← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΨΗΜΟΛΟΦΟΥ ν. ΣΙΗΜΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5565/2014, 8/1/2018

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΨΗΜΟΛΟΦΟΥ ν. ΣΙΗΜΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5565/2014, 8/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5565/2014 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΨΗΜΟΛΟΦΟΥ Εναγόντων και ΣΙΗΜΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγομένου --------------------- 8 Ιανουαρίου, 2018. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Βασιλείου με κ. Κορομία διά Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενος παρών, αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο ποσό €284,35 πλέον έξοδα, ποσό το οποίο ισχυρίζονται ότι αντιστοιχεί σε δημοτικά τέλη, φόρους και επιβαρύνσεις που ο Εναγόμενος οφείλει προς αυτούς. Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπισή του, ισχυρίζεται ότι το ποσό της φορολογίας που κλήθηκε να πληρώσει είναι υπερβολικό. Αναφέρει ότι είχε υποβάλει σχετική ένσταση στην Επαρχιακή Διοίκηση, η οποία απορρίφθηκε. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι άλλα πρόσωπα που κατέχουν ακίνητη περιουσία εντός των Δημοτικών Ορίων πληρώνουν χαμηλότερη φορολογία. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο Μάριος Πέτρου, Κοινοτάρχης των Εναγόντων (ΜΕ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Ψημολόφου συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Κοινοτήτων Νόμου 86

(1)/
  1. Συνέχισε λέγοντας ότι ο Εναγόμενος τα έτη 2012 και 2013 ήταν κάτοχος ακίνητης περιουσίας εντός των δημοτικών ορίων και του επιβλήθηκαν οι ακόλουθες φορολογίες δυνάμει της προαναφερόμενης νομοθεσίας και των περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικών) Κανονισμών του Κοινοτικού Συμβουλίου Ψημολόφου του 2008: (α) Για κοινοτικές υπηρεσίες για το έτος 2012, ποσό ύψους €121,00 πληρωτέο μέχρι 31.12.2012 (Τεκμήριο 1), και (β) Για κοινοτικές υπηρεσίες για το έτος 2012, ποσό ύψους €121,00 πληρωτέο μέχρι 31.12.2013 (Τεκμήριο 2). Συνέχισε λέγοντας ότι τα πιο πάνω ποσά δεν πληρώθηκαν από τον Εναγόμενο και, ενόψει της παράλειψης του αυτής, επιβλήθηκε η προβλεπόμενη από τους Κανονισμούς επιβάρυνση 25% επί του οφειλόμενου ποσού για το έτος 2012, ήτοι ποσό €30,25 και επιβάρυνση 10% επί του οφειλόμενου ποσού για το έτος 2013, ήτοι ποσό €12,
  2. Συνεπεία αυτού, ο Εναγόμενος οφείλει συνολικό ποσό €284,35, το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, ερωτήθηκε πώς καθορίζεται το ύψος της φορολογίας. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο κατέθεσε το 2008 στην Επαρχιακή Διοίκηση τα φορολογικά κριτήρια με βάση τα οποία καθορίζονται τα επιβληθέντα τέλη, τα οποία και εγκρίθηκαν από την Επαρχιακή Διοίκηση. Πρόσθεσε ότι ο υπολογισμός γίνεται με βάση την εκτιμημένη αξία της ακίνητης περιουσίας που κατέχει έκαστος φορολογούμενος εντός των δημοτικών ορίων και ότι η ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου είχε εκτιμηθεί στο ποσό των €636.
  3. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στην επίδικη φορολογία δεν περιλαμβάνονται τέλη αποκομιδής σκυβάλων γιατί δεν υπάρχει κατοικία στην περιουσία του Εναγόμενου. Τέλος ο ΜΕ1 ανέφερε στον Εναγόμενο ότι η ένσταση που είχε υποβάλει εναντίον του ποσού του επιβληθέντος φόρου είχε απορριφθεί από την Επαρχιακή Διοίκηση και έτσι συνεχίζει να παραμένει οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό. Για σκοπούς υπεράσπισης κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Κατά τη μαρτυρία του, ανέφερε ότι η μέθοδος που ακολουθείται για καθορισμό της φορολογίας με βάση την εκτιμημένη αξία της περιουσίας είναι λανθασμένη, ενώ ανέφερε ότι είχε αποταθεί και στο γραφείο του Επάρχου για το ζήτημα, όμως δεν εισακούστηκε. Μετά το πέρας της ακρόασης η συνήγορος των Εναγόντων και ο Εναγόμενος αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Ο Εναγόμενος ανέφερε στην τελική του αγόρευση ότι το ποσό της φορολογίας που επιβλήθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο είναι υπερβολικό και δυσανάλογο με βάση τα εισοδήματά του. Εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκειά του γιατί δεν εισακούστηκαν τα παράπονά του στην Επαρχιακή Διοίκηση και στο Δημοτικό Συμβούλιο. Η συνήγορος των Εναγόντων υποστήριξε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την ορθότητα της επιβληθείσας φορολογίας, η οποία, εν πάση περιπτώσει, είναι εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Πρόσθεσε ότι η μαρτυρία απέδειξε ότι ο Εναγόμενος οφείλει και δεν έχει πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά. Έχω κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας - διά ζώσης και έγγραφης - που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής[1]. Πρέπει να σημειώσω ότι δεν διακρίνω διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα καθορίσουν το αποτέλεσμα. Αποτελεί κοινό τόπο ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο έχει επιβάλει τις προαναφερόμενες φορολογίες στον Εναγόμενο για τα έτη 2012 και 2013, καθώς και ότι ο Εναγόμενος δεν πλήρωσε εμπρόθεσμα τα οφειλόμενα ποσά με αποτέλεσμα να επιβληθούν επιβαρύνσεις, ως ο ΜΕ1 εξήγησε, και το συνολικό οφειλόμενο ποσό να διαμορφωθεί στο αξιούμενο με την αγωγή. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος είχε αμφισβητήσει την επιβληθείσα φορολογία υποβάλλοντας ένσταση στην Επαρχιακή Διοίκηση, η οποία ένσταση απορρίφθηκε και ότι τα επίδικα ποσά δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα. Όπως ανέφερα, τα πιο πάνω γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Προκύπτουν τόσο από τα δικόγραφα αλλά και από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και του Εναγόμενου. Συνιστούν δε και ευρήματα του Δικαστηρίου[2]. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς τη βάση αγωγής των Εναγόντων και το αξιούμενο ποσό[3]. Το άρθρο 99
(1)του περί Κοινοτήτων Νόμου 86(Ι)/1999, παρέχει στο Δημοτικό Συμβούλιο την εξουσία να εισπράξει, ως αστικό χρέος, οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα, επιβαρύνσεις ή φόρους που είναι πληρωτέα προς αυτό, μαζί με οποιαδήποτε επιβληθείσα προσαύξηση. Σημειώνω ότι ο Ν. 86(Ι)/1999παρέχει το δικαίωμα στο Κοινοτικό Συμβούλιο να ενάγει και να ενάγεται υπό την επωνυμία του (άρθρο 103). Στην υπό κρίση περίπτωση, συνιστά γεγονός ότι ο Εναγόμενος οφείλει προς το Κοινοτικό Συμβούλιο κοινοτικά τέλη για τα έτη 2012 και 2013, ως παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 1 και 2, καθώς και τις προαναφερόμενες επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν ένεκα του ότι δεν πληρώθηκαν εμπρόθεσμα. Συνιστά επίσης γεγονός ότι τα ποσά αυτά δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα. Συνεπώς, το Κοινοτικό Συμβούλιο δικαιούται να τα διεκδικεί μέσω της παρούσας αγωγής. Η υπεράσπιση που ο Εναγόμενος προβάλλει είναι ότι η επιβληθείσα φορολογία είναι υπέρμετρα υψηλή. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι η σχετική ένσταση που είχε υποβάλει ο Εναγόμενος στην Επαρχιακή Διοίκηση, απορρίφθηκε. Μετά την απόρριψη της ένστασής του, ο Εναγόμενος δεν προέβη σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα για να αμφισβητήσει την ορθότητα της φορολογίας. Το παρόν Δικαστήριο, όπως ορθά επισήμανε η συνήγορος των Εναγόντων, είναι αναρμόδιο να εξετάσει την ορθότητα του ποσού της φορολογίας. Η επιβολή φορολογίας συνιστά διοικητική πράξη και το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να υπεισέλθει και να εξετάσει την ορθότητα του ύψους του επίδικου ποσού, η οποία θεωρείται πλέον δεδομένη[4]. Σ' ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, η οφειλή κατέστη τελεσίδικη και τα επίδικα ποσά καταβλητέα και απαιτητά. Τα όσα δε ο Εναγόμενος αναφέρει σχετικά με τα εισοδήματά του δεν αναγνωρίζονται ως υπεράσπιση από το Ν. 86(Ι)/99και δεν μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τόσο τη βάση αγωγής τους όσο και το ποσό το οποίο αξιώνουν. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €284,35, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [2] Βασιλείου κ.α. ν Μενελάου κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1125, Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [3] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 [4] .E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.α. ν Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, Kanika Hotels Ltd v Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(1996)3 A.A.Δ. 169. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.