστήριο: 23Α.

(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 23, σε περίπτωση που διαπιστώνεται λάθος ή παράλειψη στις προβλεπόμενες στο άρθρο 23 διατυπώσεις διαθήκης ή γραμματικό ή αριθμητικό λάθος στο περιεχόμενο της διαθήκης, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να καταθέσει αίτηση στο Δικαστήριο για τη διόρθωση του λάθους ή της παράλειψης και το Δικαστήριο δύναται, αφού πειστεί προς τούτο και θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να διορθώσει το σχετικό λάθος ή την παράλειψη και η διαθήκη θεωρείται έγκυρη, όπως έχει διορθωθεί από το Δικαστήριο, από την ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε.
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)εφαρμόζονται σε κάθε διαθήκη, ανεξάρτητα από την ημερομηνία εκτέλεσής της, εφόσον αυτή δεν έχει ακυρωθεί τελεσίδικα από Δικαστήριο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Διαθηκών και Διαδοχής (Τροποποιητικού) Νόμου του
  1. Η τροποποίηση του 2015 η οποία προσέθεσε το εν λόγω άρθρο 23Α στον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, επιτρέπει πλέον στο Δικαστήριο «αφού πειστεί και θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις» κατόπιν σχετικής αίτησης, να διορθώσει σχετικό λάθος ή παράλειψη, έτσι ώστε κατόπιν της διόρθωσης η διαθήκη να θεωρείται πλέον έγκυρη. Σε ό,τι αφορά την παρούσα αγωγή οι Εναγόμενοι δεν έχουν επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 23 Α και δεν έχουν υποβάλει οποιαδήποτε σχετική αίτηση για διόρθωση, ισχυρίζονται ότι υπήρξε ορθή εκτέλεση της φερόμενης ως διαθήκης της αποβιούσας και το Τεκμήριο 14 χωρίς τις μονογραφές υπάρχει μόνο λόγω «κακής φωτοτύπησης». Σε κάθε περίπτωση η προσθήκη του άρθρου 23Α έγινε με σκοπό τη διόρθωση καλόπιστων λαθών ή παραλείψεων, όπου είναι ξεκάθαρο ότι η διαθήκη φανερώνει την αληθινή βούληση του διαθέτη και όχι για να τυγχάνει κακόπιστης εκμετάλλευσης. Διαθήκη πoυ καταρτίστηκε εξαιτίας εξαvαγκασμoύ, κλπ.
  2. Διαθήκη ή oπoιoδήπoτε μέρoς διαθήκης, η κατάρτιση της oπoίας ή τoυ oπoίoυ πρoκλήθηκε με εξαvαγκασμό, απάτη ή ψυχική πίεση πoυ ασκήθηκε στo διαθέτη, είvαι άκυρη και στερημέvη έvvoμης συvέπειας. Β. Ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ.189) Τα έξoδα δύvαvται vα καταβάλλovται από τηv κληρovoμιά
  3. Σε κάθε διαδικασία πoυ αφoρά τηv κληρovoμιά απoθαvόvτoς πρoσώπoυ, τo Δικαστήριo δύvαται vα διατάξει όπως τα έξoδα ή μέρoς αυτώv καταβληθoύv από τηv κληρovoμιά. Γ. Ο περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικός Κανονισμός, (1/1955)
  4. Όπου ο διαθέτης ήταν τυφλός ή αναλφάβητος ο Πρωτοκολλητής δεν θα εκδόσει παραχωρητήριον επικύρωσης διαθήκης, ή διαχείρισην περιουσίας μετά συνημμένης διαθήκης, εκτός εάν κατά πρώτον ικανοποιηθεί με απόδειξην εκ πρώτης όψεως επί της διαθήκης ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε μεγαλόφωνα προς τον αποθανόντα πριν από την κατάρτιση της ή ότι αυτός κατά τον χρόνο εκείνον είχε γνώσην του περιεχομένου της. Το Βάρος Απόδειξης: Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Α. Κ. Αιμιλιανίδης, ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (3η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 94 - 95: «Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει όλες τις περιστάσεις για να καταλήξει κατά πόσο υπήρξε ορθή εκτέλεση. Θα πρέπει περαιτέρω να ικανοποιηθεί ότι ο διαθέτης είχε κατανόηση του περιεχομένου της διαθήκης και ότι συναινούσε σε αυτό. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε ορθή και νομότυπη εκτέλεση της διαθήκης, βαραίνει το πρόσωπο που ζητά την επικύρωση της διαθήκης, αλλά αν αποδειχθεί ότι υπήρξε ικανότητα για διάθεση και ορθή εκτέλεση της διαθήκης, τότε το βάρος απόδειξης θα αντιστραφεί.» Και στις σελ. 104 - 105: «Το βάρος απόδειξης ότι υπάρχει εξαναγκασμός, απάτη ή ψυχική πίεση βαραίνει τα πρόσωπα που τον επικαλούνται. [.] Στην περίπτωση πάντως που η διαθήκη έχει εκτελεστεί υπό «ύποπτες συνθήκες», το βάρος απόδειξης θα μπορούσε να αντιστραφεί σε βάρος των προσώπων που ευνοούνται από τη διαθήκη. Αυτό θα συμβεί ιδιαίτερα αν ο διαθέτης ήταν ηλικιωμένος, τυφλός ή αγράμματος ή δεν φαίνεται να είχε γνώση του περιεχομένου της διαθήκης.» Κρίνω, συμφωνώντας με την πλευρά των Εναγόντων ότι τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που μπορούν να επιτρέψουν στο Δικαστήριο να αντιστρέψει το βάρος απόδειξης σε βάρος των Εναγομένων, λόγω ύποπτων συνθηκών. Σε αυτές συνηγορούν τα ακόλουθα: Η σχέση του Εναγόμενου 1 με τον Δ. Κωσιαντή - Εναγόμενο 3 και το δικηγορικό του γραφείο που του επέτρεψε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο της διαθήκης πριν ακόμα αυτή υπογραφεί από την αποβιώσασα. Η ύπαρξη του Τεκμηρίου 14, χωρίς τις μονογραφές και η «δικαιολογία» της «κακής φωτοτύπησης». Η σύγχυση σε σχέση με το ποιος τελικά συνέταξε τη διαθήκη. Η απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής μαρτυρίας από πλευράς του Εναγόμενου 3 κ. Δ. Κωσιαντή και της κας Φ. Λουκά (Μ.Υ.2), για την πραγματική βούληση και νοητική κατάσταση της αποβιωσάσης. Η χρησιμοποίηση ατόμων του στενού επαγγελματικού και συγγενικού περιβάλλοντος του δικηγόρου που ανέλαβε τη σύνταξη της διαθήκη. Δεν μου διαφεύγει ότι στην απόφαση της Αγ. 851/2007 φάνηκε ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 με δόλο συνέταξε το πληρεξούσιο για να περάσει στα χέρια του όλη την περιουσία της αποβιωσάσης. Τεκμήριο Εχεφροσύνης: Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Α. Κ. Αιμιλιανίδης, ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (3η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 81 - 82: «Το Κεφ. 195 δημιουργεί τεκμήριο εχεφροσύνης και κατά συνέπεια δεν απαιτείται οποιαδήποτε απόδειξη της εχεφροσύνης του διαθέτη, εκτός αν αυτή κλονιστεί. Όταν υπάρχει αμφισβήτηση ή αμφιβολία ως προς την ικανότητα του διαθέτη τότε οι εκτελεστές ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στηρίζεται στην διαθήκη, οφείλει να αποδείξει θετικά την εχεφροσύνη του διαθέτη. [βλ. Zoe Antoniades v. Ivis Solomonidou
(1980)1 CLR, 441). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο διαθέτης έπασχε από διανοητική ασθένεια ή ψυχική διαταραχή ή τοξικομανία ή αλκοολισμό ή άλλη εγκεφαλική βλάβη, το τεκμήριο αντιστρέφεται κατά τρόπο ώστε να πρέπει να αποδειχθεί ότι η διαθήκη υπήρξε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη [βλ. Banks v. Goodfellow
(1870)LR5QB 549]. Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει επομένως να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία ότι ο διαθέτης είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τη φύση και τις συνέπειες της πράξης του.» Τεκμήριο ορθής εκτέλεσης της διαθήκης: Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Α. Κ. Αιμιλιανίδης, ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (3η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ.96: «Η συμπερίληψη του τύπου επιβεβαιώσεως ή ενός παρόμοιου πρακτικού που να υποδεικνύει ότι έχουν ακολουθηθεί όλες οι διατυπώσεις του άρθρου 23, δημιουργεί ισχυρό τεκμήριο ότι όλες οι νομοθετικές απαιτήσεις του Κεφ. 195 έχουν ικανοποιηθεί [.]. Το τεκμήριο ορθής εκτέλεσης της διαθήκης που δημιουργείται σε περίπτωση ύπαρξης τύπου επιβεβαίωσης είναι πάντως μαχητό και μπορεί να ανατραπεί εφόσον υπάρξει αξιόπιστη μαρτυρία ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 195 ή εφόσον κάτι τέτοιο προκύπτει από τα γεγονότα.» Έχω αποφανθεί πιο πάνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που δικαιολογούν την ανατροπή του τεκμηρίου της ορθής εκτέλεσης. Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι στη σύγχρονη εποχή όπου οι διαθήκες δακτυλογραφούνται και εκτυπώνονται εκ των προτέρων, ο τύπος επιβεβαίωσης τίθεται στο κείμενο της διαθήκης επίσης εκ των προτέρων, δηλαδή πριν την υπογραφή και εκτέλεση της. Σε συνδυασμό λοιπόν με τα γεγονότα και τη μαρτυρία της κάθε υπόθεσης, το τεκμήριο που δημιουργείται από την ύπαρξη του τύπου επιβεβαίωσης μπορεί υπό περιστάσεις να ανατραπεί. Το Τεκμ. 14 χωρίς τις μονογραφές επισημαίνω ότι δεν είναι οι Ενάγοντες που το παρουσίασαν. Δεν είναι οι Ενάγοντες που πρέπει να εξηγήσουν με πειστικό τρόπο την απουσία των μονογραφών. Οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι Εναγόμενοι και συγκεκριμένα η κα Φ. Λουκά (Μ.Υ.2), δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την ορθή εκτέλεση της φερόμενης ως διαθήκης της αποβιώσασας, τέτοιες που δικαιολογούν και την ανατροπή του τεκμηρίου εις βάρος τους. Τεκμήριο Κανονικής λειτουργίας μηχανικών μέσων: Στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ (2η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 244 των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη: «Ο κανόνας του τεκμηρίου κανονικότητας επεκτείνεται και σε περιπτώσεις λειτουργίας μηχανικών μέσων. Σε περίπτωση που δοθεί μαρτυρία ότι σε κάποια πρόσφατη χρονική στιγμή πριν από τον ουσιώδη χρόνο, μηχανικό μέσο λειτουργούσε κανονικώς, τεκμαίρεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργούσε επίσης κανονικώς.» Προβλήθηκε από πλευράς των Εναγομένων και συγκεκριμένα στα πλαίσια της μαρτυρίας της κας Φ. Λουκά (Μ.Υ.2), ότι το Τεκμ. 14 χωρίς τις μονογραφές προέκυψε λόγω «κακής φωτοτύπησης». Καμία περαιτέρω μαρτυρία προσφέρθηκε, ούτε υπήρξε ισχυρισμός ότι η φωτοτυπική μηχανή που χρησιμοποιήθηκε είχε οποιαδήποτε βλάβη ή πρόβλημα λειτουργίας. Δεν βλέπω πως θα μπορούσα να αποδεχθώ ένα τέτοιο ισχυρισμό για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη του. Η πιο πάνω θέση των Εναγομένων παρέμεινε στη σφαίρα της εικασίας. Αναλφάβητοι διαθέτες: Σύμφωνα με τον Α. Κ. Αιμιλιανίδη, ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (3η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 97: «Αν ο διαθέτης είναι τυφλός ή αγράμματος, τότε η διαθήκη θα πρέπει να ανεγνώσθη σε αυτόν πριν από την εκτέλεση της και, ακολούθως είτε ο διαθέτης να θέσει το σημείο υπογραφής του, είτε αν θα υπογραφεί από τρίτο πρόσωπο να υπογραφεί στην παρουσία του διαθέτη και κατ' εντολή του. Σχετικός είναι ο Κανονισμός 16 των Κανονισμών περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων του 1955, ο οποίος προβλέπει ότι αν ο διαθέτης ήταν τυφλός ή αγράμματος, ο πρωτοκολλητής διαθηκών δεν θα παραχωρήσει επικύρωση της διαθήκης ή διαχείριση με συνημμένη τη διαθήκη, εκτός αν ικανοποιηθεί πρώτα, με απόδειξη όσων φαίνονται πάνω στην διαθήκη, ότι η διαθήκη ανεγνώσθη στον αποβιώσαντα πριν από την εκτέλεσή της ή ότι ο αποβιώσας είχε γνώση του περιεχομένου της. Κατά συνέπεια σε περίπτωση τυφλών ή αγράμματων διαθετών, η ύπαρξη τύπου επιβεβαίωσης ή παρόμοιου πρακτικού που να επιβεβαιώνει ότι η διαθήκη ανεγνώσθη στο διαθέτη ή ότι αυτός είχε γνώση του περιεχομένου της, φαίνεται αναγκαία για σκοπούς απόδειξης. Διαφορετικά θα πρέπει να παρασχεθεί ένορκος δήλωσης από πλευράς των μαρτύρων που να επιβεβαιώνει το σχετικό γεγονός, κάτι που μπορεί να είναι ανέφικτο αν οι μάρτυρες έχουν αποβιώσει.» Από πλευράς Εναγόντων δόθηκε αρκετή έμφαση στο γεγονός ότι η αποβιώσασα ήταν αναλφάβητη, σε συνδυασμό με την απουσία απόδειξης επί της φερόμενης ως διαθήκης με τη χρήση οποιουδήποτε τύπου διαβεβαίωσης, ότι η διαθήκη της ανεγνώσθη ή ότι είχε γνώση του περιεχομένου της. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η κατάσταση της αποβιώσασας όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την ασαφή και διφορούμενη μαρτυρία του Εναγόμενου 3 - κ. Δ. Κωσιαντή (Μ.Υ.1) και της κας Φ. Λουκά (Μ.Υ.3) σε σχέση με τη λήψη των οδηγιών, τη σύνταξη και την εκτέλεση της φερόμενης ως διαθήκης δεν συνηγορούν υπέρ της εκδοχής να αποτελεί η διαθήκη εκδήλωση της ελεύθερης και πραγματικής βούλησης της αποβιώσασας. Μαρτυρία Πραγματογνωμόνων: Στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ (2η έκδοση), Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία, σελ. 608 - 609 των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη : «Οι Δικαστές δεν επιτρέπεται να μετατρέπονται σε πραγματογνώμονες εκφράζοντας γνώμη επί των συναφώς επίδικων θεμάτων, δίχως να υπάρχει ενώπιον τους σχετική μαρτυρία πραγματογνώμονα. [.] Όμως, είναι επιτρεπτό να εκφράζουν συλλογισμούς με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία υπό το φως της απλής κοινής λογικής και τους ούτω καλούμενους στοιχειώδεις κανόνες της φυσικής. Ούτε και είναι μεμπτό το Δικαστήριο να χρησιμοποιεί μεγεθυντικούς φακούς, χάρακες, ταινίες μέτρησης, υπολογιστικές μηχανές και άλλα παρόμοια εργαλεία με σκοπό να προχωρεί στις δικές του διαπιστώσεις, ακόμη και κατά τη στιγμή που παρουσιάζεται ενώπιον του η σχετική μαρτυρία που δημιουργεί την ανάγκη για τέτοιο χειρισμό, υπό την προϋπόθεση ασφαλώς ότι οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούν επίδικο ή συναφές με το επίδικο γεγονός.» Η κα Φ. Λουκά (Μ.Υ.2), πρόβαλε τον ισχυρισμό όταν της υποδείχθηκαν τα Τεκμ. 12 και 14 για να τα συγκρίνει και όπου παρουσιάζεται διαφορά τους, εισηγήθηκε ότι θα μπορούσε να προσφερθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα. Παρά την απουσία όμως εν τέλει τέτοιας μαρτυρίας από ειδικό γραφολόγο ενδεχομένως, το Δικαστήριο μπορεί να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα και να καταλήξει σε δική του διαπίστωση σε σχέση με τον ισχυρισμό περί «κακής φωτοτύπησης» βλέποντας παράλληλα τα δύο Τεκμήρια 12 και 14 γιατί εκείνο που καλείται να εξετάσει είναι κάτι που μπορεί ο καθένας με τη κοινή παρατήρηση να διαπιστώσει. Σε κάθε περίπτωση είναι οι Εναγόμενοι που θα έπρεπε να προσκομίσουν μαρτυρία που να στηρίζει τον ισχυρισμό τους περί κακής φωτοτύπησης κάτι που δεν έπραξαν. Στην Γεωργία Π. Κάτζη κ.ά -vs- Αλέξανδρου Λ. Πατσαλίδη, εκτελεστή της διαθήκης της αποβιωσάσης Θεοδούλας Σάββα Τσεντή,
(2007)1 ΑΑΔ 958, παρατίθεται απόσπασμα από το σύγγραμμα WILLIAMS ON WILLS, σε σχέση με το Τεκμήριο ορθής εκτέλεσης της διαθήκης, ως κατωτέρω: «Στο σύγγραμμα WILLIAMS ON WILLS, Fourth Edition, σελ. 85 κάτω από τον τίτλο «PRESUPTION OF DUE EXECUTION» διαβάζουμε τα ακόλουθα: «The Presumption. If a will, on the face of it, appears to be duly executed, the presumption is in favour of due execution, applying the principle omnia praesumuntur rite esse acta. The force of the presumption varies with the circumstances. If the will is entirely regular in form, it is very strong, but if the form is irregular and unusual the maxim does not apply with the same force. If the witnesses are entirely ignorant of the details of the execution the presumption is the same. If they profess to remember and state that the will was not duly executed, and this negative evidence is not rebutted by showing that the witnesses are not to be credited, or, taking their statement of the facts, that their memories are defective, the will must be pronounced against. The court does not require direct affirmative evidence of due execution. Attestation Clause. Where there is a proper attestation clause, even though the witnesses have no recollection of having witnessed the will, the presumption applies. In the absence of such a clause a will which on the face of it is duly executed is accepted, although no evidence is forthcoming. Where there is such a clause, the court requires the strongest evidence before deciding that the will was not duly executed. Evidence Rebutting Presumption. This must be positive and reliable and the court must not give undue weight to the circumstances on which the presumption is founded and on the other hand must not lose sight of them. The burden of proving due execution, whether by presumption or by positive evidence rests on the propounder. The direct evidence of other attesting witnesses unless discounted rebuts the presumption and the evidence of one of the witnesses has been held to do so." Σε μετάφραση: «Το τεκμήριο: Αν μια διαθήκη, στην όψη της, φαίνεται να έχει δεόντως καταρτισθεί, υπάρχει τεκμήριο υπέρ της δέουσας κατάρτισης, κατ' εφαρμογήν της αρχής omnia praesumuntur rite esse acta. Η δύναμη του τεκμηρίου ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Αν η διαθήκη συνάδει πλήρως με τον τύπο, το τεκμήριο είναι πολύ δυνατό, αλλά αν είναι αντικανονική ή ασυνήθιστη, τότε η πιο πάνω αρχή δεν έχει εφαρμογή με την ίδια δύναμη. Αν οι μάρτυρες αγνοούν τελείως τις λεπτομέρειες κατάρτισης της διαθήκης, το τεκμήριο είναι το ίδιο. Αν όμως ισχυρίζονται ότι θυμούνται και δηλώνουν ότι η διαθήκη δεν έχει καταρτισθεί δεόντως, και αυτή η αρνητική μαρτυρία δεν αντικρουστεί με τρόπο που να δείχνει ότι οι μάρτυρες δεν πρέπει να γίνουν πιστευτοί ή δεχόμενοι τη δήλωση τους ως προς τα γεγονότα, ότι οι μνήμες τους είναι ελαττωματικές, τότε θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη. Το δικαστήριο δεν απαιτεί άμεση θετική μαρτυρία περί της δέουσας κατάρτισης. Τύπος Επιβεβαίωσης. Όπου υπάρχει ένας κανονικός τύπος επιβεβαίωσης, και αν ακόμα οι μάρτυρες δεν έχουν καλή μνήμη ότι ήταν μάρτυρες στη διαθήκη, το τεκμήριο επίσης τυγχάνει εφαρμογής. Στην απουσία τέτοιου τύπου επιβεβαίωσης, μια διαθήκη η οποία στην όψη της φαίνεται να έχει δεόντως καταρτισθεί γίνεται αποδεκτή, και αν ακόμα δεν υπάρχει μαρτυρία. Όπου υπάρχει τέτοιος τύπος επιβεβαίωσης, το δικαστήριο απαιτεί την πιο δυνατή μαρτυρία προτού καταλήξει ότι η διαθήκη δεν έχει δεόντως καταρτισθεί. Μαρτυρία που να αντικρούει το τεκμήριο. Αυτή πρέπει να είναι θετική και βάσιμη και το δικαστήριο δεν πρέπει να δίδει υπέρμετρη βαρύτητα στις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται το τεκμήριο αλλά από την άλλη δεν πρέπει να τις αγνοεί τελείως. Το βάρος απόδειξης της δέουσας κατάρτισης, είτε με βάση το τεκμήριο είτε με θετική μαρτυρία, είναι στον προβάλλοντα τη διαθήκη. Η άμεση μαρτυρία των δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων εκτός αν απορριφθεί, ανατρέπει το τεκμήριο και η μαρτυρία ενός από τους μάρτυρες αποφασίστηκε ότι ήταν επίσης αρκετή.» Ακριβώς, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω σε άλλο σημείο της απόφασης μου, τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που δικαιολογούν την ανατροπή του τεκμηρίου της ορθής εκτέλεσης εις βάρος των Εναγομένων, παρά την ύπαρξη του τύπου επιβεβαίωσης. Στην Ελένη Χόππη κ.ά -vs- Ιάκωβου Παναγή κ.ά,
(1992)1 ΑΑΔ 534, αναφέρονται τα εξής: «[.] Το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, σύμφωνα με τη μαρτυρία που αποδέχτηκε ως αξιόπιστη και ορθή, πως η μακαρίτισσα ήταν μια γυναίκα μορφωμένη με γενική εμφάνιση κυρίας, που είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος και που παρά την ηλικία της η όλη κοινωνική της συμπεριφορά και ανθρώπινη προσέγγιση την έκαμναν μια ενδιαφέρουσα γυναίκα, που μιλούσε για τις εμπειρίες της ζωής της και τα ταξίδια που έκαμε.[.] Το πρώτο πρόσωπο που προσέγγισε η μακαρίτισσα για να του ζητήσει να την βοηθήσει να κάμει τη διαθήκη της ήταν ο μ. Μιχαήλ Μιχαηλίδης, τέως πρόεδρος Δικαστηρίου και μετέπειτα του Στρατοδικείου, ο οποίος την παρέπεμψε στο Χρ. Χρυσάνθου, δικηγόρο από τη Λευκωσία, που συνέταξε τη διαθήκη. Η διαθήκη υπογράφτηκε από τη μακαρίτισσα με προσυπογράφοντες μάρτυρες τον Α. Ολύμπιο, τέως Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και κατά τον ουσιώδη χρόνο μέλος της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας και κάποιο Σωκράτη Ρουπίνα. [.] Προσκομίστηκε και άλλη μαρτυρία εκ μέρους των εφεσιβλήτων, που απέδειξε πως η μακαρίτισσα ζούσε και διαχειριζόταν μόνη τα οικονομικά της με φυσιολογική ικανότητα. Η μοναδική διιστάμενη μαρτυρία με αυτά τα στοιχεία ήταν η αόριστη διαπίστωση των εφεσειόντων πως κάποτε η μακαρίτισσα ξεχνούσε, πολύ φυσικό για την ηλικία της, και τους πλείστους ανθρώπους, και παντελώς άσχετο με την οποιαδήποτε ικανότητα της να εκτελέσει διαθήκη.» Τα πιο πάνω καταδεικνύουν τη μεγάλη διαφοροποίηση που υπάρχει σε σχέση με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με την αποβιώσασα. Δεν έχει καταδειχθεί από μαρτυρία - ούτε καν ο ίδιος ο δικαιοδόχος δεν προσήλθε για να καταθέσει σχετικά - πραγματική ενέργεια, βούληση και επιθυμία της διαθέτιδος για σύνταξη της διαθήκης από πλευράς της. Η μαρτυρία του ίδιου του κ. Δ. Κωσιαντή (Μ.Υ.1), σε σχέση με τη θέληση της αποβιώσασας, διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ότι δεν στηρίζονταν σε γερά θεμέλια εφόσον δήλωσε άγνοια για το ενδεχόμενο να υπέστη η αποβιώσασα κάποιον εξαναγκασμό, ενώ τόσο ο κ. Δ. Κωσιαντής (Μ.Υ.1), όσο και η κα Φ. Λουκά (Μ.Υ.2), σε πλείστες τόσες ερωτήσεις απαντούσαν ότι «δεν είναι και γιατροί» για να γνωρίζουν την πραγματική και νοητική ικανότητα της αποβιώσασας. Τίθεται δε το ερώτημα αν ο δικηγόρος κ. Δ. Κωσιαντής που είχε μιας ώρας συνάντηση με την αποβιώσασα όταν την συνάντησε για να της εξηγήσει τα της διαθήκης και η κα Φ. Λουκά που επιμαρτύρησε επί της διαθήκης δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν περί της διανοητικής ικανότητας της διαθέτιδoς ποιος αναμένεται ότι θα την επιβεβαίωνε; Πέρα από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες και η οποία προέρχεται από τους συγγενείς της αποβιωσάσης σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της Δρος Καλυβωκά, η μαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων δεν φανερώνει πουθενά πραγματική γνώση και αντίληψη για το κατά πόσο η αποβιώσασα αντιλαμβανόταν όταν εναπόθετε το δάκτυλο της επί του εγγράφου που της προσκομίστηκε ότι αυτό θα συνιστούσε και τη διαθήκη της. Στην Χριστοφόρου v. Ιακώβου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ιακώβου Παπαχριστοφόρου,
(2002)1 ΑΑΔ 33, το Δικαστήριο κατέληξε ότι: «η πνευματική ικανότητα του αποβιώσαντα μεταξύ των ετών 1990 και 1994 ήταν επηρεασμένη, όχι μόνο λόγω ηλικίας και πνευματικής και σωματικής κατάπτωσης, αλλά και λόγω ασθενειών από τις οποίες υπέφερε.». Σε άλλο σημείο το Εφετείο προσθέτει ότι: «Πολύ ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, ότι η ύπαρξη της υπογραφής του αποβιώσαντα στο πληρεξούσιο από μόνη της, έστω και πιστοποιημένη από τον κοινοτάρχη, δεν είναι αρκετή για να αποδείξει την πνευματική του κατάσταση». Έτσι και στην παρούσα αγωγή η παρουσίαση του Τεκμηρίου 11 - για την παραχώρηση του δικαιώματος διόδου στον Εναγόμενο 1, παρά και την πιστοποίηση του Κοινοτάρχη, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να αποδείξει δήθεν, ότι πράγματι η πνευματική κατάσταση της αποβιούσας της επέτρεπε να προβαίνει ενσυνείδητα στις εν λόγω πράξεις. Άλλωστε κρίθηκε και στα πλαίσια της αγωγής 851/2007 ότι η αποβιούσα δεν γνώριζε, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται οτιδήποτε σε σχέση με το πληρεξούσιο μέσω του οποίου ο Εναγόμενος μεταβίβασε τα κτήματα της στο όνομα του. Στην ECLI:CY:AD:2014:A935, Πολιτική Έφεση 38/2010, 8 Δεκεμβρίου 2014, Ιωάννης Ευάνθη -και- Νικόλαου Νεοφύτου κ.ά. το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που κήρυξε έγκυρη την διαθήκη και διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης, αναφέροντας τα εξής: «Η υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποδοχή της εκτός δικογράφων εκδοχής της υπεράσπισης αναφορικά με τον τρόπο και χρόνο αποστολής του δείγματος διαθήκης από τον εναγόμενο 4 στη Μ.Υ.8 με το δικαιολογητικό ότι η Μ.Υ.8 δεν αντεξετάστηκε στις σχετικές αναφορές της και ότι δεν εντοπίζεται το όλο θέμα να συνιστά ουσιαστικής υφής ζήτημα στο οποίο να χρειάζεται να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα είναι λανθασμένη. Κατ' αρχήν όταν η Μ.Υ.8 προσπάθησε να αναγνώσει τις παραγρ. 4 και 5 της γραπτής Δήλωσης της, τεκμ. Κ, όπου στην παραγρ. 4 πρόβαλε την εκδοχή ότι ο εναγόμενος 4 της απέστειλε δείγμα διαθήκης που είχε συνταχθεί σύμφωνα με το κυπριακό Δίκαιο και χρονικά τοποθετούσε την αποστολή αυτού, πριν το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου 2003, ο συνήγορος για τον ενάγοντα ενέστη στην ανάγνωση τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση κρίνοντας ότι δεν εντοπίζεται τίποτε ασυμβίβαστο με τις δικογραφημένες θέσεις στην παράγρ. 11(γ) της έκθεσης υπεράσπισης και περαιτέρω ότι εάν δοθεί μαρτυρία αντίθετη, το θέμα θ' αξιολογηθεί στο τέλος της διαδικασίας και αν υφίσταται θα επιβαρυνθεί η πλευρά που παρουσιάζει αντιφατική μαρτυρία. Επίσης όταν κατά την αντεξέταση της Μ.Υ.8 η τελευταία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος της απέστειλε δείγμα Διαθήκης με φαξ το βράδυ της 11ης Φεβρουαρίου 2003 ή την επομένη και πάλιν ο συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε να σημειωθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αντίθετη με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στο δικόγραφο των εναγομένων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τότε ζήτησε από το συνήγορο ότι αν υπάρχει οτιδήποτε που έχει σημασία να το θέσει στο τέλος της διαδικασίας. Επίσης ανέφερε ότι ένας μάρτυρας αντεξεταζόμενος μπορεί να θέσει τις θέσεις του οι οποίες μπορούν να συνάδουν ή όχι με τα δικόγραφα και το τι σημασία θα έχει αυτό είναι θέμα αξιολόγησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υποχρέωση στο στάδιο που έγινε προσπάθεια εισαγωγής της άνω μαρτυρίας που ήταν αντίθετη από τα όσα αναφέρονται στην παράγρ. 11(γ) και 27 της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων 1-7 και αφορούσαν τον τρόπο και χρόνο αποστολής του δείγματος Διαθήκης από τον εναγόμενο 4 στη Μ.Υ.8 να κρίνει κατά πρώτο την αποδεκτότητα της και κατά δεύτερο να την αποκλείσει εφόσον έκρινε ότι ήταν εκτός δικογράφων. Η παραμονή σε εκκρεμότητα της αποδοχής ή μη μαρτυρίας πλην του ότι είναι ανεπίτρεπτη, περαιτέρω προκαλεί σύγχυση και αμηχανία στους διαδίκους οι οποίοι δεν γνωρίζουν κατά πόσο αυτή θα ληφθεί υπόψη ή όχι από το Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός που τέθηκε στις άνω παραγράφους 11(γ) και 27 ήταν ξεκάθαρος και εισηγείτο ότι ο εναγόμενος 1 μετέφερε στην Μ.Υ.8, κατά την τελευταία του μετάβαση στην Αθήνα, δείγμα διαθήκης που ετοιμάστηκε από τον εναγόμενο 4 συμφώνως του κυπριακού Δικαίου. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος 1 τοποθετεί την άφιξη του στην Αθήνα στις 2/3/2003 και ώρα 7 μ.μ. Το τελευταίο οδηγεί το όλο θέμα σε ζήτημα ουσιαστικής υφής λαμβανομένου υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 και η Μ.Υ.8 ισχυρίστηκαν ότι την επομένη 3/3/2003 η τελευταία αφίχθηκε στην κλινική όπου νοσηλεύετο ο αποβιώσας με έτοιμη τη διαθήκη του. Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν αμφότεροι ισχυρίζονται ότι συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε εκείνο το χρονικό σημείο. Διέφυγαν όλα τα πιο πάνω της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως και η σημασία τους στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η όλη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνεται λανθασμένη διότι ανεπίτρεπτα επέτρεψε να δοθεί μαρτυρία εκτός εγγράφων προτάσεων και μάλιστα για ένα θέμα το οποίο το ίδιο έκρινε ουσιαστικής υφής και ήταν τέτοιο, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της διαφοράς. Περαιτέρω η αξιολόγηση που ακολούθησε της μαρτυρίας ήταν λανθασμένη λόγω επηρεασμού συνεπεία της εκτροπής που έλαβε η εκδίκαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Χρίστου Παπαδόπουλου, ως διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Παπαδοπούλου κ.ά -vs- Κενδέα Α. Σέργη κ.ά, ECLI:CY:AD:2017:A46, Πολιτική Έφεση αρ. 294/2011, 15.02.2017, αναφέρονται τα εξής: «Η Μ.Υ.5 κατάθεσε (βλ. Τεκμήριο 22) ότι η διαθέτιδα μέχρι το Μάρτιο του 2005 που εισήχθη στο Νοσοκομείο ήταν φυσιολογική, φρόντιζε τον εαυτό της, τα του οίκου της, διαχειριζόταν τα οικονομικά της, κυκλοφορούσε στην πόλη της Λάρνακας μόνη της είτε πεζή είτε με ταξί, δραστηριότητες που δεν χαρακτηρίζουν ή φανερώνουν άτομο που πάσχει από σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση (βλ. σελ. 29 πρωτόδικης απόφασης). [.] Ως ο θεράπων ιατρός της από το 1997, όταν αυτή παρουσίασε πολλαπλό μυέλωμα, τηρούσε ιατρικό φάκελο της ο οποίος, ως δήλωσε, είναι ο δείκτης της κατάστασης της υγείας της, στον οποίον ο ίδιος αλλά και άλλοι ιατροί που κατά καιρούς την εξέτασαν κατέγραψαν τις παρατηρήσεις τους. Παρόλα ταύτα ουδεμία, έστω και κατ' ελάχιστο, καταγραφή ή αναφορά γίνεται στο φάκελο είτε από τον ίδιο είτε από άλλο ιατρό για συμπτώματα γεροντικής άνοιας (αρτηριοσκλήρωσης). Περαιτέρω το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρατηρεί, πολύ ορθά κατά την άποψη μας, ότι η μαρτυρία σε καμία περίπτωση δεν βοηθούσε, σε διαπίστωση ότι στις 8.6.2004 που έγινε η Διαθήκη, η διαθέτιδα δεν είχε πνευματική ικανότητα ώστε να μην μπορεί να εκτελέσει τη διαθήκη της. [.] Δεν μπορεί να επιτύχει και η εισήγηση ότι επί της διαθήκης θα έπρεπε να αναγραφεί συγκεκριμένος τύπος επιβεβαίωσης ότι η διαθήκη ανεγνώσθη στην διαθέτιδα και ότι αυτή κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο της σύμφωνα με τον Κανονισμό 16 των Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμοί του 1955, εφόσον αυτή ήταν αναλφάβητη. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, κάτι τέτοιο δεν προέκυψε από την αποδεκτή μαρτυρία. Αντίθετα, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία έγινε αποδεκτή από το Πρωτόδικο Δικαστήριο εισηγείται ότι η διαθέτιδα μπορούσε να διαβάσει γραπτό κείμενο. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής οποιουδήποτε κανόνα περί αναγραφής επιβεβαίωσης ανάγνωσης του περιεχομένου της διαθήκης, επ' αυτής. Ούτε ασφαλώς επρόκειτο περί ύποπτης διαθήκης, ως η εισήγηση των Εφεσειόντων, λόγω του τρόπου που επιλέγηκε να υπογράψει η διαθέτιδα τη διαθήκη της. Εξηγήθηκαν ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου από τους μάρτυρες υπεράσπισης οι αναφερθέντες πιο πάνω λόγοι επιλογής αυτού του τρόπου και η «υπογραφή» της τέθηκε ενώπιον πιστοποιούσας υπαλλήλου σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, η οποία την γνώριζε προσωπικά. Συνεπώς δεν υπήρχε οτιδήποτε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε αυτό να εξετάσει οτιδήποτε το «ύποπτο». [.] Εις την παρούσα υπόθεση ουδέν αποδεκτό στοιχείο τέθηκε από τους Εφεσείοντες/Ενάγοντες που να καταδεικνύει έστω και κατ' ελάχιστον ανικανότητα της διαθέτιδας ώστε να μετατεθεί το βάρος απόδειξης και συνεπώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά ενήργησε στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. [.] Η επιδίκαση εξόδων, είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου [.]. Στην παρούσα υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο ακολούθησε τον Κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. [.] είναι η κρίση μας ότι η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου παρέμεινε μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του και δεν βλέπουμε λόγο να την μεταβάλουμε, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν ότι η προσαχθείσα μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου από τους Εφεσείοντες/Ενάγοντες κρίθηκε κακόπιστη και αντιφατική, αξιολόγηση που επιβεβαιώθηκε και από μας.» Παραθέτω τα ανωτέρω αποσπάσματα από τη συγκεκριμένη Πολιτική Έφεση για να καταδείξω τις διαφορές στα γεγονότα τους σε σχέση με την παρούσα αγωγή. Στην παρούσα περίπτωση η γενική εικόνα της αποβιωσάσης δεν φανερώνει άτομο που ενήργησε με αληθινή και ελεύθερη βούληση. Η ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε δείχνει ότι η αποβιώσασα λάμβανε ψυχιατρικά φάρμακα τουλάχιστον από το 1998 και είχε βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της. Επιπρόσθετα, ήταν πράγματι αμόρφωτη και αγράμματη και δεν υπάρχει τύπος διαβεβαίωσης επί της διαθήκης ότι της διαβάστηκε. Περαιτέρω, η ύπαρξη του Τεκμ. 14 και όλα όσα έχουν ειπωθεί ανωτέρω σε σχέση με τη μαρτυρία των Εναγομένων, καταδεικνύουν την ύπαρξη ύποπτων συνθηκών που μπορούν να επιτρέψουν στο Δικαστήριο τη μετάθεση του βάρους απόδειξης στους Εναγόμενους οι οποίοι δεν κατάφεραν να το αποσείσουν. Επομένως βρίσκω ότι ούτε η διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξης, εκτέλεση και υπογραφής της διαθήκης ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τι υπέγραφε με την εναπόθεση του δακτυλικού της αποτυπώματος επί της φερόμενης ως Διαθήκης της αλλά και ούτε είχαν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις καθώς το τεκμήριο που δημιουργείται υπέρ της ορθής εκτέλεσης της Διαθήκης με βάση την αρχή Omnia praesumuntur vite esse acta (όλα έχουν γίνει ορθά και νομότυπα) όπως εξήγησα και πιο πάνω έχει ανατραπεί καθιστώντας τις συνθήκες σύνταξης, εκτέλεσης και υπογραφής της ως ύποπτες και οι Εναγόμενοι δεν απόσεισαν το βάρος που πλέον τους βάρυνε. Τα πιο πάνω αποτελούν και τα καταληκτικά ευρήματα - συμπεράσματα μου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, αναπόφευκτα κρίνω ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν και απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις τους και ως εκ τούτου εκδίδονται τα αιτούμενα διατάγματα όπως αυτά αξιώνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως των και τα κατέγραψα πιο πάνω στις σελίδες 1 και 2 υπό στοιχεία (Α - Ε). Σε σχέση με το αιτητικό Ζ δίδονται οδηγίες όπως η αίτηση διαχείρισης της περιουσίας της αποβιωσάσης με αρ. 108/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου συνεχιστεί ωσάν η αποβιώσασα να απεβίωσε αδιάθετη, δηλαδή χωρίς να κατέλειπε διαθήκη, με διαχειριστή τον προτεινόμενο Ενάγοντα 1 κ. Πιερή Γεωργίου Κυριάκου (Κέρμανου) ο οποίος προτείνεται από όλους τους υπόλοιπους κληρονόμους της αποβιωσάσης πλην του Εναγόμενου 2. Αυτός θα πρέπει να διαχειριστεί την περιουσία της αποβιωσάσης και προβεί σε διανομή της σύμφωνα με το κληρονομικό μερίδιο ενός εκάστου των κληρονόμων της κατά τα διαλαμβανόμενα στον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, Κεφ. 195 και τον Περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο, Κεφ. 189 και τους συναφείς Κανονισμούς. Αναπόδραστα, στη βάση της πιο πάνω κατάληξης μου η Ανταπαίτηση των Εναγομένων απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα του. Τα έξοδα θα είναι υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 1 ο οποίος μεθόδευσε τη σύνταξη, εκτέλεση και υπογραφή της φερόμενης Διαθήκης της αποβιωσάσης καθιστώντας τον εαυτό του ως τον μοναδικό δικαιοδόχο της (βλ. Χρίστου Παπαδόπουλου, ως διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Παπαδοπούλου κ.ά -vs- Κενδέα Α. Σέργη κ.ά, ECLI:CY:AD:2017:A46, Πολιτική Έφεση αρ. 294/2011, 15.02.2017), και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα για την Ανταπαίτηση εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την Αγωγή. (Υπ.) .............. Χρ.Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Προσβολή εγκυρότητας διαθήκη ΠΙΝΑΚΑΣ "A" 1. Κυριάκος Στυλιανού Κέρμανου 2. Παναγιώτης Στυλιανού Κέρμανου 3. Σάββας Στυλιανού Κέρμανου 4. Αθηνούλλα Κώστα Στυλιανού 5. Στέλλα Κώστα Στυλιανού 6. Ηλιάνα Κώστα Στυλιανού 7. Χρίστος Στυλιανού Κέρμανου 8. Θεοτέρα (Θεοδώρα) Στ. Κέρμανου 9. Κωνσταντία Στ. Κέρμανου 10. Κατερίνα Στ. Κέρμανου 11. Μαργαρίτα Στ. Κέρμανου 12. Πανίκκος Κυριάκου Κέρμανου 13. Δημήτρης Κυριάκου Κέρμανου 14. Χρυστάλλα Γεωργίου Κυριάκου 15. Κυριάκος Γεωργίου Κυριάκου 16. Θέκλειος Γεωργίου Κυριάκου 17. Μιχαέλλα Γεωργίου Κυριάκου 18. Χριστάκης Γ. Κέρμανου 19. Θεόδωρος Γ. Κέρμανου 20. Τάσος (Αναστάσης) Γ. Κέρμανου 21. Γεώργιος Ιωάννη Κέρμανου 22. Κυριάκος Ιωάννη Κέρμανου 23. Μάριος Ιωάννη Κέρμανου 24. Ανδρέας Ιωάννη Κέρμανου 25. Αντριανή Ιωάννη Κέρμανου 26. Θεοδώρα Ιωάννη Κέρμανου 27. Παναγιώτα Κυριάκου Κέρμανου 28. Άννα Ιωάννη Δημητρίου 29. Κυριακή Ιωάννη Δημητρίου 30. Δήμητρα Ιωάννη Δημητρίου 31. Μαρία Κυριάκου Κέρμανου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.