SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD ν. Νούρος κ.α., Αρ. Αγωγής: 73/2012, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2017:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 73/2012 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD Εναγόντων -και-
- XXXXX Νούρος
- XXXXX Μελάς Εναγόμενων Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Κυριάκου Για Εναγόμενο 1: κ. Α.Κεφάλας Για Εναγόμενο 2: κ. Μ. Μαρκουλλής ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΑNTIKEIMENO ΑΓΩΓΗΣ Απαίτηση Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες, Τράπεζα με έδρα τη Λευκωσία, αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ποσά (ως περιορίστηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης) €102,09 βάσει συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 30/03/2009 και €41.057,12 βάσει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 07/04/
- Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης: - Ο Εναγόμενος 1 αιτήθηκε άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και προέβηκε σε σχετική συμφωνία ημερομηνίας 30/3/
- Αιτήθηκε επίσης παροχή δανείου και υπεγράφη σχετική συμφωνία στις 7/4/
- - Ανάμεσα στους όρους με τους οποίους παρασχέθηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις, ήταν ότι το δάνειο θα πληρωνόταν σε περίοδο 5 χρόνων, σε 60 μηνιαίες δόσεις των € 891.49, ότι θα υπήρχε κυμαινόμενο επιτόκιο προς 7,25% ετησίως, ότι θα υπήρχε επιπρόσθετος τόκος υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής προς 6,75% ετησίως, ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο 2 φορές ετησίως και ότι θα δικαιούνταν κατά την απόλυτη κρίση τους να μεταβάλουν το επιτόκιο, τα έξοδα τις προμήθειες και τα τραπεζικά δικαιώματα και ότι η επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. - Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε με γραπτή συμφωνία εγγύησης όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες που απορρέουν από το δάνειο και τον τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι το ποσό των €53,400 πλέον τόκους. - Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του και οι Ενάγοντες τον κάλεσαν να συμμορφωθεί, τερματίζοντας τελικά τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού και τη συμφωνία Δανείου με επιστολή τους 27/9/2010 (όπου παρουσιάζονταν ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού €102,99 πλέον τόκους από 1/7/2010 και ως υπόλοιπο λογαριασμού δανείου το ποσό των €41,057.12 πλέον ανάλογους τόκους, καθορίζοντας και το επιτόκιο στο 11%. Με ξεχωριστή επιστολή τους ημερομηνίας 27/9/2010 προς τον Εναγόμενο 2, τον πληροφόρησαν για τον τερματισμό των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 και ζήτησαν αποπληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων εντός 7 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής δυνάμει της συμφωνίας 7/4/
- - Στις 31/12/2011, το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανερχόταν σε €195.29 πλέον τόκο 11% επί του ποσού αυτού από τις 1/1/2012 με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ανερχόταν σε €47,159.77 πλέον τόκο 11% επί του ποσού αυτού από τις 1/1/2012 με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/6 και 31/12 κάθε έτους μέχρι εξόφλησης, ποσά τα οποία ο Εναγόμενος 1 παρατράβηξε ή πιστώθηκε. - Ενόψει της συμπεριφοράς των Εναγομένων, οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να εργοδοτήσουν δικηγόρο και να λάβουν δικαστικά μέτρα. Υπεράσπιση Εναγομένου 1 Ο Εναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του, αφού αρνείται τους πλείστους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης (πλην της εγγύησης από τον Εναγόμενο 2 και της σύναψης των επίδικων συμφωνιών), προβαίνει σε διάφορους ισχυρισμούς όπως ότι: -Οι επίδικες συμφωνίες ήταν παράνομες, περιείχαν παράνομους όρους και ήταν αόριστες, γιατί έδιναν το δικαίωμα στους Ενάγοντες να χρεώνουν τους λογαριασμούς με αυθαίρετες χρεώσεις όπως έξοδα τήρησής τους, προμήθειες επιβαρύνσεις, καθορισμό και επανακαθορισμό του επιτοκίου και αυθαίρετους ανατοκισμούς. - Οι επίδικες συμφωνίες ήταν εικονικές για να καλυφθούν οι υποχρεώσεις της εταιρείας L.M.P.G. CENTRO TRADE LTD ή τρίτων προσώπων ή του Εναγόμενου
- - Οι επίδικες συμφωνίες δεν τερματίστηκαν νομότυπα και ποτέ δεν έλαβε ο Εναγόμενος 1 τις επιστολές που αναφέρουν οι Ενάγοντες - Οι Ενάγοντες χρέωναν τους επίδικους λογαριασμούς με αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις, τόκους και ανατοκισμούς με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται ανακριβή ή και ανύπαρκτα χρεωστικά ποσά. Υπεράσπιση Εναγόμενου 2 Με την Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος 2, εγείρει ένα γενικό ισχυρισμό περί μη τήρησης από τους Ενάγοντες όρων που αφορούν την προστασία εγγυητών, ενώ παραδέχεται ότι εγγυήθηκε με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 07/04/2009 όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες που απορρέουν από το δάνειο και τον τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι το ποσό των €53,400 πλέον τόκους αλλά ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τους όρους και τις προϋποθέσεις του Νόμου για προστασία των εγγυητών και γι' αυτό δεν δεσμεύεται από την εγγύηση, αρνείται ρητά κάποιους ισχυρισμούς, αρνείται ότι έλαβε επιστολή ημερομηνίας 14/7/2010, αρνείται την αποστολή επιστολής σε εκείνον ημερομηνίας 27/09/2010, αγνοεί την ύπαρξη υπολοίπου χρέους από τον Εναγόμενο 1 και δικογραφεί τέλος ειδικά ότι ο Εναγόµενος 1 έχει µεγάλη περιουσία και φερεγγυότητα και είναι ικανός να πληρώνει τα χρέη του και εισηγείται ότι αν εκδοθεί εναντίον του απόφαση για ποσό χρέους του Εναγόμενου 1, ότι πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση τέτοιας απόφασης εναντίον του µέχρις ότου εξαντληθούν όλα τα αναγκαστικά µέτρα εναντίον του Εναγομένου 1 . Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η διά ζώσης μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, έχει καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως όλα ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Παρατίθενται πιο κάτω, τα κύρια σημεία της μαρτυρίας και γίνεται αναφορά στη μαρτυρία και στα Τεκμήρια όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Για τους Ενάγοντες, έδωσαν μαρτυρία 2 μάρτυρες, υπάλληλοι των Εναγόντων, ενώ έκαστος Εναγόμενος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος για την πλευρά του. Β.
- Μαρτυρία Εναγόντων Μ.Ε.
- - Σόφικα Δρουσιώτου Η Μ.Ε.1 XXXXX Δρουσιώτου, υπάλληλος των Εναγόντων, κατά την κυρίως της εξέταση, ανέφερε τα ακόλουθα: -Εργάζεται στους Ενάγοντες ως Λειτουργός στο τµήµα ανακτησης χρεών. -Τα καθήκοντά της περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την εποπτεία και συντονισμό της παρακολούθησης λογαριασμών πελατών. -Για σωστό έλεγχο διατηρεί στη φύλαξή της όλα τα έγγραφα που είναι σχετικά με τους εν λόγω λογαριασμούς. -Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός και ασκούν τραπεζικές εργασίες. -Από τις 4/3/2010, οι Ενάγοντες ονομάζονται SOCIETE GENERALE ΒΑΝΚ -CYPRUS LΙΜΙΤΕD. Ανάμεσα στις εργασίες τους είναι και η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων πάσης φύσεως. -Οι Ενάγοντες, δυνάμει των όρων της Γενικής Συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (Account Opening Pack - Individuals) ημερομηνίας 30/03/2009 παραχώρησαν στον Εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό µμορφή τρεχούμενου λογαριασμού. Ο Εναγόμενος 1 έλαβε γνώση και µε την υπογραφή του αποδέχτηκε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου. -Οι Ενάγοντες προχώρησαν σε άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού υπέρ του Εναγόμενου 1, ο οποίος έκανε χρήση του λογαριασμού. Στον εν λόγω λογαριασμό κατατίθεντο ποσά και γίνονταν πληρωμές. Ο λογαριασμός πιστώνεται με καταθέσεις µετρητά, επιταγές, µεταφορά από άλλο λογαριασµό κλπ) και χρεώνεται τις εκδοθείσες επιταγές του πελάτη όπως και εντολές πληρωµών που έχει δώσει) πληρωµές δανείων, λογαριασµών ηλεκτρικής, νερού κλπ). - Με βάση την Γενική Συµφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (Account Opening Pack - Individuals) ηµεροµηνίας 30/03/2009 ο Εναγόμενος θα χρεωνόταν με επιτόκιο 9,5%. - Περαιτέρω, οι Ενάγοντες δυνάµει επιστολής αποδοχής τραπεζικών διευκολύνσεων, ενέκριναν πιστωτικές διευκολύνσεις υπό µορφή δανείου για το ποσό των € 44,
- Ο Εναγόμενος 1 έλαβε γνώση των σχετικών εγγράφων και αποδέχτηκε το περιεχόµενο τους, αφού τόσο η επιστολή αποδοχής τραπεζικών διευκολύνσεων όσο και η Συµφωνία Δανείου φέρουν τις µονογραφές και την υπογραφή του Εναγόµενου
- Οι Ενάγοντες, συνεπεία των πιο πάνω εγγράφων προχώρησαν στην παροχή της πιστωτικής διευκόλυνσης προς τον Εναγόµενο 1, ύψους €44,
- - Λειτούργησαν 2 λογαριασμοί: 1) Λογαριασμός Δανείου (Κεφαλαίου) µε αριθµό 28-59380-0141-012 που είναι λογαριασµός στον οποίο εκταµιεύθηκε το ποσό του δανείου ήτοι € 44.500 το οποίο ποσό ο Εναγόµενος 1 παρατράβηξε και στον οποίο ο Εναγόμενος 1 όφειλε να καταβάλλει την συµφωνηµένη δόση. Ο λογαριασμός πιστώνεται µε τις καταθέσεις του Εναγοµένου 1 και χρεώνεται µε τόκο. 2) Λογαριασμός Δανείου Καθυστερημένων Δόσεων ο οποίος αφορά στο ίδιο δάνειο και είναι ο λογαριασµός στον οποίο χρεώνονται οι δόσεις του δανείου οι οποίες δεν καταβλήθηκαν κατά παράβαση της σύµβασης από τον Εναγόµενο 1 όπως επίσης χρεώνονται και οι τόκοι επί των καθυστερήσεων. Το συνολικό οφειλόµενο ποσό είναι το άθροισµα των δύο αυτών λογαριασµών, δηλαδή του λογαριασµού κεφαλαίου και του λογαριασµού καθυστερηµένων δόσεων. - Βάσει της συµφωνίας δανείου ηµεροµηνίας 07/04/2009, το δανειο θα ήταν πληρωτέο σε 5 χρόνια δια 60 δόσεων προς €891,49 η κάθε µια µε έναρξη αποπληρωµής την 31/05/2009 και ακολούθως την τελευταία µέρα κάθε επόµενου µήνα µέχρι εξόφλησης. - Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασµού θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. - Περαιτέρω, µε βάση την Συµφωνία Δανείου ηµεροµηνίας 07/04/2009 η παραχωρηθείσα διευκόλυνση προέβλεπε ότι:- · Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασµού θα χρεωνόταν µε κυµαινόµενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το κάθε φορά από τους Ενάγοντες βασικό επιτόκιο το οποίο κατά την ηµεροµηνία υπογραφής της συµφωνίας ήταν 5,25% πλέον Προσαύξηση 2% = Σύνολο 7,25%, Ο τόκος υπολογιζόταν επί ηµερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισµό του τόκου, οι µήνες θα λογαριάζονταν προς όσες µέρες έχει ο καθένας, αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαµβανόταν σαν διαιρέτης το εµπορικό έτος που αποτελείται από 360 ηµέρες. Θα δικαιούνταν η Τράπεζα να καταλογίζει τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι του δανείου, πρώτα προς εξόφληση ή µερική εξόφληση των δεδουλευµένων τόκων µέχρι την ηµεροµηνία της κατάθεσης, των προµηθειών και των δικαιωµάτων, και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου. · Θα χρεωνόταν ο λογαριασμός με επιπρόσθετο τόκο υπερηµερίας προς 6,75% ετησίως που ο οφειλέτης θα πληρώνε αν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δυνάµει της συμφωνίας δανείου δεν πληρωνόταν κατά την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο, από την ηµεροµηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο µέχρι την ηµεροµηνία εξόφλησης. · Όλες οι πιο πάνω αναφερόµενες χρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων και προμηθειών, δικαιωμάτων και τόκου υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε 6 μήνες στις 30/6 και 31/12 έκαστου έτους και θα ίσχυαν τόσο πριν όσο και μετά από οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση. - Οι Ενάγοντες με βάση τη συμφωνία, μπορούσαν να μεταβάλλουν, είτε να αυξάνουν, είτε να μειώνουν, κατά την κρίση τους και οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κάθε φορά συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήµατος, το βασικό επιτόκιο, οποιοδήποτε νοµισµατικό διατραπεζικό επιτόκιο και την περίοδο χρονικής διάρκειας του, την προσαύξηση και όπου ίσχυαν το μεταβλητό επιτόκιο, το σταθερό επιτόκιο ή τον τόκο υπερημερίας, τα έξοδα, τις προµήθειες και τραπεζικά δικαιώματα και να επιβαρύνει το λογαριασµό του οφειλέτη µε ποσοστό προμήθειας και Τραπεζικά (Iedger) ή δικαιώµατα κατά την κρίση της αν η συμφωνία δεν προνοούσε τέτοιες επιβαρύνσεις και η αλλαγή και επιβολή αυτή θα ήταν δεσµευτική για τον οφειλέτη που λάμβανε γνώση µε ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση η ειδοποίηση. - Ο Εναγόµενος 2 µε συµφωνία εγγύησης ηµεροµηνίας 07/04/2009 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόµενου 1 προς τους Ενάγοντες µέχρι συνολικό ποσό των €53.400 πλέον τόκους. - Ο Εναγόµενος 1 παρέλειψε να συµµορφωθεί µε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις συμφωνίες, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να του αποστείλουν προειδοποιητική επιστολή ημερ. 14/7/2010, με την οποίαν τον καλούσαν να εξοφλήσει το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό εντός 21 ημερών καθότι σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσαν µε τερµατισµό των λογαριασµών και θα απαιτούσαν την άµεση πληρωµή των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασµών. Αντίγραφο της επιστολής ηµεροµηνίας 14/07/2010 κοινοποιήθηκε και στον Εναγόµενο
- Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στην διεύθυνση την οποία οι ίδιοι Εναγόµενοι 1 και 2 είχαν δώσει στους Ενάγοντες και η οποία αναγράφεται και στις επίδικες συµφωνίες και η οποία είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγοµένων στους Ενάγοντες. - Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε και πάλι να συµµορφωθεί, µε αποτέλεσµα οι Ενάγοντες µε επιστολή τους ηµεροµηνίας 27/09/2010 προς τον Εναγόµενο 1 να τερµατίσουν την λειτουργία των λογαριασµών του Εναγοµένου 1 και να ζητήσουν την πληρωµή του υπόλοιπου τους, το οποίο ανερχόταν σε €102,09 όσον αφορά στον τρεχούµενο λογαριασµό και σε €41.057,12 όσον αφορά στον λογαριασµό δανείου πλέον τόκους από 01/07/
- Οι καθυστερηµένες δόσεις του δανείου ανερχόταν σε €7.179,
- Περαιτέρω, µε τις ως άνω επιστολές οι Ενάγοντες καθόρισαν µε βάση τα δικαιώµατα που τους παρέχονταν από τις συμφωνίες, το επιτόκιο από την ηµέρα της επιστολής σε 11% µε κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στην διεύθυνση την οποία ο ίδιος ο Εναγόµενος 1 είχε δώσει στους ενάγοντες και η οποία αναγράφεται και στις επίδικες συµφωνίες και η οποία είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση του Εναγοµένου 1 στους Ενάγοντες. - Οι Ενάγοντες µε επιστολή ηµεροµηνίας 27/09/2010 προς τον Εναγόµενο 2 τον πληροφόρησαν για τον τερµατισµό του λογαριασµού του Εναγόµενου 1 και ζήτησαν την πληρωµή των οφειλοµένων ποσών της εγγύησης του δυνάµει της ανωτέρω αναφερόµενης συµφωνίας εγγύησης. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στην διεύθυνση την οποία ο ίδιος ο Εναγόµενος 2 είχε δώσει στους Ενάγοντες και η οποία αναγράφεται και στην συµφωνία εγγύησης και που είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση του Eναγοµένου 2 στους Ενάγοντες. -Το σηµερινό συνολικό υπόλοιπο του Εναγοµένου 1 προς τους Ενάγοντες σύµφωνα µε τις καταστάσεις λογαριασµού είναι, όσον αφορά στον τρεχούµενο λογαριασµό €102,09 πλέον τόκους προς 11% ανά εξαµηνία, κεφαλαιοποιούμενων στις 1/1/ και 1/7 κάθε έτους από 27/09/2010 µέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά στον λογαριασµό δανείου το σηµερινό υπόλοιπο σύµφωνα µε τις καταστάσεις λογαριασµού είναι € 41.057.12 πλέον τόκους προς 11 ανά εξαµηνία, κεφαλαιοποιούμενων στις 1/1/ και 1/7 κάθε έτους από 27/09/2010 µέχρι εξοφλήσεως. - Εξηγήθηκαν επίσης στη Γραπτή Δήλωση το πως τηρούνται τα ηλεκτρονικά τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων και οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε η Μ.Ε.1 -Η Μ.Ε.1 περιόρισε την απαίτηση των Εναγόντων, σε σχέση με το λογαριασμό δανείου στο ποσό των €41.057.12 πλέον τόκους προς 9,25 % ανά εξαµηνία κεφαλαιοποιούµενων την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε έτους από 27/09/2010 µέχρι εξοφλήσεως. -Περιόρισε δε και την απαίτηση από τον τρεχούμενο λογαριασμό δυνάμει της συμφωνίας 30/03/2009 σε €102.09 πλέον τόκους 11% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιούμενων την 1η Ιανουαρίου κι 1η Ιουλίου κάθε έτους από 27/09/2010 μέχρι εξόφλησης. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 1, η Μ.Ε.1 ανέφερε κυρίως τα ακόλουθα: - Δέχθηκε ότι δεν υπήρξε πληρωμή για νερό και ρεύμα. Οι καταστάσεις λογαριασμών εκτείνονται μέχρι την ημερομηνία της αγωγής. - Το ποσό των €44.500.- που φαίνεται ως πίστωση στον λογαριασμό, το Τεκμήριο 9, ήταν κατόπιν αίτησης για προσωπικό δάνειο και το συγκεκριμένο ποσό κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1, όταν εγκρίθηκε η αίτηση του για προσωπικό δάνειο. - Δεν γνωρίζει η Μ.Ε.
- πώς διέθεσε ο Εναγόμενος 1 το ποσό το οποίο μεταφέρθηκε στον λογαριασμό του, από τις καταστάσεις όμως τις οποίες έχει, φαίνεται ότι το ποσό μεταφέρθηκε στην εταιρεία L.M.P.G. Ltd το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- - Δεν γνωρίζει αν υπάρχει η εταιρεία L.M.P.G. Ltd - Δεν έχει δει η ίδια να υπογράφει ο Εναγόμενος 1 επί του Τεκμηρίου 10 αλλά με βάση τη σφραγίδα επί του Τεκμηρίου και γνωρίζοντας τις διαδικασίες των Εναγόντων θεωρεί ότι έχει γίνει έλεγχος της υπογραφής και η τελευταία ανήκει στον Εναγόμενο
- - Σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου 1 ότι το ποσό των €44.500.- δεν το καρπώθηκε ο Εναγόμενος 1 προσωπικά απάντησε ότι από τα στοιχεία τα οποία έχει ενώπιον της, ο Εναγόμενος 1 έλαβε αυτό το ποσό μέσω του λογαριασμού του. - Οι χρεώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό αφορούν έξοδα διαχείρισης του λογαριασμού, ανεξαρτήτως υπολοίπου - Τα έξοδα επιβάλλονται βάσει δημοσιευμένου καταλόγου εξόδων της τράπεζας και τα έγγραφα που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 περιέχουν σχετικές ρήτρες που αναφέρονται σε χρεώσεις. - Τις χρεώσεις τις καθορίζει κάθε τράπεζα από μόνη της. - Η χρέωση στην κατάσταση λογαριασμού για επιστολές αφορούν επιστολές ειδοποίησης σε σχέση με καθυστερήσεις και οι εν λόγω χρεώσεις έχουν έρεισμα στις επιστολές που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 για να πάρει το δάνειο. Στη συνέχεια, αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Eναγομένου 2, ανάφερε κυρίως τα ακόλουθα: - Η ίδια εργάζεται στη Λευκωσία, ενώ οι επίδικοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν στο Παραλίμνι και η μάρτυρας υπέθεσε ότι ο υπεύθυνος λογαριασμού ήταν κάποιος Επιστηθίου, στο υποκατάστημα του Παραλιμνίου, αλλά δεν μπορούσε να το αναφέρει με βεβαιότητα. - Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι λογαριασμοί που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο. - Κατά τη Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος 2, έχοντας υπογράψει στο Tεκμήριο 5 έγγραφο εγγύησης κάτω από την αναφορά ότι εγγυείται όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς τους ενάγοντες, πρέπει να καλύψει και το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε για να εξυπηρετείται το συγκεκριμένο δάνειο. - Τα γεγονότα τα γνωρίζει η μάρτυρας από τον έλεγχο του φακέλου και δεν ήταν παρούσα όταν υπογράφονταν τα έγγραφα, αλλά παρών ήταν ο XXXXX Χριστοφόρου ( ο οποίος κατέθεσε στη συνέχεια ως Μ.Ε.2). - Η Μ.Ε.1 δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο έγινε το δάνειο. - Δεν εφαρμόστηκε στη συμφωνία επιτόκιο Libor ή Euribor - Ο τόκος 9,25% συνίσταται στο επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο (7,25%) και 2% ως τόκο υπερημερίας. - Καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονται από το υποκατάστημα Παραλιμνίου, αλλά δεν γνωρίζει η Μ.Ε.1 από ποιο άτομο. - Δεν υπήρχε πρόβλεψη για χρέωση συγκεκριμένου ποσού για αποστολή μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού. - Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, η Μ.Ε.1 αρνήθηκε ότι αυτός ανοίχθηκε πριν τη συμφωνία δανείου. - Στο Τεκμήριο 3, επιστολή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων δεν γίνεται αναφορά σε τρεχούμενο λογαριασμό. - Έγινε αίτηση δανείου 18/2 προφορικώς, 30/03 ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός για σκοπούς δανεισμού και τα έγγραφα που αφορούσαν το δάνειο ετοιμάστηκαν στις 7/
- Συνεπώς, όλοι οι λογαριασμοί που ανοίχθηκαν ήταν για σκοπούς δανείου. - Ήταν εξυπακουόμενη η λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού. - Εξήγησε, περαιτέρω, κάποιες συγκεκριμένες χρεώσεις επί του Τεκμηρίου 9, στη δεύτερη σελίδα, σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. - Τα διάφορα έξοδα που επιβάλλονταν ως χρεώσεις στον λογαριασμό, βασίζονταν σε δημοσιευμένο κατάλογο. - Σε σχέση με τη διεύθυνση του Εναγόμενου 2, η μάρτυρας ανάφερε ότι υποθέτει ότι είναι η διεύθυνση που ο Εναγόμενος 2 δήλωσε στους Ενάγοντες. - Ο Εναγόμενος 2 παρέλαβε επιστολή 14/7/2010 (Τεκμήριο 6), που ήταν επιστολή προς τον Εναγόμενο 1, η οποία του κοινοποιήθηκε. Η επιστολή που στάλθηκε στον Εναγόμενο 2 δεν επιστράφηκε και αυτό το συμπεραίνει η Μ.Ε.1 από το ότι η συστημένη επιστολή δεν βρίσκεται εντός του φακέλου πελάτη που έχει η ίδια στην κατοχή της. - Όσον αφορά την επιστολή Τεκμήριο 8, αφού αυτή δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο, θεωρεί ότι παραλήφθηκε. Μ.Ε.
- XXXXX Χριστοφόρου Ο Μ.Ε.2, XXXXX Χριστοφόρου υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης, με την οποία αναφέρει τα εξής: - Εργάζεται στους Ενάγοντες από το 2005 και είναι επικεφαλής επιχειρήσεων, με έδρα εργασιών του το κεντρικό κατάστημα των Εναγόντων στη Λευκωσία. Ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής του καταστήματος των Εναγόντων στο Παραλίμνι. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν η εποπτεία και συντονισµός της παρακολούθησης λογαριασµών πελατών του καταστήµατος Παραλιµνίου, την έγκριση και παροχή εγκρίσεων δανείων και ανοίγµατος λογαριασµών και την υποβολή αιτηµάτων προς την Διεύθυνση των Εναγόντων για παροχή και έγκριση αιτηµάτων δανειοδότησης. Λόγω της θέσης του είχε συγκεκριμένα έγγραφα στην κατοχή του και γνωρίζει λόγω του τόπου της καταγωγής και διαµονής του τους Εναγόμενους 1 και 2 ως πελάτες των Εναγόντων αλλά και προσωπικά αφού όλοι διαμένουν όλη τους τη ζωή στην Αγία Νάπα. - Έχει δει αντίγραφα και μελετήσει τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν από τη Μ.Ε.1 - Γύρω στις 18/02/2009, ο Εναγόµενος 1 επισκέφθηκε το κατάστημα των Εναγόντων στο Παραλίμνι όπου τότε ο Μ.Ε.2 εργαζόταν ως Διευθυντής καταστήµατος κι αιτήθηκε την παραχώρηση προς αυτόν προσωπικού δανείου ύψους €44.500,
- - Ο ίδιος ο Μ.Ε.2, απέστειλε προς τη διεύθυνση των Εναγόντων, εσωτερικό υπόμνημα αναφορικά με το αίτημα του Εναγόμενου 1 για παροχή προσωπικού δανείου. Όταν έλαβε τη σχετική έγκριση, ζήτησε να του ετοιμαστούν όλα τα έγγραφα, τα οποία κι έλεγξε ο ίδιος προσωπικά και διαπίστωσε την ορθότητά τους. - Η πρακτική-προϋπόθεση που έχουν οι Ενάγοντες για τη χορήγηση προσωπικού δανείου είναι το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού χωρίς όριο, ο οποίος λειτουργεί κι ονομάζεται εσωτερικά ως «funding account», αφού χρησιμοποιείται για την κατάθεση της µηνιαίας δόσης του δανείου. Για τον λόγο αυτό ετοιµάστηκε από το κατάστηµα των Εναγόντων στο Παραλίμνι η Γενική Συµφωνία Παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων (Account Opening Pack - Individuals) ηµεροµηνίας 30/03/2009, Τεκµήριο 2, την οποία ο Εναγόµενος 1 υπέγραψε και µε την υπογραφή του αποδέχτηκε το περιεχόµενο της εν λόγω Συµφωνίας. - Στην συνέχεια οι Ενάγοντες, µε βάση την πιο πάνω αναφερόµενη Γενική Συµφωνία παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων (Account Opening Pack - Individuals) ηµεροµηνίας 30/03/2009 προχώρησαν στην παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και µετέφεραν εσωτερικά µε βάση το λογισµικό τους σύστηµα το ακριβές ποσό της δόσης στον λογαριασµό δανείου του Εναγοµένου
- - O εν λόγω λογαριασµός, µε βάση την Γενική Συµφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (Account Opening Pack - Individuals) ηµεροµηνίας 30/03/2009, Τεκμήριο 2, θα χρεωνόταν με µε 9,50% επιτόκιο καθώς επίσης και µε διάφορα έξοδα διαχείρισης του λογαριασµού τα οποία οι Ενάγοντες χρεώνουν µε βάση σχετικό κατάλογο χρεώσεων ο οποίος κοινοποιήθηκε στον Εναγόµενο 1 και τον οποίο ο Εναγόµενος 1 αποδέχτηκε αλλά και ο οποίος υπάρχει δηµοσιευµένος στην ιστοσελίδα των Εναγόντων στο διαδίκτυο. - Στη συνέχεια και αφού ανοίχθηκε ο τρεχούµενος λογαριασµός ο οποίος θα λειτουργούσε ως «funding account» του δανείου, οι Ενάγοντες δυνάµει επιστολής αποδοχής τραπεζικών διευκολύνσεων ηµεροµηνίας 07/04/2009 Τεκµήριο 3 ενέκριναν, υπό τους όρους που περιέχονται στην πιο πάνω επιστολή καθώς και τους όρους της Συµφωνίας Δανείου ηµεροµηνίας 07/04/2009 (Τεκμήριο 4) πιστωτικές διευκολύνσεις υπό µορφή δανείου για το ποσό των €44,500, - Ο τόκος υπολογίζεται με τη χρήση διαιρέτη 360 ημερών και υπάρχει διπλή κεφαλαιοποίηση ετησίως, στις 30/6 και 31/12 - Σύμφωνα πάντα με τη συμφωνία υπήρχε δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου. - Στις 16/04/2009 µε οδηγίες του Εναγοµένου 1 ετοιµάστηκε από υπάλληλο των Εναγόντων στο κατάστημά τους στο Παραλίµνι στην παρουσία και του Εναγοµένου 1 ο οποίος εφοδίασε την εν λόγω υπάλληλο των Εναγόντων µε όλα τα σχετικά στοιχεία, το έντυπο Οδηγίες Πληρωµής Τεκμήριο 10, το οποίο ο Εναγόµενος 1 αποδέχτηκε και υπέγραψε για την µεταφορά του ποσού των €44.200 στο λογαριασµό XXXXX1-01-8 προς όφελος της εταιρείας L.M.P.G. LIMITED. Στον τρεχούµενο λογαριασµό µε αριθµο XXXXX1-014 γίνονταν καταθέσεις οι οποίες καταθέσεις αντιπροσώπευαν επί το πλείστον τις µηνιαίες δόσεις του Εναγοµένου 1 προς όφελος του δανείου του. Οι καταθέσεις µπορούσαν να γίνουν από τον ίδιο τον Εναγόµενο 1 και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασµό και προς όφελος του Εναγοµένου
- - Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια έντυπα που αφορούσαν διάφορες καταθέσεις στον εν λόγω λογαριασμό σε μετρητά - Ο εν λόγω λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε και για ανάληψη μετρητών από τον Εναγόμενο 1 και ήταν ο μόνος που μπορούσε να προβεί σε τέτοια ανάληψη. - Ο Εναγόµενος 2 µε συµφωνία εγγύησης ηµεροµηνίας 07/04/2009 Τεκµήριο 5 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόµενου 1 προς τους Ενάγοντες, µέχρι το συνολικό ποσό των €53.400 πλέον τόκους και οι Ενάγοντες με βάση το άρθρο 5(α) του περί της Προστασίας Ορισµένης Κατηγορίας Εγγυητών Νοµου του 2003 (Ν.197
(1)/2003), την 07/04/2009[1] ετοίµασαν και παρέδωσαν δια χειρός στον Εναγόµενο 2 τη σχετική επιστολή και/ή έντυπο «Πληροφορίες προς εγγυητή - Δάνειο» όπου αναλυτικά φαίνονται το ποσό του δανείου, τα επιτόκια, το ποσό της έκαστης δόσης, η ημερομηνία ή προθεσμία πληρωμής της δόσης, το ποσοστό τόκου υπερημερίας. Το έγγραφο το παράλαβε ο Εναγόμενος 2 και το υπέγραψε. Επίσης με βάση το Νόμο παραδόθηκε επιστολή 07/04/2009 στην οποία επισυνάφθηκε Δείγµα Γραπτής Δήλωσης Περιουσιακών Στοιχείων του Εναγόμενου 1- Πρωτοφειλέτη (Τεκμήριο 16) - Ο Εναγόµενος 1 ενηµερώνονταν για το υπόλοιπο των λογαριασµών του και τις αυξοµειώσεις των επιτοκίων από δηµοσιεύσεις που γινόταν στον τύπο και µε επιστολές των εναγόντων ως ήταν η πάγια τακτική τους - Ο Εναγόµενος 1 δεν αµφισβήτησε ποτέ τις εν λόγω χρεώσεις ούτε είχε δηλώσει στους Ενάγοντες ότι δεν λάµβανε τις εν λόγω µηνιαίες καταστάσεις λογαριασµού. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 1, ανέφερε τα ακόλουθα: - To δάνειο σχετιζόταν με υποχρεώσεις εταιρείας όπου ο Εναγόμενος 1 ήταν μέτοχος και διευθυντής και συμμετείχε ενεργά, η οποία είχε σταματήσει να λειτουργεί. Το δάνειο έλαβε χώρα για να διευθετηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις που πήρε η εταιρεία, σε συνεννόηση με τους Εναγόμενους - Άλλο δάνειο έγινε και από τον εγγυητή στο δάνειο της παρούσας υπόθεσης ως πρωτοφειλέτη, το οποίο κι εξοφλήθηκε. - Γνωρίζει τον Εναγόμενο ως κάτοικο Αγίας Νάπας και ως αναφέρθηκε έχει αρκετή περιουσία και τον βλέπει να κυκλοφορεί με αυτοκίνητα πολυτελείας. - Ο Εναγόμενος 1 δεν έδειχνε να στερείται μόρφωσης και δηλωνόταν ως επιχειρηματίας - Κατάλογοι χρεώσεων δίνονται σε όλους τους πελάτες των Εναγόντων και αναρτώνται στο διαδίκτυο. Υπάρχει και σχετικός όρος για τις χρεώσεις των Εναγόντων σε έγγραφα που υπογράφονται σε σχέση με τραπεζικές διευκολύνσεις. Δεν ήταν πρακτική της τράπεζας να υπογράφεται από τους πελάτες ο κατάλογος χρεώσεων. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο 2 ανέφερε τα ακόλουθα: - Εργαζόταν στο Παραλίμνι από το τέλος του 2005,αρχές του 2006 μέχρι το 2011-
- - Ήταν διευθυντής υποκαταστήματος - Δάνειο έκανε και ο Εναγόμενος 2 ο οποίος το εξόφλησε άμεσα και για το οποίο ήταν εγγυητής ο Εναγόμενος 1 - Δεν δέχθηκε ότι οι Ενάγοντες πίεσαν τους Εναγόμενους 1 και 2 να προβούν στο επίδικο δάνειο, ενώ ανέφερε ότι η συναλλαγή ήταν προς το συμφέρον όλων των πλευρών. - Η σύνδεση του τρεχούμενου λογαριασμού με το δάνειο ήταν θέμα πρακτικής που ισχύει σε όλες τις τράπεζες και αποκαλείται funding account. - Δεν υπήρχε λόγος να ενημερώνεται επακριβώς ο Εναγόμενος 2 για την κίνηση του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 - Δεν θυμάται πότε ανανεώθηκε τελευταία φορά ο κατάλογος χρεώσεων - Ο Εναγόμενος 2 έλαβε κατάλογο χρεώσεων - Δεν θυμάται ποιος συγκεκριμένος υπάλληλος ετοίμασε τα Τεκμήρια 3-5, αλλά τα έλεγξε ο ίδιος. - Σε σχέση με τη διεύθυνση του Εναγόμενου 2, έστειλαν επιστολή οι Ενάγοντες προς εκείνον στη διεύθυνση που τους δόθηκε και εάν η διεύθυνση είχε αλλάξει έπρεπε να ενημερωθούν - Δεν δέχθηκε σχετική υποβολή ότι το Τεκμήριο 14 (άρθρο 15) δεν πληρεί τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Περί Εγγυητών Νόμου και ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους. - Δέχθηκε ότι τα Τεκμήρια 14-16 ήταν τυποποιημένα αλλά ότι αλλάζουν οι πληροφορίες που μπορεί να εισαχθούν. - Η επιστολή προς τον Εναγόμενο 2 έχει ταχυδρομηθεί - Ο Εναγόμενος 1 έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει το δάνειο Κατατεθέντα Τεκμήρια Εναγόντων Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από μέρους της πλευράς των Εναγόντων, τα ακόλουθα Τεκμήρια: - Τεκμήριο 1 και 1 (α): Πιστοποιητικά σε σχέση με την ονομασία των Εναγόντων. - Τεκμήριο 2: Αίτηση ανοίγματος λογαριασμού από τον Κωστάκη Νούρου προς τους Ενάγοντες ημ. 30/3/
- - Τεκμήριο 3: Επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημ. 7/04/2009 από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο
- - Τεκμήριο 4: Συμφωνία δανείου ημ. 7/04/2009 μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 1 για ποσό €44.500 μέσω μηνιαίων δόσεων ύψους €891.49 για πέντε χρόνια από τις 31/05/
- Σύμφωνα με τον όρο 4 επί της συμφωνίας μόλις το εν λόγω δάνειο ή μέρος του ζητείτο από τους Ενάγοντες θα καθίσταται αμέσως απαιτητό, συμπεριλαμβανομένων τόκων, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Εναγομένου να εξοφλούσε θα έδιδε το δικαίωμα στους Ενάγοντες να απαιτήσουν δικαστικώς την πληρωμή του σχετικού ποσού. - Τεκμήριο 5: Συμφωνία εγγύησης σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος 2 εγγυείτο τον Εναγόμενο 1 για ποσό μέχρι €53.400.-, πλέον τόκους. - Τεκμήριο 6: Επιστολή από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 1, ημ. 14/07/2010 με την οποία αναφερόταν ότι για δύο λογαριασμούς του, μεταξύ των οποίων και ο λογαριασμός που αφορούσε το επίδικο δάνειο παρουσίαζαν κάποιες καθυστερήσεις και υπερβάσεις, επισημαινόταν ότι αυτό συνιστούσε παράβαση των όρων της συμφωνίας του με τους ενάγοντες και ζητείτο όπως καλυφθεί η υπέρβαση εντός 21 ημερών από τη λήψη της επιστολής. - Τεκμήριο 7: Επιστολή ημερομηνίας 27/9/2010 προς τον Εναγόμενο 1 με την οποία αναφερόταν ότι αφού δεν υπήρξε ανταπόκριση στην επιστολή Τεκμήριο 6 , τερματίζεται η λειτουργία των λογαριασμών, απαιτείται η εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων εντός 7 ημερών και ότι αυξανόταν σε 11% το χρεωστικό επιτόκιο των λογαριασμών. - Τεκμήριο 8: Επιστολή ημερομηνίας 27/9/2010 προς τον Εναγόμενο 2 με την οποία αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1, ότι τερμάτισαν την λειτουργία των λογαριασμών του, κατέστησαν το χρέος του απαιτητό και πληρωτέο εντός 7 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής κι αύξησαν το χρεωστικό επιτόκιο των λογαριασμών σε 11%. Καλούνταν δε ο Εναγόμενος 2 όπως προβεί σε πλήρη και τέλεια εξόφληση της εγγύησης του. - Τεκμήριο 9: Καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Στην πρώτη κατάσταση παρουσιάζεται υπόλοιπο €102,09.- και στην δεύτερη κατάσταση λογαριασμού υπόλοιπο €7,179.60 . - Τεκμήριο 10: Οδηγίες για μεταφορά ποσού €44.200.- από λογαριασμό του Εναγομένου 1 προς την εταιρεία L.M.P.G. Ltd, ημ. 16/04/
- - Τεκμήριο 11: Κατάλογος χρεώσεων των Εναγόντων - Τεκμήρια 12 (α-γ): Διάφορα αποδεικτικά καταθέσεων για διάφορα ποσά από τον Εναγόμενο 1 στο λογαριασμό XXXXX
- - Τεκμήριο 13: Αποδεικτικό για ανάληψη €600.- από τον ίδιο λογαριασμό. - Τεκμήριο 14: Ενημερωτική επιστολή των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 2, προτιθέμενο εγγυητή σε σχέση με τους όρους της εγγύησης του. - Τεκμήριο 15: Επιστολή προς τον Εναγόμενο 1 από τους ενάγοντες ημ. 7/04/09 που περιείχε κατάλογο με τα περιουσιακά του στοιχεία προς ενημέρωση του Εναγομένου
- - Τεκμήριο 16: Εξουσιοδότηση από τον Εναγόμενο 1 προς τους ενάγοντες για να παραδώσουν αντίγραφο του εγγράφου πληροφοριών προς τον εγγυητή του δανείου - Εναγόμενο 2 καθώς και δήλωση περιουσιακής κατάστασης του Εναγομένου
- - Τεκμήριο 17 : Βεβαίωση παραλαβής του σχετικού εγγράφου από τον Εναγόμενο 2 ημερομηνίας 7/4/
- Μαρτυρία Εναγόμενου 1 O Εναγομενος σε Γραπτή Δήλωση που υιοθέτησε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ανάφερε τα εξής: - Του τηλεφώνησε ο διευθυντής των Εναγόντων, ο οποίος του ανάφερε ότι θα έπρεπε να διευθετηθεί το δάνειο συγκεκριμένης εταιρείας, στην οποία ο ίδιος ήταν γραμματέας και μέτοχός της μαζί με τον Εναγόμενο
- - Το εν λόγω δάνειο της εταιρείας ήταν καθυστερημένο και προτάθηκε στον Εναγόμενο 1 να γινόταν άλλο προσωπικό δάνειο προς εξόφλησή του για να μην έχει ο διευθυντής πρόβλημα με τους ανωτέρους του. Τον πληροφόρησε ότι το ίδιο θα γινόταν και με τον Εναγόμενο
- Μετά από κάποιους ενδοιασμούς εκ μέρους του Εναγόμενου 1, τελικά συμφώνησε, αφού έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα είχε καμία συνέπεια, αφού το δάνειο θα ήταν εξασφαλισμένο από λεφτά που είχε στην Τράπεζα ο Εναγόμενος 2 και μετά από άλλα λεφτά που θα πληρωνόταν από κάποιο ασφαλιστήριο. - Όλα τα έγγραφα που αφορούσαν το δάνειο και τον τρεχούμενο λογαριασμό, υπογράφηκαν από εκείνον στο γραφείο του διευθυντή των Εναγόντων, χωρίς παρουσία άλλων προσώπων ή μαρτύρων της υπογραφής του. Το ίδιο και σε σχέση με τη μεταφορά των λεφτών προς εξόφληση του δανείου της εταιρείας. - Επισκέφθηκε μία φορά το κατάστημα των Εναγόντων κατά την υπογραφή των εγγράφων και μία άλλη για υπογραφή εντύπου μίας ανάληψης €600 για να πληρωθεί πιστωτής της εταιρείας. - Είναι απόφοιτος Τρίτης Γυμνασίου και καμία μόρφωση δεν έχει, ούτε και καταλαβαίνει νομικούς και άλλους όρους που έχουν σχέση με συμβάσεις δανείων. Ο διευθυντής των Εναγόντων και Μ.Κ. 2, ουδέποτε τον παρότρυνε να τύχει νομικής ή άλλης συμβουλή πριν τον καταρτισμό των συμβάσεων δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, ούτε τον ρώτησε αν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες υπογραφής τέτοιων εγγράφων, αλλά αντιθέτως τον παρότρυνε να υπογράψει ακόμη και βιαστικά τα έγγραφα, αφού τον διεβεβαίωνε ότι δεν θα υποστεί καμία συνέπεια από το δάνειο γιατί αυτό καλυπτοταν από τον Εναγόμενο 2 και την ασφάλεια. - Το δάνειο έγινε για να καλύψει τις υποχρεώσεις συγκεκριμένης εταιρείας έναντι των Εναγόντων. Δεν πληρώθηκε ο Εναγόμενος 1 ποσό έναντι του δανείου. -Ποτέ δεν έλαβε επιστολές τερματισμού των συμφωνιών δανείου και τρεχουμένου λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος ανάφερε κυρίως τα ακόλουθα: - Δεν θυμόταν το ποσό το δανείου της εταιρείας του προς τους Ενάγοντες, αλλά δέχτηκε ότι ήταν μη εξυπηρετούμενο. - Αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν του πρότειναν οι Ενάγοντες να προχωρήσουν με τη διευθέτηση του δανείου. Στη συνέχεια προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τη διαχείριση της εταιρείας την είχε ο Εναγόμενος
- - Δεν θυμάται πότε ξεκίνησε η συνεργασία της εταιρείας του με τους Ενάγοντες - Δεν αποτάθηκε εκείνος στους Ενάγοντες για διευθέτηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων της εταιρείας, αλλά του τηλεφώνησε ο Μ.Ε.2 και του ζήτησε να «υπογράψει κάτι χαρτιά» γιατί είχε πρόβλημα με τα αφεντικά του στην Τράπεζα και ο ίδιος του αρνήθηκε, γιατί ήταν ένας μικρός μέτοχος με μετοχές 25%, και γραμματέας που δεν διαχειριζόταν την εταιρεία. Μετά από νέα επικοινωνία, πείστηκε, νομίζοντας ότι δεν αναλαμβάνει υποχρεώσεις, αναμένοντας ποσό €80,000 από ασφαλιστική κάλυψη. Ο ίδιος δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από όσα υπέγραψε. - Την πρώτη φορά που επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Ε.2 του ζήτησε να προσέλθει στο γραφείο του, για να του δοθεί ένα δάνειο για εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας, αλλά εκείνος αρνήθηκε γιατί δεν διαχειριζόταν τα της εταιρείας και τη δεύτερη φορά τον διαβεβαίωσε ο Μ.Ε.2 ότι δεν θα υπάρχει καμία συνέπεια για τον Εναγόμενο 1, γιατί ο Εναγόμενος 2 ήταν πελάτης τους. Πείστηκε και μετά από λίγες μέρες, δεν θυμάται πότε ακριβώς, προσήλθε στο γραφείο του Μ.Ε.2 και του υπέγραψε εν λευκώ. Ο ίδιος δεν έλαβε ένα σεντ από το δάνειο. Δεν διάβασε οτιδήποτε από αυτά που έγραφε γιατί τον έπεισε ο Μ.Ε.2, διαβεβαιώνοντάς τον, ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν καλός πελάτης της Τράπεζας και ότι είχε οικονομική ευχέρεια (ώστε να αποπληρώσει το δάνειο). Η όλη διαδικασία διήρκεσε μόνο 5 λεπτά και ο Μ.Ε.2 δεν του πρότεινε να διαβάσει τι υπέγραφε. Δεν είχε καμία σχέση με το Μ.Ε.2, δεν τον γνωρίζει προσωπικά και δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις μαζί του. Δεν θυμάται για την ανάληψη των € 600 ακριβώς, αλλά υπέγραψε έντυπο για να πληρωθεί κάποιος. - Δεν ήταν η πρώτη φορά που υπέγραψε συμφωνία δανείου. Είχε συνάψει και παλαιότερα, μαζί με τη σύζυγό του που δεν ζει πιά, είχαν συμβουλευτεί δικηγόρο. - Διαμένει τώρα στη διεύθυνση XXXXXX 31 - To 2010, όταν και υπέγραψε τη συμφωνία δανείου διέμενε στην οδό XXXXX 74Β,στην Αγία Νάπα. - Κανένας δεν τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να ειδοποιεί για αλλαγή διεύθυνσής του και σε σχέση με τις επιστολές Τεκμήρια 6 και 7, δεν θυμάται αν τις έλαβε γιατί ήταν η περίοδος που πέθανε η γυναίκα του. - Αναγνώρισε τα προσωπικά στοιχεία του στο Τεκμήριο 15 Μαρτυρία Εναγομένου 2 Ο Εναγόµενος 2, αναφέρει τα ακόλουθα σε Δήλωση που υιοθέτησε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του: -Ποτέ δεν έλαβε το Τεκμήριο 8 ή άλλη επιστολή ή έγγραφο παρά το ότι οι Ενάγοντες γνωρίζουν που διαμένει διαμένει και τους προσκομίστηκαν αντίγραφα των λογαριασμών του. Από ό,τι τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τους όρους και προϋποθέσεις που τάσσει ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος 197(Ι)/
- Η διεύθυνση που διέμενε και διαμένει είναι η XXXXX 7, XXXXX, Αγία Νάπα. - Ο Εναγόμενος 1 έχει πολύ μεγαλύτερη περιουσία από το ποσό που ζητούν οι Ενάγοντες καθώς και φερεγγυότητα και είναι πολύ ικανός να πληρώνει τα χρέη του. Κατέθεσε δε τα ακόλουθα Τεκμήρια: Τεκμήριο 18 : Κατάσταση λογαριασμός ρεύματος του Εναγομένου 2 για υποστατικό στην οδό XXXXX 7, XXXXX, Αγία Νάπα. Τεκμήριο 19: Λογαριασμός υδατοπρομήθειας στον οποίο φαίνεται ως διεύθυνση του Εναγομένου 2 η XXXXX
- Τεκμήριο 20: Λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος ημερομηνίας 12/2/16 σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Τεκμήριο 21: Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, με το οποίο φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης δύο ακινήτων μεγάλης χρηματικής αξίας στην Αγία Νάπα. Τεκμήριο 22: Πιστοποιητικό έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας όπου φαίνονται αποξενωθέντα κτήματα επ΄ ονόματι του Εναγομένου 1 προς άλλα πρόσωπα μεταξύ των ημερομηνιών 1/1/09 έως 31/5/
- Αντεξεταζόμενος ανάφερε κυρίως τα ακόλουθα: - η Αγία Νάπα είναι μεγάλο τουριστικό μέρος, αλλά οι ντόπιοι κάτοικοι είναι γύρω στις
- Η οδός XXXXX είναι 10-12 σπίτια και ήταν όλοι γνωστοί του, ανάμεσα σε αυτούς και όσοι διέμεναν στην οδό XXXXX 4Β. - Πρώτη φορά στο Δικαστήριο είδε τις επιστολές Τεκμήρια 6 και
- - Δέχτηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 5 (συμφωνία εγγύησης), αλλά αμφισβήτησε ότι έδωσε τη διεύθυνση XXXXX 4Β στους Ενάγοντες, αλλά δεν το πρόσεξε. - Έλαβε τα στοιχεία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 1, μετά την υπογραφή της εγγύησης. - Δεν δέχθηκε ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 6 και
- Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αρχές που διέπουν γενικά την αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Η συνάδελφος Δικαστής κα Στέφη Βασιλείου-Λουκίδου, Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Μαρίνος Κυναιγήρου ν. Μιράντα Σιδερά, Αρ. Αγωγής: 525/2007, 29/3/2013 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας, τα οποία και υιοθετώ: « Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454).» Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες στο εδώλιο και να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους από τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα ή μη των απαντήσεών τους και τη συνοχή του περιεχομένου της. Αξιολόγησα τη μαρτυρία, πάντα σε σχέση με τα έγγραφα που κατέθεσαν οι μάρτυρες και πάντα υπό το φως της λογικής. Η Μ.Ε. 1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση παρά το ότι δεν είχε άμεση γνώση για τα γεγονότα, αλλά βασίστηκε σε έγγραφα που είχε στην κατοχή της ως εκ των καθηκόντων της στην υπηρεσία των Εναγόντων. Τα κύρια γεγονότα τα οποία ανέφερε υποστηρίζονται από τα Τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Υπήρξαν κάποιες αντιφάσεις ή ελλείψεις στη μαρτυρία της, οι οποίες έχουν περισσότερο να κάνουν με τον ζήλο της να υπερασπιστεί τις θέσεις και τα συμφέροντα των εργοδοτών της, αλλά δεν τις θεωρώ σημαντικές. Δέχομαι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ως αληθές, ιδωμένο και συναξιολογούμενο σε συνάρτηση με τα έγγραφα που κατέθεσε που μιλούν από μόνα τους, καθώς και τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και θεωρώ τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και αληθή. Ο Μ.Ε. 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν αρκετά άμεσος στις απαντήσεις του, έδειξε ότι είχε προσωπική γνώση των γεγονότων, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του υποστηριζόταν από έγγραφα τα οποία κατάθεσε και στα οποία αναφέρθηκε. Ο Εναγόμενος 1 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και δεν μπορώ να θεωρήσω τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Εξηγώ. Ήταν πασίδηλο ότι με διάφορες προφάσεις του προσπαθούσε να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, από συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι ένα πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει καθήκοντα αξιωματούχου σε μία εταιρεία και δηλώνεται ως επιχειρηματίας (businessman) δεν μπορεί να αντιληφθεί ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνει. Ούτε ήταν πειστικές οι εξηγήσεις του ότι ξεγελάστηκε, ότι δεν ήξερε τι υπέγραφε και ότι δεν είχε καμία σχέση με μία εταιρεία της οποίας ήταν γραμματέας και μέτοχος κατά 25%. Επίσης, ενδεικτικό της εμφανούς του επιμονής να αποφύγει τις ευθύνες του ήταν το ότι μαρτυρώντας, έφθασε μέχρι και να αμφισβητήσει την παραλαβή των Τεκμηρίων 6 και 7 (θέση που αναίρεσε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του για να ισχυριστεί ότι δεν θυμάται αν παρέλαβε τις επιστολές γιατί εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πένθος λόγω του ότι είχε αποβιώσει η σύζυγός του) ενώ δεν τέθηκε οτιδήποτε προς τους μάρτυρες της πλευράς των Εναγόντων περί μη παραλαβής από εκείνον των εν λόγω επιστολών (όσον αφορά τις συνέπειες του να μην τίθενται ενώπιον της πλευράς που δίδει μαρτυρία οι ισχυρισμοί που θα προβάλει η άλλη πλευρά, έχει διαμορφωθεί η αρχή ότι το Δικαστήριο βλ. Adidas Sportschufabriken Adi Dassler KG., v. The Jonitexo Limited
(1987)1 C.L.R. 383 και Ευσταθίου Δημήτρης ν. Alpha Bank Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682). Ο Εναγόμενος 2 δεν με έπεισε ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 6 και
- Ήταν ο ίδιος που υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης δίπλα από συγκεκριμένη διεύθυνση (βλ. Τεκμήριο 5). Και σε λάθος να οφειλόταν αυτό, όφειλε να το παρατηρούσε και να ενημέρωνε σχετικά τους Ενάγοντες. Εφόσον δε η διεύθυνση στην οποίαν αποστέλλονταν οι επιστολές Τεκμήρια 6 και 8 ήταν παραπλήσια σε αυτήν που δήλωσε ως δική του κατά την ακρόαση κι εφόσον αυτές οι επιστολές δεν επιστράφηκαν στους Ενάγοντες, θεωρώ ότι τις παρέλαβε. Ούτε δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι έλαβε τα έγγραφα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 17 (ανάμεσα στα οποία και το Τεκμήριο 14) μετά την υπογραφή των συμφωνιών, αφού το Τεκμήριο 14 ειδικά αναφέρεται σε πρόθεση υπογραφής. Αν διαφωνούσε με το περιεχόμενό του, έπρεπε κάπως να το αμφισβητούσε και ουδέποτε το έπραξε πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Ακόμη και δικογραφικά δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ως θα αναμενόταν. Θα λάβω όμως υπόψη το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο θα αποδεχθώ ως αληθές, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 1, εφόσον μάλιστα αυτό συνάγεται και από σχετικά έγγραφα που κατέθεσε (Τεκμήριο 21 και 22). Δ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα γεγονότα που γίνονται παραδεκτά στη δικογραφία και με βάση την αξιολόγηση όλου του μαρτυρικού υλικού, δηλαδή της προφορικής μαρτυρίας που δόθηκε και κρίθηκε ως αξιόπιστη και των Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με την απαίτηση, παραθέτοντας παράλληλα σχετικές νομικές αρχές και σχολιάζοντας κι επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών. Ιδιότητα των μερών και συμφωνίες για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, δανείου και εγγύησης Βρίσκω ότι οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες και κατήρτισαν συμφωνία δανείου στις 7/04/2009 με τον Εναγόμενο 1 (πρωτοφειλέτη) (βλ. Τεκμήριο 4) για ποσό €44,500, πληρωτέο σε δόσεις των €520 με επιτόκιο 7,25% και με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται δύο φορές ετησίως (30/6 και 31/12). Το πως ακριβώς διατέθηκε το εν λόγω ποσό, δεν έχει σημασία, εφόσον πρέπει βάσει των προνοιών της συμφωνίας δανείου να αποπληρωθεί. Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 αιτήθηκε το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος λειτούργησε με επιτόκιο 9,5% επί οφειλόμενου υπολοίπου (ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και ως γίνεται αποδεκτό από τον Εναγόμενο 1 και τον Εναγόμενο 2 στην Υπεράσπισή τους που δέχονται τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών) με τον τόκο επίσης να κεφαλαιοποιείται στις 30/06 και 31/12 έκαστου έτους. Ο Εναγόμενος 2 βάσει συμφωνίας εγγύησης (βλ. Τεκμ. 5) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
- Παράλειψη καταβολής δόσεων με βάση τη συμφωνία δανείου και τερματισμός της συμφωνίας Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με την καταβολή των συμφωνηθείσων δόσεων και οι Ενάγοντες απέστειλαν σε αυτόν τις επιστολές Τεκμήριο 6 (ημερομηνίας 14/7/2010) -προειδοποιητική επιστολή-, με κοινοποίηση στον Εναγόμενο 2 και Τεκμήριο 7 (ημερομηνίας 27/9/2010) -επιστολή τερματισμού- καθώς και αντίστοιχη ίδιας ημερομηνίας επιστολή τερματισμού στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 8). Οι επιστολές αποστάληκαν στους Εναγόμενους στις διευθύνσεις που είναι καταγεγραμμένες στις συμφωνίες δανείου και εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5) ημερομηνίας 7/4/
- Οπότε θεωρώ ότι ο τερματισμός έγινε κανονικά, οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν δεόντως και ο τερματισμός αλλά και η ενημέρωση γι' αυτόν έγιναν στα πλαίσια των όρων των συμφωνιών δανείου και εγγύησης. Υπόλοιπο Λογαριασμού Δέχομαι με βάση την Κατάσταση Λογαριασμού, Τεκμήριο 9 , αλλά δέχομαι και με βάση το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 7, ότι το υπόλοιπο ήταν σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό €102,09 στις 31/8/2010 πλέον τόκους επί του ποσού από τις 27/9/2010 (οι οποίοι εφόσον ζητούνται από τις 27/09/2010 θα αποδοθούν από εκείνη την ημερομηνία, αντί από οποιαδήποτε προγενέστερη), πλέον ποσό €41.057.12 ( δηλαδή τα ποσά €33,877.52 πλέον €7,179.60 στις σχετικές σελίδες του Τεκμηρίου 9) πλέον τόκους επί των εν λόγω ποσών από τις 27/9/2010 (οι οποίοι εφόσον ζητούνται από τις 27/09/2010 θα αποδοθούν από εκείνη την ημερομηνία, αντί από οποιαδήποτε προγενέστερη). Ικανοποιούμαι επίσης ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 9 που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο αποτελούν αντίγραφο καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων, το οποίο δεν έτυχε ιδιαίτερης αμφισβήτησης. Ο τερματισμός της σύμβασης δανείου έλαβε χώρα όπως αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 7 από τις 27/9/2010, μεταξύ άλλων, μετά από παράλειψη του Εναγομένου 1 να αποπληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις του (τις οποίες σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερ. 7/4/2009, θα κατέβαλλε μηνιαίως από τις 31/5/2009). Εφόσον παραβίασε ο Εναγόμενος 1 τον όρο 2 της σύμβασης δανείου, είχαν το δικαίωμα οι Ενάγοντες να προβούν στον τερματισμό της. Όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό και σε εκείνη την σύμβαση παραβιάστηκε όρος και συγκεκριμένα ο όρος 11 στο μέρος 7 που προβλέπει για άμεση αποπληρωμή των υπολοίπων του λογαριασμού κάτι το οποίο δεν έλαβε χώρα μετά που ζητήθηκε με το Τεκμήριο 6, οπότε ο τερματισμός κι εκείνης της συμφωνίας έγινε νόμιμα. Με βάση τα πιο πάνω, βρίσκω ότι τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 9 (ως αυτή ίσχυε και αποκρυσταλλώνεται στις 31/8/2010) ήταν ορθά. Υιοθετώ τα αναφερθέντα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009 ημερομηνίας 17.10.2014 και συγκεκριμένα τα εξής: « Με τα στοιχεία που τέθηκαν από την ΜΕ1, η αποδοχή από το Δικαστήριο του Τεκμηρίου 21 ως αντιγράφου τραπεζικού βιβλίου και η διαπίστωσή του ότι «τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της ενάγουσας και θα αποδεικνύει τούτη εκτός στην έκταση που ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων» είναι ορθή. Αυτό προκύπτει ευθέως από το άρθρο 22 του Κεφ.
- Το Τεκμήριο 21 καλύπτεται επίσης από το Bankers´ BooksEvidenceAct 1879, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο, με βάση το άρθρο 3 του Κεφ.
- (Attorney General of the Republic v. Theocharides and others
(1973)2 CLR 75, Williams & Clyn´s Bank v. Ship Maria
(1992)1A ΑΑΔ 309 καιΣιάτης v. ΕθνικήςΤράπεζαςτηςΕλλάδος
(2000)1ΓΑΑΔ 1598). Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου. Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.» Γενικά Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλης Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829, λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Κρίνω ότι με βάση τους παραδεκτούς ισχυρισμούς των Εναγόντων και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου κι έχει κριθεί ως αξιόπιστη, ότι έχουν αποδειχθεί οι κύριοι ισχυρισμοί της Έκθεσης Απαίτησης: η ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου, ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού ο οποίος έγινε λόγω μη εκπλήρωσης όρων των συμφωνιών Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 4, η αποστολή και λήψη προειδοποιητικής επιστολής (Τεκμήριο 6) επιστολής τερματισμού στους 2 Εναγόμενους (Τεκμήριο 7 και 8) και το ύψος του πιστωτικού υπολοίπου -που είναι αυτό που προσδιορίζεται στο Τεκμήριο 9-. Έχουν δηλαδή αποδειχθεί οι κύριοι ισχυρισμοί γεγονότων στην Έκθεση Απαίτησης. Τόκος Διαιρέτης 360 ημερών Πριν αναφερθώ στο επιτόκιο που θα υπολογιστεί επί του οφειλόμενου ποσού βάσει της παρούσας απόφασης, σε σχέση με τον όρο της συμφωνίας δανείου που προβλέπει χρήση διαιρέτη 360 ημερών, κάτι στο οποίο επιμένει ο Εναγόμενος 1 ότι συνιστά παρανομία, θα παραπέμψω σε πρωτόδικη απόφαση του κ. Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Sun Dance Oceans Ltd κ.α. , Αρ. Αγωγής 398/2011, (απόφαση ημερομηνίας 18/12/2015), όπου και ανέφερε τα ακόλουθα: « Ο πελάτης τράπεζας που συμβάλλεται με την τράπεζα και συμφωνεί να χρεώνεται τόκο με επιτόκιο Χ % που να υπολογίζεται με τη χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών, έχει ουσιαστικά συμφωνήσει ότι θα χρεώνεται με επιτόκιο κάτι περισσότερο από το Χ %. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού όπως προνοείται στους όρους 4 και 2 των αντίστοιχων συμφωνιών, δεν οδηγούσε σε παράνομες χρεώσεις τόκων." Εδώ οφείλω να επισημάνω, ότι στην υπόθεση Βογαζιάνος[2], στην οποίαν και με παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 1 στη Γραπτή Αγόρευση, δεν καθιερώθηκε κάποια γενική αρχή περί παρανομίας του διαιρέτη των 360 ημερών, αντί 365, αλλά η αναφορά σε διαιρέτη σχετιζόταν με την κατά το χρόνο εκείνου του δανείου[3] , με τον περί Τόκου Νόμο του 1977, (Ν. 2/77), το οποίο προέβλεπε οροφή του επιτοκίου σε 9% ετησίως (σε αντίθεση από το 1999 μέχρι σήμερα όπου το επιτόκιο τελεί υπό ελευθεροποίηση βάσει του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(I)/1999). Εφόσον ο διαιρέτης των 360 ημερών είναι μέρος της συμφωνίας Τεκμηριο 4, δεν θεωρώ ότι υπάρχει λόγος επέμβασής μου στην εν λόγω συμφωνία των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 1. Διεκδικούμενοι τόκοι υπερημερίας Οι Ενάγοντες -όπως πιο κάτω θα αναλυθεί-, έχουν προβεί σε χρεώσεις τόκων υπερημερίας στους Εναγόμενους, και επιμένουν στη διεκδίκησή τους στα πλαίσια της αγωγής. Το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(Ι)/1999) είχε ως εξής (μέχρι το 2014 όταν και τέθηκε σε ισχύ ο Τροποποιητικός του εν λόγω Νόμου, Νόμος 141(Ι)/2014): «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Μετά και τον Τροποποιητικό Νόμο 41(Ι)/2014, διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, μεταξύ άλλων, για την κατηγορία του βασικού επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο· (ε) να παρουσιάζουν με διαφάνεια στην ιστοσελίδα τους τη μέθοδο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και σε περίπτωση διαφορετικών κατηγοριών βασικών επιτοκίων τη μέθοδο υπολογισμού της κάθε κατηγορίας βασικού επιτοκίου, καθώς και τις συνθήκες και παραμέτρους που συμβάλλουν στη μεταβολή των βασικών επιτοκίων· και (στ) να δηλώνουν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, για τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και για τις συνθήκες παύσης χρέωσης του: Νοείται ότι δεν είναι επιτρεπτή επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων: Νοείται περαιτέρω ότι από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 και καθόσον αφορά όλες τις εν ισχύι κατά την ημερομηνία αυτή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες από το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου, αναφορικά με συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, ο όρος στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης για τη χρέωση τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων από το συμφωνηθέν επιτόκιο, καθίσταται άκυρος και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Μετά δε και το Νόμο 66(Ι)/2015, το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, διαμορφώθηκε ως εξής κι έτσι έχει σήμερα: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, μεταξύ άλλων, για την κατηγορία του βασικού επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο ή αλλαγή στο χρόνο καταβολής του τόκου ή γενικά για οποιαδήποτε αλλαγή αφορά το βασικό επιτόκιο, καθώς και αλλαγή της δόσης του δανείου όταν αυτή μεταβάλλεται· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο· (ε) να παρουσιάζουν με διαφάνεια στην ιστοσελίδα τους τη μέθοδο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και σε περίπτωση διαφορετικών κατηγοριών βασικών επιτοκίων τη μέθοδο υπολογισμού της κάθε κατηγορίας βασικού επιτοκίου, καθώς και τις συνθήκες και παραμέτρους που συμβάλλουν στη μεταβολή των βασικών επιτοκίων· και (στ) να δηλώνουν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, για τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και για τις συνθήκες παύσης χρέωσης του. (1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.». Όσον αφορά τον τρόπο απόδειξης της ζημίας σε συνάρτηση με διεκδίκηση τόκου υπερημερίας, στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 2250/2014 SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. Γερόλεμος Καπετάνιου, , (ημερ. απόφασης 13/1/2015) η συνάδελφος Δικαστής Γ.Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα, εξετάζοντας ζήτημα τόκων υπερημερίας που ζητούνταν από τους Ενάγοντες σε εκείνη την υπόθεση, στα πλαίσια Απόδειξης της υπόθεσής τους μετά από αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων. Το σκεπτικό της είναι πολύ επιβοηθητικό για το πως πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη της ζημίας του τραπεζικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τόκο υπερημερίας και το παραθέτω αυτούσιο: «Προσεγγίζοντας το καθήκον της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, έχω κατά νου ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα - και αφού δεν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη αξιοπιστία του μάρτυρα - τότε αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο η μαρτυρία είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση των Εναγόντων στο αναγκαίο επίπεδο[1]. Ενόψει του ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες παραμένει αναντίλεκτη, δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς, το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν καταφέρει να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του Εναγόμενου εξαρτάται από το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας και των δικογραφημένων θέσεών τους. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με την σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.9.2007. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι αυτή τερματίστηκε δεόντως από τους Ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 4.12.2009. Αναφορικά με το αξιούμενο επιτόκιο ύψους 11% επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η συμφωνία δανείου, προνοούσε ότι το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το «βασικό επιτόκιο της Τράπεζας που επικρατεί από καιρό εις καιρό πλέον προσαύξηση 3,00% ανά έτος.» (παράγραφος ΙΙΙ
(1)της συμφωνίας δανείου). Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ήταν 4,5% ανά έτος και το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 7,50% ανά έτος. (β) Με την αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν επιτόκιο προς 11% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Σημειώνω ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται κατά πόσο η αύξηση του επιτοκίου από το συμβατικό επίπεδο στο 11% αφορά χρέωση πρόσθετου τόκου επί υπερημερίας ή αν αφορά αύξηση του επιτοκίου δυνάμει σχετικής δυνατότητας ή δικαιώματος που προνοείται στη σύμβαση. (γ)Εάν η αύξηση αυτή αφορά χρέωση αυξημένου τόκου ένεκα υπερημερίας του Εναγόμενου, τότε αυτό θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί συγκεκριμένα. Ο τόκος υπερημερίας (default interest) αποσκοπεί στο να αποζημιώσει το αθώο μέρος της σύμβασης σε περίπτωση παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο, για την πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί ο πρώτος ένεκα της υπερημερίας του δεύτερου[2]. Ως ειδική ζημιά, πρέπει επομένως να δικογραφείται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα[3]. Εάν δε διαφανεί ότι η καταβολή αυξημένου τόκου επί υπερημερίας δεν συνιστά γνήσιο υπολογισμό που να αποσκοπεί στην παροχή εύλογης αποζημίωσης για ζημιά την οποία έχει υποστεί το αθώο μέρος, τότε αυτό θα καθιστούσε την χρέωση αυξημένου τόκου επί υπερημερίας, όρο τιμωρητικό ή ποινική ρήτρα και, κατά συνέπεια, ανεφάρμοστο[4]. (δ)Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το αξιούμενο με την αγωγή επιτόκιο του 11% επί του υπολοίπου του δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρέωση τόκου υπερημερίας αφού κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται. Ακόμα όμως και αν η χρέωση τόκου υπερημερίας ήταν δεόντως δικογραφημένη, οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 18.12.2014 αποσπάσματα της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ειδική ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες ένεκα της υπερημερίας του Εναγόμενου. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση είναι γενικές, χωρίς καμία συγκεκριμένη και ειδική επεξήγηση της «ζημιάς που υπόκειται η Τράπεζα από τη μη εξυπηρέτηση» του συγκεκριμένου επίδικου δανείου. Ούτε και συγκεκριμενοποιείται ο «μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της τράπεζας που αντί να εργάζονται και να αφιερώνουν τον χρόνο τους σε παραγωγικές εργασίες. αναγκάζονται να επικοινωνούν τηλεφωνικά με πελάτες, να αποστέλλουν πληθώρα επιστολών και να παρακολουθούν σε πολύ τακτική βάση» το συγκεκριμένο μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Να σημειώσω ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν αποστείλει στον Εναγόμενο, δύο επιστολές σε σχέση με το επίδικο δάνειο και πιστωτική κάρτα (ημερομηνίας 30.10.2009 και 4.12.2009 αντίστοιχα) ενώ δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο που αναλώθηκε από υπαλλήλους των Εναγόντων σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Εναγόμενο ή για την παρακολούθηση των λογαριασμών της συμφωνίας δανείου του ή της πιστωτικής του κάρτας. Δεν παρέχεται επίσης καμία μαρτυρία αναφορικά με το πως το συγκεκριμένο δάνειο επηρέασε κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των Εναγόντων. Συνεπώς, παρά το ότι η μαρτυρία είναι αναντίλεκτη, στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι αυτή δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό γιατί απαιτείται επιτόκιο 11% επί του υπολοίπου του δανείου, για απόδοση εύλογης αποζημίωσης[5] για ειδική ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από την παράβαση του Εναγόμενου. [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, Barry White v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστής της περιουσίας του Κωστάκη Δαβίδ Μαυρονικόλα
(2009)1 Β Α.Α.Δ.1138 [2] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996]3 All E.R.156 [3] John Brenan v Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, Πολιτική έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.2014, Μεταξάς ν Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν Σταυρού
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 [4] Άρθρο 74
(1)περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) [5] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω)» Στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με αρ. 1480/2013 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Fiordaliso Trading Ltd (ημερομηνία απόφασης: 28/08/2015), ο κ. Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ., ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία θεωρώ πολύ επιβοηθητικά: « Αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας η Δημητρίου ανάφερε ότι: «Κατά το χρόνο που τερματίζεται το δάνειο καθορίζεται από το τμήμα treasury και κάποια άλλα τμήματα της Τράπεζας το κόστος για το ότι το δάνειο καθίσταται ληξιπρόθεσμο. Υπήρχε κόστος ρευστότητας, υπήρχε κόστος για δάνειο που είναι ληξιπρόθεσμο, κόστος δανεισμού της Τράπεζας για να εξεύρει αυτή τη ρευστότητα την οποία έπρεπε να είχε πληρωθεί από τους πελάτες και δεν πληρώθηκε. Καθορίζεται από το credit policy της Τράπεζας ». Ανέπτυξε δηλαδή τη θεωρία του πράγματος χωρίς να δώσει μαρτυρία για το πώς η Τράπεζα κατέληξε στο 3% και όχι σε κάποιο άλλο ποσοστό μικρότερο ή μεγαλύτερο. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιουπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η σύμβαση εξέπνευσε την 30.8.2011 ή και τερματίστηκε την 30.11.2012 (άρθρο 2Β). Ισχύει το εδάφιο (1β). Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 3% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί επομένως η Τράπεζα δεν δικαιούται σε οιονδήποτε τόκο υπερημερίας.» Πολύ σημαντικό επίσης, για να αποφανθώ επί των ζητημάτων που πρέπει να εξετάσω στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, είναι να ερμηνεύσω το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης Επιτοκίου και Συναφών Ζητημάτων Νόμου, ως ισχύει σήμερα, σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας. Οι αρχές ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων, θέτουν ως κυρίαρχη μέθοδο ερμηνείας τη γραμματική ερμηνεία, δηλαδή, οριζόμενο με απλούς και εύκολα κατανοητούς όρους, το νόημα μίας διάταξης ως αυτό εξάγεται από τη λεκτική της διατύπωση. Στην υπόθεση Θωμά Θάσος ν. Δημοκρατίας,
(1994)4 Α.Α.Δ. 1278, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η ερμηνευτική προσπάθεια έχει σαν αφετηρία και προϋπόθεση την ύπαρξη διάταξης της οποίας η έννοια παρουσιάζεται ασαφής και αμφίβολη. Όταν όμως το κείμενο είναι σαφές κυριαρχεί η αρχή που στην αγγλική νομική ορολογία ονομάζεται "the plain meaning rule". Το δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με τα ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφώτερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμη πιο επιθυμητή από αυτή που προβλέπει η διάταξη. Τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε επέμβαση στα έργα άλλων εξουσιών. Στον Μaxwell, ανωτέρω, στη σελ.29, το θέμα τίθεται ως εξής: "Where the language is plain and admits of but one meaning, the task of interpretation can hardly be said to arise. 'The decision in this case,' said Lord Morris of Borth-yGest in a revenue case, 'calls for a full and fair application of particular statutory language to particular facts as found. The desirability or the undesirability of one conclusion as compared with another cannot furnish a guide in reaching a decision.' Where, by the use of clear and unequivocal language capable of only one meaning, anything is enacted by the legislature, it must be enforced however harsh or absurd or contrary to common sense the result may be. The interpretation of a statute is not to be collected from any notions which may be entertained by the court as to what is just and expedient: words are not to be construed, contrary to their meaning, as embracing or excluding cases merely because no good reason appears why they should not be embraced or excluded." Την αληθινή φύση της επιφύλαξης και την ερμηνευτική μέθοδο ανεύρεσης του νοήματος της εκθέτει ο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμ. 36, παράγραφος 604, σελ. 399 και 400: "A proviso prima facie excepts out of a previous enacting part of a statute something which but for the proviso would have been within the enacting part ........ a statute must, so far as possible, be construed as a whole in such a way as to give effect to all its parts, and it is doubtful whether there is now much substance in this distinction." Ακόμη τη βούληση του νομοθέτη πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στα όρια που διαγράφει η λεκτική- γραμματική διατύπωση του νόμου. Στην Westminster Bank Ltd. v. Zang [1966] A.C. 182 στη σελ. 222 ο Λόρδος Reid είπε: "But no principle of interpretation of statutes is more firmly settled than the rule that the Court must deduce the intention of Parliament from the words used in the Act. If those words are in any way ambiguous - if they are reasonably capable of more than one meaning or if the provision in question is contradicted by or is incompatible with any other provision in the Act, then the Court may depart from the natural meaning of the words in question; but beyond that we cannot go." Η υπόθεση Σωτηριάδης ν. Βασιλείου (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1211 απηχεί την παραπάνω θέση: "Γνώμονα για την ερμηνεία επιφύλαξης, όπως και κάθε άλλης πρόνοιας του νόμου, αποτελεί το κείμενο της." Όπως αναφέρθηκε επίσης στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Έφεσης Kυπριανού Λοΐζος ν. Aρχής Tηλεπικοινωνιών Kύπρου (Αρ. 1),
(1998)3 Α.Α.Δ. 355: «Όμως, η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων, όπως και πρόσφατα υποδείξαμε στην Τροκκούδη v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 683 δεν καθιστά παραδεκτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. Όπως εξηγούμε στην Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86:- (σελ. 89) "Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας , ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη." (Οι ίδιες αρχές υιοθετούνται στη Synek Ltd v. Republic
(1987)3 C.L.R. 162. Βλ. επίσης, την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348.)» Ως έχει το άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου μετά και την τροποποίηση που έλαβε χώρα το 2015, δεν μπορεί να υπάρξει επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων , κάτι που ισχύει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και συναφών θεμάτων Τροποποιητικού Νόμου του
- Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να υπολογίζεται ή να χρεώνεται τέτοιος τόκος σε προηγούμενες ημερομηνίες. Αυτό το οποίο, επιτάσσει το εδάφιο (1β) του άρθρου 3 του Νόμου και το οποίο διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το τι ίσχυε μετά τη σχετική τροποποίηση του Νόμου το 2014 είναι ότι πλέον: Α) Η νομοθετική επιταγή για απόδειξη πραγματικής ζημίας του πιστωτικού ιδρύματος σε συνάρτηση με τον τόκο υπερημερίας εκτείνεται σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε πριν από την ημερομηνία ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου του
- Β) Η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία απαιτεί πλέον απόδειξη του ότι αντιπροσωπεύει ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας την πραγματική ζημία του πιστωτικού ιδρύματος, όχι μόνο για ποσοστό τόκου υπερημερίας που υπερβαίνει το 2%, αλλά για οποιοδήποτε επιβληθέντα τόκο υπερημερίας. Σε αυτό καταλήγω με χρήση της γραμματικής κυρίως ερμηνείας, αφού, μετά και την τροποποίηση του 2015, δεν γίνεται σαφής αναφορά για ανάγκη για απόδειξη μόνο για συγκεκριμένο ποσοστό τόκου υπερημερίας και άνω. Ακόμη και με την επικουρική της γραμματικής, τελολογική ερμηνεία ορώμενη η εν λόγω διάταξη, ως έχει σήμερα, φαίνεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να επεκταθεί η επιταγή για απόδειξη της πραγματικής ζημίας και για τόκο υπερημερίας κάτω του 2%, αφού πλέον έχει διαγραφεί η αναφορά σε αυξημένο τόκο πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων, σε δύο σημεία του άρθρου 3 που αφορούν την απόδειξη ζημίας όσο και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για καταβολή τόκου υπερημερίας που καταβλήθηκε αλλά δεν αποδεικνύεται ότι συναρτάται προς την πραγματική ζημία του ιδρύματος. Δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχει πρόβλεψη στη συμφωνία Τεκμήριο 4 για επιβολή τόκου υπερημερίας και μάλιστα προς πέραν του 2% (6,75%). Ούτε όμως από τη συμφωνία φαίνεται αυτός ο υπολογισμός να αποτελεί γνήσια αποτίμηση από τα μέρη της ζημίας που θα υποστούν οι Ενάγοντες, ούτε με οιαδήποτε μαρτυρία έδειξαν οι Ενάγοντες ότι ο αιτούμενος τόκος υπερημερίας προς 2% συνιστά γνήσιο υπολογισμό της ζημίας των Εναγόντων. Οπότε δεν θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται οιουδήποτε επιτοκίου πέραν των συμφωνηθέντων στις δύο συμφωνίες με τον Εναγόμενο 1 ημερομηνιών 30/03/2009 και 07/04/2009, δηλαδή 9,5% για τον τρεχούμενο λογαριασμό και 7,25% για τη συμφωνία δανείου. Υποχρέωση των Εναγομένων 1 και 2 για καταβολή της απαίτησης των Εναγόντων Εναγόμενος 1 Δεν έχω κανένα ιδιαίτερο ενδοιασμό να δεχθώ την ύπαρξη σχετικής συμβατικής υποχρέωσης του Εναγόμενου 1 για αποπληρωμή του δανείου, δυνάμει του Τεκμηρίου 4, συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 7/4/2009, η οποία κρίνω ότι τερματίστηκε νόμιμα από τους Ενάγοντες, λόγω του ότι δεν καταβάλλονταν οι μηνιαίες δόσεις που ανέλαβε να καταβάλλει ο Εναγόμενος
- Έχει επίσης γίνει παραδεκτή η σύναψη συμφωνίας 30/03/2009 για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού κι έχει αποδειχθεί ότι οφείλει βάσει αυτής ο Εναγόμενος 1, ποσό €102.09 . Τίποτε από όσα τέθηκαν ενώπιόν μου κατά την ακρόαση δεν μπορεί να απαλλάξει τον Εναγόμενο 1 από τις ευθύνες του. Ούτε μπορώ να δεχθώ ότι δεν έλαβε τις επιστολές που του αποστάλθηκαν και ιδιαίτερα την επιστολή τερματισμού Τεκμήριο 7, αλλά ούτε και ότι δεν δεσμεύεται από τα όσα υπέγραφε. Ούτε θεωρώ ως αξιόπιστη την εκδοχή του ότι του λέχθηκε ότι δεν θα έφερε καμία ευθύνη και αυτός βασίστηκε σε αυτή την υπόσχεση. Αυτό δεν συμβαδίζει λογικά με τη δική του αναφορά ότι ο ίδιος αρνείτο αρχικά να προχωρήσει στη σύναψη της συμφωνίας και ότι δεν είχε καμία ιδιαίτερη σχέση με τους Ενάγοντες. Η συναλλαγή δεν ήταν εικονική. Ως φαίνεται και στο Τεκμήριο 10, ημερομηνίας 16/4/2009, ποσό €44,200 διατέθηκε κατόπιν δικών του εντολών προς τους Ενάγοντες. Εναγόμενος 2 Όσον αφορά το κατά πόσο δεσμεύεται ο Εναγόμενος 2 από τη συμφωνία εγγύησης την οποίαν υπέγραψε (Τεκμήριο 5), πρέπει να παρατηρήσω ότι με την Αγόρευσή του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο 2, εγείρει σειρά ισχυρισμών, τους πλείστους από τους οποίους δεν έχει δικογραφήσει ή δικογραφήσει δεόντως, αλλά ούτε και ήγειρε κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Πέραν μίας γενικής παραγράφου ότι δεν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις των Εναγόντων για την προστασία των εγγυητών και συνεπεία αυτού δεσμεύεται από την εγγύηση, ο Εναγόμενος 2 δεν δικογραφεί οτιδήποτε περαιτέρω. Παραπέμπω σε αυτό το σημείο στα όσα λέχθηκαν στην Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών
(1991)1 ΑΑΔ 764, όπου συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Οι δυο επίδικοι ισχυρισμοί του Αερομεταφορέα τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση εξέτασε και αποφάσισε χωρίς να περιέχονται στα δικόγραφα, είναι στην ουσία τους ειδικές και/ή κατά νόμο υπερασπίσεις (special and/or statutory defences) οι οποίες, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους, προϋποθέτουν την εξέταση από το Δικαστήριο γεγονότων και την αξιολόγηση μαρτυρίας που πρέπει να προσαχθεί για την απόδειξη τους. Μπορεί επίσης να λεχθεί ότι η παράλειψη της περίληψης τους στην Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Αερομεταφορέας, αφ'ενός καταλαμβάνει τους αντιδίκους του εξ απήνης και, αφ'ετέρου, τους στερεί της ευκαιρίας να απαντήσουν εγείροντας δικούς τους ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να τις εξουδετερώσουν και προσάγοντας έγκαιρα την αναγκαία μαρτυρία αναφορικά με τη δική τους εκδοχή επί του προκειμένου. Μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι, εφόσο ο Αερομεταφορέας δε ζήτησε ποτέ την τροποποίηση της Υπεράσπισης του ώστε να περιλάβει τις επίδικες δυο ειδικές υπερασπίσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να τις εξετάσει και κακώς εξέδωσε την ετυμηγορία του αναφορικά με αυτές. Πιστεύουμε ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται πλήρως από το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στις σσ. 86 και 87 στο οποίο μας παράπεμψε ο κ. Πολυβίου: "Special grounds of defence. The defendant must in his defence specifically plead any matter, for example, performance, release, any relevant statute of limitation, fraud, or any fact showing illegality:
(1)which he alleges makes any claim of the plaintiff not maintainable; or
(2)which, if not specifically pleaded, might take the plaintiff by surprise; or
(3)which raises issues of fact not arising out of the statement of claim. In addition the defendant in an action for the recovery of land must plead specifically every ground of defence on which he relies, and a plea that he is in possession of the land by himself or his tenant is not sufficient. These requirements operate to compel the defendant, who intends to raise a special ground of defence or to raise an affirmative case to destroy any claim of the plaintiff, to plead specifically the matter he relies on for such purpose. The effect of the rule is for reasons of practice and justice and convenience, to require the defendant to tell his opponent what he is going to the court to prove. Thus, when a contract, promise, or agreement is alleged in the statement of claim, a bare denial by the defendant will be construed only as a denial in fact of the express contract, promise, or agreement alleged or of the matters of fact from which the same may be implied by law, and not as a denial of the legality or sufficiency in law of such contract, promise, or agreement. It is, therefore, often not enough for the defendant to deny an allegation in the statement of claim; he must go further and dispute its validity in law or set up some affirmative case of his own in answer to it. Accordingly, the defendant has the duty to state any special defence or any new fact on which he will rely at the trial, as otherwise a plaintiff may legitimately complain that he has been taken by surprise. These fresh facts must be pleaded in a summary form, and yet with sufficient particularity to enable the plaintiff to know what is the case which he will have to meet; the evidence by which they are to be proved need not, of course, be stated. Whether the action be founded on contract or on tort, all new facts or special defences must be expressly pleaded.". Ελλείψει ειδικής δικογράφησης, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 οδηγούνται σε απόρριψη. Και δέουσα δικογράφηση όμως να υπήρχε, οι εν λόγω ισχυρισμοί θα απορρίπτονταν. Εξετάζονται αμέσως πιο κάτω. Ισχυρισμοί για ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης Προβάλλονται ισχυρισμοί για ακυρότητα της συμφωνίας. Κάποιοι είναι εντελώς γενικοί και αόριστοι και δεν επεκτείνεται καν ο συλλογισμός του ευπαίδευτου συνήγορου πέραν μίας γενικής αναφοράς ότι παραβιάζονται συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις. Θα ασχοληθώ με κάθε επιχείρημα ξεχωριστά. Στη σελ. 12 της Αγόρευσής του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 2, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία εγγύησης παραβιάζει τη νομοθεσία, ώστε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη και παράνομη ( όπως το προβάλλει και στη σελ. 9 της Γραπτής του Αγόρευσης). Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2 ότι :
- ο όρος 1 επί της συμφωνίας εγγύησης Τεκμήριο 5 για παράταση χρόνου στον πρωτοφειλέτη, καταστρατηγεί το άρθρο 93 του Κεφαλαίου 149 που απαγορεύει το συμβιβασμό και την παράταση χρόνου εκπλήρωσης μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή[4]. Η εν λόγω απαγόρευση όμως δεν ισχύει όταν γίνεται με συναίνεση του εγγυητή, όπως δηλαδή στην παρούσα περίπτωση (αφού η υπογραφή του εγγυητή επί της συμφωνίας εγγύησης, σημαίνει και αποδοχή του περιεχομένου της)
- Ο όρος 5 της συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμήριο 5) ο οποίος προβλέπει ότι η Τράπεζα δικαιούται να διατηρεί προς όφελός της όλες τις εξασφαλίσεις σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη, χωρίς να υποχρεούται να τις λογίσει προς όφελος του εγγυητή) αντίκειται στο άρθρο 99 του Κεφαλαίου 149 το οποίο προβλέπει το δικαίωμα του εγγυητή να επωφεληθεί των υπέρ του πιστωτή ασφαλειών[5]. Θεωρώ όμως ότι η σύμβαση εγγύησης δεν καθίσταται άκυρη στην ολότητά της, αλλά μόνο ο συγκεκριμένος όρος δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στο βαθμό που πιθανόν να συγκρουόταν με το άρθρο 99 του Κεφ.149 . Σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε τέτοιο θέμα σύμφωνα με τα γεγονότα της αγωγής.
- Ο όρος 6 της συμφωνίας -με τον οποίο συμφωνεί ο εγγυητής ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς άλλη συγκατάθεση από εκείνον να μπορεί να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες- με άρθρα του Κεφ. 149 και συγκεκριμένα με τα άρθρα 91 (απαλλαγή εγγυητή με μεταβολή των όρων της σύμβασης χωρίς τη συναίνεσή του)[6]. Ούτε όμως αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί, εφόσον έχουμε συναίνεση μέσω της υπογραφής του. Επίσης ότι ο όρος αυτός βρίσκεται σε αντίθεση με τα άρθρα 93 του Νόμου (κάτι που επίσης δεν ισχύει εφόσον υπάρχει συγκατάθεση του εγγυητή μέσω της υπογραφής του εν λόγω εγγράφου) και με το άρθρο 99 του Νόμου (κάτι που για τους λόγους που αναφέρθηκαν και αμέσως πιο πάνω σε σχέση με τον όρο 5 της συμφωνίας εγγύησης Τεκμήριο 5, είναι άνευ ουσίας και σημασίας).
- Ο όρος 7 της συμφωνίας -που σχετίζεται με υποχρεώσεις προσώπων με βάση συναλλαγματικές ή γραμμάτια- συγκρούεται με το άρθρο 12 του Ν. 197(Ι)/2003 [7] (ενημέρωση εγγυητή από πιστωτή για την υπερημερία). Ο λόγος αυτός δεν αναπτύσσεται στοιχειωδώς, για να αντιληφθεί το Δικαστήριο ποιο είναι το επιχείρημα, ούτε το νόημά του μπορεί να συναχθεί αυτόματα.
- Ο όρος 9 της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 5) συγκρούεται με το άρθρο 13 του Ν. 197(Ι)/
- Ούτε ο λόγος αυτός δεν αναπτύσσεται στοιχειωδώς, για να αντιληφθεί το Δικαστήριο ποιο είναι το επιχείρημα, ούτε το νόημά του μπορεί να συναχθεί αυτόματα.
- Ο όρος 10 της συμφωνίας εγγύησης συγκρούεται με τα άρθρα 91,93 και 99 του Κεφ. 149 και με το άρθρο 12 του Ν. 197(Ι) /
- Ήδη ανέφερα ότι για τα άρθρα 91 και 93 του Κεφ. 149, δεν μπορούν να τυγχάνουν επίκλησης όταν υπάρχει συγκατάθεση του εγγυητή (που εδώ υπάρχει, αφού υπογράφεται η συμφωνία εγγύησης). Σε σχέση με το άρθρο 99 του Κεφ.149 όμως, δεν αναπτύσσεται στοιχειωδώς η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου του Εναγομένου
- Ο όρος 12 της συμφωνίας εγγύησης αντίκειται στο άρθρο 93 του Κεφ.
- Κι εδώ όμως υπάρχει γραπτή συναίνεση του εγγυητή ο οποίος και υπογράφει το έγγραφο με τους όρους εγγύησης.
- Ο όρος 14 της συμφωνίας αντίκειται στο άρθρο 99 του Κεφ.
- δεν αναπτύσσεται στοιχειωδώς η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου του Εναγομένου
- Ο όρος 18 της συμφωνίας αντίκειται στο άρθρο 12 του Ν. 197(Ι)/
- Δεν υπάρχει όμως η απαραίτητη εξειδίκευση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 2, για να μπορεί να εξεταστεί δεόντως, αυτός ο αόριστος ισχυρισμός.
- Ο όρος 19 της συμφωνίας που αναφέρεται σε παραίτηση του Εναγόμενου 2 από τα δικαιώματά του σαν εγγυητής αντίκειται στα άρθρα 91,93 και 99 του Κεφ. 149 και 5 και 12 του Ν. 197(Ι)/
- Κι εδώ παραλείπει ο ευπαίδευτος συνήγορος να προβεί στην απαραίτητη εξειδίκευση κι επιχειρηματολογία, παραθέτοντας, ως όφειλε, το νομικό συλλογισμό πίσω από την εισήγησή του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποδεχθούν την πρόταση του Εναγομένου, αφού δεν υπέγραψαν την επίδικη σύμβαση (όντως η σύμβαση εγγύησης φέρει μόνο υπογραφή του Εναγομένου). Το Τεκμήριο 5 όμως, αποτελεί, αποδοχή πρότασης των ίδιων των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο. Ήταν οι Ενάγοντες που πρότειναν στον Εναγόμενο 2 να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου
- Αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 όσο και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Δεν αντιλήφθηκα δε να ήταν αντίθετη η θέση του Εναγόμενου 2 στη μαρτυρία του. Άλλωστε, ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του δε, δέχεται τη σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (παράγραφος 1). Σε κάθε περίπτωση, εάν υπήρχε ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας πρότεινε και οι Εναγόμενοι δεν αποδέχτηκαν τη συμφωνία ή ότι δεν υπήρχε έγκυρη κοινοποίηση προς τον Εναγόμενο 2 για αποδοχή της πρότασής του, αυτό έπρεπε να δικογραφηθεί. Ισχυρισμός για παράβαση του άρθρου 12 του Ν.197(Ι)/2003 Προβάλλει επίσης ο Εναγόμενος 2το επιχείρημα ότι πρέπει να χωρέσει απαλλαγή του, λόγω παραβίασης της υποχρέωσης του δανειστή (Εναγόντων) βάσει του άρθρου 12 του Ν. 197/2003 να ενημερώσει δεόντως τον εγγυητή όπως προβλέπει ο Νόμος Kατά πρώτο λόγο ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι έστειλαν τα Τεκμήρια 6 και 8 στον Εναγόμενο 2 και σε κάθε περίπτωση αν τα απέστειλαν τα απέστειλαν σε λανθασμένη διεύθυνση. Ως περαιτέρω ισχυρίζεται η εν λόγω παράλειψη είναι ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του Εναγόμενου 2 κι έχει επέλθει βλάβη στην τελική ικανοποίηση του (με βάση το άρθρο 97 του Κεφ.149). Όσον αφορά την μη παραλαβή των επιστολών, Τεκμήρια 6 και 8 από τον Εναγόμενο 2 είναι δικογραφημένη αυτή η θέση του. Εχω ήδη προβεί σε εύρημα ότι οι ενάγοντες απέστειλαν τα Τεκμήρια 6 και 8, στον Εναγόμενο 2, στη διεύθυνση που ο ίδιος τους δήλωσε και υπέγραψε δίπλα από αυτή ως προσωπικό του στοιχείο και ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη εάν ο Εναγόμενος 2 δέχτηκε ως διεύθυνσή του, λανθασμένη διεύθυνση. Όσον αφορά την αποστολή των επιστολών μέσω ταχυδρομείου αναφέρθηκε σαφώς στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι επιστολές στάληκαν και δεν επιστράφηκαν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 12
(1)του Ν.197(Ι)/2003 και του άρθρου 97 του Κεφ. 149 ως πιο πάνω αναφέρεται, αφού ενημέρωσαν τον εγγυητή Εναγόμενο 2 πολύ μεταγενέστερα από τη συμπλήρωση τριών καθυστερημένων δόσεων και συγκεκριμένα μετά από οκτώ καθυστερημένες δόσεις του ταμείου. Δέχομαι όντως ότι έπρεπε να ενημερωθεί ο εγγυητής νωρίτερα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 12
(3)(α) του συγκεκριμένου νόμου, για να απαλλαγεί ο εγγυητής πρέπει να παραβλάπτεται συνεπεία αυτής της καθυστέρησης, η τελική ικανοποίηση του εγγυητή από τον οφειλέτη. Δεν προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο ούτως ώστε να μπορεί να ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2 απαλλαγή του και δεν θεωρώ το να πωλήθηκε ένα ακίνητο και να δωρίστηκαν ακίνητα του Εναγόμενου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο των καθυστερήσεων, ήταν κάτι το οποίο παρέβλαψε τα δικαιώματα του εγγυητή έναντι του οφειλέτη, εφόσον, σύμφωνα και με το Τεκμήριο 21, (και είναι η θέση του Εναγομένου 2, ο οποίος αιτείται αναστολής εκτέλεσης της απόφασης για το λόγο αυτό) ο Εναγόμενος 1 έχει αρκετή περιουσία ώστε να μπορεί να εξοφληθεί και υπερκαλυφθεί το χρέος προς τους ενάγοντες. Όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 12
(3)(β) του Ν.197(Ι)/2003 την οποία ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2 , ούτε ασκήθηκε πριν την αγωγή, αλλά ούτε συγκεκριμενοποιήθηκε στα πλαίσια της υπεράσπισης στην εν λόγω αγωγή ποιο δικαίωμα υπεράσπισης ή θεραπεία επικαλείται η πλευρά του Εναγόμενου
- Μη λήψη ειδοποίησης πληρωμής Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται επίσης (χωρίς πάντα να δικογραφεί ειδικά στην υπεράσπιση του τέτοιο ισχυρισμό) ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έλαβε ειδοποίηση από τους ενάγοντες για να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Επιμένει στη μη απόδειξη αποστολής των Τεκμηρίων 6 και 8 και σε αποστολή τους σε λανθασμένη διεύθυνση, κάτι το οποίο έχω αποφασίσει πιο πάνω ότι δεν ευσταθεί. Αναφέρει περαιτέρω ότι δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 8 το ποσό που κατέστη πληρωτέο από τον Εναγόμενο 1 στους Ενάγοντες και δεν ζητείται από τον Εναγόμενο
- Καταρχήν υπενθυμίζω ότι ο Εναγόμενος 2 δεν δικογραφεί ειδικά αυτόν τον ισχυρισμό στην υπεράσπιση του και συνεπώς εμποδίζεται να τον προβάλλει. Και επί της ουσίας, ακόμη και να θεωρείτο ότι αυτή ήταν παράλειψη που είχε κάποιο νομικό έρεισμα, ο ισχυρισμός αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος εφόσον με το Τεκμήριο 8 ζητείται σαφώς από τον Εναγόμενο 2 όπως προβεί «σε πλήρη και τέλεια εξόφληση της εγγύησης», η οποία και καθορίζεται σε €53,400 πλέον τόκους από 7.4.09.» Βεβαίως εσφαλμένα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται προς τον Εναγόμενο ότι ευθύνεται για το ποσό της εγγύησής του (€53.400). Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι εάν λανθασμένο είναι το ποσό που ζητούν, αυτό απαλλάσσει τον Εναγόμενο 2 από την ευθύνη του για άλλο χαμηλότερο ποσό. Πράξεις/παραλείψεις των Εναγόντων Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 ότι δικαιούται απαλλαγής από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής λόγω του ότι δεν έχουν τηρηθεί από τους ενάγοντες οι υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το άρθρο 5 του Ν.197/
- Ούτε αυτός ο ισχυρισμός δικογραφείται ειδικά. Κατά πρώτο λόγο εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2 ότι δεν ενημερώθηκε σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου, ότι θα λειτουργούσε και λογαριασμούς καθυστερημένων δόσεων, που θα χρεωνόταν με τόκο. Στην επιστολή, Τεκμήριο 14, όμως αναφέρεται ως τρόπος αποπληρωμής οι μηνιαίες δόσεις και δίπλα από αυτές το ποσό έκαστης δόσης, οπότε θεωρώ ότι έχει υπάρξει συμμόρφωση των εναγόντων με την υποχρέωση του για ενημέρωση του Εναγόμενου 2 για τον τρόπο αποπληρωμής. Περαιτέρω ισχυρίζεται ο Eναγόμενος 2 ότι δεν του παρασχέθηκε η απαιτούμενη ενημέρωση και πληροφόρηση πριν υπογράψει τη συμφωνία εγγύησης, αφού υπογράφει τη βεβαίωση παραλαβής πληροφοριών προς τους εγγυητές μετά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Από τη διατύπωση του Τεκμηρίου 17 φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 2 παρέλαβε αντίγραφο του εγγράφου πληροφοριών προς εγγυητή δανείου στις 7/4.
- Στο Τεκμήριο 14 όμως και από τη διατύπωση αυτού φαίνεται ότι το εν λόγω έγγραφο δόθηκε πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης («Αντιλαμβανόμαστε ότι προτίθεστε να υπογράψετε σύμβαση εγγύησης .»). Όντως, έγινε μία αναφορά από τον Εναγόμενο 2 κατά την αντεξέταση του Εναγομένου 2 από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων για ενημέρωση που του έγινε μεταγενέστερα, αλλά δεν θεωρώ ότι ως αυτό τέθηκε, ότι ήταν θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες και ούτε αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 τέθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της πλευράς των εναγόντων. Υπενθυμίζω βεβαίως, ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 δικογραφείται ειδικά. Συμπέρασμα σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 2 βάσει της εγγύησης Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τη συμφωνία δανείου, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 5, ημερομηνίας 7/4/
- Σε σχέση πάντα με τον παράλληλο τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου 1, έχει γίνει παραδεκτό από την Υπεράσπιση (παράγραφος 1 της Υπεράσπισής του) ότι έχει εγγυηθεί τις σχετικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 από αυτήν. Οπότε η σύμβαση εγγύησης, τον δεσμεύει σε σχέση με την πληρωμή των εν λόγω ποσών στα οποία είναι πρωτοφειλέτης ο Εναγόμενος
- Αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης απόφασης για τον Εναγόμενο 2 Ο Εναγόμενος 2, στη δικογραφία του, διά ζώσης στο Δικαστήριο και μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του, ζητεί όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, όσον αφορά τον ίδιο. Κατάθεσε σχετικά το Τεκμήριο 21, στο οποίο κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ με λεπτομέρεια. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 21, Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Επαρχιακού Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου) ημερ. 31/05/2016, μετά από αίτηση που υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου 2, ο Εναγόμενος 1 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 2 ακινήτων σημαντικής αξίας και συγκεκριμένα ενός χωραφιού (Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX 21/11/2008) με εκτιμημένη Αγοραστική Αξία στις 01/01/2013 €265.600 και ενός οικοπέδου (Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX 19/11/2009) με εκτιμημένη Αγοραστική Αξία στις 01/01/2013 €566.
- Πρόκειται δηλαδή για ακίνητη περιουσία αξίας πολύ μεγαλύτερης από το αντικείμενο της αγωγής. Το Τεκμήριο 22 δε, αφορά περιουσία που ο Εναγόμενος 2 αποξενώθηκε σε διάφορες περιόδους, μεταξύ άλλων και κατά το τέλος του 2009, μεταβιβάζοντας την σε διάφορα πρόσωπα δυνάμει δωρεάς ή πώλησης. Στον Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν. 197(I)/2003), αναφέρονται τα ακόλουθα: « 3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο ....... 9. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· .... 10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και των συνεγγυητών για την είσπραξη οφειλής αίτημα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του σχετική με το αίτημα μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την οφειλή που αποτελεί αντικείμενο σύμβασης εγγύησης αν ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει- (ί) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίί) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. ....... Νοείται ότι το γεγονός ότι τα οικονομικά στοιχεία ή η περιουσία δεν ήταν ή δεν είναι ικανοποιητική για την εκτέλεση της απόφασης και ότι ως εκ τούτου δέον να παύσει να ισχύει η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή δηλώνεται και διατάσσεται από το δικαστήριο σε αίτηση που υποβάλλεται γι' αυτό το σκοπό από τον πιστωτή ή τον πρωτοφειλέτη ή και από τους δύο.» Έχω ικανοποιηθεί, με βάση το Τεκμήριο 21 ότι ο Εναγόμενος 1 έχει αρκετή περιουσία για ικανοποίηση της οφειλής βάσει της παρούσας δικαστικής απόφασης. Τίποτε δεν τέθηκε από τον πιστωτή ή ακόμη τον ίδιο τον πρωτοφειλέτη περί του αντιθέτου. Η ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου 1 με την αγοραία αξία που προσδιορίζεται στο Τεκμήριο 21, είναι υπεραρκετή για να καλύψει τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες και να ανασταλεί γι΄αυτό το λόγο η εκτέλεση της απόφασης εναντίον του Εναγόμενου
- Συνεπώς είναι η υπό εξέταση περίπτωση κατάλληλη για να εγκριθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, το οποίο θα ισχύει μέχρι διαφορετικής διαταγής του Δικαστηρίου (ως προβλέπεται στο άρθρο 11 του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (197(I)/2003), εάν τυχόν υποβληθεί σχετική αίτηση). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €41,057.12, πλέον τόκο προς 7,25% από τις 27/9/2010 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση στις 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Επίσης εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για ποσό € 102.09, πλέον τόκο προς 9,50% από τις 27/9/2010 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση στις 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, η εκτέλεση της απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, αναστέλλεται μέχρι διαφορετικής διαταγής του Δικαστηρίου (δυνάμει του άρθρου 11 του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (197(I)/2003)). Υπογρ........... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Προφανώς από τυπογραφικό λάθος γράφηκε στη Γραπτή Δήλωση 07/04/2013 σε κάποιο σημείο [2] Πραξιτέλης Βογαζιάνος κ.α ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 281/2006, 18 Φεβρουαρίου 2011 [3] Δάνειο που συνήφθηκε με βάσει τον [4] «
- Σύμβαση μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη με την οποία ο πιστωτής προβαίνει σε συμβιβασμό με τον πρωτοφειλέτη, ή υπόσχεται να δώσει παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ή να μην εναγάγει τον πρωτοφειλέτη, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη, εκτός αν ο εγγυητής συγκατατίθεται στη σύναψη της σύμβασης αυτής.» [5] «99.-
(1)Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία ο πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, είτε ο εγγυητής γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας αυτής είτε όχι και αν ο πιστωτής χάσει ή, χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, αποξενωθεί από αυτή, ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ή του προηγούμενου άρθρου δεν επηρεάζουν τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.» [6] « 91. Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. [7]« 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο