← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ν. Ανδρέα Λαρτίδη κ.α., Αίτηση Αρ.: 15/17, 25/1/2018

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ν. Ανδρέα Λαρτίδη κ.α., Αίτηση Αρ.: 15/17, 25/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ Αίτηση Αρ.: 15/17 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ, από Λευκωσία Αιτήτριας -και-

  1. Γεώργιου Λαρτίδη,
  2. Νίκου Σεργίδη,
  3. Μιχάλη Χατζήνικολάου,
  4. Παναγιώτη Πάρπα,
  5. Δημοσθένη Στρούθου,
  6. Ανδρέα Λαρτίδη,
  7. Αγομέμνωνα Δημητρίου, Καθ' ών η Αίτηση Ημερομηνία.: 25 Ιανουαρίου 2018 Για Αιτητές: κα Γιάγκου για κ.κ. Ε. Νεοφύτου & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ού η Αίτηση 6: κος Αντώνης Π. Κυριάκου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια, εξαιτείται αδείας του Δικαστηρίου για καταχώρηση και εγγραφή προς εκτέλεση στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της προβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 05/10/2016 εκδοθείσα σύμφωνα με την Αιτήτρια υπέρ της και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση αρ.
  8. Η προτιθέμενη προς εγγραφή απόφαση, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Νομική βάση της Αίτησης απετέλεσαν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 Θ.1, ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν. 22/1985) άρθρο 52(2β) και ο περί Διαιτησίας Νόμος (ΚΕΦ.4) άρθρο
  9. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στη επισυνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση του Κύπρου Κύπρου, ο οποίος αφού σημειώνει ότι είναι στην υπηρεσία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ΛΤΔ και συγκεκριμένα στην Διεύθυνση Ανάκτησης Χρεών του Επαρχιακού Γραφείου Λευκωσίας και ότι είναι υπεύθυνος των Τερματισμένων Συμφωνιών για τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα (Σ.Π.Ι) αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Διαχειρίζεται την υπό κρίση υπόθεση με βάση την Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης η οποία υπογράφτηκε μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ΛΤΔ και των συνδεδεμένων με αυτήν Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων στα οποία περιλαμβάνεται και η αιτήτρια και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. · Από την 1/1/2009 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου ΛΤΔ συγχωνεύτηκε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας ΛΤΔ το οποίο διαδέχτηκε την πιο πάνω εταιρεία και διατήρησε εξ ολοκλήρου τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και όλες τις πράξεις, τα συμβόλαια και άλλα έγγραφα της.· · Στις 05/10/2016 εκδόθηκε απόφαση από Διαιτητή ο οποίος διορίσθηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιριών, υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αρ. 6 για το ποσό των €27,273.28.- πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 01/01/2016 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €483,50 πλέον Φ.Π.Α δικηγορικά έξοδα πλέον έξοδα διαιτησίας. (Η απόφαση ημερομηνίας 05/10/2016 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.) · Η πιο πάνω απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση αρ. 6 στις 12/12/
  10. (Δήλωση επίδοσης στον καθ' ου η αίτηση αρ. 6 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2.) · Η απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως της. · Το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €30,177.76- πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 01/01/2017 μέχρι εξοφλήσεως και ως εκ τούτου ζητείται η εγγραφή της απόφασης για να καταστεί δυνατό να προχωρήσει η Αιτήτρια στην εκτέλεση της ρηθείσης αποφάσεως. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση της Καθ' ής η Αίτηση 3 που συνοδεύει αυτή: Ο Καθ' ού η Αίτηση 6, μετά την προς αυτόν επίδοση της αίτησης αντέδρασε στην αίτηση μέσω των δικηγόρων του με την καταχώρηση στις 06/03/17, Ειδοποίησης Πρόθεσης Έντασης. Με την ένταση του, ο Καθ' ού η Αίτηση στηριζόμενος στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο άρθρο 52, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, στους περί Διαιτησίας Κανονισμούς, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, 9.1, 2, 3, 4 και 9, στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρακτική, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προέβαλε τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «Α) Δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου επειδή δεν υπάρχει συνυποσχετικό Διαιτησίας μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση. Β) Μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η Αίτηση δεν υπογράφτηκε καμία συμφωνία και/ή εγγραφή συμφωνία και/ή συμφωνία συνυποσχετικού για την υποβολή των μεταξύ τους διαφορών σε Διαιτησία σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο. Γ) Η παραπομπή σε Διαιτησία δεν έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς 78 και 79 των Περί Συνεργατικών Εταιριών Θεσμών του 1987 μέχρι
  11. Δ) Η διαδικασία στην οποία λήφθηκε η Διαιτητική Απόφαση ήταν παράτυπη καθότι παρόλο που ο καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε υπεράσπιση στην απαίτηση των Αιτητών αυτή ουδέποτε λήφθηκε υπόψη από τον διαιτητή με αποτέλεσμα ο καθ' ου η αίτηση να στερηθεί ουσιαστικά το δικαίωμα ακροάσεως. Ε) Ο διορισμός του Διαιτητή έγινε μονομερώς και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιείται από του να ασκεί διαιτησία και/ή δεν έχει τα προσόντα να πράξει τούτο. ΣΤ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση αιτούμενου Διατάγματος. Ζ) Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν είναι μέλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας και επομένως οποιαδήποτε συμφωνία είναι άκυρη σύμφωνα με το Νόμο. Η) Η Διαιτησία διεξήχθη κατά παράβαση του Νόμου και των Θεσμών. Θ) Η Αίτηση είναι κατά Νόμο και ουσία αβάσιμη. I) Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή άτυπη και/ή πάσχει νομικά και/ή κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Νόμου και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων και/ή παραλείπει τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία. Κ) Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος.» Τα γεγονότα των οποίων γίνεται επίκληση προς υποστήριξη της Ένστασης εντοπίζονται στην συνοδεύουσα την Ένσταση, Ένορκη Δήλωση του ιδίου του Καθ' ού η Αίτηση
  12. Σε αυτήν ο ομνύων αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Η Αίτηση εγγραφής της Αιτήτριας δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου επειδή δεν υπάρχει συνυποσχετικό Διαιτησίας μεταξύ των Αιτητών και του ιδίου. · Ενώ είχε καταχωρήσει υπεράσπιση στα πλαίσια της αναφερόμενης διαιτησίας αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το διαιτητή και προχώρησε μονομερώς στην έκδοση απόφασης εναντίον του προβαίνοντας σε κατάχρηση της διαδικασίας. · Ουδέποτε υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Αιτήτριας ή συμφωνία συνυποσχετικού για την παραπομπή των μεταξύ τους διαφορών σε Διαιτησία σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο. · Δηλώνει επίσης τα ακόλουθα: «Δεν μου επιδόθηκε η απόφαση που επισυνάπτεται στην παρούσα Αίτηση ειδοποίηση παραπομπής σε Διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 24 του Περί Διαιτησίας Νόμου και του 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) και επομένως η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε από τον Διαιτητή με έλλειψη και/ή υπέρβαση δικαιοδοσίας.» · Η παραπομπή σε Διαιτησία δεν έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς 78 και 79 των Περί Συνεργατικών Εταιριών Θεσμών του 1987 μέχρι
  13. · Η διαδικασία στην οποία λήφθηκε η Διαιτητική Απόφαση ήταν παράτυπη καθότι ουδέποτε του επιδόθηκε "προσωπικά και κανονικά" οποιαδήποτε ειδοποίηση (Notice of Arbitration) για την ακρόαση της Διαιτησίας με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος ακροάσεως που διέπει και την διαδικασία Διαιτησίας. · Ο διορισμός του Διαιτητή έγινε μονομερώς αφού ουδέποτε ερωτήθηκε και εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται από του να ασκεί διαιτησία και/ή δεν έχει τα προσόντα να πράξει τούτο. · Ουδέποτε υπήρξε μέλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας και επομένως οποιαδήποτε συμφωνία είναι άκυρη σύμφωνα με το Νόμο. · Η ισχυριζόμενη Διαιτησία διεξήχθη κατά παράβαση του Νόμου και των Θεσμών. Ακροαματική Διαδικασία - Αμφότερες Εισηγήσεις: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στις αγορεύσεις τις οποίες είχαν την προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς και τις οποίες υιοθέτησαν κατά τη διαδικασία. Στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σχετική αναφορά θα γίνει όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για την κατάληξη στην παρούσα. Στο σημείο αυτό περιορίζομαι να αναφέρω μόνο ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ού η Αίτηση κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας περιόρισε τους Λόγους Ένστασης αποσύροντας τους Λόγους Ένστασης με την αρίθμηση Ε, Ζ και Κ. Νομική Πτυχή Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (N. 22/1985) στο οποίο στηρίζεται η αίτηση προνοούσε τα ακόλουθα: «52.-

(1)Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα, με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειζόμενους σχετικά με τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους∙ ή (β) . (γ) . (δ) . η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε∙ (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012.
(3)Σε περίπτωση παραπομπής από τον Έφορο, της διαφοράς σε διαιτητή ή διαιτητές για επίλυση, ο Έφορος κέκτηται εξουσία καθορισμού της αμοιβής αυτού του διαιτητή ή των διαιτητών.
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.
(6)Ο τρόπος διορισμού διαιτητού ή διαιτητών και ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης των εξόδων αναφορικά με την επίλυση της διαφοράς και εν γένει οποιοδήποτε θέμα είναι δεκτικό καθορισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ρυθμίζεται με Θεσμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2014, εφόσον εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας: ..» Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου (ΚΕΦ.4), Nομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παρα 2 εδάφιο (β), προνοεί την δυνατότητα εγγραφής για σκοπούς εκτέλεσης κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, διαιτητικής απόφασης που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό ώστε η διαιτητική απόφαση να μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό διαβάζει ως ακολούθως: «
  1. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Είναι γεγονός ότι, η υποπαράγραφος 5 του άρθρου 52 του Νόμου 22/85 το οποίο προστέθηκε στο εν λόγω άρθρο με τον Ν. 171(Ι)/2000, αν και διαλαμβάνει ότι η διαιτητική απόφαση είναι τελική και ότι εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνει ρητή πρόνοια για την εφαρμογή της σε αντίθεση με το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  2. Εφόσον όμως ο Νόμος 22/85 επιτρέπει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιές του, κατά αναλογική εφαρμογή και συμφώνως της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας, παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, η χορήγηση άδειας για εγγραφή ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεσή της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου. Αυτή άλλωστε, υπήρξε και η πάγια εδώ και χρόνια πρακτική των Δικαστηρίων σε διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια του Ν.22/
  3. Στην καθόλα σχετική, με τα πιο πάνω αναφερθέντα, υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Eταιρεία Aγίας Nάπας ν. Άντυ Kυριακίδη και Άλλων,
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, όπου γίνεται αναφορά στη φύση της διαδικασίας για εγγραφή διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης διατυπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 74/2000., 23 Οκτωβρίου, 2000 αλλά και στην πιο πρόσφατη, Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου ν. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγλαντζιάς,
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε το πλαίσιο της διαδικασίας αλλά και την έκταση του ελέγχου τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει ασκεί πριν την έκδοση διατάγματος για σκοπούς εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης. Στην Νικολάου (ανωτέρω), λοιπόν το πλαίσιο καθορίζεται ως ακολούθως: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Καθίσταται συνεπώς αντιληπτό από την επί του εγειρόμενου ζητήματος, Νομολογία, ότι η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι μεν διαδικαστικής μορφής διαδικασία ωστόσο δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι «τυπική» εν στενότατη εννοία. Έλεγχος θα πρέπει να ασκείται. Η έκταση δε του ελέγχου από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία, θα πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων στη βάση του άρθρου 52.5 Ν.22/85, και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς. Ζητήματα που αφορούν στην ουσία της απόφασης μπορούν να εγερθούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/85. Τα όσα αναφέρθηκαν επίσης στην υπόθεση Πιττάκα Χριστόδουλος ν. Γ. Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, όπου αν και σε εκείνη την υπόθεση εγειρόταν θέμα εγγραφής διαιτητικής απόφασης στη βάση του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ.4), είναι επίσης θεωρώ, σχετικά. Στην υπόθεση αυτή αφού διαπιστώθηκε ότι το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4 είναι πανομοιότυπο με το λεκτικό του άρθρου 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950, το Εφετείο, με αναφορά στο Halsbury?s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 διατύπωσε τα ακόλουθα: «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας)» Συνεπώς, σε συμφωνία και με τα όσα λέχθηκαν στην Νικολάου και την Πίττακα (ανωτέρω), αλλά και με τα όσα ρητά υπαγορεύει το άρθρο 52
(2)εδ. 5 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου οι ειδικότερες προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά ώστε να έχει επιτυχή έκβαση αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι :
  1. Η Αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης να έχει επιδοθεί αίτηση στον καθ'ού η Αίτηση[1].
  2. Η διαιτητική απόφαση της οποίας επιζητείται η εγγραφή να έχει γνωστοποιηθεί στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.
  3. Η διαιτητική απόφαση να είναι «τελική» κατά την έννοια του άρθρου 52.
  4. Η διαιτητική απόφαση να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και να είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση. Αναφορικά με την 4η προϋπόθεση και την ανάγκη η διαιτητική απόφαση να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 50 και παρατίθενται κατωτέρω: «The Court will not grant leave to enforce the award summarily in doubtful cases, but will ordinarily leave a party in such cases to pursue his remedy by action. In answer to an application for leave to enforce an award, the respondent may set up that the award is a nullity, or is wholly or in part ultra vires, or is bad on the face of it; but if his objection to the award is that the arbitrator misconducted himself, or that the award was improperly procured, his proper course is to move to set the award aside.». (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Αναφορικά δε με τον τύπο στον οποίο περιέχεται η απόφαση του διαιτητή θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 42 του συγγράμματος Halsbury's (ανωτέρω) είναι κατατοπιστικά. Στην σελ 42 του εν λόγω συγγράμματος, αναφέρεται ότι: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced».(Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στην σελ. 232, διατυπώνονται τα ακόλουθα σε ότι αφορά την απόφαση του διαιτητή: «An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time.» Από τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι σε ό,τι αφορά τον τύπο της διαιτητικής απόφασης δεν είναι απαραίτητο ο διαιτητής να χρησιμοποίει συγκεκριμένες λέξεις ή τύπο αλλά αφήνεται σε αυτόν η ελευθερία να χρησιμοποιήσει οποιεσδήποτε λέξεις θεωρεί αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις. Η απόφαση του διαιτητή βεβαίως θα πρέπει να είναι σαφής και να μη εγείρεται οιαδήποτε λογική αμφιβολία αναφορικά με την κατάληξη του διαιτητή ή σε σχέση με την έκταση και τη φύση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα μέρη. Το νόημα θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο και σαφές. Αμφισβητούμενη και αβέβαιη διαιτητική απόφαση, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου
  5. 4 του Νόμου 22/
  6. Τα αμέσως ανωτέρω παρατιθέμενα, καθορίζουν θεωρώ το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να κινηθεί κατά την άσκηση της εξουσίας του. Παρουσιάζεται η τάση ωστόσο τα Δικαστήρια να είναι απρόθυμα να επεμβαίνουν γενικά στο έργο των διαιτητών πλην όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο (βλ. Σολωμού Νεόφυτος ν. Laiki Cyprialife Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 687) για το λόγο αυτό είναι που οι διαιτητικές αποφάσεις θα πρέπει τυγχάνουν ευρείας, φιλελεύθερης ερμηνείας. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration (ανωτέρω) στη σελ 224 υπό τον υπότιτλο, «Presumption in favor of the award» αναφέρεται ότι τα δικαστήρια τείνουν να στηρίζουν την εγκυρότητα μιας διαιτητικής απόφασης. Το δε Δικαστήριο θα πρέπει να προβαίνει σε κάθε δυνατή λογική νομική ερμηνεία της απόφασης προς αυτή τη κατεύθυνση. «It has often been set that the courts are always inclined to support the validity of an award and will make every reasonable intendment and presumption in favor of its being final, certain and sufficient termination of the matters in dispute». (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Υπαγωγή των πιο πάνω νομικών αρχών στα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης: Υπό το φως συνακόλουθα των αρχών που η Νομολογία καθιέρωσε και παρατίθενται ανωτέρω υπό τον τίτλο «Νομική Πτυχή» προχωρώ να εξετάσω πώς αυτές τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση και στους εδώ προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης καθώς επίσης και τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους, για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους. Σε ό,τι αφορά την 1η προϋπόθεση ήτοι την επίδοση της αίτησης εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αυτή πληρείται. Η υπό κρίση Αίτηση έχει επιδοθεί στον Καθ' ού η Αίτηση 6 την 18/01/17 και ουδεμία άρνηση υπήρξε περί τούτου. Άλλωστε ο Καθ' ού η Αίτηση 6 καταχώρησε και ένσταση στην αίτηση. Σε ό,τι αφορά την 2η προϋπόθεση ήτοι την επίδοση της διαιτητικής απόφασης της οποίας ζητείται η εγγραφή η πλευρά της Αιτήτριας προβάλλει ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση αρ. 6 στις 12/12/2016. Δήλωση επίδοσης στον καθ' ου η αίτηση αρ. 6 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η επίδοση της διαιτητικής απόφασης κατά την 12/12/16 δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ού το μόνο σχετικό ζήτημα που εγείρει είναι ουδέποτε «του επιδόθηκε "προσωπικά και κανονικά" οποιαδήποτε ειδοποίηση (Notice of Arbitration) για την ακρόαση της Διαιτησίας με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος ακροάσεως που διέπει και την διαδικασία Διαιτησίας». Η επίδοση της διαιτητικής απόφασης δεν αμφισβητείται ενώ το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμένει ακλόνητο . Καθίσταται συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση επεδόθη στον Καθ' ού η Αίτηση 6 στις 12/12/16 κατά τρόπο ώστε να πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση ως τούτη αναπτύσσεται ανωτέρω υπό τον τίτλο «Νομική Πτυχή». Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση καταχωρήθηκε την 13/01/17 ήτοι μετά την πάροδο των 21 ημερών από την ημέρα της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης προς τον Καθ' ού η Αίτηση 6, περίοδος στην οποία θα μπορούσε να καταχωρήσει έφεση εναντίον της σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(4)του Νόμου και συνεπώς η απόφαση θεωρείται «τελική» σύμφωνα με τα όσα προνοούνται στα άρθρο 52
(5)του Νόμου. Πληρείται συνεπώς και η 3η προϋπόθεση για εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή ημερομηνίας 05/10/
  1. Σε ό,τι αφορά την 4η προϋπόθεση που επιτάσσει όπως η διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και να είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση, ουδέν προβάλλεται από τον Καθ' ού η Αίτηση επί τούτης. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της εντοπίζονται τα ακόλουθα: Καταγράφεται ότι έχει εκδοθεί στη βάση του Θ.79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, αναφέρεται το όνομα της διαιτητού, τα μέρη της διαφοράς. Περιγράφεται η απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον των Καθ' ών η Αίτηση και ότι η Αιτήτρια αξίωνε εναντίον τους απόφαση για το ποσό των €27.273,28 ως υπόλοιπο συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 17/02/2004 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ιδίου ποσού από 01/01/16 μέχρι εξοφλήσεως. Καταγράφεται επίσης ότι δόθηκε ειδοποίηση επιδόθηκε δεόντως στον Καθ' ου η Αίτηση 6 ο οποίος κατά την ακρόαση της διαιτησίας αναφέρεται στην απόφαση, παρουσιάστηκε οπόταν και δόθηκαν Οδηγίες για καταχώρηση Υπεράσπισης μέχρι την 08/09/
  2. Ο Καθ' ου η Αίτηση 6 ωστόσο ως αναφέρεται στην απόφαση, δεν καταχώρησε Υπεράσπιση μέσα στη καθορισμένη προθεσμία. Εν συνεχεία αναφέρεται στην απόφαση: «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Δανείου και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί με ένορκο δήλωση από τον κ. Κύπρο Κύπρου, Λειτουργό Ανάκτησης Χρεών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, υπεύθυνος των Τερματισμένων Συμφωνιών για τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα (Σ.Π.Ι), ως εμφαίνεται στην παράγραφο 1 της Ενόρκου Δηλώσεως, καθώς επίσης λόγω παράλειψης καταχώρησης οποιαδήποτε υπεράσπισης μέσα στη καθορισμένη προθεσμία αποφασίζω όπως: α) Καταβληθεί από τον Καθ' ου η Αίτηση 6 το ποσό των ΕΥΡΩ27,273,28 υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 17/02/
  3. (β) Καταβάλλονται από τον Καθ' ου η Αίτηση 6 οι τόκοι 9% επί του πιο πάνω ποσού από 01/01/2016 μέχρι πλήρους εξόφλησης. (γ) Καταβληθούν από τον Καθ' ου η Αίτηση 6 τα δικηγορικά έξοδα ήτοι Ευρώ 483,50 πλέον Φ.Π.Α. ( δ) Καταβληθούν από τον Καθ' ου η Αίτηση, η αμοιβή και τα έξοδα διαιτησίας, ως αυτά εγκριθούν από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α όπου εφαρμόζεται.» Καταγράφεται επίσης η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ο τόπος έκδοσής της και η υπογραφή του διαιτητή. Έχοντας κατά νου τους λόγους ένστασης που προβάλλονται σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό τον τίτλο «Νομική Πτυχή» δεν εντοπίζω οιαδήποτε πρόδηλη παρατυπία και κρίνω ότι τα πιο πάνω στοιχεία, αποκαλύπτουν, στο βαθμό που απαιτείται στην υπό κρίση διαδικασία, έγκυρη διαιτητική απόφαση η οποία φέρει τέτοιο τύπο ώστε να είναι δυνατόν να εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης. Καταλήγω συνεπώς ότι και η 4η προϋπόθεση πληρείται. Τα πιο πάνω ευρήματα είναι αρκετά θεωρώ για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού τούτα είναι και τα μόνα που πρέπει να διαπιστώσει το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Παρά ταύτα προχωρώ να αναφερθώ και στους λόγους Ένστασης που προβάλλονται και για ποιούς λόγους δεν μπορούν να βρουν έδαφος εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία ή ακόμα και να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας. Λόγοι Ένστασης Α, Β, Γ, Δ: Έχω την άποψη, αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω παρατιθέμενες νομικές αρχές ότι εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η εξέταση αυτών των λόγων ένστασης. Ιδιαίτερα, οδηγούμαι στο συμπέρασμα αυτό έχοντας κατά νου τον τρόπο που οι λόγοι αυτοί ένστασης έχουν αναπτυχθεί και εξειδικευτεί στην Ένορκη Δήλωση του Καθ' ού η Αίτηση 6 αλλά και ως έχουν προωθηθεί στο στάδιο των αγορεύσεων και τούτο αφού φαίνεται η διαφωνία του Καθ' ού η Αίτηση 6 και οι λόγοι που προβάλλονται άπτονται της ουσίας της διαφοράς και της απόφασης που λήφθηκε. Η Νομολογία όμως επιτάσσει όπως τα ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης ή τυχόν "misconduct", μπορούν να εγερθούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης κατ' εφαρμογή της πρόνοιας του άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85. Δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση της, διαδικασία παντελώς διαφορετική ως προς τη φύση, την ακολουθητέα διαδικασία και το αντικείμενο. Κατά συνέπεια οι λόγοι αυτοί ένστασης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Αναφορικά με τους λόγους Ένσταση Στ. Η. Θ. Ι.: παρατηρώ ότι αυτοί δεν έχουν επεξηγηθεί ούτε και αναπτυχθεί ειδικά αναφορικά με ζητήματα τα οποία μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι λόγοι αυτοί ένστασης ως έχουν αναπτυχθεί αφορούν σε ισχυρισμούς ανάρμοστης συμπεριφοράς (misconduct) του Διαιτητή και σε ζητήματα ουσίας. Υπενθυμίζω και πάλι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 50 ως και ότι το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Οι λόγοι ένστασης αυτοί κρίνονται επίσης αβάσιμοι. Κατάληξη Συνακόλουθα των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ο Νόμος και η Νομολογία έθεσαν προς έγκριση του αιτήματος που υποβάλλεται με την παρούσα ενώ όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορρίπτονται. Δίδεται συνεπώς άδεια όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 05/10/16, Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του Κύπρου Κύπρου ημερομηνίας 13/01/17 εναντίον του Καθ' ού η Αίτηση 6 καταχωρηθεί και εγγραφή προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον Καθ' ού η Αίτηση 6 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Aλεξάνδρου Aλέκος,
(2008)1 Α.Α.Δ. 313 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.