A.C.M. CHRISTOFIDES LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Rancho Bar & Gril κ.α., Αρ. Αγωγής: 1712/2014, 22/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1712/2014 Μεταξύ: A.C.M. CHRISTOFIDES LTD Ενάγουσας και
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ] εμπορευόμενοι υπό την
- ΛΟΥΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ] επωνυμία Rancho Bar & Grill Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση του Εναγομένου 2 ημερομηνίας 3.11.2017 για Παραμερισμό Απόφασης 22 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2-Αιτητή: κα Παναγιώτου διά Π. Αγγελίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση: κα Δικωμίτου διά Ντίνος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Εναγόμενος 2-Αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή. Με την αγωγή, η Ενάγουσα διεκδικούσε και έλαβε απόφαση εναντίον των δύο Εναγόμενων για ποσό €2.586,
- Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας η οφειλή αυτή είχε προκύψει από προϊόντα που είχε πωλήσει στους Εναγόμενους, οι οποίοι συναλλάσσονταν υπό την εμπορική επωνυμία «Rancho BAR & Grill». Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.3.2014 και το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1, προσωπικά, στις 16.10.2016, στη Λευκωσία. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2-Αιτητή, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προς αυτόν αφού αντίγραφο αυτού αφέθηκε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος είναι «αδελφός ενήλικας & συγκάτοικος», έναντι της υπογραφής του. Ένεκα της παράλειψης και των δύο Εναγομένων να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή, εκδόθηκε απόφαση ερήμην τους και υπέρ της Ενάγουσας στις 14.11.
- Η Ενάγουσα προχώρησε, καταχωρώντας στις 3.5.2017, εναντίον και των δύο Εναγομένων, αίτηση έρευνας. Η αίτηση έρευνας επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2-Αιτητή στις 24.7.2017 και ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης στις 3.11.
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2-Αιτητή. Πολύ συνοπτικά, υποστηρίζει ότι δεν είχε διενεργηθεί ορθά η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτόν, γιατί κατά το χρόνο εκείνο δεν συγκατοικούσε με τον Εναγόμενο 1, αδερφό του, αλλά διέμενε στην οικία του υιού του στο Στρόβολο. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι ο αδερφός του δεν τον ενημέρωσε ποτέ ότι είχε παραλάβει το κλητήριο ένταλμα της αγωγής εκ μέρους του, καθώς και ότι ο επιδότης που είχε διενεργήσει την επίδοση δεν είχε εξηγήσει στον αδερφό του ότι του παρέδιδε έγγραφα που αφορούσαν τον Εναγόμενο 2-Αιτητή. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην αγωγή γιατί ο ίδιος δεν οφείλει κανένα ποσό προς την Ενάγουσα. Σύμφωνα με την ένορκή του δήλωση, η Ενάγουσα συναλλασσόταν με εταιρεία η οποία ήταν τότε ιδιοκτήτρια του εστιατορίου με την επωνυμία «Rancho Bar & Grill» και η οποία είναι υπόλογη για οποιαδήποτε οφειλή. Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, «δεν ασκούσαμε την επιχειρηματική δραστηριότητα υπό την επωνυμία «Rancho Bar & Grill». Η Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση έφερε ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση περιλαμβάνουν το ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν ενείχε οτιδήποτε παράτυπο, ενώ δεν δέχεται ότι τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση συνιστούν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Επισημαίνει επίσης ότι η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση, ενώ υποστηρίζει ότι είναι καταχρηστική, και πρόθεση του Εναγομένου 2-Αιτητή είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και παρεμπόδιση της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση στην προσπάθειά της να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος. Δεν κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ με περισσότερη λεπτομέρεια στα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενό τους και ειδική αναφορά σε κάποια σημεία που κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικά για σκοπούς της απόφασής μου γίνεται κατωτέρω. Έχω επίσης μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων της κάθε πλευράς. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράλειψης εμφάνισης διάδικου, εδράζεται στη Δ.17 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Η Δ.17 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου ο παραμερισμός επιδιώκεται λόγω αντικανονικότητας στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον εναγόμενο. Η δεύτερη περιλαμβάνει τις υπόλοιπες. Σε σχέση με τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην πρώτη «κατηγορία», σε αυτές τις περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί απόφαση και, επομένως, ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, η οποία υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία[1]: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή. το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559 το ζήτημα επεξηγείται ως εξής: «When a judgement in default of appearance... has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service... it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order.» Στην παρούσα περίπτωση, ο Εναγόμενος 2-Αιτητής υποστηρίζει ότι η εκδοθείσα απόφαση πρέπει να παραμεριστεί διότι ο ίδιος δεν διέμενε με τον αδερφό του όταν έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτόν, αντίθετα με την αναφορά του επιδότη ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν συγκάτοικός του. Η πλευρά της Ενάγουσας αρνείται ότι υπάρχει οποιαδήποτε αντικανονικότητα στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Βασικός κανόνας του δικανικού μας συστήματος είναι ότι ο κάθε διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Ο Εναγόμενος 2-Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο της επίδοσης ο ίδιος διέμενε με τον υιό του στο Στρόβολο. Επισυνάπτει στην ένορκή του δήλωση αντίγραφο λογαριασμού της ΑΗΚ της οικίας του υιού του, και ο οποίος είναι στο όνομά του, προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Έχω εξετάσει το συγκεκριμένο έγγραφο. Πρόκειται για λογαριασμό της ΑΗΚ που αφορά την περίοδο 19.7.2017 - 19.9.2017. Αφορά δηλαδή περίοδο περί τα 3 χρόνια μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Με αυτό το δεδομένο, δεν μπορώ να καταλήξω ότι το συγκεκριμένο έγγραφο αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τη διεύθυνση διαμονής του Εναγόμενου 2-Αιτητή στις 16.10.2014. Σημειώνω ακολούθως ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.5 θ. 2
(1)(
- i)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: «The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving a copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if a copy is left- (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof...» Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον Εναγόμενο 2-Αιτητή έγινε, σύμφωνα με τον επιδότη, με το να αφεθεί στον Εναγόμενο 1, «αδερφό ενήλικα και συγκάτοικο» στη Λευκωσία. Η πλευρά του Εναγόμενου 2-Αιτητή δεν αμφισβητεί ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ενήλικας αδερφός του, ούτε και ότι ο ίδιος διαμένει στη Λευκωσία. Εκ των ανωτέρω, καμία αντικανονικότητα εντοπίζεται στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον Εναγόμενο 2-Αιτητή. Ενόψει των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι η παρούσα δεν εμπίπτει στην «πρώτη» κατηγορία υποθέσεων στις οποίες ένας εναγόμενος δικαιωματικά μπορεί να αξιώσει τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, λόγω κακής επίδοσης. Προχωρώ να εξετάσω εάν η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να παραμεριστεί για τους υπόλοιπους λόγους που επικαλείται ο Εναγόμενος 2-Αιτητής. Οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, εξετάζοντας με ποιο τρόπο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[2]. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας, τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[3], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική ευχέρειά του να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση, όπου ο Εναγόμενος 2-Αιτητής υποστηρίζει ότι ο αδερφός του δεν του είχε αναφέρει ποτέ ότι δέχτηκε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκ μέρους του, ότι τη χρονική εκείνη περίοδο ο αδερφός του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας που τον απασχολούσαν, καθώς και ότι ο επιδότης δεν είχε εξηγήσει στον αδερφό του ότι του επέδιδε δικόγραφο που αφορούσε τον Εναγόμενο 2-Αιτητή. Κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές αυτές διότι είναι ατεκμηρίωτες και αόριστες. Για να μπορούσα να τις λάβω υπόψη σε βαθμό που να επηρεάσει το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης, ανέμενα ότι θα έπρεπε να επιβεβαιώνονται τουλάχιστον από μαρτυρία του αδερφού του Εναγόμενου 2-Αιτητή, στην οποία θα ανέφερε συγκεκριμένα τι είχε λεχθεί μεταξύ του ιδίου και του επιδότη κατά τη διενέργεια της επίδοσης, πώς του είχε ζητηθεί και επεξηγηθεί από τον επιδότη η εναπόθεση της υπογραφής του σε δύο κλητήρια εντάλματα για την ίδια αγωγή και την ίδια ώρα, καθώς και τη φύση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και πώς τον είχαν εμποδίσει από το να ενημερώσει τον Εναγόμενο 2-Αιτητή για την επίδοση της αγωγής. Μια τέτοια ένορκη δήλωση θα συνιστούσε, άμεση, θετική μαρτυρία του Εναγόμενου 1, αντί μια εξ ακοής αναφορά του Εναγόμενου 2-Αιτητή. Όπως καθορίζει η νομολογία, πρωταρχικός παράγοντας που το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της φύσης, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος 2-Αιτητής διαθέτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, ο Εναγόμενος 2-Αιτητής αναφέρει ότι ο ίδιος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προσωπικά στην Ενάγουσα, ότι οποιεσδήποτε συναλλαγές γίνονταν με την εταιρεία στην οποία ανήκε το εστιατόριο και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ήταν εκ των διευθυντών της εταιρείας στην οποία ανήκε το εστιατόριο το οποίο μεταβιβάστηκε σε τρίτη εταιρεία το
- Έκτοτε, αναφέρει, ο ίδιος δεν έχει κανένα αξίωμα ούτε συμφέρον στην ιδιοκτησία του εστιατορίου και εργάζεται μόνο ως υπάλληλος εκεί. Η πλευρά της Ενάγουσας αρνείται τη θέση αυτή. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε αναφορικά με τις συναλλαγές που είχε σε σχέση με το εστιατόριο. Ο λογαριασμός τηρείτο στο όνομα «Rancho Bar & Grill». Μελετώντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, διαπιστώνω ότι αφορούσε την περίοδο από το Δεκέμβριο 2004 μέχρι τον Ιούλιο
- Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο λογαριασμός τηρείτο στο ίδιο όνομα ενώ - ακόμα και μετά το 2008 που σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2-Αιτητή άλλαξε η ιδιοκτησία του εστιατορίου - συνέχιζαν να γίνονται πληρωμές έναντι του λογαριασμού. Επιπρόσθετα, οι συγκεκριμένες θέσεις του Εναγόμενου 2-Αιτητή είναι διατυπωμένες κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Δεν αναφέρει ποια ήταν η εταιρεία στην οποία ανήκε το εστιατόριο πριν το 2008, πώς και πότε ακριβώς έγινε η μεταβίβαση της κυριότητας του εστιατορίου, ούτε και το όνομα της νυν ιδιοκτήτριας εταιρείας. Κρίνω ότι δεν νοείται παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης στη βάση τόσο αόριστων και γενικών ισχυρισμών. Επομένως, δεν μπορώ να καταλήξω ότι ο Εναγόμενος 2-Αιτητής έχει επιτύχει να επιδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Τέλος, σημειώνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα κακοπιστίας από πλευράς του Εναγόμενου 2-Αιτητή στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, ως η θέση της Ενάγουσας. Όμως, ο χρόνος των τριών και πλέον μηνών που έχει παρέλθει από τότε που ήρθε σε γνώση του Εναγόμενου 2-Αιτητή η εκδοθείσα απόφαση (24.7.2017) μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης (3.11.2017) παραμένει αδικαιολόγητος και, συνεπώς, υπέρμετρος. Συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος 2-Αιτητής: (α) Δεν απέδειξε ότι υπήρξε κακή ή αντικανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, (β) δεν ικανοποίησε ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τη μη εμφάνισή του στην αγωγή, (γ) δεν δικαιολόγησε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έλαβε προσωπικά γνώση για την εκδοθείσα απόφαση μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, και (δ) δεν αποκάλυψε τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Επομένως καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 2-Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [2] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [3] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο