← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΜΑΠΠΟΥΡΑ κ.α. ν. ΔΡ ΜΑΝΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΥ, Αριθμός Αγωγής : 1106 /17, 19/1/2018

ΚΩΣΤΑ ΜΑΠΠΟΥΡΑ κ.α. ν. ΔΡ ΜΑΝΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΥ, Αριθμός Αγωγής : 1106 /17, 19/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής : 1106 /17 Μεταξύ :

  1. ΚΩΣΤΑ ΜΑΠΠΟΥΡΑ
  2. ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΑΠΠΟΥΡΑ Εναγόντων-Αιτητών -και- ΔΡ ΜΑΝΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΥ Εναγόμενου -Καθ' ου η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 07 / 04 /2017 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία : 19 /01/2018 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντες - Αιτητές : κος Φασουλιώτης για Χ Πουργουρίδη & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κος Κωνσταντίνου για Χ Κωνσταντίνου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση των Εναγόντων, ημερομηνίας 7/4/2017, για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου στα πλαίσια της αγωγής των Εναγόντων με την οποία αξιώνουν διάταγμα παράδοσης κενής και ελεύθερης της κατοχής του επίδικου ακίνητου από τον Εναγόμενο, καθώς και συγκεκριμένο ποσό ως οφειλόμενα ενοίκια και ενδιάμεσα οφέλη Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, Κώστα Μαππούρα, ημερομηνίας 7/4/
  3. Ο ομνύοντας την ένορκη δήλωση κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο ιδιοκτησίας του επίδικου ακίνητου , ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε αντίγραφο ενοικιαστήριου εγγράφου ημερομηνίας 22/05/2013, ως Τεκμήριο 3 επιστολή τερματισμού της ενοικίασης ημερομηνίας 20/01/2017 από τους δικηγόρους των Εναγόντων, ως Τεκμήριο 4 απαντητική επιστολή από τους δικηγόρους του Εναγομένου, ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε ένορκη δήλωση επίδοσης του Τεκμηρίου 3 και τέλος ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε σχετική κατάσταση λογαριασμού ενοικίων. Με το τεκμήριο 6 φαίνεται ότι το τελευταίο μηνιαίο ενοίκιο ανερχόταν σε € 700 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση την 13 / 12/2017 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω : Ι. Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που Θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε οι Αιτητές να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ' ον η Αίτηση. ΙΙ. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της Αγωγής. ΙΙΙ. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών Θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση τον Καθ' ου η αίτηση και σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης. ΙV. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. V. Υφίσταται ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με το εύλογο, αδικαιολόγητο και παράνομο της μη καταβολής των ενοικίων, στις οποίες βασίζεται η αξίωση των Εναγόντων. VΙ. Υφίσταται ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού προς τους Ενάγοντες. VΙΙ. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία, και τα οποία εάν γίνουν αποδεκτά θα καταδείξουν ότι δεν ευσταθεί η αξίωση των Αιτητών. VΙΙΙ. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα των Αιτητών σε απόφαση στην αγωγή. ΙΧ. Η απαίτηση των Αιτητών δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως δεν δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση. Χ. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά, με μοναδικό σκοπό να στερήσει τον Εναγόμενο να υπερασπιστεί την θέση του. Η ένσταση του Εναγομένου συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, ο οποίος προβάλλει τη θέση ότι το επίδικο υποστατικό παρουσίαζε φυσική φθορά εξαιτίας της οποίας υπέστη ζημίες και οι ενάγοντες κωλύονται να ζητούν από αυτόν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά εφόσον οι ίδιοι αποδέχτηκαν όπως αυτά μειωθούν και συμψηφιστούν με τις ζημιές τις οποίες κατ' ισχυρισμόν υπέστη ένεκα της ακαταλληλότητας του υποστατικού. Προβάλλει επίσης τη θέση ο Εναγόμενος ότι το μηνιαίο ενοίκιο κατόπιν συμφωνίας μειώθηκε από € 800 σε €
  4. Διαδικασία Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. (Βλέπε τις υποθέσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 Προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο την 08/03 /2017 και ότι ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 20 / 03 /
  1. Κατά την ακρόαση της αίτησης, την 15/12/2017, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων προχώρησε σε δήλωση με την οποία περιόριζε την απαίτηση των Εναγόντων σε οφειλόμενα ενοίκια από 1/8/2016 μέχρι σήμερα, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι το μηνιαίο ενοίκιο ανέρχεται σε €
  2. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.18 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Στην πρόσφατη απόφαση Sensus Gymnasium Ltd v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795 το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές νομικές αρχές επί του θέματος ως ακολούθως : «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) A.A.Δ.1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818.) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
  2. Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides, σελ. 136-138) και Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18 Καν. 3(α))» Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ .Π.Ε 60/2011 ΗΜΕΡ 12 Ιουλίου, 2016 Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Συνδρομή των προϋποθέσεων της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά την Ακρόαση την υπόθεσης αμφότεροι οι συνήγοροι δήλωσαν ότι έχει καταδειχθεί ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ. 1 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ. 1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Προκύπτει αβίαστα, ως συμπέρασμα, το ότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από τον Ενάγοντα, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί για τα γεγονότα, επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι πλέον το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο να καταδείξει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή, ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρησης υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση του Εναγομένου Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, ο Εναγόμενος οφείλει να καταδείξει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή, ώστε να του δοθεί δικαίωμα για υπεράσπιση. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: « Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Ασφαλώς δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι πρόνοιες της Δ.18 πρέπει να διαβάζονται και υπό το φως του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ασκείται με φειδώ, μόνο σε περιπτώσεις που είναι εμφανές ότι ο εναγόμενος δεν διατηρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Σχετική είναι Zervos v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) 1968 . Ως προς την έννοια του τι αποτελεί αδιαμφισβήτητη περίπτωση, για σκοπούς έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θεμελιακή είναι η απόφαση στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ( Υπό Εκκαθάριση ) κ.α ν Εθνική Τράπεζα Της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 ΑΑΔ 418 όπου κρίθηκαν τα εξής : «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Το γεγονός ότι, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών , δεν συνεπάγεται ότι , για τη χορήγηση άδειας προς υπεράσπιση, αρκεί η προβολή αόριστων ή γενικών ισχυρισμών. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται η προβολή ισχυρισμών στην αναγκαία έκταση , πάντοτε σε συνάρτηση με το εκάστοτε επίδικο ζήτημα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Caterchef NV Ltd ν. PCP Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912 , όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.).» Σχετικές επίσης είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 και Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση διατάγματος παράδοσης κενής και ελεύθερης της κατοχής του επίδικου ακίνητου καθώς και οφειλόμενα ενοίκια. Ο Εναγόμενος, σε κανένα σημείο δεν αμφισβητεί το νομότυπο του τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης ενώ παράλληλα κανένα ισχυρισμό ή γεγονός δεν προβάλλει που να συνιστά υπεράσπιση στην αξίωση των Εναγόντων για έκδοση διατάγματος έξωσης παρά μόνο δηλώνει εν είδει κατάληξης ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται από τις παραστάσεις και τις υποσχέσεις τους να αξιώνουν τις θεραπείες που αξιώνουν στην αγωγή τους. Η πιο πάνω γενικόλογη δήλωση ασφαλώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό που να καταδεικνύει συζητήσιμη ή καλόπιστη υπεράσπιση στο συγκριμένο σκέλος της αξίωσης των Εναγόντων. Ως προς την αξίωση των Εναγόντων για απλήρωτα ενοίκια ο Εναγόμενος δεν αρνείται ότι δεν κατέβαλε τα ενοίκια αλλά ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν όπως το ποσό των οφειλόμενων ενοικίων μειωθεί και συμψηφιστεί με τις ζημιές που υπέστη λόγω της ισχυριζόμενης ακαταλληλότητας του υποστατικού. Ο Εναγόμενος στην ίδια παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένστασή του προβάλλει διάφορους αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς περί ισχυριζόμενων ζημιών που υπέστη . Παρόλο όμως που ισχυρίζεται ότι το υποστατικό και η επιχείρηση του ίδιου υπέστη ζημιές, παραλείπει να αναφερθεί στο ενδεχόμενο ύψος αυτών και ούτε αναφέρει το κατά πόσο κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς επιδιόρθωση τους. Ασφαλώς ο Εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση, στα πλαίσια της παρούσας, να προβεί σε λεπτομερή καταγραφή των εδικών του ζημιών όπως θα είχε στην περίπτωση που καταχωρούσε υπεράσπιση , όμως όφειλε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας να παρουσιάσει κάποιες λεπτομέρειες, ώστε να καταδείξει ότι διατηρεί καλόπιστη υπεράσπιση. Ιδίως στην παρούσα υπόθεση που ο Εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι οι ισχυριζόμενες ζημίες αποτέλεσαν, κατά τον ισχυρισμό του, τη βάση της συμφωνίας με την όποια συμψηφίστηκαν τα οφειλόμενα ενοίκια, ήταν σημαντικό να παρουσιαστεί ισχυρισμός σχετικά με το ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών και κατά πόσο προσέγγιζαν αριθμητικά ή όχι το ποσό των οφειλόμενων ενοικίων, ώστε να αξιολογηθεί η λογικοφάνεια, το καλόπιστο του προβαλλόμενου ισχυρισμού, καθώς και το εάν προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Χωρίς όμως οποιαδήποτε αναφορά στο ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών, παραμένει παντελώς αόριστος και γενικόλογος ο ισχυρισμός περί συμφωνίας για συμψηφισμό και μείωση των οφειλόμενων ενοικίων αφού, ελλείψει αριθμητικών δεδομένων, δεν μπορεί να κριθεί το κατά πόσο ο υπό εξέταση ισχυρισμός εγείρει συζητήσιμο θέμα ή τίθεται ως καλόπιστη υπεράσπιση. Θα ανέμενε κανείς από τον Εναγόμενο να προέβαινε σε κάποιο αριθμητικό προσδιορισμό των ζημιών που επικαλείται , ώστε να παρέχονται σε λογική έκταση λεπτομέρειες, που να βοηθούν το Δικαστήριο να κρίνει το κατά ποσό ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεικνύει ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως. Η ανάγκη για παροχή έστω κάποιων λεπτομερειών, ως προς το ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών, δεν συνδέεται στην παρούσα με την αξιολόγηση και στάθμιση ως προς την ουσία της διαφοράς αλλά με την κρίση του κατά πόσο ο προβαλλόμενος στην παράγραφο 4 (ζ) ισχυρισμός συνιστά καλή τη πίστει υπεράσπιση, ώστε να δοθεί το δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης στον Εναγόμενο. Ως προς τον ισχυρισμό του Εναγομένου, στην παράγραφο 4 (στ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένταση, ότι το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο ανέρχεται σε € 700 μηνιαίως και όχι €800 μετά την δήλωση περί περιορισμού της αξίωσης από τον συνήγορο των Εναγόντων δεν μπορεί να αναπτύξει οποιαδήποτε συνέπεια ως υπεράσπιση που θεμελιώνει ειλικρινή διαφωνία ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι διατηρεί καλόπιστη υπεράσπιση (bona fide defence) ή ότι έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά, ώστε να του δοθεί δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει και ενόψει της δήλωσης του συνηγόρου των Εναγόντων περί περιορισμού της απαίτησης εκδίδεται απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου ως το αιτητικό Α της Έκθεσης Απαίτησης πλέον :
  2. Ποσό εκ € 4,900 ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο από 1/8/2016 μέχρι 28/2/2017
  3. Ποσό εκ € 700 μηνιαίως από 1/3/2017 μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης της κατοχής των επίδικων καταστημάτων ως ενδιάμεσα οφέλη. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.