J & L PELEKANOS LTD ν. Φάνου Βασιλείου, Αγωγή Αρ. 8562/10, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 8562/10 ΜΕΤΑΞΥ: J & L PELEKANOS LTD Ενάγουσας και Φάνου Βασιλείου Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2018 Για την ενάγουσα: κα Α. Κοζάκου, για Θεόδωρο Μ. Ιωαννίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο: κ. Π. Βαρνάβας, για Χριστόδουλο Γ. Βασιλειάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την αγωγή της η οποία καταχωρήθηκε στις 13.10.10 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €1.892,27 ως ποσό οφειλόμενο σε σχέση με επί πιστώσει πώληση εμπορευμάτων, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, η ενάγουσα είναι νομίμως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται με την πώληση και εγκατάσταση κρυστάλλων και καθρεπτών. Κατόπιν παράκλησης του εναγομένου η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε επί πιστώσει σε αυτόν διάφορα εμπορεύματα, προς τούτο δε ανοίχθηκε εμπορικός λογαριασμός στον οποίο αναγράφοντο οι χρεώσεις, οι πιστώσεις και το χρεωστικό υπόλοιπο. Κατά ή περί την 31.7.10 ο λογαριασμός έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο €1.892,27 το οποίο, παρά τις ειδοποιήσεις της ενάγουσας, ο εναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει, γι' αυτό και εγέρθηκε η παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση, διά της οποίας αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών της ενάγουσας, ως και την ιδιότητα της. Ο εναγόμενος αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με την ενάγουσα υπό την προσωπική του ιδιότητα και ισχυρίζεται ότι οι όποιες συναλλαγές, επαφές ή δοσοληψίες του με την ενάγουσα ήταν υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ η οποία ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες και υπηρεσίες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εταιρεία ουδέποτε ζήτησε από την ενάγουσα την πώληση επί πιστώσει εμπορευμάτων, παρά μόνο πρότεινε στους δικούς της πελάτες (της Φάνος Βασιλείου Λτδ) την ενάγουσα ως το πρόσωπο που θα μπορούσε να προμηθεύσει με εμπορεύματα τους πελάτες της, όταν αυτοί της ζητούσαν τέτοιου είδους εμπορεύματα. Άνευ βλάβης του τελευταίου ισχυρισμού του, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Φάνος Βασιλείου Λτδ υπέστη ζημιές και διαφυγόντα κέρδη ύψους €2.000 επειδή η ενάγουσα παρέβη συμφωνίες που συνήψαν μαζί της οι πελάτες της Φάνος Βασιλείου Λτδ, αφού δεν τους προμήθευσε εγκαίρως με τα παραγγελθέντα από αυτούς εμπορεύματα, με αποτέλεσμα οι πελάτες της Φάνος Βασιλείου Λτδ να τερματίσουν τις συμφωνίες τους με την τελευταία. Ο εναγόμενος αρνείται την απαίτηση της ενάγουσας και αιτείται την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. Η ενάγουσα, μέσω της Απάντησης που καταχώρησε, αρνείται ότι συναλλάσσετο με την εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ, για την ύπαρξη της οποίας έλαβε γνώση για πρώτη φορά μέσω της Υπεράσπισης του εναγομένου. Η ενάγουσα συναλλάσσετο πάντοτε με τον εναγόμενο προσωπικά, στο όνομα του οποίου γίνονταν όλες οι χρεώσεις και στον οποίο παραδίδονταν τα εμπορεύματα, ουδέποτε δε ο εναγόμενος ισχυρίστηκε και/ή ανέφερε στην ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ότι ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά της ενάγουσας μαρτυρία έδωσε ο Λάμπρος Πελεκάνος (ΜΕ1) και ο Κυριάκος Λοϊζίδης (ΜΕ2) και για την πλευρά του εναγομένου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΥ). Κατατέθηκαν επίσης 7 τεκμήρια. Μαρτυρία Λάμπρου Πελεκάνου (ΜΕ1) Ο Λάμπρος Πελεκάνος (ΜΕ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Είπε πως είναι ο διευθυντής της ενάγουσας και το πρόσωπο που έκανε όλες τις συναλλαγές της ενάγουσας με τον εναγόμενο. Αποφοίτησε, ως ανέφερε, από το Δημοτικό Σχολείο και έκτοτε ασχολείται με καθρέφτες, κρύσταλλα κ.α., στην πορεία δε, ίδρυσε την ενάγουσα εταιρεία (Τεκμήριο 1), η οποία ασχολείται με την πώληση και εγκατάσταση κρυστάλλων και καθρεφτών. Γνωρίζει τον εναγόμενο, ο οποίος ασχολείτο με ξυλουργικές εργασίες (ήταν πελεκάνος) για πάρα πολλά χρόνια και τον οποίο προμήθευε με γυαλιά, κρύσταλλα και άλλα σχετικά. Ο εναγόμενος πήγαινε στον ΜΕ1, ο οποίος (ΜΕ1) τον προμήθευε με ό,τι χρειαζόταν και προς τούτο είχαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό. Ο εναγόμενος γενικά ήταν συνεπής με τις πληρωμές του, αφού πλήρωνε σε μετρητά. Γύρω στο 2010, ο εναγόμενος παραπονέθηκε ότι «έπεσαν» οι δουλειές του, κάτι το οποίο είχε διαπιστώσει και ο ίδιος ο ΜΕ1 από τις αγορές στις οποίες ο εναγόμενος προέβαινε. Κατά ή περί την 31.7.10, ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο €1.892,27 (σχετική κατάσταση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Ο ΜΕ1 προέβαλε πως τηλεφώνησε αρκετές φορές στον εναγόμενο ζητώντας του να τακτοποιήσει το υπόλοιπο και πως ο εναγόμενος του έλεγε ότι θα τα κανονίσει και μάλιστα πήγε πολλές φορές στη δουλειά του ΜΕ1, πλην όμως δεν τον πλήρωσε. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως είναι με έκπληξη που ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του ότι ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι δοσοληψίες δεν ήταν δικές του αλλά της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ, αποκαλύπτοντας δύο επιταγές από το βιβλιάριο επιταγών της εν λόγω εταιρείας που δόθηκαν στον ΜΕ1, τις οποίες, ακόμη και να παρέλαβε, όλα αυτά τα χρόνια ο ίδιος τον εναγόμενο είναι που γνώριζε και με αυτόν συναλλασσόταν. Ουδέποτε, ως αναφέρει, του αποκάλυψε ο εναγόμενος την ύπαρξη της εταιρείας, και ουδέποτε ο ΜΕ1 συνεργάστηκε με την εταιρεία ή με οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο της εταιρείας. Επίσης, είπε πως ο ισχυρισμός ότι καθυστέρησε να παραδώσει εμπορεύματα στην εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί ζημιά ύψους €2.000 είναι ψευδής και ανυπόστατος. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε σε σχέση με το κατά πόσον γνώριζε περί της ύπαρξης της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ, για τη συνεργασία του με τον εναγόμενο και για το διεκδικούμενο υπόλοιπο λογαριασμού. Δεν αναγνώρισε κάποιο βιβλιάριο επιταγών που του υποδείχθηκε και κάποια επιταγή (Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α και Β), αλλά αναγνώρισε έτερη επιταγή η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, η οποία εξαργυρώθηκε από τον ίδιο προσωπικά, ως ανέφερε, και «έδωσε» τα χρήματα στην εταιρεία του. Για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων, αναφορά στα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε αντεξετασθείς, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Επανεξετασθείς ανέφερε ότι έτυχε στο παρελθόν να τον πληρώσει κάποιος με επιταγή τρίτου προσώπου. Μαρτυρία Κυριάκου Λοϊζίδη (ΜΕ2) Ο Κυριάκος Λοϊζίδης (ΜΕ2) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Β). Είναι, ως ανέφερε, εγκεκριμένος λογιστής - ελεγκτής και διατηρεί ελεγκτικό γραφείο στη Λευκωσία. Τα τελευταία 7 χρόνια είναι ο λογιστής της ενάγουσας και ελέγχει τα λογιστικά της βιβλία. Από τους λογαριασμούς που του παρέδωσε το 2010 ο ΜΕ1, φαινόταν πάντοτε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €1.892,27 από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα. Από το 2010 που παρέλαβαν τα βιβλία, ο λογαριασμός του εναγομένου δεν παρουσίασε κίνηση. Η ενάγουσα δεν παρουσίασε υποστηρικτικά στοιχεία για τον εν λόγω λογαριασμό επειδή, όπως τους εξήγησαν, τα περισσότερα τιμολόγια και τα έγγραφα είχαν καταστραφεί με την αλλαγή των λογιστών της ενάγουσας και της μεταφοράς των λογαριασμών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Από έρευνα που έκαναν στα παραδοθέντα έγγραφα της ενάγουσας, βρήκαν αριθμό τιμολογίων και αποδείξεων του έτους 2003 που εκδόθηκαν επ' ονόματι του εναγομένου ο οποίος και υπογράφει τα τιμολόγια (Τεκμήρια 4.1 - 4.11). Ο ΜΕ2 αντεξετάστηκε σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου, σε σχέση με την έρευνα που οδήγησε στην ανεύρεση των εγγράφων που παρουσίασε, καθώς και σε σχέση με την ισχυριζόμενη ζημιά που η ενάγουσα προκάλεσε στην εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ. Είπε ότι ο ΜΕ1 τον διαβεβαίωσε ότι το υπόλοιπο που φαίνεται στο Τεκμήριο 2 εξακολουθεί να οφείλεται, καθώς και το ότι σέβεται τους προηγούμενους συναδέλφους του και δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την ορθότητα του υπολοίπου που υπάρχει στα βιβλία της ενάγουσας, αφού κάθε επαγγελματίας είναι υποχρεωμένος να επαληθεύει όλα τα υπόλοιπα των χρεωστών και πιστωτών. Όσον αφορά στην έρευνα που οδήγησε στον εντοπισμό των τιμολογίων που κατέθεσε, εξήγησε πως δόθηκε εντολή στους υπαλλήλους της ενάγουσας να ερευνήσουν την αποθήκη προς εντοπισμό στοιχείων που να αποδεικνύουν το υπόλοιπο του εναγομένου. Τα έντυπα που εντοπίστηκαν παραδόθηκαν στους λογιστές, οι οποίοι διαχώρισαν τα τιμολόγια που αφορούσαν τον εναγόμενο και τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Τα τιμολόγια αποτελούν μέρος των δοσοληψιών που γίνονταν, όμως δεν γνώριζε αν τα τιμολόγια υπεγράφησαν από τον εναγόμενο υπό την ιδιότητα του διευθυντή εταιρείας. Δεν συμφώνησε, τέλος, ότι η ενάγουσα προκάλεσε διαφυγόντα κέρδη στην εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ. Εκτενέστερη αναφορά στα όσα ο ΜΕ2 ανέφερε αντεξετασθείς θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Μαρτυρία Φάνου Βασιλείου (εναγόμενου) (ΜΥ) Ο εναγόμενος Φάνος Βασιλείου (ΜΥ) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Γ). Ανέφερε πως είναι διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ (Τεκμήριο 4). Η εν λόγω εταιρεία ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες και εγκαταστάσεις, ο ίδιος δε, ήταν υπάλληλος της εταιρείας από την ίδρυση της μέχρι και το 2012, οπότε και σταμάτησε να καταβάλλει κοινωνικές ασφαλίσεις αφού η εταιρεία δεν είχε πλέον κύκλο εργασιών. Η συνεργασία που είχε με την ενάγουσα γινόταν υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ, γεγονός που γνωρίζει ο ΜΕ1, με τον οποίο γίνονταν οι συναλλαγές. Οι δύο εταιρείες συνεργάζονταν για 20 περίπου χρόνια. Ανέφερε επίσης ότι οι οποιεσδήποτε παραγγελίες εμπορευμάτων που γίνονταν από την εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ στην ενάγουσα, γίνονταν όταν πελάτες της πρώτης εταιρείας ζητούσαν να προμηθευτούν με κομμάτια γυαλιού ή καθρέφτες που εμπορευόταν η ενάγουσα. Οι οφειλές για τις εν λόγω παραγγελίες πληρώνονταν άμεσα στην ενάγουσα, μόλις ο ΜΥ παραλάμβανε τα λεφτά από τους πελάτες του. Είπε επίσης ότι είχε εκδώσει πάρα πολλές φορές επιταγές από τα βιβλιάρια της εταιρείας του προς την ενάγουσα, τις οποίες παραλάμβανε ο ΜΕ1. Τούτο επιβεβαιώνεται από το βιβλιάριο επιταγών της εταιρείας του, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 (το οποίο είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α), καθώς και από την επιταγή Τεκμήριο 3 την οποία παρέλαβε ο ΜΕ1 και εισέπραξε το σχετικό ποσό. Το γεγονός ότι ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας του υποστηρίζεται και από επιταγή την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 (η οποία είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο προς Ααναγνώριση Β), η οποία αποδεικνύει ότι ο ίδιος λάμβανε μισθό από την εταιρεία του. Όσον αφορά στα τιμολόγια που κατατέθηκαν, ανέφερε ότι δεν θυμάται τα εν λόγω έγγραφα, ούτε αντιλαμβάνεται για ποια υλικά ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι οφείλει κάποιο ποσό, για ποιο χρονικό διάστημα και βάσει ποιας παραγγελίας. Είπε επίσης ότι πρέπει να υπάρχουν και πολλά τιμολόγια και αποδείξεις που εκδόθηκαν επ' ονόματι της Φάνος Βασιλείου Λτδ, τα οποία θεωρεί πως σκόπιμα δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Οτιδήποτε πάντως υπέγραφε το οποίο αφορούσε συναλλαγές της εταιρείας του, το υπέγραφε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι γύρω στο 2010 είχε ζητήσει εκ μέρους κάποιων πελατών του συγκεκριμένα υλικά από την ενάγουσα, η οποία, παρά το ότι του ανέφερε ότι θα παρέδιδε τα υλικά εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα οι πελάτες του να εκνευριστούν και να ακυρώσουν τις παραγγελίες των επίπλων, με αποτέλεσμα να ζημιώσει κατά €2.000, ποσό που αντιπροσωπεύει την αγοραστική αξία των επίπλων που οι πελάτες είχαν παραγγείλει από την εταιρεία του. Μετά το εν λόγω περιστατικό, η συνεργασία της εταιρείας του με την ενάγουσα διακόπηκε, το ίδιο και οι σχέσεις του με τον ΜΕ1. Περαιτέρω, επειδή η ενάγουσα κίνησε την αγωγή εναντίον του ιδίου προσωπικά, δεν μπορούσε, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, να προωθηθεί και η απαίτηση της εταιρείας του εναντίον της ενάγουσας. Αναφέρει τέλος ότι ούτε ο ίδιος, ούτε η εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα, και προφανώς έχει γίνει κάποιο λογιστικό λάθος. Ο ΜΥ αντεξετάσθηκε σε σχέση με τη συνεργασία του με την ενάγουσα. Παραδέχθηκε ότι συναλλασσόταν προσωπικά με τον ΜΕ1 από το 1974, υποστήριξε όμως ότι μετά που δημιουργήθηκε η εταιρεία του (το 1986) τα πράγματα άλλαξαν, ισχυριζόμενος ότι ο ΜΕ1 γνώριζε ότι δημιουργήθηκε εταιρεία και ότι τον πλήρωνε (τον ΜΕ1) με επιταγές της εταιρείας και όχι προσωπικές του επιταγές. Δέχτηκε ότι υπήρχε λογαριασμός για τις συναλλαγές του με την ενάγουσα. Περαιτέρω, δέχτηκε ότι για τις αγορές που έκανε εκδίδοντο τιμολόγια και αποδείξεις και ότι παρέλαβε τα προϊόντα που φαίνονται στα τιμολόγια που του υποδείχθηκαν, πλην όμως επέμεινε ότι η υπογραφή επί των τιμολογίων δεν ήταν δική του. Αρνήθηκε ότι υπήρχε ταμπέλα έξω από το κατάστημα του με την επιγραφή «Ξυλουργικά Έργα Φάνος Βασιλείου». Σε υποβολή ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €1.892,27 ανέφερε ότι δεν οφείλει οτιδήποτε στην ενάγουσα ούτε και υποσχέθηκε να την εξοφλήσει. Περαιτέρω αναφορά στα όσα ο ΜΥ υποστήριξε αντεξετασθείς θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του, για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που προσφέρθηκε, προβαίνοντας έκαστος σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς και σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω και στον βαθμό που χρειάζεται. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 23/15, ημερ. 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολ. Έφ. 387/09, ημερ. 21.5.14), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και χωρίς να παραγνωρίζω το προφανές συμφέρον του από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, σπεύδω να σημειώσω πως αποκόμισα την εντύπωση ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και συνέπεια και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 ήταν σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας για το ότι στα πλαίσια της πολυετούς (από το 1974) συνεργασίας του με τον ΜΥ, ο τελευταίος δεν του αποκάλυψε ότι ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ. Εξ ου και πάντα εξέδιδε τιμολόγια και αποδείξεις επ' ονόματι του ΜΥ, κάποια εκ των οποίων εντοπίστηκαν και κατατέθηκαν από τον ΜΕ2 ως Τεκμήρια 4.1 - 4.11, και επιβεβαιώνουν τη θέση του ΜΕ
- Η ενάγουσα εταιρεία, ως ανέφερε αντεξετασθείς, συστάθηκε το 1973, έχει, δηλαδή, μία πολύχρονη παρουσία στην αγορά, τα δε βιβλία και λογαριασμοί της ελέγχονται, και δεν μπορεί παρά να διερωτάται κάποιος ποιο λόγο θα είχε πράγματι ο ΜΕ1 να εκδίδει τιμολόγια και αποδείξεις επ' ονόματι του ΜΥ προσωπικά, αν ο τελευταίος του είχε αποκαλύψει ότι ενεργούσε εκ μέρους εταιρείας. Σε τέτοια περίπτωση, είναι λογικό πως ο ΜΕ1 θα εξέδιδε τα τιμολόγια και τις αποδείξεις στο όνομα της εταιρείας με δεδομένο μάλιστα ότι φάνηκε πως είναι σε θέση να διαχωρίσει μία εταιρεία από το φυσικό πρόσωπο που είναι διευθυντής της. Η θέση, λοιπόν, του ΜΕ1 ότι ο ΜΥ ουδέποτε του αποκάλυψε πως συναλλασσόταν με την ενάγουσα εκ μέρους της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ, γίνεται αποδεκτή. Σημειώνω στο σημείο αυτό πως η θέση του ΜΕ1 ότι πάντοτε ο ΜΥ τον πλήρωνε με μετρητά δεν είναι ακριβής. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 4.1 - 4.3 που ο ΜΕ2 παρουσίασε, το 2003 η ενάγουσα έλαβε τουλάχιστο τρεις επιταγές από τον ΜΥ. Η ανακρίβεια όμως αυτή δεν είναι ικανή να κλονίσει τη γενικότερη καλή εικόνα που ο ΜΕ1 άφησε στο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επιταγές λήφθηκαν πάρα πολλά έτη πριν ο ΜΕ1 καταθέσει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο ΜΕ1 δεν θυμόταν ότι είχε λάβει την επιταγή Τεκμήριο 3 (ημερ. 7.9.07) προτού αυτή του υποδειχθεί, επίσης δεν κλονίζει, κατά την κρίση μου, την αξιοπιστία του, αφού ο ΜΕ1 δεν είχε αποκλείσει στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του το ενδεχόμενο να είχε λάβει την εν λόγω επιταγή, μόλις δε η επιταγή του υποδείχθηκε, αυτός ευθαρσώς αναγνώρισε την παραλαβή της. Παρά την πολύ καλή εντύπωση που ο ΜΕ1 άφησε στο Δικαστήριο, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω ως προς το ποσό που ο ΜΥ οφείλει στην ενάγουσα. Δέχομαι κατ' αρχάς ότι πράγματι η ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού (statement of account) σε σχέση με τις δοσοληψίες της με τον ΜΥ στην οποία στις 31.7.10 καταγράφεται ως οφειλόμενο από τον ΜΥ εκ μεταφοράς υπόλοιπο (brought forward) το ποσό των €1.982,27 (Τεκμήριο 2). Ο ΜΕ1 ανέφερε πως το υπόλοιπο που καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 (κατάσταση λογαριασμού) αποτελεί το υπόλοιπο που υπήρχε από προηγούμενες συναλλαγές (πωλήσεις εμπορευμάτων) της ενάγουσας με τον ΜΥ (εξ ου, σημειώνω, και το γεγονός ότι το υπόλοιπο αποτελεί μεταφερόμενο υπόλοιπο «brought forward»), δηλαδή από τον καιρό που ξεκίνησαν τη συνεργασία τους μέχρι την ημέρα που σταμάτησαν, οπότε και ο λογαριασμός έπαυσε να έχει κίνηση. Οι συναλλαγές που οδήγησαν στη δημιουργία του αξιούμενου υπολοίπου δεν καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2, ούτε συγκεκριμενοποιήθηκαν από τον ΜΕ1, ούτε και παρουσίασε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο τα τιμολόγια που οδήγησαν στη δημιουργία του υπολοίπου, τα οποία, ως ανέφερε, φυλάσσονταν από την ενάγουσα για επτά χρόνια και μετά καταστρέφονταν. Ούτε ανέφερε ο ΜΕ1 ποιος προέβαινε στις ηλεκτρονικές καταγραφές που οδήγησαν στο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 2, η βαρύτητα που θα προδοθεί στο οποίο αποτιμάται πιο κάτω, αφού στο εν λόγω έγγραφο αναφέρθηκε και ο ΜΕ
- Ούτε και η θέση του ΜΕ1 ότι ο ΜΥ του έλεγε ότι «θα τα κανονίσει» δύναται να οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Η θέση αυτή είναι γενικόλογη, ήτοι χωρίς επακριβή χρονικό προσδιορισμό και χωρίς να γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο ποσό που ζητήθηκε από τον ΜΥ. Τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε αρκετές επισκέψεις του ΜΥ στην εργασία του πρώτου, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο ΜΕ1 να θυμάται τέτοιες συζητήσεις πριν τη λήξη της συνεργασίας τους. Περαιτέρω ακόμη και αν ο ΜΥ είπε κάποιες φορές στον ΜΕ1 ότι «θα κανονίσει» το υπόλοιπο, αυτό δεν σημαίνει πως δεχόταν ως ορθό το υπόλοιπο που διεκδικείται με την αγωγή αυτή, το οποίο αμφισβήτησε έντονα τόσο μέσω της Υπεράσπισης του αλλά και στα πλαίσια της ακρόασης. Προσεγγίζω τη μαρτυρία του ΜΕ2 με προσοχή, λόγω της επαγγελματικής σχέσης που διατηρεί με την ενάγουσα εταιρεία. Πρέπει όμως να πω, πως όπως ο ΜΕ1, έτσι και ο ΜΕ2 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, απαντώντας με ευθύτητα τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να διστάσει να δώσει απαντήσεις που δεν βοηθούσαν την υπόθεση του πελάτη του, κάτι που δείχνει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η θέση του ότι τα τελευταία επτά χρόνια είναι λογιστής της ενάγουσας και ελέγχει τα λογιστικά της βιβλία δεν αμφισβητήθηκε. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι στους λογαριασμούς που του παρέδωσε το 2010 ο ΜΕ1 φαινόταν πάντοτε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €1.892,27 από τον ΜΥ προς την ενάγουσα καθώς και το ότι από το 2010 ο λογαριασμός του ΜΥ δεν παρουσίασε κίνηση, με την επισήμανση βέβαια πως αυτό, όπως είναι αντιληπτό, καταδεικνύει μόνον το τι καταγραφόταν στα έγγραφα τα οποία είχε παραλάβει. Παρόλη την καλή εντύπωση που ο ΜΕ2 άφησε στο Δικαστήριο, δεν μπορώ, εντούτοις, να βασιστώ ούτε και στη δική του μαρτυρία για να καταλήξω στο κατά πόσον ο ΜΥ οφείλει πράγματι το ποσό των €1.892,27 στην ενάγουσα. Κατ' αρχάς τα τιμολόγια και αποδείξεις που κατέθεσε, ως ο ΜΕ2 αποδέχθηκε, δεν επιβεβαιώνουν το ύψος του οφειλόμενου ποσού, αφού αφορούσαν μόνο κάποιες συναλλαγές της ενάγουσας με τον ΜΥ που έγιναν το 2003, ενώ το αξιούμενο με την αγωγή υπόλοιπο αφορά σε συναλλαγές που έγιναν μεταξύ των ετών 1974 και
- Ο ΜΕ2 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του στοιχεία που να αποδεικνύουν την οφειλή του ΜΥ, ότι τα στοιχεία που έχει στην κατοχή του δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι η οφειλή παραμένει μέχρι σήμερα, συμφώνησε δε με τον συνήγορο του ΜΥ ότι μέσα στα έγγραφα που χάθηκαν πιθανόν να υπάρχουν και έγγραφα που αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει η ισχυριζόμενη οφειλή, η δε μαρτυρία του ΜΕ2 ως προς το ύψος του οφειλομένου από τον ΜΥ ποσού, ως θα διαφανεί και στη συνέχεια, δεν βασίζεται σε έρευνα που ο ίδιος έκανε ή σε στοιχεία που έχει στην κατοχή του. Είναι, λοιπόν, προφανές πως ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση περί της ύπαρξης του ισχυριζόμενου υπολοίπου. Βασικά ο ΜΕ2 αντλεί την όποια γνώση του από τα καταγραφόμενα στα έγγραφα τα οποία παρέλαβε και στα λεχθέντα από τον ΜΕ
- Δεν έχει οποιαδήποτε γνώση ούτε για τις δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων, ούτε για τις πληρωμές ούτε για τις όποιες συνεννοήσεις τους. Εν τέλει, η επί του θέματος του οφειλόμενου υπολοίπου μαρτυρία του ΜΕ2 είναι εξ ολοκλήρου εξ ακοής, και αποδεκτή μεν μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, από τον Ν. 32(Ι)/04, με τη βαρύτητα, όμως, που μπορεί να της αποδοθεί να αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του Κεφ. 9 με βάση το σύνολο των περιστάσεων, με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψιν διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτών που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο άρθρο 27
(2), καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης, αλλά και το κατά πόσον ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (άρθρο 27
(3)) (βλ., μεταξύ άλλων, Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφ. 274/10, ημερ. 5.5.15, Τουμάζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 142/14, ημερ. 17.12.15, Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολ. Έφ. 6/11, ημερ. 15.7.16). Η θέση του ΜΕ2 ότι παραμένει ως υπόλοιπο το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή βασίζεται, ως ο ίδιος ο ΜΕ2 παραδέχθηκε, αφενός, στη διαβεβαίωση του ΜΕ1 ότι το υπόλοιπο εξακολουθεί να υπάρχει, και αφετέρου στο ότι δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τους προηγούμενους λογιστές της ενάγουσας οι οποίοι ως επαγγελματίες είναι υποχρεωμένοι να επαληθεύουν όλα τα υπόλοιπα των χρεωστών και πιστωτών. Κατ' αρχάς η παραδοχή και μόνο του ΜΕ2 ότι ανάμεσα στα έγγραφα που καταστράφηκαν πιθανόν να υπάρχουν και έγγραφα που αποδεικνύουν ότι δεν υφίσταται η ισχυριζόμενη οφειλή δείχνει σαφώς πως ο ίδιος ο ΜΕ2, παρά την πιο πάνω διαβεβαίωση του ΜΕ1 και τον έλεγχο των προηγούμενων λογιστών, δεν μπορούσε να αποκλείσει τη μη ύπαρξη της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση, και ως προς τη διαβεβαίωση που έλαβε από τον ΜΕ1 ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 εξακολουθεί να υπάρχει, σημειώνω ότι αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 κατέληξα ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι εξακολουθεί να οφείλεται από τον ΜΥ το ποσό που καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Κατ' επέκταση η διαβεβαίωση που ο ΜΕ1 έδωσε προς τον ΜΕ2, δεν μπορεί ν' αποτελέσει στέρεα βάση προς εξαγωγή του ανάλογου συμπεράσματος. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι είναι οι προηγούμενοι λογιστές της ενάγουσας, και όχι ο ΜΕ2 ή οι υπάλληλοι του, που προέβησαν στις καταγραφές που οδήγησαν στο υπόλοιπο που παρουσιάζεται ως οφειλόμενο στο Τεκμήριο 2 (εξ ου και η αναφορά του σε επαλήθευση από τους προηγούμενους συναδέλφους του), ενώ ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι το ποσό εξακολουθεί να οφείλεται (αφού ως ανέφερε τα περισσότερα τιμολόγια και αποδείξεις είχαν καταστραφεί με την αλλαγή των λογιστών της εταιρείας και της μεταφοράς των λογαριασμών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή), το δε γεγονός ότι σέβεται τους προηγούμενους συναδέλφους του και δεν έχει λόγο να αμφισβητεί την επαλήθευση στην οποία προέβηκαν, σίγουρα δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα περί της ορθότητας των καταγραφών (που δεν παρουσιάστηκαν) οι οποίες οδήγησαν στο ισχυριζόμενο υπόλοιπο. Δεν παραβλέπω ότι το Τεκμήριο 2 παρήχθη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας, σε σχέση με τον οποίο δεν υποβλήθηκε εισήγηση πως λειτουργούσε ελαττωματικά. Όμως, και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, σημειώνω πως στην προκειμένη περίπτωση δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε από τον ΜΕ1 είτε από τον ΜΕ2 πότε το ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας τέθηκε σε εφαρμογή, ποιο ήταν το αρχικό υπόλοιπο που μεταφέρθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα, ο τρόπος με τον οποίον γίνονταν οι εγγραφές στο ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας, τα στοιχεία στη βάση των οποίων γίνονταν οι εγγραφές, αλλά ούτε και ποιος ήλεγχε την ορθότητα των εγγραφών (έγινε αναφορά μόνο «σε προηγούμενους λογιστές»). Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το γιατί δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο οι εν λόγω προηγούμενοι λογιστές της ενάγουσας, για να ρίξουν φως στα πιο πάνω σημεία και να προσαχθεί, εν τέλει, στο Δικαστήριο η καλύτερη δυνατή μαρτυρία σε σχέση με το ουσιώδες στην παρούσα υπόθεση θέμα του ύψους του οφειλόμενου από τον ΜΥ ποσού. Στη βάση των ανωτέρω δεν μπορώ να βασιστώ ούτε στη μαρτυρία του ΜΕ2 για να καταλήξω ως προς το κατά πόσον εξακολουθεί να οφείλεται οποιοδήποτε ποσό και ως προς το ύψος αυτού. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες της ενάγουσας, ο ΜΥ δεν μου άφησε θετική εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προέβαλε θέσεις που δεν συνήδαν με τις δικογραφημένες θέσεις του, προφανής δε ήταν η προσπάθεια του να πείσει, ανεπιτυχώς, πως όταν συστάθηκε η εταιρεία του έπαυσε να συναλλάσσεται προσωπικά με τον ΜΕ1 (όπως έπραττε, δηλαδή, από το 1974), και άρχισε να συναλλάσσεται με αυτόν υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας του. Πέραν των σημείων της μαρτυρίας του που συνάδουν με τη μαρτυρία του ΜΕ1, και αυτών που δεν αμφισβητήθηκαν, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ερωτηθείς αν ενημέρωσε τον ΜΕ1 για το γεγονός ότι ο ίδιος συναλλασσόταν με την ενάγουσα ως διευθυντής της Φάνος Βασιλείου Λτδ, απάντησε ότι έδιδε επιταγές της εταιρείας του. Πλην, όμως, στο Δικαστήριο δεν παρουσίασε επιταγές, αλλά μόνο μία και μοναδική επιταγή - το Τεκμήριο 3 - που ήταν, ως αποδέχτηκε αντεξετασθείς, η μοναδική φορά που πλήρωσε με επιταγή της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ για την περίοδο 6.9.07 - 28.12.
- Η μεταγενέστερη θέση του ΜΥ ότι είχε και άλλες επιταγές τις οποίες δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο επειδή δεν του ζητήθηκε δεν είναι πειστική, δεδομένου ότι αποτελεί ουσιαστικό σημείο της υπεράσπισης του η θέση του ότι συναλλασσόταν με την ενάγουσα όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ως διευθυντής της εταιρείας του και ευλόγως θα αναμένετο, αν είχε στην κατοχή του και άλλες επιταγές της εταιρείας του εκδοθείσες εις διαταγήν της ενάγουσας, να τις είχε παρουσιάσει προς υποστήριξη της θέσης που προέβαλε. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του, ο ΜΥ επικαλέστηκε τις αποδείξεις της ενάγουσας (Τεκμήρια 4.1 - 4.3) προς τεκμηρίωση της θέσης του ότι πλήρωνε την ενάγουσα με επιταγές της Φάνος Βασιλείου Λτδ. Όμως αν και στις αποδείξεις αυτές γίνεται πράγματι αναφορά σε πληρωμή με επιταγές, δεν προκύπτει από κανένα σημείο τους ότι οι επιταγές ήταν της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ και όχι του ΜΥ, οι δε αποδείξεις Τεκμήρια 4.1 - 4.3 εκδόθηκαν επ' ονόματι του ΜΥ και όχι επ' ονόματι της εταιρείας του. Περαιτέρω, παρά το ότι υποστήριξε πως ο ΜΕ1 γνώριζε πως οι συναλλαγές γίνονταν με την Φάνος Βασιλείου Λτδ, δεν έδωσε κάποια πειστική απάντηση στο γιατί τα τιμολόγια και οι αποδείξεις δεν εκδίδοντο επ' ονόματι της εταιρείας, περιοριζόμενος στο να πει πως δεν ξέρει γιατί αυτά εκδίδοντο επ' ονόματι του ιδίου. Υποστήριξε περαιτέρω ότι στα λογιστικά βιβλία της δικής του εταιρείας φαίνεται ότι η ενάγουσα συναλλασσόταν με την εταιρεία του, πλην όμως δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο προς υποστήριξη της θέσης του αυτής. Περαιτέρω δε, αν αυτό ήταν αλήθεια, ο ίδιος δεν θα έπρεπε να αποδεχόταν καν την έκδοση αποδείξεων και τιμολογίων επ' ονόματι του ιδίου προσωπικά. Ούτε η θέση του ΜΥ ότι η υπογραφή επί των Τεκμηρίων 4.4, 4.8, 4.9 και 4.10 (τιμολόγια) δεν ήταν δική του, είναι πειστική. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι όταν τα τιμολόγια κατατέθηκαν από τον ΜΕ2 δεν υποβλήθηκε σε αυτόν η θέση ότι δεν υπεγράφησαν από τον ΜΥ, αφού αυτό που ο ΜΕ2 ερωτήθηκε είναι το κατά πόσον μπορούσε να γνωρίζει αν τα έγγραφα τα υπέγραψε (ο εναγόμενος) υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής εταιρείας. Συνεπώς δεν συμφωνώ ούτε με τη θέση του κ. Βαρνάβα ότι η πλευρά της ενάγουσας όφειλε να αποδείξει ότι τα τιμολόγια υπεγράφησαν από τον ΜΥ, αφού τούτο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ
- Επιπλέον, ο ΜΥ αποδέκτηκε ότι η ενάγουσα εξέδιδε προς αυτόν τιμολόγια για τα προϊόντα που του πωλούσε και δέχθηκε επίσης ότι παρέλαβε τα προϊόντα που αναφέρονται στα τιμολόγια, ερωτηθείς δε αν υπήρχε κάποιος άλλος στην εταιρεία του, απάντησε αρνητικά, και ερωτηθείς περαιτέρω ποιος θεωρεί πως υπέγραψε τα τιμολόγια (για προϊόντα που παρέλαβε), απάντησε πως δεν γνωρίζει. Επιπλέον, ενώ δικογραφημένη θέση του ΜΥ ήταν ότι ουδέποτε η εταιρεία του αγόρασε προϊόντα από την ενάγουσα επί πιστώσει, παρά μόνο σύστηνε την ενάγουσα σε πελάτες της εταιρείας του (παρ. 4 και 5 της Υπεράσπισης), κατά την αντεξέταση του, ανατρέποντας αυτή τη δικογραφημένη θέση του, αποδέχτηκε ότι ο ίδιος (μέσω της εταιρείας του ως ισχυρίστηκε) αγόραζε πράγματι προϊόντα από την ενάγουσα (τα οποία παρήγγελλε είτε στο εργαστήριο του ΜΕ1 είτε διά τηλεφώνου) τα οποία πλήρωνε εν καιρώ, ως υποστήριξε, ήτοι μόλις τον πλήρωναν οι πελάτες της εταιρείας του και μόνο αν οι πελάτες της εταιρείας του χρειάζονταν κάτι επιπλέον, τους παρέπεμπε στην ενάγουσα. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του ΜΥ στη διάσταση που υπήρχε μεταξύ της μαρτυρίας του και των δικογραφημένων θέσεων του, δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια εξήγηση. Ερωτηθείς περαιτέρω για τα όσα αναφέρονται στην παρ. 5 της Υπεράσπισης του, ανέφερε ότι ο ίδιος (και όχι οι πελάτες του) είναι που αποτάθηκε στην ενάγουσα, ανατρέποντας, δηλαδή, και πάλι τη δικογραφημένη του θέση εξηγώντας ότι ο ίδιος είναι που παρήγγειλε τα υλικά (από την ενάγουσα) στην παρουσία των πελατών του. Ούτε γι' αυτή τη διάσταση με τη δικογραφημένη του θέση έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ο ΜΥ. Στη βάση των ανωτέρω παρατηρήσεων, και υπό το φως της γενικότερης εικόνας που ο ΜΥ άφησε στο Δικαστήριο, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι ενημέρωσε τον ΜΕ1 και κατ' επέκταση την ενάγουσα, ότι συναλλασσόταν με την τελευταία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Φάνος Βασιλείου Λτδ. Ούτε η θέση του ότι η εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ και όχι ο ίδιος είναι που συνεργαζόταν με την ενάγουσα γίνεται αποδεκτή. Ούτε βεβαίως οι δικογραφημένες θέσεις του ότι με την ενάγουσα συναλλάσσονταν οι πελάτες της εταιρείας του, κατόπιν εισήγησης του ιδίου (θέση η οποία δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση) γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθίαν της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταγράφονται κατωτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης συσταθείσα το 1973, διευθυντής της οποίας είναι ο Λάμπρος Πελεκάνος, και ασχολείται με την πώληση και εγκατάσταση κρυστάλλων και καθρεφτών. Ο εναγόμενος είναι πελεκάνος και ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες. Η συνεργασία της ενάγουσας με τον εναγόμενο άρχισε από το
- Ο εναγόμενος προμηθευόταν από την ενάγουσα εμπορεύματα (γυαλιά, κρύσταλλα και άλλα σχετικά) τα οποία η τελευταία του πωλούσε επί πιστώσει. Η ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια σε σχέση με τα εμπορεύματα που πωλούσε στον εναγόμενο, και τηρούσε λογαριασμό σε σχέση με τις συναλλαγές των μερών. Όποτε ο εναγόμενος προέβαινε σε κάποια πληρωμή προς την ενάγουσα, η ενάγουσα εξέδιδε αποδείξεις επ' ονόματι του εναγομένου. Το 1986 συστάθηκε η εταιρεία Φάνος Βασιλείου Λτδ, εκ των διευθυντών της οποίας είναι ο εναγόμενος, πλην όμως ουδέποτε ο εναγόμενος ενημέρωσε την ενάγουσα ότι προέβαινε σε οποιεσδήποτε συναλλαγές με την τελευταία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ. Νομική πτυχή Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει η ενάγουσα, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». Θέση της ενάγουσας είναι ότι, κατόπιν παράκλησης του εναγομένου, πωλούσε σε αυτόν εμπορεύματα επί πιστώσει. Υπενθυμίζω κατ' αρχάς ότι η δικογραφημένη θέση του εναγομένου ότι η εταιρεία της οποίας ήτο διευθυντής, ήτοι η Φάνος Βασιλείου Λτδ, ουδέποτε ζήτησε από την ενάγουσα να της πωλήσει εμπορεύματα, παρά μόνο πρότεινε την ενάγουσα στους πελάτες της εταιρείας του, δεν προωθήθηκε από τον εναγόμενο κατά την ακρόαση, ο οποίος δέχτηκε ότι είναι ο ίδιος που παρήγγελλε εμπορεύματα από την ενάγουσα. Περαιτέρω, η θέση του εναγομένου ότι οι συμβάσεις πώλησης αγαθών γίνονταν μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που αναλύθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ1 και εναγομένου, πιο πάνω. Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, η ενάγουσα πωλούσε στον εναγόμενο επί πιστώσει γυαλιά και καθρέφτες επί σειρά ετών. Συνεπώς η ενάγουσα έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι από το 1974 πωλούσε στον εναγόμενο, κατόπιν παράκλησης του τελευταίου, εμπορεύματα επί πιστώσει. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, ακόμα και αν είχα αποδεχτεί ότι ο εναγόμενος στην πράξη συναλλασσόταν με την ενάγουσα εκ μέρους της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ, και πάλι θα κατέληγα ότι ο εναγόμενος θα ήτο προσωπικά υπεύθυνος έναντι της ενάγουσας, δεδομένου ότι απερρίφθη η θέση του και δεν έγινε δεκτό ότι είχε αποκαλύψει κάτι τέτοιο στην ενάγουσα. Τα άρθρα 190
(1)(β) και 193 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοούν τα εξής: «190.-
(1)Ελλείψει συμβατικού όρου γι αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή.
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις- ........ (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου· .......» «193. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο.» Στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. The Bernoulli Trading Co Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 629, αποφασίστηκε ότι: «Το άρθρο 190 του Κεφ. 149 ενσωματώνει την αρχή ότι στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται το όνομα του αντιπροσωπευομένου δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά. Οι Cheshire & Fifoot "The Law of Contract" 9η έκδοση, 1976, αναφέρουν σχετικά στη σελ. 472: "Where an agent, having authority to contract on behalf of another, makes the contract in his own name, concealing the fact that he is a mere representative, the doctrine of the undisclosed principal comes into play. By this doctrine either the agent, or the principal when discovered, may be sued; and either the agent or the principal may sue the other party to the contract." Εδώ ο εφεσείων όχι μόνο δεν αποκάλυψε το όνομα του αντιπροσωπευομένου αλλά ούτε καν την ύπαρξη αντιπροσώπευσης.» Και στην υπόθεση Προκόπης (Άκης) Προκοπίου ν. Αδελφοί Τύμβιοι Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 903, αποφασίστηκαν τα εξής: «Μελετώντας την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία και εξετάζοντας αυτή κάτω από το φως των άρθρων 190-193 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, καταλήγουμε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ορθή. Το γεγονός ότι ο εφεσείων και/ή η σύζυγος του (εναγόμενη 1) είχαν πει στον Μ.Ε.1 ότι έχουν εταιρεία, της οποίας εν πάση περιπτώσει το όνομα δεν ανάφεραν, δεν είναι αρκετό από μόνο του να δείξει ότι ο εφεσείων συνεβάλλετο ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας. Απλή γνώση από πλευράς του ενός των συμβαλλομένων ότι ο αντισυμβαλλόμενος είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας, δεν είναι αρκετή για να απαλλάξει τον πρώτο από προσωπική ευθύνη, όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η σύμβαση την οποία συνήψε δεν έγινε εκ μέρους του ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Co. Ltd.
(1994)1 Α.Α.Δ. 629, σελ. 633 «είναι πράγματι δύσκολο σε μία τέτοια περίπτωση, ο αντιπρόσωπος να απεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν καταστήσει σαφή την πρόθεση του όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα από την A.C. Dutt "The Indian Contract Act" 4η έκδοση, 1969, σελ. 1005». (Βλ. και Ευαγγελίδης (Isiro Hotel Assoc.) v. Κοσμά κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 932). Ο εναγόμενος είναι διευθυντής της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ (Τεκμήριο 5) και, κατ' επέκταση, ως και ο κ. Βαρνάβας ορθά αναφέρει, αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας (βλ. Χριστ. Χατζηπαύλου & Υιοί Λτδ ν. Λαρδή
(2000)1 Α.Α.Δ. 954). Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ο εναγόμενος ουδέποτε αποκάλυψε στην ενάγουσα ότι συναλλασσόταν με αυτήν εκ μέρους και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ. Η ύπαρξη και μόνο της εταιρείας κατ' ουδένα λόγο δεν αποκλείει τη δυνατότητα του διευθυντή της να συναλλάσσεται και ο ίδιος προσωπικά με οποιοδήποτε πρόσωπο. Έγινε αποδεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι η ενάγουσα εξέδιδε όλα τα χρόνια της συνεργασίας της με τον εναγόμενο τιμολόγια και αποδείξεις στο όνομα του εναγομένου, ομοίως δε τηρούσε κατάσταση λογαριασμού στο όνομα του (Τεκμήριο 2). Έγινε επίσης αποδεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι ουδέποτε ο εναγόμενος του αποκάλυψε ότι συναλλασσόταν με την ενάγουσα εκ μέρους της εταιρείας του. Το γεγονός ότι μία φορά ο εναγόμενος πλήρωσε τον ΜΕ1 με επιταγή της εταιρείας Φάνος Βασιλείου Λτδ, ακόμα και αν θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο ΜΕ1 έλαβε γνώση το 2007 περί της ύπαρξης της εν λόγω εταιρείας, σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος αποκάλυψε στην ενάγουσα ότι συναλλασσόταν με αυτήν ως αντιπρόσωπος της εταιρείας του. Αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος δεν αποκάλυψε στην ενάγουσα ότι συναλλασσόταν με αυτήν εκ μέρους και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας του, η ενάγουσα νομιμοποιείτο κατά την κρίση μου να στραφεί εναντίον του εναγομένου προσωπικά, στη βάση των πιο πάνω άρθρων 190
(1)(β) και 193 του Κεφ. 149 και της σχετικής νομολογίας. Θέση της ενάγουσας είναι ότι σε σχέση με τα εμπορεύματα που πωλούσε στον εναγόμενο τηρούσε κατάσταση λογαριασμού η οποία, στις 31.7.10 εδείκνυε ως οφειλόμενο από τον εναγόμενο υπόλοιπο το ποσό των €1.892,
- Πέραν της απορριφθείσας θέσης του εναγομένου ότι συναλλαγές με την ενάγουσα είχε η εταιρεία του και όχι ο ίδιος, ο εναγόμενος, τόσο μέσω της υπεράσπισης του (βλ. παρ. 6 της Υπεράσπισης), όσο και μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της ενάγουσας αλλά και μέσω της δικής του μαρτυρίας, αμφισβήτησε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Προς απόδειξη της οφειλής του εναγομένου, παρουσιάστηκε από την ενάγουσα η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Όμως οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν∙ τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν (A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 156, 158 - 159). Στην προκειμένη περίπτωση, παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συναλλαγών τα οποία απολήγουν στο ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, 268), αφού στο Τεκμήριο 2 δεν καταγράφεται οποιαδήποτε συναλλαγή, παρά μόνο ένα υπόλοιπο εκ μεταφοράς (brought forward). Η γενική αναφορά σε υπόλοιπο αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδεικνύει την αξίωση ακόμα και στην απουσία μαρτυρίας από την άλλη πλευρά (D & G Products Ltd, σελ. 268, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, τα τιμολόγια που επιμαρτυρούσαν τις συναλλαγές της ενάγουσας με τον εναγόμενο και οι αντίστοιχες αποδείξεις που κατά καιρούς εκδίδοντο και οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου καταστράφηκαν. Βεβαίως η απουσία του συνόλου των τιμολογίων και αποδείξεων δεν θα οδηγούσε δίχως άλλο σε απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας, αν η ενάγουσα μέσω άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας, κατάφερνε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ως προς το ύψος του ισχυριζόμενου οφειλομένου υπολοίπου. Όμως οι μάρτυρες που η ενάγουσα παρουσίασε δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν την ορθότητα των εγγραφών (έστω αυτών που δεν παρουσιάστηκαν) στο ηλεκτρονικό λογιστικό σύστημα της ενάγουσας που οδήγησαν στο αξιούμενο υπόλοιπο που φαίνεται στο Τεκμήριο 2. Ο μεν ΜΕ1 το μόνο που ανέφερε είναι πως το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το υπόλοιπο που προέκυψε από τις συναλλαγές της ενάγουσας με τον εναγόμενο από το 1974 μέχρι το τέλος της συνεργασίας τους, χωρίς πάντως να αναφέρει ποιος προέβαινε στις αρχικές εγγραφές, ποιος μετέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ποιος προέβαινε στις λοιπές ηλεκτρονικές εγγραφές που απέληξαν στο ισχυριζόμενο υπόλοιπο. Ο δε ΜΕ2 δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζουν οι λογαριασμοί ούτε και είχε γνώση για τις συναλλαγές των διαδίκων, αφού ανέφερε ότι στις εγγραφές προέβηκαν οι προηγούμενοι λογιστές της ενάγουσας, και όταν ο ίδιος ανέλαβε τα βιβλία της ενάγουσας, αυτά ήδη παρουσίαζαν το υπόλοιπο που φαίνεται στο Τεκμήριο 2, με τη σχετική κατάσταση λογαριασμού να μην έχει πλέον οποιαδήποτε κίνηση. Έπεται πως ουδείς εκ των μαρτύρων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα των στοιχείων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 2 και την ύπαρξη της οφειλής του εναγομένου. Πέραν των δύο αποφάσεων που πιο πάνω αναφέρθηκαν (Mantovani και D & G Products), σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1390, όπου εξηγήθηκαν οι συνέπειες από τη μη επαρκή απόδειξη των στοιχείων μιας κατάστασης λογαριασμού προς απόδειξη χρέους που αμφισβητείται. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι «Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, τελικά, ότι "οι καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 8 δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο"», για να καταλήξει ότι δεν δικαιολογείτο η επιδίκαση του αξιούμενου ή οποιουδήποτε άλλου ποσού στους ενάγοντες. Στα ίδια πλαίσια, στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 846, υπεδείχθη ότι: «Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει κενό στην κίνηση λογαριασμού μεταξύ 28.6.2000 και 1.10.2002 που ξεκινά η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου που να δείχνει ποιο ποσό δόθηκε αρχικά στον πρωτοφειλέτη, ποιες ήταν οι χρεοπιστώσεις μέχρι 1.10.2002 και πώς προέκυψε το ποσό των £24.482,63 που φαίνεται ως μεταφερόμενο υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Η αόριστη δήλωση της μάρτυρος ότι οι λογαριασμοί «είναι ορθοί», θεωρούμε, έστω και χωρίς αντεξέταση, ότι δεν είναι αρκετή για να αποδείξει το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο σε μια υπόθεση που ήταν υπό αμφισβήτηση.» Η κα Κοζάκου επικαλείται τα αποφασισέντα στην υπόθεση Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462, για να υποστηρίξει ότι η απώλεια των τιμολογίων δεν αποτελεί λόγο «μη στήριξης της κατάστασης λογαριασμού και του οφειλόμενου ποσού», αφού στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε πως τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία αλλά συνεκτιμώνται με το σύνολο της μαρτυρίας. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι στην υπόθεση εκείνη το αρχικό υπόλοιπο που εμφανιζόταν στην κατάσταση λογαριασμού δεν αμφισβητείτο (βλ. σελ. 470 της απόφασης), περαιτέρω δε το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την έννοια του παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού και επικύρωσε απόφαση που εκδόθηκε στη βάση τέτοιου λογαριασμού (βλ. Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφ. 236/10, ημερ. 5.5.15. Ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου λογαριασμού βλ. και Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(A) Α.Α.Δ. 610). Όμως στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα δεν βασίζει την αγωγή της σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated), αλλά σε υπόλοιπο λογαριασμού (βλ. και υπόθεση Mantovani, ανωτέρω). Το υπόλοιπο του λογαριασμού αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει το βάρος να το αποδείξει. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω πως στην υπόθεση Demil Imports Exports Ltd τα τιμολόγια και δελτία μεταφοράς που αμφισβητήθηκαν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αποδεκτή την εκεί προσφερθείσα μαρτυρία περί παράδοσης των εμπορευμάτων που αναφέρονταν στα τιμολόγια. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, παραμένουν άγνωστα τα στοιχεία των συναλλαγών τα οποία απολήγουν στο ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο, οι δε μάρτυρες που οι ενάγουσα παρουσίασε δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν την ορθότητα των εγγραφών στο ηλεκτρονικό λογιστικό σύστημα της ενάγουσας που οδήγησαν στο αξιούμενο υπόλοιπο που φαίνεται στο Τεκμήριο 2. Με βάση τα πιο πάνω, κρίση μου είναι πως η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι ο εναγόμενος οφείλει σε αυτήν το ποσό των €1.892,27 ως υπόλοιπο από την επί πιστώσει πώληση εμπορευμάτων προς αυτόν. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας, με νόμιμο τόκο και ΦΠΑ (αν υπάρχει), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο