APS AUTOINSPECTION LIMITED ν. P.A.K. SYNERGY SVA NICOSIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3227/2011, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3227/2011 Μεταξύ: APS AUTOINSPECTION LIMITED Ενάγoυσας και
- P.A.K. SYNERGY SVA NICOSIA LTD
- ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΣΤΑ Εναγομένων ------------------------ 31 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Δ. Διομήδους διά Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Ρ. Μαππουρίδης διά Πατρίκιος Παύλος Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 3: κ. Ρ. Μαππουρίδης διά Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ποσό €17.529,21 πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, περί το Νοέμβριο 2008 η Ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε προφορικά με τους Εναγόμενους ότι θα παρείχε υπηρεσίες τεχνικού ελέγχου Μ.Ο.Τ σε οχήματα πελατών της Εναγόμενης
- Σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές που παρείχε, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι χρέωνε τους Εναγόμενους και αυτοί παρέλειψαν να εξοφλήσουν μέρος των χρεώσεων, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλή η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €17.529,21, το οποίο διεκδικούν με την αγωγή. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος 3, ο οποίος στα αρχικά στάδια της υπόθεσης εκπροσωπείτο από άλλο δικηγόρο, είχε καταχωρήσει δική του Υπεράσπιση, όμως η δικογραφημένη του θέση ήταν ουσιαστικά η ίδια με αυτή των Εναγόμενων 1 και
- Στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων περιλαμβάνονται διάφοροι διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα, εάν υπήρξε συμφωνία τότε η Ενάγουσα ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών της και/ή ότι η συμφωνία είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Ακολούθως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν προσέφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε οχήματα πελατών της Εναγόμενης 1 και/ή, εάν παρείχε, τότε ευθύνη για την πληρωμή φέρουν οι πελάτες της Εναγόμενης 1 και όχι οι Εναγόμενοι και/ή εάν παρασχέθηκαν υπηρεσίες, τότε οι αντίστοιχες χρεώσεις έχουν εξοφληθεί. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι εάν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή τότε υπόλογη είναι η Εναγόμενη 1 εταιρεία και όχι οι ίδιοι προσωπικά, ως διευθυντές της εταιρείας. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι εάν υπήρχαν οποιεσδήποτε συναλλαγές μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, αυτές έγιναν με τη μεσολάβηση του Εναγόμενου 3 ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το διευθυντή της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, στην Απάντησή της στις Υπερασπίσεις των Εναγόμενων, ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας που είχε γίνει το Νοέμβριο 2008, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Προσθέτει ότι για κάθε έλεγχο Μ.Ο.Τ. που διενεργούσε σε αυτοκίνητα πελατών της Εναγόμενης 1, η ίδια κατέβαλλε τα πληρωτέα τέλη στην αρμόδια αρχή και αυτά τα ποσά περιλαμβάνονται στο ποσό που αξιώνει με την αγωγή. Προσθέτει ότι από το Νοέμβριο 2008 μέχρι το Φεβρουάριο 2009, οι Εναγόμενοι εξοφλούσαν τα τιμολόγια που εξέδιδε σχετικά η Ενάγουσα, όμως αμέλησαν να εξοφλήσουν τιμολόγια που ακολούθησαν. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα, ο κ. Σωφρόνης Σωφρονίου και ο κ. Μιχάλης Πουργουρίδης. Για την Υπεράσπιση, κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι Εναγόμενοι 2 και
- Κατά την ακρόαση παρουσιάστηκαν από τους μάρτυρες και κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα, ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω, στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τη διά ζώσης μαρτυρία και έχω διεξέλθει με τη δέουσα επιμέλεια όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. Σωφρόνης Σωφρονίου, διευθυντής της εταιρείας (ΜΕ1). Στη μαρτυρία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα εταιρεία διατηρεί συνεργείο τεχνικού ελέγχου οχημάτων (Μ.Ο.Τ.) στη Λευκωσία. Προσθέτει ότι μέχρι τις 12.2.2014, μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας ήταν και ο κ. Μιχάλης Πουργουρίδης (ΜΕ2), που τυγχάνει κουμπάρος του Εναγόμενου
- Συνεχίζει λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 προσέφερε υπηρεσίες τεχνικού ελέγχου οχημάτων που έρχονταν από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (S.V.A.) σε διάφορους πελάτες της, εμπόρους εισαγόμενων οχημάτων. Συγκεκριμένα, για να μπορούν να εγγραφούν τα οχήματα αυτά στην Κύπρο έπρεπε να προηγηθεί επιθεώρηση S.V.A. και Μ.Ο.Τ. και έκδοση σχετικών πιστοποιητικών. Περί το Νοέμβριο 2008, ο ΜΕ2 τον ενημέρωσε ότι η Ενάγουσα θα ξεκινούσε συνεργασία με τους Εναγόμενους. Ενημερώθηκε από το ΜΕ2 ότι στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, οι Εναγόμενοι θα απέστελλαν στην Ενάγουσα οχήματα πελατών τους για τεχνικό έλεγχο (Μ.Ο.Τ.), η Ενάγουσα θα τηρούσε κατάσταση με τα οχήματα τα οποία επιθεωρούσε κάθε μήνα και την οποία θα απέστελλε προς τους Εναγόμενους στο τέλος του μήνα μαζί με σχετικό τιμολόγιο. Ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο διάφορα έντυπα που τηρούσε η Ενάγουσα σε σχέση με τα οχήματα που δεχόταν στο συνεργείο της, που αφορούσαν τους μήνες Νοέμβριο 2008 και Φεβρουάριο - Ιούλιο 2009, τα οποία υπογράφονταν από τον υπάλληλο της Εναγόμενης 1 που παρέδιδε το κάθε όχημα (Τεκμήριο 3). Ανέφερε ακολούθως ότι η συνεργασία προχωρούσε ομαλά μέχρι και το Φεβρουάριο 2009 και ότι μέχρι τότε οι Εναγόμενοι πλήρωναν κανονικά τα τιμολόγια που εκδίδονταν κάθε μήνα στο όνομα και των τριών Εναγόμενων. Από το Μάρτιο 2009 οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να πληρώνουν τα τιμολόγια που εκδίδονταν, και αυτό συνεχίστηκε μέχρι και το Σεπτέμβριο 2009, οπόταν η συνεργασία τερματίστηκε. Μέχρι τότε η Ενάγουσα συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες της και προέκυψε με αυτό τον τρόπο η επίδικη οφειλή ύψους €17.529,
- Ο ΜΕ1 παρουσίασε δέσμη τιμολογίων, εξηγώντας ότι αφορούν τους μήνες Μάρτιο 2009 μέχρι Σεπτέμβριο 2009 (Τεκμήριο 4), τονίζοντας ότι αυτά είχαν εκδοθεί στο όνομα και των τριών Εναγόμενων. Έκλεισε την κυρίως εξέτασή του αναφέροντας ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ΜΕ2 προς τον Εναγόμενο 3 για εξόφληση της οφειλής, οι Εναγόμενοι δεν έχουν πληρώσει τίποτε έναντι του αξιούμενου ποσού. Κατά την αντεξέτασή του επέμενε ότι τα οχήματα που επιθεωρούσε η Ενάγουσα τα έφερναν στο συνεργείο της υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 και αρνήθηκε ότι τα έφερναν απευθείας πελάτες της Εναγόμενης
- Του τέθηκε ότι τα τιμολόγια (Τεκμήριο 4) που παρουσίασε είχαν εκδοθεί εκ των υστέρων, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 όφειλαν προσωπικά ποσά προς την Ενάγουσα και γι' αυτό αναγράφουν τα ονόματα και των τριών Εναγόμενων. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε, προσθέτοντας ότι τα τιμολόγια είχαν εκδοθεί τον επίδικο χρόνο, ότι μετά την έκδοση του κάθε τιμολογίου ο ίδιος το υπόγραφε και το παρέδιδε στο ΜΕ2 για να το δώσει στους Εναγόμενους. Δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Μιχάλης Πουργουρίδης (ΜΕ2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του είχε διατελέσει μέτοχος και διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας μέχρι τις 12.2.2014, οπόταν αποχώρησε και ανέλαβε την εταιρεία εξ ολοκλήρου ο ΜΕ
- Ταυτόχρονα, ήταν υπάλληλος και της Εναγόμενης 1 εταιρείας, υπεύθυνος του συνεργείου επιθεώρησης S.V.A. στη Λευκωσία μέχρι τον Ιούνιο
- Συνέχισε λέγοντας ότι με τον κουμπάρο του, Εναγόμενο 3, συζήτησαν περί το Νοέμβριο 2008 για να ξεκινήσουν συνεργασία γιατί η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε να προσφέρει στους πελάτες της ολοκληρωμένες υπηρεσίες επιθεώρησης S.V.A. και M.Ο.Τ. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, έγινε συνάντηση μεταξύ του ιδίου και των Εναγομένων 2 και 3, στην οποία αποφασίστηκε η έναρξη της συνεργασίας. Κατά την εν λόγω συνάντηση, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αποδέχτηκαν «ευχαρίστως» να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας τους. Σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσε η συνεργασία, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1, μετά τη διενέργεια του ελέγχου S.V.A. παρέδιδαν τα οχήματα των πελατών τους στο συνεργείο της Ενάγουσας, υπογράφοντας σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 3) για να διενεργηθεί ο τεχνικός έλεγχος Μ.Ο.Τ και να εκδοθεί το σχετικό πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ακολούθως, οι υπάλληλοι παραλάμβαναν τα οχήματα, τα οποία παρέδιδαν στους πελάτες της Εναγόμενης 1 μαζί με σχετικό τιμολόγιο που αφορούσε και τις δύο επιθεωρήσεις. Ο ΜΕ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο δέσμη τέτοιων τιμολογίων που είχε εκδώσει η Εναγόμενη 1 προς πελάτες της και που αφορούσαν τη διενέργεια των επιθεωρήσεων S.V.A και Μ.Ο.Τ., στα οποία επισυνάπτεται και το πιστοποιητικό καταλληλότητας Μ.Ο.Τ που εκδόθηκε μετά την επιθεώρηση από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 5). Εξήγησε ότι τόσο ο αριθμός πλαισίου του κάθε αυτοκινήτου όσο και η ημερομηνία επιθεώρησης συνάδει με τα όσα αναγράφονται στα Τεκμήρια 3 και
- Συνέχισε λέγοντας ότι μέχρι το Φεβρουάριο 2009 οι Εναγόμενοι πλήρωναν κανονικά τα τιμολόγια που εξέδιδε κάθε τέλος του μήνα η Ενάγουσα εταιρεία. Τα τιμολόγια αυτά παραδίδονταν από τον ίδιο «προσωπικά είτε προς τον Εναγόμενο 2 είτε στον Εναγόμενο 3 όποιος ήταν παρών.» Από το Μάρτιο 2009 όμως και εντεύθεν, μέχρι το Σεπτέμβριο 2009, δεν έγιναν πληρωμές. Ο ίδιος ανάφερε ότι «σε διάφορες συναντήσεις που είχα μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3 ζήτησα επανειλημμένως όπως διευθετήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο τους.» Όμως αυτοί με διάφορες δικαιολογίες ανέβαλλαν ή αμελούσαν την πληρωμή. Υποστήριξε ότι μέχρι το Σεπτέμβριο 2009 «σε διάφορες συναντήσεις μου μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3 οι τελευταίοι μου εγγυόνταν ρητά ότι θα διευθετούσαν τις διάφορες οφειλές τους προς την Ενάγουσα εταιρεία. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 3 μου ανέφερε σε πολλές περιπτώσεις επιλεκτικά «μεν έσιης έννοια ότι τζαι να γίνει εσύ τα ριάλια σου εννά τα πιάσεις». Τα ίδια λεγόμενα μου υποσχόταν και ο Εναγόμενος 2». Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στο ΜΕ2 ότι ως υπεύθυνος του συνεργείου S.V.A. της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ο ίδιος αποφάσιζε πόσα και ποια οχήματα πελατών της θα αποστέλλονταν στην Ενάγουσα για επιθεώρηση Μ.Ο.Τ. Εξαιτίας δε αυτού και του οικονομικού συμφέροντος που είχε στην Ενάγουσα, ως μέτοχος και διευθυντής της, ήταν σε θέση να παραποιήσει τα στοιχεία των Τεκμηρίων 3 και 5 και, συνεπώς, να «κατευθύνει» την έκδοση των τιμολογίων, Τεκμήριο
- Ο ΜΕ2 αρνήθηκε. Του τέθηκε επίσης ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είχαν συμφωνήσει να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας, αλλά και πάλιν αρνήθηκε. Όπως προανέφερα, για σκοπούς υπεράσπισης κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι Εναγόμενοι 2 και
- Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ1). Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν επικεντρωμένος στην ανάπτυξη των εργασιών της Εναγόμενης 1 εταιρείας στη Λεμεσό και δεν ερχόταν συχνά στη Λευκωσία. Ο δε ΜΕ2, που ήταν τότε διευθυντής του συνεργείου S.V.A. της Εναγόμενης 1 είχε, ουσιαστικά, πλήρη ελευθερία στη διαχείριση των εργασιών της Εναγόμενης 1 στη Λευκωσία. Συνέχισε λέγοντας ότι γνώριζε για την ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 και ότι είχαν δοθεί οδηγίες στο ΜΕ2 να μεριμνά για την άμεση εξόφληση οποιωνδήποτε οφειλών προς την Ενάγουσα για υπηρεσίες τις οποίες παρείχε. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν ήταν ενήμερος για την ύπαρξη οφειλών προς την Ενάγουσα και ενημερώθηκε κάποιους μήνες μετά από το ΜΕ2, και όταν αυτός είχε ήδη σταματήσει να εργάζεται στην Εναγόμενη εταιρεία. Σε σχέση με το ποσό αυτό, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν τέθηκαν υπόψη του οποιαδήποτε τιμολόγια και δεν είχε τρόπο να ελέγξει εάν τα διεκδικούμενα ποσά ανταποκρίνονταν σε υπηρεσίες που είχαν πράγματι παρασχεθεί, εάν έγινε ορθή τιμολόγηση ή εάν είχαν γίνει πληρωμές έναντι. Αρνήθηκε δε ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 συμφώνησαν να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του και ερωτώμενος σχετικά, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ΜΕ2 ήταν εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται όλα τα θέματα που αφορούσαν τη λειτουργία των εργασιών της Εναγόμενης 1 στη Λευκωσία, δεν είχε όμως δικαίωμα υπογραφής επιταγών. Δέχτηκε την ύπαρξη της συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών και τη διενέργεια πληρωμών προς την Ενάγουσα για τους μήνες Νοέμβριο 2008 μέχρι Φεβρουάριο 2009, όμως επέμενε ότι δεν γνώριζε με ποιο τρόπο γίνονταν οι χρεώσεις και οι πληρωμές στα πλαίσια της συνεργασίας και ότι είχε υπογράψει όσες επιταγές του είχε ζητήσει ο ΜΕ2, χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε έλεγχο ο ίδιος για τα ποσά. Άφησε δε αιχμές για την τιμιότητα του ΜΕ2 και για τον τρόπο τιμολόγησης της Ενάγουσας. Επέμενε επίσης ότι ποτέ δεν συμφώνησε να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της εταιρείας εκείνος και ο Εναγόμενος
- Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 2, διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας (ΜΥ2). Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είχε «μηδενική» ανάμειξη στις εργασίες της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Αυτό διότι διατηρούσε και επιχείρηση εμπορίας οχημάτων και δεν ήθελε άλλοι συνάδελφοί του, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποταθούν στην Εναγόμενη 1 για υπηρεσίες επιθεώρησης S.V.A., να τον βλέπουν ως ανταγωνιστή. Στις δε εγκαταστάσεις της εταιρείας στη Λευκωσία υποστήριξε ότι ήρθε μόνο μια-δυο φορές. Σε σχέση με την Ενάγουσα, ανέφερε ότι γνώριζε ότι στέλλονταν εκεί οχήματα των πελατών της Εναγόμενης 1 εταιρείας για έλεγχο Μ.Ο.Τ., χωρίς όμως να έχει άλλη ανάμειξη. Γνώριζε, πρόσθεσε, ότι διενεργήθηκαν κάποιες πληρωμές προς την Ενάγουσα, εξηγώντας ότι επιταγές υπογράφονταν από τον ίδιο και τον Εναγόμενο
- Υποστήριξε όμως ότι υπέγραφε επιταγές όταν του το ζητούσε ο Εναγόμενος 3 χωρίς να ζητά διευκρινίσεις ή περαιτέρω λεπτομέρειες. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ανάφερε επίσης ότι δεν μιλούσε καθόλου με το ΜΕ2 όταν αυτός εργαζόταν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία και έμαθε για πρώτη φορά για την επίδικη οφειλή όταν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Τέλος, αρνήθηκε ότι εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέτασή του ανάφερε ότι μπορεί να είχε συναντηθεί με το ΜΕ2 μια φορά μόνο, δεν θυμάται αν του είχε αναφερθεί οτιδήποτε για τη συνεργασία των δύο εταιρειών, δεν γνωρίζει ποιες πληρωμές είχαν γίνει προς την Ενάγουσα και δεν γνωρίζει τον τρόπο που λειτουργούσε η συνεργασία των δύο εταιρειών. Επέμενε ότι ποτέ δεν του είχε ζητηθεί και δεν είχε συμφωνήσει να εγγυηθεί την Εναγόμενη
- Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, τις οποίες έχω μελετήσει. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας με το ΜΕ1, σημειώνω ότι το κύριο μέρος της μαρτυρίας του επικεντρώθηκε στην επεξήγηση της φύσης των υπηρεσιών που παρείχε η Ενάγουσα και στην κατάθεση των Τεκμηρίων που παρουσίασε. Επί αυτών των θεμάτων αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθινή. Τα όσα ανέφερε γενικά, σχετικά με τις υπηρεσίες επιθεώρησης ΜΟΤ που παρείχε η Ενάγουσα, δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης. Όταν του τέθηκε κατά την αντεξέταση ότι πραγματικοί οφειλέτες προς την Ενάγουσα είναι οι πελάτες της Εναγόμενης 1, ήταν πειστικός στις απαντήσεις που έδωσε σε αντίκρουση αυτής της θέσης και τα όσα κατέθεσε συνάδουν και ενισχύονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Το ίδιο πειστικός ήταν όταν αρνήθηκε ότι τα τιμολόγια (Τεκμήριο 4) που παρουσίασε δεν είχαν εκδοθεί σε πραγματικό χρόνο αλλά εκ των υστέρων. Θεωρώ ότι επί των σημείων αυτών της μαρτυρίας του κατέθεσε την αλήθεια και τα όσα ανέφερε είναι αποδεκτά. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του (αναφορικά με το τι είχε συμφωνηθεί το Φεβρουάριο 2009 και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο ΜΕ2 σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής), δεν ήταν βοηθητικό και δεν το λαμβάνω υπόψη για σκοπούς διαμόρφωσης των ευρημάτων μου επί των γεγονότων. Σημειώνω ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο ΜΕ2, ο οποίος είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει πρωτογενή μαρτυρία για τα ίδια ζητήματα. Στρέφομαι επομένως στο ΜΕ
- Η μαρτυρία του ήταν, σε γενικές γραμμές, σταθερή, πειστική και άμεση. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΕ2 κατέθεσε την αλήθεια όταν περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε στην πράξη η συνεργασία των δύο εταιρειών, τον τρόπο με τον οποίο συμπληρώνονταν τα έντυπα, Τεκμήριο 3, ότι η Ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες επιθεώρησης Μ.Ο.Τ στα οχήματα των πελατών της Εναγόμενης 1 που αναγράφονται στα Τεκμήρια 3 και 5, καθώς και τις πληρωμές που γίνονταν έναντι των σχετικών τιμολογίων μέχρι και το Φεβρουάριο
- Όμως, όπως έχει νομολογηθεί, όταν ένας μάρτυρας κριθεί ως αξιόπιστος, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο εν μέρει. Διέκρινα από τη μαρτυρία του ΜΕ2 την ένταση που υπάρχει σήμερα στις σχέσεις του με τον Εναγόμενο 3, με τον οποίο είναι κουμπάροι και παλαιότερα είχαν πολύ στενούς, φιλικούς δεσμούς. Οι μεταξύ τους δεσμοί έχουν διαταραχθεί και ο ΜΕ2 έδωσε την εντύπωση ότι διακατέχεται από έντονη πικρία και απογοήτευση. Παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα, μου δημιούργησε την εντύπωση ότι αισθανόταν ότι ο πρότερα αδερφικός του φίλος τον έβλαψε οικονομικά και τον «ξεγέλασε» γιατί δεν μερίμνησε για την εξόφληση των οφειλών προς την Ενάγουσα εταιρεία, της οποίας ο ίδιος ήταν τότε μέτοχος και διευθυντής. Κρίνω ότι αυτό τον οδήγησε στο να μην είναι απόλυτα ειλικρινής κατά την περιγραφή των συζητήσεων που οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας για συνεργασία των δύο εταιρειών και, ειδικότερα, σε σχέση με το κατά πόσο υπήρξε ρητή δέσμευση από τους Εναγόμενους 2 και 3 για προσωπική ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής των οφειλών της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Συνεπώς, επί αυτού του θέματος, κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Στο ίδιο περίπου συμπέρασμα καταλήγω και για την αξιοπιστία του ΜΥ
- Θεωρώ ότι επίσης κατέθεσε την αλήθεια σε σχέση με τη φύση των εργασιών και τη συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών, την εργοδότηση του ΜΕ2 από την Εναγόμενη 1 και τη διενέργεια κάποιων πληρωμών προς την Ενάγουσα. Δέχομαι ως αληθινή τη μαρτυρία του σε ό,τι αφορά αυτά τα θέματα. Σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν έπεισε ότι ήταν ειλικρινής. Διακρινόταν πολύ έντονα σε όλες τις αναφορές του, τόσο στην κυρίως εξέταση, αλλά ειδικά στην αντεξέταση, η ένταση των αρνητικών συναισθημάτων που τον διακατείχαν για το ΜΕ
- Οι αιχμές που άφησε σε σχέση με την τιμιότητα του ΜΕ2 είναι εκτός δικογράφων και, θεωρώ, ότι ήταν κατασκεύασμα εκ των υστέρων. Οι εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει ότι ο ίδιος ήταν αμέτοχος σε θέματα που αφορούσαν την οικονομική διαχείριση της συνεργασίας των δύο εταιρειών, δεν ήταν ούτε πειστικές ούτε και αληθοφανείς. Το ίδιο και η άγνοια που προφασίστηκε σε σχέση με την ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου προς την Ενάγουσα και τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τον ίδιο και τον Εναγόμενο 2, πριν την έναρξη της συνεργασίας των δύο εταιρειών. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο ΜΥ2 δεν έπεισε ότι έλεγε την αλήθεια όταν υποστήριζε ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στη λειτουργία της Εναγόμενης
- Δεν ήταν ούτε πειστική, ούτε ρεαλιστική η θέση του ότι η επιχείρηση είχε ουσιαστικά αφεθεί να διευθύνεται από το ΜΕ2 και τον Εναγόμενο 3, ενώ ο ίδιος ήταν πλήρως αμέτοχος. Εξάλλου, η πλήρης αποστασιοποίηση που επικαλέστηκε δεν συνάδει με το γεγονός ότι διατηρούσε το δικαίωμα υπογραφής επιταγών της Εναγόμενης εταιρείας μαζί με τον Εναγόμενο
- Αυτό μάλλον παραπέμπει στο ότι ήθελε και επιδίωκε να γνωρίζει και να ασκεί ένα βαθμό ελέγχου στα οικονομικά της εταιρείας. Η γενική εικόνα που αναδύεται από τη μαρτυρία του, είναι ότι δεν πρόκειται για μαρτυρία αλήθειας και συνεπώς δεν μπορώ να την αποδεχτώ και να βασιστώ σε αυτή για τη διατύπωση ευρημάτων. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένες στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. (β) Η Ενάγουσα ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή υπηρεσιών τεχνικού ελέγχου οχημάτων (Μ.Ο.Τ.), διατηρώντας για το σκοπό αυτό εγκαταστάσεις στη Λευκωσία. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αξιωματούχοι της εταιρείας. (γ) Η Εναγόμενη 1 ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών τεχνικού ελέγχου (S.V.A.) για οχήματα που προέρχονταν από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πελάτες της ήταν κατά κύριο λόγο, έμποροι εισαγόμενων οχημάτων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές της. Μέχρι τον Ιούνιο 2009, ο ΜΕ2 ήταν και υπάλληλος της Εναγόμενης 1, υπεύθυνος συνεργείου επιθεώρηση S.V.A. (δ) Από το Νοέμβριο 2008, υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας προσκόμιζαν στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας οχήματα πελατών της Εναγόμενης 1, εμπόρων εισαγόμενων οχημάτων, για να διενεργηθεί από την Ενάγουσα τεχνικός έλεγχος Μ.Ο.Τ. Για κάθε όχημα, ο υπάλληλος της Εναγόμενης 1 που το προσκόμιζε υπέγραφε σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 3). Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το Σεπτέμβριο
- (ε) Η Ενάγουσα παρείχε υπηρεσίες επιθεώρησης και τεχνικού ελέγχου στα οχήματα των πελατών της Εναγόμενης 1 που προσκομίζονταν στις εγκαταστάσεις της, ως καταγράφεται σε σχετικά έντυπα, Τεκμήριο 3 και ως αποτυπώνεται στα τιμολόγια, Τεκμήριο
- (στ) Σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε, η Ενάγουσα τηρούσε κατάσταση λογαριασμού και στο τέλος κάθε μήνα εξέδιδε σχετικό τιμολόγιο στο όνομα και των τριών Εναγομένων. Τα τιμολόγια που αφορούσαν τις υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί τους μήνες Νοέμβριο 2008 μέχρι Φεβρουάριο 2009, συμπεριλαμβανομένων, πληρώθηκαν κανονικά. Τα τιμολόγια που αφορούσαν υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί τους μήνες Μάρτιο 2009 μέχρι Σεπτέμβριο 2009 (Τεκμήριο 4), και αφορούν το ποσό το οποίο η Ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή, παραμένουν απλήρωτα. (ζ) Ο ΜΕ2 ζήτησε σε διάφορες ημερομηνίες από τους Εναγόμενους 2 και 3 την πληρωμή των οφειλομένων και λάμβανε διαβεβαιώσεις ότι η Ενάγουσα θα πληρωνόταν. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα πιο πάνω ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα στοιχειοθετούν επαρκώς τη βάση αγωγής της Ενάγουσας και τις αξιώσεις που εγείρει εναντίον των Εναγομένων[3]. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας δικογραφείται ισχυρισμός περί προφορικής συμφωνίας της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους για παροχή υπηρεσιών έλεγχου Μ.Ο.Τ. σε πελάτες τους. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση προβάλλεται για πρώτη φορά ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν αναλάβει, στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας, να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης, στην τελική του αγόρευση, υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός περί εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη γιατί δεν δικογραφείται ορθά. Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα και το πλαίσιο της δίκης[4]. Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι εάν η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 εδραζόταν σε συμφωνία τους να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, τότε αντίστοιχος ισχυρισμός θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως καθορίζει η νομολογία, όταν αγωγή βασίζεται σε παράβαση συμφωνίας τότε οι ουσιώδεις όροι της πρέπει να δικογραφούνται, όπως και ο χρόνος σύναψής της, οι συμμετέχοντες και η αντιπαροχή[5]. Ο ισχυρισμός για συμφωνία των Εναγομένων 2 και 3 να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, που περιλαμβάνεται στην Απάντηση της Ενάγουσας, δεν επαρκεί. Ο σκοπός της Απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς του εναγόμενου και όχι να αλλοιώσει την πρωταρχική θέση όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης[6]. Η Δ.19 θ. 14 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθορίζει ότι: «No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same.» Όπως δε επεξηγείται στο σύγγραμμα Odgers on Pleadings and Practice, 20η έκδοση, σελ. 231: «It is at the stage of reply that the rule against what is called "departure in pleading" applies for the first time... A departure takes place when in any pleading the party deserts the ground that he took up in his preceding pleading, and resorts to another and a different ground.... [A] reply is not the proper place in which to raise new claims; to permit this would tend to spin out the pleadings to an intolerable length». Η παράλειψη αναφοράς σε συμφωνία εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 με την Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης, τους στέρησε τη δυνατότητα να τοποθετηθούν σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό στην Υπεράσπισή τους. Ενόψει των πιο πάνω, ακόμα και αν η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 είχε γίνει αποδεκτή επί αυτού του σημείου, κρίνω ότι δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε συμπέρασμα περί εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης. Η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι η αξίωσή της εναντίον των Εναγομένων εδράζεται σε παράβαση προφορικής συμφωνίας. Κρίνω ότι τα ευρήματα παραπέμπουν και αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
- Αυτό προκύπτει από το ότι η Εναγόμενη 1 παρέδιδε οχήματα στην Ενάγουσα για διενέργεια τεχνικού ελέγχου Μ.Ο.Τ., κάτι που επιμαρτυρείται και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3, 4 και
- Τα ευρήματα επίσης παραπέμπουν στο ότι η συνεργασία αυτή ξεκίνησε το Νοέμβριο
- Για το κάθε όχημα που επιθεωρούσε η Ενάγουσα χρέωνε συγκεκριμένο ποσό. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 πλήρωνε το ποσό που η Ενάγουσα χρέωνε για τις υπηρεσίες που παρείχε σε κάθε ένα από τα οχήματα που της παρέπεμπαν για τους μήνες Νοέμβριο 2008 μέχρι Φεβρουάριο 2009, καταδεικνύει και στοιχειοθετεί ότι το ποσό της χρέωσης ήταν αποδεκτό και συμφωνημένο από την Εναγόμενη
- Το δε γεγονός ότι οι χρεώσεις γίνονταν και πληρώνονταν μηνιαία, δείχνει ότι αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών αναφορικά με το χρόνο πληρωμής. Η δε Ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες μέχρι το Σεπτέμβριο 2009, όμως οι αντίστοιχες χρεώσεις για την περίοδο Μαρτίου 2009 μέχρι Σεπτέμβριο 2009, όπως επιμαρτυρούνται από και καταγράφονται στα Τεκμήρια 3, 4 και 5, δεν πληρώθηκαν. Η συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, καταρτίστηκε με ελεύθερη βούληση και έναντι νόμιμης αντιπαροχής, και συνιστά σύμβαση τη εννοία του άρθρου 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Η Ενάγουσα παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες προς την Εναγόμενη 1 για την περίοδο Μαρτίου 2009 μέχρι Σεπτεμβρίου 2009, όπως καταγράφονται στα Τεκμήρια 3, 4 και 5, εκπληρώνοντας έτσι την αντίστοιχη υπόσχεσή της δυνάμει της σύμβασης[7]. Η Ενάγουσα, μέσω του τότε διευθυντή της ΜΕ2, ζήτησε επανειλημμένα την πληρωμή των οφειλομένων, ενώ δεν προβλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε στη διάθεσή της εύλογο χρόνο για να πληρώσει[8]. Η παράλειψη της Εναγόμενης 1 να πληρώσει συνιστά παράβαση της αντίστοιχης υποχρέωσής της που απορρέει από τη συμφωνία. Ένεκα της παράβασης αυτής, η Ενάγουσα υπέστη ζημιά, η οποία ισούται με το οφειλόμενο ποσό. Για τη ζημιά αυτή, έχει δικαίωμα σε αποζημίωση από το υπαίτιο μέρος, ήτοι από την Εναγόμενη 1[9]. Ακολουθεί ότι η αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 1 έχει αποδειχθεί επαρκώς. Στρέφομαι να εξετάσω εάν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για ύπαρξη οφειλής από τους Εναγόμενους 2 και 3 προς αυτή, που να προκύπτει από συμβατική σχέση μεταξύ τους (άλλη από την προαναφερόμενη σύμβαση εγγύησης). Επί τούτου κρίνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία προσωπικά με τους Εναγόμενους 2 και
- Οι μεταγενέστερες παραστάσεις που ο ΜΕ2 υποστήριξε ότι έγιναν από τους Εναγόμενους 2 και 3 ότι θα πληρωνόταν το οφειλόμενο ποσό, δεν ανάγονται σε συμφωνία τους να αναλάβουν προσωπικά - έστω και εκ των υστέρων - το χρέος ή την ευθύνη πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Το ότι τα τιμολόγια Τεκμήριο 4 είχαν εκδοθεί επ' ονόματι και των τριών Εναγόμενων δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι συν-οφειλέτες με την Εναγόμενη
- Ενόψει όλων των πιο πάνω, και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας για ποσό €17.529,21 πλέον νόμιμο τόκο. Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και
- Αναφορικά με τα έξοδα, σε σχέση με την Εναγόμενη 1, αυτά επιδικάζονται εναντίον της και υπέρ της Ενάγουσας. Τα δε έξοδα αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και 3 επιδικάζονται υπέρ τους και εναντίον της Ενάγουσας. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 [4] Μεταξύ άλλων, Federal Bank of Lebanon ν Σιακόλα
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1422, Παναγιώτης Παναγιώτη Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Ltd, Πολιτική έφεση 188/2010, ημερομηνίας 4.6.2015 [5] Eurogal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd, Πολιτική έφεση 110/2012, ημερομηνίας 14.10.2014 [6] Eurogal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd (ανωτέρω). [7]Άρθρο 37
(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 [8]Άρθρο 46, περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 [9]Άρθρο 73
(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο