Ελένης Λοϊζίδου ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4436/17, 10/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4436/17 Μεταξύ: Ελένης Λοϊζίδου Ενάγουσας - και - 1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ 2. Μανώλη Καλατζή Εναγομένων Αίτηση ημερ. 1.12.2017 εκ μέρους της Ενάγουσας για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2018. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Κ. Καλλής για Καλλή & Καλλή ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους: κα Κ. Γεωργίου για Κάλια Γεωργίου ΔΕΠΕ (κ. Κ. Μάμαντος για να ακούσει απόφαση). Ενάγουσα παρούσα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με αγωγή που κατέθεσε την 1.12.17 αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «A) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω παραβίασης από τους Εναγόμενους:
- i)του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Ενάγουσας το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το αρ. 15 του Συντάγματος και από το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών.
- ii)Παραβίαση του Δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας της Ενάγουσας η οποία διασφαλίζεται από το αρ. 17 του Συντάγματος. iii) Παραβίαση του Δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την Ενάγουσα, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- iv)Παραβίαση από τους Εναγόμενους των δικαιωμάτων της Ενάγουσας τα οποία διασφαλίζονται και / ή προβλέπονται από τα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92 (I) / 1996) και από τα αρ. 3-29 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 2001 (138 (I)/ 2001). Β) Παραδειγματικές και /ή επιβαρυντικές και / ή τιμωριτικές αποζημιώσεις οι οποίες απορρέουν από τις παραβιάσεις των Εναγομένων οι οποίες περιέχονται στην παρα. Α ανωτέρω. Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους τους από το να δημοσιεύουν και/ή να μεταδίδουν σε οποιαδήποτε εφημερίδα και / ή σε έντυπο και / ή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα και/ή ραδιόφωνο υπό τη διεύθυνση και / ή το έλεγχο της και / ή ιδιοκτησία τους και/ ή αποκαλύψουν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή είδηση και/ή σχόλιο η οποία σχετίζεται και / ή αφορά το περιεχόμενο του υποκλαπέντος υλικού του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας και / ή που σχετίζεται με το άτομο της Ενάγουσας και / ή με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της στην Νομική Υπηρεσία. Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους από το να χρησιμοποιούν και / ή αποκαλύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του υποκλαπέντος υλικού του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας.» Την ίδια ημέρα καταχώρισε και Μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση), με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους , στου υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους τους από του να δημοσιεύουν στην εφημερίδα «Πολίτης» ή σε οποιαδήποτε εφημερίδα και / ή σε έντυπο και / ή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα και/ή να μεταδίδουν από οποιοδήποτε ραδιοφωνικό σταθμό υπό τη διεύθυνση και / ή τον έλεγχο τους και / ή ιδιοκτησία τους και / ή αποκαλύπτουν οποιαδήποτε πληροφορία και / ή είδηση και / ή σχόλιο τα οποία σχετίζονται και / ή αφορούν το περιεχόμενο υποκλαπέντος υλικού του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας και / ή που να σχετίζονται με το άτομο της Ενάγουσας και / ή με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της στην Νομική Υπηρεσία. Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους τους από το να χρησιμοποιούν και / ή αποκαλύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο έντυπο ή ηλεκτρονικό το περιεχόμενο του υποκλαπέντος υλικού του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας. (Γ) Οιανδήποτε περαιτέρω θεραπεία και/ή διαταγή την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη.(Δ) Έξοδα, πλέον 19% Φ.Π.Α.» Ως ανέφερα και στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 5.12.17, στα αιτούμενα με την υπό εκδίκαση Αίτηση διατάγματα, δεν διευκρινίζεται κατά πόσο αυτά είναι προσωρινά, αφού δεν αναφέρεται σε αυτά ούτε η λέξη «προσωρινά» ούτε «μέχρι εκδίκασης της αγωγής». Αυτό όμως δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα, αφού με δεδομένη τη Νομική βάση της Αίτησης, συνάγεται ότι πρόκειται περί προσωρινών διαταγμάτων μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η αίτηση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 7, 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ. 1, 2, 3, 4 και 9, και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα άρθρα το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο αρ. 15 του Συντάγματος και στο αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών στο αρ. 17 του Συντάγματος, στο αρ. 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμος του 1996 (92 (I) / 1996) και στα αρ. 3-29 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 2001 (138 (I)/ 2001) επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία επισυνάπτονται και διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται και δημοσιεύματα στην Εφημερίδα «Πολίτης», το περιεχόμενο των οποίων έχω θέσει ενώπιον μου. Στην παράγραφο 19 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω οι Εναγόμενοι λόγω της δημοσίευσης των προσωπικών μου e-mails παραβιάζουν :- (α) Το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που διασφαλίζεται από το Αρ. 7 του χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το Αρ. 15 του Συντάγματος και από το Αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. (β) Το Δικαίωμα του απορρήτου της αλληλογραφίας μου και πάσης επικοινωνίας μου που διασφαλίζεται από το Αρ. 17 του Συντάγματος. (γ) Το Δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που με αφορούν τα οποία διασφαλίζονται από το Αρ. 8 του Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (δ) Τα δικαιώματα μου που διασφαλίζονται και/ή προβλέπονται από τα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής/Παρακολούθησης Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου 1996 (92
(1)/1996 και από τα αρ. 3-29 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 2001 (138
(1)/2001).» Στην παράγραφο 20 της ένορκης της δήλωσης, αναφέρει ότι η δημοσίευση των ηλεκτρονικών της μηνυμάτων είναι προϊόν υποκλοπής και ότι η συνέχιση της δημοσίευσης συνιστά διάπραξη ποινικών αδικημάτων με θύμα το πρόσωπό της. Και στην παράγραφο 39 τα ακόλουθα: «Οι δικηγόροι μου με συμβουλεύουν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο αποτελεί ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, συνηγορεί υπέρ της χορήγησης της επίδικης θεραπείας για τους εξής λόγους:- (α) Οι επίδικες παραβιάσεις είναι αυταπόδεικτες γιατί τα επίδικα δημοσιεύματα όχι μόνο παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα μου αλλά είναι και το προϊόν υποκλοπής η οποία είναι αξιόποινη. (β) Οι παραβιάσεις είναι πολύ σοβαρής μορφής γιατί παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία διασφαλίζουν από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το Σύνταγμα και τις Διεθνής Συμβάσεις. (γ) Οι παραβιάσεις συνιστούν Ποινικά αδικήματα.» Η Αίτηση αρχικά ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για τις 4.12.17 αφού μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, η Αίτηση τέθηκε ενώπιον αδελφού Δικαστή, ο οποίος εξαιρέθηκε για τους λόγους που εκτίθενται στα πρακτικά. Ακολούθως τέθηκε ενώπιον μου, και το Δικαστήριο την όρισε την επόμενη ημέρα για να δοθεί η δυνατότητα στον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας να αγορεύσει. Το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 5.12.17 έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους. Πράγματι αυτή γνωστοποιήθηκε σε αυτούς, και έτσι οι τελευταίοι εμφανίστηκαν και καταχώρισαν στις 14.12.17 Ένσταση, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της εναντίον των Εναγομένων.
- Η Ενάγουσα κινείται καταχρηστικά και/ή καταχράται τις διαδικασίες του Δικαστηρίου, εφόσον η αγωγή της έχει ως συγκεκαλυμμένη αιτία την δυσφήμηση ή και την δυσφήμηση.
- Η Ενάγουσα δεν απέδειξε το επείγον στην αίτηση της.
- Δεν αποκαλύφθηκε ζημιά από μέρους της Ενάγουσας ούτε η αδυναμία των Εναγομένων να καλύψουν οποιεσδήποτε ζημιές ήθελαν αποφασισθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής.
- Η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η Ενάγουσα δεν απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια και/ή όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την αίτηση της και την υπόθεση γενικότερα.
- Η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι τυχόν επανάληψη των δημοσιεύσεων θα οδηγήσει σε σοβαρή ή και ανεπανόρθωτη ζημιά της.
- Το λεκτικό των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αόριστο, γενικό και ασαφές.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αντιστρατεύεται το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθεροτυπίας, ως αυτή κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, τους νόμους του κράτους και τις διεθνείς συμβάσεις που προσυπέγραψε και επικύρωσε η Κύπρος και την σχετική νομολογία.
- Η ένορκος δήλωσης της Ενάγουσας που στηρίζει την αίτηση είναι ελλιπής, περιέχει αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς και διαστρεβλώνει τα γεγονότα.
- Η Ενάγουσα υπήρξε κακόβουλη σ' ότι αφορά την παρούσα αίτηση και την αγωγή της.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Διονύση Διονυσίου, ο οποίος στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «Είμαι δημοσιογράφος και ο Διευθυντής της εφημερίδας «Πολίτης», ιδιοκτήτες της οποίας είναι οι Εναγόμενοι 1- Καθ' ων η Αίτηση στην Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 και 2 να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Εκτός όπου ρητώς αναφέρω διαφορετικά, τα όσα αναφέρω στην παρούσα εμπίπτουν στην προσωπική γνώση, αντίληψη και πληροφόρηση μου.» Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στις 27.12.17 και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθώ σε αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για την Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ως γνωστό, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος συνιστά θεραπεία του Δικαίου της Επιείκειας. Στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη, Έκδοση 2016, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 58 κάτω από τον τίτλο «Η Διακριτική Εξουσία του Δικαστηρίου στην Έκδοση Διαταγμάτων»: «Όπως έχει επεξηγηθεί οι θεραπείες του κοινού δικαίου διεκδικούνται δικαιωματικά. Έτσι αν ο ενάγων αποδείξει την υπόθεση του, για παράδειγμα για παράβαση σύμβασης ή για ζημιά από τροχαίο ατύχημα, δικαιούται στη θεραπεία των αποζημιώσεων. Το ίδιο όμως δεν ισχύει στην περίπτωση που διεκδικείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, όπως είναι η χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος. Σε τέτοια περίπτωση, νοουμένου ότι ο ενάγων αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα, το δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία ως επιπρόσθετη θεραπεία των αποζημιώσεων ή κατά πόσο θα περιοριστεί στη χορήγηση μόνο της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπως σημειώνει ο Λόρδος Blackburn στην υπόθεση Doherty v. Allman η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου:- «.... is not one to be exercised according to the fancy of whoever is to exercise this jurisdiction of equity, but is a discretion to be exercised according to the rules which have been established by a long series of decisions ....» Αυτή η πλατιά διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου όπως έχει διαμορφωθεί στο αγγλικό δίκαιο μέσα από τους αιώνες έχει κωδικοποιηθεί στο κυπριακό δίκαιο, με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο προβλέπει ότι έκαστον δικαστήριο «δύναται» να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο «κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον». Τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, με αποτέλεσμα η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποκτά ιδιαίτερη και καθοριστική σημασία. Το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, καθοδηγείται από συγκεκριμένες γενικές αρχές που καθιερώθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας, το νόμο, όσο και τη νομολογία. Για παράδειγμα, το δικαστήριο αποφεύγει να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα όπου η προξενηθείσα ή απειλούμενη βλάβη είναι μικρή ή μη σοβαρή, όπου υπάρχει άλλη ικανοποιητική θεραπεία, π.χ. η θεραπεία των αποζημιώσεων ή όπου η όλη συμπεριφορά του αιτητή κρίνεται ως άδικη. Οι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δεν είναι δυνατό να τεθούν εξαντλητικά. Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η διακριτική του ευχέρεια ασκήθηκε με το συγκεκριμένο τρόπο. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ασκώντας την εξουσία που του παρέχει ο νόμος, αποφασίζει υπέρ ή εναντίον της χορήγησης της θεραπείας. Νοουμένου ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκήθηκε σύμφωνα με το νόμο, το ανώτατο δικαστήριο δεν θα παρέμβει έστω και αν το ίδιο ενδεχομένως να ασκούσε διαφορετικά τη διακριτική του ευχέρεια. Το Ανώτατο Δικαστήριο θα παρέμβει μόvo αν κρίνει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια όπως, για παράδειγμα, όπου καθοδηγήθηκε λανθασμένα στο νόμο ή παρερμήνευσε τα γεγονότα, ή έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν έπρεπε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη γεγονότα.» Και τα ακόλουθα στις σελίδες 100-101: «Το παρεμπίπτον διάταγμα έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο χρήσιμα και ισχυρά όπλα στη διάθεση ενός διαδίκου. Ενώ το ουσιαστικό δίκαιο αναφορικά με τα τελικά διατάγματα έμεινε σε μεγάλο βαθμό ανέπαφο, το δίκαιο που αφορά στα παρεμπίπτοντα διατάγματα έχει τα τελευταία χρόνια υποστεί σημαντικές αλλαγές, κυρίως λόγω των αναγκών του επιχειρηματικού κόσμου και του τρόπου που αναπτύσσονται οι διάφοροι τομείς της οικονομίας. Η ηλεκτρονική τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση δημιούργησαν γρήγορες συναλλαγές με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέες ανάγκες για αποτελεσματικότερες θεραπείες οι οποίες να μπορούν να εκδοθούν πολύ γρήγορα. Τέσσερα παραδείγματα των αλλαγών που επήλθαν στο δίκαιο των προσωρινών διαταγμάτων είναι τα διατάγματα Mareva, Anton Piller, Norwich Pharmacal και Chabra Orders. Η σπουδαιότητα των προσωρινών διαταγμάτων είναι μεγάλη. Έχουν χαρακτηριστεί ως ένα από τα κύρια όπλα που διαθέτει το οπλοστάσιο του δικαίου της επιείκειας για να καταστείλει συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τις αρχές της. Ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Fellowes & Son v. Fisher υπέδειξε ότι σχεδόν 99 από τις 100 υποθέσεις, στις οποίες εκδίδεται προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρούν σε τελική δίκη ακριβώς λόγω των καταλυτικών επιπτώσεων της έκδοσης προσωρινού διατάγματος.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση, παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται οιοσδήποτε περιορισμός, (βλ. Α.Β.P. Holdings Ltd ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 177 της απόφασης: «Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Δεν θα παραθέσω τις γνωστές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ούτε την πλούσια Νομολογία που υπάρχει. Αναφέρω απλώς, πως σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 (πιο πάνω), έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Ακολούθως θα σχολιάσω κάποιους από τους λόγους Ένστασης των Εναγομένων. Λόγος Ένστασης ότι η Ενάγουσα «δεν απέδειξε το επείγον στη Αίτησή της» Οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 53 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένστασή τους αναφέρουν τα ακόλουθα: «Εξ' όσων με πληροφορεί η δικηγόρος μας και αληθώς πιστεύω, η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει το επείγον της αίτησης της, για τους εξής λόγους: Ως αναφέρω πιο πάνω, τα όσα ανέφερε ο ρωσικός ιστότοπος για την ίδια ως και η παραπομπή σε άλλη ηλεκτρονική διεύθυνση(συνδέσμους) όπου βρίσκονταν περί τις 19.000 ηλεκτρονικά της μηνύματα, παρέμειναν δημοσιευμένα για αρκετές μέρες. Διάφορα κυπριακά, ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ δημοσίευσαν είτε αυτούσια κάποια από αυτά, είτε έκαναν αναφορά στο περιεχόμενο τους, είτε ευρύτερα στο ζήτημα. Συνεπώς αυτά βρίσκονται ήδη σε δημόσια γνώση και δεν εγείρεται ζήτημα επείγοντος. Το μόνο που εγείρεται είναι θέμα επιλεκτικής στόχευσης της Αιτήτριας κατά των Καθ' ων η Αίτηση.» Πρόκειται περί λόγου Ένστασης ο οποίος ουδεμία βαρύτητα έχει. Το Δικαστήριο δεν έχει εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα με Μονομερή Αίτηση. Τουναντίον, με την Απόφασή του ημερ. 5.12.17 αφού βρήκε πως δεν συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιστάσεις για να παρακαμφθεί η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους, οι οποίοι και προβάλλουν τις θέσεις τους σε σχέση με τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Λόγος Ένστασης ότι η αγωγή της Ενάγουσας στην ουσία είναι αγωγή δυσφήμησης Η Ενάγουσα με την αγωγή της δεν αξιώνει θεραπείες που αφορούν σε δυσφήμηση, όπου ενδιάμεσα διατάγματα δεν εκδίδονται με ευκολία (Εφημερίδα ή Περιοδικό Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ κ.ά ν. Σπύρου Κονιώτη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1847). Ούτε βεβαίως ισχυρίζεται ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που της αποδίδονται, δεν είναι δικά της. Ούτε ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραποιήσει το περιεχόμενο των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης είναι αβάσιμος. Λόγος Ένστασης ότι η Ενάγουσα δεν απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα Ως ελέχθη, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η Μονομερής Αίτηση επιδοθεί στους Εναγομένους, όπως και έγινε, με αποτέλεσμα αυτή να παύσει να είναι Μονομερής. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ (Αρ. 3)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1943, η οποία αφορούσε σε Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Κρίθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι η υποχρέωση ενός Αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων υφίσταται μόνο στην περίπτωση Μονομερούς Αίτησης. Το ίδιο λέχθηκε και στην υπόθεση Rybolovlev κ.ά v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, όπου στη σελίδα 95 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας.» Και ο πιο πάνω λόγος Ένστασης είναι αβάσιμος. Πρώτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση (Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201), η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων με την αγόρευσή της ανέφερε τα ακόλουθα: «Οι απαιτήσεις της ενάγουσας είναι για ισχυριζόμενες παραβιάσεις των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της και παραβιάσεις δικαιωμάτων που προκύπτουν από άλλους νόμους. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι είναι συζητήσιμο θέμα, πλην όμως επειδή όπως αναλύουμε θέση μας είναι ότι πρόκειται και περί μιας συγκεκαλυμμένης αγωγής λιβέλλου και επειδή επικαλείται και τον κίνδυνο διασάλευσης των σχέσεων της Κύπρου με άλλη χώρα, θεωρούμε ότι δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι πληρείται αυτή η προϋπόθεση.» Με όλο το σεβασμό, η πιο πάνω θέση της δεν με βρίσκει σύμφωνο, παρόλο που βρίσκω πως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας για διασάλευση των σχέσεων της Κύπρου με άλλη χώρα δεν βοηθά. Εδώ, στο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2.1) η Ενάγουσα κάνει αναφορά (α) σε παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής της ζωής τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το Άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, (β) σε παραβίαση του δικαιώματος του απόρρητου της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας, δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος, (γ) σε παραβίαση του δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που διασφαλίζεται από το άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και (δ) σε παραβίαση των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται και/ή προβλέπονται από τα άρθρα 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (Ν.92(Ι)/1996)και από τα αρ. 3-29 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν.138(Ι)/2001). Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαπίστωση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν πρέπει να συνδέεται με την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Στην υπόθεση Πουργουρίδη κ.ά ν. Μέζου κ.ά (πιο πάνω), το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι είχε καταδειχθεί η ύπαρξη μιας συζητήσιμης τουλάχιστον υπόθεσης, και ότι είχε εγερθεί κάποιο σοβαρό θέμα προς εκδίκαση παρά τα προβλήματα που υπήρχαν στον τρόπο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι παραβιάστηκε κάποιο αγώγιμο δικαίωμά της. Στην Απόφαση ημερ. 23.3.17 Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η προϋπόθεση αυτή σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd (ανωτέρω)).» Και στην πρόσφατη Απόφαση ημερ. 26.9.17 Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολ. Έφεση Αρ. Ε301/2016, τα ακόλουθα: «Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν σχέση με την έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», που υποδηλώνει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right) . Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.» Το Δικαστήριο ουδόλως εξέτασε, υπό την ορθή αυτή έννοια, την πρώτη προϋπόθεση και όσα κατέγραψε ως σχετικά είναι, ως άνω, άσχετα. Είχε δε ιδιαίτερη σημασία η εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης σε μια αγωγή που παρουσιάζεται και εν μέρει ως παράγωγη (derivative) ή αντιπροσωπευτική, εφόσον ζητείται και δήλωση υπέρ της Εταιρείας ότι έχει δικαίωμα επίσχεσης των μετοχών Κουμούσιη. Ούτε, παρεμπιπτόντως, φαίνεται να τέθηκε ζήτημα για το αναγκαίο του Κουμούσιη ως διάδικου. Περιπλέον, δεν απασχόλησε το γεγονός ότι αξιώνονται αποζημιώσεις λόγω παράβασης υπό του εφεσείοντα 1 «του καθήκοντος εμπιστοσύνης που υπείχε έναντι της εφεσίβλητης ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας», τη στιγμή που όπως και πρόσφατα έχει υποδειχθεί, το καθήκον εμπιστοσύνης των συμβούλων υφίσταται έναντι της εταιρείας και όχι έναντι των μετόχων (Abuljebain v. Unetec, ECLI:CY:AD:2015:A70, Πολιτική Έφεση 182/2009, ημερομηνίας 5.2.2015).» Εδώ, ως ελέχθη, η Ενάγουσα με το Κλητήριο Ένταλμα που κατέθεσε, κάνει αναφορά σε παραβίαση εκ μέρους των Εναγομένων συγκεκριμένων δικαιωμάτων της που προστατεύονται και από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας, δικαιώματα που κατοχυρώνονται και από το Σύνταγμά μας, δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558). Συνεπεία αυτής της κατ΄ ισχυρισμόν παραβίασης, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες. Καταλήγω, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση, η οποία αφορά σε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δεύτερη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, έχω κατά νου ότι η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 237: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, πάλιν εσφαλμένα, ρητή αρνητική απάντηση στην εισήγηση, αντί να μετρήσει και αξιολογήσει και το στοιχείο τούτο, για τους σκοπούς μόνο της έκδοσης ή μη του διατάγματος». Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά. (πιο πάνω), και στην Απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου (πιο πάνω). Συνεπώς, αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου και τις θέσεις της άλλης πλευράς πριν αποφασίσω κατά πόσο ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση, στις οποίες θα κάνω αναφορά αμέσως τώρα. Οι Εναγόμενοι με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση, δεν ισχυρίζονται ότι η δημοσίευση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων της Ενάγουσας έγινε με τη συγκατάθεσή της. Σημειώνεται εδώ πως η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως αυτά δημοσιεύθηκαν χωρίς τη θέλησή της και ότι είναι προϊόν υποκλοπής. Για το πώς περιήλθαν εις γνώσιν των Εναγομένων τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα, και για την απόφασή τους να προχωρήσουν σε σχετικές δημοσιεύσεις, οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 37 της ένορκης τους δήλωσης αναφέρουν τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, επιθυμώ να φέρω εις γνώσιν του Δικαστηρίου τα πιο κάτω γεγονότα: Περί την 24/11/2017 λάβαμε πληροφορία ότι σε κάποιο ιστότοπο, υπήρχε δημοσιευμένο ρεπορτάζ που αφορούσε την Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και τον τρόπο που τυγχάνουν χειρισμού υποθέσεις εκδόσεως ρώσων πολιτών προς την Ρωσική Ομοσπονδία και στον οποίο ασκείτο έντονη κριτική προς την Νομική Υπηρεσία. Επρόκειτο για τον ρωσικό ιστότοπο Compromat. Εντοπίσαμε το σχετικό δημοσίευμα. Ο εν λόγω ιστότοπος ανέφερε ότι είχε ως πηγή του για το συγκεκριμένο θέμα την ηλεκτρονική διεύθυνση http://cogroup.blogspot.com.cy. Στο ίδιο ρεπορτάζ του Compromat βρίσκονταν δημοσιευμένα αριθμός ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αποδίδονταν στην Αιτήτρια. Σε κάποιο σημείο του σχετικού ρεπορτάζ, αυτό παρέπεμπε σε 2 συνδέσμους (links) όπου, ως ανέφερε, μπορούσε κανείς να βρει αποθηκευμένα περί τις 19.000 ηλεκτρονικά μηνύματα της Αιτήτριας. Πράγματι, μπήκαμε στους εν λόγω συνδέσμους (links), όπου και διαπιστώσαμε ότι βρίσκονταν ηλεκτρονικά μηνύματα που φαίνονταν να έχουν παραλήπτη ή αποστολέα την Αιτήτρια. Αξιολογήσαμε την υπόθεση ως πολύ σοβαρή, ως θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, που άπτετο διαφόρων πτυχών και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε σχετική δημοσίευση. Θεωρήσαμε ότι ο τίτλος της σελίδας 1 στις 26/11/2017, "Σκανδαλώδεις ισχυρισμοί. ΡΩΣΙΚΟ ΜΑΓΑΖΙ Η ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ;" αποτύπωνε το περιεχόμενο του ρεπορτάζ του εν λόγω ιστότοπου αλλά και διατύπωνε και ερωτηματικά που εύλογα προέκυπταν από τους ισχυρισμούς του εν λόγω ιστότοπου. Επισημαίνω ότι δεν υιοθετούσαμε τους ισχυρισμούς του, εξ ου και το ερωτηματικό στον τίτλο. Ερωτηματικό που η Αιτήτρια παραλείπει να καταγράψει στην ένορκο της δήλωση. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 τις σελίδες 1, 4 και 5 της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ ημερομηνίας 26/11/2017.» Στο στάδιο αυτό, ως ελέχθη, τα Δικαστήρια δεν αξιολογούν την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνουν σε ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ούτε στο στάδιο αυτό η Ενάγουσα καλείται να αποδείξει την παραβίαση των δικαιωμάτων της, για την οποία κάνει αναφορά στην Αγωγή της. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, 1809 επαναλαμβάνεται ότι «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Έχοντας ενώπιον μου τα πιο πάνω και χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο, επαναλαμβάνω, προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινών θεραπειών-συντηρητικών μέτρων, βρίσκω ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων σε σχέση με το πώς εντόπισαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα της Ενάγουσας και σε σχέση με το πώς αποφάσισαν να δημοσιεύσουν μέρος αυτών, ως επίσης και οι υπόλοιποι συναφείς ισχυρισμοί τους, δεν έχουν εξασθενήσει την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας εναντίον τους σε βαθμό που να μην υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στα πλαίσια εκδίκασης της Αγωγής. Τρίτη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, θα αναφέρω απλώς ότι η επιδίκαση ή καταβολή αποζημιώσεων δεν συνιστά πάντα επαρκή θεραπεία. Έχει δε νομολογιακά καθιερωθεί ότι η δυσκολία ή η αδυναμία για πλήρη απονομή δικαιοσύνης δεν περιορίζεται μόνο στη υλική ζημιά. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στην Όξυνος κ.ά ν. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1066, όπου στις σελίδες 1080-1081 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ειδικότερα, και σε σχέση με την τρίτη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην οποία να σημειωθεί δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.» Ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου είναι το δικαίωμα στην προσωπικότητα του. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του προσώπου συνήθως καλείται δικαίωμα της προσωπικότητας (privacy). Στην Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, λέχθηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ' αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου και ταυτίζεται με τον όρο «right to privacy». Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147. Η προσωπικότητα πρέπει να τυγχάνει σεβασμού σε όλες της τις εκφάνσεις. Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας, το οποίο συνιστά μια από τις εκφάνσεις του δικαιώματος της προσωπικότητας, κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το Άρθρο 17 του Κυπριακού Συντάγματος, το οποίο ομιλεί για «απόρρητο της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας», έννοιες ευρείες. Μάλιστα, ο Περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμος 92(Ι)/1996, τον οποίο η Ενάγουσα επίσης επικαλείται, καθιστά ποινικά κολάσιμες συγκεκριμένες συμπεριφορές και ενέργειες που αφορούν στην υποκλοπή, παρακολούθηση κλπ ιδιωτικής επικοινωνίας και στη χρήση ή αποκάλυψη περιεχομένου οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας (Άρθρο 3 του Νόμου). Καθίσταται σαφές ότι οι Εναγόμενοι δεν αντιμετωπίζουν με την παρούσα διαδικασία τέτοιες κατηγορίες. Κάθε παράνομη επέμβαση στην αλληλογραφία ή επικοινωνία, συνιστά όχι μόνο προσβολή του δικαιώματος της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης, αλλά και διείσδυση στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Η Ενάγουσα με την ένορκη της δήλωση αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, πως η δημοσίευση των ηλεκτρονικών της μηνυμάτων από το προσωπικό της ηλεκτρονικό ταχυδρομείο χωρίς τη θέλησή της «τραυματίζουν και πλήττουν την προσωπική μου αξιοπρέπεια και την επαγγελματική μου υπόσταση». Οι Εναγόμενοι αναφέρουν πως δεν είναι αυτοί που υπέκλεψαν τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα. Η Ενάγουσα βεβαίως δεν τους επιρρίπτει αυτή την επιλήψιμη συμπεριφορά. Το παράπονο της εστιάζεται στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δημοσιοποίησαν ηλεκτρονικά της μηνύματα παρόλο που η ίδια τους έχει ενημερώσει ότι αυτά συνιστούν προϊόν υποκλοπής και ότι δεν επιθυμεί την δημοσιοποίησή τους. Σχετική είναι η επιστολή των δικηγόρων της προς τους Εναγομένους ημερ. 29.11.17, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Ισχυρίζεται ακόμη πως οι Εναγόμενοι και μετά την εν λόγω επιστολή, συνέχισαν να δημοσιεύουν χωρίς την συγκατάθεσή της, δικά της ηλεκτρονικά μηνύματα. Βρίσκω πως από την προσαχθείσα μαρτυρία υπάρχει ο κίνδυνος οι Εναγόμενοι να συνεχίσουν να δημοσιεύουν ηλεκτρονικά μηνύματα της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα η κατ΄ ισχυρισμόν παραβίαση των δικαιωμάτων της να επαναληφθεί στο μέλλον. Έχοντας ενώπιον μου όλα τα πιο πάνω, και κυρίως το γεγονός ότι η βλάβη στην προσωπικότητα δεν αποκαθίσταται πάντα με την καταβολή χρημάτων, δεν θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση συνιστά μια από τις περιπτώσεις όπου με την καταβολή αποζημιώσεων θα απονεμηθεί δικαιοσύνη, ως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην παράγραφο 54 της ένορκης τους δήλωσης. Βρίσκω πως η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση. Εν κατακλείδι, βρίσκω πως όλοι οι λόγοι Ένστασης των Εναγομένων (τους οποίους έχω θέσει ενώπιον μου) είναι αβάσιμοι, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους να δημοσιεύουν περιεχόμενο από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Ενάγουσας. Πριν αποφασίσω κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα, έλαβα σοβαρά υπόψη μου το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, για το οποίο οι Εναγόμενοι κάνουν αναφορά στην ένορκη τους δήλωση και το οποίο κατοχυρώνεται επίσης συνταγματικά (Άρθρο 19 του Συντάγματος). Έλαβα ακόμη υπόψη μου το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως από τα 19.000 ηλεκτρονικά μηνύματα της Αιτήτριας έχουν επιλέξει συγκεκριμένα και αποφάσισαν να μην δημοσιοποιήσουν αυτά με περιεχόμενο καθαρά προσωπικής μορφής για να μην την εκθέσουν «ή να ικανοποιήσουμε ενδεχομένως την περιέργεια κάποιων αναγνωστών ή να προκαλέσουμε σκάνδαλο ή κουτσομπολιό γι΄ αυτήν.». Έχω ισοζυγίσει και τα δύο δικαιώματα. Βρίσκω ότι εδώ υπερτερεί το δικαίωμα της προσωπικότητας, αφού η έκδοση του διατάγματος ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Η συνέχιση της δημοσιοποίησης από τους Εναγομένους των κατ΄ ισχυρισμόν κλαπέντων ηλεκτρονικών μηνυμάτων της Αιτήτριας, τα οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία ανέρχονται σε 19.000, ενέχει μεγαλύτερους κινδύνους αδικίας. Έχει ήδη γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για τη βλάβη στην προσωπικότητα της. Από την άλλη, η έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη στους Εναγομένους, αφού με αυτό δεν θα επιτρέπεται σε αυτούς, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να δημοσιεύουν ηλεκτρονικά μηνύματα της Ενάγουσας, για τα οποία η τελευταία έχει ισχυριστεί ότι είναι προϊόν υποκλοπής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 C.L.R. 152, το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε από το Εφετείο αφού με αυτό απλώς αναστέλλετο η πληρωμή προστίμου που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα κατόπιν πειθαρχικής καταδίκης του από την Εναγόμενη Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου. Κρίθηκε πως αν ο Ενάγων πλήρωνε το πρόστιμο ύψους Λ.Κ.5.000, δεν θα προκαλείτο σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά. Εδώ, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Τελειώνοντας θα ήθελα να σημειώσω και τα ακόλουθα. Ασφαλώς, οι ενέργειες και η εν γένει συμπεριφορά της Ενάγουσας κατά την εκτέλεση των επαγγελματικών της καθηκόντων, όπως και κάθε άλλου δημόσιου λειτουργού, υπαλλήλου ή αξιωματούχου του Κράτους, είναι κάτι που ενδιαφέρει το κοινό το οποίο δικαιούται να ενημερώνεται και από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Εδώ, το κοινό έχει ήδη ενημερωθεί και από τους Εναγομένους ότι έχει τροχοδρομηθεί πειθαρχική διαδικασία εναντίον της Ενάγουσας. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους θα αποφασίσουν κατά πόσο η Ενάγουσα έχει διαπράξει ή όχι πειθαρχικό ή πειθαρχικά παραπτώματα. Ταυτόχρονα όμως τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, οφείλουν να σέβονται τα κατοχυρωμένα δικαιώματα του κάθε προσώπου. Κατά πόσο εδώ οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει τα δικαιώματα της Ενάγουσας, είναι κάτι που θα εξεταστεί και αποφασιστεί όταν το Δικαστήριο θα εκδικάσει την ουσία της Αγωγής. Συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι κάπως γενικά. Το διάταγμα που θα εκδοθεί θα αφορά στα συγκεκριμένα ηλεκτρονικά μηνύματα για τα οποία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι προϊόν υποκλοπής και σε καμιά περίπτωση δεν απαγορεύεται στους Εναγομένους να αναφέρονται στην Ενάγουσα. Θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί και εκδίδεται το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα: «Εκδίδεται προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους και/ή αντιπροσώπους τους από του να δημοσιεύουν στην εφημερίδα «Πολίτης» ή να χρησιμοποιούν με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας και ειδικότερα τα ηλεκτρονικά μηνύματα αυτής τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν της Ενάγουσας έχουν υποκλαπεί, και τα οποία έχουν δημοσιευθεί από τον ιστότοπο https://cogroup.blogspot.com.cy, ημερ. 26.11.2017, μέχρι εκδίκασης της Αγωγής ή μέχρι να εκδοθεί άλλη διαταγή του Δικαστηρίου.». Ως ελέχθη, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης, αφού διέταξε όπως αυτή επιδοθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση. Κατ΄ επέκταση η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως, οπότε σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην απόφαση μεταξύ Δέσπως Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 354/13, απόφαση ημερ. 4.12.
- Όμως, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω Απόφαση: «Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ΄ αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄ αυτούς των διαταγμάτων.» Εδώ αφού έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο του εκδοθέντος διατάγματος, και αφού συνεκτίμησα τους κινδύνους που συνεπάγεται η έκδοση του εν λόγω διατάγματος, το οποίο συνιστά ενδιάμεση θεραπεία, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να επιβάλω όρο όπως η Ενάγουσα πριν από τη σύνταξη του διατάγματος υπογράψει εγγύηση ύψους €50.000 για κάλυψη τυχόν ζημιών στους Εναγόμενους, σε περίπτωση που αυτές ήθελον προκληθεί συνεπεία τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης του διατάγματος. Οι Εναγόμενοι καταδικάζονται στα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της Αγωγής. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο