← Κύπρος

Dickran Hovsepian ν. Μαρίας Στρούθου, Αρ. Αγωγής: 3880/08, 29/1/2018

Dickran Hovsepian ν. Μαρίας Στρούθου, Αρ. Αγωγής: 3880/08, 29/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3880/08 Μεταξύ: Dickran Hovsepian, από τον Στρόβολο Ενάγοντα και Μαρίας Στρούθου, από το Ακάκι Εναγομένης και Olympic Insurance Co Ltd, από την Λευκωσία Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2018 Για ενάγοντα: κος Μιχάλης Βορκάς Για εναγομένη: κος Χρύσανθος Χρυσάνθου Για Τριτοδιάδικο: κα Στέλλα Ερωτοκρίτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή του, ο ενάγων αιτείται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για οδικό ατύχημα που επεσυνέβη στις 13.7.2006 στην συμβολή των οδών Μόρφου και Λυκαβηττού στον Δήμο Λακατάμιας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η εναγομένη οδηγούσε την πιο πάνω ημερομηνία, το μηχανοκίνητο όχημα της με αρ. L.K. 696 στην οδό Μόρφου στον Αρχάγγελο Λακατάμιας με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο Αρχαγγέλου προς την Λεωφόρο Ηρώων. Εντός του οχήματος της εναγομένης επέβαινε ως συνοδηγός, ο αδελφός της Γεώργιος Στρούθος. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι η εναγομένη φτάνοντας στην συμβολή της οδού Μόρφου με την οδό Λυκαβηττού που ήταν δεξιά σε σχέση με την πορεία της και ελέγχεται από φώτα τροχαίας, έστριψε δεξιά για να εισέλθει στην οδό Λυκαβηττού με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του ενάγοντα που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. ΗΜΧ 985 και ο οποίος κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Ως επακόλουθο, επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα και την δημιουργία ζημιών στην μοτοσικλέτα του. Προβάλλονται στην συνέχεια στην έκθεση απαίτησης, λεπτομέρειες αμέλειας αλλά και των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Με την υπεράσπιση της, η εναγομένη αμφισβητεί τις λεπτομέρειες αμέλειας που προβάλει ο ενάγων στην έκθεση απαίτησης του καθώς και τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές. Προβάλει αντίθετα την θέση ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, φέρει ο ενάγων. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στην συνέχεια ο δικηγόρος της εναγομένης που είναι παραδεκτό ότι διορίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχε ασφαλισμένο το πιο πάνω όχημα της, ζήτησε και πήρε άδεια να αποσυρθεί από συνήγορος υπεράσπισης. Ανέφερε επί του προκειμένου ότι η ασφαλιστική εταιρεία Olympic Insurance Co Ltd, δεν επιθυμεί πλέον να εκπροσωπεί με δικηγόρο την εναγομένη. Ο νέος συνήγορος υπεράσπισης που διόρισε προσωπικά η εναγομένη, πρόσθεσε με προσεπίκληση τριτοδιαδίκου, την πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία ως τριτοδιάδικο στην αγωγή. Η τριτοδιάδικος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση της πιο πάνω ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 5.9.14 απέρριψε την πιο πάνω αίτηση και έδωσε οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ εναγομένης και τριτοδιαδίκου. Στην έκθεση απαίτησης της εναντίον της τριτοδιαδίκου, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ασφαλισμένο στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου με αρ. ΜΟ

  1. Μετά την έγερση της αγωγής, η ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε από την εναγομένη την υπογραφή διοριστηρίου εγγράφου για να την υπερασπίσει ο δικός της δικηγόρος. Ακολούθως καταχώρησε εμφάνιση και έκτοτε είχε τον χειρισμό της υπόθεσης. Υπερασπίστηκε μάλιστα την εναγομένη και στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον για το επίδικο ατύχημα. Εντούτοις, ο εν λόγω συνήγορος με επιστολή του προς την εναγομένη ημ. 28.9.2009, την πληροφόρησε ότι η ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση να πληρώσει αποζημιώσεις στον ενάγοντα επειδή αυτός δεν έστειλε εντός της προβλεπομένης από τον Νόμο προθεσμίας, την ειδοποίηση για έγερση της αγωγής. Επιστολή με ταυτόσημο περιεχόμενο στάλθηκε στην εναγομένη από τον εν λόγω δικηγόρο και τον Νοέμβριο του
  2. Εντούτοις, συνέχισε να υπερασπίζεται την εναγομένη στην παρούσα αγωγή. Η εναγομένη στις 29.9.11, απέστειλε επιστολή μέσω του δικηγόρου της με την οποία καλούσε τον δικηγόρο της ασφαλιστικής εταιρείας να πληροφορήσει κατά πόσον προτίθεται να καλύψει την εναγομένη και πως στην περίπτωση που δεν έχει πρόθεση να πράξει κάτι τέτοιο, να παραδώσει τον φάκελο της υπόθεσης για να διορίσει δικό της δικηγόρο. Ο συνήγορος της ασφαλιστικής εταιρείας, απάντησε με επιστολή ημ. 7.12.11 ότι η απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας είναι να συνεχίσει να υπερασπίζεται την παρούσα αγωγή και ότι θα τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης. Παρά τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις, ο συνήγορος της ασφαλιστικής εταιρείας στην συνέχεια, ζήτησε και πήρε άδεια από το Δικαστήριο να αποσυρθεί από δικηγόρος της εναγομένης. Είναι η θέση της εναγομένης ότι έστω και αν ο δικηγόρος του ενάγοντα παρέλειψε να δώσει την αιτούμενη από τον Νόμο ειδοποίηση, ναι μεν τούτο ενδεχόμενα να απαλλάσσει την ασφαλιστική εταιρεία από την υποχρέωση να ικανοποιήσει την απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα, αλλά δεν την απαλλάσσει και από την συμβατική της υποχρέωση να παράσχει κάλυψη στην εναγομένη δυνάμει του ασφαλιστηρίου, δοθέντος ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης. Αναφέρεται επίσης στην έκθεση απαίτησης της εναγομένης εναντίον της τριτοδιαδίκου, ότι η τριτοδιάδικος κωλύεται από του να αρνείται να καλύψει την εναγομένη, λόγω της πιο πάνω προηγούμενης συμπεριφοράς της. Για τους πιο πάνω λόγους, η εναγομένη ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τριτοδιάδικος όπως την αποζημιώσει και/ή της παράσχει κάλυψη και συνεισφορά για οποιοδήποτε ποσόν διαταχθεί να πληρώσει στον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή υπό την μορφή αποζημιώσεων και εξόδων. Η τριτοδιάδικος στην υπεράσπιση της, αναφέρεται στην αλληλογραφία μεταξύ του συνηγόρου της και του συνηγόρου της εναγομένης. Στην επιστολή ημ. 28.9.2008, ενημέρωνε ότι δεν είναι υποχρεωμένη να καταβάλει οιονδήποτε ποσόν ως αποζημιώσεις στον ενάγοντα αφού δεν είχε δοθεί η προβλεπόμενη ειδοποίηση δυνάμει του Ν. 96(Ι)/
  3. Εντούτοις, αποδέχεται στην συνέχεια ότι με την επιστολή ημ. 7.12.11 ενημέρωνε ότι θα τηρούσε πλήρως τις υποχρεώσεις έναντι του ασφαλισμένου εάν βέβαια υφίσταντο. Αναφέρεται περαιτέρω στην υπεράσπιση της τριτοδιαδίκου ότι η απαίτηση της εναγομένης εναντίον της δεν μπορεί να εγερθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και δεν τίθεται θέμα συνεισφοράς ή αποζημίωσης εκ μέρους της τριτοδιαδίκου για τις αξιώσεις του ενάγοντος. Είναι η θέση της τριτοδιαδίκου ότι ούτε συμβατική υποχρέωση υφίσταται έναντι της εναγομένης, αφού το ασφαλιστήριο υπεγράφη από τον πατέρα της και όχι από την ίδια. Η εναγομένη ήταν απλά κατονομαζόμενη οδηγός στο ασφαλιστήριο που εκδόθηκε στο όνομα του πατέρα της. Υπό τας περιστάσεις, η εναγομένη δεν μπορεί να επικαλείται συμβατικές υποχρεώσεις της τριτοδιαδίκου αφού η ίδια δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο ασφαλιστήριο έγγραφο. Σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και αφού έγινε αλλαγή δικηγόρου από την τριτοδιάδικο λόγω ασθένειας του προηγούμενου συνηγόρου της, όλοι οι διάδικοι συμφώνησαν και δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που ο ενάγων δικαιούται επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται σε €200.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 16.5.
  4. Έτσι απέμεινε προς εκδίκαση το θέμα της ευθύνης καθώς και η απαίτηση της εναγομένης για κάλυψη και συνεισφορά από την τριτοδιάδικο για οποιαδήποτε ποσά διαταχθεί να πληρώσει στον ενάγοντα. Μαρτυρία Επειδή η πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων για τις αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης έγινε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο είχε ήδη ακούσει μαρτυρία για τα τραύματα του εναγομένου. Πρόκειται για τρεις γιατρούς, τους Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 & Μ.Ε.5, η μαρτυρία των οποίων δεν θα ληφθεί υπόψιν, λόγω της πιο πάνω συμφωνίας των μερών για τις αποζημιώσεις. Το ίδιο ισχύει και σε εκτεταμένα μέρη της μαρτυρίας του ενάγοντα ως προς τα τραύματα και τα έξοδα που υπέστη ως αποτέλεσμα του ατυχήματος. Επιπλέον, αναφορικά με την απαίτηση της εναγομένης εναντίον της τριτοδιαδίκου, κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της, η αλληλογραφία μεταξύ των μερών (τεκμ. 17 έως 29). Δεν δόθηκε για το θέμα περαιτέρω προφορική μαρτυρία και τα μέρη περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ως εκ τούτου στο στάδιο αυτό και προτού το Δικαστήριο προβεί σε σχετικά ευρήματα θα παρατεθεί και αξιολογηθεί, μόνον η δοθείσα μαρτυρία που αφορά την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης, κατέθεσαν οι ακόλουθοι μάρτυρες:
  5. Ο αστ. 1596 Δαμιανού, εξεταστής του ατυχήματος (Μ.Ε.1)
  6. Ο ενάγοντας (Μ.Ε.2)
  7. Ο αδελφός της εναγομένης Γιώργος Στρούθος που ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγομένη (Μ.Υ.1).
  8. Ο πατέρας της εναγομένης Κώστας Στρούθος (Μ.Υ.2). Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της πιο πάνω μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Μ.Ε.1 αστυφύλακας Μαρίνος Δαμιανού. Είναι ο εξεταστής του ατυχήματος. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1, την γραπτή του κατάθεση για σκοπούς ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης, την οποία είχε επίσης καταθέσει προηγουμένως στο ποινικό Δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτή, επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος που επεσυνέβη στις 13.7.2006 στη συμβολή των οδών Μόρφου και Λυκαβηττού στον Αρχάγγελο. Διαπίστωσε ότι στο ατύχημα είχαν εμπλακεί το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής LK 696 που οδηγούσε η εναγομένη Μαρία Στρούθου, με συνοδηγό τον Γεώργιο Στρούθο και η μοτοσικλέτα με αριθμό εγγραφής HMX 985 που οδηγούσε ο ενάγοντας. Τα ενεχόμενα οχήματα ήταν στις τελικές τους θέσεις και οι οδηγοί παρόντες. Ταυτόχρονα έφτασε στη σκηνή ασθενοφόρο που παρέλαβε τον ενάγοντα και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής και πήρε τα απαραίτητα μέτρα. Σημείωσε με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων το οποίο του υποδείχθηκε από την εναγομένη. Συμφωνεί και ο ίδιος με την εν λόγω υπόδειξη αφού στο αυτοκίνητο της εναγομένης δεν βρέθηκε κανένα άλλο σημείο επαφής, πλην της μπροστινής δεξιάς γωνιάς του. Κατά την παραμονή του στο μέρος, βεβαιώθηκε ότι τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Κατηγόρησε γραπτώς την εναγομένη, η οποία δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, εξήγησε στον ενάγοντα το πρόχειρο σχεδιάγραμμα με τα διάφορα μέτρα και το σημείο σύγκρουσης. Ο ενάγοντας συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα και το υπέγραψε. Αναφέρεται τέλος στην κατάθεση του μάρτυρα ότι το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, ο δρόμος ευθύς κατηφορικός και η ορατότητα μέχρι 100 μέτρα και από τις δύο πλευρές. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας κατέθεσε συμμετρικό σχεδιάγραμμα (τεκμ.2), το οποίο ετοίμασε με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που σχεδίασε στη σκηνή του ατυχήματος. Εξήγησε με λεπτομέρεια όλες τις μετρήσεις του στο εν λόγω σχεδιάγραμμα. Πήρε καταθέσεις από τους εμπλεκομένους, οι οποίες βρίσκονταν στον ποινικό φάκελο της υπόθεσης, που δυστυχώς έχει καταστραφεί. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι κατά το ατύχημα υπήρχε κανονική ροή κυκλοφορίας. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν το αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν σε κίνηση τη στιγμή της σύγκρουσης αφού δεν ήταν παρών κατά την εξέλιξη του ατυχήματος. Ανέφερε όμως ότι από τις ζημιές που εντόπισε στα οχήματα, προκύπτει ότι η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική. Μ.Ε.2 ενάγοντας Dickran Hovsepian. Ανέφερε ότι στις 13.7.2006 σχόλασε στις 5.00 μ.μ. από την εργασία του και γύρω στις 5.10, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Μόρφου. Στην διασταύρωση, το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Μετά που πέρασε ένα βαν από απέναντι του, είδε το αυτοκίνητο της εναγομένης να του αποκόπτει την πορεία, προσπαθώντας να στρίψει δεξιά στην οδό Λυκαβηττού. Δεν πρόλαβε να σταματήσει και συγκρούστηκε μαζί της. Η ταχύτητα της ήταν μεγάλη και τον κτύπησε στο δεξί πόδι, το οποίο τραυματίστηκε σοβαρά. Ο ίδιος έχασε τις αισθήσεις του μετά το ατύχημα. Ο ενάγοντας ανέφερε στην συνέχεια ότι γνωρίζει πολύ καλά το δρόμο, στον οποίο οδηγούσε καθημερινά για οκτώ χρόνια. Επανέλαβε ότι το αυτοκίνητο της εναγομένης δοκίμασε να στρίψει απότομα δεξιά στην οδό Λυκαβηττού, αποκόπτοντας την πορεία του. Δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο γιατί λιποθύμησε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Καθόρισε την ορατότητα του σε περίπου 15 μέτρα και ισχυρίστηκε ότι το φως στην πορεία του ότι ήταν πράσινο. Δεν είχε άλλα οχήματα μπροστά του. Όταν είδε την εναγομένη για πρώτη φορά, ήταν σε απόσταση 2 μέτρων μπροστά του. Εισήλθε με ταχύτητα στην στη λωρίδα του, αποκόπτοντας του τον δρόμο και δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Επιπλέον, ο δρόμος ήταν στενός σε εκείνο το σημείο και δεν μπόρεσε να την αποφύγει. Η εναγομένη είχε εισέλθει περίπου 1 ½ μέτρο στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ενάγοντας επέμενε ότι κατά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν σε κίνηση παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές του συνηγόρου για την εναγομένη. Του υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι το αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν σταματημένο και ότι κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο που ήταν πλατύς θα μπορούσε χωρίς κανένα πρόβλημα να συνεχίσει την πορεία του και να περάσει στην απέναντι πλευρά των φώτων χωρίς να συγκρουστεί με την εναγομένη. Απάντησε ότι δεν μπόρεσε καθόλου να αντιδράσει και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα του πάνω στο αυτοκίνητο της εναγομένης αν μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Επέμενε ότι η εναγομένη του απέκοψε το δρόμο που ήταν στενός σε εκείνο το σημείο χωρίς καν ο ίδιος να μπορεί να αντιδράσει. Πριν την εναγομένη, είχε στρίψει δεξιά ακόμα ένα μεγάλο αυτοκίνητο τύπου βαν. Στο στάδιο εκείνο, η μοτοσικλέτα του είχε αρκετή απόσταση από τα φώτα και το βαν μπόρεσε να στρίψει χωρίς να του αποκόψει το δρόμο. Ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε ότι πίσω από το βαν ακολουθούσε το αυτοκίνητο της εναγομένης. Δεν μπόρεσε να το δει πιο πριν διότι το βαν ήταν ψηλό και του απέκρυψε την ορατότητα. Όταν είδε την εναγομένη, αντιλήφθηκε ότι και αυτή προσπαθούσε να ακολουθήσει το μεγάλο βαν προκειμένου να στρίψει δεξιά, αποκόπτοντας με αυτό τον τρόπο την πορεία του. Δεν πρόλαβε να την αποφύγει γιατί όταν την είδε, το αυτοκίνητο της βρισκόταν μόλις στα 2 μέτρα απόσταση από τη μοτοσικλέτα του. Μ.Υ.1 Γιώργος Στρούθου Είναι αδελφός της εναγομένης. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση (έγγραφο 1), ήταν συνοδηγός στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγομένη το οποίο είναι ιδιοκτησία του πατέρα τους. Η αδελφή του, οδηγούσε το εν λόγω όχημα στην οδό Μόρφου στον Αρχάγγελο με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο Αρχαγγέλου προς τη Λεωφόρο Ηρώων. Φθάνοντας στα φώτα τροχαίας της οδού Μόρφου με την οδό Λυκαβηττού, εισήλθαν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου με υποχρεωτική κατεύθυνση δεξιά, με πρόθεση να στρίψουν δεξιά στην Λεωφόρο Λυκαβηττού. Το φως στην πορεία τους ήταν πράσινο. Όμως λόγω του ότι από απέναντι έρχονταν οχήματα, η εναγομένη ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της εντός της διασταύρωσης με λοξή κλίση προς τα δεξιά. Ενώ ήταν σταματημένοι και περίμεναν να καθαρίσει από απέναντι ο δρόμος για να στρίψουν δεξιά, είδε ένα ψηλό βαν χρώματος άσπρου να έρχεται από απέναντι τους και στρίβει προς την οδό Λυκαβηττού. Τη στιγμή που το βαν έστριβε, ξεπρόβαλε ταυτόχρονα από το δεξιό του μέρος μία μοτοσικλέτα, η οποία αφού πέρασε από τα δεξιά του βαν και σχεδόν απέναντι τους, έχασε τον έλεγχο της και κτύπησε το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος τους. Από τη σύγκρουση έσπασε ο μπροστινός δεξιός τροχός του αυτοκινήτου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι στο σημείο που η εναγομένη ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της, υπήρχε απεριόριστος χώρος για να περάσουν οχήματα προς την κατεύθυνση που οδηγείτο η μοτοσικλέτα. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι ήταν παρών την ώρα που η αστυνομία έπαιρνε τα μέτρα της σκηνής. Συμφώνησε βλέποντας το σχεδιάγραμμα (τεκμ.2) ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ. Του υπεδείχθη ότι σύμφωνα με το εν λόγω σχεδιάγραμμα, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγομένη τοποθετείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα. Διαφώνησε με το μέρος αυτό του σχεδιαγράμματος. Ανέφερε στη συνέχεια ότι δεν υπάρχει κλίμακα σε αυτό και δεν μπορεί να ξέρει αν είναι σωστές οι μετρήσεις. Ο μάρτυρας επέμενε ότι το βαν αυτοκίνητο οδηγείτο προς την κατεύθυνση της μοτοσικλέτας του ενάγοντα. Αρνήθηκε ότι οδηγείτο στην ίδια κατεύθυνση με το αυτοκίνητο της εναγομένης και ότι προηγείτο αυτού. Δεν θυμάται αν έδωσε κατάθεση σε άλλο Δικαστήριο για το ίδιο ατύχημα, ούτε γνωρίζει αν κατηγορήθηκε η αδελφή του ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου. Μ.Υ.2 Κώστας Στρούθου, Είναι ο πατέρας της εναγομένης. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, (έγγραφο 2), δέχτηκε τηλεφώνημα από την κόρη του, η οποία τον πληροφόρησε για το επίδικο δυστύχημα. Επειδή βρισκόταν κοντά στην περιοχή, μετέβη αμέσως στο χώρο. Κατά τον επίδικο χρόνο, είχε ασφαλισμένο το αυτοκίνητο του στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία. Ασφαλισμένοι να οδηγούν το όχημα ήταν όλα τα μέλη της οικογένειας του, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης. Παρουσίασε ως τεκμήριο 14, αντίγραφο του πιστοποιητικού ασφάλισης. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον της εναγομένης. Ο ίδιος επειδή μετέβη αμέσως στη σκηνή, διαπίστωσε ότι η στροφή του αυτοκινήτου της εναγομένης προς τα δεξιά, ήταν μόλις 18 εκατοστά. Διερωτήθηκε μάλιστα πώς ο ενάγων κτύπησε στο μπροστινό δεξιό τροχό του αυτοκινήτου, την στιγμή που υπήρχε δρόμος πλάτους 3 μέτρων, δηλαδή αρκετός χώρος για να περάσει. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στη μαρτυρία σε σχέση με την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Ήταν η θέση του ότι ο ενάγων με τη μαρτυρία του, περιέγραψε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο η μοτοσικλέτα του συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της εναγομένης. Κατά την αντεξέταση του, απέρριψε υποβολές ότι κινήθηκε δεξιότερα της λωρίδας του, προσπαθώντας να προσπεράσει άλλο όχημα που προπορευόταν και το οποίο ετοιμαζόταν να στρίψει αριστερά στα φώτα τροχαίας. Η θέση του ενάγοντα, ήταν πως δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο όχημα μπροστά του. Αντιθέτως αυτό που υπήρχε, ήταν ένα μεγάλο ψηλό βαν αυτοκίνητο στον απέναντι δρόμο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Αφού το εν λόγω αυτοκίνητο έστριψε δεξιά, το ίδιο προσπάθησε να κάνει και η εναγομένη, χωρίς όμως να προλάβει, με αποτέλεσμα να κτυπήσει τη μοτοσικλέτα του ενάγοντα. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη μαρτυρία που έδωσε ο Μ.Υ.1, αδελφός της εναγομένης. Κατά το συνήγορο, ο μάρτυρας αυτός, προέβαλε ένα ανυπόστατο σενάριο σχετικά με τον τρόπο που συνέβη το επίδικο δυστύχημα. Προέβαλε τη θέση πως λίγα δευτερόλεπτα πριν το ατύχημα μπροστά από τη μοτοσικλέτα του ενάγοντα, προπορευόταν ένα ψηλό βαν εμπορικό, το οποίο έστριψε αριστερά. Την στιγμή που το εν λόγω βαν έστριβε, ξεπρόβαλε από το δεξιό μέρος του βαν μια μοτοσικλέτα η οποία πέρασε σχεδόν απέναντι από το αυτοκίνητο της εναγομένης που ήδη ήταν ακινητοποιημένο εντός της διασταύρωσης με λοξή κλίση προς τα δεξιά. Σύμφωνα λοιπόν με τον Μ.Υ.1, αυτός είδε τον ενάγοντα να χάνει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να χτυπά πάνω στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος της εναγομένης περίπου στο σημείο που είναι η γωνιά του οχήματος. Ανέφερε μάλιστα ότι το όχημα της εναγομένης ήταν σταματημένο την ώρα του ατυχήματος και πως αυτό δεν ήταν καθόλου εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι όλα τα πιο πάνω που ανέφερε ο Μ.Υ.1, είναι ανυπόστατα και αποτελούν επινόηση της πλευράς της εναγομένης για να αποφύγει τις σοβαρότατες ευθύνες της προς τον ενάγοντα. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε αποσπάσματα της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, προκειμένου να υποστηρίξει ότι αυτή είναι ανυπόστατη. Σημείωσε δε ότι οι δύο μάρτυρες για την εναγομένη, ήταν συγγενικά της πρόσωπα που ήθελαν να την βοηθήσουν. Ακολούθως, με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο ζήτημα της ευθύνης και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως η εναγομένη κριθεί ως αποκλειστικά υπαίτια για το επίδικο ατύχημα. Ο συνήγορος της εναγομένης στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε εξαντλητικά σε μαρτυρίες των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 στον βαθμό που αφορούν το ζήτημα της ευθύνης. Σε σχέση με τον Μ.Ε.1, εισηγήθηκε ότι παρότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας που κατέγραψε την πραγματική μαρτυρία και τις συνθήκες του δρόμου, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τις συνθήκες που οδήγησαν στο ατύχημα. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, η ορατότητα και στις δύο κατευθύνσεις ήταν καλή, γύρω στα 100 μέτρα. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ενάγοντα, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι έδωσε διαφορετικές εκδοχές στην κυρίως εξέταση και την αντεξέταση του. Οι αντιφάσεις αφορούν τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, την πορεία που ακολουθούσε και το σημείο σύγκρουσης. Στο μόνο σημείο που παρέμεινε σταθερός ήταν ότι η ορατότητα ήταν περίπου 15 μέτρα και ότι είδε το όχημα της εναγομένης για πρώτη φορά σε απόσταση 2 μέτρων. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, καταδεικνύει τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η σύγκρουση. Η μαρτυρία αυτή, ταυτίζεται και με την πραγματική μαρτυρία που κατέθεσε ο αστυφύλακας εξεταστής του ατυχήματος Μ.Ε.
  9. Το σημείο σύγκρουσης και η τελική θέση του οχήματος της εναγομένης, καταδεικνύουν κατά τον συνήγορο, την ορθότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ.
  10. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη σχέση μεταξύ εναγομένης και τριτοδιαδίκου στην περίπτωση που διαφανεί ότι υπάρχει η ευθύνη της εναγομένης. Κατά τον συνήγορο, πρόκειται για συμβατική σχέση μεταξύ της εναγομένης και του τριτοδιαδίκου, αλλά και ταυτόχρονα νομική μεταξύ τριτοδιαδίκου - εναγόμενης και ενάγοντα. Αφορά υποχρεωτική ασφάλιση μηχανοκινήτου οχήματος που ασφαλίζει τις ζημιές από τη χρήση του. Η συμβατική σχέση εναγομένης - τριτοδιαδίκου, καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (τεκμ. 14), με το οποίο η τριτοδιάδικος ανέλαβε να αποζημιώσει οποιοδήποτε τρίτο από ευθύνη της εναγομένης. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι η συμβατική υποχρέωση της τριτοδιαδίκου δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από πράξεις ή παραλείψεις τρίτου. Τούτο είναι ξεκάθαρο και θεωρείται ως δεδομένο καθότι στην απουσία οποιασδήποτε παράβασης εκ μέρους του ασφαλισμένου, στην περίπτωση μας της εναγομένης, οι συμβατικές υποχρεώσεις πρέπει να τηρούνται. Στην περίπτωση μας δεν υπάρχει καμία παράβαση του ασφαλιστηρίου από την εναγομένη. Αντιθέτως η εναγομένη από την πρώτη στιγμή, ενημέρωσε την τριτοδιάδικο για την απαίτηση του ενάγοντα. Μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα, καταχωρήθηκε υπεράσπιση από τους δικηγόρους της τριτοδιαδίκου εκ μέρους της εναγομένης, οι οποίοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετές φορές χωρίς σε καμία περίπτωση να ισχυριστούν παράβαση του ασφαλιστηρίου. Στην συνέχεια, αποσύρθηκαν από την υπόθεση με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση που επιβάλλει ο Νόμος 96

(1)/2000 να ενημερώσει την ασφαλιστική εταιρεία εντός επτά ημερών από την έγερση της αγωγής. Είναι παραδεκτό από τον συνήγορο ότι η ειδοποίηση προς την τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία δεν δόθηκε σύμφωνα με τις προθεσμίες που καθορίζει ο Νόμος αλλά δόθηκε με καθυστέρηση ενάμισι περίπου μήνα. Παρόλα αυτά, ο συνήγορος με παραπομπή στο άρθρο 15.1 του Νόμου 96
(1)/2000, εισηγήθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία εξακολουθεί να έχει υποχρέωση να αποζημιώσει κατευθείαν τον ενάγοντα. Σημείωσε δε ότι από την καταχώριση της αγωγής μέχρι και την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, κανένα δικονομικό μέτρο δεν λήφθηκε στην αγωγή. Η πρόθεση του νομοθέτη κατά το συνήγορο, είναι να μην μένει κανένα θύμα τροχαίου χωρίς αποζημίωση καθώς και να θέτει πρόνοιες που είναι ευνοϊκότερες για τον ζημιωθέντα. Στην περίπτωση μας, δόθηκε ειδοποίηση έστω και καθυστερημένα. Σκοπός ήταν να ενημερωθεί και προστατευθεί ο ασφαλιστής, πράγμα το οποίο έγινε. Ο σκοπός δεν είναι να μείνει το θύμα του δυστυχήματος χωρίς αποζημίωση. Ως εκ τούτου, το άρθρο 15
(1)θα πρέπει να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε να εννοείται ότι ο ασφαλιστής δικαιούται να αρνηθεί να πληρώσει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν του δόθηκε καθόλου ειδοποίηση και η ευκαιρία να προστατευθεί και υπερασπιστεί στην απαίτηση. Στην παρούσα, δόθηκε ειδοποίηση και δεν λήφθηκε κανένα δικονομικό μέτρο πριν την εμφάνιση του ασφαλιστή. Η άρνηση του να πληρώσει θα πρέπει να κριθεί εκτός του πλαισίου του Νόμου και των ευρωπαϊκών οδηγιών και συνιστά κατάφορη παραβίαση των υποχρεώσεων του, όπως απορρέουν από το Νόμο. Διαφορετική ερμηνεία θα έθετε εν αμφιβόλω την ισχύ του ευρωπαϊκού κεκτημένου και θα επιβράβευε ουσιαστικά, σκοπό αντίθετο με τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Συνεπακόλουθα θα πρέπει κατά το συνήγορο, η τριτοδιάδικος όχι μόνο να καλύψει την εναγομένη αλλά να καταβάλει κατευθείαν στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί εναντίον της εναγομένης. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επίσης ότι δημιουργείται στην παρούσα, κώλυμα στην τριτοδιάδικο να αρνηθεί να καλύψει την εναγομένη λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς της. Αλλά υπάρχει επίσης και η δυνατότητα του Δικαστηρίου να συνενώσει την τριτοδιάδικο ως εναγομένη 2 και να εκδώσει απόφαση εναντίον της, στο βαθμό και στην έκταση που ευθύνεται η εναγομένη. Το κώλυμα εκ συμπεριφοράς, συνίσταται στο γεγονός ότι η τριτοδιάδικος μέσω των δικηγόρων της, εξέφρασε την πρόθεση να τηρήσει πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, εκπροσώπησε την εναγομένη για πέντε συναπτά έτη, καταχώρισε υπεράσπιση εκ μέρους της, εξέτασε τον ενάγοντα με γιατρούς της επιλογής της και έκανε προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση. Ενεργούσε δηλαδή από την αρχή ως να ήταν διάδικος, καθιστώντας βέβαιη την πρόθεση της να πληρώσει. Πρόκειται κατά το συνήγορο για συμπεριφορά που ταυτίζεται με τον ορισμό του κωλύματος. Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση όπως η τριτοδιάδικος προστεθεί ως συνεναγομένη αφού ενεργούσε για πέντε χρόνια ως σκιώδης διάδικος και στη συνέχεια ως τριτοδιάδικος. Η «μεταβολή» της τριτοδιαδίκου σε συνεναγόμενη, εμπίπτει ξεκάθαρα εντός των πλαισίων της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, όπως αυτή προκύπτει τόσο από τη Δ.19 θ.10 όσο και από την Κυπριακή και Αγγλική νομολογία και εξυπηρετεί απόλυτα το σκοπό και τις πρόνοιες του Νόμου. Η συνήγορος της τριτοδιαδίκου στη δική της αγόρευση, υπέδειξε ότι είναι παραδεκτό και αναντίλεκτο ότι ο ενάγοντας δεν έδωσε την προβλεπόμενη από τον Νόμο ειδοποίηση των 7 ημερών για την έγερση της αγωγής. Ως εκ τούτου, η διαφορά μεταξύ της εναγομένης και της τριτοδιαδίκου, επικεντρώνεται σε καθαρά νομικά ζητήματα. Ήταν η θέση της συνηγόρου επί του προκειμένου ότι η παράλειψη του ενάγοντα να δώσει την πιο πάνω ειδοποίηση για την έγερση της αγωγής, εξ' ορισμού τον αποκλείει από του να ενεργοποιήσει το άρθρο 14 του Νόμου 96
(1)/2000 που καθορίζει την ευθύνη του ασφαλιστή. Η συνήγορος απέρριψε τη θέση της εναγομένης ότι η αξίωση της δεν εδράζεται στον πιο πάνω Νόμο αλλά στην συμβατική της σχέση με την τριτοδιάδικο. Επεσήμανε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αλλά και το πιστοποιητικό ασφάλισης, βασίζονται ακριβώς στο Νόμο 96
(1)/2000. Η υποχρέωση του ασφαλιστή για πληρωμή αποζημίωσης, διέπεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται ρητά στο άρθρο 15.1 του Νόμου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, η απαλλαγή της υποχρέωσης του ασφαλιστή ισχύει έναντι παντός, είτε αυτός είναι ο ασφαλισμένος, είτε τρίτο πρόσωπο. Με παραπομπή σε νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σκοπός του πιο πάνω Νόμου είναι να διασφαλίσει τα δικαιώματα τρίτων προσώπων αλλά και του ιδίου του ασφαλιστή. Η κοινοποίηση στην ασφαλιστική εταιρεία είναι σημαντική προϋπόθεση ούτως ώστε να πληροφορείται έγκαιρα για τις ανάγκες που καλείται να καλύψει και επιπλέον να αποφευχθούν περιπτώσεις συνεννόησης μεταξύ ενάγοντα και ασφαλισμένου για αποδοχή απόφασης χωρίς την έγκριση του ασφαλιστή. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς ότι η τριτοδιάδικος απεμπόλησε το δικαίωμα που της παρέχει ο Νόμος λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς, η συνήγορος ανέφερε ότι η αρχές του κωλύματος δεν ισχύουν στην παρούσα περίπτωση όπου τα δικαιώματα καθορίζονται νομοθετικά. Δεν μπορεί κατά την συνήγορο να ακυρωθεί ρητή νομοθετική πρόνοια, από την συμπεριφορά οποιουδήποτε διαδίκου. Οι αρχές για κώλυμα εκ συμπεριφοράς, εφαρμόζονται σε ιδιωτικές συμβάσεις αν η συμπεριφορά ενός διαδίκου, υποδεικνύει ότι απεμπόλησε το δικαίωμα που του δίνει συγκεκριμένος συμβατικός όρος. Εδώ όμως δεν έχουμε ιδιωτική σύμβαση. Οποιαδήποτε συμπεριφορά δεν μπορεί να παράγει κώλυμα ενάντια σε σαφή νομοθετική πρόνοια. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης της, η συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία οι αρχές που καθορίστηκαν για το νομικό κώλυμα δεν εφαρμόζονται σε δικαιώματα που κατοχυρώνονται νομοθετικά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Ο Μ.Ε.1 αστυφύλακας Μαρίνος Δαμιανού, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες του αναφορικά με την διερεύνηση του ατυχήματος καθώς και στις μετρήσεις και τα άλλα ευρήματα του, τα οποία κατέγραψε στο σχεδιάγραμμα που κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ.2). Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο ούτε και εντοπίζω πρόθεση του να αποφύγει την αλήθεια ή να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο ενάγοντας Μ.Ε.2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν αρκετά κατατοπιστικός ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Επί του προκειμένου, ήταν αρκετά σαφής και απόλυτα πειστικός ότι η εναγομένη ήταν σε κίνηση κατά την ώρα της σύγκρουσης και ότι στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά στην οδό Λυκαβηττού, εισήλθε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας αποκόπτοντας την πορεία του. Ήταν επιπλέον πειστικός ότι δεν είδε την εναγομένη παρά μόνο σε απόσταση δύο μέτρων λόγω του ότι ακολουθούσε ψηλό βαν αυτοκίνητο που επίσης έστριψε δεξιά στην οδό Λυκαβηττού. Επιπλέον ο δρόμος ήταν στενός σε εκείνο το σημείο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποφύγει την σύγκρουση. Η εκδοχή του ενάγοντα ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην σύγκρουση, επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία όπως αυτή αποτυπώθηκε στο σχεδιάγραμμα (τεκμ.2) και τα ευρήματα του εξεταστή της υπόθεσης. Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική της εξέλιξης των πραγμάτων. Νοείται όμως ότι η πραγματική μαρτυρία θα πρέπει να είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του οδικού ατυχήματος. Ένα αντικειμενικό εύρημα για να έχει αποδεικτική δυναμική και για να μπορεί να αποτελέσει οδηγό αξιοπιστίας της μαρτυρίας θα πρέπει να μπορεί να καθοδηγήσει θετικά ως προς τα γεγονότα της σύγκρουσης χωρίς ποτέ το Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα ούτε να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ 252). Στην παρούσα περίπτωση, υπενθυμίζω ότι το σημείο σύγκρουσης στο σχεδιάγραμμα (τεκμ.2), το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντα. Στοιχείο που επιβεβαιώνει την θέση του ενάγοντα για αποκοπή της πορείας του από την εναγομένη. Επιπλέον οι ζημιές στα δύο οχήματα καταδεικνύουν σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εξεταστή της υπόθεσης, πλαγιομετωπική σύγκρουση, γεγονός που επιβεβαιώνει την θέση του ενάγοντα ότι η εναγομένη προσπάθησε να στρίψει δεξιά και δεν είχε ακινητοποιημένο το όχημα της στην πλευρά της, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Το γεγονός αυτό, καταδεικνύεται και από την τελική θέση του αυτοκινήτου της εναγομένης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο ενάγων, ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και αυθόρμητες χωρίς σε κανένα σημείο δώσει οιανδήποτε ένδειξη προσχεδιασμού της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.1 Γιώργος Στρούθου δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε κυρίως στο να ενισχύσει την εκδοχή της υπεράσπισης παρά να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Επέμενε ότι η εναγομένη ακινητοποίησε το όχημα της στην δική της λωρίδα, περιμένοντας να καθαρίσει ο δρόμος για να στρίψει δεξιά. Θέση που δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα δεν συνάδει με το σημείο Χ, τις τελικές θέσεις των οχημάτων και τις ζημιές σε αυτά. Και ενώ αρχικά συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ, το οποίο άλλωστε υποδείχθηκε από την ίδια την εναγομένη, στην συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι αυτό βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα, διαφοροποίησε την θέση του αναφέροντας ότι διαφωνεί με το μέρος αυτό των μετρήσεων. Για να αναφέρει στην συνέχεια ότι δεν υπάρχει κλίμακα στο σχεδιάγραμμα και δεν μπορεί να ξέρει αν είναι σωστές και οι υπόλοιπες μετρήσεις. Η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Υ.1 ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται στο σύνολο της. Ο Μ.Υ.2 Κώστας Στρούθου, επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν παρών κατά την επίδικη οδική σύγκρουση. Όμως μετέβη αμέσως μετά στην σκηνή αφού ειδοποιήθηκε από την εναγομένη θυγατέρα του. Εκεί όπως είπε, διαπίστωσε ότι η στροφή του αυτοκινήτου της εναγομένης προς τα δεξιά ήταν μόλις 18 εκατοστά. Δεν ανέφερε όμως πως ο ίδιος μέτρησε αυτήν την απόσταση την στιγμή που ο Μ.Ε.1 έπαιρνε καθηκόντως μετρήσεις. Ούτε εξήγησε πως αυτή η μέτρηση, διαφέρει από τις μετρήσεις που ο Μ.Ε.1 τοποθέτησε στο τεκμήριο
  1. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται στο σύνολο της. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Στις 13.7.2006 γύρω στις 17.10, η εναγομένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα της με αρ. LK 696 στην οδό Μόρφου στον Αρχάγγελο Λακατάμιας με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο Αρχαγγέλου προς την Λεωφόρο Ηρώων. Εντός του οχήματος της εναγομένης επέβαινε ως συνοδηγός, ο αδελφός της Γεώργιος Στρούθος (Μ.Υ.1). Η εναγομένη φτάνοντας στην συμβολή της οδού Μόρφου με την οδό Λυκαβηττού, η οποία ήταν δεξιά σε σχέση με την πορεία της και ελέγχεται από φώτα τροχαίας, έστριψε δεξιά για να εισέλθει στην οδό Λυκαβηττού με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του ενάγοντα που οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. ΗΜΧ 985 και ο οποίος κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Ως επακόλουθο, επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα και την δημιουργία ζημιών στην μοτοσικλέτα του. Στην σκηνή έφτασε ο αστυφύλακας Μαρίνος Διαμιανού (Μ.Ε.1). Βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και τους οδηγούς παρόντες. Ταυτόχρονα με την άφιξη του Μ.Ε.1 στην σκηνή, ασθενοφόρο που παρέλαβε τον ενάγοντα και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Ο Μ.Ε.1 πήρε μέτρα της σκηνής και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Σημείωσε με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων το οποίο του υποδείχθηκε από την εναγομένη και με το οποίο συμφώνησε και ο ενάγοντας όταν του υπεδείχθη από τον Μ.Ε.2 στο Νοσοκομείο όπου τον επισκέφθηκε για να του πάρει κατάθεση. Με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, ο Μ.Ε.1 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος (τεκμ.2). Βρίσκω και αποδέχομαι ως ορθές, όλες τις μετρήσεις που ο Μ.Ε.1 κατέγραψε στο τεκμήριο
  2. Ειδικότερα βρίσκω και αποδέχομαι ως σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, το σημείο Χ στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα (τεκμ.2). Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, ο δρόμος ευθύς κατηφορικός και η ορατότητα μέχρι 100 μέτρα και από τις δύο πλευρές. Το αυτοκίνητο της εναγομένης, υπέστη ζημιά στην μπροστινή δεξιά γωνιά και στον προφυλακτήρα ενώ η μοτοσικλέτα του ενάγοντα υπέστη ζημιές στο τιμόνι, στην ανάρτηση του μπροστινού τροχού και στο δεξιό πατίδι. Ο ενάγοντας τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι. Οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που ο ενάγων δικαιούται επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο συμφωνημένο ποσόν των €200.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 16.5.
  3. Κατά τους επίδικους χρόνους, το αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν ασφαλισμένο στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει ασφαλιστηρίου εγγράφου με αρ. ΜΟ
  4. Ο ενάγοντας μετά την καταχώρηση της αγωγής, παρέλειψε να αποστείλει στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, την ειδοποίηση που καθορίζεται από το άρθρο 15.1 του Νόμου 96
(1)/2000. Μετά την έγερση της αγωγής, η ασφαλιστική εταιρεία υπερασπίστηκε την εναγομένη και είχε τον χειρισμό της υπόθεσης εκ μέρους της. Την υπερασπίστηκε επίσης στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον της. Στην συνέχεια όμως, εξέφρασε την πρόθεση να μην καλύψει οποιοδήποτε ποσόν διαταχθεί η εναγομένη να πληρώσει τον ενάγοντα, επειδή αυτός δεν έστειλε εντός της προβλεπομένης από τον Νόμο προθεσμίας, την ειδοποίηση για έγερση της αγωγής. Ακολούθως, ο συνήγορος της τριτοδιαδίκου ασφαλιστικής εταιρείας, με επιστολή ημ. 7.12.11 (τεκμ. 20) ανέφερε στον συνήγορο της εναγομένης ότι η απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας είναι να συνεχίσει να υπερασπίζεται την παρούσα αγωγή και ότι θα τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης. Όμως στην συνέχεια και παρά την πιο πάνω διαβεβαίωση, ο συνήγορος της ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε και πήρε άδεια από το Δικαστήριο να αποσυρθεί από δικηγόρος της εναγομένης. Η τριτοδιάδικος ασφαλιστική εταιρεία ειδοποίησε επί του προκειμένου την εναγομένη και της ζήτησε να διορίσει νέο Δικηγόρο για να την υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή. Συμπεράσματα Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων θα προχωρήσω στην συνέχεια, στην εξέταση του ζητήματος της ευθύνης για το ατύχημα. Στην περίπτωση που στοιχειοθετηθεί οιαδήποτε ευθύνη της εναγομένης θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον δικαιούται σε κάλυψη από την τριτοδιάδικο. Η εξέταση των δύο πιο πάνω ζητημάτων θα γίνει με ταυτόχρονη παραπομπή σε σχετική νομολογία. Η ευθύνη για το ατύχημα Σε μια υπόθεση οδικής αμέλειας, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε ως συνετός και όχι ως ο τέλειος οδηγός. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στo ατύχημα. Σχετική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1,4 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: • η φύση του καθήκοντος και • όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο της αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια.» Τόσον στην αγγλική Νομολογία όσον και στην Νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου, τονίσθηκε η αρχή ότι αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις, συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα που δεν θα περνούσε από το μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις δεν αποτελεί αμέλεια (βλ. μεταξύ άλλων Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609, Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215). Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ο ενάγων απέδειξε την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε έναντι του η εναγομένη. Η εναγομένη οδήγησε στην προκειμένη περίπτωση το όχημα της χωρίς την δέουσα παρατηρητικότητα και χωρίς να λαμβάνει υπόψη, τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Όφειλε κατά την κρίση μου προτού επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά να πιστοποιήσει ότι ο δρόμος ήταν καθαρός για να πράξει κάτι τέτοιο και ότι δεν θα απέκοπτε την πορεία οιουδήποτε άλλου οχήματος οδηγείτο κανονικά στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας. Η παρουσία της μοτοσυκλέτας του ενάγοντα στο συγκεκριμένο σημείο, ήταν εύλογα προβλεπτή στην εναγομένη. Γι' αυτό όφειλε να οδηγεί το όχημα της με τρόπο ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα την μοτοσικλέτα του ενάγοντα προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. Αντίθετα, η εναγομένη επιχείρησε δεξιά στροφή πίσω από το βαν που προηγείτο του οχήματος της, εισερχόμενη στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς να προβεί σε επαρκή έλεγχο του δρόμου, και αποκόπτοντας την πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντα. Η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης, καταδεικνύει ότι δεν εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας που όφειλε έναντι των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο και ειδικά έναντι του ενάγοντα που οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στο απέναντι ρεύμα κυκλοφορίας. Η είσοδος με δεξιά κλίση στην λωρίδα κυκλοφορίας του ενάγοντα πίσω ακριβώς από το ψηλό βαν, καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν έλεγξε καθόλου τον δρόμο, παραγνωρίζοντας πλήρως τον προβλεπτό κίνδυνο να κινούνται άλλα οχήματα στην απέναντι κατεύθυνση. Να σημειώσω εδώ ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπήρχε στην σκηνή πολύ καλή ορατότητα γύρω στα 100 μέτρα. Αν η εναγομένη σταματούσε κανονικά στην συμβολή των δρόμων και έλεγχε την κίνηση από απέναντι της στην οδό Μόρφου, θα μπορούσε με ευκολία να αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του ενάγοντα που εκινείτο από την αντίθετη κατεύθυνση. Αντιθέτως, η εναγομένη επιχείρησε απότομα δεξιά στροφή, ακολουθώντας το ψηλό βαν που είχε ήδη στρίψει δεξιά πριν από αυτήν, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην αντίθετη με την πορεία της κατεύθυνση. Η εν γένει οδική συμπεριφορά της εναγομένης και ειδικά η αποτυχία της να ελέγξει επαρκώς τον δρόμο προτού επιχειρήσει δεξιά στροφή, συνιστά την γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος και δικαιολογεί την απόδοση οδικής αμέλειας εναντίον της. Αυτό γιατί είναι παραδεκτό ότι από την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της εναγομένης προς τον ενάγοντα, ο ενάγοντας υπέστη ζημιά. Τραυματίστηκε σοβαρά κατά την σύγκρουση και υπέστη πόνο ταλαιπωρία και έξοδα. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την οδική αμέλεια της εναγομένης. Αποτέλεσμα της πιο πάνω οδικής αμέλειας της εναγομένης, ήταν η δημιουργία της επίδικης οδικής σύγκρουσης, που είχε ως συνέπεια την πρόκληση σοβαρού τραυματισμού, πόνου, ταλαιπωρίας και εξόδων στον ενάγοντα. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον ο ενάγοντας φέρει συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα ως ισχυρίζεται η εναγομένη στην υπεράσπιση της. Όταν υπάρχει ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια, η ακολουθητέα διαδικασία καθορίστηκε ως εξής στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji.
(1990)1 A.A.Δ.
  1. " Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 52, 57, και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  2. ....................................................................... Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζεται το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων από την μια, και Ενάγοντος από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα.". Στην υπόθεση Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ 815, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την συντρέχουσα αμέλεια. " Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Αυτή δεν στηρίζεται στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιον του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και συνέβαλε έτσι με την έλλειψη φροντίδας στην ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνήθης κάτω από τις περιστάσεις." Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας φέρει ο εναγόμενος. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (βλ. Θεράπων Μιχαήλ ν. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ 1494,1502). Στην παρούσα αγωγή, η εναγομένη με την υπεράσπιση της επικαλείται συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα επειδή απέτυχε να αντιληφθεί εγκαίρως το όχημα της και να αποφύγει την σύγκρουση. Ειδικότερα κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, του υποβλήθηκε ότι οδηγούσε στην δεξιά πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του, η οποία ήταν πολύ πλατιά και ότι είχε επαρκή χώρο να κινηθεί πιο αριστερά εντός της δικής του πορείας χωρίς να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της εναγομένης. Με όλο τον σεβασμό δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η εναγομένη ακολουθούσε ένα ψηλό αυτοκίνητο τύπου βαν που περιόριζε την ορατότητα του ενάγοντα για τα οχήματα που εκινούντο πίσω από τον βαν, παρά την πολύ καλή ορατότητα που επικρατούσε στην περιοχή. Επιπλέον, σύμφωνα και πάλιν με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της εναγομένης για πρώτη φορά, σε απόσταση 2 μέτρων όταν αυτό πήρε δεξιά στροφή και του απέκοψε την πορεία. Υπό τας περιστάσεις και κάτω από την αγωνία της σύγκρουσής, ο ενάγοντας δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Δεν εντοπίζεται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ποια ήταν η προφύλαξη που εύλογα θα μπορούσε να πάρει και δεν πήρε ο ενάγοντας για την δική του ασφάλεια ώστε να στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια. Η συμπεριφορά της εναγομένης να στρίψει δεξιά δεν ήταν προβλεπτή εξέλιξη για τον ενάγοντα αφού η ύπαρξη του αυτοκινήτου της δεν ήταν καν ορατή στον ίδιο λόγω του ότι η εναγομένη ακολουθούσε το ψηλό βαν. Αντιλήφθηκε δε το αυτοκίνητο της ενάγουσας μετά που το βαν έστριψε δεξιά και μόλις δύο μέτρα πριν την σύγκρουση, μετά που η ενάγουσα επιχείρησε να στρίψει δεξιά αποκόπτοντας του τον δρόμο. Αλλά ακόμα και ορατή να ήταν η ύπαρξη του αυτοκινήτου της ενάγουσας, η πρόθεσή της να προβεί σε δεξιά στροφή και να αποκόψει την ομαλή πορεία του ενάγοντα δεν θα μπορούσε να ήταν προβλεπτή. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οδηγός που προέβη σε δεξιά στροφή αποκόπτοντας την πορεία οχήματος που κινείτο νόμιμα σε αντίθετη κατεύθυνση, βρέθηκε εξ' ολοκλήρου υπεύθυνος για το ατύχημα (βλ. μεταξύ άλλων Xenophontos v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R 521, Georghiades v. Hadjisavva
(1984)1 C.L.R , Νικολαΐδης ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ 422, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη
(1994)1 Α.Α.Δ και Χήρα ν. Παπαϊωάννου
(1995)1 Α.Α.Δ 665). Σχετική με τα γεγονότα της παρούσας, είναι η απόφαση Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R
  1. Στην εν λόγω υπόθεση, ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του σε δρόμο με καλή ορατότητα. Ο ενάγοντας με την μοτοσικλέτα του οδηγούσε σε αντίθετη κατεύθυνση και ακολουθούσε φορτηγό που του περιόριζε την ορατότητα. Ο μοτοσικλετιστής στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά, απέκοψε τον δρόμο του εναγομένου με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν στην δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του μοτοσικλετιστή. Το Εφετείο επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο μοτοσικλετιστής που απέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου, βρέθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα. Στην παρούσα περίπτωση, ακόμα και αν το αυτοκίνητο της εναγομένης δεν ήταν σε κίνηση και απλά έκαμε ελαφριά στροφή δεξιά και πάλιν θα είχε την πλήρη ευθύνη για το ατύχημα. Σχετική είναι η υπόθεση Χήρα ν. Παπαϊωάννου (ανωτέρω), όπου η εφεσείουσα στα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Σαλαμίνος, με σκοπό να στρίψει δεξιά στην γέφυρα Κάνιγγος, έκαμε ελαφρά στροφή με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος μοτοσικλετιστής που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να συγκρουστεί στο δεξιό άκρο του αυτοκινήτου της. Το Εφετείο ανέτρεψε τον καταμερισμό ευθύνης του Πρωτόδικου Δικαστή, βρίσκοντας την εφεσείουσα αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, φέρει η εναγομένη. Ως εκ τούτου, η εναγομένη οφείλει να πληρώσει στον ενάγοντα, το συμφωνηθέν ποσόν των €200.000,00 ως ειδικές και γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από 16.5.
  2. Η ευθύνη της τριτοδιαδίκου ασφαλιστικής εταιρείας. Η εναγομένη με την προσεπίκληση τριτοδιαδίκου, απαιτεί από την τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία, την πληρωμή του πιο πάνω ποσού που επιδικάστηκε εναντίον της. Αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Υπέρ Τρίτου) Νόμου 96(I)/2000 ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, είναι η γραπτή ειδοποίηση σε αυτήν εντός 7 ημερών, της δικαστικής διαδικασίας για την οποία επιζητείται η ασφαλιστική κάλυψη για την εν λόγω αποζημίωση. Σχετικό είναι το άρθρο το άρθρο 15.1 (α) του πιο πάνω Νόμου, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο είχε ως ακολούθως: Προϋποθέσεις για καταβολή αποζημίωσης 15.—
(1)Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 (α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός επτά ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας, Είναι παραδεκτό ότι τέτοια γραπτή ειδοποίηση δεν έχει αποσταλεί στην τριτοδιάδικο ασφαλιστική εταιρεία. Η πλευρά της εναγομένης ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 15.1 (α) δεν επηρεάζει τα συμβατικά δικαιώματα της εναγομένης με την τριτοδιάδικο. Επεσήμανε ότι η εναγομένη συμμορφώθηκε με όλους τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Η παράλειψη έγκαιρης ενημέρωσης την οποία η εναγομένη καταλογίζει στον ενάγοντα δεν μπορεί να επηρεάζει τις συμβατικές υποχρεώσεις της τριτοδιαδίκου προς την ίδια για κάλυψη οιουδήποτε ποσού ήθελε διαταχθεί να πληρώσει. Με όλο το σέβας δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Το ασφαλιστήριο έγγραφο και οι συμβατικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτό δεν μπορούν να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου 96(I)/2000. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Φιλιστιάδη κα
(2013)1 Α.Α.Δ 526 λέχθηκε ότι ο Νόμος 96/2000, όπως και το προϊσχύσαν Κεφ. 333, θέτει τα πλαίσια μιας τριμερούς αλληλεπίδρασης συμφερόντων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι του αδικοπραγήσαντα, του ζημιωθέντα και του ασφαλιστή (βλ. επίσης General Insurance Company of Cyprus v. Georghiou
(1963)2 C.L.R. 117). Υπό τας περιστάσεις, η υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει το θύμα οδικού ατυχήματος δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο την συμβατική του σχέση με τον ασφαλισμένο. Διέπεται και από τις πρόνοιες του Νόμου 96/2000, οι οποίες καθορίζουν ρητά στο άρθρο 15.1, τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ενεργοποιείται αυτή η υποχρέωση του ασφαλιστή. Η ίδια υποχρέωση υφίστατο και στο άρθρο 10.2 του Κεφ.333 που αντικαταστάθηκε από τον Νόμο 96(I)/
  1. Διαφορετική προσέγγιση θα καταργούσε ουσιαστικά τις πρόνοιες του άρθρου 15.1 του Νόμου 96(Ι)/2000, προφανής σκοπός του οποίου είναι να δίδεται επαρκής προειδοποίηση στον ασφαλιστή για τις απαιτήσεις που πιθανόν να κληθεί να ικανοποιήσει. Σχετική είναι η υπόθεση Ελευθερίου ν. Μινέρβα Πολ. Έφεση 1/2001 ημ. 4.12.2015, στην οποία εξετάστηκαν οι συνέπειες του γεγονότος της μη έγκαιρης γραπτής ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 10.2 του Κεφ.
  2. Στον βαθμό που τα δύο άρθρα ταυτίζονται, θεωρώ την νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 10.2 του Κεφ.333 ως δεσμευτική για σκοπούς ερμηνείας του άρθρου 15.2 του Ν. 96(Ι)/
  3. Στην πιο πάνω υπόθεση Ελευθερίου ν. Μινέρβα, αναφέρονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο δικαστήριο, αποτελεί κοινό έδαφος ότι καμιά ειδοποίηση δεν δόθηκε είτε πριν, είτε μετά την έγερση της Αγωγής Αρ. 608/95 στους Εφεσίβλητους 2, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 10
(2)(α) και (β) του Νόμου. Με βάση αυτή τη μη αμφισβητούμενη διαπίστωση, καθίσταται φανερό ότι οι Εφεσίβλητοι 2, οι οποίοι δυνάμει του Νόμου φαίνεται να είχαν υποχρέωση να καλύψουν τον Φυλακτού που ήταν ο ασφαλιζόμενος τους, δεν είναι υπόχρεοι να πληρώσουν, δυνάμει του άρθρου 10
(2)του Κεφ. 333, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των εδαφίων (α) και (β) του άρθρου 10
(2)σχετικά με τις ειδοποιήσεις που θα έπρεπε να τους είχαν δοθεί. Οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων ότι τους Εφεσίβλητους 2 ειδοποίησε προφορικά ο Φυλακτού, παρέμειναν μετέωροι, όπως ορθά διαπίστωσε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Ο Φυλακτού, όπως φαίνεται από το σχετικό Έντυπο (Τεκμήριο 20), ειδοποίησε γραπτώς τους ασφαλιστές του - Εφεσίβλητους 2 - την 1.2.1995.» Ο συνήγορος της εναγομένης, ισχυρίστηκε στην αγόρευση του ότι η πιο πάνω απόφαση, εκδόθηκε για ασφαλιστήριο του 1993, ήτοι πριν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε αντίθεση με τα γεγονότα της παρούσας όπου το ασφαλιστήριο εκδόθηκε σε χρόνο που ίσχυε στην Κύπρο, το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ήταν η θέση του συνηγόρου με παραπομπή σε Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι το ισχύον Ευρωπαϊκό δίκαιο και οδηγίες, αποκλείουν την δυνατότητα του ασφαλιστή να επικαλεστεί νομοθετικές διατάξεις και συμβατικές ρήτρες, προκειμένου να αρνηθεί την πληρωμή αποζημίωσης σε τρίτους που είναι θύματα ατυχήματος, προκληθέντος από ασφαλισμένο όχημα. Ούτε αυτή η άποψη με βρίσκει σύμφωνο. Όπως προαναφέρθηκε, οι πρόνοιες του άρθρου 15.1 (α) του Νόμου, σκοπό έχουν να πληροφορήσουν τον ασφαλιστή για απαιτήσεις εναντίον ασφαλισμένων οχημάτων αλλά και να τον προστατεύσουν από τυχόν συμπαιγνία και απάτη μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου. Δεν είναι ο σκοπός ούτε κυρίως και το αποτέλεσμα της πιο πάνω διάταξης να δοθεί η δυνατότητα στον ασφαλιστή να προβάλλει προσκόμματα, προκειμένου να αρνηθεί να πληρώσει την αποζημίωση που τυχόν θα επιδικαστεί στον ενάγοντα. Η πρόνοιες του άρθρου 15.1 (α) είναι σαφείς και δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ακόμη και στην παρούσα περίπτωση που η τριτοδιάδικος έλαβε σε κάποιο στάδιο εκπρόθεσμα γνώση της αγωγής και αρχικά υπερασπίστηκε την εναγομένη, δεν υπάρχει η δυνατότητα να διαταχθεί να πληρώσει οιανδήποτε αποζημίωση από την στιγμή που δεν τηρήθηκε η ρητή προϋπόθεση του άρθρου 15.1 (α) για έγγραφη γνωστοποίηση της δικαστικής διαδικασίας, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Ο συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε περαιτέρω ότι στην παρούσα περίπτωση, δημιουργήθηκε κώλυμα εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Αναφέρθηκε επί του προκειμένου στην αρχική εκπροσώπηση της εναγομένης από τον δικηγόρο της τριτοδιαδίκου, ο οποίος παρά τις προηγούμενες θέσεις του, σε κάποιο στάδιο την διαβεβαίωσε ότι η τριτοδιάδικος θα τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης (τεκμ.20). Η συνήγορος της τριτοδιαδίκου αντιτείνει ότι οι αρχές του κωλύματος εκ συμπεριφοράς, αφορούν μόνο τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων και δεν επεκτείνονται στις περιπτώσεις όπου καθορίζονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις από τον Νόμο. Η εφαρμογή στην Κύπρο της αρχής του εξ επιεικείας κωλύματος (equitable estoppel), έχει υιοθετηθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Λέχθηκε επί του προκειμένου ότι οι κανόνες της επιείκειας, εφαρμόζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542). Στην υπόθεση Α.Η.Κ ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ 127 λέχθηκαν τα εξής: «Το εξ επιεικείας κώλυμα, που περιλαμβάνει και το κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct), εγείρεται ως αποτέλεσμα κάποιας αναληθούς παράστασης γεγονότος, είτε αυτή είναι δόλια ή όχι. Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής είναι (α) η ύπαρξη παράστασης γεγονότος, (β) το μη αμφιλεγόμενο της παράστασης, (γ) η ύπαρξη πρόθεσης ή συμπεριφοράς που να εγείρει ένεκα αυτής τεκμήριο ότι το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η παράσταση επρόκειτο να ενεργήσει θεωρώντας την ως ορθή, (δ) η ύπαρξη ενέργειας με βάση την παράσταση εκ μέρους του προσώπου που εγείρει το θέμα και (ε) το γεγονός ότι οι ανακριβείς δηλώσεις ή αμέλεια πρέπει να ήταν η άμεση αιτία της απώλειας ή τους λάθους που προκάλεσε τη ζημιά (Phipson on Evidence 14η Έκδοση, παράγραφοι 6 - 16, σελ. 106 και Ηadji Yiannis v. The Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32)» Σύμφωνα όμως με την νομολογία, οι αρχές του εκ συμπεριφοράς κωλύματος δεν εφαρμόζονται όπου οι σχέσεις των μερών ρυθμίζονται από νομοθετικές διατάξεις. Ιδίως όταν η συμπεριφορά για την οποία γίνεται επίκληση του κωλύματος, αφορά παραστάσεις που αντιστρατεύονται τον Νόμο ή τα δικαιώματα διάδικου που πηγάζουν από τον Νόμο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα του όπως προκύπτουν από τον Νόμο χωρίς να εμποδίζεται από τις αρχές του κωλύματος εκ συμπεριφοράς. Σχετική είναι η απόφαση Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 ΑΑΔ 120, 130, στην οποία λέχθηκε ότι: « Κανένα κώλυμα - estoppel δεν μπορεί να προβληθεί εναντίον του νόμου γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, η επικράτηση ενός τέτοιου κωλύματος μοιραία θα απέληγε στην εξουδετέρωση των προνοιών του νόμου» Έγινε επίσης παραπομπή στην αγγλική απόφαση Society of Medical Officers etc v. Hope [1960] 1 All E.R. 317 όπου αναλύεται η σχετική αγγλική νομολογία επί του θέματος. Προκύπτει από την εν λόγω νομολογία ότι η αρχή του κωλύματος δεν εφαρμόζεται όπου αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστούν άνευ αντικειμένου οι πρόνοιες του Νόμου. Σχετική είναι και η υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 ΑΑΔ 829 όπου λέχθηκε με παραπομπή σε αγγλική νομολογία ότι: « Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του κωλύματος με σκοπό να εξουδετερωθεί η εφαρμογή του Νόμου. (estoppel cannot be invoked to negative the operation of a statute) (βλ. Beesly v. Hallwood Estates Ltd [1960] 2 All E.R. 314, 324).» Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση. Οι προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης της τριτοδιαδίκου να πληρώσει τις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στον ενάγοντα, καθορίζονται ρητά στο άρθρο 15.1 (α) του Νόμου 96(Ι)/
  1. Ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, οι αρχές του κωλύματος εκ συμπεριφοράς. Ιδιαίτερα, δεν δημιουργήθηκε στην παρούσα υπόθεση, κώλυμα από την συμπεριφορά της τριτοδιαδίκου, το οποίο να την εμποδίζει να αρνηθεί την πληρωμή της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Η τριτοδιάδικος, είχε κάθε δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή της εν λόγω αποζημίωσης, από την στιγμή που όπως είναι παραδεκτό, δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που ρητά καθορίζει το άρθρο 15.1 (α) του Νόμου 96(Ι)/
  2. Ενόψει τούτου, κρίνω ότι η εναγομένη δεν έχει αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της τριτοδιαδίκου. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για το ποσόν των €200.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 16.5.
  3. Τα έξοδα της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης. Η απαίτηση της εναγομένης εναντίον της τριτοδιαδίκου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της τριτοδιαδίκου και εναντίον της εναγομένης. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.