Μαρία Ποταμίτου ν. Phileleftheros Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 4115/2015, 12/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4115/2015 Μεταξύ: Μαρία Ποταμίτου Ενάγουσα και Phileleftheros Public Company Limited Εναγομένη -------------------- Ημερομηνία: 12/1/2018 Για ενάγουσα/αιτήτρια: κα Γεωργίου Για εναγομένη/καθ' ης η αίτηση: κα Τσαρούχη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση για τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης 1/9/2017) Η Μαρία Ποταμίτου, καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον της εταιρείας Phileleftheros Public Company Limited, με το οποίο ζητεί αποζημιώσεις για γραπτή δυσφήμιση και/ή λίβελο και/ή επιζήμια ψευδολογία δυνάμει δύο δημοσιευμάτων που έγιναν στην ηλεκτρονική μορφή της ημερήσιας εφημερίδας «ο Φιλελεύθερος» στις 15/7/2014 και στις 8/8/
- Αντικείμενο αυτής της ενδιάμεσης απόφασης, είναι αίτηση ημερομηνίας 1/9/2017, η οποία έχει καταχωρηθεί από τη Μαρία Ποταμίτου (πλέον Αιτήτρια) και με την οποία ζητεί την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Βάση της αίτησης της είναι η Δ.25 θ1 και Δ.48 θθ1,2,3 και 7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της, η αιτήτρια ως λόγο που να δικαιολογεί έγκριση του αιτήματος της, προβάλλει τα ακόλουθα (μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσή της): «Η υπογεγραμμένη Μαρία Ποταμίτου από τη Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι η ενάγουσα στην πιο πάνω αγωγή.
- Από τη μελέτη της υπόθεσης για την ακρόαση φάνηκε ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησης, ένα σχετικό δυσφημιστικό δημοσίευμα ημερομηνίας 17/7/2014 και η ζητούμενη προς αυτό θεραπεία.
- Ως εκ των ανωτέρω κρίθηκε αναγκαίο όπως ζητηθεί η αιτούμενη θεραπεία η οποία θα μου δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστώ τη θέση και την υπόληψή μου καθώς και να διεκδικήσω τις θεραπείες που δικαιούμαι βάσει του Νόμου.
- Οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οιανδήποτε ζημία με την αιτούμενη τροποποίηση.
- Ως εκ των ανωτέρω είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και αξιώνω Διάταγμα ως η αίτηση.» Η πιο πάνω αίτηση συνάντησε την ένσταση της πλευράς της της εταιρείας Phileleftheros Public Company Limited (πλέον καθ΄ ης η αίτηση), ένσταση η οποία βασίζεται σε δύο πυλώνες, αφενός μεν στο ότι το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας για δυσφήμιση και/ή λίβελο και/ή επιζήμια ψευδολογία έχει παραγραφεί, αφετέρου δε στο ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.48 θθ1-4,7,8 και 9, Δ.21, Δ.25 θθ1-6, Δ.39, Δ.59 και Δ.64 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ.148 κα ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται από τη Βαρβάρα Αργυρού, νομική σύμβουλο στην υπηρεσία της καθ΄ ης η αίτηση. Είναι η θέση της ότι, το αγώγιμό δικαίωμα της αιτήτριας έχει παραγραφεί και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Μεταφέρω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους 6 και 7 της ένορκής της δήλωσης, στην οποία καταγράφονται στην ουσία τους οι λόγοι ένστασης: «
- Όπως αναφέρω και πιο πάνω το εν λόγω δημοσίευμα δημοσιεύτηκε στις 17/7/2014, δηλαδή 3 χρόνια πριν την καταχώρηση της επίδικης αίτησης τροποποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(4)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, ως τροποποιήθηκε «Καμία αγωγή για δυσφήμιση και/ή λίβελο και/ή επιζήμια ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής». Συνεπώς, το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας για δυσφήμιση και/ή λίβελο και/ή επιζήμια ψευδολογία, δυνάμει του εν λόγω δημοσιεύματος ημερομηνίας 17/07/2014, έχει παραγραφεί με βάση τον Νόμο.
- Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι η εν λόγω αίτηση είναι καταχρηστική αβάσιμη και αόριστη δεδομένου ότι στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν επεξηγείται ποια είναι η σχετικότητα του δημοσιεύματος ημερομηνίας 17/07/2014 με τα όσα ήδη δικογραφούνται στα πλαίσια της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, όπως επίσης δεν επεξηγείτια επαρκώς η καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος.» Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Αμφότεροι δικηγόροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο κείμενο Γραπτών Αγορεύσεων. Από την πλευρά της αιτήτριας με τις γραπτές αγορεύσεις προωθούνται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες θέσεις:
- Επισημαίνεται κατ΄ αρχήν, σε σχέση με τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, ότι η νομολογία έχει επιτρέψει τροποποιήσεις σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και όταν είχε ξεκινήσει η ακρόαση υπόθεσης και είχαν ακουστεί μάρτυρες. Είναι η θέση της ότι, από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας προκύπτει ξεκάθαρα ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε πολύ πρόσφατα, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ενόψει της ακρόασης και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση, μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση.
- Το Δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπάγγελτα να εξετάσει ζήτημα παραγραφής. Με αναφορά στην Αγωγή Αρ.1206/2014, οι δικηγόροι της αιτήτριας ισχυρίζονται ότι το στάδιο αυτό δεν είναι κατάλληλο προκειμένου το Δικαστήριο να εξετάσει το εύλογο της ένστασης περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Επίσης επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στην πρόνοια του άρθρου 22 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 και στην ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι 2 έτη. Εάν και εφόσον χρειαστεί, πιο εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο των αγορεύσεων της πλευρά της αιτήτριας θα γίνει πιο κάτω. Από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση, οι δικηγόροι της με τις αγορεύσεις τους ισχυρίζονται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και επιχειρηματολογούν για τα ακόλουθα:
- Το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 6
(4)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(Ι)/
- Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης αίτησης.
- Δεν επεξηγείται η σχετικότητα του εν λόγω δημοσιεύματος με την παρούσα αγωγή. Εάν και εφόσον χρειαστεί, πιο εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο των αγορεύσεων της πλευράς της καθ΄ ης η αίτηση θα γίνει πιο κάτω. Το ζήτημα τροποποίησης δικογράφου προβλέπεται στη Δ.
- Εκ του περισσού, επισημαίνω ότι ως η επιφύλαξη στη νέα Δ.30
(11)
(3), οι πρόνοιες τις Δ.25 που ενδιαφέρουν για σκοπούς εξέτασης της επίδικης αίτησης είναι ως είχαν πριν από την τροποποίηση το 2015: «Δ.30
(11)
(3)Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν µέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίµακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν και θα καταχωρηθούν εντός της περιόδου της πιο πάνω αναστολής, ήτοι µέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες των υφιστάµενων πριν την έναρξη ισχύος των νέων Διαταγών 25 και 30, θα εξακολουθούν να εφαρµόζονται µέχρι την αποπεράτωσή τους.)» Η πρόνοια της Δ.25 που ενδιαφέρει, διαλαμβάνει: «1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η τάση που ακολουθούσε η νομολογία ως η Δ.25, ήταν να επιτρέπει τις τροποποιήσεις νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και Άλλοι ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ και Άλλων
(2002)1 ΑΑΔ 237, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Το ζήτημα του χρόνου καταχώρησης αίτησης τροποποίησης, είναι μεν παράγοντας σχετικός, ο οποίος όμως συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τις λοιπές παραμέτρους και ιδιαιτερότητες που συνθέτουν το σχετικό αίτημα και τα γεγονότα που το περιβάλλουν (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Στο πνεύμα των πιο πάνω αρχών, στην απόφαση στην υπόθεση Λάμπρου Στέλλα ν. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1 ΑΑΔ 1092, έχουν καταγραφεί τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω διάταξη έτυχε ερμηνείας σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη. (Ίδε Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24, United Sea Transport Co. Ltd. v. Ζάκου
(1980)1 C.L.R. 510, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R.. 607, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1(E) A.Α.Δ. 33). ........................................................................................................................ Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων
(1989)1(E) A.Α.Δ. 33, από το Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη."» Προκειμένου να διαπιστώσω, το μέτρο και το βαθμό που οι τεθειμένες από τη νομολογία αρχές τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, ανατρέχω στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η οποία καταγράφεται αυτούσια πιο πάνω και η οποία είναι, ομολογουμένως, λακωνική. Ο προβαλλόμενος λόγος προς επίρρωση του αιτήματος της είναι ότι, κατά τη μελέτη της υπόθεσης για την ακρόαση, διαφάνηκε ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε στη έκθεση απαίτησης το σχετικό επίδικο δημοσίευμα ημερομηνίας 17/7/
- Καμία άλλη αναφορά κάνει η αιτήτρια, ουδεμία άλλη εξήγηση δίδει. Είναι γεγονός ότι με τη Δ.25, ως έχει για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος τροποποίησης, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση είναι ευρεία. Πλην όμως, η αιτήτρια καθυστέρησε στην προώθηση του αιτήματός της και η εξήγηση που δίδει δεν μπορεί να κριθεί επαρκής προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημά της. Αναφέρω δε τα ακόλουθα επί τούτου. Το κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικό δημοσίευμα είναι ημερομηνίας 17/7/
- Η αιτήτρια καταχώρησε το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το έτος 2015, στο οποίο συμπεριλαμβάνει δύο κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικά δημοσιεύματα (ένα ημερομηνίας 15/7/2014 και ένα ημερομηνίας 8/8/2015). Εφόσον το ζητούμενο ήταν η συμπερίληψη τριών δημοσιευμάτων, η παράθεση μόνο δύο (αντί τριών) ήταν εύκολο να διαπιστωθεί από εκείνο το στάδιο. Δεν διαπιστώθηκε. Μερικούς μήνες μετά την καταχώρηση του Κλητηρίου Εντάλματος, η αιτήτρια καταχωρεί Έκθεση Απαίτησης, στην οποία και πάλι γίνεται αναφορά σε δύο μόνο κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικά δημοσιεύματα, αντί των τριών που επιθυμούσε να συμπεριλάβει. Επίσης, σε αυτό το στάδιο θα ήταν ιδιαίτερα εύκολο να διαπιστωθεί η παράλειψη αναφοράς στο τρίτο δημοσίευμα. Δεν διαπιστώθηκε. Καταχωρείται ακολούθως η υπεράσπιση από την εναγομένη, η οποία αναφέρεται σε δύο δημοσιεύματα. Η ενάγουσα ετοίμασε και καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση, στάδιο κατά το οποίο επίσης θα μπορούσε να διαπιστωθεί το ζήτημα της παράλειψης συμπερίληψης του δημοσιεύματος ημερομηνίας 17/7/
- Δεν διαπιστώθηκε. Παρά μόνο, τούτη η παράλειψη διαπιστώνεται σε άγνωστο χρόνο πριν από την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση. Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν κα περιβάλλουν το υπό εξέταση αίτημα δεν παρέχουν ικανοποιητικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχτεί προκειμένου να εγκρίνει το αίτημα, αν βεβαίως αυτό θα ήταν δυνατό να εγκριθεί. Πλην όμως το υπό εξέταση αίτημα, είναι καταδικασμένο σε απόρριψη για τους λόγους που θα καταγράψω πιο κάτω. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω προχωρώ αμέσως να εξετάσω το έτερο ζήτημα το οποίο αναδεικνύεται από την καθ΄ ης η αίτηση, αυτό της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, Ν.66(Ι)/2012, στο άρθρο 6
(4), διαλαμβάνει: «
(4)Καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Στο άρθρο 2, γίνεται αναφορά ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής ως ακολούθως: «
- Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.». Στην υπό εξέταση περίπτωση η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε 17/7/2014 και επομένως λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 2, όταν καταχωρείτο η επίδικη αίτηση την 1/9/2017, το αγώγιμό της δικαίωμα είχε παραγραφεί. Βεβαίως, σημειώνω ότι στην αγόρευσή για την αιτήτρια δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός ότι δεν έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα. Η θέση που προωθεί, είναι ότι ως το άρθρο 20 του επίδικου νόμου το Δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος και ότι το ζήτημα αυτό, ως το άρθρο 21 του Νόμου προτείνεται με δικογράφηση από το διάδικο που έχει έννομο συμφέρον. Με αναφορά δε σε απόφαση στην Αγωγή Αρ.1206/14, ισχυρίζεται ότι το θέμα της παραγραφής συνιστά αυτοτελή υπεράσπιση η οποία εγείρεται στα δικόγραφα με τη μορφή ειδικής υπεράσπισης. Επισημαίνει δε τέλος, την ευχέρεια του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου του αγώγιμου δικαιώματος ως το άρθρο 22 του επίδικου νόμου. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω τα άρθρα 20, 21 και 22 του επίδικου νόμου: «
- Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.
- Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, κατ΄ αρχήν επισημαίνω ότι, το ζήτημα της παραγραφής ΔΕΝ εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αλλά κατόπιν σχετικού ισχυρισμού της πλευράς της καθ΄ ης η αίτησης, ο οποίος περιέχεται σε δικόγραφο, ήτοι στην ένστασή της. Το πιο πάνω άρθρο 21, δεν περιορίζει τη δικογράφηση του θέματος της παραγραφής μόνο μέσω του δικογράφου της υπεράσπισης και αυτό είναι κάτι που αβίαστα προκύπτει από απλή ανάγνωσή του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, η αιτήτρια κάνει αναφορά στην απόφαση στην υπόθεση 1206/
- Δεν επισυνάπτει την εν λόγω απόφαση και δυστυχώς δεν κατάφερα να την εντοπίσω. Παρόλαυτά επισημαίνω πως ό,τι προκύπτει από το απόσπασμα που έχει τεθεί ενώπιόν μου, είναι ότι στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δεν αποφάσισε προκαταρκτικά σε σχέση με το θέμα της παραγραφής, εφόσον χρειαζόταν υπόβαθρο μαρτυρίας αναφορικά με το πότε συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει η οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με την ημερομηνία δημοσίευσης, η οποία ξεκάθαρα καθορίζεται από την ίδια την αιτήτρια ως 17/7/2014, χωρίς να εμφιλοχωρεί καμία αμφισβήτηση ή αμφιβολία ως προς αυτή την ημερομηνία η οποία συνιστά και την ολοκλήρωση βάσης αγωγής. Αν αντιλαμβάνομαι ορθά τη θέση της αιτήτριας είναι ότι, θα πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και ακολούθως να προβληθεί μέσω του δικογράφου της εναγομένης, ως υπεράσπιση το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος, παραγραφή, η οποία ειρήσθω εν παρόδω σημειώνεται ότι, δεν αμφισβητείται από την αιτήτρια. Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη του αστικου αδικήματος του λιβέλου και/ή της δυσφήμισης και/ή της επιζήμιας ψευδολογίας, το οποίο διαπράχθηκε 17/7/
- Το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα ως το άρθρο 6
(4)του Ν.66(Ι)/2012 παραγράφεται εντός ενός έτους. Η αίτηση αναφορικά με το εν λόγω δημοσίευμα έγινε 1/9/2017. Έχει τεθεί ενώπιον μου μέσω δικογράφου ισχυρισμός περί παραγραφής. Δεν έχει καταχωρηθεί αίτηση ως το άρθρο 22 για παράταση του χρόνου. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό της καθ΄ης η αίτηση κρίνεται επιτυχές. Το ζήτημα βεβαίως δεν τελειώνει εδώ. Επιθυμώ να αναδείξω ακόμη δύο παραμέτρους εξίσου καθοριστικές για την περαιτέρω πορεία της αίτησης. Πρώτον, υπενθυμίζω ότι ως η Δ.2
(6)
(4)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, όταν η αγωγή αφορά, μεταξύ άλλων, το αστικό αδίκημα του λιβέλου ή της συκοφαντίας, τότε η διαδικασία ξεκινά με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος: «
(4)In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff); the writ of summons may, at the option of the plaintiff, he specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2.)» Ο πιο πάνω θεσμός, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, αναγιγνώσκεται σε συνάρτηση με την Δ.2
(9), όπου προβλέπεται: «In actions for libel the indorsement on the writ shall state sufficient particulars to identify the publications in respect of which the action is brought» Υπενθυμίζω ότι, με την επίδικη αίτηση ό,τι ζητεί η αιτήτρια είναι την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Με την πιο πάνω πρόνοια της Διαταγής 2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, προβληματίζομαι εάν η ίδια η θεραπεία που ζητεί είναι ορθή. Προαπαιτούμενο για εγκυρότητα διαδικασίας/αγωγής για λίβελο ή δυσφήμιση, είναι η έναρξη της με «Κλητήριο Ένταλμα 2.1» η οπισθογράφηση του οποίου θα πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να αναγνωρισθούν οι δημοσιεύσεις. Πλην όμως η αιτήτρια επιλέγει να μη ζητήσει τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, παρά μόνο της έκθεσης απαίτησης. Θεωρώ ότι η δικονομική θεραπεία που ζητεί είναι λανθασμένη σε βαθμό μάλιστα που να καθίσταται μοιραίο για την εξέλιξη της αίτησης. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 24, σελ.96, γίνεται η ακόλουθη αναφορά: 'In an action for libel, if the plaintiff wishes to rely in his statement of claim on publications not particularized in the endorsement on the writ, he should apply for leave to amend the writ (f). Η δεύτερη παράμετρος που επιθυμώ να αναδείξω συνίσταται στα ακόλουθα. Η βάση της αγωγής, ήδη ανάφερα ότι συνίσταται σε δυσφήμιση και/ή λίβελο και ή επιζήμια ψευδολογία. Με την επίδικη αίτηση εκείνο που ουσιαστικά επιχειρείται είναι η προσθήκη στην έκθεση απαίτησης ενός ακόμη κατ΄ ισχυρισμό δυσφημιστικού και/ή άλλως πως δημοσιεύματος. Πλην όμως, η άποψή μου, είναι ότι το αίτημα αυτό συνιστά στην ουσία ξεχωριστή βάση αγωγής και ως τέτοιο θα πρέπει να προωθείται. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση, στην παράγραφο 856, αναφέρεται ότι· 'Each and every publication of a libel gives a distinct and separate cause of action' Το ζήτημα αυτό ακροθιγώς θίγεται και από τους δικηγόρους της καθ΄ ης η αίτηση με την ένστασή και τις αγορεύσεις τους. Η επίδικη προσθήκη δεν συσχετίζεται με υφιστάμενο δημοσίευμα. Συνιστά μια ανεξάρτητη δημοσίευση, ήτοι ένα αυτοτελή λίβελο (κατ΄ ισχυρισμό) και/ή άλλως πως, ο οποίος προωθείται στα πλαίσια ξεχωριστής αγωγής. Επομένως και για τον πιο πάνω λόγο δεν είναι επιτρεπτή η αιτούμενη τροποποίηση. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Η αίτηση ημερομηνίας 1/9/2017 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας και υπέρ της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή ως ο σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο