Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αίτηση-Έφεση: 275/16, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αίτηση-Έφεση: 275/16 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμον 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Αιτήτριας/Εφεσείουσας και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- Κρις Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας A & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LTD
- Μάριου Νικολαϊδη Καθ΄ ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Σ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ου 1: κα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα Για Καθ΄ ης 2: Καμία εμφάνιση Για Καθ΄ ου 3: κ. Σ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με αρχική ειδοποίηση του ημερ. 8.3.16 ο Καθ΄ ου 1, Διευθυντής Κτηματολογίου, ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι ο ίδιος προτίθετο να μεταβιβάσει το επίδικο ενυπόθηκο διαμέρισμα προς τον αγοραστή, τον Καθ΄ ου 3, και να διαγράψει τις υφιστάμενες προς όφελος της Αιτήτριας, υποθήκες κατ΄ εφαρμογήν σχετικών διατάξεων του Ν.9/
- Με νεώτερη του απόφαση ημερ. 19.5.16 ο Καθ΄ ου 1 απέρριψε τη σχετική ένσταση της Αιτήτριας και την ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε στην απαλλαγή του διαμερίσματος από τις υποθήκες, καθώς και στη μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του Καθ΄ ου 3 εκτός εάν προσκομίζετο εντός 30 ημερών αντίθετο Δικαστικό διάταγμα. Η Αιτήτρια εξασφάλισε τέτοιο διάταγμα στις 13.6.16, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 28.6.16, στα πλαίσια της παρούσας, οπότε προχώρησε σε ακρόαση η κυρίως αίτηση-έφεση. Με την κυρίως Αίτηση-Έφεση της η Αιτήτρια αιτείται την ακύρωση των Ειδοποιήσεων και ή Αποφάσεων του Καθ΄ ου 1 (εφεξής «ο Διευθυντής») ημερ. 8.3.16 και 19.5.16, επικαλούμενη κυρίως την αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών προνοιών, ήτοι των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/65 επί τη βάσει των οποίων φέρεται να ενήργησε ο Καθ΄ ου
- Η αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Ν.14/60, άρθρα 29, 31-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5, 6, 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ1-4 και 6-9, Δ.55, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, Άρθρα 12Α, 16-19, 21-36, Μέρη VI, VIA, VIB, Άρθρο 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224, Άρθρο 80, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, επί των αρχών της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι έφεσης προβάλλονται ειδικότερα οι παραβιάσεις των προστατευομένων δικαιωμάτων από τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, ήτοι της περιουσίας και του συμβάλλεσθαι, ενώ περαιτέρω υπάρχει ισχυρισμός ότι με τις ενέργειες του Καθ΄ ου 1 παραβιάζεται το δικαστικό διάταγμα ημερ. 26.10.10, το οποίο αφορά την πώληση ολόκληρου του τεμαχίου. Η αίτηση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του λειτουργού της Αιτήτριας κ. Κ. Κωνσταντίνου, ο οποίος επισυνάπτει και σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1-12 σχετικά με το ιστορικό της υπόθεσης και στο οποίο γίνεται αναφορά κατωτέρω. Ενστάσεις Οι Καθ΄ ων 1 και 3 καταχώρισαν ενστάσεις, ως επί το πλείστον παρόμοιες μεταξύ τους, συνοδευόμενες από ένορκες δηλώσεις της γραφέως στο Κτηματολόγιο κας Χ. Ιωάννου και του ίδιου του Καθ΄ ου 3 αντίστοιχα, προβάλλοντας ο μεν πρώτος 14 λόγους, ο δε δεύτερος 17 λόγους προς απόρριψη της αίτησης-έφεσης, στους οποίους θα γίνει αναφορά επίσης κατωτέρω, όπου απαιτείται. Η Καθ΄ ης 2 ευρίσκεται υπό εκκαθάριση και δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Γεγονότα Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να παραστεί ανάγκη αντεξέτασης οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντος και τούτο όχι τυχαία, αφού είναι προφανές πως επί των γεγονότων δεν υπάρχει ουσιώδης διαφωνία μεταξύ των διαδίκων. Κρίνεται ότι το απαραίτητο κοινό υπόβαθρο γεγονότων προκύπτει επαρκώς από τις §2-4 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, καθώς και τις §5(α)-(κ), 10 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου 1, τα οποία καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου και έχουν ως εξής: Από την Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας «
- Κατά ή περί την 27.2.2002 και 17.12.2004 ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας οι Υποθήκες με αριθμό Υ.1663/2002 και Υ13224/2004 και Υ13225/2004 αντίστοιχα, από την εταιρεία A & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LIMITED (AE62149) προς όφελος της Αιτήτριας. Επισυνάπτω έγγραφα των πιο πάνω Υποθηκών ως Τεκμήρια 1,2,
- Η Υποθήκη Υ.1663/2002 ενεγράφη για ποσόν ΛΚ600.000 πλέον τόκους, η Β' Υποθήκη Υ.13224/2004 για ποσόν ΛΚ330.000 πλέον τόκους και η Γ' Υποθήκη Υ.13225/2004 για ποσόν ΛΚ150.000 πλέον τόκους.
- Οι Υποθήκες αυτές ενεγράφησαν αρχικά στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής C519, (το οποίο μεταγενέστερα πήρε αριθμό 3/519 και μεταγενέστερα 0/6261) Φ/Σχ 21/54.3.3 τμ C τεμ494 (μεταγενέστερος αριθμός 1445) στους Άγιους Ομολογητές Λευκωσία τοποθεσία Νεκροταφείο, ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. Οι υποθήκες αυτές εξασφάλιζαν και εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις της εταιρείας / καθ' ης η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2 εταιρείας στην αγωγή με αριθμό 4784/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καθώς και διατάγματα εκποίησης του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου που βαρύνεται με τις εν λόγω Υποθήκες. Επισυνάπτω την δικαστική απόφαση ημερ.26.10.2010 ως Τεκμήριο
- Η καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια ποσόν ύψους €1.390.953,77 πλέον τόκους από 1.3.2016 δυνάμει της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, το οποίο αποτελεί εξ αποφάσεως χρέος για την εταιρεία (καθης η αίτηση 2). Η καθής η αίτηση 2 εταιρεία ευρίσκεται υπό εκκαθάριση, εφόσον εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της την 19.11.2008, και έχει διοριστεί εκκαθαριστής ο Κρις Ιακωβίδης στις 10.5.
- Επισυνάπτω σχετικό αποδεικτικό υλικό ως Τεκμήριο
- Από την Ένορκη Δήλωση του Καθ΄ ου 1
- ................................ (α) Ο καθ' ου η Αίτηση/εφεσίβλητος 3, Μάριος Νικολαΐδης, (στο εφεξής ως «ο αγοραστής»), υπέβαλε στις 22.09.2015 την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ410/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ζητώντας να εγγραφεί στο όνομά του το διαμέρισμα επί του τεμαχίου 494, τμήμα C, Φύλλου/Σχεδίου 21/540303 και αριθμό εγγραφής 0/11659 στην περιοχή Αγίων Ομολογητών, στο Δήμο Λευκωσίας (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ155/2004 ( στο εφεξής αναφερόμενο το « πωλητήριο έγγραφο»), σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών). (β) Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 21.1.
- Η σύμβαση, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 9.1.2004 μεταξύ της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2, A & G PROPERTY WISE DEVELOPMENT LTD (στο εφεξής αναφερόμενη ως «η πωλήτρια εταιρεία») από Λευκωσία και του αγοραστή. Η σύμβαση πώλησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο A. (γ) Τα κτηματολογικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου φαίνονται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου ( Τεκμήριο Β), όπως ακόμα φαίνεται ότι κανένα εμπράγματο βάρος ή φάκελος αναγκαστικής πώλησης υπάρχει έναντι του κτήματος. (δ) .............................. (ε) Με την αίτησή του προσκόμισε τις πρωτότυπες αποδείξεις πληρωμής του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Δ.1-
- Η επιβεβαίωση της εξόφλησης φαίνεται και στην ένορκη δήλωση του αγοραστή Τεκμήριο Ε1-Ε
- (στ) .............................. (ζ) ............................... (η) Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα του αγοραστή. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση με την περιγραφή του ακινήτου, στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελοι που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Η Έκθεση Ακινήτου έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο Β. (θ) Στις 8.3.16 στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο ειδοποίηση (τύπος ΙΕ) προς την αιτήτρια/ εφεσείουσα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Η, για υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφοράς των υποθηκών Υ1663/2002, Υ13224/2004 και Υ13225/
- (ι) Η αιτήτρια/εφεσείουσα, ως ενυπόθηκη δανείστρια (βάσει της Υποθήκης Υ1663/2002, Υ13224/2004 και Υ13225/2004) υπέβαλε ένσταση και αίτηση για μεταφορά των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Θ1-
- (κ) Στις 19.5.16 προχωρήσαμε σε αποστολή απαντητικής επιστολής προς την ένσταση της αιτήτριας/εφεσείουσας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ι. ..................................
- Η υποθήκη Υ1663/2002 ενεγράφη αρχικά ως εμπράγματο βάρος σε όλο το μερίδιο του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 494 του Φύλλου/Σχεδίου 21/540303, στην ενορία Αγίων Ομολογητών, Λευκωσία. Το εν λόγω ακίνητο άλλαξε αργότερα αριθμό τεμαχίου και έγινε 1445 και αποτελείται πλέον από δεκαπέντε
(15)ξεχωριστές εγγραφές, οι οποίες προέκυψαν με το φάκελο ΑΧ912/2009. Έτσι και η υποθήκη Υ1663/2002 μεταφέρθηκε αυτόματα και επιβαρύνει πλέον και τις 15 αυτές εγγραφές που αποτελούν το τεμάχιο 1445 ξεχωριστά. Το ίδιο ισχύει και με τις υποθήκες Υ13224/2004 και Υ13225/2004». Προστίθεται στα πιο πάνω πως με βάση τη διενεργηθείσα κατά το 2013 Γενική Εκτίμηση του Κτηματολογίου η συνολική αξία των 15 διαμερισμάτων ήταν €1.467.200 και του επίδικου διαμερίσματος ήταν €119.400, ενώ με βάση εκτίμηση εκ μέρους της Αιτήτριας ημερ. 15.12.15 (και νοουμένου ότι υπάρχουν ξεχωριστοί τίτλοι για κάθε διαμέρισμα) η συνολική αγοραία αξία του τεμ. 1445 ήταν €1.880.000 ενώ οι τιμές καταναγκαστικής πώλησης του τεμαχίου ήταν €1.410.000 και του διαμερίσματος ήταν €129.000 (Τεκμήρια 9 και 12). Σε κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες γεγονότων, τα οποία επίσης είναι αναντίλεκτα, γίνεται αναφορά κατωτέρω, όπου επίσης απαιτείται. Αγορεύσεις Η εισήγηση της Αιτήτριας είναι πως η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή ημερ. 19.5.16 στηρίζεται σε νομοθετικές διατάξεις οι οποίες παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, καθώς και ότι ερχόμενη σε αντίθεση με το δικαστικό διάταγμα ημ. 26.10.10 παραβιάζει και τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Οι Καθ΄ ων 1 και 3 προέβαλαν ότι η προσβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου 1 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τους κανόνες επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος θα πρέπει κατ΄ αρχάς να σημειωθεί ότι με τον Ν.142
(1)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65 το Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών». Το οποίο βασικά ανέστελλε όλες τις πωλήσεις ενυπόθηκων ακινήτων για τα οποία είχαν κατατεθεί συμβάσεις πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/11 και περαιτέρω παρείχε προστασία σε περίπτωση πώλησης δανείων των ενυπόθηκων οφειλετών. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30.4.15 και διαδοχικά, με δύο άλλους νόμους, παρατάθηκε μέχρι τις 4.9.15 (Ν.53
(1)/15 και Ν.133
(1)/15). Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο τροποποιητικός Ν.139
(1)/15 ο οποίος επεξέτεινε την Προστασία Αγοραστών με τα επίμαχα άρθρα 44IH έως 44KZ, τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/15). Η ουσία των νέων αυτών άρθρων είναι πως ο Διευθυντής είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης και υπό τον όρον ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία προβαίνει: «. σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή .» (άρθρο 44ΚΒ). Σε περίπτωση κατά την οποίαν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις ο Διευθυντής προχωρεί στο πρώτο βήμα που είναι η αποστολή Ειδοποίησης Πρόθεσης Μεταβίβασης (ως ο Τύπος ΙΕ του Νόμου) με την οποία ενημερώνεται, μεταξύ άλλων, ο ενυπόθηκος δανειστής ότι έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή, καθώς και ότι σε αντίθετη περίπτωση ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην εξάλειψη της υποθήκης και στη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή. Στην παρούσα περίπτωση οι Καθ΄ ων 1 και 3 προβάλλουν ότι η πρώτη αυτή Ειδοποίηση ημερ. 8.3.16 δεν αποτελεί απόφαση και συνεπώς δεν μπορεί να εφεσιβληθεί. Η Αιτήτρια δεν έχει ασχοληθεί στην αγόρευση της με την ως άνω προδικαστική ένσταση, ενώ πέραν τούτου φαίνεται ούτως ή άλλως να επιχειρηματολογεί μόνο για την απόφαση ημερ. 19.5.16, πράγμα το οποίο καταδεικνύει πως έχει εγκαταλείψει το αιτητικό αυτό της αίτησης-έφεσης. Η πραγματικότητα είναι πως το όποιο τυχόν δικαίωμα προσβολής της Ειδοποίησης ημερ. 8.3.16 είτε δυνάμει του άρθρου 51 του Ν.9/65 είτε δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 θα έπρεπε να ασκηθεί εντός της τασσόμενης από τα εν λόγω άρθρο 30ήμερης προθεσμίας, πράγμα που δεν έχει πράξει η Αιτήτρια αφού καταχώρισε την αίτηση-έφεση της στις 6.6.16 (ενώ αναμφίβολα είχε εγκαίρως λάβει γνώση καταχωρώντας μάλιστα ένσταση και αίτηση μεταφοράς στις 9.3.16). Ενόψει της μη προώθησης, καθώς και του εκπρόθεσμου του μέρους της αίτησης για την αρχική ειδοποίηση θεωρώ ότι παρέλκει η ενασχόληση με την προδικαστική αυτή ένσταση. Το αιτητικό Α ούτως ή άλλως υπόκειται σε απόρριψη για τους πιο πάνω λόγους. Δικαστικός Έλεγχος Συνταγματικότητας Οι αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των Νόμων, όπως έχουν καταγραφεί στη Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335, έχουν ως εξής:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Λρ. 3)
(1996)1 Λ.Λ.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Δικαίωμα Ιδιοκτησίας (Άρθρο 23 Συντάγματος) Το άρθρο 23 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, να απολαμβάνει ή διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συν. Υποθ. 1480/11 κ.α. Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημ. 11.6.14, στην έννοια της «περιουσίας» περιλαμβάνονται «όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα» αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και κατ΄ αυτόν τον τρόπο καλύπτονται και τα «ενοχικής φύσεως» περιουσιακά δικαιώματα (βλ. υποθ. Σ.τ.Ε. 1282/12, ημ. 2.2.12). Ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α.Ν. Λοϊζου στο σύγγραμμα του «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», (σελ. 139), αφού παρατηρεί ότι η ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρωτόκολλο της δεν επεκτείνουν το δικαίωμα του άρθρου 23, προσθέτει: «Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως πολύ πιο πρόσφατα έχει αναφερθεί στην υπόθ. Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 3/16, ημ. 16.3.17: «Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Βέβαια το άρθρο 23.3 του Συντάγματος προνοεί ότι η άσκηση του δικαιώματος δύναται δια νόμου να υποβληθεί σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Πλην όμως, όπως επεξηγεί ο Α.Ν. Λοίζου (ανωτέρω, σελ. 140) σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η δε ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Προσθέτει δε περαιτέρω, πως όπως προβλέπεται στο άρθρο 23.3, για κάθε όρο, δέσμευση ή περιορισμό πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, άνευ της οποίας η στέρηση περιουσίας συνιστά υπό κανονικές συνθήκες μια δυσανάλογη επέμβαση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί (βλ. Α.Ν. Λοίζου, ανωτέρω, σελ. 140). Όπως προκύπτει και από το σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες», παρόμοια είναι και η νομολογία του ΕΔΑΔ. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής στη σελ. 360: «Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά». Στη βάση των πιο πάνω αρχών η Αιτήτρια εισηγείται ότι οι τρεις υποθήκες, καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις προκύπτουν από την εξασφαλισθείσα δικαστική απόφαση, συνιστούν «περιουσία» υποκείμενη σε συνταγματική προστασία της, την οποία (περιουσία) η ίδια στερείται εάν εφαρμοστούν οι κρινόμενες νομοθετικές διατάξεις και μάλιστα επισημαίνει ότι σε τέτοια περίπτωση θα πρόκειται για στέρηση δικαιώματος χωρίς αποζημίωση. Οι Καθ΄ ων 1 και 3 δεν αμφισβητούν ότι οι κατατεθειμένες συμβάσεις υποθηκών ως εμπράγματα βάρη συνιστούν ιδιοκτησία η οποία προστατεύεται από το άρθρο 23, επισημαίνοντας βέβαια ότι παρόμοιας προστασίας τυγχάνει και το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο, το οποίο επίσης αναγνωρίζεται ως εμπράγματο βάρος. Όντως το εμπράγματο βάρος της υποθήκης καταγράφεται στον Ν.9/65 ως πρώτο στο Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος, στο οποίο καταγράφονται και όλα τα υπόλοιπα εμπράγματα βάρη, μεταξύ των οποίων είναι και (i) η εγγραφή δικαστικής απόφασης (memo), (ii) η κατάθεση σύμβασης πώλησης και (iii) η δικαστική απόφαση ή το διάταγμα πώλησης ακινήτου προς εξόφληση ενυπόθηκου χρέους. Είναι δε ενδεικτικό πως σε κάθε περίπτωση κατά την οποία διενεργηθεί αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, είτε στη βάση του άρθρου 37 είτε στη βάση του άρθρου 44Β
(1), τότε μετά την πληρωμή τελών, φόρων κ.λ.π., καθώς και την ικανοποίηση προγενέστερων εμπραγμάτων βαρών, το εκπλειστηρίασμα διατίθεται προς εξόφληση παντός ποσού εξασφαλιζομένου δια της υποθήκης βάσει της οποίας ζητήθηκε η πώληση, δηλαδή αμέσως μετά έπεται η εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους προς ικανοποίηση του δανειστή. Παρά ταύτα όμως, οι Καθ΄ ων 1 και 3 τονίζουν τη διαφορετικότητα των δύο δικαιωμάτων υποδεικνύοντας ότι μια υποθήκη έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού μέσω εκποίησης και υποδεικνύουν ότι από την άλλη πλευρά, μέσω του κατατεθειμένου πωλητηρίου, ο αγοραστής αναμένεται να αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Εισηγούνται δε ότι ο Νομοθέτης προσπάθησε να βρει τη χρυσή τομή στο πρόβλημα των αποκαλούμενων «εγκλωβισμένων αγοραστών». Επικαλούμενοι δε την Ντέμπορα Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 3 προσθέτουν ότι η συνταγματική προστασία του άρθρου 23 πρέπει να είναι ανάλογη με τον σκοπό και ή τον προορισμό του περιουσιακού δικαιώματος. Στη βάση αυτή καταλήγουν ότι η επίμαχη απόφαση δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας καθότι αυτή δεν στερείται το δικαίωμα της σε περιουσία αφού βάσει της νομολογίας τυχόν περιοριστικοί όροι στη χρήση οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν συνιστούν στέρηση αλλά (μόνο) περιορισμό, εκτός εάν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή. Αναλύοντας δε τα γεγονότα της παρούσας η κα Τσαγκάρη προβάλλει πως ακόμα και αν αφαιρεθεί η αξία του επίδικου διαμερίσματος και πάλι η Αιτήτρια παραμένει εμπραγμάτως εξασφαλισμένη αφού, η προγενέστερη του πωλητηρίου, υποθήκη 1663/02 εξακολουθεί να βαρύνει τις υπόλοιπες εγγραφές διαμερισμάτων στην εν λόγω πολυκατοικία, έστω και αν το οφειλόμενο από την Καθ΄ ης 2 (πωλήτρια εταιρεία) προς την Αιτήτρια υπερβαίνει τις Λ.Κ.600.000 συν τόκους. Κατά την εισήγηση το περιουσιακό δικαίωμα δεν καθίσταται αδρανές ούτε αφαιρείται εξ ολοκλήρου ούτε με τους περιορισμούς εξουδετερώνεται η χρήση ή η εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας, αφού ο προορισμός της υποθήκης είναι η εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού μέχρι το ύψος της υποθήκης. Στην παρούσα περίπτωση είναι δεκτό πως τουλάχιστον η εγγραφή της πρώτης υποθήκης αναμφίβολα προηγείται της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου δεδομένου ότι η Υ.1663/02 ενεγράφη στις 27.2.02 και το ΠΩΕ 155/04 κατατέθηκε στις 21.1.04. Αναντίλεκτο παραμένει πως με τη σχετική Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης η Καθ΄ ης 2 συνέστησε την Υ.1663/02 επί του αρχικού ακινήτου, υπ΄ αρ. εγγρ. C519 και υπ΄ αρ. τεμ. 494, πριν την ανέγερση της πολυκατοικίας, προς όφελος της Αιτήτριας Τράπεζας με σκοπό την εξασφάλιση παραχωρούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι ποσού €1.025.160 (Λ.Κ. 600.000) συν τόκους προς 8,5% ετησίως από 27.2.02, με δικαίωμα ανατοκισμού (δις ετησίως). Αναμφίβολα λοιπόν, με βάση και την ορθή θέση της κας Τσαγκάρη, έπεται πως ο προορισμός της υποθήκης αυτής ήταν η εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού μέχρι το προαναφερθέν ύψος της Υ.1663/02 σύμφωνα με το άρθρο 21(γ) του Ν.9/65 («. το μέγιστον ποσόν .. λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη»). Παρέλκει βεβαίως να λεχθεί πως βάσει του άρθρου 23
(1)του ιδίου Νόμου το ακίνητο επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη βαρύνεται δια της πληρωμής του εξασφαλισμένου ποσού κατά προτεραιότητα έναντι οποιασδήποτε άλλης οφειλής και υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτου ή του εκάστοτε ιδιοκτήτη του. Με άλλα λόγια η χρονική αυτή προτεραιότητα έδιδε προβάδισμα στην Αιτήτρια όσον αφορά την ικανοποίηση της από το τυχόν εκπλειστηρίασμα. Δεν έχει καταδειχθεί με βεβαιότητα ότι το χρέος υπερέβαινε το εξασφαλισθέν ποσό τόσο κατά την έκδοση της δικαστικής απόφασης όσο και κατά την καταχώριση της ένστασης στην παρούσα. Ειδικότερα η Αιτήτρια εξασφάλισε στην αγ. 4784/06 Ε.Δ. Λευκωσίας στις 26.10.10 απόφαση εναντίον της Καθ΄ ης 2 για το συνολικό ποσό των €1.053.633, συν τόκους μεν αλλά προς 11,5% από 18.11.05 με δικαίωμα ανατοκισμού (επίσης δις ετησίως), καθώς και Διάταγμα Εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου τεμαχίου. Όπως δε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας το χρέος ανέρχεται πλέον σε €1.390.953 συν τόκους από 1.3.16 (προφανώς εννοείται με τόκο 11,5%). Όπως προκύπτει από την εκτίμηση των Ε.Κ. Total Valuations Ltd ημ. 15.12.15 (Τεκμήριο 9) περί τα 10 έτη προηγουμένως, ήτοι περί το 2005 είχε ανεγερθεί στο πιο πάνω τεμάχιο η τετραόροφη πολυκατοικία, η οποία αποτελείται από τα 15 διαμερίσματα, ένα εκ των οποίων είναι το επίμαχο. Με βάση την ίδια εκτίμηση η συνολική αγοραία αξία του τεμαχίου 1445 (νέα αρίθμηση) και νοουμένου ότι υπήρχαν τίτλοι για τα διαμερίσματα είναι €1.880.000, η δε τιμή αναγκαστικής πώλησης είναι €1.410.000 για το επίδικο τεμάχιο και €129.000 για το διαμέρισμα. Η εκτίμηση αυτή είναι νεώτερη από τη Γενική Εκτίμηση του Κτηματολογίου και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Καθ΄ ων 1 και
- Περαιτέρω όπως συνάγεται από το πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 9.1.15 (Τεκμήριο 12) στο μεσοδιάστημα, ήτοι στις 13.1.12, είχαν εκδοθεί οι ξεχωριστοί τίτλοι των διαμερισμάτων και το επίμαχο διαμέρισμα προσδιορίζεται έκτοτε από την εγγραφή υπ΄ αρ. 0/
- Με την έκδοση των τίτλων η υποθήκη Υ.1663/02 αυτομάτως μεταφέρθηκε και επιβαρύνει πλέον όλα τα διαμερίσματα, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο πιστοποιητικό έρευνας (σελ. 6-22) και από το οποίο διαφαίνονται και τα υπόλοιπα πωλητήρια έγγραφα που έχουν κατατεθεί για άλλα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Οι Καθ΄ ων 1 και 3 ισχυρίζονται ότι ακόμα και αν αφαιρεθεί η αξία του διαμερίσματος από τη συνολική αξία και πάλι το ποσό το οποίο εξασφαλίζεται με την Υ.1663/02 δύναται να καλυφθεί από τις υπόλοιπες εγγραφές. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί πως η παρεμφερής εισήγηση των Καθ΄ ων ότι δεν υπάρχει ολοκληρωτική αφαίρεση του περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας ευσταθεί μόνον υπό την έννοια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξαλείφεται εντελώς ή ολόκληρη η αρχική υποθήκη Υ.1663/02 και ότι στην πραγματικότητα αποδεσμεύεται ένα μερίδιο του όλου ακινήτου επί του οποίου είχε συσταθεί. Με άλλα λόγια εάν υποτεθεί ότι το αρχικό τεμάχιο ανήκε σε 15 συνιδιοκτήτες, ανά 1/15 μερίδιο έκαστος, οι οποίοι τα είχαν υποθηκεύσει, τότε οι επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες και κατ΄ ακολουθίαν η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή θα αφαιρούσε από την ενυπόθηκη περιουσία τη μια υποθήκη διαγράφοντας την. Πράγμα το οποίο όμως αναμφίβολα θα επέφερε συνέπειες ως προς την τιμή αναγκαστικής πώλησης που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί σε δεδομένη χρονική στιγμή. Δεν μπορεί βέβαια να λεχθεί ότι μια τιμή αναγκαστικής πώλησης παραμένει πάντα η ίδια, πλην όμως είναι βέβαιο πως πολύ ψηλότερη τέτοια τιμή θα εξασφαλιστεί εάν εκποιηθεί το όλον, (ήτοι 15/15) αντί μέρος του ακινήτου (ήτοι 14/15). Κατ΄ αναλογίαν λοιπόν το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση διαγραφής υποθήκης η οποία βαρύνει οποιοδήποτε από τα διαμερίσματα, αφού κάθε φορά που διαγράφεται μια επιμέρους υποθήκη επί διαμερίσματος μειώνεται το ποσό το οποίο δυνητικά θα μπορούσε να εξασφαλίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης και κατά συνέπειαν μειώνεται εν τοις πράγμασι η ίδια η εξασφάλιση του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους. Η μείωση αυτή ισοδυναμεί με το ποσό το οποίο θα μπορούσε να συνεισφέρει το συγκεκριμένο μερίδιο-μονάδα ιδιοκτησίας (δηλαδή το διαμέρισμα) στην τιμή αναγκαστικής πώλησης. Οι Καθ΄ ων αφήνουν να νοηθεί πως καμιά σημασία δεν έχει το εάν η Καθ΄ ης 2 οφείλει στην Αιτήτρια ποσό το οποίο υπερβαίνει το ποσό που εμπραγμάτως εξασφαλίζεται από την Υ.1663/02, πλην όμως θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό το οποίο έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ότι, όπως και να ιδωθούν τα πράγματα, με τη διαγραφή της υποθήκης επί του διαμερίσματος του Καθ΄ ου 3 η τιμή αναγκαστικής πώλησης του όλου ακινήτου, που κατά το 2015 εκτιμήθηκε σε €1.410.000, μειώνεται κατά την τιμή αναγκαστικής πώλησης του διαμερίσματος. Δηλαδή βάσει της ίδιας εκτίμησης μειώνεται κατά €129.000 και άρα με τα τότε δεδομένα θα εξασφάλιζε €1.281.
- Είναι γεγονός πως από νομικής συνταγματικής άποψης εάν το θέμα ιδωθεί από πλευράς εξασφαλισμένου ποσού όντως δίδεται η εντύπωση ότι με τις κρινόμενες νομοθετικές πρόνοιες και τη συνακόλουθη απόφαση του Καθ΄ ου 1 επιβάλλεται μόνο περιορισμός στο περιουσιακό δικαίωμα αφού δεν επέρχεται πλήρης στέρηση ή ολοκληρωτική κατάργηση της αρχικής υποθήκης, ασχέτως του ότι κάτι τέτοιο είναι το πιθανότερο εάν όλοι οι αγοραστές στην πολυκατοικία υποβάλουν την ίδια αίτηση για διαγραφή και μεταβίβαση επ΄ ονόματι τους βάσει των κρινόμενων νομοθετικών διατάξεων. Σημειώνεται δε ότι όπως έχει γίνει δεκτό και άλλοι αγοραστές προχώρησαν με παρόμοιες αιτήσεις στο Κτηματολόγιο. Εάν όμως το θέμα ιδωθεί από πλευράς ακινήτου, το οποίο αποδεσμεύεται δια της διαγραφής της υποθήκης ως αυτή έχει επεκταθεί επί συγκεκριμένης κτηματολογικής εγγραφής και αντίστοιχης ιδιοκτησίας, είναι κατά τη γνώμη μου προφανές πως πρόκειται για ολοκληρωτική στέρηση περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας. Είναι δηλαδή προφανές ότι η απόφαση του Καθ΄ ου 1 οδηγεί αναπόφευκτα στη διαγραφή της υποθήκης επί της εγγραφής 0/11659, πράγμα το οποίο αναμφίβολα καταργεί εξ ολοκλήρου το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας επί του επίδικου διαμερίσματος. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε χρήσης ή αξιοποίησης του διαμερίσματος για σκοπούς αναγκαστικής εκτέλεσης και αυτό ακριβώς ισοδυναμεί με ολική στέρηση του συγκεκριμένου δικαιώματος. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν ευσταθεί η εισήγηση ότι με τα επίμαχα άρθρα και την απόφαση του Διευθυντή τίθενται απλώς περιοριστικοί όροι στη χρήση του δικαιώματος που είχε η Αιτήτρια επί του διαμερίσματος. Ούτε βεβαίως δύναται να λεχθεί βάσιμα ότι η διαγραφή της υποθήκης επί της εγγραφής 0/11659 αφήνει άθικτο τον πυρήνα του περιουσιακού δικαιώματος επί του διαμερίσματος αφ΄ ης στιγμής το δικαίωμα συνίστατο ακριβώς σε αυτό το εμπράγματο βάρος (όπως επεκτάθηκε), το οποίο πλέον διαγράφεται και καταργείται ολοκληρωτικά. Μάλιστα η ολοκληρωτική εξαφάνιση του δεν επιτρέπει καν συζήτηση περί αδρανοποίησης του ή όχι, δεδομένου ότι δεν παραμένει πλέον καμιά νομική σχέση της Αιτήτριας με το διαμέρισμα σχετιζόμενη με την υποθήκη η οποία το βάρυνε. Η παρούσα περίπτωση σαφέστατα διακρίνεται από την υπόθεση Ντέμπορα Κυπριανού (ανωτέρω), αφού εκεί είχε απλά ανασταλεί η λειτουργία πισίνας σε αυλή πολυκατοικίας (λόγω έλλειψης ναυαγοσώστη, οδηγιών χρήσεως και βοηθητικών χώρων) για διάστημα που ο αρμόδιος Υπουργός θεωρούσε σκόπιμο. Στην ουσία επρόκειτο για περιορισμούς στη χρήση της για λόγους δημόσιας υγείας και ασφάλειας οι οποίοι ευλόγως κρίθηκαν συνταγματικώς επιτρεπτοί βάσει του άρθρου 23.3 του Συντάγματος αφού ο πυρήνας της ιδιοκτησίας παρέμενε άθικτος και ετίθετο μόνο θέμα συμμόρφωσης με νομοθετικές απαιτήσεις ως προς τη νόμιμη και ασφαλή λειτουργία πισίνας σε πολυκατοικία. Εξ ου και το ότι, σε αντίθεση με την ως άνω υπόθεση, στην παρούσα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συνταγματικώς επιτρεπτούς περιορισμούς στη βάση του άρθρου 23.3, αφού δεν πρόκειται ούτε για προσωρινή παρεμβολή στο δικαίωμα ούτε για κάποιο επιφανειακό ή επιμέρους περιορισμό. Ακόμα όμως και αν στη βάση του εξασφαλιζόμενου ποσού ήταν δυνατόν να θεωρηθεί η διαγραφή της επιμέρους υποθήκης ως απλός περιορισμός του όλου ποσού θα έπρεπε και πάλι αφενός ένας τέτοιος περιορισμός να δικαιολογείται στη βάση των προβλεπομένων στο άρθρο 23.3 και αφετέρου θα έπρεπε να καταβάλλεται το ταχύτερο δυνατό δικαία αποζημίωση. Οι Καθ΄ ων 1 και 3 επικαλούνται ότι ο περιορισμός τέθηκε προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, καθώς και ότι δύναται να δικαιολογηθεί στη βάση του δημοσίου συμφέροντος. Ως προς την τελευταία εισήγηση (περί δημοσίου συμφέροντος) θα πρέπει να σημειωθεί πως το «δημόσιο συμφέρον» δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο άρθρο 23.3 λόγους οι οποίοι θα δικαιολογούσαν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όπως δε προκύπτει από την απόφαση Ολομέλειας στην Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 740/11, ημ. 7.10.14, η συνταγματικώς επιτρεπόμενη επιβολή απαραίτητων περιορισμών (στην άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας) προς το συμφέρον της ανάπτυξης και χρήσης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, διαφέρει από τους μη επιτρεπόμενους περιορισμούς για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ούτως ή άλλως ούτε στην αιτιολογική έκθεση του Ν.139
(1)/2015 περιέχεται οποιαδήποτε επίκληση λόγων «δημοσίου συμφέροντος». Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και δη του αγοραστή-Καθ΄ ου 3, προβάλλεται πως ο Νομοθέτης κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό παρέκαμψε τη σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Είναι δε γεγονός πως αυτό αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν.139
(1)/15. Όπως αναφέρεται στην Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238 εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Στον Ν.139
(1)/15 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Από την αιτιολογική έκθεση του προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ ονόματι εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν εξηγείται για ποιο λόγο μεταξύ των δύο δικαιωμάτων προτιμάται αυτό του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε κάποια πρόνοια για αποζημίωση της Αιτήτριας η οποία με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού δικαιώματος της επί του διαμερίσματος ενώ σαφώς, εάν επικυρωθεί η επίμαχη ρύθμιση, εν τέλει θα διαγραφούν και αρκετές άλλες υποθήκες επί των υπολοίπων διαμερισμάτων στην ίδια πολυκατοικία. Σημειώνεται πως αν ο σκοπός ήταν η μεταβίβαση αυτό μπορούσε να επιτευχθεί με τη χρήση του άρθρου 31
(1)ή
(2)του Ν.9/65 τα οποία προνοούν μεταβίβαση ακινήτου υποκειμένου σε υποθήκη. Ακόμα όμως και εάν δεν ήταν δυνατή τέτοια μεταβίβαση για οποιοδήποτε λόγο (π.χ. μη συγκατάθεση πιστωτή) ο αγοραστής διατηρεί πάντα το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων, τις οποίες το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει βάσει του άρθρου 13 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/11. Αυτό σε αντίθεση με τον ενυπόθηκο δανειστή στον οποίον δεν διαφυλάχθηκε τέτοιο δικαίωμα έναντι οποιουδήποτε παρότι όχι μόνον διαγράφεται η υποθήκη του στο διαμέρισμα αλλά εξουδετερώνεται ως προς αυτό και το δικαστικό διάταγμα εκποίησης που είχε εξασφαλίσει. Είναι προφανές από τα ανωτέρω αφενός πως μοναδικός στόχος των νέων νομοθετικών προνοιών ήταν η απαλλαγή ακινήτων από εμπράγματα βάρη ούτως ώστε οι αγοραστές να καταστούν ιδιοκτήτες και αφετέρου πως αυτό δεν έγινε με συνταγματικώς επιτρεπόμενο τρόπο αφού δεν παρέχεται εξήγηση ως προς την προτίμηση και επιλογή που υπήρξε μεταξύ των δικαιούχων στα εκατέρωθεν περιουσιακά δικαιώματα, ενώ δεν υπήρξε ούτε πρόνοια για αποζημίωση. Στη βάση όλων των πιο πάνω συμφωνώ ότι πρόκειται για αυθαίρετη και συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση επί τω ότι στερεί την Αιτήτρια από νομίμως αποκτηθέν περιουσιακό της δικαίωμα (βλ. Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683, Μακρίδης ν. Cyper Group Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ. 57, Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Ελληνική ν. Parson
(2012)1 Α.Α.Δ. 286). Δικαίωμα του Συμβάλλεσθαι (Άρθρο 26 Συντάγματος) Ως προς την άλλη βάση της Έφεσης υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι αυτό υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς (ή δεσμεύσεις), τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Όπως αναφέρει ο Α.Ν. Λοίζου (ανωτέρω, σελ. 167) η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας, καθώς και την καταγγελία της σύμβασης. Ως προς τους περιορισμούς του δικαιώματος αυτού, στη Harvest (ανωτέρω), με αναφορά στην παλαιότερη βασική επί του θέματος αυθεντία Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, λέχθηκε ότι: «.είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.». Καθοδηγητικά είναι τα όσα έχουν αναφερθεί στην Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 1/14, ημ. 31.10.14, με την οποία ζητήθηκε η γνωμάτευση του Α.Δ. ως προς το κατά πόσον ο περί Απαλλαγής Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υποχρέωσης Χρέους μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Νόμος του 2014 αντέβαινε μεταξύ άλλων το άρθρο 26 του Συντάγματος. Ο εν λόγω νόμος βασικά προέβλεπε πως στην περίπτωση που ενυπόθηκος δανειστής προχωρούσε με πώληση ενυπόθηκου κτήματος αλλά εν τέλει το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για πλήρη εξόφληση του χρέους, τότε οι εγγυητές απαλλάσσοντο από την εγγύηση τους εν σχέσει με το εναπομείναν υπόλοιπο. Καταλήγοντας σε γνωμάτευση αποδεχόμενη αντισυνταγματικότητα λόγω καταστρατήγησης του άρθρου 26 η Ολομέλεια του Α.Δ. ανέφερε μεταξύ άλλων: «Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. ................................. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλόμενων ........................... .................................... Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην πιο πρόσφατη Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.17 εν σχέσει με τη συμπερίληψη των Πιστωτικών Ιδρυμάτων στη γενική πρόνοια του Π.Κ. 314Β περί τοκογλυφίας και δη για υφιστάμενα οικιστικά και φοιτητικά δάνεια, λέχθηκαν τα εξής: «Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενού ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ' ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω όπως πολύ πιο πρόσφατα έχει αναφερθεί στην Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 1/16, ημερ. 16.3.17: «.με την επιβολή, στους μη επηρεαζόμενους μετόχους, προσώπων που θα τους εκπροσωπούν στο διοικητικό συμβούλιο του υπό εξυγίανση Πιστωτικού Ιδρύματος, ανεξάρτητα από τη βούληση τους όπως αυτή εκφράζεται μέσα από ιδιωτικές εταιρικές συμβάσεις (το άρθρο 21 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, είναι σχετικό), παραβιάζεται το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση των Καθ΄ ων ότι εγείρεται αμφιβολία ως προς το ότι το άρθρο 26 προστατεύει και τα δικαιώματα τα οποία προκύπτουν από μια σύμβαση ή ότι η προστασία δεν επεκτείνεται στο περιεχόμενο της σύμβασης ή τέλος ότι μια τέτοια προστασία θα αποτελούσε κώλυμα για περιορισμό περιουσιακών δικαιωμάτων (εάν βέβαια δικαιολογούντο στη βάση του άρθρου 23 του Συντάγματος). Τα λεχθέντα στις Αναφορές 1/14 και 9/16 επιβεβαιώνουν ακριβώς πως θα ήταν παράλογο και άδικο να εκβαραθρώνεται μια συμβατική διευθέτηση εκ των υστέρων και κατόπιν παρέμβασης της Νομοθετικής εξουσίας. Η αναφορά σε κίνδυνο πρόκλησης αβεβαιότητας και έλλειψης εμπιστοσύνης ως προς τα εκάστοτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών ενέχει ακριβώς το νόημα ότι απαιτείται ένα ασφαλές και βέβαιο νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα συναλλάσσονται και θα δρουν οι πολίτες κατά τις εμπορικές, προσωπικές ή άλλης φύσεως νόμιμες δραστηριότητες και δοσοληψίες τους. Με άλλα λόγια θα ήταν εξίσου αντίθετο με τη λογική από τη μια πλευρά να κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως στα πλαίσια της εκάστοτε ισχύουσας νομικής κατάστασης και από την άλλη να μην υπάρχει οποιαδήποτε προστασία από μεταγενέστερες παρεμβάσεις και στρεβλώσεις εν σχέσει με τη βούληση των συμβαλλομένων, δημιουργώντας αβεβαιότητα. Στην παρούσα περίπτωση δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τεκμηριωθεί ότι ο Νομοθέτης με τον Ν.139
(1)/15 παρενέβη σε υφιστάμενη σύμβαση αλλοιώνοντας τη βούληση που είχαν η Αιτήτρια με την Καθ΄ ης 2 κατά τη σύναψη του Εγγράφου Υποθήκης ημερ. 27.2.02 και τη συνακόλουθη υποθήκευση του επίδικου τεμαχίου. Στο εν λόγω Έγγραφο Υποθήκης συμπεριελήφθη η προβλεπόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο (στο άρθρο 31
(2)του Ν.9/65) απαγορευτική ρήτρα περί μη μεταβίβασης του ενυπόθηκου ή οποιουδήποτε τμήματος του χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας ενόσω εκκρεμούν οικονομικές υποχρεώσεις της Καθ΄ ης 2 προς την Αιτήτρια. Είναι αυτονόητο πως οι δύο συμβαλλόμενοι επέλεξαν τους όρους της συμφωνίας τους έχοντας υπόψιν το ισχύον κατά τον επίδικο χρόνο νομικό πλαίσιο. Λογικό είναι πως η Αιτήτρια συναίνεσε στην παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων συνεκτιμώντας σοβαρά το ότι θα υπήρχε η εξασφάλιση μέσω των υποθηκών. Θεωρώ πως αυτή η εκ των υστέρων παρέμβαση και αλλοίωση της βούλησης των αρχικών συμβληθέντων παραβιάζει το δικό τους δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως ενόψει ακριβώς του ότι μετά βεβαιότητος αυτή δεν ήταν η πορεία που εκείνοι θέλησαν και συμφώνησαν. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω ότι το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως θα μπορούσε να περιοριστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο ίδιο το άρθρο 26 του Συντάγματος παρά τις όποιες αναφορές υπήρξαν στη Harvest με την ταυτόχρονη εκεί διευκρίνιση ότι το ίδιο το άρθρο προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα ισχύ. Σε όποιο βαθμό δε, προβάλλεται το επιχείρημα ότι οι νέες ρυθμίσεις δικαιολογούνται προς προστασία των αγοραστών από τις τράπεζες λόγω ιδιάζουσας ισχύος των τελευταίων θα πρέπει να επαναληφθεί απλώς το λεχθέν στην Αναφορά 9/16 ότι «. δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο .». Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών Όσον αφορά την εισήγηση για παραβίαση και της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, έχει λεχθεί νομολογιακά πως αυτή χαρακτηρίζει τη δομή και είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα (Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 3)
(2013)3 Α.Α.Δ. 421, Πρόεδρος ν. Βουλής Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14). Πολύ πρόσφατα στην Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 8/16, ημ. 2.5.17, κρίθηκε ότι παραβιάζει την πιο πάνω αρχή Νόμος ο οποίος ουσιαστικά εξουδετέρωνε διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο ήταν κανονιστικό και εκτελεστικό του προϋφιστάμενου Νόμου. Η αλήθεια είναι πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προβληθεί λόγος ακύρωσης σχετικά με παραβίαση της Αρχής της Διάκρισης των εξουσιών. Εκείνο που έχει προβάλει η Αιτήτρια στην αίτηση-έφεση της είναι πως η ίδια η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και ή αντιτίθεται στο διάταγμα εκποίησης ημερ. 26.10.10. Όπως έχει ήδη αναφερθεί προηγουμένως η «απόφασις ή διάταγμα Επαρχιακού Δικαστηρίου περί την πώλησιν ακινήτου προς εξόφλησιν ενυπόθηκου χρέους» περιλαμβάνεται στα Εμπράγματα Βάρη στο Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος του Ν.9/65. Ο βασικός Ν.9/65 με την επιφύλαξη στο εδ.
(6)του άρθρου 12 προέβλεψε πως το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται δια διατάγματος του να τροποποιήσει, διαγράψει ή προσθέσει οτιδήποτε στο Πρώτο Παράρτημα, δηλαδή και στο Μέρος Ι το οποίο περιέχει τα εμπράγματα βάρη. Μέχρι σήμερα βέβαια η δικαστική απόφαση ή διάταγμα εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ως εμπράγματα βάρη. Από την άλλη πλευρά τα κρινόμενα άρθρα, τα οποία προσέθεσε ο Ν.139
(1)/15, χορήγησαν εξουσία στον Διευθυντή να προβαίνει σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση υποθήκης ή εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης και ακολούθως να μεταβιβάζει την ακίνητη ιδιοκτησία επ΄ ονόματι του αγοραστή. Στην παρούσα περίπτωση όμως, δεν φαίνεται να έχει δώσει ο Διευθυντής οποιαδήποτε ειδοποίηση η οποία να αφορά απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση του διατάγματος πώλησης. Τόσον η αρχική του ειδοποίηση (τύπος ΙΕ), όσον και η απάντηση του στην ένσταση της Αιτήτριας, αναφέρονται και αφορούν τις υποθήκες ως έχουν επεκταθεί επί του διαμερίσματος. Προφανώς ο λόγος για τον οποίον ο Διευθυντής δεν αναφέρεται σε κάτι σχετικό είναι διότι η Αιτήτρια δεν ενέγραψε στο Κτηματολόγιο την απόφαση ή το διάταγμα και ούτε προχώρησε με μέτρα αναγκαστικής πώλησης, όπως συνάγεται από τα πιστοποιητικά έρευνας, καθώς και την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου 1 (στην §13). Παρατηρείται λοιπόν ότι στην πραγματικότητα ο Καθ΄ ου 1 δεν έχει προβεί σε κάποια άμεση ενέργεια σχετιζόμενη με το δικαστικό διάταγμα ενώ και αυτή η απόφαση του αφορά, όπως έχει εξηγηθεί, την απαλλαγή ενός διαμερίσματος και όχι το τεμάχιο στο οποίο αφορά το δικαστικό διάταγμα. Το οποίο δικαστικό διάταγμα εξακολουθεί να ισχύει και η Αιτήτρια θα μπορούσε να επιδιώξει την εκτέλεση του, σε όποιο βαθμό δεν έχει προηγηθεί άλλη ενέργεια η οποία επηρεάζει την ισχύ του. Εν πάση δε περιπτώσει η απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση εμπράγματων βαρών είναι γενικότερα εξουσίες που δίδονται και αρμόζουν στη θέση Διευθυντή Κτηματολογίου, οπότε εάν οι κρινόμενες νομοθετικές πρόνοιες συνήδαν κατά τα άλλα με το Σύνταγμα δεν θα θεωρούσα ότι η διοικητικής φύσεως αυτή ενέργεια του Διευθυντή θα σήμαινε άσκηση Δικαστικής Εξουσίας ή παρέμβαση στο έργο της, κατά τον τρόπο που εισηγείται η Αιτήτρια. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό πως τα άρθρα 44Κ-44ΚΔ του Ν.9/65 σε όποιαν έκταση επιτρέπουν την εκ των υστέρων διαγραφή της υποθήκης επί της εγγραφής υπ΄ αρ. 0/11659 ευρίσκονται σε αντίθεση και παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και κατά συνέπειαν η σχετική απόφαση του Καθ΄ ου 1 ημερ. 19.5.16 η οποία στηρίζεται στα εν λόγω άρθρα θα πρέπει να ακυρωθεί γι΄ αυτό τον λόγο και ακυρώνεται δια της παρούσης. Ενόψει της φύσης των θεμάτων που έχουν απασχολήσει κρίνω ορθότερο και δικαιότερο όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο