ΑΡΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΜΑΡΩΣ ΜΑΣΟΝΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 60/17, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 60/17 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡ. 12/07/2016 ΤΟΥ ΔΙΑΙΤΗΤΟΥ Κ. ΑΝΤΡΕΑ Κ. ΛΑΚΚΟΤΡΥΠΗ ΣΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Απαιτητής -και-
- ΜΑΡΩΣ ΜΑΣΟΝΙΔΟΥ
- ΚΑΤΙΑΣ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ
- ΛΟΥΙΖΑΣ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ Καθ' ων η Απαίτηση Ημερομηνία: 31.1.2018 Διά κλήσεως αίτηση από τις Καθ' ων η Απαίτηση/Αιτήτριες
- ΜΑΡΩ ΜΑΣΟΝΙΔΟΥ,
- ΚΑΤΙΑ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ,
- ΛΟΥΙΖΑ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ Για τις Αιτήτριες: κ. Χριστόδουλος Κληρίδης για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η αίτηση αρ. 1: κα Γεωργία Στεφάνου Για τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2: κ. Μάριος Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση οι Καθ' ων η Απαίτηση / Αιτήτριες αιτούνται από το Δικαστήριο: «
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναπέμπεται για επανεξέταση και/ή διόρθωση το μέρος της απόφασης που αναφέρεται στη παράγραφο υπ' αριθμόν '8.2' στη σελίδα 17 της Διαιτητικής Απόφασης ΕΤΕΚ 8.5/ΛΑΚ.05/15, ημερ. 12.07.2016 και συγκεκριμένα η φράση «Κατά συνέπεια ο Απαιτητής θα πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα των Καθ' ων η Απαίτηση..» (στο εξής «το επίδικο μέρος της απόφασης»), με οδηγίες να διορθωθεί και/ή αντικατασταθεί και/ή τροποποιηθεί και/ή προστεθεί συγκεκριμένο ποσό, ως δικηγορικά έξοδα που δικαιούνται οι Αιτήτριες να πληρωθούν από τον Απαιτητή ή
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, διατάττον τον Διαιτητή όπως παραπέμψει στο Δικαστήριο, με υπόμνημα, το επίδικο μέρος της απόφασης, υπό μορφή ειδικής υπόθεσης, για να αποφασίσει το Δικαστήριο το ακριβές ποσό που δικαιούνται οι Αιτήτριες, να πληρωθούν από τον Απαιτητή ως δικηγορικά έξοδα συνεπεία του αποτελέσματος της Διαιτησίας, βάσει της συμφωνίας των μερών όπως αυτά υπολογιστούν βάσει των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή
- Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία θα καθορίζονται επακριβώς τα δικηγορικά έξοδα που δικαιούνται οι Αιτήτριες να πληρωθούν από τον Απαιτητή βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον όπως τα δικηγορικά έξοδα που δικαιούνται οι Αιτήτριες, συνεπεία του αποτελέσματος της Διαιτησίας, υπολογισθούν και εγκριθούν από το Διαιτητή με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ως οι όροι εντολής του ημερ. 29.09.2016 και/ή ως το εξυπακουόμενο και/ή θέσμιο καθήκον του και όπως ο Διαιτητής εκδώσει συμπληρωματική απόφαση ή να τροποποιήσει την υφιστάμενη απόφαση του, αναφέροντας το συγκεκριμένο ποσό που δικαιούνται οι Αιτήτριες να πληρωθούν από τον Απαιτητή ως δικηγορικά έξοδα συνεπεία του αποτελέσματος της Διαιτησίας ή
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον όπως τα δικηγορικά έξοδα που δικαιούνται οι Αιτήτριες, συνεπεία του αποτελέσματος της Διαιτησίας, θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με βάση τους Θεσμούς και τις υφιστάμενες κλίμακες δικηγορικών δικαιωμάτων σε αστικές διαφορές και/ή με τέτοια μέσα ή με τέτοιους όρους που το ίδιο ήθελε αποφασίσει και/ή από οιοδήποτε άλλο όργανο ως το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ή
- Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία ως ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο και/ή πρέπον, υπό τας περιστάσεις και
- Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α.». Νομική βάση της αίτησης αποτελούν ο περί Διαιτησίας Νόμος (Κεφ. 4) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό τα Άρθρα 6, 7, 16(β), 19, 20, 23
(2), 26, 27 και 28, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.59 θ.θ. 3, 9, 11 και 21, Δ.48, Δ.49 και Δ.64, τα άρθρα 35 - 39 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14
(1)/60, το άρθρο 5(β), Μέρος ΙΙΙ του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990 (Ν.224/1990), οι Κανονισμοί του ΕΤΕΚ, οι Αναθεωρημένες Διατάξεις περί Διαιτησίας του ΕΤΕΚ, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, η Δικονομική Πρακτική και Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας και οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, οι αρχές του δικαίου της Επιείκειας και οι Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, καθώς επίσης οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση των Καθ' ων η Απαίτηση / Αιτητριών (οι Αιτήτριες) συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αρ. 3 κας Λ. Μασωνίδου. Η Αιτήτρια αρ. 3 δηλώνει σε αυτή ότι έχει εξουσιοδοτηθεί και από τις Αιτήτριες 1 και 2 να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Έχει άμεση γνώση των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της προσωπικής εμπλοκής της στην υπόθεση και από την ενημέρωση που έλαβε από τους δικηγόρους τους. Λαμβάνει επίσης γνώση από την ίδια τη Διαιτητική απόφαση ημερ. 12.7.2016 την οποία επισύναψε στην ένορκη δήλωσή της ως Τεκμήριο
- Δηλώνει πως τον Μάη του 2014 ανέθεσαν στον Απαιτητή / Καθ' ου η Αίτηση (ο Καθ' ου η Αίτηση) ο οποίος είναι Πολιτικός Μηχανικός τη μελέτη και την επίβλεψη των εργασιών ανακαίνισης περιορισμένης έκτασης της κατοικίας τους. Λόγω της μακρόχρονης και πολύ στενής φιλίας του Καθ' ου η Αίτηση με τον σύζυγό της, ο Καθ' ου η Αίτηση επέμενε να προσφέρει τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς. Τελικά η συνεργασία τους διακόπηκε και στις 18.6.2015 οι Αιτήτριες προχώρησαν σε καταγγελία του Καθ' ου η Αίτηση στο Ε.Τ.Ε.Κ. με αίτημα την άδεια διορισμού νέου εγγεγραμμένου μηχανικού. Το Ε.Τ.Ε.Κ. απάντησε ότι παραχωρεί τέτοια άδεια νοουμένου ότι οι Αιτήτριες και ο Καθ' ου η Αίτηση θα αποδέχονταν ότι οι ενδεχόμενες οικονομικές τους διαφορές αναφορικά με την αμοιβή του Καθ' ου η Αίτηση θα παραπέμπονταν για επίλυση από διαιτητή που θα διόριζε το Ε.Τ.Ε.Κ. Προς τούτο και με τη σύμφωνο γνώμη των μερών ορίστηκε ως διαιτητής ο κ. Ανδρέας Λακκοτρύπης (ο Διαιτητής). Στις 29.9.2015, κατά τη διάρκεια της 2ης προκαταρτικής τους συνάντησης με το Διαιτητή υπέγραψαν το τυποποιημένο έντυπο - Παράρτημα 8 των Κανόνων Διαιτησίας του Ε.Τ.Ε.Κ. το οποίο τιτλοφορείται ως «Συμφωνητικό Έγγραφο Διαιτησίας (Ενός Διαιτητή)». Σε αυτό ορίστηκε ότι η διαιτησία θα διεξαχθεί με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Επιπλέον σε αυτό καθορίστηκαν οι γραπτοί όροι εντολής του Διαιτητή. Στην ίδια συνάντηση η οποία μαγνητοφωνήθηκε από τον Διαιτητή, συμφωνήθηκε προφορικά ότι θα ακολουθηθεί η συνοπτική διαδικασία όπως προβλέπουν οι Κανονισμοί Διαιτησίας του Ε.Τ.Ε.Κ. και ότι θα ισχύει ο περί Απόδειξης Νόμος, Κεφ. 9 και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας στο βαθμό που αυτοί εφαρμόζονταν στην εν λόγω διαδικασία. Πρόσθετα, συμφωνήθηκε ότι εκτός από την αμοιβή και τα έξοδα του Διαιτητή, θα καταμεριστούν και τα δικηγορικά έξοδα της άλλης πλευράς ανάλογα με το αποτέλεσμα της διαιτησίας. Ο Διαιτητής ρώτησε τα μέρη ποια είναι η θέση τους για το θέμα των δικηγορικών εξόδων και αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν ότι αυτά θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της απόφασης. Στις 12.7.2016 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι οι Αιτήτριες δεν οφείλουν οποιαδήποτε αμοιβή στον Καθ' ου η Αίτηση. Για τα δικηγορικά έξοδα της υπόθεσης ο Διαιτητής ανέφερε μόνο ότι ο Καθ' ου η Αίτηση θα πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα των Αιτητριών, πλην της αμοιβής της Αιτήτριας αρ. 3 ως δικηγόρου η οποία προστέθηκε εκ των υστέρων. Η Αιτήτρια αρ. 3 κα. Λ. Μασωνίδου αναφέρει ως αιτία της παρούσας αίτησης την αδυναμία τους να επιβάλουν την καταβολή των δικηγορικών εξόδων που δικαιούνται για την εκπροσώπησή τους στην διαιτησία, από τον Καθ' ου η Αίτηση, λόγω μη υπολογισμού και έγκρισής τους. Τούτο διότι δεν έχει καταγραφεί στην απόφαση ότι τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν με βάση τους Θεσμούς από τον Διαιτητή, ως ήταν η συμφωνία των Αιτητριών με τον Καθ' ου η Αίτηση και τον Διαιτητή, κατά τη 2η προκαταρτική συνάντηση. Λόγω της μη ολοκληρωμένης απόφασης και/ή της ασάφειας και/ή αοριστίας που ενυπάρχει σε αυτή και της άρνησης του Διαιτητή να προχωρήσει σε υπολογισμό του ποσού των εξόδων, οι Αιτήτριες βρίσκονται σε αδιέξοδο, δηλώνει η κα Λ. Μασωνίδου. Δηλώνει επίσης πως βάσει της ιδιότητάς της ως δικηγόρος γνωρίζει ότι ο διαιτητής οφείλει να συμμορφώνεται με τους όρους εντολής του και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Εξυπακουόμενο και θέσμιο καθήκον κάθε διαιτητή είναι να εκδίδει και παραδίδει ολοκληρωμένη απόφαση και τέτοια λογίζεται μόνο αν καθορίζει ειδικά και τα έξοδα παραπομπής ή/και τα δικηγορικά έξοδα. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης στις Αιτήτριες από το Ε.Τ.Ε.Κ. οι δικηγόροι τους ετοίμασαν κατάλογο των δικηγορικών τους εξόδων και τον έστειλαν στον Διαιτητή για να τα υπολογίσει και να τα εγκρίνει. Επισύναψε το ηλεκτρονικό μήνυμα και τις επισυνημμένες σε αυτό καταστάσεις εξόδων ως Τεκμήριο
- Η προφορική απάντηση του Διαιτητή ήταν ότι το έργο του ολοκληρώθηκε με την έκδοση της απόφασής του και ότι δεν είναι μέσα στα καθήκοντά του ο υπολογισμός των δικηγορικών εξόδων. Δήλωσε δε ο Διαιτητής, κατά την κα Μασωνίδου, ότι μόνο σε περίπτωση που του έδινε εντολή το Ε.Τ.Ε.Κ. θα ικανοποιούσε το αίτημά τους. Μέχρι και την ημέρα που υπέγραψε την σχετική ένορκη δήλωση, δεν υπήρξε ουδεμία γραπτή ή επίσημη απάντηση του Διαιτητή. Όπως γνωρίζει η κα Μασωνίδου, το Άρθρο 23
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου δίνει τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε μέρος, σε περίπτωση που η διαιτητική απόφαση δεν σημειώνει οτιδήποτε σχετικά με τα έξοδα της παραπομπής, να αποταθεί στον διαιτητή για διαταγή αναφορικά με αυτά, αλλά και στον διαιτητή να τροποποιήσει την απόφασή του προσθέτοντας συγκεκριμένη οδηγία αφού ακούσει τα μέρη σχετικά με το εν λόγω θέμα. Οι Αιτήτριες προς το σκοπό εξεύρεσης λύσης για το θέμα των εξόδων απέστειλαν σχετικές επιστολές, μέσω των δικηγόρων τους, προς το Ε.Τ.Ε.Κ. και τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο (Τεκμήριο 3 και 4), αντίστοιχα. Έλαβαν προς απάντηση σχετική επιστολή από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο (Τεκμήριο 5). Απέστειλαν εν συνεχεία νέα επιστολή στο Ε.Τ.Ε.Κ. (Τεκμήριο 6) το οποίο απάντησε με σχετική επιστολή ημερ. 30.12.2016 (Τεκμήριο 7). Δηλώνει ακόμα η κα Μασωνίδου ότι o Νόμος Κεφ. 4, περαιτέρω ορίζει ότι η Συμφωνία Διαιτησίας θεωρείται ότι περιλαμβάνει ως εξυπακουόμενους όρους, τις διατάξεις που εκτίθενται στον Πρώτο Πίνακα και μεταξύ άλλων εξυπακουόμενη διάταξη είναι ότι τα έξοδα της διαιτησίας και της διαιτητικής απόφασης αφήνονται στην κρίση του διαιτητή, ο οποίος δύναται να διατάξει σε ποιο και από ποιο και με ποιο τρόπο αυτά ή οποιοδήποτε μέρος αυτών θα πληρωθούν και δύναται να ψηφίζει ή να διευθετεί το ποσό των εξόδων που θα πληρωθούν. Επίσης στους Κανονισμούς διαιτησίας του Ε.Τ.Ε.Κ. ορίζεται ότι ο διαιτητής θα καθορίζει το ολικό ποσό των εξόδων της διαιτησίας μέσα στην απόφασή του. Πρόσθετα, ο διαιτητής ενεργώντας με βάση τη συμφωνία ανάθεσης έχει εξουσία να διορθώνει, είτε κατόπιν αίτησης, είτε αυτεπάγγελτα, οποιοδήποτε σφάλμα στην απόφαση το οποίο προήλθε από παράλειψη. Η αίτηση απευθύνεται προς τον Διαιτητή κ. Ανδρέα Λακκοτρύπη και επιδόθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου στον κ. Άρη Σοφοκλέους, απαιτητή στη Διαιτητική Διαδικασία. Τα εν λόγω πρόσωπα καταχώρησαν ο καθένας την ένστασή του στην υπό εξέταση αίτηση και θα αναφέρονται ως οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 2 αντίστοιχα. ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 1 - ΔΙΑΙΤΗΤΗ Ο Διαιτητής κ. Ανδρέας Λακκοτρύπης στον οποίο επιδόθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η επίδικη αίτηση καταχώρησε επίσης ένσταση στην ως άνω αίτηση με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους 3 λόγους για τους οποίους είναι η θέση του πως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί: 1. Η αίτηση των Καθ' ων η Απαίτηση/ Αιτητριών λανθασμένα στρέφεται προς το πρόσωπο του διαιτητή κ. Λακκοτρύπη. 2. Ο κ. Λακκοτρύπης δεν αποτελεί διάδικο μέρος της παρούσας υπόθεσης. 3. Η δικαιοδοσία και/ή τα καθήκοντα του κ. Λακκοτρύπης ως διαιτητή της υπόθεσης τερματίστηκαν με την έκδοση της απόφασής του στην υπόθεση ημερομηνίας 12/07/2016 και/ή από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασής του στα Μέρη από 20/07/2016 και/ή από την ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία την οποία μπορούσαν να ενεργήσουν τα Μέρη όπως προνοείται από τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 ή τους Κανονισμούς Διαιτησίας του ΕΤΕΚ. Η ένσταση του κ. Λακκοτρύπη ( βασίζεται στα άρθρα 6, 7, 16, 19, 20, 23, 26, 27, 28 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.36, Δ.59 θ.θ. 3, 9, 11, 21, Δ.48, Δ.49, Δ.64, στα άρθρα 35 - 39 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14
(1)/60, το άρθρο 5(β) του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990 (Ν.224/1990), στο άρθρο 7.
- των Κανονισμών Διαιτησίας του ΕΤΕΚ, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, στη Δικονομική Πρακτική και Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, στο Arbitration Act 1950 της Αγγλικής Νομοθεσίας, και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στις αρχές του δικαίου της Επιείκειας και στους Κανόνες της φυσικής Δικαιοσύνης καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Διαιτητή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του κ. Λακκοτρύπη ημερομηνίας 30.6.
- Ο ενόρκως δηλών δηλώνει σε αυτή ότι βάσει υπογεγραμμένου Συμφωνητικού Εγγράφου Διαιτησίας ημερ. 29.9.2015 μεταξύ των διαδίκων διορίστηκε Διαιτητής στην υπόθεση με στοιχεία αναφοράς Ε.Τ.Ε.Κ. 8.5./ΛΑΚ.05/15 και πως στην εν λόγω υπόθεση εξέδωσε απόφαση στις 12.7.
- Τα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με την έκδοση της απόφασης μέσω επιστολής του Ε.Τ.Ε.Κ. ημερ. 20.7.2016 και την παρέλαβαν από τα γραφεία του Ε.Τ.Ε.Κ. στις 21.7.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο Α στην ένορκο του δήλωση την σχετική επιστολή του Ε.Τ.Ε.Κ. και τις αποδείξεις πληρωμής ημερ. 21.7.2016 για σκοπούς λήψης της εν λόγω απόφασης. Δηλώνει πως τα καθήκοντα ή/και η δικαιοδοσία του ως διαιτητής έλαβαν τέλος από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του στις 12.7.2016 ή στις 20.7.2016 ημέρα κοινοποίησης της απόφασής του στα μέρη ή το αργότερο έστω μετά το πέρας της προθεσμίας που προνοείται από τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και τους Κανονισμούς του Ε.Τ.Ε.Κ. Είναι η θέση του Διαιτητή ότι μετά την έκδοση της τελικής του απόφασης η δικαιοδοσία του αναφορικά με τα ζητήματα παραπομπής τερματίζεται, ενώ δεν μπορεί να ξανανοίξει την υπόθεση ακόμα και αν προκύψει νέα μαρτυρία η οποία μπορεί να ήταν κρίσιμη για την ληφθείσα απόφαση, ούτε έχει καμιά εξουσία να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφασή του εφόσον έχει ληφθεί και κοινοποιηθεί στα μέρη, εκτός και αν διατάξει το Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ότι καμιά από τις προθεσμίες που προνοεί ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, είτε οι Κανονισμοί Διαιτησίας του Ε.Τ.Ε.Κ. δεν συντρέχουν ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία μετά την έκδοση ή κοινοποίηση της απόφασής του. Θεωρεί ότι η συνένωση ή ανάμειξη του στην υπόθεση υπήρξε αντικανονική ή εσφαλμένη προκαλώντας στον ίδιο ταλαιπωρία χωρίς ουσιώδη λόγο και ζητά από το Δικαστήριο να του επιδικάσει έξοδα, τα οποία λόγω της σπουδαιότητας και δυσκολίας που έφερε στον ίδιο προσωπικά η παρούσα διαδικασία, είναι της γνώμης ότι δικαιολογούνται να είναι αυξημένα. ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2 Ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 2 κ. Άρης Σοφοκλέους καταχώρησε ένσταση στην ως άνω αίτηση με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους 11 λόγους για τους οποίους είναι η θέση του πως η τελευταία πρέπει να απορριφθεί:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό στις Αιτήτριες αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας.
- Οι διάδικοι τελούσαν σε πλάνη περί της ύπαρξης έγκυρης προφορικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών από το μέρος του Απαιτητή και ως εκ τούτου, η διαιτητική διαδικασία δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί εξ αρχής.
- Ο Διαιτητής αποφάσισε ότι δεν υπήρξε έγκυρη προφορική συμφωνία ανάμεσα στους διαδίκους και επομένως, δεν είχε την εξουσία ή/και την δικαιοδοσία να καταδικάσει κάποιο εκ των δύο μερών στα δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας.
- Ο Διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του επιδικάζοντας δικηγορικά έξοδα σε μία διαδικασία που δεν θα έπρεπε να διεξαχθεί εξ υπαρχής.
- Διαζευκτικά των πιο πάνω, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης και έχει καταστεί functus officio.
- Η διαιτητική απόφαση είναι τελική ή/και περιέχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μίας απόφασης ή/και δεν επιδέχεται τροποποίησης ή/και διόρθωσης.
- Το Δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να αναπέμψει για επανεξέταση ή/και διόρθωση μέρους της διαιτητικής απόφασης μετά την έκδοση τελικής και δεσμευτικής απόφασης από τον Διαιτητή καθότι ο Διαιτητής έχει ολοκληρώσει ή/και έχει επιτελέσει το έργο που του έχει ανατεθεί.
- Το Δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να διατάξει τον Διαιτητή όπως παραπέμψει στο Δικαστήριο οιονδήποτε μέρος της απόφασης μετά την έκδοση της τελικής του ετυμηγορίας.
- Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνιστά δικαστική παρέμβαση στο έργο του Διαιτητή.
- Ο τίτλος της παρούσας Γενικής Αίτησης είναι λανθασμένος ή/και παράτυπος ή/και αντικανονικός. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 19, 20
(2), 23
(2)και 27 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.48 Θ 1 - 4, 7 και 9, στο άρθρο 5(β) του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990 (Ν.224(Ι)/1990), στους Κανονισμούς του ΕΤΕΚ, στην νομολογία, το κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του στην οποία δηλώνει ότι υπήρξε ο Απαιτητής στη διαιτησία με αριθμό αναφοράς Ε.Τ.Ε.Κ. 8.5./ΛΑΚ.05/15 υπό τον κ. Ανδρέα Κ. Λακκοτρύπη, Διαιτητή. Είναι Πολιτικός Μηχανικός δεόντως εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ. Ανέγνωσε το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης της κας Λ. Μασωνίδου με το περιεχόμενο των οποίων διαφωνεί, εκτός όπου ρητά αναφέρει ότι παραδέχεται. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Ουδέν ποσό οφείλει στις Αιτήτριες αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας. Οι διάδικοι, ισχυρίζεται περαιτέρω, τελούσαν σε πλάνη περί της ύπαρξης έγκυρης προφορικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του και ως εκ τούτου, η διαιτητική διαδικασία δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί εξ αρχής. Ο Διαιτητής αποφάσισε ότι δεν υπήρξε έγκυρη προφορική συμφωνία ανάμεσα στους διαδίκους και επομένως, δεν είχε την εξουσία ή/και τη δικαιοδοσία να καταδικάσει κάποιο εκ των μερών στα δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας. Ο Διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του επιδικάζοντας δικηγορικά έξοδα σε μία διαδικασία που δεν θα έπρεπε να διεξαχθεί εξ υπαρχής. Διαζευκτικά ισχυρίστηκε ότι το διαιτητικό δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης και έχει καταστεί functus officio. Η Διαιτητική Απόφαση είναι τελική ή/και περιέχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας απόφασης ή/και δεν επιδέχεται τροποποίηση ή/και διόρθωση. Ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι το Δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να αναπέμψει για επανεξέταση ή/και διόρθωση μέρους της Διαιτητικής Απόφασης μετά την έκδοση τελικής και δεσμευτικής απόφασης μετά την έκδοση τελικής και δεσμευτικής απόφασης από τον Διαιτητή καθότι ο Διαιτητής έχει ολοκληρώσει ή/και έχει επιτελέσει το έργο που του έχει ανατεθεί. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να διατάξει τον Διαιτητή όπως παραπέμψει στο Δικαστήριο οιονδήποτε μέρος της απόφασης μετά την έκδοση της τελικής του ετυμηγορίας και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνιστά δικαστική παρέμβαση στο έργο του Διαιτητή. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 3 - 10 της ένορκης δήλωσης της κας Μασωνίδου και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι όπως ο ίδιος ειδικότερα τα περιγράφει στην παράγραφο 7 της δικής του ένορκης δήλωσης, στην οποία κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης μέχρι και την έκδοση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 12.7.2016. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δόθηκαν οδηγίες στον Διαιτητή για υπολογισμό των δικηγορικών εξόδων της διαιτητικής διαδικασίας ή υπήρξε ποτέ όρος εντολής προς τον Διαιτητή για να πράξει κάτι τέτοιο. Από τα πρακτικά των διαιτητικών διαδικασιών που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Μασωνίδου, φαίνεται ξεκάθαρα ότι ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε ο Διαιτητής να υπολογίσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας. Εκτός από τη συμφωνία καταμερισμού των δικηγορικών εξόδων της άλλης πλευράς αναλόγως του αποτελέσματος της διαιτητικής διαδικασίας, ουδεμία άλλη διαταγή ή εντολή δόθηκε στον Διαιτητή κατά τη δεύτερη προκαταρτική συνάντηση ή σε κάποιαν άλλη συνάντηση. Συνεχίζει στην ίδια παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης και αναφέρει ότι ο Διαιτητής καταδίκασε τον Καθ' ου η Αίτηση να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα των Καθ' ων η Απαίτηση πλην, όμως, της αμοιβής της Αιτήτριας αρ. 3 που προστέθηκε ως δικηγόρος εκ των υστέρων χωρίς, ωστόσο, να προβαίνει σε υπολογισμό αυτών ή να αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει ο υπολογισμός των δικηγορικών εξόδων σε κατοπινό στάδιο. Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του πιστεύει ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση περιλαμβάνει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά που απαιτούνται ούτως ώστε να μπορεί να εγγραφεί και εκτελεστεί ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και δεν επιδέχεται, κατά την άποψή του οποιασδήποτε δικαστικής παρέμβασης για διόρθωση ή τροποποίηση μετά την έκδοση και κοινοποίησή της στους διαδίκους. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως, εάν και εφόσον οι Αιτήτριες πιστεύουν ότι ο μη ακριβής υπολογισμός των δικηγορικών εξόδων συνιστά κακό χειρισμό της υπόθεσης από το μέρος του Διαιτητή ή/και εάν πιστεύουν ότι ο Διαιτητής έχει παραβεί τους όρους εντολής του, τότε θα έπρεπε να διεκδικήσουν την ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης δυνάμει του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Δηλώνει περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωσή του ότι ναι μεν είχε συμφωνηθεί ότι τα δικηγορικά έξοδα θα καταμεριστούν αναλόγως του αποτελέσματος της διαιτητικής διαδικασίας, όμως ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στον Διαιτητή να προβεί σε υπολογισμέ των δικηγορικών εξόδων και να επιδικάσει ακριβές ποσό στο επιτυχόν μέρος. Τέλος δηλώνει πως, όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να παραπέμψει με υπόμνημα το μέρος της απόφασης που αφορά τα δικηγορικά έξοδα της διαιτησίας, ούτε και να διατάξει τον Διαιτητή να παραπέμψει με υπόμνημα το συγκεκριμένο μέρος της απόφασης. Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Τα μέρη κατέθεσαν εκ συμφώνου κατά την ακρόαση της Αίτησης το Τεκμήριο 1 το οποίο είναι απόσπασμα από τα πρακτικά της επίδικης Διαιτησίας τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη δεύτερη προκαταρτική συνάντηση τους ενώπιον του Διαιτητή και στην παρουσία των δικηγόρων των Αιτητριών και του Καθ' ου η Αίτηση. Κατά το μέρος που εδώ αφορούν προκύπτει ότι οι δικηγόροι των διαδίκων συμφώνησαν τα δικηγορικά έξοδα της διαιτησίας να υπολογιστούν με βάση τους Θεσμούς. Η διαδικασία προχώρησε με αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων χωρίς καμιά πλευρά να προχωρήσει σε αντεξέταση του προσώπου της αντίδικης πλευράς το οποίο είχε καταχωρήσει ένορκο δήλωση προς υποστήριξη των θέσεών του. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ Κρίνω σκόπιμο στο παρόν σημείο να αναφερθώ σε ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία είναι παραδεκτά από τους διαδίκους ή για τα οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση και τα οποία είναι κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση. Είναι κοινώς παραδεκτό ότι στις 12.7.2016 εκδόθηκε η επίδικη απόφαση του Διαιτητή η οποία είναι Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αρ. 3 η οποία στην παράγραφο 8 αυτής αναφέρει τα ακόλουθα: «8.
- ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ 8.
- Στη 2η προκαταρτική συνάντηση αποφασίστηκε ότι η αμοιβή και τα έξοδα του Διαιτητή θα επιμερισθούν ανάλογα με την απόφαση. Κατά συνέπεια τα έξοδα αυτά που ανέρχονται στις €6.820,00 + Φ.Π.Α. επωμίζεται ο Απαιτητής. 8.
- Στην ίδια συνάντηση αποφασίστηκε ότι ανάλογα με την απόφαση θα επιμερισθούν και τα δικηγορικά έξοδα. Κατά συνέπεια ο Απαιτητής θα πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα των Καθ' ων η Απαίτηση, πλην της αμοιβής της κας Λουΐζας Μασωνίδου που προστέθηκε ως δικηγόρος εκ των υστέρων. 8.
- Σύμφωνα με την ενδιάμεση απόφαση της 27ης Ιουνίου 2016, οι Καθ' ων η Απαίτηση επιβαρύνονται με τα έξοδα που αφορούν την εξ πάρτε αίτηση τους για παράταση της προθεσμίας υποβολής της τελικής τους αγόρευσης, τα οποία ανέρχονται στις €990,00 + Φ.Π.Α. 8.
- Οι Καθ' ων η Απαίτηση θα πληρώσουν επίσης τα δικηγορικά έξοδα του Απαιτητή που αφορούν την εξ πάρτε αίτηση. 8.
- Αναλυτική κατάσταση της αμοιβής και των εξόδων του Διαιτητή μαζί με λεπτομερή ανάλυση των ωρών εργασίας επισυνάπτονται σαν Παράρτημα Α της παρούσας απόφασης». Από το Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε εκ συμφώνου μεταξύ των μερών κατά την ακρόαση προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα μέρη συμφώνησαν πως τα έξοδα του Διαιτητή συν τα δικηγορικά έξοδα θα υπολογιστούν σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα ο κ. Κληρίδης είχε αναφέρει «και να υπολογιστούν.» και ο κ. Παπαευσταθίου ανέφερε «.βάσει τους Θεσμούς.» και ο κ. Κληρίδης ανταπάντησε «Ναι βάσει τους θεσμούς.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 19, 20 και 27 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τα οποία έχουν ως εξής: Εξoυσία για αvαπoμπή διαιτητικής απόφασης 19.-
(1)Σε κάθε περίπτωση παραπoμπής σε διαιτησία τo Δικαστήριo δύvαται από καιρό σε καιρό vα αvαπέμπει τα θέματα πoυ έχoυv παραπεμφθεί, ή oπoιoδήπoτε από αυτά, για επαvεξέταση από τους διαιτητές ή τov επιδιαιτητή.
(2)Όταv η διαιτητική απόφαση αvαπέμπεται, oι διαιτητές ή o επιδιαιτητής εκδίδoυv τηv απόφαση τoυς μέσα σε τρεις μήvες από τηv ημερoμηvία τoυ διατάγματoς, εκτός αv τo διάταγμα διατάσσει διαφoρετικά. Εξoυσία για ακύρωση διαιτητικής απόφασης 20.-
(1)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικvύει κακή συμπεριφoρά ή χειρίζεται κακώς τηv υπόθεση, τo Δικαστήριo δύvαται vα τov απoμακρύvει.
(2)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. Παραπoμπή υπoθέσεως από διαιτητή ή επιδιαιτητή 27.-
(1)Ο διαιτητής ή o επιδιαιτητής δύvαται, και υπoχρεoύται αv διαταχθεί από τo Δικαστήριo, vα παραπέμψει στo Δικαστήριo με υπόμvημα (α) oπoιoδήπoτε voμικό ζήτημα πoυ αvακύπτει κατά τηv πoρεία της διαιτησίας ή (β) τη διαιτητική απόφαση ή oπoιoδήπoτε μέρoς διαιτητικής απόφασης, υπό μoρφή ειδικής υπόθεσης για vα απoφασίσει τo Δικαστήριo.
(2)Ειδικό θέμα αvαφoρικά με πρoσωριvή διαιτητική απόφαση ή αvαφoρικά με voμικό ζήτημα πoυ αvακύπτει κατά τηv πoρεία της διαιτησίας δύvαται vα παραπεμφθεί στo Δικαστήριo με υπόμvημα ή δύvαται vα διαταχθεί από τo Δικαστήριo vα παραπεμφθεί, αvεξάρτητα από τo γεγovός ότι η διαιτητική διαδικασία εξακoλoυθεί vα εκκρεμεί.
(3)Απόφαση τoυ Δικαστηρίoυ με βάση τo άρθρo αυτό θεωρείται ως απόφαση Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ μέσα στηv έvvoια της παραγράφoυ (α) τoυ άρθρoυ 21 τoυ περί Δικαστηρίωv Νόμoυ (η oπoία αφoρά τη δικαιoδoσία τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ vα ακoύει και απoφασίζει εφέσεις επί oπoιασδήπoτε απόφασης Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ πoυ ασκεί πoλιτική δικαιoδoσία) δεv επιτρέπεται όμως έφεση επί απόφασης τoυ Δικαστηρίoυ σε θέμα πoυ παραπέμφθηκε με υπόμvημα με βάση τηv παράγραφo (α) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ άρθρoυ αυτoύ χωρίς τηv άδεια τoυ Αvωτάτoυ Δικαστηρίoυ. Στην υπόθεση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)Α Α.Α.Δ. 23 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρ. 20
(2). Ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο εκδηλώνεται ο εποπτικός ρόλος του δικαστηρίου, είναι η εξουσία αναπομπής που παρέχει σ' αυτό το άρθρ. 19: βλ. Russell on the "Law of Arbitration" 19η έκδοση στη σελ. 426, σχόλιο υπό τον τίτλο "Scope of power to remit". Άλλη έκφραση δικαστικής παρέμβασης, που υπηρετεί ωστόσο την ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης, είναι η εξουσία του άρθρ.
- Έχουμε προεκθέσει τις πρόνοιες του. Από την επισκόπηση των αυθεντιών προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση των προνοιών αυτών σε περιπτώσεις όπως η παρούσα που το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση της τελικής του ετυμηγορίας και έχει καταστεί, κατά τη λατινική έκφραση, functus officio. Δεν είναι ακόμη νοητό μετά την έκδοση τελικής, και χωρίς επιφυλάξεις απόφασης από το Διαιτητή να επιδιωχθεί διορθωτική παρέμβαση του Κρατικού Δικαστηρίου με το μηχανισμό του άρθρ.
- Διαφορετικά ο διαιτητής, παραπέμποντας την υπόθεση, διαπράττει υπέρβαση εξουσίας. Σχόλιο για το άρθρ. 21, (την αντίστοιχη δηλαδή πρόνοια του άρθρ. 27), του αγγλικού νόμου, που εμφανίζεται στην Annual Practice
(1958)Τόμος ΙΙ, σελ. 3382, υποστηρίζει την άποψη αυτή: "Τhe stage of the proceedings at which this power may be exercised is not indicated in the section; but it is presumed that it could not be exercised after award made. A party who desires a special case must request the arbitrator to state it, specifying the point of law on which he desires it to be stated." Οι Mustill & Boyd "Commercial Arbitration" στη σελ. 356, πραγματευόμενοι το ίδιο θέμα, δέχονται την παραπάνω άποψη: "When an arbitrator makes a valid award his authority as an arbitrator comes to an end and with it his powers and duties in the reference; he is then said to be functus officio. This at least is the general rule, although it needs qualification in a number of respects." Στη συνέχεια, στη σελ. 357, οι συγγραφείς αναφέρουν τις περιπτώσεις που υπάρχει κατάλοιπο εξουσίας, το οποίο ασκείται από το Διαιτητή. Αυτό συμβαίνει, πρώτον, αν η απόφαση του δεν είναι τελική, οπόταν διατηρεί ακόμη την εξουσία σε σχέση με τα θέματα που ανέλαβε. Θεωρείται ωστόσο functus officio για όσα από αυτά αποφάσισε. Δεύτερον, αν η απόφαση αναπέμφθηκε από το Πολιτειακό Δικαστήριο στο Διαιτητή, ο τελευταίος έχει εξουσία να χειρισθεί τα θέματα της αναπομπής και να εκδώσει νέα απόφαση. Τρίτον, αν η απόφαση έχει τη μορφή ειδικής υπόθεσης, μετά την επίλυση των θεμάτων από το Δικαστήριο, ο Διαιτητής μπορεί να εξετάσει τα θέματα που παραπέμφθηκαν υπό το πρίσμα της δικαστικής απόφασης. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, δεν υπάρχει άλλο πεδίο δράσης για το Διαιτητή. Στην ίδια σελίδα συμπεραίνεται ότι: "Apart from these three cases, however, nothing which the arbitrator does after he has made his award can have any effect on the rights of the parties to the reference." Είναι αξιοσημείωτο και το σχόλιο, σχετικά με την υποβολή υπόθεσης με υπόμνημα, στη σελ. 526: "........................... A party who wished the arbitrator to state a case was obliged to do so as soon as possible, and in any event before the award was made. After that it was too late. He was obliged to formulate with precision what question of law he considered appropriate for decision by the Court. If the arbitrator then decided to state a case, he could not at once proceed to a final award, but was obliged to give the party time to apply to the High Court for an order requiring the arbitrator to comply with the request." Στην υπόθεση Νεόφυτος Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του Αρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυσή της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Παρά την προσπάθεια του συνηγόρου του εφεσείοντος να πείσει ότι η ερμηνεία σε επίμαχο συμβόλαιο που δίνει ένας διαιτητής, όπως και εδώ, εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου υπάρχει «misconduct», η θέση του δεν έχει έρεισμα στη νομολογία. Η υπόθεση Modern Engineering (Bristol) Ltd v. C. Miskin & Son Ltd [1981] 1 Lloyd's Rep. 135, δεν αποφάσισε οτιδήποτε το διαφορετικό, ούτε αποτελεί αυθεντία για τον ισχυρισμό του συνηγόρου. Η υπόθεση αφορούσε μια κλασσική στην ουσία περίπτωση, όπου ο διαιτητής, ενώ γνώριζε, ότι οι δικηγόροι της Miskin ενημέρωσαν το διαιτητή ότι ήθελαν να εγείρουν νομικό ζήτημα ως προς τη σημασία ενός πιστοποιητικού που είχε εκδώσει ο αρχιτέκτονας, με πιθανότητα να το επανανοίξουν ως προς την αποτελεσματικότητά του, θα έπρεπε δε να ακουστούν εκατέρωθεν επιχειρήματα επ' αυτού, εντούτοις προχώρησε να εκδώσει «interim award» όπου αποφάσισε ότι η Miskin μπορούσε να επανανοίξει το πιστοποιητικό, χωρίς να ακούσει τους δικηγόρους της Modern Engineering. Κρίθηκε ότι η ενέργεια του διαιτητή ισοδυναμούσε με καθαρή παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, εφόσον αποφάσισε υπέρ ενός των διαδίκων, χωρίς να ακούσει τον άλλο. Σύμφωνα με τον Russell - πιο πάνω - σελ. 285, η έννοια του «misconduct» περιλαμβάνει στην ευρεία της σημασία «..... even including mistake (in law or fact) admitted by the arbitrator», στη δε σελ. 306, εξηγείται, ως προς το λάθος περί το νόμο, ότι αυτό πρέπει να είναι παραδεκτό από το διαιτητή. Ακόμη όμως και όπου ο διαιτητής λανθασμένα αναφέρθηκε στο νόμο, αυτό δεν ισοδυναμεί με υπέρβαση της δικαιοδοσίας του. (Re London Dock Co and Shadwell [1862] 32 LJ QB 30). Ακόμη και στην εξέλιξη της νομοθεσίας στην Αγγλία με την εισαγωγή του Arbitration Act 1996, όπου με το s. 68 εισήχθηκε ο γενικότερος όρος του «serious irregularity», ως προϋπόθεση για τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, έχει αποσαφηνιστεί ότι πρέπει η περίπτωση να εμπίπτει σε μια από τις έννοιες που αποδίδει στον όρο το εδάφιο
(2)(a)-(i). Έχει δε ερμηνευτεί στην Petroships Pte Ltd v. Petec Trading and Investment Corp. (The "Petro Ranger") [2001] 2 Lloyd's Rep. 348, ότι οι καθορισθείσες παρατυπίες στο εδάφιο
(2), δεν μπορούν να επεκταθούν από το Δικαστήριο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να οδηγούν και σε «substantial injustice», που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως περαιτέρω εξηγήθηκε στην Losotho Highlands Development Authority v. Impregilo SpA [2005] 3 All E.R. 789, η επέμβαση του Δικαστηρίου καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τις εξουσίες του κάτω από τη συμφωνία διαιτησίας. Όπως λέχθηκε στις σκέψεις 29 και 31: «But nowhere in section 68 is there any hint that a failure by the tribunal to arrive at the 'correct decision' could afford a ground for challenge under section 68 ...... Section 68
(2)(b) does not permit a challenge on the ground that the tribunal arrived at a wrong conclusion as a matter of law or fact. It is not apt to cover a mere error of law. The view is reinforced if one takes into account that a mistake in interpreting the contract is the paradigm of a 'question of law' which may in the circumstances specified in section 69 be appealed unless the parties have excluded that right by agreement.» Σε μετάφραση: «Πουθενά στο Άρθρο 68 δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι η αποτυχία του διαιτητή να καταλήξει στην 'ορθή απόφαση' θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο προς ακύρωση κάτω από το Άρθρο 68 ..... Το Άρθρο 68
(2)(b) δεν επιτρέπει αμφισβήτηση για το λόγο ότι ο διαιτητής λανθασμένα κατέληξε ως προς τα γεγονότα ή το νόμο. Δεν επαρκεί για να καλύψει ένα απλό λάθος περί το νόμο. Η άποψη αυτή ενισχύεται αν κάποιος αναλογιστεί ότι μια λανθασμένη ερμηνεία συμβολαίου είναι το κατ' εξοχήν παράδειγμα ενός 'νομικού ερωτήματος' το οποίο μπορεί στις συνθήκες που καθορίζει το Άρθρο 69 να εφεσιβληθεί εκτός αν οι διάδικοι έχουν εξαιρέσει αυτό το δικαίωμα με συμφωνία.» Είναι επομένως πρόδηλο, ότι η νομολογία έχει σταδιακά (με οδηγό βέβαια τη νέα νομοθεσία στην Αγγλία), περιορίσει, αντί να επεκτείνει, τις περιστάσεις που θα αποτελούσαν «misconduct». (Δέστε Russel on Arbitration 23η έκδ. σελ. 375, παρ. 7-056). Όπως δε αναφέρεται στο Civil Procedure Vol. 2: The White Book Service 2006, στη σελ. 470 στην παρ. 2Ε-78: «The Act further specifies the grounds on which an award may be set aside or remitted or an arbitration removed thus removing the general discretion available under 'the old law'. Σε μετάφραση: «Ο Νόμος καθορίζει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους μια διαιτητική απόφαση δύναται να παραμεριστεί ή αποσταλεί πίσω ή ο διαιτητής να απομακρυνθεί, αφαιρώντας έτσι τη γενική διακριτική ευχέρεια που υπήρχε κάτω από τον 'προηγούμενο νόμο'». Τέλος, αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύονται από τα Δικαστήρια οι διαιτητικές αποφάσεις, αναφέρθηκε ότι αυτό πρέπει να γίνεται με φιλελεύθερο τρόπο και ότι θα πρέπει να επιδιώκεται να κρίνονται τούτες ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι, δεν πρέπει να αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης μιας διαιτητικής απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια τη διατύπωση του κειμένου της. Τα μόλις πιο πάνω, προκύπτουν από τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην υπόθεση In Wood v. Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All E.R. Rep 294 at 298 τα οποία είναι τα ακόλουθα: «It is extremely clear that every award must be certain and final; but it haw, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the award made, if possible to put one consistent sense on all terms». ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις αγορεύσεις τους τις οποίες το Δικαστήριο έχει μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Ο κ. Κληρίδης εκ μέρους των Αιτητριών εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι θεραπείες που ζητούνται από τις Αιτήτριες δεν είναι η ακύρωση της επί της ουσίας Διαιτητικής απόφασης αλλά (α) η αναπομπή του επίδικου μέρους της απόφασης του Διαιτητή στον ίδιο για επανεξέταση και διόρθωση και/ή αντικατάσταση και/ή τροποποίηση αυτού ή (β) η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Διαιτητή να παραπέμψει με υπόμνημα το επίδικο μέρος της απόφασης ή/και τη διαιτητική απόφαση, υπό μορφή ειδικής υπόθεσης για να αποφασίσει το Δικαστήριο την ενδεδειγμένη λύση ή (γ) αφού το Δικαστήριο διαχωρίσει το επίδικο μέρος της απόφασης από την υπόλοιπη (επί της ουσίας) απόφαση, να το παραμερίσει και διορθώσει αυτό προσθέτοντας κατάλληλη διαταγή με οιουσδήποτε όρους θεωρεί κατάλληλους. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Κληρίδης ότι η παράλειψη του Διαιτητή είναι τέτοια ώστε η επίδικη απόφαση ως προς το μέρος των δικηγορικών εξόδων δεν είναι έγκυρη και τελική και κατά συνέπεια ο Διαιτητής δεν έχει καταστεί «functus officio» εξακολουθώντας έτσι να διατηρεί εξουσία να εκδώσει ξεχωριστή απόφαση ως προς τα έξοδα. Εισηγήθηκε επίσης ότι η επίδικη παράλειψη του διαιτητή στοιχειοθετεί τη λεγόμενη «ανάρμοστη συμπεριφορά» από μέρους του ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 και συνεπώς το επίδικο μέρος της διαιτητικής απόφασης είναι υποκείμενο σε ακύρωση ή παραμερισμό από το Δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο διατηρεί δυνατότητα επέμβασης στη Διαιτητική Απόφαση δυνάμει του άρθρου 27
(1)του Κεφ. 4. Η κα Στεφάνου εισηγήθηκε ότι μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης τερματίστηκε η δικαιοδοσία του διαιτητή αναφορικά με τα ζητήματα της παραπομπής και δεν έχει εξουσία να τροποποιήσει ή ανακαλέσει την απόφασή του εφόσον αυτή έχει ληφθεί και κοινοποιηθεί στους διάδικους, εκτός αν διατάξει το Δικαστήριο. Ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων ότι, το διαιτητικό δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του και έχει καταστεί «functus officio». Ο Διαιτητής εξέδωσε μια πλήρως αιτιολογημένη τελική και δεσμευτική απόφαση και δεν μπορεί να αναπεμφθεί η υπόθεση σε εκείνο με σκοπό τον υπολογισμό των δικηγορικών εξόδων της διαιτητικής απόφασης. Εισηγήθηκε επίσης ότι, αν και όντως παρέχεται η δυνατότητα της αναπομπής της Διαιτητικής Απόφασης για διόρθωση ενός ή περισσοτέρων σημείων της διαιτητικής διαδικασίας μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, εντούτοις η εξουσία αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αλόγιστα και αυθαίρετα. Είναι η θέση του κ. Νικολάου ότι όσο αφορά το θέμα των δικηγορικών εξόδων, η εξουσία αναπομπής θα πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση με το άρθρο 23
(2)του Κεφ. 4 το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση που η διαιτητική απόφαση δεν διαλαμβάνει οτιδήποτε σχετικά με τα έξοδα της παραπομπής, οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος δύναται μέσα σε 14 ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης ή σε τέτοιο περισσότερο χρόνο, ως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, να αποταθεί στο διαιτητή για διαταγή αναφορικά με το ποιος θα πληρώσει τα έξοδα αυτά και σε ποιο. Ο νομοθέτης δεν παρέχει το δικαίωμα στον Διαιτητή να προβεί σε υπολογισμό των εξόδων μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ούτε ο υπολογισμός των εξόδων θα μπορούσε να παραπεμφθεί στο Πρωτοκολλητείο ή/και οπουδήποτε αλλού από τον Διαιτητή. Εισηγήθηκε επίσης ότι το άρθρο 23
(2)του Κεφ. 4 προσδιορίζει ακριβώς τα όρια της εξουσίας του Διαιτητή και σε αυτά δεν περιλαμβάνεται ο υπολογισμός των δικηγορικών εξόδων. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο τίτλος της παρούσας Γενικής Αίτησης είναι λανθασμένος ή/και παράτυπος ή/και αντικανονικός γιατί ο τρόπος αναγραφής των διαδίκων δεν επιτρέπει στο μέσο λογικό άνθρωπο να αντιληφθεί τη θέση εκάστου διαδίκου καθότι ο τίτλος παρουσιάζει τους διαδίκους με λανθασμένη σειρά ή/και με τη σειρά που αυτοί έλαβαν μέρος στη διαιτητική διαδικασία και κυρίως όμως, ο τίτλος της δεν αντικατοπτρίζει τη συμμετοχή του διαιτητή ως διάδικο μέρος στην υπό εξέταση υπόθεση. Επίσης εισηγήθηκε ότι θα ήταν αδιανόητο να παραπεμφθεί εκ νέου η διαιτητική απόφαση στο Διαιτητή, ο οποίος κατά τη ρητή και ξεκάθαρη παραδοχή των επιτυχόντων προσώπων, έχει επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά. Διερωτάται πως θα μπορούσαν οι διάδικοι να νιώθουν πλέον ασφάλεια ότι δεν θα επαναλάβει εαυτόν και δεν θα αδικήσει κάποιο από τα μέρη. Εισηγήθηκε τέλος ότι το Κεφ. 4 παρέχει τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση στο Διαιτητή να προβεί σε υπολογισμό των δικηγορικών εξόδων και δεν θα μπορούσε να διαταχθεί εκ των υστέρων από το Δικαστήριο να πράξει κάτι που ο ίδιος ο νομοθέτης δεν έχει επιβάλει ρητά και ξεκάθαρα. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 1 Ο διαιτητής κ. Α. Λακκοτρύπης στον οποίο επιδόθηκε η παρούσα αίτηση ισχυρίστηκε ότι η αίτηση λανθασμένα στρέφεται προς το πρόσωπό του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο κάτω τα οποία λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited
(1998)1 Α.Α.Δ. κρίνω ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε θέμα για τη συμπερίληψή του ως διάδικου στην παρούσα αίτηση. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Η Δ.48 Θ.3, επιβάλλει την επίδοση αίτησης, η οποία υποβάλλεται βάσει των προνοιών της Δ.48, σε κάθε πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από τη θεραπεία η οποία επιζητείται. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση επιδόθηκε στο Διαιτητή, ο οποίος, αναμφισβήτητα, επηρεάζεται από τη θεραπεία την οποία εξαιτείται η Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Το διαδικαστικό μέσο, το οποίο προβλέπουν οι Θεσμοί για την υποβολή της υπεράσπισης επηρεαζομένου προσώπου, όπως ορίζεται από τη Δ.48 Θ.4, είναι η ένσταση, η οποία, όπως ρητά καθορίζεται, μπορεί να υποβληθεί από κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται η αίτηση και το οποίο φέρει ένσταση σ' αυτή. Αυτό έπραξε ο Διαιτητής στη διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το σφάλμα στην επιχειρηματολογία των εφεσειόντων έγκειται, κατά τη γνώμη μας, στην εξομοίωση εναρκτήριας αίτησης με ενδιάμεση αίτηση που υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης αγωγής. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν, αφ' εαυτής, προσδιοριστική των μερών στην αντιδικία και των επιδίκων θεμάτων. Τόσο η Dynacon Limited όσο και ο Διαιτητής προσέλαβαν την ιδιότητα του εναγομένου, από το γεγονός ότι η αίτηση απευθύνθηκε προς και επιδόθηκε σ' αυτούς». Όπως προκύπτει από το ως άνω απόσπασμα είναι δικαίωμα του κάθε αιτητή να στρέψει την αίτησή του εναντίον των προσώπων τα οποία θεωρεί ότι πρέπει να στραφεί και να του προσδώσει με τον τρόπο αυτό την ιδιότητα του διαδίκου. Από τη στιγμή που οι αιτήτριες έπραξαν αυτό που είναι δικαίωμά τους δεν κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 είναι βάσιμος και για το λόγο αυτό τον απορρίπτω. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2 Η διαιτησία η οποία διεξήχθη από τον κ. Λακκοτρύπη έλαβε χώρα με τη σύμφωνη γνώμη των Αιτητριών και του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρους. Συνεπώς δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 ότι η διαιτητική διαδικασία στην οποία ο ίδιος συμφώνησε και έλαβε μέρος, δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί εξ αρχής. Κρίνω επίσης πως δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 πως ο διαιτητής δεν είχε την εξουσία να καταδικάσει κάποιο εκ των μερών στα δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας επειδή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε έγκυρη προφορική συμφωνία ανάμεσα στους διαδίκους. Αυτή η θέση παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι διάδικοι συγκατατέθηκαν στη διεξαγωγή της διαιτησίας και στις 29.9.2015 υπέγραψαν προς τούτου και σχετικό τυποποιημένο έντυπο το οποίο τιτλοφορείται ως «Συμφωνητικό Έγγραφο Διαιτησίας (Ενός Διαιτητή)». Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Καθ' ου η Αίτηση ότι ο Διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας επιδικάζοντας δικηγορικά έξοδα σε μια διαδικασία που δεν θα έπρεπε να διεξαχθεί εξ υπαρχής. Άρα παραδέχεται ο Καθ' ου η Αίτηση ότι ο Διαιτητής πράγματι τον καταδίκασε στην καταβολή των δικηγορικών εξόδων της εν λόγω διαδικασίας, ασχέτως εάν είναι η θέση του ότι δεν είχε εξουσία για κάτι τέτοιο. Αναφορικά με το δικαίωμα που έχει ένας συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό διαιτησίας να αποταθεί στον Διαιτητή αναφορικά με το θέμα του ποιος θα πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας και σε ποιο και την προβλεπόμενη προθεσμία των 14 ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της Διαιτητικής Απόφασης, κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει στην παρούσα υπόθεση καθότι εδώ ο Διαιτητής δεν παρέλειψε να αποφασίσει αυτό το θέμα. Στην παράγραφο 8.
- της απόφασής του φαίνεται ξεκάθαρα ότι αποφάσισε αυτό το θέμα, παραλείποντας μόνο να αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού αυτών. Συνεπώς κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν μπορεί να ισχύσει η προθεσμία των 14 ημερών και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ισχυρίζεται η πλευρά των Αιτητριών ότι η παράλειψη του Διαιτητή να προχωρήσει σε καταμερισμό των εξόδων συνιστά εκ μέρους του κακό χειρισμό της υπόθεσης και ανάρμοστη συμπεριφορά η οποία παρέχει αρμοδιότητα στο παρόν Δικαστήριο να ακυρώσει μόνο το επίδικο μέρος της απόφασης. Έχοντας υπόψη μου τις αρχές ως επεξηγήθηκαν στην υπόθεση Νεόφυτος Σολωμού (ανωτέρω) κρίνω ότι αυτή η παράλειψη του Διαιτητή να καθορίσει το ύψος ή και τον τρόπο υπολογισμού των δικηγορικών εξόδων της επίδικης Διαιτητικής διαδικασίας δεν εμπίπτει στην έννοια της ανάρμοστης συμπεριφοράς και δεν δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου για το λόγο αυτό. Οι Καθ' ων η Αίτηση, ο καθένας με τη δική του ένσταση, ισχυρίζονται ότι η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση είναι τελική και ως τέτοια δεν είναι δεκτική οποιασδήποτε επέμβασης από το παρόν Δικαστήριο. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο η απόφαση του Διαιτητή είναι τελική πρέπει να ανατρέξουμε στους όρους εντολής του. Στην επίδικη Διαιτητική Απόφαση, η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην Αίτηση και η οποία δεν αμφισβητείται, καταγράφονται στην παράγραφο 3.
- αυτής οι όροι εντολής του Διαιτητή. Συγκεκριμένα ορίστηκαν οι ακόλουθοι: «κατά πόσον η προφορική Συμφωνία Ανάθεσης μεταξύ των δύο Μερών προνοούσε για αμοιβή προς τον Απαιτητή και εάν ναι ο καθορισμός της αμοιβής σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε ο τελευταίος». Επίσης, εξ όσων προκύπτει από το πρακτικό της διαιτησίας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 κατά την ακρόαση της αίτησης, ήταν κοινή θέση των διαδίκων ότι τα δικηγορικά έξοδα της Διαιτητικής Διαδικασίας θα υπολογίζονταν βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτή εξάλλου ήταν και η ξεκάθαρη θέση του Διαιτητή ότι έτσι θα γινόταν αφού αναφερόμενος στο θέμα της απόφασης του ανέφερε επί λέξει ότι «. και οπωσδήποτε θα αναφέρεται και στα έξοδα. Συμφωνούμε;» Και οι συνήγοροι απάντησαν καταφατικά. Επίσης το άρθρο 6 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 6 αναφέρει ότι το συνυποσχετικό, εκτός αν εκφράζεται σε αυτό αντίθετη πρόθεση, θεωρείται ότι περιλαμβάνει τις διατάξεις που εκτίθενται στον Πρώτο Πίνακα του Νόμου, στην έκταση που αυτές δύνανται, βάσει του συνυποσχετικού, να εφαρμοστούν στην παραπομπή. Στη διάταξη αρ. 7 του εν λόγου πίνακα αναφέρεται ότι τα έξοδα της διαιτησίας και της διαιτητικής απόφασης αφήνονται στην κρίση των διαιτητών ή του επιδιαιτητή, οι οποίοι δύνανται να διατάξουν σε ποιο και από ποιο και με ποιο τρόπο αυτά ή οποιοδήποτε μέρος αυτών θα πληρωθούν και δύνανται να ψηφίζουν ή διευθετούν το ποσό των εξόδων που θα πληρωθούν ή οποιοδήποτε μέρος αυτών. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου την παράγραφο 8.
- της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ΕΤΕΚ 8.5/ΛΑΚ.05/15, ημερ. 12.07.2016 η οποία αναφέρει κατά γράμμα τα εξής: «Κατά συνέπεια ο Απαιτητής θα πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα των Καθ' ων η Απαίτηση.» καταλήγω στο συμπέρασμα ότι με την απόφασή του ο διαιτητής κ. Λακκοτρύπης πράγματι αποφάσισε και επιδίκασε τα δικηγορικά έξοδα εκείνης της διαδικασίας υπέρ των Αιτητριών στην παρούσα αίτηση και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση αρ.
- Διαπιστώνω επίσης από την παράγραφο 8 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση των αιτητριών ότι ο Διαιτητής αποφάσισε και για τα άλλα θέματα τα οποία ανέλαβε, εκτός από το θέμα του ύψους ή και του τρόπου υπολογισμού των δικηγορικών εξόδων παρά τη δεδηλωμένη θέση των μερών όπως αυτή φαίνεται ξεκάθαρα στο Τεκμήριο 1 ότι τα δικηγορικά έξοδα της Διαιτητικής διαδικασίας θα υπολογίζονταν βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Για το λόγο αυτό και έχοντας υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά στην υπόθεση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (ανωτέρω), κρίνω ότι η απόφασή του για το μέρος του ύψους ή και του τρόπου υπολογισμού των εξόδων, δεν είναι τελική και συνεπώς για το θέμα αυτό ο Διαιτητής δεν έχει καταστεί «functus officio». Για το λόγο αυτό κρίνω ότι ο Διαιτητής εξακολουθεί να έχει εξουσία να αποφασίσει για το θέμα αυτό το οποίο περιλαμβάνεται σε εκείνα που ανέλαβε. Συνεπώς η πιο πάνω θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Διαιτητής εξέδωσε τελική απόφαση για όλα τα θέματα τα οποία ανέλαβε και με τον τρόπο αυτό κατέστη πλέον «functus officio» δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Η έκταση και η φύση της παράλειψης του διαιτητή την οποία κρίνω ως παρατυπία στην απόφασή του, δεν διαπιστώνω να άπτεται των ουσιαστικών ζητημάτων της αρμοδιότητάς του ούτε είναι τέτοια που θα πρέπει δίχως άλλο να οδηγήσει στην ακύρωσή της διαιτητικής απόφασης. Κρίνω πως η επίδικη διαιτητική απόφαση μπορεί να διασωθεί με την κατάλληλη διαταγή χωρίς να επέρχεται αδικία σε οποιοδήποτε μέρος. Έχω πάντοτε υπόψη μου και το γεγονός ότι η απόφασή του διαιτητή για το ποιος θα επιβαρυνθεί τα δικηγορικά έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας δεν πλήττεται από κανένα μέρος της διαδικασίας. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο να υπάρξει επέμβαση του Δικαστηρίου για να διορθωθεί αυτή η παρατυπία στη Διαιτητική απόφαση. Είναι ξεκάθαρο από το επίδικο απόσπασμα της απόφασής του Διαιτητή ότι αυτός καθόρισε από ποιο και σε ποιο θα καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα της Διαιτητικής απόφασης. Ό,τι δεν αναγράφεται στην απόφασή του αφορά το ύψος τους ή τον τρόπο υπολογισμού αυτών. Είχε ενώπιον του τη δεδηλωμένη θέση των διαδίκων ότι τα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας θα υπολογίζονταν με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και θα έπρεπε να ολοκλήρωνε την πρόθεσή του αναφέροντας είτε το ύψος των δικηγορικών εξόδων είτε τον τρόπο υπολογισμού τους. Συνεπώς με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου δεν συνιστά παρέμβαση στη διαιτητική διαδικασία γιατί τα ουσιαστικά ζητήματα τα οποία ο διαιτητής ανέλαβε να αποφασίσει μεταξύ των διαδίκων στην εν λόγω διαδικασία, δεν θίγονται από την παρέμβαση αυτή. Κρίνω ορθότερο, λαμβάνοντας υπόψη μου ότι ο κ. Λακκοτρύπης βρίσκεται σε ευχερέστερη θέση από το Δικαστηρίο να γνωρίζει πόσες συνεδριάσεις έλαβαν χώρα ενώπιόν του καθώς και τη διάρκεια αυτών, η υπόθεση να παραπεμφθεί σε αυτόν με σκοπό να υπολογίσει και εγκρίνει τα δικηγορικά έξοδα της ενώπιόν του διαδικασίας βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως ήταν η ενώπιον του συμφωνία των μερών καθώς και η δική του αντίληψη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με όλα όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση πρέπει να πετύχει και για το λόγο αυτό εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται όπως τα δικηγορικά έξοδα που δικαιούνται οι Αιτήτριες συνεπεία του αποτελέσματος της επίδικης Διαιτησίας υπολογισθούν και αποφασιστούν από το Διαιτητή με βάση τους όρους εντολής του και επί της συμφωνηθείσας μεταξύ των μερών βάσης και δη των Θεσμών που διέπουν τα έξοδα σε Πολιτικές αγωγές και τούτου για σκοπούς διόρθωσης της παρατυπίας της Διαιτητικής απόφασης. Αναφορικά με τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο