Ανδρέα Νικολάου ν. Α & A MASTERBLINDS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1623/2017, 22/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1623/2017 Μεταξύ:- Ανδρέα Νικολάου Ενάγοντος -και- Α & A MASTERBLINDS LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία:22/01/18 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Καζαντζής για κ.κ. Γιώργος Κ. Καζαντζης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη: κα Ανδρέου για κ.κ. Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες Για Αιτήτρια ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ: κα Μελή για κ.κ. Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΔΝΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Ημ. 27/7/2017) υπό ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ) Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρίστηκε στις 03/04/2017 ο Ενάγων, αξιώνει εναντίον της Εναγομένης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία ατυχήματος και/ή εργατικού ατυχήματος το οποίο επισυνέβη στις 07/11/2014 στη Λευκωσία. Θέση του Ενάγοντος ως τούτη εντοπίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του, η οποία καταχωρήθηκε στις 17/05/2017, είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υπάλληλος της Εναγομένης και ασχολείτο με την τοποθέτηση τέντας οπόταν και υπέστη σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημίες. Το δυστύχημα, οφείλεται σύμφωνα με τον ίδιο στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή στην παράβαση των εκ του Νόμου και/ή Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης αφού αμέλησαν να παράσχουν στον Ενάγοντα, ασφαλή τόπο, σύστημα και μέσα εργασίας. Για τους σκοπούς της παρούσης χρήσιμο είναι να αναφερθεί ότι από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μετά την προς την Εναγομένη επίδοση της αγωγής, η τελευταία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 03/05/2017 μέσω του δικηγορικού γραφείου Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε και εν συνεχεία διορίστηκε στις 16/05/17 και το δικηγορικό γραφείο των Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες. Στις 27/07/17, το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε απέστειλε στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας επιστολή, δια της οποίας «τον πληροφορούσε ότι αποσύρονται από δικηγόροι της Εναγομένης και από τούδε και στο εξής θα παραμένουν ως μόνοι δικηγόροι της Εναγομένης το Δικηγορικό Γραφείο Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες». Η υπό κρίση αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει: Με την υπό κρίση αίτηση η ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ εξαιτείται την έκδοση των διαταγμάτων τα οποία παραθέτω αυτούσια αμέσως κατωτέρω: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της αγωγής δια της προσθήκης της Υδρόγειος Ασφαλιστική εταιρεία (Κύπρου) Λτδ , από Μεδούσης 2, 6059 Λάρνακα ως εναγόμενης 2, καθώς επίσης και της έκθεσης απαιτήσεως. Β. Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Υδρόγειο Ασφαλιστική Εταιρεία (Κύπρου) Λτδ να λάβει μέρος στην διαδικασία, ως εναγομένη
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον όπως καταχωρηθεί τροποποιημένο κλητήριο της αγωγής από τον Ενάγοντα, εντός 30 ημερών από την επίδοση εις αυτόν και/ή στους Δικηγόρους του, του διατάγματος. Δ. Άδεια για συνέχιση της διαδικασίας.» Νομική βάση της αίτησης απετέλεσαν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.9, Θ.Θ. 1, 4, 5, 6, 7, 10, 11, Δ.25, Δ.12 και Δ.48 ΘΘ1 έως 4, 8,
- Γίνεται επίσης επίκληση των των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα ουσιαστικό υπόβαθρο που προωθείται για να υποστηρίξει το αίτημα εντοπίζεται στην επισυνημμένη στην αίτηση, ένορκη δήλωση του κου Ορθόδοξου Ευαγγελίδη, ο οποίος δηλώνει ότι είναι διευθυντής του Τμήματος Απαιτήσεων της αιτήτριας. Πρόσθετα δηλώνει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Η αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται μεταξύ άλλων με ασφαλιστικές εργασίες γενικού κλάδου. · Κατά τον ουσιώδη δε χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή η αιτήτρια εξέδωσε και παρέδωσε κατόπιν οδηγιών των εναγομένων, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη υπ' αριθμόν 2210-000021 δια την περίοδο 08/06/2014 -07/06/2015 και παρείχε σε αυτούς ασφαλιστική κάλυψη υπό τους όρους και εξαιρέσεις του συμβολαίου. Επισυνάπτεται πίνακας Ασφαλιστηρίου ευθύνης εργοδότη ως Τεκμήριο 1 και πιστοποιητικό ασφάλισης ως Τεκμήριο
- · Δυνάμει του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του 1989 (Ν. 174/1989), η ασφαλιστική εταιρεία σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον του ασφαλισμένου της ένεκα εργατικού ατυχήματος εργοδοτούμενου συνεπεία αμέλειας και/ή παράλειψης του που καλύπτεται από τους όρους του εκδοθέντος ασφαλιστηρίου δυνάμει του άρθρου 9 του εν λόγω Νόμου είναι υποχρεωμένη να πληρώσει απευθείας τον απαιτητή. · Στις 03/05/2017 το Δικηγορικό γραφείο Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε. καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δια την εναγόμενη εταιρεία κατόπιν οδηγιών της Υδρογείου Ασφαλιστικής Εταιρείας (Κύπρου) Λτδ για την υπεράσπιση των συμφερόντων της Εναγόμενης εταιρείας αλλά και της Ασφαλιστικής εταιρείας, εις την οποία ήταν ασφαλισμένη. Επισυνάπτεται επιστολή ενημέρωσης των εναγομένων ημερ. 04/05/2017 με απόδειξη αποστολής τηλεομοιότυπου ως Τεκμήριο
- · Στις 16/05/2017 το Δικηγορικό γραφείο Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες καταχώρησε επίσης σημείωμα εμφάνισης δια την εναγόμενη εταιρεία, καθότι διορίστηκε από τους διευθυντές αυτής, να τους εκπροσωπήσει προσωπικά. · «Είναι ο ισχυρισμός και η θέση της αιτήτριας ότι ο ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν ήταν εργοδοτούμενος της εναγόμενης εταιρείας και/ή δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου εν τη έννοια του Νόμου και της Νομολογίας ούτως ώστε η εναγόμενη να υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση που απορρέει από μια τέτοια σχέση να αποζημιώσει τον ενάγοντα για το ισχυριζόμενο εκ μέρους του εργατικό ατύχημα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της αιτήτριας ότι ο ενάγοντας είχε απολυθεί από τις 24/02/2014 και/ή από προγενέστερο χρόνο του ισχυριζόμενου ατυχήματος και κατά τον χρόνο του ισχυριζόμενου ατυχήματος εκτελούσε εργασία ως ανεξάρτητος τεχνίτης και/ή ανεξάρτητος υπεργολάβος και/ή ως αυτοεργοδοτούμενος και παρείχε υπηρεσίες εις την εναγόμενη ως τέτοιος. Ουδέποτε μετά την απόλυση του η εναγομένη δήλωσε ξανά τον ενάγοντα ως εργοδοτούμενο της στην ασφαλιστική εταιρεία είτε για σκοπούς καθορισμού ασφαλίστρου είτε για εξέταση του κινδύνου που αναλάμβανε η ασφαλιστική εταιρεία.» Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 επιστολή ημερομηνίας 13/01/14, την οποία χαρακτηρίζει ως «επιστολή απόλυσης» του ενάγοντα από την εναγομένη. · Μετά από διερεύνηση της υπόθεσης από την αιτήτρια ενώ ο ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης, προέκυψε ότι η Εναγόμενη πήγε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και δήλωσε τον Ενάγοντα ως εργοδοτούμενο της για σκοπούς κοινωνικών ασφαλίσεων μόνο την ημέρα του επίδικου ατυχήματος. Το γεγονός αυτό εμπλέκει και διαφοροποιεί τα έννομα συμφέροντα της εναγόμενης και της αιτήτριας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά τρόπο που συγκρούονται. · Ένεκα τούτου, στις 27/07/2017 το Δικηγορικό γραφείο Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε. αποσύρθηκε από δικηγόρος της Εναγομένης και παρέμεινε ως μόνος δικηγόρος της εναγομένης το δικηγορικό γραφείο Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες. Επιστολή απόσυρσης ημερ. 27/07/2017, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Για να μπορέσει η αιτήτρια να προασπίσει τα συμφέροντα της και να προβάλει τις θέσεις της θα πρέπει να παρέμβει και να προστεθεί ως Εναγόμενη
- · Αν δεν επιτραπεί στην Αιτήτρια να παρέμβει αυτό θα αποβεί μοιραίο για τα συμφέροντα της αφού θα δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου και ένεκα τούτου θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στον Ενάγοντα, δυνάμει του Νόμου περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμος του
- · Η προσθήκη της αιτήτριας θα συμβάλει στην πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση του συνόλου των θεμάτων που προκύπτουν από το ισχυριζόμενο ατύχημα ημερ. 07/11/2014, τόσο σε σχέση με τους διαδίκους όσο και με την αιτήτρια. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει αυτή: Η πλευρά του Ενάγοντος προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως. Με την ένσταση του ο Ενάγων, στηριζόμενος στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ. 9, θ.1, Δ. 12, Δ.25, Δ.48 Θ.4 και στο άρθρο 9
(3)του Ν. 174/89 προέβαλε 6 λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «α) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασιών. β) Η Αιτήτρια δεν θεωρείται αναγκαίος διάδικος. γ) Η αίτηση αποσκοπεί στην εκτροπή της αγωγής. δ) Τα εγειρόμενα θέματα δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της αγωγής. ε) Η ακύρωση του ασφαλιστηρίου δεν μπορεί να επιτευχθεί στα πλαίσια της παρούσης αγωγής. στ) Η Αιτήτρια δεν ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 9
(3)του Ν. 174/89.» Στην ένορκη του δήλωση του που επισυνάπτεται επί της ενστάσεως προβάλλει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Η αιτούμενη προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγομένης 2, δεν θεωρείται αναγκαία για την επίλυση του θέματος κατά πόσο η Εναγομένη ήταν αμελής και κατά πόσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και του τραυματισμού μου. · Με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, δεν μπορεί να ενάγει την Αιτήτρια παρά μόνο την Εναγομένη. · Η προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγομένης 2 σκοπό έχει τον εκτροχιασμό της διαδικασίας, διότι τα θέματα που επιζητεί να εισάξει η Αιτήτρια, αφορούν ισχυριζόμενη διαφορά μεταξύ της και της Εναγομένης, τα οποία όφειλε η Αιτήτρια να τα παρουσιάσει ενώπιον της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του Ν. 174/
- · Στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιέχεται οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά αιτία αγωγής εναντίον της Αιτήτριας. Η αιτουμένη προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγομένης 2 δεν είναι αναγκαία, ούτε καθ' οιονδήποτε υποβοηθητική για την επίλυση του θέματος του αστικού αδικήματος της αμέλειας. · Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας στις παραγράφους 9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Ορθόδοξου Ευαγγελίδη δεν αφορούν την ουσία της επίδικης διαφοράς και παρέλκει, η εξέταση τους στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής. · Για το επίδικο ατύχημα η Αιτήτρια έλαβε γνώση τόσον από τους Εναγομένους, όσον και από τον τότε δικηγόρον κ. Πέτρο Δ. Χατζησάββα. Συγκεκριμένα ο ρηθείς δικηγόρος απέστειλε στην Αιτήτρια πέντε επιστολές ημερομηνιών 29/4/2015, 4/5/2015, 17/8/
- 1/9/2015 και 5/1/2016, η δε Αιτήτρια του απέστειλε τρείς επιστολές ημερομηνιών 29/4/2015, 27/8/2015 και 4/2/
- Οι εν λόγω επιστολές επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 μέχρι 8 στην Ένορκη του Δήλωση. · Θέση του είναι ότι το περιεχόμενο των επιστολών αυτών αποδεικνύει ότι η Αιτήτρια είχε από τα αρχικά στάδια γνώση του ατυχήματος και είχε στη διάθεση της αρκετό χρόνο να λάβει δικαστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 9
(3)του Ν. 174/89. Με την επιστολή της ημερομηνίας 04/02/2016, την οποία απέστειλε στον δικηγόρο κ. Πέτρο Χατζησάββα, είχε ήδη εκφράσει τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν καλύπτετο κάτω από τις εξαιρέσεις και όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ούτως ώστε να παράσχουν οποιαδήποτε ασφαλιστική κάλυψη στην Εναγομένη εταιρεία. · Περαιτέρω απεστάλη επιστολή από τους δικηγόρους του ημερομηνίας 03/04/17 η οποία παρελήφθη την ίδια ημέρα με συνημμένο το κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)(α) του Ν. 174/89. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 την μαζί με την απόδειξη παραλαβής. · Η Αιτήτρια είχε γνώση του ατυχήματος τόσον πριν όσον και μετά την έγερση της αγωγής και εντούτοις αντί να λάβει τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα μέτρα, προτίμησε να καταχωρήσει στις 03/05/2017 Σημείωμα Εμφάνισης για την Εναγομένη εταιρεία με δικούς της δικηγόρους, με σκοπό να υπερασπίσει την Εναγομένη εταιρεία. · Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 9 και 10 της ενόρκου δηλώσεως, ανέφερε ότι από αυτές συνάγεται ότι πριν απολυθεί ήταν δηλωμένος στην Αιτήτρια, ως εργοδοτούμενος της Εναγομένης εταιρείας για το ασφαλιστικό έτος 2014, άρα ήδη είχε καθορισθεί το ασφάλιστρο και ήδη εξετάσθη ο κίνδυνος που αναλάμβανε η Αιτήτρια. Το θέμα που εισάγει η Αιτήτρια ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος στις 07/11/2014, ήτοι εντός του ιδίου ασφαλιστικού έτους, αφού η απόλυση έγινε στις 24/02/2014, όφειλε η Εναγόμενη εταιρεία να ειδοποιήσει την Αιτήτρια για την απόλυση και την επαναπρόσληψή του δεν προκύπτει από το κείμενο του Τεκμηρίου 1 της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Στο Τεκμήριο 1 εισηγείται ο ομνύων, δεν γίνεται αναφορά στα ονόματα των εργοδοτουμένων της Ενάγουσας, αλλά στον αριθμό των εργοδοτουμένων. Επομένως δεν όφειλε η Εναγομένη να τον δηλώσει ξανά ως εργοδοτούμενό της, αφού τον επαναπρόσλαβε «για την ίδια θέση εργασίας ως το Τεκμήριο 1». · Τα πιο πάνω εγειρόμενα θέματα δεν μπορούν να εξετασθούν μέσα στα θέματα της αγωγής, διότι μεταξύ άλλων θα προκαλέσουν εκτροπή της διαδικασίας, αλλά αν ήθελε η Αιτήτρια να εξετασθούν θα πρέπει να τροχοδρομούσε την διαδικασία του άρθρου 9
(3)του Ν. 174/89 και το θέμα να επιλυθεί μεταξύ Αιτήτριας και Εναγομένης εταιρείας, οι οποίες ήταν συμβαλλόμενες του ασφαλιστικού εγγράφου και γνωρίζουν τις λεπτομέρειες του περιεχομένου του. · Κατά πόσον ήταν εργοδοτούμενος της Εναγομένης εταιρείας είναι ισχυρισμός, ο οποίος είναι επίδικος και θα επιλυθεί μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων. Αν όντως η Αιτήτρια αμφισβητούσε το θέμα αυτό, δεν θα έπρεπε να αποσυρθούν οι δικηγόροι της Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι καταχώρησαν στις 03/05/2017. Σημείωμα Εμφανίσεως εκ μέρους της Εναγομένης εταιρείας. · Η εμπλοκή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αν όχι παραπλανητική θεωρώ ότι είναι ατυχής αφού δεν προσδιορίζει σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. · Ο ισχυρισμός περί εμπλεκομένων και συγκρουόμενων εννόμων συμφερόντων της Εναγομένης και της Αιτήτριας, δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσης αγωγής, διότι ο ίδιος δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Αιτήτριας και με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται από το Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαιτήσεως, δεν θεωρείται αναγκαίος διάδικος. · Η ενέργεια της να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση είναι προϊόν δεύτερης σκέψης της και κατάχρηση των διαδικασιών και έγινε μετά που αντελήφθη ότι απώλεσε την προθεσμία των τριών μηνών για να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του Ν. 174/89). Η αγωγή κατεχωρήθη στις 03/04/2017 και η ασφαλιστική εταιρεία έλαβε γνώση την ίδια ημέρα. · Παραδέχεται ότι μόνο ότι απολύθηκε στις 24/2/2014, αρνείται ωστόσο όλους τους άλλους ισχυρισμούς και περαιτέρω δηλώνει ότι επαναπροσλήφθηκε από την Εναγομένη εταιρεία και ότι εν πάση περιπτώσει κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της. Ακροαματική Διαδικασία: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς στα πλαίσια των οποίων, αναπτύχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις. Η δε πλευρά της Εναγομένης δήλωσε ότι συγκατατίθεται στην έκδοση του διατάγματος. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους αναφορά σε αυτές θα γίνει κατωτέρω όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Νομική Πτυχή και υπαγωγή σε αυτήν των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης: Η Δ. 9, Θ.10 αναφέρει τα ακόλουθα: «Ουδεμία υπόθεση ή ζήτημα θα χάνεται δια λόγους κακής ένωσης προσώπων και το Δικαστήριο μπορεί σε οιανδήποτε υπόθεση ή ζήτημα να χειρισθεί το ζήτημα μόνον όσον αφορά τα δικαιώματα και συμφέροντα των μερών που είναι ενώπιον του. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε με είτε χωρίς αίτηση οιουδήποτε διαδίκου και με όρους που θα φανούν στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή δίκαιοι, να διατάξει όπως τα ονόματα οιονδήποτε προσώπων που έχουν κακώς ενωθεί είτε σαν Ενάγοντες είτε σαν Εναγόμενοι, να διαγραφούν και τα ονόματα οιονδήποτε μερών είτε Ενάγοντες είτε Εναγόμενοι που πρέπει να είχαν ενωθεί ή που παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση ή ζήτημα να προστεθούν. Ουδέν πρόσωπο θα πρέπει να προστεθεί σαν Ενάγοντας που ενάγει χωρίς πλησιέστερο φίλο ή σαν πλησιέστερος φίλος Ενάγοντα υπό ανικανότητα χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του. Κάθε πρόσωπο που το όνομα του προστίθεται έτσι σαν Εναγόμενος θα πρέπει να του γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης με τον τρόπο που προνοείται στον Κανονισμό 11 αυτής της Διάταξης ή με οποιονδήποτε τρόπο που θα περιγράφεται σε οιανδήποτε ειδική διάταξη, και η διαδικασία εναντίον τέτοιου μέρους θα θεωρείται ότι άρχισε μόνον όταν του γίνει επίδοση τέτοιου κλητηρίου ή ειδοποίησης» Για την εμβέλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκου ως τούτη προσδίδεται σε αυτό δυνάμει της Δ.9, Θ.10 επί της οποίας στηρίζεται ουσιαστικά η αίτηση, διαφωτιστική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Oδυσσέως Ανδρέας ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1372: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Η νομική πτυχή του θέματος προσθήκης στη βάση της Δ.9 Θ.10 των περί πολιτικής δικονομίας των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων και στην απόφαση στην Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Χρίστου Μηνά
(2003)1 ΑΑΔ 1818. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Οι εφεσείοντες στην υπόθεση εκείνη, ασφαλιστική εταιρεία, με αίτηση διά κλήσεως, ζήτησαν διάταγμα του Δικαστηρίου όπως προστεθούν ως εναγόμενοι 2 στην αγωγή την οποία είχε καταχωρήσει ο εφεσίβλητος εναντίον εργοληπτικού οίκου (της εκεί Εναγόμενης) ζητώντας αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που είχε υποστεί σε εργατικό ατύχημα, ενώ εργαζόταν στο εργοτάξιο της Εναγομένης, η αίτηση τους απερρίφθη και άσκησαν έφεση η οποία επίσης απερρίφθη αφού το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Ο Δ. Καλλής (ως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά επί της νομικής πτυχής του θέματος: «Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από την Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με την Δ.16 θ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την Αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: 'Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των. γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας'.» Προηγουμένως στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England [1950] 2 All E.R. 605, 611 υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: 'Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.' Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δύο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R.
- Στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328 o Lord Denning M.R. επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από τον Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown [1889] 22 Q.B.D.
- Έθεσε το θέμα ως εξής: 'Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τσέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.' Στην Gurtner (πιο πάνω) οι ασφαλιστές ζήτησαν να προστεθούν ως εναγόμενοι στην αγωγή. Το αίτημα τους εγκρίθηκε από τον Master, εφόσον θα αναλάμβαναν να ικανοποιήσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικάζοντο στον ενάγοντα (the Master granted the application on their giving an undertaking to satisfy any damages awarded to the plaintiff). Το Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του Master. Το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Ο Lord Denning M.R. έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 332: 'In my opinion, we should make an order allowing the Motor Insurers' Bureau to be added as defendants. They are prepared to undertake to pay any damages that may be awarded. This undertaking should be embodied in the order. On being added, they should be entitled to defend the action and to exercise all the rights of the defendant therein.' Σε μετάφραση: 'Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να εκδώσουμε διάταγμα που να επιτρέπει στο Motor Insurers' Bureau να προστεθούν ως εναγόμενοι. Είναι έτοιμοι να αναλάβουν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατόν να επιδικασθούν. Η ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης πρέπει να ενσωματωθεί στην απόφαση. Εφόσον προστεθεί θα πρέπει να δικαιούνται να υπερασπιστούν την αγωγή και να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα του εναγομένου.' Από την απόφαση Gurtner (πιο πάνω) προκύπτει ότι μέρος του λόγου της (ratio) ήταν η ανάληψη υποχρέωσης από τους ασφαλιστές να ικανοποιήσουν την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του ασφαλιζόμενου. Πρόσθετα καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Carpenter v. Ebblewhite and Others [1939] 1 K.B. 347, 358) δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών.» Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική αγγλική νομολογία η οποία υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αυτή είναι οι ακόλουθες: α. Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16, θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει είναι το εξής: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του». β. Οι ασφαλιστές πρέπει να προστεθούν ως εναγόμενοι, εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις που δυνατό να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. γ. Δεν μπορεί να εγερθεί διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών εκτός μετά από την έκδοση απόφασης σε αγωγή, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, υπέρ του ενάγοντα και τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο εναντίον των ασφαλιστών. (Carpenter v. Ebblewhite a.o. [1939] 1 K.B. 347, Έχοντας παραθέσει τα ανωτέρω Εφετείο στην πιο πάνω απόφαση κατέληξε ως ακολούθως: «Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσείοντες ασφαλιστές δεν προσφέρθηκαν να αναλάβουν οποιαδήποτε ευθύνη ικανοποίησης της απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον των εναγομένων. Αντίθετα καθώς προκύπτει από την πιο πάνω επιστολή τους (βλ. σελ. 4, πιο πάνω) «δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη». Περαιτέρω στο παρόν στάδιο δεν υφίσταται οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και των ασφαλιστών-εφεσειόντων εντός της έννοιας των νομολογηθέντων στην Carpenter (πιο πάνω).» Ας σημειωθεί τέλος ότι η Δ.9 θ.10 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Ο.16 r.
- Ως αναφέρεται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην σελίδα 348 κάτω από τον τίτλο «When Order refused»: «When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Με βάση την πιο πάνω περικοπή αίτηση για προσθήκη εναγόμενου δεν εγκρίνεται κατά κανόνα, αν η προσθήκη θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή αν αφορά πρόσωπα που ενδιαφέρονται στη διαδικασία μόνο έμμεσα ή αν καμία θεραπεία δεν επιδιώκεται από τον ενάγοντα σε σχέση με τον προτεινόμενο εναγόμενο και ο ενάγων δεν επιθυμεί την προσθήκη. Υπαγωγή των Γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης στις πιο πάνω αρχές: Στην προκειμένη περίπτωση ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η Αιτήτρια, είναι εταιρεία η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με ασφαλιστικές εργασίες γενικού κλάδου. Είχε συμβληθεί με την Εναγόμενη για να παράσχει σε αυτή ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη. Εξέδωσε και παρέδωσε κατόπιν οδηγιών των εναγομένων, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ευθύνης εργοδότη προς το σκοπό της συμμόρφωσης με τον περί Υποχρεωτικής Ασφαλίσεως της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989 (Ν 174/89). Το ασφαλιστήριο έλαβε αριθμό υπ' αριθμόν 2210-000021 και αφορούσε την περίοδο 08/06/2014 - 07/06/2015 και παρείχε στην Εναγομένη ασφαλιστική κάλυψη υπό τους όρους και εξαιρέσεις του. (Τεκμήριο 2 στην Αίτηση). Η ασφάλεια ευθύνης εργοδότη δυνάμει του Ν. 174/89 είναι υποχρεωτική ασφάλιση και η ασφαλιστική εταιρεία σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον του ασφαλισμένου της ένεκα εργατικού ατυχήματος εργοδότου μενού της συνεπεία αμέλειας και/ή παράλειψης του που καλύπτεται από τους όρους του εκδοθέντος ασφαλιστηρίου δυνάμει του άρθρου 9 του εν λόγω Νόμου είναι υποχρεωμένη να πληρώσει τον απαιτητή - εργοδοτούμενο. Ο Ενάγων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ισχυρίζεται ότι κατά και/ή περί τις 07/11/2014 υπέστη ατύχημα και/ή εργατικό ατύχημα από το οποίο διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγομένης για σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημιές αφού ως ισχυρίζεται ήταν εργοδοτούμενος της. Θέση της Αιτήτριας ως προκύπτει από την παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, είναι ότι ο Ενάγων δεν ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο αφού είχε απολυθεί από τις 24/02/2014 και ότι «κατά τον χρόνο του ισχυριζόμενου ατυχήματος εκτελούσε εργασία ως ανεξάρτητος τεχνίτης και/ή ανεξάρτητος υπεργολάβος και/ή ως αυτοεργοδοτούμενος και παρείχε υπηρεσίες εις την εναγόμενη ως τέτοιος». Μέχρι εδώ η θέση της Αιτήτριας φαίνεται να είναι απλή και η θέση τούτη θα μπορούσε να είχε προωθηθεί από τους συνηγόρους της οι οποίοι διορίστηκαν ως δικηγόροι της Εναγόμενης από την ίδια την Αιτήτρια και αφού είχαν εξασφαλίσει και διοριστήριο δικηγόρου από την Εναγομένη. Αυτό όμως που η Αιτήτρια προβάλλει περαιτέρω και δημιουργεί ουσιαστικά την προβληματική στην παρούσα είναι η αναφορά του ομνύοντος την Αίτηση ότι, μετά από διερεύνηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι η Εναγόμενη στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων δήλωσε τον Ενάγοντα «ως εργοδοτούμενο της για σκοπούς κοινωνικών ασφαλίσεων μόνο την ημέρα του επίδικου ατυχήματος». Θέση τους είναι ότι «το γεγονός αυτό εμπλέκει και διαφοροποιεί τα έννομα συμφέροντα της εναγόμενης και της αιτήτριας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά τρόπο που συγκρούονται. Αφήνεται σαφώς να νοηθεί τόσο από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση όσο και από αυτές τις αγορεύσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας (Αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση του: «.μετά από διερεύνηση της υπόθεσης από την αιτήτρια προέκυψε ότι η εναγόμενη όλως παραδόξως πήγε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και δήλωσε τον ενάγοντα ως εργοδοτούμενο της για σκοπούς κοινωνικών ασφαλίσεων μόνο την ημέρα του επίδικου ατυχήματος.) ότι υπήρξε συμπαιγνία ή και κακοπιστία ή έστω λανθασμένη ενέργεια ή εκτίμηση από πλευράς Εναγομένης αναφορικά με τον χειρισμό της υπόθεσης το οποίο θέμα θα πρέπει να καταστεί επίδικο. Έχω την άποψη ότι αν το ζήτημα που η Αιτήτρια επεδίωκε να προωθήσει ήταν απλώς θέμα λανθασμένης ενέργειας της Εναγομένης η οποία για οιονδήποτε λόγο σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, δήλωσε τον Εναγόμενο ως εργοδοτούμενο της λανθασμένα, τότε το θέμα θα μπορούσε να λυθεί αν η Ασφαλιστική εταιρεία συμμετείχε στην διαδικασία με συνήγορο δικής της επιλογής ο οποίος και θα επιχειρούσε να καταδείξει ότι ο Ενάγων δεν ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας. Αυτό που παραμένει είναι το κατά ποσό η Αιτήτρια καταλογίζει κακοπιστία ή και οιανδήποτε άλλη δόλια ή και απερίσκεπτη ενέργεια στην Εναγομένη. Υπό τη σκιά των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Τούτο διότι εάν επιτραπεί στην Αιτήτρια να εμφανιστεί στη διαδικασία η διαδικασία θα περιπλεκόταν με πρόσθετες διαδικασίες μεταξύ συνεναγομένων η οποίες θα αφορούσαν στην μεταξύ της Εναγομένης και της Αιτήτριας συμφωνία ασφαλιστικής κάλυψης και επιπρόσθετα στα όσα η Αιτήτρια φαίνεται διατεθειμένη να καταλογίσει στην Εναγομένη. Είναι κρίνω πασιφανές και αναμφισβήτητα ορατό το ενδεχόμενο να εκτροχιαστεί η διαδικασία η οποία ως βάση της έχει ένα κατ' ισχυρισμό εργατικό ατύχημα και τις ζημιές που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Πέραν των πιο πάνω, προβάλλει η Αιτήτρια ότι, θα πρέπει να της δοθεί άδεια να καταστεί διάδικος στην αγωγή διότι ο Ενάγων είχε απολυθεί από τις 24/02/2014 και/ή από προγενέστερο χρόνο του ισχυριζόμενου ατυχήματος και η Εναγομένη, ουδέποτε μετά την απόλυση του δήλωσε ξανά τον ενάγοντα ως εργοδοτούμενο της στην ασφαλιστική. Η ασφαλιστική εταιρεία συνεπώς ισχυρίζεται ο ομνύων, ουδέποτε είχε την ευκαιρία να επανεξετάσει το ασφαλιστικό συμβόλαιο είτε για εξέταση του κινδύνου που αναλάμβανε και για σκοπούς καθορισμού ασφαλίστρου. Το θέμα αυτό ως έχει προβληθεί και πάλιν αφορά την μεταξύ της Εναγομένης και της Αιτήτριας συμβατική σχέση. Έχω και πάλι την άποψη ότι η οποία διαφορά αναφύεται επί τούτης της βάσης θα πρέπει να προωθηθεί ξεχωριστά και να μην περιπλέξει την υπόθεση του Ενάγοντος η οποία σαν βάση αγωγής έχει την αμέλεια του κατ' ισχυρισμό του ιδίου εργοδότη του. Ας λεχθεί επίσης ότι μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί η Υπεράσπιση της Εναγομένης και συνεπώς δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμα η δική της θέση. Πρόσθετα επί του τελευταίου αυτού ισχυρισμού της Αιτήτριας ας λεχθεί ότι άπτεται και σε μεγάλο βαθμό και περιορίζομαι να πω ότι «άπτεται» αφού ομιχλωδώς προβάλλονται οι διάφοροι ισχυρισμοί της Αιτήτριας και επί διαζευκτικών βάσεων, των προνοιών του άρθρου 9
(3)του Νόμου το οποίο προνοεί ότι: «
(3)Ο ασφαλιστής δεν υπέχει υποχρέωση για καταβολή οποιουδήποτε ποσού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου αν, σε αγωγή που έχει εγερθεί πριν ή μέσα σε τρεις
(3)μήνες από την έγερση της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, επιτύχει να εκδοθεί υπέρ του δικαστική απόφαση αναγνωριστική του ότι αυτός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόνοια που διαλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο, έχει το δικαίωμα ακύρωσης του ασφαλιστηρίου για το ότι η συνομολόγηση του επιτεύχθηκε λόγω παρασιώπησης ουσιώδους γεγονότος ή λόγω παράστασης γεγονότος ψευδούς σε ουσιώδες του στοιχείο ή αν ακύρωσε το ασφαλιστήριο για το λόγο ότι είχε δικαίωμα να το κάνει, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόνοια που διαλαμβάνεται σ' αυτό: Νοείται ότι, για να ισχύουν οι διατάξεις του εδαφίου αυτού, θα πρέπει ο ασφαλιστής υπέρ του οποίου εκδόθηκε μια τέτοια αναγνωριστική απόφαση μετά από μια αγωγή, να γνωστοποιήσει τούτο πριν από την έγερση της αγωγής ή μέσα σε δεκατέσσερις
(14)ημέρες μετά την έγερση της αγωγής, στο πρόσωπο που ήταν ενάγων στη δυνάμει του ασφαλιστηρίου εγερθείσα αγωγή καθορίζοντας την παρασιώπηση ή ψευδή παράσταση επί της οποίας προτίθεται να στηρίξει την αγωγή και ότι προτίθεται να ζητήσει αναγνωριστική απόφαση και κάθε πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται γνωστοποίηση για την έγερση μιας τέτοιας αγωγής μπορεί, αν το επιθυμεί, να καταστεί διάδικος. (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Δημιουργείται συνεπώς η αντίληψη ότι αν επιτραπεί στην Αιτήτρια να καταστεί διάδικος στην διαδικασία πέραν των όσων ανωτέρω έχουν αναφερθεί, θα υπάρξει και ενδεχόμενη καταστρατήγηση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου το οποίο θέτει στενά χρονικά περιθώρια για καταχώρηση αγωγής εναντίον ασφαλισμένου για έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ακύρωσης του ασφαλιστικού συμβολαίου. Κατά συνέπεια και για αυτό τον λόγο η αίτηση είναι απορριπτέα. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ασκείται πάντοτε δικαστικά και στη βάση δεδομένων. Εκείνος ο οποίος επιζητεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του οφείλει να θέτει τα απαραίτητα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν έχει συμβεί. Προβάλλονται διαφορετικοί και αντιφατικοί λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια επιδιώκει να καταστεί διάδικος στην αγωγή αυτή. Από τη μια προωθεί της θέση ότι υπήρξε συγκεκριμένη ενέργεια από την Εναγομένη για να καταδειχθεί ότι ο Ενάγων ήταν εργοδοτούμενος της ενώ δεν ήταν ενώ από την άλλη προβάλλεται ότι ο Ενάγων ήταν εργοδοτούμενος της και δεν είχε η ίδια λάβει ενημέρωση για να αξιολογήσει τον κίνδυνο. Η αντίφαση είναι σε τέτοιο βαθμό εμφανής που αποκαλύπτει και το πόσο θα περιπλέξει την διαδικασία προώθησης της υπόθεσης του Ενάγοντος. Η Αιτήτρια δεν έχει διασαφηνίσει τη θέση της για να καταστεί επιπλέον αντιληπτό πώς και υπό ποια ιδιότητα ακριβώς στοχεύει με το να καταστεί διάδικος. Περαιτέρω, έχοντας υπόψιν το σύνολο των θέσεων της Αιτήτριας ως τούτες έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και κατ' εφαρμογή των λεχθέντων στην Παγκυπριακή (ανωτέρω) σημειώνεται ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει αφού η Αιτήτρια, στη βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν προσφέρθηκε να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη ικανοποίησης της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον της Εναγομένης. Τουναντίον ως προκύπτει από τις επιστολές που η ίδια επεσύναψε στην Ένορκη Δήλωση αλλά και από το ίδιο το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση προκύπτει ότι δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη. Σύμφωνα δε με τα νομολογηθέντα στην Carpenter (πιο πάνω) στο παρόν στάδιο δεν υφίσταται οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και της Αιτήτριας. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που ανωτέρω αναφέρονται σωρευτικά και για τον κάθε ένα ξεχωριστά και ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι η Αίτηση είναι απορριπτέα και ως τέτοια απορρίπτεται. Ακολουθώντας τον κανόνα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ....................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο