ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΒΙΟΛΑΡΗ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ, Αγωγή αρ. 4649/2015, 25/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4649/2015 Μεταξύ:
- ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΒΙΟΛΑΡΗ
- ΑΒΡΑΑΜ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Ενάγοντες και ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ Εναγόμενος 25 Iανουαρίου,
- Για τους ενάγοντες αρ.1 και 2 - αιτητές, εμφανίζεται ο κ.Π.Μαυρής για τους κ.κ. Ελένη Βραχίμη και Σία Για τον εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση, εμφανίζεται ο κ.Κ.Μάμαντος για τους κ.κ.Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 28.09.2015 (αίτημα για έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος) ---------------- Δια της αγωγής τους, την οποίαν κατεχώρισαν επι κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου, οι ενάγοντες αρ.1 και 2 - αιτητές («οι αιτητές», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διεκδικούν την έκδοση απόφασης δια της οποίας να αναγνωρίζεται πως ο εναγόμενος - καθ΄ου η αίτηση («ο καθ΄ου η αίτηση») κατέχει το 25% του κτήματος υπ΄αριθμόν εγγραφής 24274, Φ/Σχ. 2-218-389, τεμάχιο 50, στο Παλιομέτοχο («το επίδικο κτήμα») ως καταπιστευματοδόχος αυτών, την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να διατάσσεται ο καθ΄ου η αίτηση να μεταβιβάσει το συγκεκριμένο μερίδιο του επίδικου κτήματος επ΄ονόματί τους καθώς και την επιδίκαση ποσού ύψους €225.000, ως η αξία του συγκεκριμένου μεριδίου του επίδικου κτήματος. Ως βάση της αγωγής δικογραφούνται οι εξής ισχυρισμοί: Ο ενάγων αρ.2 - αιτητής και η ενάγουσα αρ.1 - αιτήτρια τυγχάνουν πατέρας και θυγατέρα, ενώ ο καθ΄ου η αίτηση είναι ο πατέρας του πρώην συζύγου της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας. Ο καθ΄ου η αίτηση υπήρξε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτης του επίδικου κτήματος. Κατά ή περί το έτος 1989 ολοκληρώθηκε η ανέγερση, επί του επιδίκου κτήματος, κατοικίας προς όφελος της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας («η επίδικη κατοικία»). Η ανέγερση της επίδικης κατοικίας στοίχισε περί τις Λ.Κ. 37.
- Ο ενάγων αρ.2 - αιτητής συνεισέφερε στο ποσόν αυτό, προς όφελος της θυγατέρας του, το ποσόν των Λ.Κ.30.
- Επιπλέον, κατά την ανέγερση της επίδικης κατοικίας, ο ενάγων αρ.2 - αιτητής προσέφερε και προσωπική εργασία. Η ανέγερση της επίδικης κατοικίας έγινε με την συγκατάθεση του καθ΄ου η αίτηση και με τη συνεννόηση ότι αυτή θα αποτελούσε ιδιοκτησία της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας και θα κατείχετο προς όφελός της. Η αξία της επίδικης κατοικίας και της γης επί της οποίας αυτή ανηγέρθηκε ανέρχεται στις €265.000 περίπου. Ο καθ΄ου η αίτηση κατέχει, ως καταπιστευματοδόχος της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας και προς όφελός της, την επίδικη κατοικία και την γη επί της οποίας αυτή ανηγέρθηκε σε ποσοστό 85%, το οποίο αντιστοιχεί προς το 25% του επίδικου κτήματος. Αυθημερόν, δηλαδή στις 28.09.2015, οι αιτητές κατεχώρισαν την προκείμενη αίτηση («η αίτηση») δια της οποίας ζητούν την έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος δια του οποίου να απαγορεύεται στον καθ΄ου η αίτηση να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει ή κατ΄άλλον τρόπον διαθέσει μερίδιο ίσον με το 25% του επίδικου κτήματος έως και την τελική εκδίκαση της αγωγής. Kατά τη δικάσιμο ημερ. 16.10.2015 εξεδόθηκε, μονομερώς, το ως άνω ενδιάμεσο συντηρητικό διάταγμα («το διάταγμα ημερ. 16.10.2015»). Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής δικονομίας Νόμου (Κεφ.6, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και τη Δ.48 θ.θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις των αιτητών ημερ. 28.09.2015 το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζεται ως εξής: Εκτός από την επίδικη κατοικία, επί του επιδίκου κτήματος, το οποίον ανήκει κατά κυριότητα στον καθ΄ου η αίτηση, υφίσταται παλαιό υποστατικό, το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία του καθ΄ου η αίτηση και της συζύγου του, καθώς και δύο άλλες νεότερες κατοικίες οι οποίες ανηγέρθηκαν από τις οικογένειες δύο άλλων τέκνων του καθ΄ου η αίτηση. Η ανέγερση της επίδικης κατοικίας ξεκίνησε το έτος 1988 και ολοκληρώθηκε το έτος
- Η επίδικη κατοικία, η οποία στοίχισε Λ.Κ.37.000, προοριζόταν εξ αρχής για την θυγατέρα του ενάγοντος αρ.2 - αιτητή, την ενάγουσα αρ.1 - αιτήτρια, που ήταν τότε αρραβωνιασμένη με τον υιό του καθ΄ου η αίτηση, Μιχάλη Βιολάρη. Εξ ου και ο ενάγων αρ.2 - αιτητής κατέβαλε, για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας, το ποσόν των Λ.Κ.30.000 και συνεισέφερε προσωπική εργασία. Η ενάγουσα αρ.1 - αιτήτρια και ο Μιχάλης Βιολάρης τέλεσαν γάμο, απέκτησαν δύο τέκνα και διέμεναν στην επίδικη κατοικία. Πλην όμως, ο γάμος αυτός λύθηκε τον Ιούνιο του έτους 2013 και έκτοτε η επίδικη κατοικία παρέμεινε στην αποκλειστική κατοχή του Μιχάλη Βιολάρη. Δια του «Συμφωνητικού Εγγράφου» ημερ. 16.11.2010, το οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας κα του πρώην συζύγου της Μιχάλη Βιολάρη, διευθετήθηκαν όλες οι «μεταξύ τους οικονομικές και περιουσιακές διαφορές και/ή διεκδικήσεις» (δείτε το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας ημερ. 28.09.2015). Είναι απαραίτητη η έκδοση του επίδικου ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος επειδή, «υπάρχει άμεσος κίνδυνος όπως ο εναγόμενος πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το μερίδιο του στην πιο πάνω περιουσία και σε τέτοια περίπτωση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην πιο πάνω υπόθεση σε μεταγενέστερο στάδιο» (δείτε στην παρα.10 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντος αρ.2 - αιτητή, ημερ. 28.09.2015, και στην παρα.15 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας, ίδιας ημερομηνίας). Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση του καθ΄ου η αίτηση η οποία κατεχωρίστηκε στις 30.05.2016 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Οι αιτητές δεν κατέδειξαν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του καθ΄ου η αίτηση.
(2)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Ιδίως, «Δεν απεδείχθει ...πως θα είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης εάν δεν εκδίδετο το αιτούμενο...διάταγμα» (δείτε τον λόγο αρ.3(γ) στην ένσταση).
(3)Οι αιτητές δεν απεκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα και/ή ενήργησαν κακόπιστα και/ή ενήργησαν με σκοπό να παραπλανήσουν.
(4)Η αίτηση σκοπεύει στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, είναι καταχρηστική, εκδικητική, ενοχλητική και σκανδαλώδης.
(5)Δεν κατεδείχθηκε το επείγον ώστε το διάταγμα ημερ. 16.10.2015 να εκδοθεί μονομερώς. Την ένσταση του καθ΄ου η αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του υιού του, Μιχάλη Βιολάρη, ημερ. 30.05.
- Πρόκειται, για μακροσκελή και λεπτομερή ένορκη δήλωση, στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, χρήσιμα έγγραφα. Μεταξύ άλλων ο ενόρκως δηλών Μιχάλης Βιολάρης ισχυρίζεται και τα εξής: «........................... 10.Η Ενάγουσα 1, πρώην σύζυγός μου, εργάζεται από το 1992 περίπου στην Alpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής «η Alpha Bank») κατά τα τελευταία χρόνια πριν την έγγαμη διάστασή μας, που επήλθε ως προανέφερα στις 27/4/2010, αυτή κατείχε υπεύθυνη θέση στην εν λόγω τράπεζα.
- Με την Alpha Bank άρχισα να συνεργάζομαι ως πελάτης της πριν το γάμου μου με την Ενάγουσα
- Η συνεργασία μου αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα αφού εξακολουθώ να τηρώ σε αυτήν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με την Ενάγουσα
- Ένεκα της θέσεως της Ενάγουσας 1 στην Alpha Bank και της μεγάλης εμπιστοσύνης που δικαιολογημένα της είχα ως συζύγου μου, συνήθιζα να διενεργώ τις πλείστες από τις τραπεζικές μου συναλλαγές μέσω αυτής. Για αυτό το σκοπό και με δική της εισήγηση, ήταν αρκετές οι φορές που αυτή συνήθιζε να μου προσκομίζει στο σπίτι διάφορα τραπεζικά έγγραφα τα οποία της υπέγραφα για το σκοπό αυτό.
- Στην Alpha Bank διατηρούσα τόσο προσωπικούς όσο και κοινούς λογαριασμούς με την Ενάγουσα
- Περί τον Απρίλη του 2010 αντιλήφθηκα πως η Ενάγουσα 1 προέβηκε χωρίς την γνώση και συγκατάθεση μου στην απόσπαση χρημάτων από συγκεκριμένα γραμμάτια προσωπικών καταθέσεών μου, που τηρούσα στην Alpha Bank. ....................... ................................ 16.Θέτοντας ως γνώμονα το συμφέρον των δύο θυγατέρων μας, αλλά και την επιθυμία μου να μην καταστραφεί ο γάμος μου, δεν επέμεινα στο ζήτημα μέχρι που αντιλήφθηκα 6 μήνες αργότερα περί τον Οκτώβριο του 2010, πως η Ενάγουσα 1 στα πλαίσια Αίτησης της για συνεισφορά μου στην διατροφή της ανήλικης θυγατέρας μου Άννας, που καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό 306/2010, αυτή παραβιάζοντας το τραπεζικό απόρρητο, συμπεριέλαβε ως Τεκμήρια σε Ένορκη Δήλωση της ημερομηνίας 18/10/2010, που συνόδευε Μονομερή Αίτηση της ίδιας ημερομηνίας, απόρρητα έγγραφα που προέρχοντο από τις προσωπικές συναλλαγές μου με την Alpha Bank. ................................
- Κατόπιν των πιο πάνω με επιστολή μου προς την Alpha Bank ημερομηνίας 26/10/2010 εξέφρασα τα παράπονά μου για τις από μέρους της πρώην συζύγου μου παράνομες ενέργειες και επεμβάσεις στους προσωπικούς μου λογαριασμούς που τηρούσα στην εν λόγω Τράπεζα, ζήτησα δε την από μέρους της τελευταίας διερεύνηση των παραπόνων μου. Παρουσιάζω ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της επιστολής μου ημερομηνίας 26/10/2010 προς την Τράπεζα.
- Κατόπιν των ανωτέρω η Ενάγουσα 1 που εντέχνως απέκρυψε με την Μονομερή Αίτησή της ημερ. 28/9/2015, ζήτησε μέσω της τότε δικηγόρου της κας Δέσπως Παπαχρυσοστόμου από τον δικηγόρο μου κ. Μιχάλη Βορκά την απόσυρση του παραπόνου μου προς την Alpha Bank (Τεκμήριο 4 ανωτέρω) και ταυτόχρονα την διευθέτηση όλων των περιουσιακών και άλλων διαφορών μας που προέκυψαν από την έγγαμη διάστασή μας.
- Έτσι λοιπόν στις 16/11/2010 συναντηθήκαμε στο δικηγορικό γραφείο της κας Δέσπως Παπαχρυσοστόμου και υπογράψαμε το Συμφωνητικό Έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας στην παρουσία των δικηγόρων μας που συνυπογράφουν ως μάρτυρες. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Πρόκειται για το Τεκμήριο Α που η Ενάγουσα 1 επισύναψε στην δική της Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 28/9/
- Είχε μάλιστα τεθεί ως προϋπόθεση από την Ενάγουσα 1 να παραδώσει έγγραφη ανάκληση του παραπόνου μου προς την Alpha Bank ημερ. 16/11/10 πράγμα που έκαμα παραδίδοντας την στην ίδια της κα Δέσπω Παπαχρυσοστόμου την ίδια ώρα που υπογράψαμε το Τεκμήριο
- Αντίγραφο απόσυρσης του παραπόνου μου επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Με την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 ανωτέρω στις 16/11/2010 είχαν διευθετηθεί όλες ανεξάρτητα οι περιουσιακές μας διαφορές είτε αφορούσαν την κινητή είτε την ακίνητη περιουσία μας. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται και η συζυγική μας κατοικία.
- Οι Ενάγοντες 1 και 2 παρέλειψαν εσκεμμένα να αποκαλύψουν τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία σχετίζονται άμεσα με τα περιουσιακά ζητήματα και τις διαφορές μου με την Ενάγουσα
- .... ................................
- Δυστυχώς η Ενάγουσα 1 δεν είχε παραμείνει στην πιο πάνω αναφερόμενη στα Τεκμήρια παράνομη ενέργειά της. Την ίδια συμπεριφορά απόσπασης χρημάτων από τους τραπεζικούς μου λογαριασμούς είχα διαπιστώσει και σε άλλες περιπτώσεις των οποίων και μιας στην οποία μετέφερε χρήματα από κοινό μας τραπεζικό λογαριασμό στον πατέρα της Ενάγοντα 2 και στην μητέρα της, εν αγνοία μου και χωρίς την συγκατάθεσή μου.
- Ως και η ίδια αναφέρει στην παράγραφο 14 της Ένορκης Δήλωσής της, στις 04/05/2011 η Ενάγουσα 1 καταχώρισε εναντίον μου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή αρ. 2010/2011 με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων διάταγμα σε βάρος μου δια του οποίου να διατάσσομε να υπογράψω παν σχετικό έγγραφο και εντολή προς την Alpha Bank για κλείσιμο τριών κοινών μας τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται ακόμα στην Τράπεζα. Παράλληλα αυτή ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να της επιτρέπεται η ανάληψη ποσού 50% των χρημάτων και των τόκων που ευρίσκονται ακόμα κατατεθειμένα επ' ονόματι και των δύο μας στην Τράπεζα στους ακόλουθους κοινούς λογαριασμούς μας. Ειδικότερα: (α)210-150/034325/8 ...... (β) 210-150/036394/5 ........ (γ) 210-150/037687/7 ......
- Μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία δεν είχα υπόψιν μου τον κοινό λογαριασμό αρ. 2ΙΟΙ 50/037687/7 που αναφέρεται στην πιο αγωγή και έτσι άρχισα να διερευνώ το τι πραγματικά συνέβαινε με το θέμα αυτό.
- Με αφορμή λοιπόν τα πιο πάνω κατά την έρευνα μου στο σπίτι εντόπισα για τον κοινό τραπεζικό μας λογαριασμό αρ. 210-150-036394-5 ..... πως Πιστοποιητικό Προθεσμιακής Κατάθεσης ημερομηνίας 20/02/2009 με ποσό κατάθεσης Ευρώ40,000 έφερε τόκο στην λήξη του στις 22/02/2010 Ευρώ 1,850,
- Το δε παρόμοιο πιστοποιητικό που εντόπισα στο σπίτι ημερομηνίας 23/02/2010, δηλαδή που εκδόθηκε μετά την λήξη του αρχικού ημερομηνίας 20/02/2009 ανωτέρω, έδειχνε ποσό κατάθεσης Ευρώ41,000 μόνο αντί Ευρώ41,850, ως κανονικά θα έπρεπε μιας και κανένα ποσό από ότι γνώριζα δεν είχαμε εισπράξει έναντι αυτού στο μεσοδιάστημα ή κατά την λήξη του. Παρουσιάζω ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίγραφα των δύο πιο πάνω αναφερόμενων Πιστοποιητικών ημερομηνίας 20/02/2009 και 23/02/2010 αντίστοιχα.
- Ομοίως παρατήρησα πως για τον κοινό τραπεζικό μου λογαριασμό με την Ενάγουσα 1 που συμπεριλαμβάνεται στις απαιτήσεις της στην πιο πάνω αγωγή (Τεκμήριο 7) με αρ. λογαριασμού 210-150-034325-8, το μεν κεφάλαιο κατάθεσης σύμφωνα με σχετικό Πιστοποιητικό της Τράπεζας ημερομηνίας 08/01/2009 ανήρχετο σε Ευρώ56,000 και τόκο στην λήξη του στις 08/01/2010 Ευρώ3,976 στην ανανέωσή του στις 08/01/2010 σύμφωνα με όμοιο πιστοποιητικό της Τράπεζας ημερομηνίας 18/01/2010 το ποσό κατάθεσης ήταν μόνο Ευρώ58,000, δηλαδή απούσιαζαν περί τα Ευρώ1,976 που είναι η διαφορά των συσσωρευθέντων τόκων. Παρουσιάζω ως Τεκμήρια 9 και 10 αντίγραφα των ως άνω δύο πιστοποιητικών κατάθεσης ημερομηνίας 08/01/2009 και 18/01/2010 αντιστοίχως.
- Επιπρόσθετα, κατόπιν αιτήματος μου προς την Alpha Bank σε σχέση με τον κοινό τραπεζικό μου λογαριασμό με την Ενάγουσα 1 αρ. 202-105-017627-9, η Alpha Bank με εφόδιασε με Έντυπο Μεταφοράς ποσού €1,000 στην τραπεζικό λογαριασμό των γονέων της, ήτοι του Ενάγοντα 2 Αβραάμ Περικλέους και της Ειρήνης Περικλέους υπ' αρ. 202-00-002256-2 στις 27/2/
- Η εν λόγω μεταφορά χρημάτων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11 έγινε χωρίς γνώση και συγκατάθεσή μου, παράνομα γιατί μόνο και με την δική μου υπογραφή μπορούσε να μεταφερθεί ή αναληφθεί οποιοδήποτε ποσό από τον κοινό μας τραπεζικό λογαριασμό 202-105-017627-
- 29.Η πιο πάνω παράνομη μεταφορά χρημάτων από τους κοινούς μας τραπεζικούς λογαριασμούς σε λογαριασμό των γονιών της Ενάγουσας 1 δεν είναι πιστεύω η μόνη περίπτωση στην οποία προέβη η πρώην σύζυγός μου. Γνωρίζω πως οι γονείς της τηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στην ίδια τράπεζα τους οποίους αυτή διαχειρίζετο. Εν πάση περιπτώσει για τα πιο πάνω ζητήματα αναγκάσθηκα τελικά να υποβάλω καταγγελία στην αστυνομία η οποία και τα διερευνά. ............................» Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Το εγχείρημα των αιτητών να παρουσιάσουν συμπληρωματική μαρτυρία απέτυχε. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 31.05.
- Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Όσον αφορά στο νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασης υποθέσεων ως η προκείμενη, σημειώνεται, κατ΄αρχάς, πως «Το Άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32» [Βλ. Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 A.Α.Δ. 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689) και Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 799, 807]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ικανοποιείται εφ' όσον, επί τη βάσει όσων καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και ικανοποιείται εφ' όσον συντρέχει κάτι περισσότερο από μίαν απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται απόδειξη τούτου επί τη βάσει της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities), βαθμός απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσχέρεια ή την αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή συντρέχει εφ' όσον, λαμβανομένης υπ' όψιν της μαρτυρίας στο σύνολό της, προκύπτει, πράγματι, βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επιδιωκόμενο ενδιάμεσο διάταγμα. Παράγοντες σχετικοί με το τελευταίο αυτό ζήτημα είναι και οι ακόλουθοι:
(1)Η φύση του περιουσιακού στοιχείου του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση. Ο κίνδυνος εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού ή ενός κινητού αντικειμένου είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο διάθεσης ενός ακινήτου.
(2)Η υπηκοότητα, η οικονομική κατάσταση και η μόνιμη κατοικία του εναγομένου.
(3)Το προηγούμενο ή το υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγομένου.
(4)Οιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση του εναγομένου για δοσοληψίες εν σχέσει με τα περιουσιακά του στοιχεία.
(5)Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της επίδικης αξίωσης [Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ 1301]. Στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέο είναι και το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφ' όσον με την αίτηση επιδιώκεται η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων εν σχέσει με ακίνητο. Όμως, οι ειδικές ρυθμίσεις, τις οποίες το άρθρο αυτό περιέχει, δεν επηρεάζουν καθ'οιονδήποτε τρόπο την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν.14/60, «το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων» και το οποίο «αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει, χωρίς οποιανδήποτε εξαίρεση» (Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (ανωτέρω), σελ. 402 και 403, δείτε και Doleqo Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1217, 1222). Η νομολογία ορίζει ότι ενδιάμεσο διάταγμα εν σχέσει με ακίνητο εκδίδεται μόνον εφ' όσον «φαίνεται στο Δικαστήριο ........... ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του». Δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για την ύπαρξη, πράγματι, πρόθεσης του καθ' ου η αίτηση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του. «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία» (C.Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα Λεωνίκ Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 785, 789-90, δείτε και την Zεμεvίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 54). Με άλλα λόγια, εκείνο που διερευνάται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, 785). Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση και έκδοση απόφασης σε αιτήσεις ως η υπό συζήτησιν δεν είναι οριοθετημένα κατά τρόπον αυστηρό. «Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανόμενου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί» [Καλογέρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) Α.Α.Δ 1237, 1244], To Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα με φειδώ και αφού σταθμίσει τα δεδομένα της υπόθεσης και κρίνει πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι δίκαιη και πρόσφορη [Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζήβασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152]. Περαιτέρω, και επειδή, εν προκειμένω, συζητείται η οριστικοποίηση του διατάγματος ημερ. 16.10.2015, το οποίο εξεδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, σημειώνεται πως μια τέτοια αίτηση «είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides») και παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε στη μονομερή αίτηση» [Larissa (Αρ. 2)
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1333, 1342 δείτε και τη Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-7]. Στην απόφαση Μ. and Ch. Mitsinqas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, 1797 αναφέρονται τα εξής: «Το καθήκον για την πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, που στοιχειοθετούν το αίτημα για προσωρινό διάταγμα βάσει του άρθρου 9 του Κεφ. 6, συναρτάται επίσης με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε ζητείται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό- ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για την μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος.» (Δείτε, επίσης, την πρόσφατη απόφαση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82).
(2)Εν προκειμένω, και επί τη βάσει της έκθεσης απαίτησης και των ενόρκων δηλώσεων των αιτητών και του μάρτυρος του καθ΄ου η αίτηση δεν αποκλείεται η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ούτε αποκλείεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Όμως, διαπιστώνεται πως δεν συντρέχει η τρίτη σωρευτική προϋπόθεση, και συγκεκριμένα η προϋπόθεση ύπαρξης βάσιμου κινδύνου η ενδεχόμενη απόφαση υπέρ των αιτητών να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε προς το σκοπό τεκμηρίωσης της προϋπόθεσης αυτής δεν ικανοποιεί. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των αιτητών είναι αφ' ενός ελλειπτικοί, γενικόλογοι και αόριστοι και αφ' ετέρου αμφισβητούνται από τον καθ' ου η αίτηση δια του λόγου αρ. 3(γ) της ένστασής του. Οι κρίσιμες παρα. 10 και 15 στις ένορκες δηλώσεις του ενάγοντος αρ.2- αιτητή και της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας, αντιστοίχως, είναι επιγραμματικές και εξαντλούνται σε γενικότητες, χωρίς να παραθέτουν ο,τιδήποτε το συγκεκριμένο. Τα όσα οι αιτητές αναφέρουν, εν σχέσει με το ενδεχόμενο η απόφαση υπέρ τους να μην μπορεί να ικανοποιηθεί, δεν ικανοποιούν την προϋπόθεση της «στέρεης μαρτυρίας» [δείτε την Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.ά (ανωτέρω), 1318]. Απουσιάζει συγκεκριμένη μαρτυρία για τις προσωπικές και άλλες συνθήκες του καθ' ου η αίτηση, για την εν γένει συμπεριφορά του καθώς και για τη φύση του επίδικου κτήματος, η οποία να καθιστά τον κίνδυνο αποξένωσης ή επιβάρυνσης του τελευταίου ορατό. Εκτός από τις γενικόλογες αναφορές περί αδυναμίας ικανοποίησης της απόφασης υπέρ των αιτητών σε περίπτωση αποξένωσης, ή επιβάρυνσης κ.λ.π. του επίδικου κτήματος, τίποτε το συγκεκριμένο δεν αναφέρεται. Συναφώς σημειώνεται πως η εξουσία έκδοσης ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, ως το επιδιωκόμενο, είναι μεγάλης αξίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δικαστικών αποφάσεων. Η εξουσία αυτή δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Και δεν πρέπει να προσφέρεται στον ενάγοντα ως μέσον εξασφάλισης προτεραιότητας ή ως μέσον πίεσης του εναγομένου να συμβιβασθεί [δείτε την Z Ltd v. A - Z
(1982)Q. B, 558 και David Bean Q. C, Injunctions, eighth edition, Thomson, Sweet and Maxwell, 2004, p.108-9]. Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν την αίτηση σε αποτυχία και το διάταγμα ημερ. 16.10.2015 σε ακύρωση.
(3)Περαιτέρω, μετά την καταχώριση της ένστασης εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση και της παρουσίασης της μαρτυρίας του, η εικόνα που αρχικώς δημιουργήθηκε επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων των αιτητών, που κατεχωρίστηκαν προς υποστήριξη της αίτησης, έχει ανατραπεί. Οι ισχυρισμοί και οι αιτιάσεις του μάρτυρος του καθ΄ου η αίτηση, ως αυτές παρατίθενται αυτούσιες πιο πάνω, αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρότερων διενέξεων μεταξύ της ενάγουσας αρ.1 - αιτήτριας και του πρώην συζύγου της οι οποίες οδήγησαν σε καταγγελίες της πρώτης τόσον ενώπιον των εργοδοτών της όσον και ενώπιον της Αστυνομίας. H παράλειψη αποκάλυψης αυτών των γεγονότων αποβαίνει μοιραία για την τύχη του διατάγματος ημερ. 16.10.
- Τα γεγονότα αυτά αφορούν σε ουσιώδη ζητήματα τα οποία, εξ αντικειμένου, θα μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι το διάταγμα ημερ. 16.10.
- Επαναλαμβάνεται πως το κριτήριο για τον ουσιώδη χαρακτήρα των γεγονότων που πρέπει να αποκαλύπτονται ενώπιον του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις των μονομερών αιτήσεων είναι αντικειμενικό. Οι αμέσως πιο πάνω διαπιστώσεις αποτελούν πρόσθετο λόγο για την αποτυχία της αίτησης και για την ακύρωση του διατάγματος ημερ. 16.10.
- Η επιτυχής προβολή των ως άνω λόγων ένστασης καθιστά αχρείαστη τη συζήτηση των υπολοίπων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 28.09.2015 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Το διάταγμα ημερ. 16.10.2015 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων αρ.1 και 2 - αιτητών. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) ................. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο