← Κύπρος

Ελένη Θωμά ως μητέρα και/ή πλησιέστερη φίλη Και/ή συγγενής του ανήλικου Πέτρου Θωμά κ.α. ν. Σάββας Σάββα, Υποθέσεις 7304/09, 7305/09 & 7306/09, 25

Ελένη Θωμά ως μητέρα και/ή πλησιέστερη φίλη Και/ή συγγενής του ανήλικου Πέτρου Θωμά κ.α. ν. Σάββας Σάββα, Υποθέσεις 7304/09, 7305/09 & 7306/09, 25/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υποθέσεις 7304/09, 7305/09 & 7306/09 συνενωμένες Αρ. Αγωγής: 7304/09 Μεταξύ: Ελένη Θωμά ως μητέρα και/ή πλησιέστερη φίλη Και/ή συγγενής του ανήλικου Πέτρου Θωμά Ενάγουσα - και - Σάββας Σάββα, από Λευκωσία Εναγόμενος Αρ. Αγωγής: 7305/09 Μεταξύ: Ελένη Θωμά και Ανθή Χαραλάμπους ως διαχειριστές της περιουσίας του Παναγιώτη Θωμά αποβιώσαντος, τέως από την Λευκωσία. Ενάγοντες -και- Σάββας Σάββα, από Λευκωσία Αρ. Αγωγής: 7306/09 Μεταξύ: Αγγελική Θωμά Ενάγουσα -και- Σάββας Σάββα, από Λευκωσία Εναγόμενος ------------------------- Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Γεώργιος Ζ. Γεωργίου. Για τον Εναγόμενο: κ. Χρίστος Τριανταφυλλίδης ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αγωγές Με τις δύο, εκ των τριών πιο πάνω, αγωγές (7304/09 και 7305/09), η σύζυγος του αποβιώσαντα Παναγιώτη Θωμά (Πανίκου), από τη μια υπό την ιδιότητά της ως πλησιέστερη φίλη και συγγενής του Πέτρου Θωμά (ανήλικου, κατά το χρόνο της καταχώρησης αγωγής, υιού τους), και από την άλλη, υπό την ιδιότητά της, μαζί με την Ανθή Χαραλάμπους, ως διαχειριστές της περιουσίας του Πανίκου, και με τη τρίτη αγωγή (7306/09), η Αγγελική Θωμά (ενήλικη κατά το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής, θυγατέρα του ζεύγους), επιζητούν τις ακόλουθες θεραπείες εναντίον του εναγομένου Δρ. Σάββα Σάββα: 7304/09 «Α. Ειδικές και Γενικές Αποζημιώσεις για ζημιές, ταλαιπωρίες πόνους και απώλεια και/ή ψυχική οδύνη και/ή ψυχολογική κατάπτωση και/ή μόνιμη αναπηρία και/ή μόνιμη ψυχολογική αναστάτωση και/ή αποστέρηση της αγάπης και στοργής του πατέρα της λόγω του πρόωρου θανάτου του πατέρα του συνέπεια αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Εναγομένου. Β. Μελλοντικές αποζημιώσεις και/ή ζημιές. Γ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δ. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα. Ε. Νόμιμο Τόκο και ΦΠΑ». 7305/09 «Α. €52.800 σαν ειδικές αποζημιώσεις ως η παράγραφος 15 ανωτέρω. Β. €6.500 σαν ειδικές αποζημιώσεις ως η παράγραφος 16 ανωτέρω. Γ. Αποζημιώσεις για την ζημιά και απώλεια που υπέστησαν οι εξαρτώμενοι του αποβιώσαντα βάσει του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.

  1. Δ. Αποζημιώσεις για την περιουσία του αποβιώσαντα βάσει του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
  2. Ε. Γενικές Αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. ΣΤ. Αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη και/ή ψυχολογική και/ή ηθική βλάβη. Ζ. Αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement). Η. Αποζημιώσεις για απώλεια ευκαιρίας (loss of chance). Η. Μελλοντικές αποζημιώσεις και/ή ζημιές και/ή βοήθεια στο σπίτι, ως η παράγραφος 27 ανωτέρω. Θ. Αποζημιώσεις για πόνο και/ή ταλαιπωρία. Ι. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Κ. Τόκους σύμφωνα με το Άρθρο 58 Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 118, αρχίζοντας από την ημέρα του θανάτου. Λ. Ζημιές. Μ. Νόμιμο Τόκο. Ν. Έξοδα και Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης». 7306/09 «Α. Ειδικές και Γενικές αποζημιώσεις για ζημιές, ταλαιπωρίες πόνους και απώλεια και/ή ψυχική οδύνη και/ή ψυχολογική κατάπτωση και/ή μόνιμη αναπηρία και/ή μόνιμη ψυχολογική αναστάτωση και/ή αποστέρηση της αγάπης και στοργής του πατέρα της λόγω του πρόωρου θανάτου του πατέρα της συνέπεια αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Εναγομένου. Β. Μελλοντικές αποζημιώσεις και/ή ζημιές. Γ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δ. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα. Ε. Νόμιμο Τόκο και Φ.Π.Α.». Και οι τρεις αγωγές καταχωρήθηκαν στις 4/12/09 και κατόπιν εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 10/11/2011, συνενώθηκαν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα, να συνεκδικαστούν στα πλαίσια μιας ακροαματικής διαδικασίας. Αδιαμφισβήτητα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα Τόσο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της, οι δύο πλευρές κατέθεσαν διάφορα παραδεκτά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτα, είχαν, είτε τη μορφή προφορικών και/ή γραπτών δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, είτε αποτελούσαν μέρος εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Αδιαμφισβήτητα γεγονότα, προέκυψαν και από αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και/ή κοινές θέσεις που υποστηρίχτηκαν από τους μάρτυρες των δύο πλευρών. Τα προκύψαντα, ουσιαστικά για την κρίση της υπό εξέταση υπόθεσης, παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, είναι τα ακόλουθα: Στις 6/12/2006 περί ώρα 13:00, ο Πανίκος (άνδρας, ηλικίας, τότε 49 ετών, υπέρβαρος και βαρύς καπνιστής), ανάφερε σε συναδέλφους του ότι ένοιωσε πόνο στο στήθος και κατόπιν παρότρυνσης τους, επισκέφθηκε (τον μετέφερε ο συνάδελφος του Σωτήρης Μακρής με το όχημά του) τον Εναγόμενο στο ιατρείο του. Ο Εναγόμενος, ήταν κατά τον ουσιώδη για την υπό εξέταση υπόθεση χρόνο και είναι ακόμα ιδιώτης ιατρός παθολόγος με πτυχίο του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος διατηρεί ιατρείο στη διεύθυνση Λόγγου 6, στον Στρόβολο, στη Λευκωσία. Είναι δε εγγεγραμμένος στο μητρώο μελών του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, με αριθμό εγγραφής
  3. Κατά τον ουσιώδη για τη παρούσα υπόθεση χρόνο, ο Εναγόμενος συνεργαζόταν με τη Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου (στο εξής «η ΣΕΚ»), μέσω της οποίας και πληρωνόταν για τις κατά καιρούς επισκέψεις και εξετάσεις μελών της. Ο Πανίκος, κατά την επίσκεψη του στις 6/12/2006 (στο εξής «η επίδικη επίσκεψη»), εξετάστηκε ως μέλος της ΣΕΚ. Η επίδικη επίσκεψη του Πανίκου διήρκησε περισσότερο από μια ώρα. Ως προς το τι διημείφθη μεταξύ Πανίκου και Εναγόμενου κατά την επίδικη επίσκεψη του πρώτου, αλλά και αναφορικά με την εξέταση στην οποία προέβη ο Εναγόμενος και τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο Πανίκος, οι δύο πλευρές διαφωνούν. Συμφωνούν ωστόσο ότι, ο Εναγόμενος, εκείνη την ημέρα, περί ώρα 14:16:52 και 14:17:42, υπέβαλε τον Πανίκο σε δύο ηλεκτροκαρδιογραφήματα (πρόκειται για τα Τεκμήρια 4 και 2Η αντίστοιχα, στο εξής «τα επίδικα ηλεκτροκαρδιογραφήματα»). Συμφωνούν ακόμα και περί το ότι, ο Εναγόμενος, κατόπιν της επίδικης εξέτασης του Πανίκου, εξέδωσε ιατρική βεβαίωση, στην οποία, ως διάγνωση του, καταγράφει ότι ο Πανίκος «Βρέθηκε πάσχων από συμπτώματα αγχώδους διαταραχής. Ενδείκνυται ανάρρωση από 7/12 έως και 8/12». Συνταγογράφησε δε την αγχολυτική φαρμακευτική αγωγή Zolarem. Μετά το πέρας της επίδικης εξέτασής του, ο Πανίκος εγκατέλειψε, μαζί με τον Μακρή, το ιατρείο του Εναγόμενου. Ακολούθως, σε χρόνο, για τον οποίο δεν δόθηκε σχετική μαρτυρία, ο Πανίκος παρέλαβε τον ανήλικο τότε υιό του Πέτρο και ένα φίλο του από τον χώρο στον οποίο προπονούντο ως ποδοσφαιριστές των μικρών ομάδων του σωματείου ΑΠΟΕΛ και εν συνεχεία, αφού πρώτα μετέφεραν τον φίλο του Πέτρου στο χωρίο Εργάτες, όπου και διέμενε, μετέβησαν στην οικία τους στο Αρεδιού. Ως προς την ακριβή ώρα που ο Πανίκος και ο Πέτρος έφθασαν στο σπίτι τους, δεν παρουσιάστηκε σχετική μαρτυρία. Περί ώρα 17:30, της ίδιας ημέρας, η σύζυγος του Πανίκου επέστρεψε (μετά από ψώνια), στη συζυγική οικία και βρήκε τον Πανίκο να ξαπλώνει παραπονούμενος ότι δεν αισθανόταν καλά. Περί ώρα 18:15 της ίδιας ημέρας, η σύζυγος του Πανίκου τηλεφώνησε στον Εναγόμενο για να τον πληροφορήσει ότι ο Πανίκος ήταν κλινήρης με πόνο στο στήθος, ο οποίος δεν υποχωρούσε και να ζητήσει από αυτόν συμβουλή. Ως προς το τι διημείφθη μεταξύ τους κατά την επικοινωνία τους αυτή, οι δύο πλευρές διαφωνούν. Περί ώρα 20:30 της ίδιας ημέρας, ο Πανίκος, στην παρουσία των λοιπών μελών της οικογένειάς του, ενώ αρχικά ξάπλωνε στον καναπέ, απότομα κάθισε, αναφέροντας τη φράση «Παναγία μου ζαλίστηκα», και ακολούθως έχασε τις αισθήσεις του. Κατόπιν ερχομού και άλλων συγγενών της οικογένειας (είχαν στο μεταξύ ενημερωθεί σχετικά), ο Πανίκος, μεταφέρθηκε σε ιδιωτικό αυτοκίνητο που βρισκόταν έξω από την οικία του, ώστε να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά τη μεταφορά του στο αυτοκίνητο, εξέμεσε. Ακολούθως, κατά τη μεταφορά του με το αυτοκίνητο (κάπου στο μέσο της διαδρομής), ασθενοφόρο (το οποίο είχε, στο μεταξύ, κληθεί), τον παρέλαβε και τον μετέφερε λίγη ώρα αργότερα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Περί ώρα 21:30 το βράδυ, της 6.12.2006, διαπιστώθηκε ότι ο Πανίκος απεβίωσε και το θάνατό του πιστοποίησε η Δρ. Άννα Νικολαΐδου. Κατόπιν μεταθανάτιας ιατρικής εξέτασης που διενήργησε η Δρ. Ελένη Αντωνίου, διαπιστώθηκε ότι η αιτία θανάτου του Πανίκου ήταν έμφραγμα μυοκαρδίου, αιτία, η οποία υιοθετείται και στο σχετικό πόρισμα που εκδόθηκε από Θανατικό Ανακριτή στις 27.7.
  4. Ο Πανίκος ήταν νυμφευμένος μετά της Ελένης Θωμά, και πατέρας δύο τέκνων, της Αγγελικής Θωμά ηλικίας, τότε, 24 ετών και του Πέτρου Θωμά ηλικίας, τότε, 12 ετών. Εργαζόταν στο Δήμο Στροβόλου, ως υπάλληλος στο Τμήμα Κήπων, με μηνιαίο ακάθαρτο μισθό ύψους €1.728,
  5. Ο καθαρός δε μηνιαίος μισθός του, ανερχόταν στο ποσό των €1.449,
  6. Κατά το χρόνο που απεβίωσε, από τον καθαρό μισθό του (βλ. σχετικό δελτίο μισθοδοσίας για το μήνα Νοέμβριο 2006 - μέρος του τεκμηρίου 2Β), προς κατανάλωση από τον ίδιο και την οικογένειά του, κατέληγαν €954,27σ. (το γεγονός αυτό έγινε αποδεκτό και από τη σύζυγο του Πανίκου κατά την αντεξέτασή της). Κατά τον ίδιο χρόνο, η σύζυγός του Πανίκου, είχε μηνιαίες απολαβές από την εργασία της €600-, ενώ, κατά την ημέρα έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, ο καθαρός της μισθός ανέρχετο σε €1.013-. Συνεπεία δε του θανάτου του Πανίκου, λαμβάνει πλέον και μηνιαία σύνταξη χηρείας εκ ποσού €785-. Η Αγγελική και ο Πέτρος (τέκνα του ζεύγους), λόγω του θανάτου του Πανίκου, υπέστησαν πόνο και οδύνη ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι ήταν παρόντες και παρακολουθούσαν δια ζώσης τη στιγμή που αυτός υπέστη το έμφραγμα. Πιο συγκεκριμένα, η Αγγελική παρακολουθούσε τον πατέρα της να υποφέρει κατά τις τελευταίες του στιγμές και κατά την πληροφόρηση της ότι τελικά τούτος απεβίωσε, ξέσπασε σε λυγμούς. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν πήγαινε για ύπνο το βράδυ, ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει και υπέφερε από πονοκεφάλους και ημικρανίες. Επισκέφθηκε ψυχίατρο και συγκεκριμένα τη Δρ. Σούλα Κλεάνθους, η οποία την παρακολουθούσε για διάστημα 9 μηνών και η οποία διέγνωσε ότι έπασχε από κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία αντιδραστικής αιτιολογίας. Κατά το διάστημα αυτό των 9 μηνών, χορηγήθηκε στην Αγγελική σχετική φαρμακευτική αγωγή και συγκεκριμένα τα φάρμακα EFEXOR 150mg extra, και REMERON 30 mg και RISPERDAL 2mg. Ο Πέτρος, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο δώδεκα ετών και είδε τον πατέρα του να υποφέρει κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και να κείτεται στο πάτωμα αναίσθητος. Συνεπεία αυτής της εικόνας, ο Πέτρος υπέστη σοκ και έτρεξε στη βεράντα και ξεκίνησε να φωνάζει πανικοβλημένος για βοήθεια. Όταν ενημερώθηκε για τον θάνατο του πατέρα του, ξέσπασε σε ασυγκράτητους λυγμούς. Μετά το θάνατο του Πανίκου, συχνά βασανιζόταν από εφιάλτες και η απόδοση του στις αθλητικές δραστηριότητες και συγκεκριμένα στο ποδόσφαιρο, με το οποίο ασχολείτο σθεναρά κατά τον επίδικο χρόνο, παρουσίασε κάμψη. Τέλος, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι αποζημιώσεις απώλειας που δικαιούνται οι εξαρτώμενοι του Πανίκου, ανέρχονται στο αντίστοιχο σε Ευρώ ποσό των ΛΚ10.000,00 σύμφωνα με τη σχετική πρόνοια του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  7. Τα μόλις πιο πάνω παραδεκτά και/ή κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. H εκδοχή των Εναγόντων Κατά τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος, λόγω επαγγελματικής αμέλειας, (για τους εξειδικευμένους λόγους που αναφέρουν στις Εκθέσεις Απαιτήσεως των συνενωμένων αγωγών), απέτυχε να διαγνώσει, κατά την επίδικη εξέταση του Πανίκου, τη σοβαρότητα της κατάστασής του και/ή ότι τούτος αντιμετώπιζε τη δεδομένη στιγμή έμφραγμα μυοκαρδίου, καθώς επίσης και ότι αμελώς διέγνωσε ότι ο Πανίκος έπασχε από αγχώδη διαταραχή, με αποτέλεσμα, αντί να τον παραπέμψει άμεσα σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο (ως είναι και το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας), τον αποδέσμευσε με λανθασμένη συνταγογράφηση και θεραπευτική αγωγή, και ο Πανίκος, συνεπεία τούτου, απώλεσε πολύτιμο χρόνο και η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και εν τέλει απεβίωσε λόγω μη έγκαιρης αντιμετώπισης του ιατρικού του προβλήματος. Διαζευκτικά, αποτελεί θέση των Εναγόντων ότι, όταν κατά η ώρα 18:15 το απόγευμα στις 06/12/2006, η σύζυγος του Πανίκου επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο και του ανέφερε ότι ο Πανίκος υποφέρει από επίμονο πόνο στο στήθος, ο Εναγόμενος, αντί να τη συμβουλεύσει, έστω και τότε, όπως ο Πανίκος επισκεφθεί άμεσα το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, την καθησύχασε λέγοντάς της ότι τα συμπτώματά του δεν σχετίζονται με καρδιακό αίτιο, καθώς επίσης και ότι απλά πρέπει να λάβει τη φαρμακευτική αγωγή που του συνταγογράφησε το μεσημέρι. Είναι γενικά η θέση των Εναγόντων ότι ο τρόπος που χειρίστηκε ο Εναγόμενος το πρόβλημα υγείας και γενικά τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά τις 06/12/2006, ήταν τόσο αμελής, σε βαθμό που παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντί του, με τέτοιο τρόπο, που η ρηθείσα παράβαση του είχε ως αποτέλεσμα το θάνατό του. Η εκδοχή του Εναγόμενου Κατά τον Εναγόμενο, ο Πανίκος στις 06/12/2006, το μεσημέρι, όταν και τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του, παρουσίαζε συμπτωματολογία άσχετη και εντελώς ασύνδετη με οποιοδήποτε καρδιακό αίτιο. Τα συμπτώματα που παρουσίαζε σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων στα οποία τον υπέβαλε, δικαιολογούσαν πλήρως τη διάγνωση του περί του ότι έπασχε από αγχώδη διαταραχή. Τα δε χάπια και γενικά η θεραπευτική αγωγή που του χορήγησε, αποτελούσαν την πλέον κατάλληλη θεραπεία για αντιμετώπιση του προβλήματός του. Θεωρεί δε τη συμπτωματολογία που ο Πανίκος παρουσίασε κατά τις απογευματινές ώρες της εν λόγω ημέρας, καθ' όν χρόνο τούτος ήταν στην οικία του και η οποία συμπτωματολογία εν τέλει οδήγησε στο θάνατό του λόγω εμφράγματος μυοκαρδίου, ως συμπτωματολογία εντελώς άσχετη και ασύνδετη με τα συμπτώματα που παρουσίαζε το μεσημέρι κατά την επίδικη εξέτασή του στο ιατρείο του. Όσον δε αφορά στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη σύζυγο του Πανίκου κατά τις 18:15 της εν λόγω ημέρας, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι, αφού αναγνώρισε το διαφορετικό των συμπτωμάτων που αντιμετώπιζε τη δεδομένη στιγμή ο Πανίκος και με γνώμονα τους παράγοντες αυξημένου κινδύνου για καρδιακό επεισόδιο που τον περιέβαλαν (άνδρας, 49 ετών, υπέρβαρος και βαρύς καπνιστής), έδωσε αμέσως οδηγίες προς τη σύζυγο του όπως αυτός μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για να τύχει εξέτασης της νέας συμπτωματολογίας που παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή, οι όποιες οδηγίες του, για άγνωστους σ' αυτόν λόγους, δεν ακολουθήθηκαν. Ακροαματική διαδικασία Οι Ενάγοντες, προς υποστήριξη της υπόθεσης τους παρουσίασαν τέσσερις μάρτυρες. Πιο συγκεκριμένα, ως πρώτη μάρτυρας, παρουσιάστηκε η σύζυγος του Πανίκου και μητέρα των δύο τέκνων τους, Ελένη Θωμά (στο εξής «η ΜΕ1»), δεύτερος, ο Δρ. Darrel Francis (στο εξής «ο ΜΕ2»), τρίτη, η Αγγελική Θωμά, θυγατέρα του Πανίκου (στο εξής «η ΜΕ3») και τέλος, ο Πέτρος Θωμά, υιός του Πανίκου (στο εξής «ο ΜΕ4»). Από πλευράς του Εναγόμενου, κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, και ειδικότερα ο ίδιος ο Εναγόμενος, ο Δρ. Φίλιππος Αλλαγιώτης (στο εξής «ο ΜΥ2») και τέλος, ο Σωτήρης Μακρής (στο εξής «ο ΜΥ3»). Παράθεση των ουσιωδών μερών της κατατεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας Η ΜΕ1 Σε μεγάλο βαθμό, η μαρτυρία της ΜΕ1 καλύπτεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα. Στον βαθμό που αυτό δεν ισχύει, αξίζει να σημειωθεί ότι τούτη ισχυρίστηκε ότι παντρεύτηκε με τον Πανίκο το
  8. Ο Πανίκος ήταν υπεύθυνος και αφοσιωμένος σύζυγος, τυπικός και δίκαιος. Ήταν δραστήριος άνθρωπος και στα νιάτα του υπήρξε ποδοσφαιριστής σε διάφορα σωματεία της περιοχής. Παρά το ότι τα τελευταία χρόνια έβαλε βάρος, εν τούτοις ήταν ενεργητικός με ρωμαλέο ανάστημα. Η εργασία του, του έδινε μεγάλη ευχαρίστηση ιδιαίτερα το γεγονός ότι τούτη, ως επί το πλείστον, διεξαγόταν σε εξωτερικούς χώρους και ειδικότερα στους κήπους του Δήμου Στροβόλου. Αν και κάπνιζε, εν τούτοις αυτή η συνήθεια δεν τον εμπόδιζε από το να βρίσκεται σε συνεχώς κίνηση και να απασχολείται. Με βάση πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους της (η ΜΕ1), ο υπεύθυνος μισθοδοσίας του Πανίκου στον Δήμο Στροβόλου, φέρεται να ανέφερε σ΄ αυτούς ότι, αν ο Πανίκος ζούσε κατά τον χρόνο που η ΜΕ1 κατέθετε ενόρκως, η μηνιαία μισθοδοσία του θα ήταν αυξημένη κατά περίπου €
  9. Το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του Πανίκου χρησιμοποιείτο για την πληρωμή των εξόδων της οικογένειας όπως ψώνια, λογαριασμοί, καύσιμα, τα έξοδα των παιδιών και διάφορες κοινωνικές υποχρεώσεις όπως γάμοι, βαφτίσια κτλ. Η ζωή, γενικά, του Πανίκου ήταν σεμνή και ανέξοδη και δεν επιβάρυνε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ο δε μισθός του, ήταν καθοριστικός για την επιβίωση και την ποιότητα της ζωής της οικογένειας, καθώς τα εισοδήματα της ΜΕ1 ήταν τότε, πολύ χαμηλά. Ο Πανίκος ήταν ανιδιοτελής και κοινωνικός άνθρωπος, ο οποίος συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Νηπιαγωγείου Αρεδιού, αλλά και στον Σύνδεσμο Γονέων του Δημοτικού Σχολείου της κοινότητος. Ήταν δραστήριο μέλος των τοπικών οργανώσεων του Δημοκρατικού Συναγερμού και είχε επίσης υποβάλει υποψηφιότητα για να εκλεγεί στο Κοινοτικό Συμβούλιο της κοινότητας. Συνεπεία δε της προγραμματισμένης και συνετής προσωπικότητας του Πανίκου, η οικογένεια δεν είχε δάνεια ή χρέη τα οποία να αδυνατούσε να αποπληρώσει. Δεν οφείλονταν οποιαδήποτε χρήματα σε σχέση με την οικογενειακή οικία και η ζωή της οικογένειας ήταν συνηθισμένη και σεμνή χωρίς υπερβολές. Σημαντικός παράγοντας για αυτήν την εικόνα, ήταν η φροντίδα του Πανίκου ώστε να μην λείψει τίποτε από την οικογένεια του. Στις 06.12.2006, ο Πανίκος, περί τις 05:30 το πρωί, ετοίμασε το πρόγευμα του, ήπιε τον καφέ του και ξεκίνησε για να μεταβεί στην εργασία του. Κατά τις 08:30 το πρωί της ίδιας μέρας, είχε τηλεφωνική συνομιλία μαζί της χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε περί πόνου ή οποιουδήποτε άλλου προβλήματος, ούτε από τη φωνή του αντιλήφθηκε, η ίδια, να συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο. Η επόμενη στιγμή που είχε επαφή με τον Πανίκο ήταν περί τις 17:00 το απόγευμα, όταν και επέστρεψε στο σπίτι μετά από κάποια ψώνια. Όταν αντίκρισε τον Πανίκο, τη δεδομένη στιγμή, ξάπλωνε στο κρεβάτι και παραξενεύτηκε διότι ποτέ δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο στις πέντε το απόγευμα. Επίσης, ο Πανίκος, σπανίως αρρωστούσε και επισκεπτόταν γιατρό. Ενδεικτικά ανέφερε ότι, η τελευταία φορά που θυμάται τον Πανίκο να επισκέπτεται γιατρό, ήταν το 1995 όταν και εγχειρίστηκε για σκωληκοειδίτιδα. Ρώτησε τον Πανίκο τι είχε και ποιος ο λόγος που ξάπλωνε και της είπε ότι «... δεν ήταν καλά, ήταν άρρωστος και τον πήραν οι συνάδελφοι του στον γιατρό». Τότε τον ρώτησε τι ακριβώς έχει και της απάντησε «νιώθω σαν να με κρατούν που τον λαιμό». Ζήτησε από τον Πανίκο να της εξηγήσει τι ακριβώς έγινε και αυτός της ανέφερε ότι πόνεσε το στήθος του και φοβήθηκε μήπως πρόκειται για πρόβλημα καρδιάς και ότι ο Εναγόμενος, μετά που τον εξέτασε, τον καθησύχασε, λέγοντας του ότι ο πόνος που ένιωθε στο στήθος οφειλόταν στο άγχος. Της ανέφερε ακόμα ότι, συνεπεία της διάγνωσης του Εναγόμενου, «έφυγε ένα βάρος από πάνω μου». Καθώς μιλούσε με τον Πανίκο, πρόσεξε στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι, διάφορα χαρτιά, τα οποία ήταν η συνταγή και η ιατρική βεβαίωση που εξέδωσε ο Εναγόμενος. Υπήρξε επίσης και ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα, αλλά και η απόδειξη πληρωμής του ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Αν και από την πρώτη στιγμή ένιωσε την ανάγκη να τηλεφωνήσει στον Εναγόμενο και να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις, εν τούτοις, ντράπηκε, θεωρώντας ότι αυτό θα αποτελούσε ενόχληση στον τελευταίο και ίσως να του δημιουργούσε και την εικόνα ότι τελεί υπό αμφισβήτηση. Ακολούθως, ετοίμασε φαγητό για να δειπνήσει η οικογένεια. Στο μεταξύ, ο δωδεκάχρονος τότε ΜΕ4 βρισκόταν στο δωμάτιο των γονιών του και πείραζε τον Πανίκο προσπαθώντας να τον κάνει να νιώσει ευχάριστα. Λόγω του ότι η κατάσταση του Πανίκου δεν βελτιωνόταν, η ανησυχία της ΜΕ1 μεγάλωσε και όταν ξαφνικά πρόσεξε δάκρυα στα μάτια του Πανίκου αποφάσισε να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο και να ζητήσει τη συμβουλή του. Κατά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον τελευταίο (στις 18:15), αφού αρχικά έγιναν οι συστάσεις και ο Εναγόμενος κατανόησε με ποια συνομιλούσε, τον ρώτησε μήπως η αιτία που ο Πανίκος πονάει το στήθος του οφείλεται στην καρδιά του. Όταν ρωτούσε τον Εναγόμενο για το θέμα αυτό, ντρεπόταν, γιατί δεν ήθελε να φανεί ότι αμφισβητεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τις ιατρικές γνώσεις του τελευταίου. Ο Εναγόμενος, της ανέφερε ρητά ότι οι πόνοι του Πανίκου στο στήθος δεν οφείλονταν σε οποιοδήποτε πρόβλημα στην καρδιά και ότι είναι το αποτέλεσμα της αγχώδους διαταραχής από την οποία έπασχε. Τη ρώτησε ακόμα αν ο Πανίκος είχε λάβει τη φαρμακευτική αγωγή που του συνταγογράφησε και αφού του απάντησε αρνητικά, της είπε να τη λάβει και ότι όλα θα είναι εντάξει. Έχοντας ακόμα υπόψη ότι το προηγούμενο βράδυ ο Πανίκος, αλλά και γενικά η οικογένεια είχε καταναλώσει μανιτάρια, ρώτησε τον Εναγόμενο, πάντα κατά την τηλεφωνική τους συνομιλία, κατά πόσο, ενδεχομένως, οι πόνοι να οφείλονται στην κατανάλωση των μανιταριών. Ο Εναγόμενος της υπέδειξε ότι, αφ' ης στιγμής όλα τα μέλη της οικογένειας κατανάλωσαν μανιτάρια, δεν θα ήταν δυνατό, συμπτώματα να παρουσιάζει μόνο ο Πανίκος. Συνεπεία του καθησυχασμού από τον Εναγόμενο αναφορικά με τα αίτια του πόνου που παρουσίαζε ο Πανίκος, τερματίστηκε η μεταξύ τους τηλεφωνική συνομιλία. Η ΜΕ1, ανέφερε ακόμα ότι, κατά την τηλεφωνική συνομιλία της με τον Εναγόμενο, «παρούσα ήταν και η κόρη μου Αγγελική που ήταν τότε εικοσιτεσσάρων χρονών καθώς και ο γιος μου Πέτρος». Περί τις 19:00 και 19:30 το βράδυ, φώναξε του Πανίκου να πάει στην κουζίνα για να δειπνήσουν. Έκατσε όλη η οικογένεια στο τραπέζι μαζί και με τον Μάριο, (τότε φίλο, νυν σύζυγο της Αγγελικής), για να δειπνήσουν, αλλά ο Πανίκος δεν είχε διάθεση για να φάει. Κάποια στιγμή, ο Πανίκος σηκώστηκε από το τραπέζι για να συνομιλήσει με την αδελφή του Ανθή που είχε καλέσει στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας. Ακολούθως ο Πανίκος έφαγε 2 ‑ 3 κουταλιές της σούπας, ίσως και λίγο κοτόπουλο. Δεν έφαγε καθόλου ραβιόλες. Σε κάποια φάση, και ενώ οι υπόλοιποι έτρωγαν, ο Πανίκος σηκώθηκε, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε, και πήγε στο σαλόνι και έκατσε μόνος του. Η ΜΕ1 τον ακολούθησε στο σαλόνι και του ανέφερε ότι η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σωστή έναντι του Μάριου. Η απάντηση του Πανίκου ήταν ότι δεν ήταν καλά και όταν τον ρώτησε τι έχει της απάντησε «εν να πεθάνω». Προσπάθησε να τον καθησυχάσει και αυτός της ανέφερε «το μόνο που σκέφτομαι είναι που θα είσαι μόνη σου και δεν θα μπορείς με τα μωρά». Η ίδια, χωρίς να του αναφέρει κάτι άλλο, του ζήτησε να τη συνοδεύσει στην κουζίνα πράγμα το οποίο και έπραξε χωρίς ωστόσο να φάει περαιτέρω. Μετά το φαγητό, ο Πανίκος ξάπλωσε στον διθέσιο καναπέ απέναντι από την τηλεόραση. Σε κάποια στιγμή, γύρω στις 20:30, όπως ήταν ξαπλωμένος, με μια πολύ απότομη κίνηση έκατσε στον καναπέ εκστομίζοντας τη φράση «Παναγία μου, ζαλίστηκα». Αμέσως έπιασε (ο Πανίκος) το κεφάλι του με το ένα χέρι και κατέρρευσε στην αντίθετη πλευρά από αυτήν που ξάπλωνε προηγουμένως. Η ΜΕ3, η οποία ήταν παρούσα, έτρεξε προς το μέρος του και άρχισε να τον χαστουκίζει στο πρόσωπο φωνάζοντας του «παπά». Ο Μάριος, αμέσως, άρχιζε να του κάνει μαλάξεις στο στήθος, μιας και ως ερασιτέχνης δύτης γνώριζε από Πρώτες Βοήθειες. Η ΜΕ1 τηλεφώνησε αμέσως στη γιατρό Ροδούλα Συμεού (οικογενειακή γιατρός) και της ζήτησε να μεταβεί στην οικία, καθώς επίσης και στην αδελφή του Πανίκου, Ανθή. Στο τηλέφωνο ενημέρωσε και τους δύο γενικά για το τι είχε συμβεί. Ο ΜΕ4 πανικοβλήθηκε και βγήκε στη βεράντα και ούρλιαζε με αποτέλεσμα οι γείτονες που τον άκουσαν να τρέξουν προς την οικία. Εκεί κατέφθασαν ο Παπά-Κωστής και η γυναίκα του Λουκία που μένουν σχεδόν απέναντι από την οικία της οικογένειας. Ο Παπά-Κωστής, προσπάθησε να βοηθήσει τον Μάριο, ο οποίος συνέχιζε ακόμα να κάνει μαλάξεις στον Πανίκο. Στο μεταξύ ενημερώθηκε και ο αδελφός της ΜΕ1, ο οποίος επισκέφθηκε την οικία. Στο σημείο έφτασαν και η αδελφή του Πανίκου και ο σύζυγος της. Προσπάθησαν να μεταφέρουν τον Πανίκο στο όχημα του συζύγου της αδελφής του και κατά τη μεταφορά του, ο Πανίκος εξέμεσε. Ακολούθως, με το ρηθέν όχημα, κατευθύνθηκαν προς το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, έχοντας ωστόσο στο μεταξύ ειδοποιήσει και ασθενοφόρο, το οποίο τους συνάντησε στο μέσο της διαδρομής και παρέλαβε τον Πανίκο. Οι ΜΕ3 και ΜΕ4 παρέμειναν στην οικία. Η ΜΕ1, μαζί με άλλα συγγενικά τους πρόσωπα συνόδευσε τον Πανίκο στο νοσοκομείο. Στο νοσοκομείο, όλοι στέκονταν έξω από ένα δωμάτιο και μέσα από ένα μικρό παράθυρο έβλεπαν τον Πανίκο, είχε ήδη καλωδιωθεί. Δεκαπέντε περίπου λεπτά αργότερα, κάποιος κύριος εξήλθε του δωματίου που βρισκόταν ο Πανίκος και τους ανακοίνωσε ότι ήταν νεκρός. Η ώρα ήταν 21:
  10. Λίγο αργότερα ξεκίνησαν όλοι για να επιστρέψουν στο Αρεδιού. Όταν έφτασαν στην οικία, η όλη ατμόσφαιρα ήταν απελπιστική. Η ΜΕ1 είχε χάσει ήδη τον άνδρα της, τον άνθρωπο που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, ενώ οι ΜΕ3 και ΜΕ4 τον πατέρα τους. Ο χρόνος που ακολούθησε μετά τον θάνατο του Πανίκου ήταν δυσβάστακτος. Αν και η ΜΕ1 έλαβε άδεια απουσίας από την εργασία της για ένα μήνα, εν τούτοις το γεγονός αυτό δεν βοήθησε στο να ξεπεράσει το πένθος της. Λάμβανε φαρμακευτική αγωγή (ηρεμιστικά χάπια) ώστε να μπορεί να κοιμάται. Αν και τα χάπια τη βοηθούσαν στο να κοιμάται, κατά τη διάρκεια της ημέρας της προκαλούσαν υπνηλία και νωχελικότητα που επηρέαζε τη σχέση της με τα παιδιά της. Αναγκάστηκε έτσι να σταματήσει τη λήψη των συγκεκριμένων φαρμάκων και να προσφέρει συνεχώς προς τα παιδιά της, με τίμημα τον βραδινό της ύπνο. Καθώς περνούσε ο χρόνος, τα προβλήματα με τον ύπνο βελτιώνονταν. Δήλωσε ωστόσο ότι, ακόμα και κατά το χρόνο που κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ύπνος της ήταν αναστατωμένος λόγω του θανάτου του Πανίκου. Σε ένα από τα μνημόσυνα του Πανίκου, ενημερώθηκε από τους συναδέλφους του, μεταξύ των οποίων και τον ΜΥ3, ότι κατά τις 06/12/2006 ο Πανίκος δεν ήταν καλά και ότι ήταν αυτοί που τον μετέφεραν στον Εναγόμενο. Της ανέφεραν ακόμα ότι ο Εναγόμενος ήταν γιατρός που συνεργάζεται με τη ΣΕΚ, της οποίας μέλος ήταν και ο Πανίκος. Ο θάνατος του Πανίκου στοίχησε αρκετά σε όλα τα μέλη της οικογένειας και κατέστησε την καθημερινότητα της ΜΕ1 άδεια, μίζερη και καταθλιπτική. Μέχρι και τη μέρα που κατέθετε ενόρκως στο Δικαστήριο, η ΜΕ1 δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τον Πανίκο και ιδιαίτερα τις τελευταίες ώρες που ήταν μαζί. Άσχημα επηρεάστηκαν και οι ΜΕ3 και ΜΕ4 ιδιαίτερα ως μάρτυρες των τελευταίων στιγμών του Πανίκου, γεγονός που τους σημάδεψε για πάντα. Η ΜΕ3, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα έπασχε από κατάθλιψη και λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή, ενώ ο ΜΕ4 κλείστηκε στον εαυτό του και έγινε απόμακρος. Αν και παρήλθαν πολλά χρόνια από τον θάνατο του Πανίκου, η ΜΕ3 και ο ΜΕ4 συνεχίζουν να κλαίνε καθότι δεν έχουν ξεπεράσει το τραύμα που τους δημιούργησε η θέα του θανάτου του πατέρα τους. Η ΜΕ1 δήλωσε θυμωμένη επί το ότι, κατά την ίδια, ο θάνατος του Πανίκου θα μπορούσε να αποφευχθεί αν ο Εναγόμενος ήταν πιο προσεκτικός και διαγίγνωσκε σωστά το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέταση του, αντί να διαγνώσει αγχώδη διαταραχή και να τον στείλει σπίτι του. Νιώθει δε περισσότερο θυμωμένη, καθότι, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Εναγόμενος είχε εκ νέου την ευκαιρία να διαφοροποιήσει τη γνώμη του ως προς την αιτία της συμπτωματολογίας του Πανίκου και να καθοδηγήσει την οικογένεια να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, έστω και τότε, πλην όμως περιορίστηκε στο να τη συμβουλέψει να λάβει ο Πανίκος την αγχολυτική φαρμακευτική αγωγή που του συνταγογράφησε. Προέβαλε δε τη θέση ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής και υπερόπτης και δεν έδωσε την απαραίτητη σημασία, ούτε στον Πανίκο, αλλά ούτε και στην ίδια. Ισχυρίζεται δε ότι, αν Εναγόμενος ενεργούσε επιμελώς, ο Πανίκος θα ήταν ακόμα στη ζωή. Αποδίδει δε τον θάνατο του στην ισχυριζόμενη αμελή συμπεριφορά του Εναγόμενου. Επίσης ανέφερε ότι, η ίδια και τα παιδιά της, έδωσαν εντολή στους δικηγόρους τους όπως διορίσουν εμπειρογνώμονα, Διδάκτορα Καρδιολογίας και συγκεκριμένα τον ΜΕ2 για να ετοιμάσει έκθεση σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι συνεπεία του θανάτου του Πανίκου, τα αμέσως επόμενα βράδια που ακολούθησαν, αυτή και τα παιδιά κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι. Αναφορικά με το ποσοστό του μισθού του Πανίκου που κατέληγε στην οικογένεια, η ΜΕ1 το προσδιόρισε στα 80% - 85%. Κατά την αντεξέτασή της, ισχυρίστηκε ότι, παρά την αναφορά της στην κυρίως εξέταση ότι στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι στο οποίο βρήκε τον Πανίκο να ξαπλώνει υπήρχε και καρδιογράφημα, εν τούτοις δεν θυμόταν αν πραγματικά ήταν εκεί, τονίζοντας ότι η ίδια απλά έφερε στην κατοχή της τη συνταγή, ώστε να βρει το τηλέφωνο του Εναγόμενου για να του τηλεφωνήσει. Τέλος, σε υποβολή που της τέθηκε ότι στη μεταξύ της ίδιας και του Εναγόμενου τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν το απόγευμα στις 06/12/2006, ο τελευταίος της ανέφερε ότι θα έπρεπε αμέσως ο Πανίκος να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, αρνήθηκε τούτη και επέμενε στην αρχική και βασική της θέση ότι ο Εναγόμενος της ανέφερε ότι ο πόνος του Πανίκου οφειλόταν σε αγχώδη διαταραχή και ότι αν λάβει την αγχολυτική θεραπευτική αγωγή που του συνταγογράφησε θα είναι εντάξει. Ο ΜΕ2 Ο ΜΕ2 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας, καθηγητής καρδιολογίας στο Εθνικό Ινστιτούτο Καρδίας και Πνεύμονα στο Imperial College London and Honorary College του Λονδίνου και επίτιμος σύμβουλος καρδιολογίας στο Imperial College Healthcare του Εθνικού Συστήματος Υγείας Αγγλίας. Συνεπεία του γεγονότος ότι η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΕ2 και ειδικότερα τα προσόντα, εμπειρία αρθρογραφία και γενικά συγγραφή του δεν αμφισβητηθήκαν από πλευράς του Εναγόμενου, δεν καθίσταται ανάγκη να γίνει περαιτέρω σχετική αναφορά. Αξίζει να σημειωθεί ότι αντιμετωπίστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου ως καθηγητή καρδιολογίας με πολυετή πείρα σε θέματα καρδιοπάθειας και γνώστης του αντικειμένου του. Ως ο ΜΕ2 ανέφερε (σε μεγάλο βαθμό μέσω γραπτής δήλωσης που ετοίμασε στην αγγλική γλώσσα και η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά ζωντανά κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας - «Έγγραφο Β») ότι, για να ετοιμάσει την έκθεση του (Τεκμήριο 2Ν), έλαβε πληροφορίες από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Οι πληροφορίες αυτές ήταν οι ακόλουθες: α) το πιστοποιητικό για την αιτία θανάτου (Τεκμήριο 2Ε), β) την ιατρική βεβαίωση που εξέδωσε ο Εναγόμενος στις 06.12.2006 (Τεκμήριο 2Ι), γ) τη μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντώνιου (Τεκμήριο 2Ζ), δ) το ηλεκτροκαρδιογράφημα ημερομηνίας 06.12.2006 και ώρας 14:17:42 (Τεκμήριο 2Η) και ε) τη συνταγογράφηση του Εναγόμενου (Τεκμήριο 2 Θ). Προτού συντάξει την έκθεση του, και με γνώμονα το περιορισμένο των εγγράφων που του απεστάλησαν, ο ΜΕ2 ζήτησε από τους συνήγορους των Εναγόντων να του επιβεβαιώσουν κατά πόσο αυτά αποτελούσαν τα μόνα σχετικά, με τα επίδικα ιατρικά θέματα, έγγραφα, πράγμα το οποίο του επιβεβαίωσαν. Ως επιπρόσθετες πληροφορίες για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεση του, ο ΜΕ2 έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα, τα οποία του αναφέρθηκαν επίσης από τους συνηγόρους των Εναγόντων: α) ότι ο Πανίκος ήταν καπνιστής και υπέρβαρος ηλικίας 49 ετών κατά τον χρόνο που απεβίωσε. β) ότι αργά το πρωί στις 06.12.06 ένιωσε οξύ πόνο στο στήθος και μεταφέρθηκε από συναδέλφους του στο ιατρείο του Εναγόμενου που βρίσκεται στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος εξέτασε τον Πανίκο και τον υπέβαλε και σε ηλεκτροκαρδιογράφημα. Ο Εναγόμενος συνέστησε στον Πανίκο να αποφύγει τον άγχος, ενώ του χορήγησε διήμερη άδεια ασθενείας, συνταγογραφώντας σ' αυτόν αγχολυτικά φάρμακα (Τεκμήρια 2Θ και 2Ι). γ) ότι ο Πανίκος μετά την εξέταση του από τον Εναγόμενο, συνέχισε να νιώθει οξύ πόνο στο στήθος, γεγονός που επιβεβαιώθηκε το απόγευμα της ίδιας μέρας όταν η ΜΕ1 επέστρεψε σπίτι. Ως εκ τούτου, η ΜΕ1 τηλεφώνησε στον Εναγόμενο για να τον πληροφορήσει ότι ο πόνος που ένιωθε ο Πανίκος στο στήθος συνεχιζόταν από το πρωινό της ίδιας μέρας και ότι ανησυχούσε ότι η αιτία του πόνου μπορεί να σχετίζεται με την καρδιά. Ο Εναγόμενος, καθησύχασε τη ΜΕ1 λέγοντας της ότι ο Πανίκος θα ήταν μια χαρά όταν θα λάμβανε την αγχολυτική αγωγή που του είχε συνταγογραφήσει νωρίτερα την ίδια μέρα. Αργότερα, εκείνο το βράδυ, ο Πανίκος απεβίωσε, και, δ) ότι, σύμφωνα με τη νεκροψία, αιτία θανάτου ήταν «έμφραγμα του μυοκαρδίου». Κατά τον ΜΕ2, εξεπλάγη από το γεγονός ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα που σχετίζοντο με τις ιατρικές εξετάσεις του Πανίκου με δεδομένη την ενέργεια του Εναγόμενου να υποβάλει τούτον σε ηλεκτροκαρδιογράφημα. Κατά τον ίδιο, αν ένας γιατρός στο Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν στη θέση του Εναγόμενου και δη στη θέση ενός γιατρού που έκρινε αναγκαία τη διενέργεια του ηλεκτροκαρδιογραφήματος σε ασθενή με πόνο στο στήθος, ο οποίος παρουσιάζει τους επιβαρυντικούς παράγοντες κινδύνου που παρουσίαζε ο Πανίκος, το αναμενόμενο θα ήταν ο γιατρός, σε γραπτή μορφή, να είχε αποτυπώσει τα ακόλουθα: α) περιγραφή συμπτωμάτων, β) περιγραφή της φυσικής εξέτασης συμπεριλαμβανομένου και των ευρημάτων της εξέτασης με στηθοσκόπιο της καρδίας, γ) την ανάλυση του γιατρού σχετικά με το περιεχόμενο του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και δ) τη λογική πίσω από την απόφαση του Εναγόμενου να επιλέξει και/ή καταλήξει στη διάγνωσή του και κατ' ακολουθία να χορηγήσει τη συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή. Κατά τον ΜΕ2, μια τέτοια γραπτή μαρτυρία θα ήταν πολύ σημαντική, ιδιαίτερα συνεπεία του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος επέλεξε να μην παραπέμψει στο νοσοκομείο ασθενή που παρουσίαζε παράγοντες καρδιακού ρίσκου και είχε ως σύμπτωμα πόνο στο στήθος. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι ο Πανίκος παρουσίαζε ουσιώδεις παράγοντες καρδιακού ρίσκου. Πιο συγκεκριμένα υπέδειξε το φύλο του (άνδρας), την ηλικία του (49 ετών), το βάρος του (υπέρβαρος), τη συνήθεια του να καπνίζει και τέλος το σύμπτωμα του οξέος πόνου στο στήθος που παρουσίαζε κατά την επίδικη εξέταση του από τον Εναγόμενο. Με παραπομπή σε κατευθυντήριες γραμμές που εκδόθηκαν το 2000 από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Κοινότητα, προέβαλε τη θέση ότι, με τον τρόπο με τον οποίο ενέργησε ο Εναγόμενος, τόσο κατά την επίδικη εξέταση του Πανίκου, όσο και κατά τη συνομιλία του, το απόγευμα της ίδιας μέρας, με τη ΜΕ1 μέσω τηλεφώνου, παραβίασε τις ρηθείσες κατευθυντήριες γραμμές, μιας και, κατά τη γνώμη του, ο Εναγόμενος θα έπρεπε να παραπέμψει, και στις δύο περιπτώσεις, τον Πανίκο στο νοσοκομείο. Ήταν η γνώμη του ΜΕ2 ότι, οι παράγοντες καρδιακού ρίσκου που παρουσίαζε ο Πανίκος σε συνδυασμό με τον οξύ πόνο στο στήθος, αλλά και το περιεχόμενο των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων στα οποία υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο, θα έπρεπε, μονοδρομικά, να οδηγήσουν τον Εναγόμενο στο να παραπέμψει, αμέσως μετά την επίδικη εξέτασή του, τον Πανίκο στο νοσοκομείο. Διαζευκτικά, και με δεδομένη τη μη παραπομπή του Πανίκου στο νοσοκομείο κατά το μεσημέρι, ακόμα και κατά η ώρα 18:15 εκείνης της μέρας (κατά τη τηλεφωνική συνομιλία του με την ΜΕ1), θα έπρεπε, με τα δεδομένα που γνώριζε ο Εναγόμενος, να δώσει εντολή στη ΜΕ1 για να μεταφερθεί ο Πανίκος αμέσως στο νοσοκομείο. Ακολούθως, υπέδειξε ότι η διάγνωση οξείας καρδιακής πάθησης γίνεται με βάση το ιστορικό του πόνου στο στήθος και αυτό ειδικότερα στις περιπτώσεις ασθενών που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου καρδιακής πάθησης όπως συνέβαινε και με τον Πανίκο. Προώθησε ακόμα τη θέση ότι αν ο Πανίκος παραπέμπετο στο νοσοκομείο ακριβώς μετά την επίδικη εξέταση του, τότε η πιθανότητα να παραμείνει στη ζωή ανέρχετο στο ποσοστό του 97%. Αναφερόμενος στην πιθανότητα ο Πανίκος να μην απεβίωνε αν και εφόσον επισκεπτόταν το νοσοκομείο ακριβώς μετά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε η ΜΕ1 με τον Εναγόμενο, περιόρισε τούτη στο ποσοστό του 80% ‑ 85% τοις εκατό, νοουμένου ότι θα αντιμετώπιζε αδυναμία έγερσης από το κρεβάτι. Τα πιο πάνω ποσοστά και γενικά τη θέση του περί του ότι, αν ο Πανίκος επισκεπτόταν το νοσοκομείο, είτε το μεσημέρι, είτε ακόμα και μετά το επίδικο τηλεφώνημα θα είχε μεγάλες πιθανότητες να αποφύγει τον θάνατο του, το βάσισε στις αναμενόμενες εξετάσεις, στις οποίες θα υποβαλλόταν υποχρεωτικά ο Πανίκος αν και εφόσον επισκεπτόταν το νοσοκομείο, αλλά και στη προληπτική και μη, φαρμακευτική αγωγή που θα του χορηγείτο κατά τον χρόνο που θα βρισκόταν εκεί. Όσον τώρα αφορά στο περιεχόμενο των επιδίκων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, σημείωσε ότι το περιεχόμενο τους είναι το ίδιο και ότι πολλές φορές οι γιατροί, για να αποφύγουν να φωτοτυπήσουν ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα ώστε να παραδώσουν αντίγραφο στον ασθενή, διενεργούν δύο, το ένα ακριβώς μετά το άλλο, έτσι που το ένα να παραλαμβάνεται από τον ασθενή και το άλλο να παραμένει στον γιατρό. Κατά τη θέση του, και τα δύο επίδικα ηλεκτροκαρδιογραφήματα παρουσιάζουν ξεκάθαρη καταστολή του διαστήματος ST. Χαρακτήρισε δε τούτα ως ανώμαλα (abnormal). Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ2, μια τέτοια ένδειξη επί του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, αν εκτιμάτο ορθά από τον Εναγόμενο, με δεδομένο τον οξύ πόνο που αντιμετώπιζε ο Πανίκος και τους παράγοντες κινδύνου καρδιακής πάθησης που παρουσίαζε, θα έπρεπε να τον οδηγήσει σε μόνο μια πορεία δράσης και δη αυτή της άμεσης μεταφοράς του Πανίκου σε νοσοκομείο με ασθενοφόρο για επείγουσα θεραπεία. Ως προς την καταστολή του διαστήματος ST, ανέφερε ότι οι τελευταίες απαγωγές (γραμμικά γραφήματα λειτουργίας της καρδίας που αποτυπώνονται επί ενός ηλεκτροκαρδιογραφήματος ‑ αποτυπώνονται 12 τέτοιες απαγωγές σε κάθε επίδικο ηλεκτροκαρδιογράφημα), με χαρακτηριστική σήμανση V4, V5 και V6, παρουσιάζουν, σε συγκεκριμένο σημείο τους την καταστολή του διαστήματος ST. Ως εξήγησε, το διάστημα ST αποτελεί συγκεκριμένο μέρος καταγραφής εκάστου χτύπου της καρδιάς, το οποίο, για να θεωρείται φυσιολογικό, θα πρέπει να μην κατέρχεται της οριζόντιας ισοηλεκτρικής γραμμής του καρδιογραφήματος που την αφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, πάντα κατά τον ΜΕ2, οι τρεις απαγωγές V4, V5 και V6, παρουσιάζουν, στα σημεία του διαστήματος ST (συγκεκριμένου καρδιακού χτύπου), καταστολή του ρηθέντος διαστήματος, περίπου ένα χιλιοστό από την ισοηλεκτρική γραμμή που το αφορά. Αναφερόμενος δε στον επόμενο χρονικά καρδιακό παλμό, επί της απαγωγής V5, υπέδειξε ότι το διάστημα ST που τον αφορά, βρίσκεται επί της ισοηλεκτρικής γραμμής του γραφήματος και όχι κάτω από αυτή. Κατά τον ΜΕ2, το ίδιο μοτίβο και η ίδια παράσταση παρουσιάζεται και στις τρεις απαγωγές και δη στις V4, V5 και V6 επί των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων. Πρόκειται σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ2, για ένδειξη που αποτελεί ένα από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από οποιονδήποτε γιατρό όταν αποφασίζει ή εξετάζει κατά πόσο θα διατάξει τη διενέργεια αγγειογραφήματος. Πιο συγκεκριμένα, ως πρώτο κριτήριο για τη διεξαγωγή ή μη αγγειογραφήματος, είναι η συμπτωματολογία του ασθενούς σε συνδυασμό με τους παράγοντες κινδύνου που παρουσιάζει, τα οποία, πολλές φορές, μπορούν, από μόνα τους, να αποτελούν επαρκή στοιχεία για να διαταχθεί η διενέργεια αγγειογραφήματος. Ως δεύτερο κριτήριο, ανέφερε την ύπαρξη καταστολής του διαστήματος ST, προσθέτοντας ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει σίγουρα να διενεργηθεί αγγειογράφημα, και τέλος, ως τρίτο κριτήριο, υπέδειξε την εξέταση αίματος του ασθενούς, υπό την έννοια ότι, αν τούτη δεν είναι φυσιολογική, τότε θα πρέπει σίγουρα να υποβληθεί σε αγγειογράφημα. Χαρακτήρισε, ακριβώς, την καταστολή του διαστήματος ST που παρουσίαζε το ηλεκτροκαρδιογράφημα του Πανίκου, ως ασυνήθη και πρόσθεσε ότι, αν ο Πανίκος υποβάλλετο σε αγγειογράφημα, θα φαινόταν η εμφραγμένη δεξιά στεφανιαία αρτηρία και θα γινόταν διάνοιξη με αγγειοπλαστική και αυτός θα επιβίωνε. Με λεπτομερείς δε αναφορές, σημείωσε όλες τις θεραπείες, προληπτικά μέτρα, αλλά και φαρμακευτική αγωγή, που κατά τον ίδιο, θα υποβάλλοντο και/ή θα χορηγούντο στον Πανίκο, αν και εφόσον επισκεπτόταν το νοσοκομείο εκείνη την ημέρα. ΄Οσον αφορά στην καταγραφή επί των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων της λέξης «normal», ως το αποτέλεσμα της αυτοματοποιημένης ανάλυσης του καρδιογράφου, χαρακτήρισε τούτη ως λανθασμένη. Κατά την αντεξέταση του, δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει την ακριβή συμπτωματολογία που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του και ότι η όλη γνωμάτευση του και μαρτυρία του, βασίστηκε επί των όσων του αναφέρθηκαν από τους συνήγορους των Εναγόντων και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων στα οποία ειδικώς αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του. Κάκισε με καυστικό τρόπο την παράλειψη, ως τη χαρακτήρισε, του Εναγόμενου να μην ανοίξει κάρτα ασθενούς για τον Πανίκο και να μην καταγράψει (α) τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την εξέτασή του, (β) την αντίληψη του ως προς το περιεχόμενο του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, και (γ) τη λογική που τον οδήγησε στο να επιλέξει να διαγνώσει αγχώδη διαταραχή και να χορηγήσει και σχετική με αυτήν τη διάγνωση θεραπεία, αντί τη λογικά αναμενόμενη διάγνωση και δη αυτή του καρδιακού προβλήματος. Δέχτηκε ωστόσο ότι, η μη τήρηση γραπτών σημειώσεων από πλευράς του Εναγόμενου δεν ήταν η αιτία που οδήγησε στον θάνατο τον Πανίκο. Αποδέχθηκε επίσης, υπό την έννοια ότι αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων, ότι ένας γιατρός που εξετάζει έναν ασθενή είναι σε πολύ καλύτερη θέση να εκφράσει γνώμη για τα της παθήσεως του, από έναν άλλο γιατρό που ουδέποτε είχε την ευκαιρία να τον εξετάσει. Ως εξήγησε ο ΜΕ2, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του από τους δικηγόρους της οικογένειας, ο Πανίκος, αργά το πρωί με μεσημέρι στις 06/12/2006 ένιωσε οξύ πόνο στο στήθος, ο οποίος συνέχισε και χειροτέρεψε περί το απόγευμα μέχρι και που υπέστη το έμφραγμα μυοκαρδίου. Ανέφερε δε ότι τούτο, του ετέθη από τους δικηγόρους των Εναγόντων ως αναφορά της ΜΕ1 κατά την ένορκο μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου και το αποδέχθηκε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός και το συνυπολόγισε για τον σχηματισμό της γνώμης του και την ετοιμασία της μαρτυρίας του. Ερωτηθείς ειδικά κατά πόσο θα μπορούσε, υπό κάποιες περιστάσεις, παρά το περιεχόμενο των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων και παρά τους παράγοντες κινδύνου που παρουσίαζε ο Πανίκος, αλλά και τον πόνο στο στήθος, ένας γιατρός, να διαγνώσει να καταλήξει σε άσχετη, με καρδιακό αίτιο διάγνωση, ανέφερε τα εξής: «βλέποντας τα όλα αυτά, ο γιατρός αποφάσισε ότι ανησύχησε αρκετά για να διενεργήσει ηλεκτροκαρδιογράφημα και σε εκείνην την περίπτωση να αντιστρέψει την απόφαση του και να αποφασίσει ότι δεν είναι η καρδιά του. Μπορεί να συμβεί, αλλά ο γιατρός θα έγραφε κάτω το τι ασυνήθιστο σχετικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση ούτως ώστε να το καταστήσει σαφές ότι δεν ήταν η καρδιά το πρόβλημα...». Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του αποδέχθηκε ότι, η ώρα έναρξης του πόνου που ένιωσε ο Πανίκος στο στήθος την επίδικη μέρα, δεν είναι γνωστή. Δέχθηκε ακόμα ότι, στην περίπτωση που ο Εναγόμενος, κατά την τηλεφωνική συνομιλία του με τη ΜΕ1 της ανέφερε ότι ο Πανίκος θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως στο νοσοκομείο, τότε έπραξε ορθώς, μιας και αυτή ήταν η ορθή εντολή που θα έπρεπε να δοθεί από έναν γιατρό υπό αυτές τις περιστάσεις. Σε κάθε υποβολή που του τέθηκε αναφορικά με τα ισχυριζόμενα από τον Εναγόμενο συμπτώματα που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του, ο ΜΕ2, εξέφραζε άγνοια για το αν όντως παρουσίαζε τα συγκεκριμένα συμπτώματα, υποδεικνύοντας ωστόσο ότι, τούτο θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί και/ή να μην μπορεί να αμφισβητηθεί, αν ο Εναγόμενος έπαιρνε τις αναγκαίες γραπτές σημειώσεις στις οποίες αναφέρθηκε προηγουμένως. Αναφορικά με την ένταση του πόνου και το σημείο στο οποίο επικεντρώνετο, ανέφερε τα εξής: «δεν μου είπαν για οποιοδήποτε πόνο εκτός στήθους. Υπέθεσα ότι είναι μόνο στην περιοχή του στήθους και δεν είχα οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με την ένταση του πόνου. Και πάλι λόγω έλλειψης ιατρικών εγγράφων υπέθεσα ότι ήταν αρκετά σοβαρός ο πόνος για να πάει να δει γιατρό...». Προς το τέλος της αντεξέτασης του, έγινε η εξής στιχομυθία μεταξύ του ίδιου και του συνήγορου του Εναγόμενου: «Ε. Είναι η θέση μου γιατρέ ότι, το επεισόδιο το οποίο είχε το απόγευμα στο σπίτι του ήταν ένα εντελώς νέο επεισόδιο άσχετο με την κατάσταση που παρουσίαζε το μεσημέρι όταν επισκέφθηκε τον γιατρό και είχε ακριβώς αυτό το νέο επεισόδιο λόγω των χαρακτηριστικών που είχε αυτός ο άνθρωπος που αναφέρατε προηγουμένως, δηλαδή κάπνισμα, άνδρας, βάρος. A. Θα απαντήσω το δεύτερο κομμάτι της ερώτησης πρώτα. Το κάπνισμα ή παχυσαρκία και το ανδρικό φύλο ήταν σημαντικοί παράγοντες. Σχεδόν όλοι που έχουν καθιστική απασχόληση συνεισφέρει κατά κάποιο τρόπο αυτό ακόμη και με το να είναι απλά άνδρας. Απλά για να απαντήσω το πρώτο σκέλος της ερώτησης σας. Σίγουρα, αυτό που συνέβη το βράδυ ήταν πολύ πιο σοβαρό επεισόδιο, αλλά είναι συνηθισμένο μοτίβο, μια καρδιακή προσβολή να ξεκινά με μικρά συμπτώματα και μετά να προχωρά σε πολύ σοβαρά συμπτώματα και θάνατο. Είναι πάντοτε δυνατό σε οποιαδήποτε προοδευτική ασθένεια να θεωρηθεί ως πολλαπλό γεγονός. Άρα δεν είναι ποτέ δυνατό να αποκλείσεις την πιθανότητα εκείνων που λέτε. Απλά είναι πολύ απίθανο». Σε σχέση με τα ποσοστά πιθανότητας επιβίωσης του Πανίκου αν εκείνη την ημέρα, είτε αμέσως μετά την επίδικη εξέταση του, είτε αμέσως μετά τη τηλεφωνική συνομιλία του με τη ΜΕ1 επισκεπτόταν το νοσοκομείο, ανέφερε και τα εξής: «A. Εξαρτάται από το στάδιο κατά το οποίο θα έφτανε στο νοσοκομείο. Το ποσοστό 97% βασίζεται στη διεθνή εμπειρία, πρακτική ατόμων που φτάνουν στο νοσοκομείο σε καλή κατάσταση και με δυνατότητα να διαβάσουν και να υπογράψουν έγγραφα. Μόνο 3% ‑ 5% τέτοιων ασθενών στη σύγχρονη εποχή... σε αυτήν τη χρονιά, ενώ κατά την χρονική περίοδο του αποβιώσαντα ενδεχομένως να ήταν 5% με 6% αν παραπεμπόταν αργότερα. Όπως παραδείγματος χάριν όταν δεν μπορούσε να σηκωστεί από το κρεβάτι, τότε υπάρχει πολύ ψηλότερη πιθανότητα να αποβιώσει. Ακόμα και έτσι, όταν φτάσουν στο νοσοκομείο ζωντανοί χωρίς να χάσουν τις αισθήσεις τους τότε η συντριπτική πλειοψηφία επιβιώνει και η πιθανότητα θανάτου θα ήταν 15% ‑ 20% τοις εκατό όπως λέτε». Η ΜΕ 3 Η ΜΕ3, ανέφερε ότι στις 06.12.2006 σχόλασε αργά το απόγευμα. Όταν, περί η ώρα 6:30 μ.μ. ‑ 7:00 μ.μ. έφτασε σπίτι πρόσεξε τον πατέρα της να ξαπλώνει στο κρεβάτι του, κάτι εντελώς ασυνήθιστο να συμβαίνει τέτοια ώρα της ημέρας. Τον ρώτησε τι είχε και της απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι ένιωθε αδιαθεσία. Τον ρώτησε αν επισκέφθηκε γιατρό και η ΜΕ1, η οποία άκουσε τη σχετική στιχομυθία τους, της απάντησε ότι ο Πανίκος επισκέφθηκε γιατρό και ότι η διάγνωση του ήταν ότι έπασχε από αγχώδη διαταραχή. Η ΜΕ1 της ανέφερε επίσης ότι είχε συνομιλήσει με τον γιατρό και ότι ο τελευταίος της επιβεβαίωσε ότι ο Πανίκος έπασχε από αγχώδη διαταραχή. Τη συγκεκριμένη διάγνωση τη διάβασε και επί της ιατρικής βεβαίωσης που εξέδωσε ο Εναγόμενος. Έπειτα, περιέγραψε τα όσα ακολούθησαν, που για σκοπούς συντομίας αποφεύγονται να επαναληφθούν, αφενός γιατί συμβαδίζουν πλήρως με τα όσα σχετικά ανέφερε και η ΜΕ1 και αφετέρου γιατί δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά του Εναγόμενου. Ως προς το πώς ένιωσε η ίδια όταν μπροστά της κατέρρευσε ο πατέρας της, ανέφερε ότι παρακολουθούσε έντρομη το όλο σκηνικό, παρακαλώντας όπως τούτο να μην ήταν κάτι σοβαρό. Όταν δε πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας της απεβίωσε, ξέσπασε σε λυγμούς και κυλιόταν στο πάτωμα της βεράντας για αρκετή ώρα. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι η ζωή του πατέρα της τελείωσε τόσο ξαφνικά. Ανέφερε ακόμα ότι σε λυγμούς ξέσπασε και ο ΜΕ4 μόλις ενημερώθηκε για τον θάνατο του πατέρα τους. Αναφερόμενη ειδικά στον ΜΕ4, ισχυρίστηκε ότι τούτος βασανιζόταν από εφιάλτες για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι σταδιακά έγινε πιο εσωστρεφής και απόμακρος, τόσο από την ίδια, όσο και από τον Μ.Ε.
  11. Εξέφρασε δε τη γνώμη ότι, ο ΜΕ4, στην προσπάθεια του να μην ανησυχήσει την ίδια και τη ΜΕ1, έκανε ότι περνούσε από το χέρι του να αποκρύψει την πραγματική ψυχική του κατάσταση. Ωστόσο, ήταν εμφανές, κατά την ίδια, ότι τούτος υπέφερε μέσα του. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο θάνατος του Πανίκου ήταν και ο λόγος που ο ΜΕ4 σταμάτησε πλέον να προπονείται στις ακαδημίες του ΑΠΟΕΛ. Όσον αφορά στην ίδια, ανέφερε ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα υπέφερε από αϋπνίες. Ο ύπνος της ήταν ανήσυχος και δεν μπορούσε να ηρεμήσει αντιμετωπίζοντας πονοκεφάλους και ημικρανίες. Αναγκάστηκε έτσι να ζητήσει βοήθεια από τη ψυχίατρο Δρ. Σούλα Κλεάνθους η οποία και την παρακολούθησε για περίοδο 9 μηνών. Η αρχική διάγνωση της ψυχιάτρου ήταν ότι έπασχε από κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία αντιδραστικής αιτιολογίας. Της χορήγησε δε τη φαρμακευτική αγωγή που αναφέρθηκε ανωτέρω (στα πλαίσια της παράθεσης των παραδεκτών γεγονότων). Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της ΜΕ3, κατά τον χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είχε ξεπεράσει ακόμα τον θάνατο του πατέρα της. Σε αυτό συνέτεινε και το γεγονός ότι ο Πανίκος ήταν ένας αγαθός άνθρωπος, ο οποίος ήταν νέος κατά τον θάνατο του και είχε πολλά ακόμα να προσφέρει προς την οικογένεια του και την κοινότητα του. Συνεπεία δε του θανάτου του πατέρα της, ο γάμος της με τον Μάριο καθυστέρησε κατά 2 χρόνια. Εν κατακλείδι, πάντα κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής της, ισχυρίστηκε ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά αν ο Εναγόμενος προέβαινε στη σωστή διάγνωση εκείνη τη μέρα και έστελνε τον πατέρα της στο νοσοκομείο, προσθέτοντας ότι, συνέπεια της αμέλειας και υπεροψίας του, στέρησε από την ίδια, τη μητέρα της, αλλά και από τον αδελφό της την παρουσία του Πανίκου. Κατά την αντεξέταση της, δέχθηκε ότι τα συναισθήματα για τον χαμό του πατέρα της δεν είναι πλέον τόσον έντονα όσο ήταν κατά τον χρόνο που απεβίωσε. Ωστόσο σημείωσε ότι, ακόμα και σήμερα «έρχονται αναλαμπές στο κεφάλι σου, θυμάσαι τις στιγμές εκείνες που πέθανε, απλώς έκαμα τη δική μου οικογένεια, τώρα μπορεί να μην είμαι όπως ήμουν προηγουμένως, αλλά δεν ξεπερνάς τόσο εύκολα». Δέχθηκε, επί του προκειμένου, ότι, μπορεί να περάσουν εβδομάδες ή/και μήνες χωρίς να την επηρεάσει συναισθηματικά ο χαμός του πατέρα της, αλλά αν σε κάποιο χρονικό σημείο θυμηθεί την εικόνα της στιγμής που απεβίωσε, τότε επηρεάζεται. Αναφορικά με την τηλεφωνική συνομιλία που είχε η ΜΕ1 με τον Εναγόμενο, η ΜΕ3 εξήγησε ότι, τη δεδομένη στιγμή, βρισκόταν στον διάδρομο, ακριβώς δίπλα από το σημείο που βρισκόταν η μητέρα της ενώ συνομιλούσε και είχε την ευκαιρία να ακούσει τη μητέρα της που μιλούσε με τον Εναγόμενο. Δέχθηκε ωστόσο ότι, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε στη ρηθείσα συνομιλία παρά μόνο τις διάφορες αναφορές της ΜΕ
  12. Ερωτηθείσα ειδικά για την έκφρασή της, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής της περί του ότι «κυλιόταν στη βεράντα», δέχθηκε ότι αυτό ήταν υπερβολή και ότι στην ουσία, απλά ξέσπασε σε λυγμούς και κρατούσε τα κάγκελα της βεράντας στα πλαίσια του ξεσπάσματός της. Απέδωσε δε την αναφορά «κυλιόμουν» σε λάθος διατύπωση επί της γραπτής της δήλωσης. Ως προς τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ΜΕ4 μετά τον θάνατο του Πανίκου, ισχυρίστηκε ότι τον έβλεπε τα βράδια που ξυπνούσε και ήταν ανήσυχος και της έλεγε ο ίδιος ότι έβλεπε κακά όνειρα. Κατά την επανεξέταση της και σε ερώτηση αναφορικά με το πώς αντιδρά όταν σκέφτεται τον πατέρα της, απάντησε «άσχημα». Ο ΜΕ4 Η μαρτυρία του ΜΕ4, ως επί το πλείστον, καλύπτεται από τα παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, ενώ αναφορικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός της οικίας το απόγευμα στις 06/12/2006, τούτη συμβαδίζει με τα όσα σχετικά ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΕ
  13. Στο βαθμό που κρίνεται αναγκαία η παράθεση μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ4, επί τω ότι τούτη δεν καλύπτεται από τα παραδεκτά γεγονότα, ούτε και τα όσα ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΕ3, σημειώνω τα εξής: Σύμφωνα με τον ΜΕ4, στις 06.12.2006 είχε προπόνηση ποδοσφαίρου στα Λατσιά. Ο Πανίκος, παρέλαβε τον ίδιο και έναν φίλο του από το χωριό Εργάτες από τον χώρο της προπόνησης, η οποία (προπόνηση) καθυστέρησε να τελειώσει. Κατά τη διαδρομή, ο πατέρας του, του ανέφερε ότι μόλις είχε φύγει από γιατρό. Όταν έφτασαν στο σπίτι, (προφανώς μετά που μετέφεραν και τον φίλο του στο χωριό του), πρόσεξε ότι ο πατέρας του ξάπλωσε στο κρεβάτι κάτι που δεν συνήθιζε να πράττει τη συγκεκριμένη ώρα. Του ζήτησε (του Πανίκου) να σταματήσει το κάπνισμα και αυτός του υποσχέθηκε ότι θα το πράξει. Όταν, στην παρουσία του, ο Πανίκος έχασε τις αισθήσεις του, υπέστη σοκ από το όλο συμβάν και βγήκε στη βεράντα και άρχισε να φωνάζει πανικόβλητος με αποτέλεσμα οι γείτονες να τον ακούσουν και να τρέξουν προς το σημείο που βρισκόταν. Ως προς το πώς επηρεάστηκε συνεπεία του θανάτου του Πανίκου ανέφερε ότι, για αρκετό καιρό, βασανιζόταν από εφιάλτες και ότι σταδιακά έγινε εσωστρεφής και απόμακρος από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Η δε κακή ψυχολογική του κατάσταση, επηρέασε αρνητικά τις επιδόσεις του στις αθλητικές του δραστηριότητες και ειδικότερα στο ποδόσφαιρο. Σταμάτησε να προπονείται στις ακαδημίες του ΑΠΟΕΛ, γιατί τα πράγματα δεν ήταν όπως πριν. Πιο συγκεκριμένα, σημείωσε ότι ο πατέρας του δεν ήταν πλέον εκεί για να πηγαίνουν μαζί στις προπονήσεις και στους αγώνες και δεν βρισκόταν πλέον στην κερκίδα για να τον υποστηρίξει όπως παλιά. Σε αντιδιαστολή σημείωσε ότι, πριν τον θάνατο του, ο πατέρας του ήταν συνεχώς δίπλα του και ότι του άρεσε να τον συνοδεύει στις προπονήσεις και στους αγώνες, ήταν ακόμα φίλος και με τους προπονητές του. Χαρακτηριστικά σημείωσε ότι, με τον χαμό του πατέρα του, έχασε και τον καλύτερο του υποστηρικτή. Σημείωσε ακόμα ότι, ο θάνατος του πατέρα του τον επηρέασε αρνητικά και στην απόδοση του στο σχολείο υποδεικνύοντας ότι, πριν τον θάνατο του, οι βαθμοί του ήταν πάρα πολύ καλοί σε αρκετά μαθήματα, ενώ μετά τον θάνατό του, οι βαθμοί του άρχισαν σταδιακά να χειροτερεύουν. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν βρισκόταν δίπλα από τη μητέρα του ενώ αυτή συνομιλούσε με τον Εναγόμενο. Ερωτηθείς ειδικά για το εάν η ΜΕ3 ήταν παρούσα τη στιγμή που γινόταν η επίδικη τηλεφωνική συνομιλία, αν και δεν ήταν εντελώς σίγουρος, απάντησε καταφατικά. Ως προς το πώς αντέδρασε η αδελφή του στην πληροφόρηση ότι απεβίωσε ο πατέρας τους, ανέφερε ότι τούτη ξέσπασε σε λυγμούς, κρατώντας μίαν εικόνα της Παναγίας και την πέταξε. Ως προς την εσωστρέφεια του ίδιου, εξήγησε ότι αυτό που εννοεί είναι ότι δεν έμενε πολύ στο σπίτι, όπως παλιά, και ότι, όταν τελείωνε την προπόνηση, έφευγε πιο συχνά από το σπίτι και κλείστηκε πιο πολύ στον εαυτό του αποφεύγοντας να συνομιλεί με την οικογένεια του. Εξήγησε ότι τούτο συνέβη, γιατί ήταν δύσκολη η κατάσταση στο σπίτι να βλέπει τη μητέρα του και την αδελφή του στεναχωρημένες. Δέχθηκε ωστόσο ότι, κατά τον χρόνο που κατέθετε ενόρκως, τα συναισθήματα δεν ήταν τόσο έντονα όπως τότε που έχασε τον πατέρα του και ότι πλέον δεν κλαίει. Τέλος, δέχθηκε ότι, με τον καιρό, ως όφειλε, βρήκε τα πόδια του και προχώρησε. Ο Εναγόμενος Ο Εναγόμενος, σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα γεγονότα, ανέφερε ότι, τον Πανίκο τον είχε εξετάσει συνολικά τρεις φορές. Τις δύο πρώτες εξ αυτών, τις τοποθέτησε κατά το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2005, τη δε τρίτη, στις 6.12.2006 και πρόκειται για την επίδικη εξέταση. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του, δεν άνοιξε κάρτα ασθενούς για τον Πανίκο. Και τούτο γιατί, οι δύο πρώτες επισκέψεις του δεν αφορούσαν κάποιο σοβαρό ιατρικό ζήτημα, ενώ για την επίδικη περίπτωση, σκόπευε να ανοίξει κάρτα μετά την εξέταση, ιδιαίτερα συνεπεία και του γεγονότος ότι τον υπέβαλε σε ηλεκτροκαρδιογράφημα, πλην όμως δεν πρόλαβε να το πράξει, καθότι την επομένη ενημερώθηκε για το θάνατό του. Και στις τρεις επισκέψεις του Πανίκου, ο Εναγόμενος πήρε το ιστορικό του, και στις δύο εξ αυτών, εξέτασε και την αρτηριακή του πίεση. Βρήκε δε τούτη (και στις δύο περιπτώσεις), ελαφρώς αυξημένη και συγκεκριμένα 145/
  14. Με βάση το ιστορικό και τη συμπτωματολογία του, ο Πανίκος, κατά την πρώτη εξέταση του στις 28.11.2005, παρουσίαζε βήχα με κίτρινη απόχρεμψη, λίγη δυσκατοποσία, κομμάρα, και αρθραλγίες, συμπτώματα που άρχισαν δέκα ημέρες πριν την εξέτασή του. Ως ο Πανίκος ανέφερε στον Εναγόμενο, πάντα σε σχέση με την πρώτη χρονικά εξέταση του, είχε ήδη λάβει παυσίπονο, καθώς επίσης και παστίλιες για το λαιμό, χωρίς ωστόσο να βελτιωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η κατάσταση του. Η διάγνωση του Εναγόμενου ήταν ότι ο Πανίκος βρισκόταν υπό λοιμώδη έξαρση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, πρόβλημα που συχνά αντιμετωπίζουν οι καπνιστές, ως ήταν και ο Πανίκος. Του συνέστησε διακοπή του καπνίσματος και όπως υποβληθεί σε γενικές αναλύσεις (προφανώς, αίματος), και του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, η οποία συνίστατο σε αντιβίωση και αποχρεμπτικό σιρόπι. Όσον αφορά στη δεύτερη εξέταση του Πανίκου (αρχές Δεκεμβρίου 2005), τούτη αφορούσε σε επανεξέτασή του, συνεπεία ισχυρισμού του ότι, κατά την έκτη ημέρα της θεραπείας του, παρουσίασε κνησμώδες εξάνθημα στο σώμα. Ως πιθανότερη αιτία του εξανθήματος ήταν η αλλεργική αντίδραση στο αντιβιοτικό. Πριν ο Εναγόμενος τον εξετάσει (τη δεύτερη φορά), ο Πανίκος είχε επισκεφθεί δερματολόγο, ο οποίος του χορήγησε, ενέσιμα, κορτιζόνη, και αντισταμινικά χάπια. Κατά την κλινική εξέτασή του από τον Εναγόμενο, ο Πανίκος, δεν παρουσίαζε πλέον εξάνθημα, και η συμβουλή του Εναγόμενου περιορίστηκε στο να συνεχίσει την αγωγή που του δόθηκε από το δερματολόγο. Όσον αφορά στην επίδικη εξέτασή του, σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο Πανίκος, τα συμπτώματα του άρχισαν να εμφανίζονται από την προηγούμενη ημέρα και δη στις 5.12.
  15. Ως του ανέφερε, στις 4.12.2006, είχε στενοχωρηθεί έντονα για κάποιο γεγονός που έλαβε χώρα στην εργασία του, χωρίς ωστόσο να του δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα. Τα δε συμπτώματά του Πανίκου, ήταν «άλγος, σαν "τσιμπήματα"», σε εντοπισμένο σημείο του αριστερού άνω ημιθωρακίου επιδεινούμενο με την αναπνοή και την εξωτερική πίεση», και «αίσθημα έλλειψης αέρα και συχνά αναστεναγμοί». Κατά τον Εναγόμενο, κανένα από τα συμπτώματα του Πανίκου, δεν σχετιζόταν, είτε με στηθαγχικό άλγος, είτε γενικά με άλγος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Και τούτο γιατί, δεν επρόκειτο για άλγος οπισθοστερνικό, ούτε έντονο, ούτε είχε αντανάκλαση στη γνάθο ή άνω άκρα, ούτε ο Πανίκος ένοιωθε, είτε ναυτία, είτε τάση για έμετο, είτε εφίδρωση ή ωχρότητα, συμπτώματα που συνάδουν με έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αρτηριακή του πίεση ήταν ελαφρώς αυξημένη και δη 145/95, η δε καρδιακή συχνότητα, 70 κτύποι ανά λεπτό. Η θερμοκρασία του ήταν φυσιολογική και ο κορεσμός αρτηριακού αίματος σε οξυγόνο ανέρχετο στο 98%, ποσοστό που αποτελεί φυσιολογικό για ένα μη καπνιστή, ενώ υψηλή τιμή όταν αφορά σε βαρύ καπνιστή ως ήταν και ο Πανίκος. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η υψηλή τιμή του κορεσμού του αρτηριακού αίματος σε οξυγόνο, οφειλόταν στον υπεραερισμό που προκλήθηκε από τις συχνές εισπνοές και εκπνοές (αναστεναγμοί), που εκδήλωνε τη δεδομένη στιγμή ο Πανίκος. Ο τελευταίος, πάντα κατά την επίδικη κλινική εξέταση του, παρουσίαζε ερυθρότητα προσώπου, ενώ η καρδιά του ήταν φυσιολογική, αφού απουσίαζε εύρημα αρρυθμίας ή φυσήματος ή επί πλέον καρδιακών τόνων. Όσον δε αφορά στους πνεύμονές του, η εξέταση έδειξε παράταση εκπνοής και συριγμό στη βίαιη εκπνοή, χαρακτηριστικά ενός βαρέως καπνιστή, αλλά όχι σημεία καρδιακής κάμψης, ή πνευμονικού οιδήματος. Κατά τον Εναγόμενο, η πιο πάνω κλινική εικόνα και συμπτωματολογία του Πανίκου, κατά την επίδικη εξέτασή του, οδηγούσαν μονοδρομικά σε διάγνωση αγχώδους διαταραχής και επ' ουδενί σε διάγνωση σχετιζόμενη με καρδιακό αίτιο. Παρά το γεγονός ότι ένοιωθε σίγουρος περί της ορθότητας της διάγνωσής του περί αγχώδους διαταραχής, εντούτοις, για σκοπούς αποκλεισμού κάθε πιθανότητας τα συμπτώματά του Πανίκου να οφείλονταν σε καρδιακό αίτιο, υπέβαλε τούτον σε δύο ηλεκτροκαρδιογραφήματα, ελάχιστης χρονικής απόστασης μεταξύ τους, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν απολύτως φυσιολογικά. Η διενέργεια δύο ηλεκτροκαρδιογραφημάτων έγινε ώστε το ένα να δοθεί στον Πανίκο. Ως προς το φυσιολογικό των αποτελεσμάτων των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τούτο προκύπτει, τόσο από τη δική του ανεξάρτητη ανάλυση του περιεχομένου τους, όσο και από την αυτοματοποιημένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο ίδιος ο καρδιογράφος, η οποία και αποτυπώνεται, επί του εντύπου που παράγεται από αυτόν και η οποία ήταν «normal». Συνεπεία των πιο πάνω, ετοίμασε την ιατρική βεβαίωση (τεκμήριο 2Ι), και ετοίμασε και τη συνταγογράφηση, (τεκμήριο 2Θ), τα οποία και παρέδωσε στον Πανίκο. Την επόμενη ημέρα, τον επισκέφθηκε στο ιατρίο του ο ΜΥ3, ο οποίος και τον ενημέρωσε ότι ο Πανίκος απεβίωσε. Του ανέφερε ακόμα ότι τον έστειλε η οικογένεια του για να παραλάβει το ηλεκτροκαρδιογράφημα, το οποίο δεν του είχε δοθεί την προηγούμενη ημέρα. Ως αποτέλεσμα, του παρέδωσε το ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα (τεκμήριο 2Η), και κράτησε το άλλο (τεκμήριο 4). Έκτοτε, μέχρι και τις 04.12.2009 όπου και του επιδόθηκαν οι παρούσες αγωγές, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία, με τον οποιοδήποτε, για το επίδικο θέμα. Όσον αφορά στη συμπτωματολογία του Πανίκου, το απόγευμα της 6.12.2006, κατά τον Εναγόμενο, επρόκειτο για έντονες ενοχλήσεις στο στήθος, οι οποίες άρχισαν αργά το απόγευμα και ήταν κάτι εντελώς καινούριο και ασύνδετο με τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε κατά το στάδιο της επίδικης εξέτασής του. Επρόκειτο στην ουσία για έναρξη στεφανιαίου επεισοδίου και όχι για επιδείνωση των συμπτωμάτων της αγχώδους διαταραχής από την οποία έπασχε το μεσημέρι. Αναφορικά με το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τη ΜΕ1, ισχυρίστηκε ότι, ουδέποτε ανέφερε σ' αυτή τα όσα η ίδια ισχυρίζεται. Τουναντίον, αφού αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για συμπτώματα εντελώς διαφορετικά από αυτά που αντιμετώπιζε το μεσημέρι, της ανέφερε ότι πρέπει οπωσδήποτε ο Πανίκος να μεταφερθεί στο νοσοκομείο για να υποβληθεί σε νέες εξετάσεις. Αυτή εξ άλλου, είναι και η οδηγία που πάντοτε δίνει σε όλους του τους ασθενείς γιατί, μια κατάσταση, μπορεί μέσα σε λίγες ώρες, να γίνει εντελώς διαφορετική. Κατά τον Εναγόμενο, ο θάνατος του Πανίκου, οφείλεται σε τελείως άλλο συμβάν, από τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε το μεσημέρι κατά την επίδική του εξέταση, και το οποίο συμβάν, έλαβε χώρα αρκετές ώρες μετά. Με βάση τις λεπτομέρειες αμέλειας που του αποδίδονται στις Εκθέσεις Απαιτήσεως των αγωγών, ο Εναγόμενος, ασχολούμενος με έκαστη εξ αυτών, προέβαλε τη θέση ότι επέδειξε πλήρη επιμέλεια, τόσο κατά την εξέταση, όσο και κατά τη διάγνωσή αλλά και θεραπεία την οποία συνέστησε στον Πανίκο πάντα σε σχέση με την επίδικη εξέταση του τελευταίου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, αναφέρθηκε και στο περιεχόμενο των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων και στην πτώση του διαστήματος ST. Ήταν η θέση του ότι, μοναδική απαγωγή που παρουσιάζει σημαντική πτώση του διαστήματος ST είναι η τελευταία κάτω δεξιά απαγωγή επί των Τεκμηρίων 2Η και 4 και δη η απαγωγή που φέρει σήμανση V
  16. Υπέδειξε δε τούτη (την πτώση) στο ίδιο σημείο που την υπέδειξε και ο ΜΕ2 κατά τον χρόνο που κατέθετε. Όσον δε αφορά στις υπόλοιπες απαγωγές, εννιά εξ αυτών τις χαρακτήρισε ως τελείως φυσιολογικές, ενώ για τις λοιπές δύο (V4 και V5) ως έχουσες ευρήματα τα οποία όμως δεν αξιολογούνται, καθότι, για θεωρηθεί μια καταστολή του διαστήματος ST ως σημαντική, θα πρέπει το εν λόγω διάστημα να έχει παράλληλη (με την ισοηλεκτρική γραμμή που το αφορά) η κατιούσα φορά και όχι ανιούσα, που παρατηρείται στις απαγωγές V4 και V
  17. Το δε ηλεκτροκαρδιογράφημα, στο σύνολό του, το χαρακτήρισε ως απολύτως φυσιολογικό. Ειδικότερα δε για την πτώση του διαστήματος ST στην απαγωγή V6, ισχυρίστηκε ότι τούτη «δεν πληροί τα κριτήρια, είτε ισχαιμίας, είτε εμφράγματος μυοκαρδίου που έχουν καθιερωθεί και ισχύουν και από την Αμερικανική και από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία». Στα πλαίσια της κατάθεσής του, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα συγγράμματα και άρθρα, το περιεχόμενο των οποίων, ως ισχυρίστηκε, επιβεβαιώνει τις διάφορες θέσεις του, τόσο αναφορικά με την ανάλυση των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, όσο και αναφορικά με τη διάγνωση στην οποία προέβη σε σχέση με τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του. Ως μέρος της επιχειρηματολογίας του, για σκοπούς αιτιολόγησης της θέσης του περί του ότι η πτώση του διαστήματος ST επί της απαγωγής V6 δεν οφείλεται σε καρδιακό αίτιο, με παραπομπή σε ένα εκ των συγγραμμάτων που κατέθεσε, ισχυρίστηκε ότι μια πτώση ενός διαστήματος ST μπορεί να προκληθεί και ως αποτέλεσμα του υπεραερισμού, σύμπτωμα το οποίο παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη μέρα. Κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ερωτηθείς ειδικά για τις περιπτώσεις που αποφασίζει να μην ανοίξει κάρτα ασθενούς, απάντησε ως ακολούθως «Οι εξαιρέσεις είναι δύο. Εάν το πρόβλημα είναι επουσιώδες, ας πούμε ένα απλό κρυολόγημα ή αν είναι δυνητικά επείγον και δεν θα, πώς το λένε, να αρχίσω να παίρνω ιστορικό να γράφω, αλλά πρώτα πρέπει να ασχοληθώ με τον ασθενή. Και αυτό θα γίνει αργότερα». Όσον αφορά στο υπό εξέταση περιστατικό, και πάντα σε σχέση με τον λόγο που δεν άνοιξε κάρτα για την επίδικη εξέταση του Πανίκου, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, προτού ανοίξει την κάρτα, που σκόπευε να ανοίξει, ενημερώθηκε από τον ΜΥ3 ότι ο Πανίκος απεβίωσε. Κατόπιν τούτο, και έχοντας ήδη υποψιαστεί ότι ενδεχομένως να υπήρχε συνέχεια του όλου θέματος από πλευράς της οικογένειας του Πανίκου, πήρε σημειώσεις για την επίδικη επίσκεψή του, πλην όμως όχι επί κάρτας ασθενούς. Ερωτηθείς ειδικά για τους παράγοντες κινδύνου για καρδιακή πάθηση που παρουσίαζε ο Πανίκος, ανέφερε ότι όντως τούτος θεωρείτο πρόσωπο υψηλού κινδύνου λόγω του φύλου του, της ηλικίας του, της κακής συνήθειας του καπνίσματος και του βάρους του. Ωστόσο, επέμεινε στη θέση του ότι, παρά τους επιβαρυντικούς αυτούς παράγοντές του, η όλη κλινική εικόνα και συμπτωματολογία του κατά την επίδικη εξέτασή του, δεν δικαιολογούσε οποιανδήποτε διάγνωση, πλην αυτής στην οποία ο ίδιος κατέληξε και δη της αγχώδους διαταραχής. Όσον δε αφορά στην ειδικότητά του, διευκρίνισε ότι είναι παθολόγος και ότι δεν έχει (πέραν της αναγκαίας εκπαίδευσης που τυγχάνει κάθε γιατρός παθολόγος), οποιανδήποτε άλλην ειδικότερη γνώση περί της καρδιολογίας ή της ψυχιατρικής επιστήμης. Την πτώση του διαστήματος ST επί της απαγωγής V6, υπέδειξε και επί μεγέθυνσης του Τεκμηρίου 4, η οποία και κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  18. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με το γεγονός ότι ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του ένιωθε πόνο στο στήθος, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι υπάρχουν «τουλάχιστον 25 άλλα αίτια πόνου στο στήθος εκτός του εμφράγματος, άρα πολλοί ασθενείς παχύσαρκοι καπνιστές θα επισκεφθούν τον γιατρό τους με ένα από αυτά τα 25 αίτια και όχι κατά ανάγκη με έμφραγμα και είναι καθήκον του γιατρού να αξιολογήσει με το ιστορικό την κλινική εξέταση κτλ... ποιο είναι το αίτιο σε κάθε περίπτωση. Δεν σημαίνει ο καπνιστής ή υπέρβαρος αποκλείεται να έχει αγχώδη διαταραχή ή και ένας που δεν καπνίζει αποκλείεται να έχει έμφραγμα». Όσον δε αφορά στην τηλεφωνική του συνομιλία με την ΜΕ1 το απόγευμα τις 06/12/2006, και σε σχέση με το τι του ανέφερε ως προς τα συμπτώματα του Πανίκου, κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτουσίως τη σχετική στιχομυθία του Εναγομένου με τον συνήγορο των Εναγόντων κατά το στάδιο της αντεξέτασής του: «E. Οπότε σας έπιασε στο mobile μια γυναίκα, σας είπε ότι πονεί στο στήθος του ο Παναγιώτης, ο Πανίκος; Α. Πιο συγκεκριμένα μου είπε ότι δεν είναι καλύτερα και έχει επιδεινωθεί. E. Έχει επιδεινωθεί. A. Είναι χειρότερα, αυτό που γράψαμε στην έκθεση απαιτήσεως βεβαίως ό,τι μου είπε αλλά το είπε με δικά της λόγια. E. Μάλιστα. Δηλαδή ένα λεπτό, χειρότερα από τι; A. Από όταν ήταν στο ιατρείο.» Όταν ακολούθως της πιο πάνω στιχομυθίας του με τον συνήγορο των Εναγόντων, ρωτήθηκε κατά πόσο η ΜΕ1 περιέγραψε τον πόνο που βίωνε ο Πανίκος, απάντησε «μου είπε ότι απλώς είναι χειρότερα, μόνο αυτό». Τέλος, βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση των εναγόντων ότι στην τηλεφωνική συνομιλία του με την ΜΕ1 δεν τη συμβούλευσε όπως ο Πανίκος μεταφερθεί αμέσως στο Νοσοκομείο, ανέφερε ότι, «εφόσον είχαμε κάποια νέα δεδομένα δεν θα αναλάμβανα την ευθύνη για να της πω συνεχίστε την ίδια θεραπεία». ΜΥ2 Ο ΜΥ2, είναι γιατρός καρδιολόγος που ασκεί την ιατρική στην Κύπρο από το
  19. Γνωρίζεται με τον Εναγόμενο από το 2000 και διατηρεί φιλικές σχέσεις με αυτόν. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου ήρθε με σκοπό να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας γιατρός καρδιολόγος και όχι ως φίλος του Εναγόμενου. Διευκρίνισε εξ αρχής ότι, αναφορικά με τη συμπτωματολογία του Πανίκου κατά την επίδικη εξέταση του, έλαβε ως δεδομένα τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, τα οποία είχε την ευκαιρία να αναγνώσει αφού του δόθηκε η γραπτή δήλωση που ετοίμασε ο τελευταίος. Για να καταλήξει στη γνώμη του και να την καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε υπόψη του, (α) τη γραπτή δήλωση του Εναγόμενου (Έγγραφο Ε), (β) ισχυρισμούς που του ανέφερε ο Εναγόμενος στα πλαίσια συζητήσεων που είχε μαζί του, (γ) ένα εκ των ηλεκτροκαρδιογραφημάτων (προφανώς το Τεκμήριο 4) και (δ) την έκθεση του ΜΕ2 (Τεκμήριο 2Ν). Κατά τον ΜΥ2, με δεδομένη τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του και με δεδομένο και το περιεχόμενο των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, στα οποία υπεβλήθη, η διάγνωση του Εναγόμενου περί του ότι ο Πανίκος έπασχε από αγχώδη διαταραχή είναι καθ' όλα ορθή. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, αν ο ίδιος βρισκόταν στη θέση του Εναγόμενου, δεν θα υπέβαλλε τον Πανίκο σε ηλεκτροκαρδιογράφημα καθότι η συμπτωματολογία του απέκλειε το ενδεχόμενο ισχαιμικού στεφανιαίου συνδρόμου. Με ειδική αναφορά σε κάθε έκαστο σύμπτωμα, που ως τον ενημέρωσε ο Εναγόμενος, παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του, σε συμφωνία με τον Εναγόμενο, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι η όλη κλινική εικόνα του Πανίκου καθιστούσε τα συμπτώματα του σχετιζόμενα με αγχώδη διαταραχή και οπωσδήποτε ασύνδετα με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο. Ανέφερε ακόμα ότι, παρά το ότι ο Πανίκος ήταν πρόσωπο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υψηλού κινδύνου λόγω των επιβαρυντικών παραγόντων που τον περιέβαλλαν (φύλο, ηλικία, καπνιστής, υπέρβαρος, αυξημένη αρτηριακή πίεση και πόνος στο στήθος), εντούτοις, συνεπεία της περιγραφής που του δόθηκε από τον Εναγόμενο αναφορικά με την όλη κλινική του εικόνα τη συγκεκριμένη μέρα, καθιστούσαν το οποιοδήποτε πρόβλημά του (πόνο) άσχετο με στεφανιαία νόσο. Όσον δε αφορά στο περιεχόμενο των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δόθηκε πολλή σημασία σ' αυτά τα καρδιογραφήματα χωρίς να είναι ανάγκη. Ως ισχυρίστηκε, η μοναδική απαγωγή, η οποία παρουσιάζει παθολογικά ευρήματα, είναι η V
  20. Ως προς το σημείο που παρουσιάζεται το συγκεκριμένο εύρημα, επί του Τεκμηρίου 7 υπέδειξε το σημείο που έθεσε ο Εναγόμενος σε κύκλο (με μολύβι) επί της ρηθείσας απαγωγής. Κατά τον ΜΥ2, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες για εκτίμηση ηλεκτροκαρδιογραφήματος, για να μπορεί να θεωρηθεί το περιεχόμενό του ως τέτοιο που να πληροί τα κριτήρια ισχαιμίας, θα πρέπει σε τουλάχιστον δύο απαγωγές, οι οποίες να συνδέονται μεταξύ τους, να παρατηρείται παθολογικό εύρημα. Αν πράγματι ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του παρουσίαζε στεφανιαίο σύνδρομο, αναμενόμενο θα ήταν, παθολογικό εύρημα πτώσης διαστήματος ST να παρατηρείται και στην V4 και στην V5 και στην V6 απαγωγή. Με γνώμονα πάντοτε τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αποτελούσαν τη συμπτωματολογία του Πανίκου κατά την επίδικη εξέτασή του, ο ΜΥ2 εξέφρασε τη γνώμη ότι, η παθολογικής αιτίας πτώση του διαστήματος ST στην απαγωγή V6 δεν μπορούσε να συνδεθεί με απόφραξη της δεξιάς αρτηρίας του, που ήταν και η αιτία θανάτου του. Με δεδομένη την αιτία θανάτου και δη την πλήρη απόφραξη της δεξιάς αρτηρίας, και με δεδομένη (σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος) τη παρουσία συνεχούς πόνου στο στήθος από την προηγούμενη μέρα, κατά τον ΜΥ2, το ηλεκτροκαρδιογράφημα του Πανίκου, αν όντως παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, θα παρουσίαζε εντελώς διαφορετικές αλλοιώσεις, σε διαφορετικές απαγωγές και με εντελώς διαφορετική εικόνα. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, από το 2007 και επέκεινα, αποτελεί μέρος των εξετάσεων στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί ένας ασθενής που υπάρχει σοβαρή υποψία να αντιμετωπίζει οξύ στεφανιαίο σύνδρομο και ο υπέρηχος, τονίζοντας, ωστόσο ότι, κατά την άποψή του, ο Πανίκος, κατά την επίδικη εξέτασή του, δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζει ένα τέτοιο σύνδρομο. Αναφερόμενος ειδικά στην πτώση του διαστήματος ST επί της απαγωγής V6, σε συμφωνία και με τον Εναγόμενο, ισχυρίστηκε ότι τούτη μπορεί ευκόλως να οφείλεται και στον υπεραερισμό που παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέτασή του. Χαρακτήρισε δε την κλινική επίδικη εξέταση του Πανίκου από τον Εναγόμενο, ως πλήρη και ισχυρίστηκε ακόμα, σε συμφωνία και πάλι με τον Εναγόμενο, ότι τα συμπτώματα που παρουσίασε το απόγευμα εκείνης της μέρας (μετά την επίδικη εξέταση του), αφορούσαν σε νέο εντελώς άσχετο περιστατικό από αυτό που αντιμετώπιζε κατά την επίδικη εξέτασή του από τον Εναγόμενο. Υπέδειξε συναφώς, επί τη βάση και της διάγνωσης του Εναγόμενου περί αγχώδους διαταραχής, ότι «στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να λειτουργήσουν ως εκλυτικοί παράγοντες για την εμφάνιση οξέος στεφανιαίου συνδρόμου σε άτομα που έχουν σοβαρό υπόστρωμα στεφανιαίας νόσου». Σε ειδική ερώτηση που του τέθηκε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ως προς το κατά πόσο ο ίδιος, θα έστελνε τον Πανίκο μετά από την επίδικη εξέτασή του στο σπίτι του ή στο Νοσοκομείο, ο Μ.Υ.2, με απόλυτο τρόπο, απάντησε ότι θα τον έστελνε στο σπίτι του. Ερωτηθείς, επίσης, αναφορικά με το κατά πόσο η λήψη της αγχολυτικής φαρμακευτικής αγωγής που συνταγογράφησε ο Εναγόμενος θα απέτρεπε την εμφάνιση του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, δήλωσε άγνοια, λέγοντας ωστόσο ότι, σίγουρα θα τον βοηθούσε να ηρεμήσει. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, κατέθεσε αριθμό άρθρων και/ή αποσπασμάτων ιατρικών συγγραμμάτων, το περιεχόμενο των οποίων, κατά τον ίδιο, υποστήριζε τις διάφορες θέσεις που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Βρισκόμενος εκ νέου αντιμέτωπος με το περιεχόμενο των επίδικων ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, ανέφερε ότι «γίνεται υπερβολικός ντόρος για το καρδιογράφημα αυτό, η εμπειρία μου το λέει, έχω δει πέραν του μισού εκατομμυρίου καρδιογραφήματα μέχρι τώρα. Η ισχαιμική νόσος συνδυάζεται πάντα ή με οριζόντια ή με κατιούσα φορά του διαστήματος ST φτάνει να συνυπάρχει σε δύο απαγωγές, οι οποίες ανταποκρίνονται στην ίδια περιοχή της καρδιάς». Επί αυτής του δε της αναφοράς, ισχυρίστηκε ότι οι απαγωγές V4 και V5 θεωρούνται φυσιολογικές αφού η φορά του διαστήματος ST δεν είναι οριζόντια ή κατιούσα. Κατά την αντεξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του για να τα συνυπολογίσει ώστε να σχηματίσει γνώμη και να μπορεί να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν επαρκή και δεν ένιωσε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι χρειαζόταν οποιανδήποτε περαιτέρω πληροφορία. Ερωτηθείς αναφορικά με το πότε ένας γιατρός δυνατόν να μην ανοίξει κάρτα ασθενούς, ανέφερε ότι αυτό μπορεί να συμβεί σε κάποιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα εκεί που οι ασθενείς επισκέπτονται τον γιατρό τους στα επείγοντα, σε επείγουσα βάση. Υπέδειξε ακόμα ότι, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που ένας ασθενής επισκέπτεται τον γιατρό του για ένα απλό κρυολόγημα. Διευκρίνισε ωστόσο ότι, αν κατά την εξέταση ενός ασθενούς που πάσχει από κρυολόγημα συνταγογραφηθεί αντιβίωση, τότε ένα τέτοιο κρυολόγημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κοινό κρυολόγημα. Όσον δε αφορά στο κατά πόσο ο ίδιος έτυχε να εξετάσει κάποιον ασθενή για τρεις φορές και να μην ανοίξει κάρτα απάντησε, μονολεκτικά, «όχι». Όταν του ζητήθηκε να χαρακτηρίσει τη φιλία του με τον Εναγόμενο, δέχτηκε ότι τούτη μπορεί ευκόλως να θεωρηθεί ως στενή φιλία. Σε ερώτηση δε αν συνεπεία αυτής της στενής φιλίας δέχτηκε, χωρίς οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή αμφισβήτηση, τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στη γραπτή του δήλωση, απάντησε «επειδή γνωρίζω την προσωπικότητα, τις δυνατότητες και την ικανότητά του, αποδέχθηκα να παρουσιαστώ στο Δικαστήριο και να υπερασπίσω την πρακτική του στο συγκεκριμένο περιστατικό». Αναφορικά με την ένδειξη «normal» η οποία κατεγράφη αυτομάτως από τον καρδιογράφο επί του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, ως το αποτέλεσμα της ανάλυσής του (του καρδιογράφου), ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι δεν κοιτάζει ποτέ τη συγκεκριμένη ένδειξη, και τούτο γιατί, ως καρδιολόγος, ασχολείται με πολύ εξειδικευμένες παθήσεις, οι οποίες δεν καλύπτονται από τα λογισμικά ενός καρδιογράφου, με αποτέλεσμα η όποια αυτόματη ένδειξή του να μην είναι βοηθητική. Ανέφερε ωστόσο ότι, αν το καρδιογράφημα γίνεται από παθολόγο, τότε δυνατό να γίνει χρήση της αυτομάτως καταγραφείσας ανάλυσης από τον γιατρό. Σε σχέση με την αρτηριακή πίεση με ένδειξη 145/90, που κατά τον Εναγόμενο αφορά στην αρτηριακή πίεση του Πανίκου κατά την επίδικη εξέταση του, ο ΜΥ2 χαρακτήρισε τούτη ως ψηλή. Αναφερόμενος δε ειδικά στη συμπτωματολογία του Πανίκου κατά την επίδικη εξέταση του, ως αυτή του μεταφέρθηκε από τον Εναγόμενο, χαρακτήρισε την επιδείνωση του θωρακικού άλγους κατόπιν πίεσης, καθώς επίσης και την αυξομείωση του άλγους ανάλογα με το κατά πόσο εισέπνεε ή εξέπνεε τη δεδομένη στιγμή, ως «δύο συμπτώματα τα οποία σχεδόν αποκλείουν τη στεφανιαία νόσο». Ως προς δε το ποσοστό των ασθενών που ενώ επισκέπτονται τον γιατρό τους θεωρώντας ότι αντιμετωπίζουν καρδιακό πρόβλημα και εντέλει το πρόβλημα τους είναι σωματοποιημένο νόσημα, είπε ότι τούτο ανέρχεται στο 20%. Κατά τον ΜΥ2, το ποσοστό αυτό προκύπτει, τόσο από τη δική του εμπειρία, που καθημερινά εξετάζει περίπου 20 ασθενείς, όσο και από τις διάφορες σχετικές διεθνείς μελέτες. Όταν δε ρωτήθηκε αναφορικά με το κατά πόσο, ως μη ψυχολόγος ή ψυχίατρος, δύναται να καταλήγει με ευκολία ότι ένα σύμπτωμα είναι ψυχοσωματικό, εξήγησε ότι για τη διάγνωση σημαντική δεν είναι τόσο η παρουσία συμπτωμάτων, έστω και εάν τούτα κρίνονται ουσιώδη, αλλά η απουσία των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων της στεφανιαίας νόσου και δη η επικέντρωση του άλγους οπισθοστερνικά, με συσφικτικό χαρακτήρα ή με αίσθηση καψίματος ή βάρους. Επίσης, συμπτώματα εφίδρωσης ή τάσης για εμετό ή ακόμα και αντανάκλαση του πόνου. Τέτοια συμπτώματα, τα οποία είναι χαρακτηριστικά συμπτώματα στεφανιαίας νόσου, με βάση τα όσα του ανέφερε ο Εναγόμενος, δεν τα παρουσίαζε ο Πανίκος κατά την επίδικη εξέταση του. Ερωτώμενος ειδικά για το κατά πόσο, στην περίπτωση που ο Πανίκος, μετά την επίδικη εξέταση του, επισκεπτόταν το νοσοκομείο και υποβάλλετο σε αγγειογράφημα θα σωζόταν ή όχι, απάντησε ότι, θεωρητικά, εάν υποβάλλετο σε ένα αγγειογράφημα τη δεδομένη στιγμή, αυτό θα έδειχνε στένωση της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας της τάξεως του 50% ‑ 60%, για την οποία στένωση, όμως, δεν θα διενεργείτο οποιαδήποτε επέμβαση τη δεδομένη στιγμή. Ως ισχυρίστηκε, το ζητούμενο δεν είναι το αποτέλεσμα του ενδεχόμενου αγγειογραφήματος, αλλά το κατά πόσο, μετά την οποιανδήποτε διενέργεια του, ο ασθενής θα παρέμενε στο νοσοκομείο ώστε, όταν και εφόσον θα παρουσίαζε το οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, να του παρασχεθούν οι απαραίτητες θεραπείες για να σωθεί. Κατά τον ΜΥ2, εάν κατόπιν αγγειογραφήματος διαφαινόταν στένωση της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας του Πανίκου, της τάξης του 50% ‑ 60%, το πιθανότερο είναι να τον έδιωχναν από το νοσοκομείο. Συναφώς, ισχυρίστηκε ότι, η απόφραξη στεφανιαίου αγγείου, δημιουργήθηκε λόγω ρήξης της αθηρωματικής πλάκας και όχι λόγω της στένωσης. Ως ανέφερε, ανεξάρτητα του ποσοστού της στένωσης, εκείνο το οποίο θα προκαλέσει το έμφραγμα μυοκαρδίου, είναι η ρήξη της αθηρωματικής πλάκας, με αποτέλεσμα το κομμάτι που αποκόπτεται να φράξει το στεφανιαίο αγγείο και να προκαλέσει το έμφραγμα μυοκαρδίου. Το αποτέλεσμα του αγγειογραφήματος, συνέχισε, δεν ενημερώνει για τη πιθανότητα ρήξης της πλάκας. Πάντα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ο ΜΥ2 είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει δύο συγγράμματα και/ή κατευθυντήριες οδηγίες που του παραδόθηκαν από τον συνήγορο των Εναγόντων και αφού συμφώνησε με το περιεχόμενο τους και ότι τούτα αποτελούν ιατρικές μελέτες και/ή συγγράμματα και/ή οδηγίες με ορθές αναφορές, μέσω του, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 10 και
  21. Ωστόσο, σε σχέση με αυτά τα τεκμήρια, ισχυρίστηκε ότι, τα όσα εκεί αναφέρονται σχετίζονται με ασθενείς οι οποίοι ήδη θεωρούνται από τον γιατρό που τους εξετάζει, ως πρόσωπα που αντιμετωπίζουν στεφανιαίο σύνδρομο. Προχώρησε δε επαναλαμβάνοντας ότι, με τα όσα ο Εναγόμενος του ανέφερε σε σχέση με τη συμπτωματολογία του Πανίκου, ο τελευταίος, κατά την επίδικη εξέτασή του, δεν αντιμετώπιζε οξύ στεφανιαίο σύνδρομο. Τουναντίον, δεν είχε οποιοδήποτε σύμπτωμα το οποίο να δικαιολογούσε διάγνωση, είτε για στηθαγχική συνδρομή, είτε για προδιαθεσικούς παράγοντες στεφανιαίας νόσου. Όσο δε αφορά στο Τεκμήριο 8(Β), τεκμήριο το οποίο κατατέθηκε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, αποδέχθηκε ότι, τούτο, αφορά σε άρθρο που βρήκε στο διαδίκτυο και το οποίο δεν έχει δημοσιευθεί ποτέ σε ιατρικό περιοδικό, ο δε συγγραφέας του δεν είναι ιατρός. Τέλος, σε ό,τι αφορά στο επίδικο τηλεφώνημα του Εναγόμενου και της Μ.Ε.1, ισχυρίστηκε ότι, από τη στιγμή που ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε, συνεπεία της διαλογικής του συζήτησης με τη Μ.Ε.1, ότι τα δεδομένα άλλαξαν και ο πόνος ήταν διαφορετικός, ορθά έδωσε οδηγίες προς αυτήν όπως ο Πανίκος μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Κατά τη γνώμη του, αυτή ήταν η ορθή συμβουλή που έπρεπε να δοθεί. MY3 Ο MY3, ανέφερε ότι αυτός και ένας άλλος συνάδελφος του, στις 06.12.16, μετέφεραν τον Πανίκο στο ιατρείο του Εναγόμενου. Αναφερόμενος ειδικά στη συμπτωματολογία του Πανίκου τη δεδομένη χρονική στιγμή, ανέφερε ότι αυτός «ένιωσε μια αδιαθεσία». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, την περιέγραψε ως ακολούθως: «ένιωθε κάτι στο στήθος, βαρετός...», και μετά ως «βάρος». Ως προς το πότε ο Πανίκος παρουσίασε τη συγκεκριμένη συμπτωματολογία, ισχυρίστηκε ότι αυτή παρουσιάστηκε ξαφνικά τη συγκεκριμένη μέρα, βασίζοντας δε τη θέση του αυτή στο γεγονός ότι ο Πανίκος δεν διαμαρτυρήθηκε προηγουμένως. Ο λόγος που μετέφερε τον Πανίκο στο ιατρείο, δεν ήταν λόγω αδυναμίας του τελευταίου να μεταβεί μόνος του, αλλά γιατί, τη δεδομένη στιγμή, το όχημα που οδηγούσε (ο ΜΥ3), βρισκόταν στο σημείο στο οποίο ήταν και ο Πανίκος όταν παραπονέθηκε για βάρος στο στήθος. Στο ιατρείο, αρχικά κάθισε και ο ίδιος μαζί με τον Πανίκο μπροστά από το γραφείο του Εναγόμενου, αλλά ακολούθως, ο Εναγόμενος και ο Πανίκος εισήλθαν σε άλλο χώρο και ο ίδιος περίμενε έξω από αυτό. Δεν ήταν σε θέση να ακούει το τι συζητείτο μεταξύ των δύο. Όταν περατώθηκε η εξέταση του Πανίκου, τον μετέφερε πίσω στη δουλειά του, χωρίς να γνωρίζει τις μετέπειτα ενέργειές του. Τον ρώτησε ωστόσο αν ήταν σε θέση να οδηγήσει, και o Πανίκος του απάντησε καταφατικά. Μετά το θάνατο του Πανίκου, η οικογένειά του, αναζήτησε το ηλεκτροκαρδιογράφημα που διενήργησε ο Εναγόμενος, με αποτέλεσμα να μεταβεί την επόμενη (07.12.06), εκ νέου, στο ιατρείο του και αφού αρχικά τον ενημέρωσε περί του θανάτου του Πανίκου, ζήτησε από αυτόν να του παραδώσει το ηλεκτροκαρδιογράφημα που διενήργησε την προηγούμενη μέρα, πράγμα το οποίο και έπραξε. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα το παρέδωσε στην οικογένεια του Πανίκου. Αναφορικά με τη στιγμή που αυτός και o Πανίκος αποχωρούσαν από το ιατρείο του Εναγόμενου, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος ανέφερε στον Πανίκο ότι δεν βλέπει κάτι στο ηλεκροκαρδιογράφημα και ότι «αν συμβεί κάτι, να πάεις στις Πρώτες Βοήθειες, να κάμεις κάτι άλλο, διότι δεν δείχνει κάτι άλλο, δεν ξέρουμε τι θα γίνει μετά». Τέλος, σε σωρεία ερωτήσεων που του τέθηκαν, ως επί το πλείστον αναφορικά με τα όσα συζητήθηκαν μεταξύ Εναγόμενου και Πανίκου, καθ' ον χρόνο ο ίδιος ήταν παρών, αλλά και μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου, κατά την επίσκεψη του στις 7.12.06, ισχυριζόταν συνεχώς ότι δεν ήταν σε θέση να τα θυμηθεί λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη μέρα που συνέβησαν τα γεγονότα μέχρι και τη μέρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Νομική Πτυχή Ιατρικής Αμέλειας Αναφορικά με τα όσα ισχύουν στην Κύπρο, σε σχέση με επικαλούμενη ιατρική αμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά

(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761, σελ. 769 μέχρι 770, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),.
(3)Αστικής Ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
  1. i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
  2. ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι: «Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής.» Στην εν λόγω υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και το εξής απόσπασμα, σε μετάφραση, από την Αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118: «(
  1. i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
  2. ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Ως προς τα κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Bolam (ανωτέρω), και ειδικότερα σε σχέση με την υποχρέωση ενός ιατρού να αποκαλύψει τους κινδύνους σε ένα ασθενή του, τούτα έτυχαν διαφοροποίησης από το Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust [1999] 48 B.M.L.R 118. Σε ελληνική μετάφραση του σχετικού λόγου της ρηθείσας απόφασης από τον Ερωτοκρίτου Δ., (ως ήταν τότε) στο δικό του λόγο στην υπόθεση Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, 1578 και 1579, συναντάμε τα εξής: «Σε μια υπόθεση όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει στερηθεί της ευκαιρίας να λάβει μια σωστή απόφαση ως προς το τι θεραπεία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει, φαίνεται πως το δίκαιο ορίζει, όπως καταγράφεται στην υπόθεση που έχω μόλις αναφέρει, ότι εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση ενός λογικού ασθενούς, τότε κατά τη συνήθη πορεία είναι ευθύνη του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή του για αυτόν τον σημαντικό κίνδυνο, εάν η πληροφορία είναι απαραίτητη ούτως ώστε ο ασθενής να μπορέσει να καθορίσει τη θεραπεία την οποία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει. .......................................................................................................... Προφανώς ο ιατρός όταν καθορίζει το τι θα πει σε ένα ασθενή, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται η ικανότητα του ασθενούς να κατανοήσει όσα θα του πει καθώς και την κατάσταση του ασθενούς κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τόσο από σωματικής άποψης όσο και από συναισθηματικής άποψης. Υπάρχουν συχνά περιπτώσεις όπου μια πορεία διαφορετική από την συνηθισμένη θα πρέπει να ακολουθηθεί. Όμως, όπου υπάρχει, αυτό που ρεαλιστικά μπορεί να αποκαλεστεί ως «σημαντικός κίνδυνος», τότε, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων, όπως έχω ήδη επισημάνει, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ενημερωθεί για τον κίνδυνο αυτό.» Στην ίδια υπόθεση, και δη στην Βαριάνου (ανωτέρω), σημειώθηκαν και τα εξής σχετικά: «Τελικά, στην πιο πάνω υπόθεση, ο ιατρός δεν κρίθηκε ένοχος αμέλειας, επειδή ο αυξημένος κίνδυνος του 0.1-0.2% δεν θεωρήθηκε σημαντικός. Όμως, η υπόθεση σηματοδότησε διαφοροποίηση του «Bolam test». Φαίνεται ότι το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο με την απόφαση του Λόρδου Woοlf, είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός ιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού δώσει τη συγκατάθεσή του (Βλ. Medical Negligence, M. A. Jones, 4η Έκδοση
(2008)σελ. 651-662). Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό κριτήριο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, θα έπρεπε να ήταν αυτό στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, η οποία διαμόρφωσε το αρχικό κριτήριο Bolam, στις περιπτώσεις αποκάλυψης των κινδύνων σε ασθενείς. Το νέο κριτήριο κατά την άποψή μας είναι πολύ πιο λογικό, εφόσον κριτής του τι πρέπει να αποκαλυφθεί γίνεται πλέον ο μέσος λογικός ασθενής.» Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω), αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας.»» Το τι συνιστά καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης των Αγγλικών Δικαστηρίων στις αποφάσεις Bolam (ανωτέρω) και Bolitho ν City and Hackney Health Authority
(1997)3 WLR 1151. Τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση Bolam, αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γραμμή όμως που ακολούθησε η Bolam διαφοροποιήθηκε κάπως, με την απόφαση στην Bolitho (πιο πάνω) όπου το ερώτημα, σύμφωνα με το σκεπτικό της, κατά πόσο ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι, κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την αποδεκτή πρακτική που υιοθετεί ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το Δικαστήριο, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, θα πρέπει να καταλήξει αν ο γιατρός είναι ένοχος αμέλειας. Δεν είναι αρκετό ένα σύνολο γιατρών να αποφανθεί ότι η θεραπεία που ακολουθήθηκε ή οι παραλείψεις του γιατρού, συνάδουν με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει την οποιαδήποτε ενώπιον του μαρτυρία και να αποφασίσει το ίδιο αν η ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε έθεσε τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Ακολούθως, εάν και εφόσον αποδειχθεί ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας ιατρικής αμέλειας και της απώλειας ή της επιδείνωσης της κατάστασης που επήλθε. Τούτο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικαστούν αποζημιώσεις στον ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή, ο ενάγοντας να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του ή της οποιασδήποτε άλλης απώλειας. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτελέσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού, συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος (βλέπε Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Gregg ν Scott
(2005)4 All ER 812 και Hotson ν East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Ωστόσο, εκείνο που κρίνεται σημαντικό για το κατά πόσο ένας ενάγοντας απέδειξε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος και της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας του εναγομένου, είναι το αν παρουσίασε μαρτυρία που να αποδεικνύει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η παράβαση της επιμέλειας καθήκοντος από πλευράς του εναγομένου συνέδραμε ουσιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και όχι ότι αποτέλεσε τη μόνη αιτία πρόκλησής του. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Bridge of Harwich στην υπόθεση Hotson v. East Berkshire Area Health Authority
(1987), 2 All E.R. 909 (H.L.), «But if the plaintiff had proved on a balance of probabilities that the authority's negligent failure to diagnose and treat his injury promptly had materially contributed to the development of avascular necrosis, I know of no principle of English Law which would have entitled the authority to a discount from the full measure of damage to reflect the chance that, even given prompt treatment, avascular necrosis might well still have developed.» Στην ίδια απόφαση, ως μέρος του σκεπτικού για την αιτιώδη συνάφεια, υιοθετήθηκε και η εξής αναφορά από την υπόθεση Mallett v. McMonagle [1969] 2 All ER 178: «In determining what did happen in the past a court decides on the balance of probabilities. Anything that is more probable than not it treats as certain.» Αξιολόγηση μαρτυρίας Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter. Κρίνεται αναγκαίο να σημειωθεί, επίσης, ότι ένας εμπειρογνώμονας δύναται να παραπέμψει στο περιεχόμενο βιβλιογραφίας και επιστημονικών άρθρων, η αξία του οποίου (περιεχομένου) θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρεται συναφώς ότι, η βιβλιογραφία, δεν αποτελεί μαρτυρία per se, αλλά είναι δυνατόν να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα ο οποίος παραπέμπει σ' αυτήν και την επεξηγεί (βλ. Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Concha v. Murieta
(1989)40 Ch. D. 543, Davie v. The Magistrates of Edinburgh
(1953)S.C.34 και Gerrard and Others v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust
(2005)ScotCs CSIH 10 - 10.1.2005). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). ΜΕ1 Η ΜΕ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα στα οποία η ίδια ήταν μάρτυρας. Οι θέσεις που προώθησε ήταν σαφείς, ξεκάθαρες και γενικά η μαρτυρία της, σε αρκετά σημεία της ήταν αρκούντως παραστατική, σε βαθμό που κατάφερε να δημιουργήσει στο Δικαστήριο εικόνα των πεπραγμένων της μοιραίας μέρας. Εκεί δε που συνεπεία των ερωτήσεων που της υποβάλλοντο, αντιλαμβανόταν ότι προγενέστερη αναφορά της δεν ήταν ακριβής, χωρίς δισταγμό, διαφοροποιούσε τη θέση της και αποδεχόταν τις υποβαλλόμενες προς τις θέσεις. Μια τέτοια περίπτωση, ήταν και αυτή που αφορούσε στο κατά πόσο, κατά την επιστροφή της στο σπίτι, μετά από ψώνια, είδε στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι στο οποίο ξάπλωνε ο Πανίκος, το ηλεκτροκαρδιογράφημα. Ενώ στη γραπτή της δήλωση ισχυρίστηκε ότι τούτο συνέβη, κατά την αντεξέταση της, και τούτο κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, αλλά και υποβολών που της έγιναν από το συνήγορο του Εναγόμενου, αποδέχτηκε ότι, ενδεχομένως το καρδιογράφημα να μην ήταν στο συγκεκριμένο σημείο, τη δεδομένη στιγμή και όντως να της δόθηκε από το ΜΥ
  1. Εν πάση περιπτώσει, αναφορικά με το υπό αμφισβήτηση, ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της, και δη το τι της λέχθηκε από τον Εναγόμενο στην τηλεφωνική τους συνομιλία, η δική της εκδοχή συνάδει και με την κοινή λογική, αλλά και τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Και εξηγώ. Αν όντως ο Εναγόμενος, στην τηλεφωνική συνομιλία τους, τη συμβούλευσε ότι θα έπρεπε ο Πανίκος να μεταφερθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο για εξέταση, ποιος ο λόγος να αγνοήσουν μια τέτοια οδηγία του; Αν μη τι άλλο, είναι η ΜΕ1 που επικοινώνησε με τον Εναγόμενο για να ζητήσει περαιτέρω ιατρική συμβουλή, με αποτέλεσμα, η λογική συνέχεια των πραγμάτων, να θέλει την όποια οδηγία και/ή συμβουλή του Εναγόμενου, να ακολουθείται. Το τηλεφώνημα έγινε για να τύχει εκ νέου συμβουλής ο Πανίκος μέσω της ΜΕ1 από τον Εναγόμενο. Πώς είναι δυνατόν να αναφέρει ο Εναγόμενος στη ΜΕ1 ότι η κατάσταση της υγείας του Πανίκου είναι πλέον διαφορετική και ότι προκύπτει η ανάγκη άμεσης επανεξέτασης του στο Νοσοκομείο και η ΜΕ1 και κατ' επέκταση ο Πανίκος, που οι ίδιοι αναζήτησαν τη νέα αυτή συμβουλή του Εναγόμενου, να μην την ακολουθούν. Στο βαθμό που αφορά στο τι συζητήθηκε μεταξύ της ΜΕ1 και του Εναγόμενου στη μεταξύ τους τηλεφωνική συνομιλία, δέχομαι ότι τα όσα ανέφερε η πρώτη αντικατοπτρίζουν το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. Δέχομαι ακόμα, και τούτο ως απόρροια των απαντήσεων που έδωσε στις σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι, ανεξάρτητα του ύψους του ακάθαρτου και/ή καθαρού μηνιαίου μισθού του Πανίκου, το πραγματικό ποσό που κατέληγε (κατά τον ουσιώδη χρόνο) στην οικογένεια από τον μισθό του, ανέρχεται στα €954,
  2. Από την άλλη, δεν δέχομαι ως ακριβές γεγονός, τη θέση της περί του ότι, αν ο Πανίκος ήταν ζωντανός, κατά το χρόνο που κατέθετε (η ίδια), ο μισθός του θα ήταν αυξημένος κατά €400,
  3. Και τούτο γιατί, (α) πρόκειται για δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, (β), για την οποία δεν δόθηκε καμία εξήγηση, αναφορικά με το λόγο που δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας το πρόσωπο που φέρεται να προέβη στην αρχική σχετική δήλωση και (γ), δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το πώς προκύπτει η αύξηση και αν πρόκειται για στρογγυλοποιημένη αριθμητική αναφορά. Εν πάση περιπτώσει, ενδεχομένως και για τους ίδιους λόγους που απαρίθμησα ανωτέρω, ούτε ο συνήγορος των Εναγόντων βασίστηκε στη σχετική αναφορά της ΜΕ1, μιας και μέσω της αγόρευσής του ζητά όπως, για σκοπούς αποζημίωσης, ο όποιος πολλαπλασιαστής επιλεγεί από το Δικαστήριο, να εφαρμοστεί επί του καθαρού μισθού του Πανίκου κατά το χρόνο του θανάτου του, χωρίς να ζητείται όπως ληφθεί υπόψη η όποια ενδεχόμενη μελλοντική αύξησή του. Δεν δέχομαι επίσης, υπό την έννοια του να μπορώ επ' αυτού να καταλήξω σε ανάλογα ακριβή ευρήματα, την αναφορά της περί του ότι, 80% - 85%, του καθαρού μισθού του Πανίκου δαπανείτο για τις ανάγκες της οικογένειάς του. Στο βαθμό που με την αναφορά της αυτή σκοπούσε να υποδείξει το γεγονός ότι, μεγάλο μέρος του μισθού του Πανίκου δαπανείτο για τις ανάγκες της οικογένειάς του, και όχι για τα προσωπικά του έξοδα, τα οποία προσδιόρισε ως περιορισμένα, τούτη (η σχετική αναφορά της) γίνεται δεκτή. Στο βαθμό όμως που με αυτή θα επιθυμούσε να προσδιορίσει ειδικώς και επακριβώς το ποσοστό της συγκεκριμένης συνεισφοράς του Πανίκου στην κάλυψη των εξόδων της οικογένειας, με δεδομένη την εγγενή ασάφεια και αμφιβολία που χαρακτηρίζει την ίδια την αναφορά της (80% - 85% και δη μη ακριβής προσδιορισμός της συνεισφοράς), και με δεδομένη την απουσία λοιπών γεγονότων, και/ή ισχυρισμών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για εξέταση από το Δικαστήριο της ορθότητας του εν λόγω υπολογισμού, τούτη (η σχετική αναφορά της) δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατά τα λοιπά, τη μαρτυρία της ΜΕ1 την αποδέχομαι στο σύνολο της. Με δεδομένο το γεγονός ότι και οι 2 πλευρές παρουσίασαν γιατρούς καρδιολόγους, ως εμπειρογνώμονες, έκαστη για να υποστηρίξει τις δικογραφημένες θέσεις της, κρίνω ορθότερο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των ρηθέντων μαρτύρων (ΜΕ2 και ΜΥ2), να γίνει μαζί (βλ. Daria Novichkova v. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432), πλην όμως, μετά την αξιολόγηση των λοιπών μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι δε γι' αυτόν το λόγο, που ευθύς αμέσως θα ακολουθήσει η αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ3 και ΜΕ
  1. ΜΕ3 και ΜΕ4 Εξ' αρχής σημειώνω ότι, και οι 2 αυτοί μάρτυρες μου έκαναν άριστη εντύπωση. Πρέπει να τονίσω, στο σημείο αυτό, ότι η επιλογή του Δικαστηρίου να αξιολογήσει τη μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων μαζί, βασίστηκε στο γεγονός ότι πρόκειται για μάρτυρες ιδίων γεγονότων με ελάχιστες, επουσιώδεις, μικροαντιφάσεις στους ισχυρισμούς τους, η μαρτυρία των οποίων, στην ουσία, δεν έτυχε αμφισβήτησης από πλευράς του συνηγόρου της Υπεράσπισης. Εκεί που επικεντρώθηκαν οι ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης (οι οποίες, ως επί το πλείστον, ήταν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα), ήταν στο να επιχειρηθεί να αναδειχθούν ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων, τόσο συγκρινόμενες μεταξύ τους (της ΜΕ3 σε αντιδιαστολή με αυτή του ΜΕ4), όσο και με τη μαρτυρία της ΜΕ1, αναφορικά με τα πεπραγμένα του απογεύματος μέχρι και το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου 2006 και όχι για να αναδειχθούν αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του κάθε μάρτυρα. Όπως όμως έχω σημειώσει ακριβώς πιο πάνω, οι όποιες αναδειχθείσες αντιφάσεις στη μαρτυρία των ρηθέντων μαρτύρων, είναι αφενός, μικροαντιφάσεις και αφετέρου, εντελώς επουσιώδεις. Αφορούν δε σε μη επίδικα και μη ουσιαστικά ζητήματα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για κρίση ως προς την αξιοπιστία των συγκεκριμένων μαρτύρων. Τουναντίον θα έλεγα, πρόκειται για ισχυρισμούς, που λόγω και της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τα γεγονότα στα οποία αφορούν, λογικό είναι να παρουσιάζουν τέτοιου είδους αντιφάσεις. Αν μη τι άλλο, τούτες (οι μικροαντιφάσεις) επιβεβαιώνουν την απουσία προσχεδιασμού και/ή προσυνεννόησης μεταξύ τους αναφορικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Ενδεικτικά και μόνο, αναφέρω την αντίφαση που παρατηρείται στους ισχυρισμούς της ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΕ4, σε σχέση με το ποια πρόσωπα ήταν παρόντα κατά τη χρονική στιγμή που η ΜΕ1 συνομιλούσε με τον Εναγόμενο μέσω τηλεφώνου. Αφ' ης στιγμής, ανεξάρτητα του ποιοι ήταν παρόντες, το μόνο πρόσωπο που άκουσε τα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε ήταν η ΜΕ1, και με δεδομένο ότι η όποια διάσταση των πλευρών περιορίζεται ακριβώς στα λεγόμενα του Εναγόμενου κατά τη ρηθείσα τηλεφωνική συνομιλία του με την ΜΕ1, το κατά πόσο παρών κατά τη συνομιλία ήταν και o ΜΕ4 ή όχι, κρίνεται εντελώς επουσιώδες και εντελώς άσχετο με τα επίδικα ζητήματα. Ας μην λησμονείται ότι, το γεγονός της τηλεφωνικής κλήσης από τη ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο, λόγω της ανησυχίας της για την κατάσταση του Πανίκου και η προσπάθεια της να τύχει νέας συμβουλής από τον Εναγόμενο, δεν αμφισβητείται από την πλευρά του τελευταίου. Το ίδιο επουσιώδες κρίνεται και το κατά πόσο, ακόμα και σήμερα, ο ΜΕ4 κλαίει όποτε σκέφτεται τον Πανίκο (ισχυρισμός που προωθήθηκε από τη ΜΕ1) ή αν δεν κλαίει πλέον (ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον ΜΕ4). Συναφώς σημειώνω ότι, το πώς επηρεάστηκαν οι ΜΕ3 και ΜΕ4 από το θάνατο του Πανίκου, προκύπτει αβίαστα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα, και το κατά πόσο, η όποια σημερινή ενόχληση και/ή δυσφορία τους όταν φέρνουν στη μνήμη τους τον πατέρα τους, εκφράζεται και/ή συνοδεύεται και με κλάμα ή όχι, κρίνεται εντελώς επουσιώδες. Ούτως ή άλλως, η απαίτηση των Εναγόντων για αποζημιώσεις λόγω απώλειας και οδύνης, περιορίστηκαν στο προνοούμενο, από το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ποσό για αποζημιώσεις απώλειας (bereavement). Εν πάση περιπτώσει όμως, και οι 2 αυτοί μάρτυρας (ΜΕ3 και ΜΕ4), ήταν ξεκάθαροι στους ισχυρισμούς που προώθησαν και το ίδιο παραστατικοί όπως και η ΜΕ1, σε βαθμό, επαναλαμβάνω, που κατάφεραν να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο εικόνες των πεπραγμένων της θλιβερής εκείνης μέρας. Οι δε ισχυρισμοί τους ως προς τις επιπτώσεις του θανάτου του Πανίκου στην ψυχική τους υγεία, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς της Υπεράσπισης και υποστηρίζονται, εν πολλοίς, και από τα σχετικά παραδεκτά γεγονότα. Τονίζεται ωστόσο ότι, και οι δύο αυτοί μάρτυρες, απαντώντας σε σχετικές επί του προκειμένου ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, αποδέχθηκαν ότι η πάροδος του χρόνου έχει επενεργήσει επουλωτικά και ότι, σήμερα, ζουν μια φυσιολογική ζωή και η όποια δυσφορία και/ή δυσμενής ψυχολογική επίδραση λόγω του θανάτου του Πανίκου, περιορίζεται στις αραιές περιπτώσεις που στρέφουν την ανάμνηση τους στα γεγονότα του Δεκέμβρη του
  2. Τη σχετική με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ο Εναγόμενος Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι, με τη μαρτυρία του, σκοπό είχε απλά να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών του σε σχέση με τον θάνατο του Πανίκου, παρά στο να προωθήσει αληθείς ισχυρισμούς επί των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του, σε αρκετά σημεία της, αντιστρατεύεται και της κοινής λογικής και παρουσιάζει και ουσιώδεις αντιφάσεις. Επίσης, διαφοροποιούσε προγενέστερους ισχυρισμούς του, απλά και μόνο επειδή, τη δεδομένη στιγμή, θεωρούσε ότι τούτο εξυπηρετούσε την υπόθεση του. Έφτασε δε στο σημείο να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια τη συμπτωματολογία του Πανίκου, τόσο κατά τη διάρκεια των δύο ισχυριζόμενων επισκέψεών του κατά τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2005, όσο και κατά την επίδικη επίσκεψη του, χωρίς γι' αυτή την ισχυριζόμενη συμπτωματολογία να παρουσιάσει οποιανδήποτε γραπτή του σημείωση από την οποία προφανώς θα έπρεπε να αντλήσει καθοδήγηση. Αν και ισχυρίστηκε ότι την επόμενη του θανάτου του Πανίκου, όταν και ενημερώθηκε από τον ΜΥ3 περί του ότι απεβίωσε, ετοίμασε γραπτές σημειώσεις αναφορικά με τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε κατά την επίδικη εξέτασή του, όχι απλά δεν παρουσίασε τούτες ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά, ισχυρίστηκε ότι τούτες δεν υπάρχουν πλέον, χωρίς να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση για το τι απέγιναν. Ερωτηθείς δε ειδικά, αν οι σημειώσεις παραδόθηκαν στο συνήγορο του κατά την ετοιμασία της Υπεράσπισης για τις παρούσες αγωγές και/ή για σκοπούς ετοιμασίας της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων που διατάχθηκε προβεί (το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2014), ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε αποκάλυψε στον δικηγόρο του την ύπαρξη των συγκεκριμένων σημειώσεων και ότι η Υπεράσπιση του ετοιμάστηκε κατόπιν σημειώματος, που ο ίδιος ετοίμασε και απέστειλε στον δικηγόρο του, ως απάντηση στους ισχυρισμούς των Εκθέσεων Απαιτήσεως των υπό εξέταση αγωγών. Θεωρώ εντελώς αδιανόητο και ενάντια στην όποια λογική, ο Εναγόμενος να έχει κρατήσει γραπτές σημειώσεις την επόμενη μέρα του θανάτου του Πανίκου, κατατοπιστικές και ενδεικτικές της συμπτωματολογίας που τούτος παρουσίαζε κατά την επίδικη εξέτασή του, και πλήρως υποστηρικτικές και ενισχυτικές της διάγνωσής του περί αγχώδους διαταραχής, και τούτες να μην παρουσιάζονται στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της εκδοχής του. Σημαντική κρίνεται και η απουσία εξήγησης για το τι απέγιναν οι ισχυριζόμενες αυτές σημειώσεις. Αν μη τι άλλο, λόγω της σημαντικότητάς τους και μόνο, αναμενόμενο ήταν να δοθεί ο λόγος που τούτες δεν μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται ότι η σχετική, με τη συμπτωματολογία του Πανίκου και γενικά τα όσα έγιναν και λέχθηκαν κατά τις τρεις ισχυριζόμενες επισκέψεις του στο ιατρείο του, μαρτυρία του Εναγομένου, είναι πολύ λεπτομερής, σε τέτοιο βαθμό, που αν είναι αληθής (η σχετική λεπτομερής μαρτυρία του), μόνο αν άντλησε από τις ισχυριζόμενες σημειώσεις καθοδήγηση θα ήταν δυνατή η ετοιμασία της γραπτής του δήλωσης (έγγραφο Ε). Πώς είναι δυνατό, αν όντως υπήρχαν τέτοιες σημειώσεις μέχρι και το χρόνο που ετοίμαζε τη γραπτή του δήλωση, τούτες να μην παρουσιαστούν στο Δικαστήριο; Επίσης, πως είναι δυνατό να μη δοθεί κάποια εξήγηση για την απώλειά τους; Αν όντως υπήρχαν τέτοιες σημειώσεις, γιατί δεν αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια ένορκης δήλωσης κατόπιν της έκδοσης του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου; Δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός περί τήρησης γραπτών σημειώσεων την επόμενη του θανάτου του Πανίκου με περιεχόμενο ως αυτό που αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο στο Δικαστήριο, αποτελεί επινόημα του τελευταίου στα πλαίσια δεύτερων σκέψεων του, ώστε να δικαιολογήσει τη δυνατότητά του να ενθυμείται τη συμπτωματολογία του Πανίκου και κατ' επέκταση να πείσει ως προς την ορθότητα της διάγνωσής του. Η μαρτυρία του Εναγομένου, ως σημειώθηκε ανωτέρω, παρουσιάζει, επιπροσθέτως, αντιφάσεις και παραλογισμούς. Λόγου χάριν, αναφορικά με το λόγο που δεν άνοιξε κάρτα ασθενούς για τον Πανίκο. Ενώ από τη μια χαρακτηρίζει την όλη συμπτωματολογία του Πανίκου, κατά την επίδικη επίσκεψή του, ως εντελώς ασύνδετη με καρδιακό αίτιο και άρα ως μη σοβαρό περιστατικό, εντούτοις, ισχυρίστηκε ότι λόγος που δεν άνοιξε εξ αρχής την κάρτα, ήταν γιατί έπρεπε να προβεί πρώτα στην εξέταση του (ως κατ' επείγον θέμα), λόγω της συμπτωματολογίας του, και ακολούθως θα άνοιγε τη κάρτα. Εν πάση περιπτώσει, και έτσι να είχαν τα πράγματα αναφορικά με τους λόγους που δεν άνοιξε από την αρχή την κάρτα για τον Πανίκο σε σχέση με την επίδικη επίσκεψή του, διερωτάται κανείς, γιατί δεν άνοιξε την κάρτα μετά την περάτωση της εξέτασης του; Ακόμα, και να μπορούσε να δικαιολογηθεί η παράλειψη του να ανοίξει κάρτα για τον Πανίκο μέχρι και την επόμενη μέρα, όταν και ενημερώθηκε ότι ο Πανίκος απεβίωσε, γιατί επέλεξε να ετοιμάσει, ως ισχυρίστηκε, γραπτές σημειώσεις και δεν άνοιξε κάρτα, αφού, κατά τον ίδιο, η εκ των υστέρων ετοιμασία κάρτας ασθενούς, αποτελεί λογική και αναγνωρισμένη πρακτική, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το κατ' επείγον του θέματος δικαιολογεί τη διενέργεια της εξέτασης αρχικά και το άνοιγμα της κάρτας ακολούθως; Ποιος ο λόγος να αποφευχθεί το άνοιγμα κάρτας; Δεν παραγνωρίζω ότι ο λόγος που απεβίωσε ο Πανίκος δεν ήταν η παράλειψη του Εναγόμενου να ανοίξει κάρτα ασθενούς ή να πάρει τις οποιεσδήποτε γραπτές σημειώσεις αναφορικά με το ιστορικό του, τη συμπτωματολογία του, αλλά και τη διάγνωσή του και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν. Από την άλλη όμως, αφ' ης στιγμής ο ίδιος ο Εναγόμενος επέλεξε να υποστηρίξει τη θέση του ότι η συμπτωματολογία του Πανίκου κατά την επίδικη εξέταση του, ήταν τέτοια που δικαιολογούσε πλήρως τη διάγνωση του περί αγχώδους διαταραχής, και ότι τούτο προκύπτει από την όλη συμπτωματολογία του, η οποία καταγράφηκε από τον ίδιο επί σχετικών σημειώσεων που ετοίμασε την επομένη της επίδικης εξέτασης του Πανίκου, και ότι είναι από αυτές τις σημειώσεις που άντλησε καθοδήγηση και ήταν σε θέση να παρουσιάσει μια τόσο λεπτομερή εικόνα της συμπτωματολογίας του, λογικό και αναμενόμενο είναι, ότι τούτος (ο Εναγόμενος), θα έπρεπε να ήταν σε θέση να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δεν υπονοώ ότι έφερε οποιοδήποτε βάρος απόδειξης της ορθότητας της διάγνωσής του, αλλά ότι, αφ' ης στιγμής επικαλέστηκε το περιεχόμενο τέτοιων σημειώσεων, όφειλε να είναι σε θέση να πείσει περί της ύπαρξή τους. Θεωρώ δε τον ισχυρισμό του περί του ότι ήταν σε θέση, μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την επίδικη εξέταση, να ενθυμείται με λεπτομέρεια την όλη συμπτωματολογία του Πανίκου ή ακόμα και τα αποτελέσματα της μέτρησης της αρτηριακής του πίεσης, χωρίς για αυτούς τους ισχυρισμούς να παρουσιάζει οποιοδήποτε στέρεο υπόβαθρο, ως μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια και ως μετωπικά συγκρουόμενο με την κοινή λογική. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι κατά την τηλεφωνική συνομιλία του με τη ΜΕ1, ανέφερε στην τελευταία ότι ο Πανίκος θα έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο για νέες εξετάσεις. Ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι, ο λόγος που αποφάσισε να συμβουλεύσει τη ΜΕ1 όπως ο Πανίκος επισκεφθεί το νοσοκομείο για νέες εξετάσεις, ήταν η ύπαρξη νέων πλέον δεδομένων και εντελώς διαφορετικού περιστατικού από αυτό που αντιμετώπιζε κατά τον χρόνο που τον εξέτασε. Ήταν ακριβώς η θέση του ότι, το απόγευμα και δη κατά τον χρόνο που συνομίλησε με τη ΜΕ1, ο Πανίκος παρουσίαζε συμπτώματα άμεσα σχετιζόμενα με καρδιακό αίτιο, που επέβαλλαν στον ίδιο την υποχρέωση να συμβουλεύσει για άμεση μεταφορά του στο νοσοκομείο για επανεξέταση, σε αντιδιαστολή, με τη μη σχετιζόμενη με καρδιακό αίτιο συμπτωματολογία, που παρουσίαζε κατά την επίδικη εξέτασή του. Παρά όμως τον ισχυριζόμενο έκδηλο διαχωρισμό των δύο περιστατικών, εντούτοις, κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε ότι το μόνο σχετικό με τη συμπτωματολογία του Πανίκου, που του ανέφερε η ΜΕ1 κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, ήταν ότι επιδεινώθηκε ο πόνος και τίποτα άλλο. Πώς είναι δυνατό, εν απουσία οποιασδήποτε περιγραφής αναφορικά με τη λοιπή συμπτωματολογία του Πανίκου τη δεδομένη στιγμή και με μόνη αναφορά την επιδείνωση του πόνου, χωρίς καν να υποδεικνύεται το σημείο στο οποίο παρουσιάζεται ο πόνος ή το είδος του ή η έντασή του ή η όποια αντανάκλασή του σε άλλα σημεία του σώματος, ή η όποια αυξομείωση του κατά την εισπνοή και εκπνοή ή την επί τόπου πίεση ή η όποια εφίδρωση του Πανίκου και/ή τάση του για εμετό, να μπορεί ο Εναγόμενος να κρίνει ότι η συμπτωματολογία του, τη δεδομένη στιγμή, σχετιζόταν με καρδιακό αίτιο. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, επαναλαμβάνω ότι, η βασική θέση του Εναγόμενου περί της ορθότητας της διάγνωσης του περί αγχώδους διαταραχής, βασίστηκε στον ισχυρισμό του ότι κατά την επίδικη εξέταση του Πανίκου, τούτος παρουσίαζε πόνο, αριστερά, πάνω, στο στήθος, υπό μορφή τσιμπημάτων, ο οποίος αυξομειωνόταν κατά την άσκηση πίεσης στο σημείο και κατά την εισπνοή και εκπνοή, και ο οποίος δεν ήταν οπισθοστερνικός. Επίσης ότι, ο εν λόγω πόνος δεν αντανακλούσε, ούτε στα άνω άκρα, ούτε στην κάτω γνάθο, καθώς επίσης και ότι ο Πανίκος δεν παρουσίαζε εφίδρωση, ούτε είχε τάσεις για εμετό. Η απουσία δε των πιο πάνω συμπτωμάτων που συνδέονται άμεσα με καρδιακό αίτιο, σε συνδυασμό με την αυξομείωση της έντασης του πόνου κατά την πίεση στο σημείο και κατά την εκπνοή και εισπνοή, καθιστούσαν, κατά τον Εναγόμενο, την όλη συμπτωματολογία του Πανίκου, τη δεδομένη στιγμή, ως άσχετη και μη συνάδουσα με καρδιακό αίτιο. Τα μόλις πιο πάνω τα σημειώνω, όχι για να υποστηριχθεί ότι η συμπτωματολογία του Πανίκου, κατά την επίδικη εξέτασή του, οπωσδήποτε συνδέεται με αυτή που παρουσίαζε κατά την τηλεφωνική συνομιλία του Εναγόμενου με τη ΜΕ1, αλλά για να διαφανεί το ανυπόστατο του ισχυρισμού του Εναγόμενου ότι λόγω των νέων δεδομένων που του ανέφερε η ΜΕ1, κατάλαβε ότι η συμπτωματολογία του Πανίκου συνδεόταν πλέον με καρδιακό αίτιο. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι, ο Εναγόμενος, κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη ΜΕ1, συνέχιζε να θεωρεί τον πόνο που ένοιωθε ο Πανίκος στο στήθος, ως απόρροια της αγχώδους διαταραχής που διέγνωσε το μεσημέρι, μη σχετιζόμενο με καρδιακό αίτιο, Και ήταν ακριβώς επί αυτής του της αντίληψης που έδωσε την οδηγία, όπως λάβει τη φαρμακευτική αγωγή που συνταγογράφησε για να νιώσει καλύτερα. Και τούτο, παρά την επιδείνωση του πόνου και χωρίς να αναζητήσει, μέσω της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τη ΜΕ1 να ενημερωθεί λεπτομερέστερα για τα επί μέρους συμπτώματα του Πανίκου, τη δεδομένη στιγμή. Ως ο ίδιος ανέφερε, περιορίστηκε απλά στην αναφορά της ΜΕ1 περί επιδείνωσης του πόνου και τίποτε άλλο. Εν πάση περιπτώσει, ο υπό εξέταση ισχυρισμός του συγκρούεται και με τη λογική συνέχεια των πραγμάτων. Αν όντως ο Εναγόμενος συμβούλευε τη ΜΕ1 όπως ο Πανίκος επισκεφθεί άμεσα το νοσοκομείο, τότε ποιος ο λόγος να μην ακολουθήσουν τη συμβουλή του; Υπενθυμίζω εκ νέου, ότι είναι η ΜΕ1 που αναζήτησε τη συμβουλή του Εναγόμενου, με αποτέλεσμα η λογική συνέχεια των πραγμάτων, να θέλει την όποια συμβουλή του τελευταίου, να ακολουθείται. Για σκοπούς πληρότητας της αιτιολογίας του Δικαστηρίου περί της αδυναμίας πρόσδοσης οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του Εναγόμενου, κρίνω αναγκαίο να σημειώσω και τα εξής. Αναφορικά με το άνοιγμα ή μη καρτών ασθενών, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, αποτέλεσε θέση του Εναγόμενου ότι μια από τις περιπτώσεις που δεν συνηθίζει να ανοίγ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.