← Κύπρος

Charitin Altsgracia Baez Nunez ν. Γιαννάκης Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1930/09, 19/1/2018

Charitin Altsgracia Baez Nunez ν. Γιαννάκης Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1930/09, 19/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1930/09 Μεταξύ: Charitin Altsgracia Baez Nunez, από την Δομινικανή Δημοκρατία Ενάγουσας και

  1. Γιαννάκης Γεωργίου, από την Λευκωσία
  2. Παύλος Χατζημακρή, από την Λευκωσία
  3. Αντουάν Μπαλάν, από την Λευκωσία
  4. Gleny Antonia Reyes Castillo, από την Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2018 Για ενάγουσα: κος Χάρης Σταυράκης με κο Μιχάλη Μιχαήλ Για εναγομένους: κος Νάσος Παναγιώτου με κο Μιχάλη Κιτρομιλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα που κατάγεται από την Δομινικανή Δημοκρατία, καταχώρησε την παρούσα αγωγή, ισχυριζόμενη ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τους εναγομένους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα έφτασε στην Κύπρο μετά από εξαπάτηση της συμπατριώτισσας της με το όνομα «Maricha», η οποία της υποσχέθηκε ότι με την είσοδο της στο νησί μας θα μπορεί να μεταβεί με τραίνο στην Ισπανία που ήταν και ο τελικός της προορισμός. Αντιθέτως, εξαναγκάστηκε με βία, ψυχολογικό εξαναγκασμό, απειλές και καθημερινές πιέσεις να εργαστεί στο καμπαρέ Roxy, στο οποίο εκπορνευόταν από τους εναγομένους. Με την αγωγή της, αιτείται γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων, η οποία εξακολουθεί να της προκαλεί σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα παρότι επέστρεψε στην χώρα της. Αναφέρεται επιπλέον στην έκθεση απαίτησης ότι η ενάγουσα στις 5.6.08 αναγνωρίστηκε από την αστυνομία ως θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, δυνάμει του Περί Καταπολέμησης Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του
  5. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους, αρνούνται τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Αναφέρουν ότι η ενάγουσα μετά την άδεια εισόδου της στην Κύπρο, υπέγραψε συμβόλαιο για να εργαστεί ως καλλιτέχνιδα στο επίδικο καμπαρέ. Οι ίδιοι δεν έχουν καμία σχέση με την λεγόμενη Maricha και δεν δεσμεύονται από ότι αυτή μπορεί να είπε ή υποσχέθηκε στην ενάγουσα. Αναφέρεται επίσης στην υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος 1 πληροφόρησε την ενάγουσα μετά από ερώτηση της, ότι δεν είναι υποχρεωμένη να πηγαίνει για sex με τους πελάτες του καμπαρέ. Η ενάγουσα και οι άλλες κοπέλες δεν παρέδωσαν τα διαβατήρια τους στους εναγομένους, τα οποία βρίσκονταν πάντα στην κατοχή τους. Όλες οι καλλιτέχνιδες σύμφωνα με την υπεράσπιση δεν ήταν φυλακισμένες αλλά ελεύθερες να διακινούνται παντού εντός και εκτός του καμπαρέ και να συναναστρέφονται με φίλους και γνωστούς. Ποτέ δεν κατήγγειλαν το αντίθετο στην αστυνομία ενώ μπορούσαν με ευχέρεια να το κάνουν αφού 2 με 3 φορές την βδομάδα, τις επισκεπτόταν αστυνομικοί και τις ρωτούσαν αν είχαν οιονδήποτε παράπονο. Στην υπεράσπιση αναφέρεται επίσης ότι τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης κηρύσσονται σύμφωνα με τον Νόμο, όχι από την αστυνομία αλλά μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου που να καταδικάζει τους εναγομένους για αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης της ενάγουσας. Ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν μπορεί να ζητά αποζημιώσεις ως θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Κατά την ακροαματική διαδικασία, έγινε εκτενής αναφορά από τους εναγομένους για την αθώωση τους από το κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση 4207/08 για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με την σεξουαλική εκμετάλλευση της ενάγουσας. Η εν λόγω υπόθεση, καταχωρήθηκε ύστερα από καταγγελία της ενάγουσας στην αστυνομία μετά που εγκατέλειψε το καμπαρέ Roxy και μετέβη σε καταφύγιο θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Λεμεσό. Μαρτυρία Κατά την ακρόαση κατέθεσαν 10 συνολικά μάρτυρες. Για την ενάγουσα κατέθεσαν 5 μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένης και της ιδίας. Για τους εναγομένους κατέθεσαν άλλοι 5 μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων 2, 3 &
  6. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Μ.Ε.1, Ρίτα Σούπερμαν. Είναι υπαστυνόμος, υπεύθυνη του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Κατέθεσε ότι συνάντησε την ενάγουσα που κατάγεται από τον Άγιο Δομίνικο στο καταφύγιο θυμάτων στη Λεμεσό όπου διέμενε στα πρώτα στάδια που είχε διαφύγει από τον καμπαρέ Roxy, στο οποίο εργαζόταν. Από το εν λόγω καμπαρέ είχαν διαφύγει και διέμεναν στο καταφύγιο άλλες τρεις κοπέλες, όλες από τον Άγιο Δομίνικο. Όλες οι κοπέλες ήταν αρκετά τρομοκρατημένες, φοβισμένες και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Λόγω της κακής τους ψυχολογικής κατάστασης δεν ήθελαν να έχουν επαφή με την αστυνομία. Σε συνεννόηση με την υπεύθυνη του καταφυγίου και όταν πλέον ήταν διατεθειμένες να μιλήσουν με την αστυνομία, τις επισκέφθηκε μαζί με την αστυφύλακα του γραφείου της. Οι ίδιες δήλωσαν ότι ήθελαν να καταγγείλουν τα άτομα τα οποία θεωρούσαν υπεύθυνα για τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση στο καμπαρέ Roxy. Οι καταθέσεις λήφθηκαν από το Τ.Α.Ε. Λεμεσού στις 30.5.
  7. Στη συνέχεια, η υπόθεση εξετάστηκε από το Τ.Α.Ε. Λευκωσίας. Και οι τέσσερις, αναγνωρίστηκαν ως θύματα σωματεμπορίας. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η προώθηση ποινικών υποθέσεων στο Δικαστήριο για εμπορία προσώπων δεν είναι ευθύνη του γραφείου της αλλά του Τ.Α.Ε. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση στο κακουργιοδικείο εναντίον των εναγομένων. Το κακουργιοδικείο αθώωσε όλους τους εναγομένους, το ίδιο και το Εφετείο. Κρίθηκε μεταξύ άλλων από το κακουργιοδικείο ότι η μαρτυρία της ενάγουσας ήταν αναξιόπιστη. Στην συνέχεια, η μάρτυρας περιέγραψε την εκδοχή των κοπέλων που διέφυγαν στο καταφύγιο και πως η ίδια πείστηκε ότι πρόκειται για θύματα εμπορίας προσώπων. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι όλες ήρθαν στην Κύπρο για να εργαστούν. Καμιά από αυτές δεν είχε ιστορικό προηγούμενο σαν πόρνη. Ήταν όλες γυναίκες με οικογένειες και παιδιά, οι οποίες εξαπατήθηκαν για να έρθουν στην Κύπρο, με την υπόσχεση ότι από εδώ θα μεταβούν στην Ισπανία με το τραίνο. Αυτό δείχνει ότι το μορφωτικό επίπεδο αυτών των γυναικών δεν ήταν ικανό για να τις κάνει να σκεφτούν και να ψάξουν πού είναι η Κύπρος και εάν ήταν δυνατόν να μεταβούν στην Ισπανία με το τραίνο. Το όνειρο τους ήταν να μεταβούν στην Ισπανία, όπου είχαν συγγενείς και μιλούσαν την γλώσσα. Χρεώθηκαν μεγάλα ποσά για να εξασφαλίσουν την έξοδο από τη χώρα τους, με την υπόσχεση μιας καλύτερης εργασίας και ξαφνικά είχαν βρεθεί στην Κύπρο, κλειδωμένες σε ένα δωμάτιο. Την επόμενη ημέρα, βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα γυναικών χωρίς εσώρουχα να χορεύουν και όταν αντέδρασαν, τους είπαν ότι αυτή είναι η δουλειά τους. Μ.Ε.2, Λίντα Λάπα. Σύμφωνα με την γραπτή της δήλωση (έγγραφο 1), είναι μέλος της οργάνωσης «Cyprus Stop Trafficking» που συνεργαζόταν με τον πατέρα Σάββα, υπεύθυνο του καταφυγίου θυμάτων σωματεμπορίας στην Λεμεσό. Γνώρισε την ενάγουσα τον Μάιο του
  8. Της διηγήθηκε πως την ξεγέλασε στην χώρα της κάποια Μαρίτσα, προκριμένου να έλθει στην Κύπρο και να εργαστεί σε καμπαρέ. Της διηγήθηκε επίσης πως εγκλωβίστηκαν στο καμπαρέ Roxy που ανήκε στον εναγόμενο 1, ο οποίος τους απέσπασε τα διαβατήρια και τις εκπόρνευε με την βοήθεια των υπολοίπων εναγομένων. Επειδή η μάρτυρας μιλά αρκετά καλά ισπανικά, ήταν σε θέση να επικοινωνήσει άνετα με την ενάγουσα και να ακούσει την ιστορία της. Η εντύπωση που τις έκανε, ήταν ότι κατέστη ράκος ψυχολογικά. Κατά διαστήματα, έκλαιγε μιλώντας με δυσκολία. Μετά την Δίκη στο κακουργιοδικείο, η ενάγουσα επέστρεψε στην πατρίδα της. Εκεί, ο σύζυγος της, την πέταξε στο δρόμο λόγω του ότι εκπορνευόταν στην Κύπρο. Η μάρτυρας διατηρεί ακόμα επαφή μαζί της ενώ η οργάνωση τους, την στήριξε οικονομικά για να εργαστεί ως μοδίστρα. Τελικά επανασυνδέθηκε με τον σύζυγο της όταν αυτός αντιλήφθηκε τι ακριβώς είχε συμβεί. Στην αντεξέταση, διευκρίνισε ότι η οργάνωση της δεν είναι κυβερνητική υπηρεσία αλλά πρόκειται για Μη Κυβερνητική Οργάνωση (Μ.Κ.Ο). Ο Πάτερ Σάββας άνοιξε με τη βοήθεια της Μητρόπολης το πιο πάνω καταφύγιο στην Λεμεσό, όπου φιλοξένησε σχεδόν 300 κοπέλες, θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Πρόκειται για επίσης εθελοντική οργάνωση, η οποία κατά την μάρτυρα, έκαμε πολύ θεάρεστο έργο. Είναι ενήμερη για την Δίκη στο κακουργιοδικείο, την οποία παρακολουθούσε. Αρνήθηκε ότι η οργάνωση της, υποσχέθηκε την παροχή χρημάτων σε συγκεκριμένες κοπέλες για να καταθέσουν εναντίον των εναγομένων. Ξέρει όμως ότι ορισμένες από τις κοπέλες που ήταν παραπονούμενες, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία. Γνωρίζει για την απόρριψη των κατηγοριών, την οποία αρνήθηκε να σχολιάσει. Αρχικά, βοήθησαν οικονομικά την ενάγουσα όπως και άλλες κοπέλες που ήταν θύματα εκμετάλλευσης μέχρι να πάρουν, το κρατικό επίδομα. Ειδικά για την ενάγουσα, δήλωσε ότι την βοήθησε και μετά που επέστρεψε στην πατρίδα της, όταν ήταν απελπισμένη και την είχε διώξει ο σύζυγος της. Συγκεκριμένα, έστειλε 3 με 4 φορές από €50 έως €100 για βοήθεια φιλική όταν την άκουγε σε πολύ δύσκολη κατάσταση, ιδίως όταν ήταν δίχως δουλειά με δύο παιδιά να θρέψει πριν να ξανασυνδεθεί με τον σύζυγο της. Βοηθούσαν όμως και τις άλλες κοπέλες όταν ήταν στην Κύπρο με μικρά ποσά ή αγοράζοντας τους τα αναγκαία. Αρνήθηκε ότι οι υπόλοιπες παραπονούμενες δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο, επειδή αθέτησε την υπόσχεση της να τους δώσει χρήματα και έδινε χρήματα μόνο την ενάγουσα. Η ίδια δεν ήταν παρούσα στο καμπαρέ και ότι γνωρίζει για το τι συνέβηκε εκεί, της το ανέφερε η ενάγουσα. Αρνήθηκε τέλος ότι η κοπέλα με το όνομα Brenda που έστειλε την ενάγουσα στο καταφύγιο, ψάρευε κοπέλες με υποσχέσεις οικονομικής φύσεως για να δώσουν καταθέσεις και να καταγγέλλουν τους εργοδότες τους. Μ.Ε.3, Λοχ.3990, Ζωνάκης Γεωργίου. Κατά τους επίδικους χρόνους, εργαζόταν στο ΤΑΕ Λεμεσού. Με οδηγίες τις κυρίας Σούπερμαν υπεύθυνης του γραφείου εμπορίας προσώπων, πήρε κατάθεση από την ενάγουσα και άλλες τρεις παραπονούμενες με την βοήθεια διερμηνέα. Επρόκειτο όπως είπε για μια φοβισμένη κοπέλα, η οποία σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια της κατάθεσης έκλαιγε. Δεν είχε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση επειδή στην συνέχεια, οι καταγγελίες διερευνήθηκαν από συναδέλφους του, άλλης επαρχίας. Μ.Ε. 4, Αστ. 2155 Μαρία Κωνσταντίνου. Υπηρετεί στο ΤΑΕ Λευκωσίας. Είναι μια εκ των ανακριτών της υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά, έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την ενάγουσα προκειμένου να κάνει κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ανέφερε ότι η ενάγουσα ήταν αρκετά αναστατωμένη και σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση, παρότι πέρασαν μέρες μετά που έφυγε από το καμπαρέ. Οι παραπονούμενες της υπόθεσης ήταν πέντε και κατάγονταν από τον Άγιο Δομίνικο. Δεν γνωρίζει αν οι παραπονούμενες επισκέπτονταν χωρίς περιορισμούς, εστιατόριο και internet café στην περιοχή, κοντά στο καμπαρέ. Οι συγκεκριμένες κοπέλες αναγνωρίστηκαν ως θύματα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Η μάρτυρας συνομίλησε και με καλλιτέχνιδες που εργάζονταν στο καμπαρέ, οι οποίες κατάγονταν από άλλες χώρες. Πλην όμως, αυτές δεν εξέφρασαν κανένα παράπονο. Της υποβλήθηκε ότι από τις 5 κοπέλες που ήταν παραπονούμενες, μόνο οι 2 προσήλθαν στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσουν. Ισχυρίστηκε όμως ότι δεν ήταν δική της αρμοδιότητα ως ανακρίτριας, το ποιες κοπέλες θα κατέθεταν. Μ.Ε.5, Charitin Altagracia Baez Nunez Είναι η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Κατέθεσε στην ισπανική γλώσσα με την βοήθεια διερμηνέως που μετέφραζε στα ελληνικά. Ανέγνωσε αρχικά γραπτή δήλωση στην ισπανική γλώσσα, καταθέτοντας ταυτόχρονα και πιστή μετάφραση στα ελληνικά (έγγραφα 2 & 2Α αντίστοιχα). Στην πιο πάνω γραπτή δήλωση της, υιοθετεί αρχικά τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία για την υπόθεση. Διόρθωσε μόνο το γεγονός ότι στο καμπαρέ έμεινε μόνο 2 βδομάδες. Δακτυλογράφησε στο ηλεκτρονικό υπολογιστή του δικηγόρου της, την δήλωση της στα ισπανικά, η οποία μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα από την μεταφράστρια που την συνοδεύει στο Δικαστήριο. Στην συνέχεια η ενάγουσα αναφέρεται στις συνθήκες που την οδήγησαν να έλθει για εργασία στην Κύπρο μαζί με τις υπόλοιπες κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο καθώς και το τι αντιμετώπισαν στο καμπαρέ Roxy. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι είχε αποφασίσει να εργαστεί στο εξωτερικό για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια της και ειδικά στην Ισπανία όπου έχει μια θεία. Της σύστησαν μια Maricha που βοηθούσε όσους ήθελαν να βγάλουν βίζα και να εργαστούν σε Ευρωπαϊκές χώρες. Πήγε με μια φίλη της να την συναντήσουν στο σπίτι της στο Santiago. Της είπε ότι θέλει να πάει στην Ισπανία όπου έχει συγγενείς. Η Maricha της ανέφερε ότι θα ήταν εύκολο αυτό αν πήγαινε πρώτα στην Κύπρο. Της είπε ότι θα μπορούσαν να μείνουν µία βδομάδα στην Κύπρο να εργαστούν και μετά να πάνε µε τραίνο στην Ισπανία. Η ίδια δεν ήξερε καν που βρίσκεται η Κύπρος ούτε και ότι είναι νησί. Πλήρωσε στην Maricha 200 δολάρια για την βίζα που θα της έβγαζε, κάπου 800 ευρώ για το συμβόλαιο εργασίας στην Κύπρο, 200 δολάρια για την διαμονή της εκεί μέχρι να φύγουν για την Ισπανία και 1.500 ευρώ για το αεροπορικό εισιτήριο. Η Maricha τους είπε ότι έπρεπε να έχουν μαζί τους και 800 δολάρια για να τους αφήσουν να φύγουν από την χώρα τους στο αεροδρόμιο. Τα χρήματά για να πληρώσει τη Maricha, τα δανείστηκε εν μέρει από τον ξάδελφο του άντρα της, εν μέρει από τον αδελφό του άντρα της και από την πώληση μιας μικρής μοτοσυκλέτας που είχε. Όταν είδε το συμβόλαιο εργασίας για την Κύπρο που ήταν στα αγγλικά, της φάνηκε ότι κάπου έλεγε ότι θα ήταν χορεύτριες αφού είδε την λέξη dancing. Είπε στην Maricha ότι δεν ξέρει να χορεύει και ότι δεν ήθελε να χορεύει. Της απάντησε ότι το συμβόλαιο ήταν εικονικό και χρειαζόταν µόνο για να πάρει βίζα για την Κύπρο και από εκεί στην Ισπανία. Στο αεροδρόμιο του Puerto Plata ένας αστυνομικός τους ζήτησε και του έδωσαν 100 δολάρια. Ταξίδεψε για την Λάρνακα µε άλλες 5 κοπέλες από την Δομινικανή Δημοκρατία, τις Alexandra, Margarita, Denny, Aricha και Yani. Στο αεροδρόμιο Λάρνακας τις περίμενε ένας άνδρας που τον έλεγαν Γιώργο. Τις ρώτησε αν ήταν οι κοπέλες της Maricha και τις πήγε µε το αυτοκίνητο του στην Λευκωσία στο καμπαρέ Roxy. Μόλις μπήκαν, είδαν κοπέλες που χόρευαν σχεδόν γυμνές. Αντέδρασαν και αρχίσαν να ανησυχούν. Κάποιος που τον έλεγαν Tony και μιλούσε Ισπανικά τις πήγε όλες σε ένα από τα δωμάτια που υπήρχαν πάνω από το καμπαρέ για να κοιμηθούν και τις κλείδωσε μέσα. Τότε καταλάβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ότι η Maricha τις είχε ξεγελάσει. Την πρώτη νύκτα κοιμήθηκε στο δωμάτιο αυτό μαζί µε τις 5 κοπέλες ενώ από τη δεύτερη νύκτα μέχρι να φύγει από το καμπαρέ, κοιμόταν µε άλλες 3 κοπέλες, διότι τις 2 τις έβαλαν αλλού σε άλλο δωμάτιο. Μετά την πρώτη νύκτα, τους έδωσαν κλειδί της πόρτας που οδηγούσε στο δρόμο. Παρόλα αυτά, όποτε έβγαιναν έξω, τις παρακολουθούσαν πάντοτε από κοντά και δεν υπήρχε τρόπος να δραπετεύσουν. Την επόμενη μέρα, τις πήγαν στην μπυραρία που βρίσκεται δίπλα στο καμπαρέ όπου γνωρίσαν για πρώτη φορά τον Γιαννάκη Γεωργίου (εναγόμενο 1) που τον φώναζαν «Παπαγιάννη» και τους τον σύστησαν σαν το αφεντικό τους. Ακολούθως τις πήγαν στο γραφείο του. Ήταν φοβισμένες και έκλαιγαν. Του είπαν ότι δεν είχαν έλθει στην Κύπρο για να δουλέψουν σε καμπαρέ, αλλά για να πάνε στην Ισπανία και να εργαστούν σαν σερβιτόρες σε ξενοδοχείο και ότι η Maricha τις είχε ξεγελάσει. Ο εναγόμενος 1, ανέφερε ότι η Maricha τους είχε εξηγήσει τι δουλειά θα έκαναν εκεί και ότι ήταν υποχρεωμένες να δουλέψουν στο καμπαρέ Roxy. Τους είπε ότι θα χορεύαν και θα πηγαίναν µε πελάτες του καμπαρέ για σεξ, µόνο αν το ήθελαν και ότι κανένας δεν θα τις εξανάγκαζε. Μετά τους πήραν τα διαβατήρια, τα συμβόλαια εργασίας και τα αεροπορικά εισιτήρια που ήταν µετ' επιστροφής. Την άλλη μέρα, παρά την προσπάθεια του Παπαγιάννη να τις καθησυχάσει ξανά ότι δεν θα ήταν υποχρεωμένες να πηγαίνουν µε πελάτες για σεξ, άρχισαν οι απειλές και ψυχολογική βία για να τις αναγκάσουν να πηγαίνουν µε πελάτες. Το ίδιο βράδυ στο καμπαρέ, η Gleny (εναγόμενη 4) τις υποχρέωσε να γδυθούν και να μείνουν µε τα εσώρουχα τους. Έμειναν έτσι μέχρι να κλείσει το καμπαρέ. Ακολούθως, τις έβαλαν να καθίσουν όλες μαζί στο µπαρ. Μετά από λίγο ο Tony που μιλούσε µε τον Παύλο (εναγόμενο 2) και ένα πελάτη του καμπαρέ, την πλησίασε και τις είπε να πάει να ντυθεί γιατί έπρεπε να βγει έξω µε αυτόν το πελάτη. Του είπε ότι δεν ήθελε να πάει και ο Tony άρχισε να ουρλιάζει και να την απειλεί ότι θα την έστελνε σε ένα καμπαρέ στην Λάρνακα όπου θα ήταν συνεχώς κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο για να «εξυπηρετεί» συνέχεια πελάτες. Μετά την άρπαξε βίαια από το μπράτσο και την πήγε στο γραφείο του Παπαγιάννη. Άρχισε και αυτός µε τη σειρά του να τις φωνάζει και να την απειλεί ότι θα την έστελνε σε αυτό το καμπαρέ στη Λάρνακα αν συνέχιζε να δημιουργεί προβλήματα και δεν έκανε ότι τις ζητούσαν. Πανικοβλήθηκε και στην συνέχεια ο Tony την έβαλε σε ένα ταξί που την πήρε στο σπίτι του πιο πάνω πελάτη. Ένιωθε, αδύναμη και τρομοκρατημένη και εκεί αναγκάστηκε να υποκύψει στις ορέξεις αυτού του πελάτη για ώρες. Η χειρότερη εμπειρία στο καμπαρέ αυτό, ήταν όταν από τις 7.30 µ. µ. το απόγευμα μέχρι τις δέκα το βράδυ που άνοιγε το καμπαρέ, οι εναγόμενοι τις ανάγκαζαν να κάνουν σεξ µε νεαρούς πελάτες κυρίως στρατιώτες στους καναπέδες όλες μαζί, µε τον Παύλο και τον Αντρέα παρόντες να τις παρακολουθούν. Μερικές φορές ήταν παρών και ο ίδιος ο Παπαγιάννης που καθόταν στο μπαρ και έβλεπε. Στους νεαρούς που έρχονταν να την ζητήσουν για τον σκοπό αυτό έλεγε ότι δεν δεχόταν να το κάνει, οπότε εκείνοι πήγαιναν µε άλλη κοπέλα. Σε µία περίπτωση, ένας από αυτούς την κατάγγειλε στον Tony που πάλι άρχισε να φωνάζει και να την απειλεί ότι θα την στείλει στο καμπαρέ στην Λάρνακα. Φοβήθηκε πάρα πολύ και αναγκάστηκε να ενδώσει. Κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων ημερών που έμεινε στο Roxy, την ανάγκασαν να πάει συνολικά µε 9 πελάτες, συμπεριλαμβανομένης και της πιο πάνω περίπτωσης, πότε στο σπίτι τους και πότε σε ξενοδοχείο. Ο χρόνος που πέρασε σε αυτό το καμπαρέ, ήταν µία σκέτη κόλαση. Η ζωή της είχε γίνει ένας φρικτός εφιάλτης και γι' αυτό είχε αποφασίσει ότι µε οποιοδήποτε δυνατόν τρόπο θα φρόντιζε να δραπετεύσει από εκεί. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε όταν µία μέρα ένας πελάτης, βλέποντας την να κλαίει, τις έδωσε να καταλάβει ότι θα την έπαιρνε κάπου να συναντήσει µία κοπέλα που μιλούσε ισπανικά για να της εξηγήσει, τι της συμβαίνει. Λίγες μέρες μετά ήρθε και την πήρε να συναντήσει αυτή την κοπέλα από την Κολομβία, που ονομαζόταν Brenda. Μιλήσαν για πολλή ώρα και της είπε όλα όσα συνέβαιναν στο καμπαρέ. Η Brenda της είπε ότι θα την βοηθούσε να δραπετεύσει από εκεί και της εξήγησε τι έπρεπε να κάνει. Ανέφερε στην εναγομένη 4 Gleny ότι χρειαζόταν το διαβατήριο της για να στείλει λεφτά στα παιδιά της. Μίλησε µε την Yani που αποφάσισε να δραπετεύσει μαζί της. Πήγαν εκεί που η Brenda της είχε πει ότι θα στείλει ένα ταξί. Το ταξί, τις πήγε στο σπίτι της Brenda και το ίδιο βράδυ ήρθε κάποια Margarita που μιλούσε ισπανικά και κάποιος κύριος που λεγόταν Χρίστος και της πήγαν στη Λεμεσό στο καταφύγιο του πατέρα Σάββα. Όταν επιτέλους κατάφερε να επιστρέψει στην Δομινικανή Δημοκρατία, είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Κάπως αργότερα, αναγκάστηκε να εξιστορήσει στον σύζυγο της, τι της συνέβη στην Κύπρο. Δυστυχώς, αυτός έγινε έξω φρενών και την πέταξε έξω από το σπίτι μαζί µε τα δύο της παιδιά. Έμεινε για ενάμιση περίπου χρόνο στο σπίτι μίας εξαδέλφης της. Μετά, ο σύζυγος της της ηρέμησε αφού αντιλήφθηκε τι πράγματι της είχε συμβεί και την δέχτηκε πάλι στο σπίτι. Ακόμα έχει πολλά προβλήματα από την φριχτή αυτή εμπειρία που δεν θα μπορέσει να ξεχάσει ποτέ. Στην προφορική της μαρτυρία, διευκρίνισε ότι όλες οι κοπέλες δέχθηκαν να εργαστούν στο καμπαρέ παρότι αντιλήφθηκαν ότι η Maricha τους ξεγέλασε και ότι δεν επρόκειτο να πάνε στην Ισπανία. Αυτό γιατί ο εναγόμενος 1 τις διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν υποχρεωτικό να κάνουν σεξ με πελάτες αν δεν ήθελαν. Ο λόγος που του παρέδωσαν τα διαβατήρια τους, ήταν για να τους βγάλει τις σχετικές άδειες. Ο εναγόμενος 2 Παύλος, ήταν ο διευθυντής του καμπαρέ. Δηλαδή αυτός διεύθυνε το μέρος. Ήταν σύζυγος της Gleny (εναγόμενης 4), που καταγόταν από τον Άγιο Δομίνικο. Ο εναγόμενος 3 Αντουάν Μπαλάν (Τόνυ), ήταν σερβιτόρος. Μιλούσε ισπανικά και μετάφραζε στους εναγομένους 1 & 2 και στις κοπέλες, οι οποίες δεν γνώριζαν ούτε ελληνικά, ούτε αγγλικά. Αυτός όμως που έπαιρνε τις αποφάσεις, ήταν ο εναγόμενος
  9. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι μετά που έφυγε από την Κύπρο, επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τις κυρίες από την οργάνωση, οι οποίες την βοήθησαν μερικές φορές οικονομικά. Σήμερα διαμένει με τον σύζυγο της σε άλλη πόλη. Η ίδια δεν εργάζεται και ο σύζυγος της είναι οικοδόμος αλλά δεν έχει σταθερή δουλειά. Αρνήθηκε ότι στην διαδικασία του κακουργιοδικείου, ανέφερε ότι ήταν πολιτικός Μηχανικός ή Αρχιτέκτονας. Επανέλαβε ότι στο καμπαρέ Roxy εργάστηκε μόνο δύο βδομάδες. Ανέφερε στην συνέχεια ότι το πρώτο βράδυ στο καμπαρέ, το πρόσωπο που τις κλείδωσε στο δωμάτιο ήταν ο εναγόμενος 3 Tony και ο όχι ο εναγόμενος 2 Παύλος. Αυτό αναφέρει και στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ.1). Της υπεβλήθη ότι στην μαρτυρία της ενώπιον του Κακουργιοδικείου, διόρθωσε την πιο πάνω κατάθεση της στην αστυνομία, αναφέροντας ότι ήταν ο Παύλος που τις κλείδωσε στο δωμάτιο και όχι ο Τόνυ. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται να είχε πει κάτι τέτοιο. Της υπεβλήθη επίσης ότι στο κακουργιοδικείο, ανέφερε ότι ήταν ο Παύλος που την ανάγκασε να μπει σε Ταξί για να πάει σε ένα πελάτη ονόματι Δώρο σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της στην αστυνομία όπου ενοχοποιεί τον Τόνυ για αυτή την ενέργεια. Απάντησε ότι ήταν ο Τόνυ που την έβαλε στο Ταξί δεν θυμάται όμως αν ήταν ο Παύλος που του είπε να πράξει κάτι τέτοιο. Όλα όσα ανέφερε στο κακουργιοδικείο και στην κατάθεση της στην αστυνομία για τον πελάτη ονόματι Δώρο, είναι αλήθεια. Δεν γνωρίζει αν το κακουργιοδικείο έκρινε αναξιόπιστη, αυτή της την εκδοχή. Δεν καταχώρησε καμία δικαστική διαδικασία εναντίον της Maricha στην πατρίδα της γιατί είχε περάσει αρκετός καιρός μέχρι να επιστρέψει και επιπλέον δεν είχε αποδεικτικά στοιχεία. Για τον ίδιο λόγο δεν κατήγγειλε την ξαδέλφη της που της σύστησε την Maricha, τον υπάλληλο του προξενείου καθώς και τον αστυνομικό στο αεροδρόμιο, που επίσης της πήρε χρήματα. Στην συνέχεια ανέφερε ότι είχε σπουδάσει στην πατρίδα της πληροφορική. Αρνήθηκε υποβολή ότι κατέθεσε στο κακουργιοδικείο ότι σπούδασε λογιστική. Αρνήθηκε επίσης ότι είπε στο κακουργιοδικείο ότι πληροφόρησε τον σύζυγο της για τα πάντα μόλις έφυγε από το καμπαρέ. Επέμενε στην θέση της όπως εκφράστηκε αρχικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι του ανέφερε με λεπτομέρειες τι συνέβηκε, μόνο μετά που πήγε στην πατρίδα της. Τότε εκείνος θύμωσε, χώρισαν και έμεινε έναν χρόνο και κάτι στην ξαδέρφη της. Μετά κατάλαβε ότι η ίδια πράγματι δεν έφταιγε και συμφιλιωθήκαν. Παρόλα αυτά, συμφώνησε στην συνέχεια ότι του είχε αναφέρει από την Κύπρο ότι εξαναγκάστηκε να πάει με πελάτες. Επέμενε ότι δεν γνώριζε ότι στην Κύπρο θα εργαζόταν σε καμπαρέ αλλά ότι της υποσχέθηκαν ότι θα ήταν σερβιτόρα σε μπαρ μέχρι να πάει στην Ισπανία. Στην συνέχεια όμως, αναγνώρισε το τεκμήριο 6 ως το συμβόλαιο εργασίας της στην Κύπρο στα ισπανικά όπου αναφέρει ότι θα εργαζόταν στο καμπαρέ Roxy. Απάντησε ότι δεν ασχολήθηκε με το συμβόλαιο αυτό γιατί η Maricha της είπε ότι ήταν τυπικό και θα το υπέγραφε για να μπορέσει να βγει από την χώρα και να πάει στην Ισπανία. Το ίδιο ισχύει και για την άδεια εισόδου που αναφέρει ότι θα εργαζόταν ως καλλιτέχνιδα. Πήγαινε στο internet café που ήταν κοντά στο καμπαρέ αλλά τότε δεν ήξερε όπως είπε να χειρίζεται υπολογιστή για αυτό χρησιμοποιούσε μόνο το τηλέφωνο που υπήρχε εκεί για να επικοινωνεί με την χώρα της. Δεν είπε στην οικογένεια της, τι της συνέβαινε γιατί δεν ήθελε να τους ανησυχήσει. Αλλά όταν πλέον βρέθηκε στο καταφύγιο στη Λεμεσό, τα διηγήθηκα στην οικογένεια της και είπε ότι βρισκόταν με την αστυνομία στο καταφύγιο. Αρνήθηκε ότι της εξηγήθηκε στο προξενείο της Κύπρου ότι θα μπορούσε να καταγγείλει τον εργοδότη της στην περίπτωση που την εξωθεί σε πορνεία. Ούτε της εξηγήθηκε το σχετικό έγγραφο που υπέγραψε στο προξενείο, παρά μόνο της ζητήθηκε να γράψει τα στοιχεία της. Ούτε μπορούσε να πάει στην αστυνομία γιατί μιλούσε μόνο ισπανικά και όχι αγγλικά ή ελληνικά. Η ίδια ήθελε να πάει μόνο στην Ισπανία στην θεία της που εργάζεται εκεί. Δεν γνώριζε την διεύθυνση της θείας της παρά μόνο ένα τηλέφωνο και ότι αυτή εργαζόταν στην Βαρκελώνη. Επανέλαβε ότι όταν υπόγραψε το συμβόλαιο δεν ήξερε ότι η Κύπρος ήταν νησί. Στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ, συνάντησαν και τις υπόλοιπες 2 κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο που θα έρχονταν στην Κύπρο. Και εκείνες επίσης τις έστειλε η Maricha. Παρόλα αυτά δεν συζήτησαν στην διαδρομή για το τι ερχόντουσαν να κάνουν στην Κύπρο. Απλά εκείνες είπαν ότι θα έμεναν στην Κύπρο να δουλέψουν και δεν είχαν προορισμό την Ισπανία όπως η ίδια. Την επόμενη της ημέρας που αναγκάστηκε να πάει με τον πελάτη ονόματι Δώρο, την πήγαν στο νοσοκομείο για εξετάσεις αίματος και ακτινογραφία. Δεν ανέφερε οτιδήποτε στον γιατρό που την εξέτασε. Είπε μόνο στην φίλη της την Yanny τα όσα φρικτά πέρασε με το πρόσωπο αυτό, την προηγούμενη νύχτα. Την επομένη μέρα, πήγαν στην αστυνομία για να σφραγίσουν το συμβόλαιο τους. Η εναγομένη 4 Gleny τους είπε αν ρωτηθούν να απαντήσουν ότι όλα πάνε καλά. Δεν ήξεραν ότι η αστυνομία μπορούσε να τις βοηθήσει ενώ η ίδια δεν μιλούσε ελληνικά ή αγγλικά. Ισχυρίστηκε ότι προέρχεται από μια χώρα όπου η αστυνομία είναι διεφθαρμένη. Επίσης η εναγομένη 4 Glenny, τους είπε ότι η αστυνομία είναι φίλη με τον ιδιοκτήτη του καμπαρέ και έτσι η ενάγουσα δεν γνώριζε ότι μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Αντιλήφθηκε ότι η αστυνομία μπορούσε να την βοηθήσει μόνο μετά που έδωσε την κατάθεση της και αφού η Brenda από την Κολομβία της εξήγησε ότι βοήθησαν και την ίδια. Αρνήθηκε ότι η Brenda της υποσχέθηκε χρήματα. Της υποβλήθηκε ότι το καμπαρέ επισκέπτονται συχνά αστυνομικοί αιφνιδιαστικά και ρωτούν τις κοπέλες αν τις σπρώχνουν σε πορνεία. Απάντησε ότι μόνο μια φορά ήρθε η αστυνομία και ο Τόνυ τους είπε να απαντήσουν ότι όλα είναι εντάξει. Αρχικά έκαναν παράπονο και οι άλλες κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο αλλά ο εναγόμενος 1 Παπαγιάννης, τους έδωσε χρήματα και απέσυραν το παράπονο τους. Αυτό, της το ανέφερε η ίδια η Denny. Πήγε στο καταφύγιο με την παιδική της φίλη την Yanny. Αρνήθηκε όμως ότι στην συνέχεια τηλεφωνούσε και στις άλλες δύο κοπέλες και προσπαθούσε να τις πείσει να δραπετεύσουν και αυτές. Έμειναν στο καταφύγιο για ένα μήνα και μετά βρήκαν δουλειά ως καθαρίστριες σε ξενοδοχείο. Αλλά η Yanny έφυγε και εργαζόταν σε άλλο μέρος. Η ενάγουσα από τότε δεν έχει επαφή μαζί της ούτε είναι πια φίλες. Δεν γνωρίζει αν στην συνέχεια ασκούσε πορνεία στο Παραλίμνι. Στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ.1), αναφέρει ότι τις ώρες που ήταν κλειστό το καμπαρέ, τις είχαν κλειδωμένες και δεν τις άφηναν να πάνε πουθενά. Δέχθηκε όμως ότι την επομένη της άφιξης τους, τους έδωσαν κλειδιά και μπορούσαν να βγαίνουν έξω από το καμπαρέ. Δεν μπορούσαν όμως να πάνε όπου ήθελαν γιατί τις παρακολουθούσε άνθρωπος του καμπαρέ. Πήγαιναν μόνο να πάρουν κάτι για να φάνε και στο internet café που ήταν εκεί για να μιλήσουν τηλεφωνικώς με την οικογένεια τους. Η εναγομένη 4 Gleny, καταγόταν από τον Άγιο Δομίνικο και ήταν γυναίκα του εναγομένου 2 Παύλου. Τους μετέφραζε και τις απειλούσε συνέχεια ότι αν δεν κάνουν αυτά που τους ζητάνε θα τις στείλουν σε άλλο καμπαρέ στην Λάρνακα. Η ίδια τις ανάγκαζε να βγάζουν τα ρούχα τους και να κυκλοφορούν με τα εσώρουχα στο καμπαρέ. Στην συνέχεια όμως, ανέφερε ότι φορούσε ειδική στολή που ήταν μια μπλούζα με τιράντα και μια φούστα. Αυτά τα ρούχα τα έβαζε γιατί ήταν τα μόνα που μπορούσαν να κάλυπταν κάτι. Τις ανάγκαζαν να κάνουν σεξ ακόμη και όταν είχαν περίοδο. Η Gleny τους έδωσε από ένα σκληρό σφουγγάρι σε σχήμα μικρής μπάλας και όταν είχαν περίοδο, τους ζητούσε να το βάλουν βαθιά μέσα στον κόλπο τους για να σταματήσει το αίμα και έτσι να μπορούν να κάνουν σεξ. Η ίδια δεν δέχθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν είχε περίοδο όσον καιρό εργαζόταν στο καμπαρέ. Αλλά όταν μιλούσαν γι' αυτό, η ίδια έλεγε ότι δεν πρόκειται να δεχθεί να το βάλει στον κόλπο της. Της υποβλήθηκε ότι στο κακουργιοδικείο ανέφερε ότι είχε την περίοδο της κατά τον χρόνο που ήταν ακόμα στο καμπαρέ Roxy. Απάντησε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Ένας πελάτης από το καμπαρέ που έκανε σεξ μαζί του, την πήγε σε δισκοθήκη και γνώρισε την Brenda. Δεν θυμάται το όνομα του. Εκείνος είπε στη Brenda ότι θα της έπαιρνε μια κοπέλα που πάντα έκλαιγε για να μπορέσει να μιλήσει ισπανικά και να της εξηγήσει τι συνέβαινε. Το πρόσωπο αυτό δεν ήξερε ισπανικά και η ίδια δεν μιλούσε αγγλικά. Στην συνέχεια όμως, ανέφερε ότι ένα από τα μαθήματα που έκανε στο πανεπιστήμιο ήταν αγγλική γλώσσα. Όχι όμως σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορεί να συνεννοηθεί. Ακολούθως, αρνήθηκε υποβολές ότι γνώριζε ότι θα εργαστεί σε καμπαρέ ότι έφερε με την Yanny ένα μεγάλο αριθμό προφυλακτικών και ότι είχε δικούς της πελάτες για σεξ χωρίς την εμπλοκή των εναγομένων. Αρνήθηκε επίσης ότι αγόρασε κινητό τηλέφωνο για τον σκοπό αυτό. Ισχυρίστηκε ότι πήρε το κινητό μόνο για να επικοινωνεί με την οικογένεια της. Επανέλαβε ότι δεν πήρε χρήματα από την αστυνομία και την οργάνωση Cyprus Stop Trafficking προκειμένου να καταγγείλει τους εναγόμενους. Την Μ.Ε. 1 Ρίτα Σούπερμαν την γνώρισε στο γραφείο της μετά που έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Σήμερα μένει στο σπίτι των γονιών του συζύγου της. Χτίζουν το δικό τους σπίτι αλλά δεν το τελείωσαν γιατί δεν έχουν τα χρήματα. Αρνήθηκε ότι παίρνει χρήματα από την Κύπρο για να τελειώσει το σπίτι της. Αρνήθηκε επίσης ότι δεν ζει με τον σύζυγο της και ότι το τρίτο της παιδί δεν ανήκει στον άνδρα της αλλά είναι από άλλο πατέρα. Μ.Υ.1, Μαρία Κουζούπη. Κατά τους επίδικους χρόνους, ήταν υπάλληλος στον κλάδο των καλλιτέχνιδων στο Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μέρος των καθηκόντων της, ήταν η εξέταση των εγγράφων για να εκδοθεί η άδεια εισόδου και εργασίας στις καλλιτέχνιδες. Ανέφερε ότι υπήρχε διαχωρισμός στις άδειες εισόδου για καλλιτέχνιδες που ερχόντουσαν από τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναλόγως από τη χώρα που προέρχονταν οι αλλοδαπές, υπήρχε διαδικασία από τα προξενεία μας όπου εκεί πρώτα, κατατίθονταν κάποια έγγραφα. Στις 18.4.2008 αφίχθηκε στην Κύπρο μια ομάδα έξι καλλιτέχνιδων από τον Άγιο Δομίνικο. Οι κοπέλες αυτές ήταν η ενάγουσα Charitin Altagracia Baez Nunez, η Yanny Moribel Baez Polanco, η Arisa Roxanna Nunez Alberto, η Enalexandra Genao De la Rosa, η Denny Valentina Jugo De la Rosa και η Margarita (Antonia Garcia). Στην συνέχεια η μάρτυρας αναφέρθηκε στην διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου οι πιο πάνω καλλιτέχνιδες να έρθουν στην Κύπρο. Αφού εξασφαλίστηκε άδεια εισόδου από τον καλλιτεχνικό πράκτορα, αποστάλθηκε στον Άγιο Δομίνικο για να αποκτήσουν θεώρηση εισόδου οι αλλοδαπές, ώστε να μπορέσουν να έρθουν να εργαστούν στη Δημοκρατία. Εκεί, τους δίδεται ένα ενημερωτικό τρίπτυχο έντυπο που ετοιμάστηκε από την υπηρεσία της, στο οποίο αναφέρονται τα καθήκοντα, δικαιώματα και υποχρεώσεις που θα έχουν στην εργασία τους στην Δημοκρατία ως καλλιτέχνιδες. Κατέθεσε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 7, δέσμη εγγράφων σε σχέση με την άδεια εργοδότησης της ενάγουσας. Στην πιο πάνω δέσμη, υπάρχει το αντίγραφο του συμβολαίου με το οποίο ενημερώθηκε η ενάγουσα για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της για την εργασία της και πιστοποιείται η υπογραφή της από τον Υπεύθυνο του κλιμακίου της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, δηλαδή από την ΥΑΜ Λευκωσίας. Ακολούθως κατέθεσε ως τεκμήριο 8, έντυπο που υπέγραψε η ενάγουσα στο Προξενείο της Κύπρου στον Άγιο Δομίνικο το οποίο επεξηγεί τα δικαιώματα της ενάγουσας. Στο έντυπο αυτό, καταγράφονται επίσης διάφορα τηλέφωνα στην Δημοκρατία όπου η ενάγουσα θα μπορούσε να τηλεφωνήσει και να υποβάλει οιονδήποτε παράπονο. Στάλθηκε με φαξ από τον Πρέσβη της Κύπρου στο Μεξικό. Σκοπός, ήταν η ενημέρωση των γυναικών που θα ερχόντουσαν στην Κύπρο για εργασία ως καλλιτέχνιδες στα καμπαρέ. Όπως αναφέρει, είναι πληροφόρηση για τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, την διαδικασία της εγγραφής και εργασίας καθώς και για την υποχρέωση να υποβληθούν σε ιατρικές εξετάσεις. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι αν κάποια κοπέλα πάρα τη θέληση της εξωθείτο σε πορνεία, θα μπορούσε να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε στα πιο πάνω τηλέφωνα και να υποβάλει σχετικό παράπονο. Αυτό της το είπαν και στο κλιμάκιο της αστυνομίας, την ενημέρωσαν και της έδωσαν και ένα κινητό τηλέφωνο, ώστε να απευθυνθεί για τυχόν πρόβλημα. Με βάση αυτήν τη διαδικασία που πάγια ακολουθείτο, η ενάγουσα ενημερώθηκε για τα δικαιώματα της, στην χώρα της αλλά και στην Κύπρο. Επιπλέον, μέλη της ΥΑΜ επισκέπτονται αιφνιδιαστικά τα καμπαρέ για έλεγχο της νομιμότητας τους, τις άδειες λειτουργίας και εργασίας και μιλούσαν με τις καλλιτέχνιδες σχετικά με τις συνθήκες εργασίας τους. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ανέφερε ότι η Yanny Polanco αφίχθηκε στις 18/04/08 στη Δημοκρατία, μαζί με την ενάγουσα Charitin. Ανέλαβαν εργασία μαζί και στις 30/05/08 έκαναν καταγγελία ότι εξωθούνταν σε πορνεία. Εγκατέλειψαν στις 17/5/08 το νυχτερινό κέντρο στο οποίο εργάζονταν και στις 18/5/08 ζήτησαν προστασία. Έκαναν καταγγελία στην αστυνομία στις 30/5/08 και στη συνέχεια, έγιναν μάρτυρες υπό προστασία. Ακολούθησαν και δύο άλλες κοπέλες που ήταν μαζί τους. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον των εναγομένων. Σε κάποια φάση δεν υπήρχε συνεργασία της Yanny Polanco και κατόπιν επιστολής από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, ακυρώθηκε η άδεια της, συνελήφθη και απελάθηκε από την Δημοκρατία. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η μαρτυρία της σχετιζόταν γενικά με την διαδικασία άδειας εισόδου στην Δημοκρατία. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσον τηρήθηκαν στην περίπτωση της ενάγουσας αυτές οι διαδικασίες αφού δεν ήταν παρούσα η ίδια στο κυπριακό προξενείο στην Δομινικανή Δημοκρατία. Ούτε γνώριζε τι γινόταν όταν η αστυνομία πήγαινε για έλεγχο στο συγκεκριμένο καμπαρέ. Η ίδια δεν είναι αστυνομικός και δεν εκτελεί ελέγχους. Ο μόνος έλεγχος που έκανε στο συμβόλαιο εργασίας, ήταν να εξετάσει την πιστοποίηση του κλιμακίου ότι όντως το συμβόλαιο υπεγράφη από την ενάγουσα στην παρουσία των αρμόδιων αρχών. Μ.Υ.2, Παύλος Χατζημακρής. Είναι ο εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή και σύζυγος της εναγομένης
  10. Από το 1985 που άνοιξε, εργαζόταν στο καμπαρέ Roxy ως σερβιτόρος και συνέχισε να εργάζεται κατά τους επίδικους χρόνους. Για κάθε ποτό που ένας πελάτης κερνούσε σε καλλιτέχνιδα, πληρωνόταν €22,
  11. Το €1,00 το έπαιρνε η καλλιτέχνιδα, τα €2,00 ο σερβιτόρος και τα υπόλοιπα το καμπαρέ. Άλλο καθήκον των καλλιτέχνιδων ήταν να χορεύουν. Το πρόγραμμα χορού ξεκινούσε στις 22.00 αναλόγως των πελατών που είχε το κέντρο. Το καμπαρέ βρισκόταν στο κέντρο της Λευκωσίας στην οδό Περικλέους που είναι πάροδος της οδού Ρηγαίνης. Ήταν υπόγειο ενώ στο ισόγειο είχε εστιατόριο και πιο πάνω ήταν τα δωμάτια που έμεναν οι κοπέλες. Το καμπαρέ βρισκόταν σε πολυσύχναστο δρόμο όπου πολύ κοντά είχε internet café, υπεραγορά, McDonald's και σαντουϊτσίδικα, τα οποία έδειξε στις κοπέλες για να μπορούν να ψωνίζουν. Πολύ κοντά, είναι επίσης ο αστυνομικός σταθμός Πύλης Πάφου και αυτός της οδού Λήδρας. Στις 18.4.2008 όταν αφίχθηκε η ενάγουσα με τις άλλες κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο, ο ίδιος εργαζόταν στο καμπαρέ. Δεν μίλησε μαζί τους γιατί δεν ήξεραν ελληνικά ή αγγλικά. Ανέφερε όμως ότι δεν είδε καμία τους να κλαίει, να διαμαρτύρεται και να θέλει να πάει στην Ισπανία. Τις άφησε να πάρουν τηλέφωνο από το καμπαρέ στην χώρα τους για να ενημερώσουν τους δικούς τους ότι έφτασαν καλά. Συνεννοήθηκε για αυτό, μέσω του εναγομένου 3 Τόνυ που μιλούσε Ισπανικά. Στην συνέχεια, τις πήρε στα δύο δωμάτια πάνω από το καμπαρέ όπου θα έμεναν αφού τις προμήθευσε με αναψυκτικά και νερά. Τους έδωσε επίσης κλειδιά των δωματίων της εισόδου που οδηγούσε κάτω στον δρόμο. Μπορούσε κάποιος που διέμενε σ' αυτά τα διαμερίσματα να φύγει χωρίς να περάσει μέσα από το καμπαρέ. Τους άφησε επίσης λεφτά με τα οποία την επομένη το πρωί αγόρασαν χυμούς και τσιπς. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι όταν έφτασαν οι κοπέλες στο καμπαρέ, είδαν να γίνεται σεξ ή ότι άλλες κοπέλες χόρευαν άσεμνα. Ισχυρίστηκε ότι σε όλα τα καμπαρέ, οι καλλιτέχνιδες χορεύουν με τα μπικίνι και τα σορτς. Την επομένη έγινε συνάντηση στο γραφείο του εναγομένου 1 που βρίσκονταν στο ίδιο κτήριο. Ο ίδιος δεν συμμετείχε σε αυτή την συνάντηση. Αρνήθηκε ότι είχε κλειδωμένες ή φυλακισμένες με οποιοδήποτε τρόπο τις πιο πάνω κοπέλες και ότι τους πήρε τα διαβατήρια. Ανέφερε ότι η αστυνομία έκανε εφόδους με αστυνομικό που μιλούσε ισπανικά και έβαζαν τις καλλιτέχνιδες σε ξεχωριστό δωμάτιο, ρωτώντας τες αν έχουν παράπονο χωρίς καμία να αναφέρει οτιδήποτε. Ο ίδιος την ημέρα εργαζόταν στο εστιατόριο ως μάγειρας. Αρνήθηκε ότι οι κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο, εργάζονταν και στο εστιατόριο εκτός από το καμπαρέ. Ισχυρίστηκε ότι στο εστιατόριο, εργαζόταν μόνο μια μπαργούμαν και ο ίδιος. Έγινε μάλιστα έφοδος από την αστυνομία μετά την αποχώρηση της ενάγουσας χωρίς να βρεθεί ότι εργαζόταν οποιοδήποτε άλλος εκεί. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η μόνη επαφή που είχαν οι καλλιτέχνιδες με το εστιατόριο ήταν όταν τους επέτρεπε να χρησιμοποιούν την κουζίνα για να μαγειρέψουν δικά τους φαγητά, τα οποία έπαιρναν στα δωμάτια τους. Στην συνέχεια, αρνήθηκε ότι έστειλε την ενάγουσα με ταξί σε κάποιο πελάτη ονόματι Δώρο για να κάνει σεξ και ότι αυτός του έστειλε επιταγή με την ενάγουσα. Ισχυρίστηκε αντίθετα ότι η ενάγουσα ερχόταν στο εστιατόριο και του ζητούσε να της βρει πελάτες και αυτός αρνείτο, λέγοντας της να βρει μόνη της και δεν ήταν δική του δουλειά κάτι τέτοιο. Το καμπαρέ Roxy ήταν όπως είπε «καθαρό», με την έννοια ότι δεν εξανάγκαζε τις καλλιτέχνιδες που εργοδοτούσε να κάνουν σεξ με πελάτες. Επικαλέστηκε επί τούτου, το γεγονός ότι δεν είχαν ποτέ κανένα παράπονο από καμία καλλιτέχνιδα πλην της επίδικης ομάδας από τον Άγιο Δομίνικο. Ισχυρίστηκε δε ότι η ενάγουσα πήρε χρήματα για να κατηγορήσει άδικα το καμπαρέ από τις κυρίες της οργάνωσης "Cyprus Stop Trafficking". Επέμενε ότι δεν μπορούσε να φύγει από την δουλειά καμία κοπέλα για να πάει με πελάτη. Ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία έκανε αιφνιδιαστικούς ελέγχους και αν καμία κοπέλα έλειπε από το καμπαρέ σε ώρα εργασίας ή ακόμα αν εργαζόταν την ημέρα που είχε day off, το κράτος είχε την δυνατότητα να κλείσει το κέντρο αμέσως. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δυνάμει του συμβολαίου εργασίας, οι καλλιτέχνιδες είχαν μια ημέρα της βδομάδας day off το οποίο έπρεπε να τηρείται αναγκαστικά από το καμπαρέ. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι εξανάγκαζε την ενάγουσα να αγοράζει προφυλακτικά με δικά της χρήματα και ότι έδιναν σφουγγάρι στις καλλιτέχνιδες για να βάζουν στον κόλπο τους όταν είχαν περίοδο. Αρνήθηκε επίσης ότι στο καμπαρέ κατά τις 6.00 μμ έρχονταν στρατιώτες και έκαναν σεξ επί πληρωμή με τις καλλιτέχνιδες. Ανέφερε ότι δεν υπήρχε χώρος στο καμπαρέ για να γίνει κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το καμπαρέ δεν άνοιγε πριν τις 8.30 μμ. Ο ίδιος εργαζόταν στο εστιατόριο από τις 8.30 πμ μέχρι τις 2.30 μμ. Πήγαινε σπίτι για ξεκούραση και επέστρεφε στο εστιατόριο μέχρι τις 8.30 οπόταν πήγαινε κάτω στο καμπαρέ για δουλειά. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι το καμπαρέ παρουσίαζε θέαμα χορού. Άμα είχαν καλά μπαλέτα από Ρωσία, είχαν καλό κέρδος. Όταν το πρόγραμμα δεν ήταν τόσο καλό, έπεφταν τα έσοδα. Βασικά ο κόσμος πάει για να δει το πρόγραμμα. Μπορεί όμως κάποιος πελάτης να ζητήσει από τον σερβιτόρο να κάτσει κάποια καλλιτέχνιδα μαζί του για να την κεράσει ένα ποτό. Οι κοπέλες κατά την παρουσίαση του προγράμματος, φορούσαν σορτς όμως υπήρχε και πρόγραμμα στριπτίζ. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι οι καλλιτέχνιδες δεν εκπορνεύονταν κατά την διάρκεια της εργασίας τους στο καμπαρέ. Όμως στον ελεύθερο τους χρόνο, μπορούσαν να κάνουν ότι θέλουν. Μάλιστα, ένα ιδιοκτήτης σαντουιτσίδικου στην περιοχή, του είπε ότι οι κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο, πήγαιναν εκεί και έψαχναν πελάτες για σεξ. Μ.Υ.3, Gleny Antonia Reyes Castillo. Είναι η εναγομένη 4 στην παρούσα αγωγή. Ήρθε στην Κύπρο για να δουλέψει στο καμπαρέ Roxy τον Νοέμβριο του
  12. Επέστρεψε στην πατρίδα της και επανήλθε στο καμπαρέ Roxy τον Δεκέμβριο του
  13. Ήρθε για 3η φορά στις 14.4.2008 και στην συνέχεια στις 24.6.08, παντρεύτηκε τον εναγόμενο 2 Παύλο Χατζημακρή που εργαζόταν σαν γκαρσόνι στο εν λόγω καμπαρέ. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη την διάρκεια που εργαζόταν στο Roxy, δεν είδε να εκπορνεύεται καμία καλλιτέχνιδα. Ούτε άκουσε πλην της παρούσα υπόθεσης να έχει κάποια άλλη κοπέλα παράπονο από το καμπαρέ. Όταν επρόκειτο να έρθει στην Κύπρο, υπέγραφε στο Κυπριακό προξενείο κάποια έγγραφα για να πάρει άδεια εισόδου και εργασίας (τεκμ. 6 & 9). Σε αυτά αναφέρονται τα τηλέφωνα στην Δημοκρατία, όπου μπορεί κάποιος να πάρει όταν έχει πρόβλημα με την εργασία του. Η ενάγουσα έφτασε στο καμπαρέ μαζί με άλλες κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο στις 18.4.18 γύρω στις 10.30 μμ. Ή ίδια εκείνη την στιγμή εργαζόταν, συγκεκριμένα χόρευε. Στην συνέχεια, μίλησε μαζί τους για λίγο αφού κατάγονταν από την ίδια χώρα. Δεν έκλαιγαν ούτε ήταν αναστατωμένες. Ζήτησαν μόνο να τηλεφωνήσουν στους δικούς τους όπως και έγινε χρησιμοποιώντας το τηλέφωνο του καμπαρέ. Όταν έκλεισε το καμπαρέ, πήγε με μια από αυτές, την Yani και αγόρασαν σάντουιτς γιατί όπως της είπε, πεινούσαν. Πήραν σάντουιτς για όλες, έφαγαν και μίλησαν λίγο. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι το επόμενο βράδυ εξανάγκασε την ενάγουσα να χορέψει με τα εσώρουχα. Ισχυρίστηκε ότι ήταν και η ίδια εργαζόμενη εκεί και δεν είχε εξουσία να διατάσσει τις υπόλοιπες καλλιτέχνιδες, τι να κάνουν. Έπαιρνε μισθό 17 ευρώ τα βράδυ όπως και οι υπόλοιπες κοπέλες. Δεν μπορούσε να υποχρεώσει καμία κοπέλα να πάει με πελάτη ούτε και θα είχε κέρδος από μια τέτοια πράξη. Η ενάγουσα εργαζόταν στο καμπαρέ φορώντας μια μίνι φούστα και μια μπλούζα που έφερε από την χώρα της. Το ίδιο και οι άλλες κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο. Η Yani έφερε επιπλέον και μπότες που ήταν γεμάτες προφυλακτικά. Όταν την ρώτησε γιατί τα έφερε, απάντησε ότι ήρθε εδώ για να βγάλει λεφτά. Αρνήθηκε ότι η ενάγουσα έφυγε με κάποιο πελάτη ονόματι Δώρο και ότι η ίδια της είπε να πάει μαζί του για σεξ. Ισχυρίστηκε ότι σε ώρα εργασίας, καμία καλλιτέχνιδα δεν μπορούσε να φύγει από το καμπαρέ, επειδή η αστυνομία έκανε αιφνιδιαστικούς ελέγχους σχεδόν τέσσερις φορές την βδομάδα. Όταν ερχόταν η αστυνομία, μιλούσε ιδιαιτέρως σε κάθε μια καλλιτέχνιδα και ρωτούσε αν είναι καλά και αν έχει κάποιο πρόβλημα. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι τις ώρες που δεν εργάζονταν, οι καλλιτέχνιδες μπορούσαν να πάνε όπου ήθελαν. Αρνήθηκε ότι τις παρακολουθούσε οποιοδήποτε. Όλες πήγαιναν στο internet café και μιλούσαν με τους δικούς τους είτε στο τηλέφωνο είτε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αρνήθηκε ότι τους έδωσε σφουγγάρι για να βάζουν στον κόλπο τους όταν είχαν περίοδο. Αυτό ήταν αδύνατο όπως είπε γιατί μετά θα χρειάζονταν γιατρό για να το βγάλει. Στην συνέχεια, η μάρτυρας ανέφερε ότι άκουσε την ενάγουσα να λέει στο κακουργιοδικείο ότι έχει πει τα πάντα στο άνδρα της πριν επιστρέψει στην χώρα της. Σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε στο παρόν Δικαστήριο ότι δηλαδή εκμυστηρεύτηκε στο άνδρα της αυτά που της συνέβησαν στην Κύπρο μόνο όταν επέστρεψε στην χώρα της, με αποτέλεσμα αυτός να την διώξει από το σπίτι. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι σήμερα, η ενάγουσα δεν ζει με τον σύζυγο της αλλά με άλλο άνδρα με τον οποίο απέκτησε και το τελευταίο της παιδί. Αυτό της ανέφερε η Deny, μια κοπέλα που είχε έρθει μαζί της στο Roxy από τον Άγιο Δομίνικο. Όταν η ενάγουσα έφυγε από το καμπαρέ, πήρε και άλλες κοπέλες τηλέφωνο για να τις επηρεάσει να φύγουν. Η ίδια η μάρτυρας, συνελήφθη από την αστυνομία. Οι αστυνομικοί της υποσχέθηκαν ότι αν κατέθετε εναντίον του ιδιοκτήτη του καμπαρέ δεν θα τις πρόσαπταν κατηγορίες. Τις επανέλαβαν αυτές τις υποσχέσεις και τις 7 ημέρες που έμεινε υπό κράτηση. Η ίδια όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί με την αστυνομία γιατί όσα της ζητούσαν να αναφέρει δεν ήταν αλήθεια. Και οι υπόλοιπες κοπέλες που αρχικά έδωσαν κατάθεση, στην συνέχεια αρνήθηκαν να καταθέσουν ψέματα στο Δικαστήριο. Ακολούθως, ανέφερε ότι όλες οι κοπέλες που ήρθαν από τον Άγιο Δομίνικο, αγόρασαν κινητά τηλέφωνα στην Κύπρο και επικοινωνούσαν με πελάτες εκτός του καμπαρέ για να κάνουν σεξ επί πληρωμή. Η ίδια η ενάγουσα μια βδομάδα μετά που ήρθε στην Κύπρο, δημιούργησε ερωτική σχέση με κάποιον άνδρα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στο καμπαρέ δεν χόρευε μόνο αλλά καθόταν και με πελάτες. Δεν ξέρει όμως πόσα χρέωνε το καμπαρέ, το ποτό στον κάθε πελάτη. Δεν είχε καμία προνομιακή μεταχείριση, εργαζόταν όπως οι υπόλοιπες καλλιτέχνιδες, διέμενε σε δωμάτιο πάνω από το καμπαρέ όπως αυτές και έπαιρνε τον ίδιο μισθό με τις υπόλοιπες. Η μάρτυρας αρνήθηκε όλους τους ισχυρισμούς περί εκπόρνευσης από το καμπαρέ των καλλιτέχνιδων και περί προσωπικής εμπλοκής της σε αυτό. Αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα και οι άλλες καλλιτέχνιδες που ήρθαν μαζί της από τον Άγιο Δομίνικο, όταν δεν εργάζονταν έβγαιναν έξω και εκπορνεύονταν από μόνες τους χωρίς να έχει καμία ανάμιξη το καμπαρέ. Αυτός ήταν και ο λόγος που η μάρτυρας δεν έκανε πολύ παρέα με την ενάγουσα. Επέμενε ότι η ενάγουσα πήρε χρήματα από τις κυρίες του Cyprus Stop Trafficking με τα οποία αγόρασε μεγάλο σπίτι στον Άγιο Δομίνικο. Το γεγονός αυτό, το εκμυστηρεύτηκε η ίδια η ενάγουσα στην Denny που είναι φίλη της και η Denny το ανέφερε στην συνέχεια στην μάρτυρα με την οποία επίσης είναι φίλες. Μ.Υ.4, Άντρη Μακρή. Είναι Πρωτοκολλητής υπεύθυνη του ποινικού τμήματος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Κλήθηκε για να παρουσιάσει τα έγγραφα του φακέλου της ποινικής υπόθεσης 14207/08 του κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Η υπόθεση αφορούσε 6 κατηγορούμενους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 11, την απόφαση του κακουργιοδικείου ημ. 28/5/2010, με την οποία αθωώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι. Ακολούθησε έφεση από την κατηγορούσα αρχή. Στην συνέχεια, έγινε προσπάθεια να καταθέσει η μάρτυρας συγκεκριμένα πρακτικά της διαδικασίας που διεξήχθη στο κακουργιοδικείο. Υπήρξε ένσταση από πλευράς του συνηγόρου της ενάγουσας με το αιτιολογικό ότι τα πρακτικά αυτά δεν έχουν πιστοποιηθεί από την Πρωτοκολλητή. Η μάρτυρας, διευκρίνισε ότι τα υπό κρίση αντίγραφα πρακτικών δεν έγιναν πιστό αντίγραφο. Για να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει ως πρωτοκολλητής να είχε ενώπιον της υπογραμμένο από τον Δικαστή, το πρωτότυπο των πρακτικών. Για κάποιον λόγο μετά την παραλαβή των πρακτικών από το Εφετείο, δεν εντοπίστηκε στον φάκελο πρωτότυπο πρακτικό υπογραμμένο από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου αν και είναι όλα έγγραφα τα οποία είχαν βρεθεί στον πρωτότυπο φάκελο, η μάρτυρας δεν μπορεί να τα κάμει πιστό αντίγραφο. Με αυτήν την έννοια δεν μπορεί να πιστοποιήσει ότι είναι τα αυθεντικά πρακτικά της Δίκης που διεξήχθη ενώπιον του κακουργιοδικείου. Η μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι ο φάκελος αυτός φυλασσόταν από την ίδια κατά την διαδικασία της ακρόασης ενώπιον του κακουργιοδικείου. Έφυγε από την κατοχή και φύλαξη της, την περίοδο που εκδικαζόταν η έφεση. Όταν επιστράφηκε πίσω μετά την απόρριψη της έφεσης, για κάποιον λόγο τα πρωτότυπα πρακτικά δεν ήταν μέσα στον φάκελο. Έκανε προσπάθειες να βρει τα πρωτότυπα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Υπό τας περιστάσεις με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, το αίτημα για κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων απορρίφθηκε. Κρίθηκε ότι από την στιγμή που αμφισβητείται η αυθεντικότητα των πρακτικών από την ενάγουσα σε συνδυασμό με την αδυναμία της πρωτοκολλητού τα πιστοποιήσει την αυθεντικότητα τους, δεν έχει τεθεί το υπόβαθρο για να κατατεθούν τα έγγραφα αυτά ως τεκμήρια. Στην συνέχεια όμως, η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα που είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια και στην ποινική Δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου και τα οποία έχουν γίνει πιστά αντίγραφα από το πρωτοκολητείο. Αφορούν κυρίως την συμπλήρωση διαφόρων εντύπων από την ενάγουσα για να πετύχει άδεια εισόδου και εργασίας στην Κύπρο (τεκμ. 13 έως 17) και την κατάθεση της Yani Polanco στην αστυνομία (τεκμ.18). Η κυρίως εξέταση της Μ.Υ.4 ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας. Μ.Υ.5, Αντουάν Μπαλάν. Είναι ο εναγόμενος 3 στην παρούσα αγωγή. Κατάγεται από τον Λίβανο αλλά έχει ελληνικό διαβατήριο. Μιλά άπταιστα την ελληνική γιατί έζησε 30 χρόνια στην Ελλάδα και άλλα 20 στην Κύπρο. Στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο 3), προβαίνει σε εκτενή αναφορά στην μαρτυρία της ενάγουσας, προσπαθώντας να καταδείξει αντιφάσεις που κατά την άποψη του, αποδεικνύουν την αναξιοπιστία της. Ακολούθως, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική εκμετάλλευση της στο καμπαρέ Roxy. Ήταν η άποψη του ότι η όλη υπόθεση είναι σκηνοθετημένη, προκειμένου να στοχοποιηθεί το καμπαρέ Roxy και οι εναγόμενοι. Αλλιώς δεν εξηγείται γιατί η καταγγελία έγινε μόνο από τοις Δομινικανές και ειδικά από το συγκεκριμένο γκρουπ. Επεσήμανε δε ότι στο τέλος, μόνο η ενάγουσα έμεινε να έχει παράπονο και όλες οι υπόλοιπες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, την διαψεύδουν. Κατά τον μάρτυρα, ο λόγος που διαρκώς τον εμπλέκει η ενάγουσα στην υπόθεση, είναι γιατί είχε την ατυχία να μιλά λίγα ισπανικά και έτσι η ανάμιξη του του ήταν απαραίτητη προκειμένου να στηθεί το σκηνικό της μετάφρασης των εντολών για την εκπόρνευση. Το ίδιο ισχύει και για την εναγομένη
  14. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι έμαθε τα ελληνικά λόγω της πολύχρονης παραμονής του στην Ελλάδα και από την σύζυγο του που είναι Ελληνίδα. Έχει μαζί της δύο παιδιά και απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα. Σπούδασε στον Λίβανο από όπου κατάγεται, ψυχολογία και τουριστικές επιχειρήσεις. Σήμερα είναι 72 ετών και εργάστηκε για τον εναγόμενο 1 στο καμπαρέ Roxy για 12 χρόνια μέχρι που έκλεισε. Ο μάρτυρας εξήγησε στην συνέχεια πως χόρευαν οι καλλιτέχνιδες στο καμπαρέ, ένα χορό που τον ονόμασε topless και στον οποίο έβγαζαν τον στηθόδεσμό στο τέλος του χορού. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη καλλιτεχνική ικανότητα και οι καινούργιες όπως η ενάγουσα που δεν ήξεραν να χορεύουν, μάθαιναν από τις παλιές. Γίνονταν προς τον σκοπό αυτό πρόβες το απόγευμα πριν ανοίξει το καμπαρέ. Στην συνέχεια οι κοπέλες κάθονταν με τους πελάτες, οι οποίοι πλήρωναν τα ποτά τους. Ορισμένοι πελάτες παραμένουν στο κέρασμα ποτών. Δέχθηκε όμως ότι άλλοι θέλουν να προχωρήσουν πάρα πέρα. Σε αυτό όμως δεν είχε ανάμειξη το καμπαρέ, το οποίο έβγαζε τα έξοδα του μόνο από τα ποτά. Μετά τις 3 το πρωί που σχόλαναν οι κοπέλες, μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν με τους πελάτες. Ήταν ελεύθερες μετά την δουλειά. Είχαν κλειδιά των δωματίων και μπορούσαν να πάνε όπου ήθελαν μέχρι τις 8.00μμ την επομένη όπου θα έπρεπε να ξαναπιάσουν δουλειά. Αρνήθηκε ότι κανόνιζε ο ίδιος σε πελάτες να βγαίνουν με καλλιτέχνιδες για σεξ και ότι κέρδιζε χρήματα από αυτό. Ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να δουλέψει σε καμπαρέ για να βγάλει το ψωμί του γιατί δεν βρήκε καλύτερη δουλειά. Τόσον ο ίδιος, όσον και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στο καμπαρέ, ήταν οικογενειάρχες με παιδιά και εγγόνια. Έπαιρναν τον μισθό τους και δεν θα διακινδύνευαν να πάνε φυλακή για να βγάλουν λεφτά από πορνεία. Αρνήθηκε ότι πίεσε την ενάγουσα να πάει με κάποιο πελάτη ονόματι Δώρο για σεξ. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει καθόλου αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ήρθε μια φορά στο καμπαρέ και κάθισε στο μπαρ ενώ ο μάρτυρας εργαζόταν στην σάλα. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι είναι το private στο καμπαρέ. Στην συνέχεια, δέχθηκε ότι στο καμπαρέ Roxy δεν γινόταν private. Εξήγησε ότι με την λέξη αυτή, εννοεί να καθίσει μια κοπέλα με τον πελάτη με μια σαμπάνια, να συζητήσουν ή να χορέψει για τον πελάτη αν θέλει. Αρνήθηκε ότι στο Roxy υπήρχε private με την έννοια του σεξ σε κλειστό χώρο. Αρνήθηκε επίσης ότι έρχονταν στρατιώτες για σεξ με τις κοπέλες τα απογεύματα όταν το καμπαρέ ήταν κλειστό. Ήταν τέλος η θέση του μάρτυρα ότι οι καταγγελίες της ενάγουσας είναι μυθεύματα της ιδίας και προϊόν συνομωσίας προκειμένου να ενοχοποιηθούν οι εναγόμενοι. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στο άρθρο 22

(1)του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, όπως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης έχει θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις εναντίον παντός υπευθύνου για τα διαπραχθέντα ποινικά αδικήματα που προβλέπει ο Νόμος. Καθορίζεται δηλαδή αστική ευθύνη για την καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων προς τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ήταν η θέση του συνηγόρου σε αντίθεση με τα πόσα προέβαλε η υπεράσπιση, ότι δεν είναι αναγκαία η καταδίκη των εναγομένων από ποινικό Δικαστήριο ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις. Έδωσε έμφαση στη φράση που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο «ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε άλλοι ένδικου μέσου ή θεραπείας που προβλέπεται δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών». Ανεξαρτήτως των προνοιών του πιο πάνω Νόμου, ο συνήγορος αναφέρθηκε επίσης στην νομολογιακή αρχή που καθιερώθηκε από την υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558, όπου αναγνωρίστηκε αγώγιμο δικαίωμα για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών βάσει του άρθρου 35 του Συντάγματος. Τα ανθρώπινα δικαιώματα που παραβιάστηκαν στην παρούσα υπόθεση, προστατεύονται από τα άρθρα 8, 10 και 11 του συντάγματος. Τα εν λόγω άρθρα, προστατεύουν το δικαίωμα από βασανιστήρια, τον εξαναγκασμό σε υποχρεωτική εργασία και το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας. Ως εκ τούτου, το άρθρο 22
(1)του πιο πάνω Νόμου δεν είχε σκοπό κατά τον συνήγορο, να περιορίσει ή αφαιρέσει δικαιώματα σε θύμα εμπορίας προσώπων αλλά ο σκοπός του ήταν να προσθέσει δικαιώματα βάσει εξειδικευμένης νομοθεσίας. Επομένως, κανένα εμπόδιο δεν υπάρχει για την ενάγουσα να προωθήσει την παρούσα αγωγή για αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων έστω και αν αυτοί αθωώθηκαν στη ποινική διαδικασία που καταχωρήθηκε εναντίον τους. Ο συνήγορος απέρριψε επίσης την θέση που εκφράστηκε από τους εναγομένους ότι η αστυνομία δεν έχει δικαίωμα να αναγνωρίζει θύματα εμπορίας και ότι τέτοια εξουσία είναι έργο μόνο του Δικαστηρίου. Παρέπεμψε στο άρθρο 29
(1)του πιο πάνω Νόμου, σύμφωνα με το οποίο η αστυνομία είναι αρμόδια να διαπιστώσει και να αναγνωρίσει κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο είναι θύμα εμπορίας. Απέρριψε επίσης τη θέση ότι με την αθώωση των κατηγορουμένων, η ενάγουσα θα πρέπει να παύσει να θεωρείται θύμα εμπορίας. Παρέπεμψε στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 Σούπερμαν, η οποία ανέφερε ότι δυνάμει των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μιας και το θύμα αναγνωριστεί ως τέτοιο, η αναγνώριση αυτή δεν ακυρώνεται. Ήταν η θέση του δικηγόρου ότι η παρούσα διαδικασία, είναι εντελώς διαφορετική από αυτή του Κακουργιοδικείου και ότι δεν μπορεί να την επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο, η αθώωση των εναγομένων στο Κακουργιοδικείο. Αν η νομική υπηρεσία δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει ποινική υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό δεν εμποδίζει την ενάγουσα να κινηθεί εναντίον των κατηγορουμένων για διεκδίκηση αποζημιώσεων δυνάμει των προνοιών του αστικού δικαίου, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ακολούθως, ο συνήγορος απέρριψε τη θέση των εναγομένων ότι δεν διεξήχθη δίκαιη δίκη στην παρούσα υπόθεση λόγω αδυναμίας εξεύρεσης ορισμένων εγγράφων και πιστοποιημένων πρακτικών της ποινικής διαδικασίας στο κακουργιοδικείο. Οτιδήποτε αφορά τη διαδικασία στο κακουργιοδικείο είναι μηδαμινής αξίας στην παρούσα υπόθεση, αφού πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Επιπλέον, η μη εξεύρεση των πρακτικών του κακουργιοδικείου οφείλεται σε υπαιτιότητα του κράτους και ασφαλώς δεν είναι θέμα που αφορά την ενάγουσα. Σε τέτοια περίπτωση πιθανόν να δημιουργούνταν αγώγιμα δικαιώματα στους εναγομένους εναντίον της Δημοκρατίας, όχι όμως και εναντίον της ενάγουσας, ούτε θα μπορούσαν να επηρεάσουν την παρούσα διαδικασία. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε εκτεταμένα στην δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Με παραπομπή σε αποσπάσματα από την εν λόγω μαρτυρία αλλά και σε νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας και να απορρίψει την μαρτυρία των εναγομένων. Όσον αφορά τις αντιφάσεις της μαρτυρίας της ενάγουσας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι θέσεις της στο κακουργιοδικείο γιατί δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για το τι κατέθεσε στην ποινική δίκη. Τα πρακτικά του κακουργιοδικείου δεν είναι τεκμήριο στην παρούσα διαδικασία και ότι λέχθηκε σχετικά με αυτά, έχει μηδενική αποδεικτική αξία ως εξ ακοής μαρτυρία. Όσον αφορά μικροαντιφάσεις της ενάγουσας μεταξύ των καταθέσεων της, της γραπτής της δήλωσης και της μαρτυρίας της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο συνήγορος ανέφερε ότι αυτές είναι επουσιώδεις και δεν είναι τέτοιας φύσης που να μολύνουν τη μαρτυρία της στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που είναι γενικά πειστική, αντίθετα καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της και ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις για τα όσα υπέστη για δύο εβδομάδες εγκλωβισμένη σε ένα υποστατικό αυτού του είδους, όπως το καμπαρέ Roxy. Ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για μία παντρεμένη κοπέλα, οικογενειάρχη με παιδιά που εξαπατήθηκε στη χώρα της με την εμπλοκή του εναγομένου 1, ο οποίος δόλια την έφερε στην Κύπρο με σκοπό να την εκμεταλλευτεί. Πλην των ειδικών αποζημιώσεων ύψους €20.228,00 που είναι τα πραγματικά έξοδα που κατέβαλε η ενάγουσα για να μεταβεί στην Κύπρο και τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, διεκδικούνται και γενικές αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία, εξευτελισμό και ψυχική και σωματική οδύνη, καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις για το ειδεχθές της φύσης των πράξεων αυτών εναντίον της ενάγουσας. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ως γενικές αποζημιώσεις για την κράτηση της ενάγουσας στο καμπαρέ Roxy για 14 ημέρες, το ποσό των €7.000,00 ημερησίως και επιπλέον €3.000,00 ημερησίως σαν τιμωρητικές αποζημιώσεις. Τα ποσά αυτά κατά τον συνήγορο, είναι πολύ λογικά και εύλογα για αποζημίωση της ενάγουσας λόγω της συγκλονιστικής και τραυματικής εμπειρίας την οποία είχε, ως αποτέλεσμα των παράνομων ενεργειών των εναγομένων. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος των εναγομένων στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω του ότι δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 22 του Νόμου 87(Ι)/2007, που ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Αυτό γιατί η εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου, εξυπακούει την προηγούμενη καταδίκη των εναγόμενων στο Ποινικό Δικαστήριο. Ο συνήγορος απέρριψε την θέση ότι πλην του άρθρου 22 του Νόμου 87(Ι)/2007, η αγωγή θα μπορούσε να στηριχθεί και σε παράβαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας καθώς και στα αστικά αδικήματα της επίθεσης και της παράνομης κατακράτησης. Σύμφωνα με τον συνήγορο, πουθενά στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε παράβαση, οποιασδήποτε διατάξεως του Συντάγματος και του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148). Οι ισχυρισμοί για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα, και για διάπραξη των αστικών αδικημάτων της επίθεσης και της παράνομης κατακράτησης δεν δικογραφούνται από την ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης. Ο συνήγορος της ενάγουσας, επικαλείται αυτές τις αιτίες αγωγής για πρώτη φορά στην αγόρευση του. Ο συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου στην νομολογιακή αρχή που καθορίζει ότι τα δικόγραφα είναι οι ράγες επί των οποίων θα τροχοδρομηθεί η Δίκη και οτιδήποτε δεν αναφέρεται σ' αυτά, δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος των εναγομένων ανέφερε χαρακτηριστικά ότι οι λέξεις «επίθεση» και «παράνομη κατακράτηση» δεν συναντώνται σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οποιοσδήποτε εναγόμενος επιτέθηκε στην ενάγουσα με τον ορισμό που δίνει στο αδίκημα της επίθεσης το άρθρο 26 του Κεφ. 148 και η σχετική νομολογία. Επιπλέον, προκύπτει από την μαρτυρία ακόμα και της ιδίας της ενάγουσας ότι δεν υπήρχε περιορισμός που συνιστά παράνομη κατακράτηση προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ.148 και την σχετική νομολογία που το ερμηνεύει. Αντιθέτως κατά τον συνήγορο, η έκθεση απαίτησης είναι κατά τέτοιον τρόπο δικογραφημένη, ώστε παραπέμπει αποκλειστικά και χωρίς οποιανδήποτε αμφιβολία σε μια μόνο αιτία αγωγής, αυτή που καθορίζεται στον Νόμο 87(Ι)/2007. Σε όλη την έκθεση απαίτησης, γίνονται αναφορές σε θύμα εμπορίας δυνάμει του πιο πάνω Νόμου και σε κατ' ισχυρισμό εκπόρνευση και σεξουαλική εκμετάλλευση της ενάγουσας χωρίς παραπομπή σε άλλες αιτίες αγωγής. Η αλλαγή πορείας που έγινε κατά την αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την στιγμή που δεν συνοδεύτηκε από τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι εάν παρ' ελπίδα γίνει αποδεκτή αυτή η αλλαγή πλεύσης, η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού έχει παραπλανηθεί ως προς την δικογραφημένη αιτία αγωγής. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι για να δικαιούται η ενάγουσα να ζητά αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 22 του Νόμου 87(Ι)/2007 θα έπρεπε να κηρυχθεί θύμα εμπορίας. Το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου, στο οποίο καθορίζεται η έννοια του όρου «θύμα», αναφέρεται ρητά ότι θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί η διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που συνιστούν την εκμετάλλευση. Κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπου οι εναγόμενοι αθωώθηκαν από ο κακουργιοδικείο. Ακολούθως, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα αγωγή παραβιάστηκαν οι αρχές της δίκαιης Δίκης για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά παραβίαση της ισότητας των όπλων και ο δεύτερος υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Για την καθυστέρηση, ο συνήγορος διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει παράπονο για τη διάρκεια της δίκης που διεξάχθηκε ενώπιον μου. Επεσήμανε όμως ότι από την καταχώρηση της αγωγής, μέχρι και την έναρξη της ακρόασης ενώπιον μου, μεσολάβησε αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναφορικά με την ισότητα των όπλων, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην βοήθεια που παρείχε το κράτος στην ενάγουσα με την πληρωμή των εισιτηρίων της για να έρθει στην Κύπρο να καταθέσει στο Δικαστήριο. Διευκόλυνση που δεν είχαν οι εναγόμενοι αφού η Deny De la Rosa που ήταν μάρτυρας υπεράσπισης στο κακουργιοδικείο δεν μπορεί να έρθει στην Κύπρο να καταθέσει υπέρ των εναγομένων στην παρούσα διαδικασία. Επίσης άλλες κοπέλες - καλλιτέχνιδες που θα ήθελαν οι εναγόμενοι να καλέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης για να αντικρούσουν την μαρτυρία της ενάγουσας, έχουν απελαθεί και δεν μπορούν να έλθουν στην Κύπρο να καταθέσουν. Επιπλέον, οι εναγόμενοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να φέρουν αυτές τις κοπέλες από το εξωτερικό, την στιγμή που η Δημοκρατία παρεμβαίνοντας ανεπίτρεπτα σε αυτή την ιδιωτική διαφορά, έδωσε άδεια εισόδου στην ενάγουσα και πλήρωσε τα εισιτήρια της για να έλθει στην Κύπρο να καταθέσει εναντίον των εναγομένων. Ένα άλλο στοιχείο που επηρέασε την δίκαιη δίκη κατά τον συνήγορο, είναι η αδυναμία του Πρωτοκολητείου να παρουσιάσει τα πρακτικά της Δίκης στο Κακουργιοδικείο. Τα πρακτικά αυτά δεν τα ήθελαν οι εναγόμενοι για να αποδείξουν την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εξ' ακοής μαρτυρίας. Τα πρακτικά του κακουργιοδικείου, τα ήθελαν απλά και μόνο για να αποδείξουν ότι σε άλλο Δικαστήριο, για παρόμοιο θέμα, η ενάγουσα είπε διαφορετικά πράγματα από όσα ανέφερε στην παρούσα διαδικασία. Η πλευρά των εναγομένων αντεξέτασε τόσο την ενάγουσα όσο και άλλους μάρτυρες που κατέθεσαν υπέρ της, με αναφορά στα πρακτικά του κακουργιοδικείου, τα οποία κατέθεσαν ως τεκμήρια προς αναγνώριση, προφανώς έχοντας υπόψη ή σκοπώντας να κλητεύσουν την πρωτοκολλητή για να τα παρουσιάσει. Η πρωτοκολλητής όμως, δήλωσε ότι ναι μεν τα πρακτικά που προσκόμισε προέρχονται από τον φάκελο που διατηρεί στο επίσημο της αρχείο, εν τούτοις ανέφερε ότι δεν ήταν θεωρημένα και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση, δεν επέτρεψε την κατάθεση τους ως τεκμήρια. Η πλευρά της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι δεν φέρει ευθύνη για αυτό όμως κατά τον συνήγορο δεν φέρουν ευθύνη ούτε οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν πρέπει να πληρώσουν το γεγονός ότι χάθηκαν από τον φάκελο του κακουργιοδικείου, τα πρωτότυπα πρακτικά. Ανεξαρτήτως τούτου, το γεγονός αυτό αντικειμενικά κρινόμενο, στέρησε κατά τον συνήγορο από τους εναγομένους, την ευκαιρία να αναδείξουν προηγούμενες αντιφατικές δηλώσεις της ενάγουσας στο κακουργιοδικείο ώστε να αποδειχθεί σύμφωνα με την νομολογία η αναξιοπιστία της. Ως αποτέλεσμα, έχει παραβιαστεί το δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη Δίκη. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, όπου οι κύριοι μάρτυρες ήδη έφυγαν για το εξωτερικό, σε χώρα πέραν του Ατλαντικού Ωκεανού και τεκμήρια έχουν απολεσθεί, κατέστησαν την Δίκη μη δίκαιη και ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει κατά τον συνήγορο να απορριφθεί για μόνο αυτό τον λόγο. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα έχει εξαπατηθεί από τους εναγόμενους. Δεν έχει αποδειχθεί ότι γνώριζαν ή είχαν επαφή με την Maricha ή άλλο πρόσωπο που την βοήθησε στην χώρα της να εξασφαλίσει άδεια εργασίας στην Κύπρο. Έτσι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ενάγουσα παραπλανήθηκε από τους εναγομένους ως προς το είδος της εργασίας που θα έκανε στην Κύπρο. Επομένως οποιαδήποτε δαπάνη, ή οτιδήποτε πλήρωσε η ίδια σε οιονδήποτε πρόσωπο, ειδικότερα στη Maricha ή και στον αστυνομικό που της ζήτησε χρήματα στο αεροδρόμιο της χώρας της δεν μπορούν να βαρύνουν κανέναν από τους εναγόμενους. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίστηκε ότι κατά παράβαση των αρχών σύνταξης δικογράφων, δεν αναφέρονται λεπτομέρειες του κατ' ισχυρισμό δόλου αλλά ούτε και λεπτομέρειες των ζημιών που αιτείται η ενάγουσα. Επιπλέον, στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης, γίνεται αναφορά για παραμονή της ενάγουσας στο καμπαρέ Roxy για ένα μήνα κάτι που αναφέρει και στην κατάθεση της στην αστυνομία. Όμως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι έμεινε μόνον 15 ημέρες στο καμπαρέ Roxy. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, ζήτησε αποζημίωση μόνο για 15 ημέρες, διαφοροποιώντας τα γεγονότα που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Η μαρτυρία των αστυνομικών (Μ.Ε.1, 2 & 4) και της της Μ.Ε.2 Λάπα, δεν πρέπει κατά τον συνήγορο να ληφθεί υπόψη γιατί είναι εξ' ακοής. Οι μάρτυρες αυτοί δεν είχαν προσωπική γνώση για το τι συνέβαινε στο καμπαρέ και όσα ανέφεραν, τους τα είπε η ενάγουσα. Όσον αφορά την μαρτυρία της ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι ήταν γεμάτη αντιφάσεις και δεν μπορεί να πείσει κανένα. Έκαμε εκτενή αναφορά στις κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις της ενάγουσας, οι οποίες καταδεικνύουν κατά την άποψη του, την αναξιοπιστία της. Αναφορά έγινε και στην απόφαση του κακουργιοδικείου όσα αναφέρονται εκεί μπορούν κατά τον συνήγορο να χρησιμοποιηθούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας. Ήταν η τελική θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Καθήκον στο οποίο απέτυχε και ως εκ τούτου η αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται με γνώμονα μεταξύ άλλων, τις γνώσεις των μαρτύρων για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και την μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων. Το έργο της αξιολόγησης όπως έχει εύστοχα εξηγηθεί στην υπόθεση Pelecanos & Pelecanos
(1999)1 (B) Α.Α.Δ. 1273, είναι το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου αφού πρέπει υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και την συμπεριφορά του στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, να αναδείξει το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής υπό το πρίσμα της πείρας και της ανθρώπινης φύσης που διαθέτει. Η έννοια της εντύπωσης από τον μάρτυρα δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά σχετίζεται ακριβώς με το αποτέλεσμα αυτής της πολύμορφης διεργασίας του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Οι Μ.Ε.1, 3 & 4, είναι αστυνομικοί που συμμετείχαν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Κατέθεσαν αναφορικά με τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την πιο πάνω συμμετοχή τους στην λήψη καταθέσεων αλλά και την γενικότερη επαφή τους με την ενάγουσα, η οποία κατήγγειλε την κατ' ισχυρισμό σεξουαλική της εκμετάλλευση από τους εναγομένους. Και οι τρεις πιο πάνω μάρτυρες, μου έκαναν καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινείς, αναφέροντας ότι αυτά που κατέθεσαν αναφορικά με το τι συνέβαινε στο καμπαρέ Roxy, τα γνώριζαν από αφηγήσεις της ενάγουσας χωρίς οι ίδιοι να έχουν προσωπική γνώση. Τα ίδια ισχύουν και για την Μ.Ε.2 Λίντα Λάπα. Μου έκανε καλή εντύπωση αναφερόμενη στην επαφή που είχε με την ενάγουσα μετά που αυτή έφυγε από το καμπαρέ Roxy. Όμως και αυτή η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβαινε στο καμπαρέ γιατί όλα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν εξ' ακοής λόγω του ότι τα πληροφορήθηκε από την ενάγουσα χωρίς να έχει προσωπική γνώση. Ακόμα και οι τοποθετήσεις των πιο πάνω μαρτύρων για την ψυχολογική της κατάσταση δεν μπορούν από μόνοι τους να αποδείξουν ότι όντως αυτά που τους ανέφερε, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εξ' άλλου, η ίδια η ενάγουσα έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο για τα ζητήματα αυτά, η οποία θα αξιολογηθεί στην συνέχεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία των Μ.Ε.1, Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 γίνεται αποδεκτή, πλην των τοποθετήσεων τους για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ενάγουσα έφτασε στην Κύπρο αλλά και για τις συνθήκες εργοδότησης της στο καμπαρέ Roxy. Η ενάγουσα Μ.Ε.5 ήταν η πιο βασική μάρτυρας για την απόδειξη των ισχυρισμών της αγωγής αφού ήταν η μόνη που είχε προσωπική γνώση για τις συνθήκες άφιξης της στην Κύπρο αλλά και της εργοδότησης της στο υπό κρίση καμπαρέ. Λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας της, παρακολούθησα πολύ προσεκτικά την ενάγουσα ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις της κατά την αντεξέταση και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε τις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Από την αρχή πρέπει να αναφέρω ότι η ενάγουσα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο. Η μαρτυρία της ήταν γεμάτη από αντιφάσεις όχι μόνο σε επιμέρους ζητήματα, αλλά και σε ουσιαστικές πτυχές των γεγονότων, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να δώσει μια ενιαία εκδοχή για τα περιστατικά που περιβάλλουν την απαίτηση της. Επί του προκειμένου, υποστηρίχθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας ότι δεν έχουν κατατεθεί ως τεκμήριο τα πρακτικά του κακουργιοδικείου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αντιπαραβολή αντιφατικών δηλώσεων της ενάγουσας στην ποινική Δίκη σε σχέση με το τι κατέθεσε στην παρούσα αγωγή. Είναι γεγονός ότι με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου μετά από ένσταση του συνηγόρου της ενάγουσας, δεν κατατέθηκαν τα πρακτικά του κακουργιοδικείου ως τεκμήριο, δεδομένης της θέσης της πρωτοκολλητού ότι δεν μπορούσε να πιστοποιήσει την αυθεντικότητα τους. Διαφεύγει όμως της προσοχής ότι μεγάλο μέρος των όσων κατέθεσε η ενάγουσα στην ποινική Δίκη, αναφέρονται με λεπτομέρεια στην ίδια την απόφαση του κακουργιοδικείου ημ. 28.5.2010 με την οποία αθωώθηκαν οι εναγόμενοι και η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως τεκμήριο
  1. Υπενθυμίζω εδώ ότι οποιεσδήποτε αναφορές της ενάγουσας στην μαρτυρία της στο κακουργιοδικείο Λευκωσίας, συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία στην παρούσα διαδικασία ως εξωδικαστικές δηλώσεις της. Μπορούν δε να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, προκειμένου να κριθεί η αξιοπιστία της ενάγουσας. Αναφέρεται στην σελίδα 6 της εν λόγω απόφασης του κακουργιοδικείου (τεκμ.11) ότι η ενάγουσα κατέθεσε ότι ήταν ο εναγόμενος 2 Παύλος που την έβαλε στο ταξί και την έστειλε στον πελάτη ονόματι Δώρο. Σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι ήταν ο εναγόμενος 3 Tony που την έβαλε με το ζόρι στο ταξί και την έστειλε στο σπίτι του Δώρου για να κάνει σεξ μαζί του. Όταν της υποδείχθηκε η πιο πάνω αντίφαση, άλλαξε την θέση της λέγοντας ότι πιθανόν ο εναγόμενος 3 να είπε στο εναγόμενο 2 να την βάλει στο ταξί. Επιπλέον στην σελίδα 7 της απόφασης του κακουργιοδικείου, αναφέρεται ότι η ενάγουσα κατέθεσε ότι όταν ήταν κλειστό το καμπαρέ, οι εναγόμενοι έκλειναν τις κοπέλες στο δωμάτιο τους και δεν τις άφηναν να πάνε πουθενά. Σε αντίθεση με το τί ανέφερε στην παρούσα διαδικασία όπου δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι της είχαν δώσει κλειδιά του δωματίου και ότι κατά τις ελεύθερες της ώρες, σύχναζε μεταξύ άλλων σε παρακείμενο internet café και σε εστιατόριο που πωλούσε σάντουιτς. Μερικές φορές μάλιστα πήγαινε μόνη της στο internet café. Αυτό, παρότι στις αρχικές ερωτήσεις της αντεξέτασης, διερωτήθηκε για ποιο internet café ρωτούσε ο συνήγορος υπεράσπισης, υπονοώντας ότι δεν το γνωρίζει. Για να δεχθεί όμως στην συνέχεια ότι σύχναζε σε αυτό με τις άλλες κοπέλες, όπου μιλούσε στο τηλέφωνο με τους δικούς της. Ισχυρίστηκε εν τούτοις ότι κατά τις εξόδους της, κάποιος την παρακολουθούσε χωρίς όμως να εξειδικεύσει ποιος και χωρίς να ισχυριστεί ότι το εν λόγω πρόσωπο την εμπόδιζε να πάει όπου ήθελε κατά τον ελεύθερο της χρόνο. Περαιτέρω, ανέφερε ενώπιον του κακουργιοδικείου ότι ο σύζυγος της γνώριζε τι συνέβη στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η Maricha, έστειλε την ξαδέλφη της να τον απειλήσει να μην καταγγείλει οτιδήποτε στην αστυνομία γιατί θα την σκότωναν. Σε μια άλλη περίπτωση, ισχυρίστηκε ότι η Maricha υποσχέθηκε στον σύζυγο της ότι αν η ενάγουσα δεν ανέφερε οτιδήποτε στην αστυνομία και δεχόταν να επιστρέψει στην πατρίδα της, οι εναγόμενοι θα τις έδιναν €2000,00 (βλ. σελ. 12 της απόφασης του κακουργιοδικείου). Σε αντίθεση με τα όσα αρχικά ανέφερε στην παρούσα διαδικασία ότι ο σύζυγος της έμαθε τι της συνέβηκε στην Κύπρο, μόνο μετά που επέστρεψε στην χώρα της και μην μπορώντας να το αποδεχθεί, την χώρισε. Για να αναφέρει στην συνέχεια στην αντεξέταση της ότι ενόσω βρισκόταν στην Κύπρο, πληροφόρησε τον σύζυγο της ότι εξαναγκάστηκε να πάει με πελάτες για σεξ. Αντιφάσεις στην μαρτυρία της ενάγουσας δεν εντοπίζονται μόνο σε σχέση με το τι ανάφερε στο κακουργιοδικείο όπως προκύπτουν από την πιο πάνω απόφαση. Στην μαρτυρία της στην παρούσα διαδικασία, υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων αλλά και μη πειστικών αναφορών, οι οποίες κρίνονται ως καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας της. Αναφέρω ενδεικτικά την μη πειστική θέση της ότι δεν συζήτησε κατά την διάρκεια του ταξιδιού με τις άλλες συμπατριώτισσες της με τις οποίες συνταξίδευε για πάρα πολλές ώρες από τον Άγιο Δομίνικο, για το τι δουλειά θα έκαναν στην Κύπρο. Αυτό σε μια προσπάθεια της να πείσει ότι δεν ήξερε ότι θα εργαζόταν σε καμπαρέ αλλά θεωρούσε ότι θα ήταν σερβιτόρα και μετά θα μετέβαινε στην Ισπανία. Δεν εξήγησε όμως με λογικά επιχειρήματα πως ήταν δυνατόν να μην ρωτήσει τις άλλες κοπέλες ή έστω να συζητήσει μαζί τους για το που πάνε και τι εργασία θα κάνουν σε ένα τόπο που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα από την πατρίδα τους. Το γεγονός ότι δεν ήταν πειστική η θέση της ότι δεν γνώριζε τι εργασία θα έκανε στην Κύπρο, προκύπτει και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στα τεκμήρια 6 & 8, τα οποία αναγνώρισε ότι είναι αναγκαία έγγραφα προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια εργασίας, αναφέρεται ρητά ότι θα εργαζόταν στο καμπαρέ Roxy ως καλλιτέχνιδα (artist). Το ίδιο συμβαίνει και με το τεκμήριο 9 όπου αναγνώρισε την υπογραφή της και στο οποίο επίσης ρητά αναφέρεται ότι θα εργαζόταν στο καμπαρέ Roxy ως καλλιτέχνιδα (artist). Δέχθηκε μάλιστα στην αντεξέταση ότι στο εν λόγω έγγραφο, πιστοποίησε με την υπογραφή της ότι έχει αντιληφθεί ότι θα μπορούσε να υποβάλει παράπονα σε περίπτωση που αντιμετώπιζε πρόβλημα με την εργασία της ως καλλιτέχνιδα σε καμπαρέ σε συγκεκριμένες κρατικές υπηρεσίες στην Κύπρο. Βέβαια έδωσε μια εξήγηση ότι δεν ήξερε τι υπέγραφε αφού δεν γνωρίζει καλά Αγγλικά. Σε άλλο όμως μέρος της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι διδάχθηκε Αγγλικά στο Πανεπιστήμιο. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι στην πατρίδα της όταν είδε το συμβόλαιο εργασίας για την Κύπρο που ήταν στα αγγλικά, της φάνηκε ότι κάπου έλεγε ότι θα ήταν χορεύτρια αφού είδε και αναγνώρισε την αγγλική λέξη «dancing». 'Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα ήξερε ότι ερχόμενη στην Κύπρο θα εργαζόταν σε καμπαρέ ως καλλιτέχνιδα - χορεύτρια και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και για την θέση της για το κατά πόσον ήξερε να χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ανέφερε αρχικά ότι στο internet café δεν χρησιμοποιούσε υπολογιστή αλλά μόνο τηλέφωνο για να επικοινωνεί με τους δικούς της. Έμαθε να χειρίζεται υπολογιστές, μόνο μετά που έμεινε στο καταφύγιο με την βοήθεια των άλλων συμπατριωτισσών της. Σε άλλο όμως μέρος της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι είχε διδαχθεί την χρήση υπολογιστή στο πανεπιστήμιο της χώρας της. Για να προσθέσει στην συνέχεια ότι από τότε που την έμαθαν στο καταφύγιο την χρήση υπολογιστή, η τεχνολογία προχώρησε, υπονοώντας ότι δεν ξέρει σήμερα πολλά πράγματα γύρω από τους υπολογιστές. Ισχυρίστηκε παρόλα αυτά στην αντεξέταση της ότι την γραπτή της δήλωση στην παρούσα διαδικασία, την δακτυλογράφησε η ίδια στον υπολογιστή του συνηγόρου της, τον οποίο ήξερε να χειρίζεται. Παρουσίασε τον άνδρα που την έφερε σε επαφή με την Brenda, ως πελάτη που προθυμοποιήθηκε να την βοήθησε να δραπετεύσει από το καμπαρέ. Πήγε μαζί του σε club όπου του σύστησε την Brenda. Παρόλα αυτά δεν θυμόταν το όνομα του και αρνήθηκε ότι ήταν ερωτικός της σύντροφος. Για να παραδεχθεί στην συνέχεια στην αντεξέταση ότι έκανε σεξ δύο φορές με αυτό τον άνδρα, ισχυριζόμενη ότι δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά αφού ήταν πελάτης του καμπαρέ. Χωρίς όμως να δώσει μια λογική εξήγηση γιατί έκανε χωρίς την θέληση της σεξ με ένα άνθρωπο που σκοπός του ήταν να την βοηθήσει και όχι να την εκμεταλλευτεί σεξουαλικά. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν ήταν καθόλου πειστική ως προς την θέση της ότι πρόθεση της ήταν να μεταβεί στην Ισπανία. Κατ' αρχάς δεν εξήγησε γιατί η μετάβαση της στην Ισπανία έπρεπε να γίνει μέσω Κύπρου. Συγκεκριμένα δεν διασαφήνισε γιατί έπρεπε να εργαστεί πρώτα στην Κύπρο και για πόσο χρονικό διάστημα για να μπορέσει να μεταβεί και εργαστεί στην Ισπανία. Θα μπορούσε δε με ευκολία να διαπιστώσει ότι δεν ήταν δυνατή η μετάβαση της στην Ισπανία μέσω Κύπρου με τραίνο. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την δική της μαρτυρία, ήταν αρκετά μορφωμένη αφού είχε ήδη φοιτήσει ένα χρόνο σε πανεπιστήμιο της χώρας της. Θα μπορούσε υπό τας περιστάσεις με την απλή ανάγνωση ενός χάρτη να διαπιστώσει ότι ήταν αδύνατη η μετάβαση από την Κύπρο στην Ισπανία με τραίνο. Πέραν τούτου, η ενάγουσα ανέφερε ότι δεν γνώριζε που διέμενε η θεία της, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της θα την φιλοξενούσε στην Ισπανία. Αρχικά διέμενε στην Σεβίλλη και στην συνέχεια μετακόμισε στην Βαρκελώνη αλλά δεν γνώριζε την ακριβή διεύθυνση της. Υποστήριξε ότι είχε το τηλέφωνο της και θα της τηλεφωνούσε μόλις έφτανε στην Ισπανία. Δεν διευκρίνισε όμως αν είχε οιανδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί με την θεία της όταν έφτασε στην Κύπρο για να διαπιστώσει που διαμένει. Ούτε έδωσε καμία λογική εξήγηση πως θα έφτανε σε μια μεγάλη χώρα όπως η Ισπανία και ότι θα έβρισκε την θεία της, έχοντας μόνο ένα αριθμό τηλέφωνου. Η θέση ότι θα τηλεφωνούσε μόλις έφτανε στην Ισπανία χωρίς καν να ξέρει που διαμένει η θεία της δεν είναι βέβαια καθόλου πειστική. Και ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι όλες οι κοπέλες που ήλθαν μαζί της είχαν προορισμό την Ισπανία, γεγονός που ανέφεραν και στον εναγόμενο 1, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ισχυρίστηκε ότι μόνο αυτή θα μετέβαινε στην Ισπανία και ότι οι άλλες κοπέλες έρχονταν για να δουλέψουν στην Κύπρο, χωρίς όμως να της διευκρινίσουν τι δουλειά θα έκαναν. Περαιτέρω, δεν εξήγησε γιατί δεν κατήγγειλε την συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι την εκπόρνευσαν από την επομένη μέρα που έφτασε στην Κύπρο. Είχε πολλές ευκαιρίες να το κάνει, τόσον με την επίσκεψη της στο τμήμα μετανάστευσης, όσον και στην εξέταση από τον γιατρό που έγινε για σκοπούς εξασφάλισης άδειας παραμονής και εργασίας. Εξ' άλλου, προκύπτει από την δοθείσα μαρτυρία ότι της είχε δοθεί κατάλογος κρατικών τηλεφώνων για να επικοινωνεί σε περίπτωση που αντιμετώπιζε προβλήματα στην δουλεία της (τεκμ.9). Επιπλέον όπως η ίδια δήλωσε, επικοινωνούσε με τους δικούς της μέσω τηλεφώνου από το internet café. Ακόμα και αν δεχθεί κάποιος ότι δεν εμπιστευόταν την κυπριακή αστυνομία, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γιατί δεν ενημέρωσε τους δικούς της από την στιγμή που αντιλήφθηκε ότι ξεγελάστηκε από την Maricha και υπέστη αυτού του είδος τον εξευτελισμό με τις απειλές και την εκπόρνευση της από τους εναγομένους. 'Όλες οι πιο πάνω αντιφάσεις, είναι τέτοιας μορφής που πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της ενάγουσας. Ανεξαρτήτως τούτου, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε η ενάγουσα είναι ότι η μαρτυρία της αποσκοπούσε κυρίως στο να ενισχύσει την δική της θέση για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Γεγονός παραμένει ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να δώσει μια λογικοφανή και πειστική εκδοχή για τα γεγονότα που επικαλείται, τόσον ως προς τις συνθήκες άφιξης της στην Κύπρο, όσον και αναφορικά με τους ισχυρισμούς της για εκπόρνευση της από τους εναγομένους. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. H Μ.Υ.1 Μαρία Κουζούπη, μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία της σχετιζόταν γενικά με την διαδικασία άδειας εισόδου και εργασίας στην Δημοκρατία. Ήταν πλήρως κατατοπιστική ως προς τις προϋποθέσεις παροχής άδειας εισόδου και εργασίας σε καμπαρέ, αναφορικά με καλλιτέχνιδες από τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μάρτυρας αναφέρθηκε ειδικά στα έγγραφα που αφορούν την παροχή άδειας στην ενάγουσα αλλά και στις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για τον σκοπό αυτό. Υπήρξε περαιτέρω ειλικρινής αναφέροντας ότι αντλεί τις πιο πάνω πληροφορίες από τον υπηρεσιακό φάκελο και τα έγγραφα που απεστάλησαν από το Κυπριακό Προξενείο στον Άγιο Δομίνικο. Από την εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 δεν προκύπτει πρόθεση της να αποφύγει την αλήθεια, ούτε και εντοπίζονται κενά και αντιφάσεις που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.2 Παύλος Χατζημακρής δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ισχυρίστηκε ότι το καμπαρέ δεν εξέδιδε τις καλλιτέχνιδες του και ότι οι κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο, έψαχναν πελάτες για σεξ από μόνες τους. Δεν ανέφερε όμως γιατί αφού το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του, δεν πληροφόρησε σχετικά τον ιδιοκτήτη προκειμένου να λάβουν μέτρα. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της υπεράσπισης ο Μ.Υ.2 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο καμπαρέ. Ήταν από τα πιο παλιά γκαρσόνια και όπως ο ίδιος ανέφερε, εργαζόταν πολλές ώρες τόσον στο εστιατόριο, όσον και στο καμπαρέ και ο ιδιοκτήτης εναγόμενος 1, του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη αφού αντικαθιστούσε τον διευθυντή του καμπαρέ όταν απουσίαζε. Υπό τας περιστάσεις όφειλε να πληροφορήσει τον ιδιοκτήτη για το πιο πάνω γεγονός. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί αφέθηκαν οι καλλιτέχνιδες του καμπαρέ να εκδίδονται στον ελεύθερο τους χρόνο και να δυσφημούν έτσι το καμπαρέ, από την στιγμή που η θέση του μάρτυρα ήταν ότι το καμπαρέ ήταν «καθαρό» και δεν ήθελε τέτοιου είδους προβλήματα. Πέραν τούτου, ο Μ.Υ.2 καθ' όλη την διάρκεια της αντεξέτασης του, απέφευγε γενικά να απαντήσει ή απαντούσε κάποιες φορές με έντονο και προκλητικό τρόπο. Αναφέρω ενδεικτικά ότι δεν θυμόταν καν την ημερομηνία του γάμου του με την εναγομένη 4 ούτε και ποια από τις κοπέλες από τον Άγιο Δομίνικο ήταν η κουμπάρα του. Η εντύπωση που μου έκανε ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η Μ.Υ.3 Gleny Antonia Reyes Castillo, μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν αρκετά σαφής και πειστική ότι κατά τους επίδικους χρόνους δεν είχε κανένα ρόλο στην διοίκηση του καμπαρέ αφού ήταν και αυτή μια καλλιτέχνιδα όπως όλες οι άλλες και ότι απλά ορισμένες φορές βοηθούσε στην μετάφραση λόγω του ότι οι συμπατριώτισσες της δεν ήξεραν να μιλούν αγγλικά και ελληνικά. Επιπλέον, κατά την αντεξέταση, οι απαντήσεις της Μ.Υ.3 ήταν άμεσες και αυθόρμητες χωρίς σε κανένα σημείο να δώσει οιεσδήποτε ενδείξεις προσχεδιασμού της μαρτυρίας της. Η μαρτυρία της για τους πιο πάνω λόγους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η μαρτυρία της πρωτοκολλητού Άντρης Μακρή (Μ.Υ.4) δεν βοήθησε στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων αφού δεν κατέθεσε τα πρακτικά του κακουργιοδικείου παρότι κλήθηκε αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό. Ανεξαρτήτως τούτου η Μ.Υ.4 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν ειλικρινής, αναφέροντας ότι δεν εντοπίζονται τα πρωτότυπα πρακτικά στο φάκελο που τηρεί και παρά τις προσπάθειες της δεν έχουν ανευρεθεί. Ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να πιστοποιήσει την αυθεντικότητα των πρακτικών που υπήρχαν στον φάκελο του Δικαστηρίου. Κατέθεσε εντούτοις κάποια άλλα έγραφα που ήταν τεκμήρια στο κακουργιοδικείο χωρίς να αντεξεταστεί. Η μαρτυρία της για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.5 Αντουάν Μπαλάν δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Όλη η κυρίως εξέταση του, αποτελούσε στην ουσία επιχειρηματολογία για την αξιοπιστία της ενάγουσας, αντί να αναφερθεί σε γεγονότα που συνιστούν την υπεράσπιση των εναγομένων. Επιπλέον, οι απαντήσεις του κατά την αντεξέταση δεν ήταν άμεσες και ήταν φανερό ότι αποσκοπούσαν περισσότερο στο να ενισχύσουν την εκδοχή της υπεράσπισης παρά το να παραθέσουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια αυτά αρχικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτα και δεν έχει ακούσει πουθενά για την παροχή υπηρεσίας «private» στα καμπαρέ. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο 3) αναφέρεται σε «private», ανέφερε ότι ήθελε απλά να απαντήσει στις κατηγορίες ότι στο καμπαρέ Roxy γινόταν «private». Ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι το «private», είναι όταν η καλλιτέχνιδα κάθεται με τον πελάτη για ποτό. Για να αλλάξει την θέση του αμέσως μετά, διευκρινίζοντας ότι το «private» είναι όταν μια καλλιτέχνιδα χορεύει αποκλειστικά για ένα πελάτη. Δέχθηκε όμως στην συνέχεια ότι η λέξη «private» σε καμπαρέ σημαίνει «σεξ σε κλειστούς και μη θεατούς χώρους», κάτι όμως που αρνήθηκε ότι γινόταν στο καμπαρέ Roxy. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο Μ.Υ.5 είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Συμπεράσματα Η απόρριψη της μαρτυρίας της ενάγουσας, προδιαγράφει και την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Σημαίνει ότι στην ουσία, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, τους ισχυρισμούς της όπως προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης για εξαπάτηση και σεξουαλική εκμετάλλευση της από τους εναγομένους. Όμως κατά την κρίση μου, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης δυνάμει του Περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/
  2. Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι η ενάγουσα στήριξε την υπόθεση τις στις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου (βλ. παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης). Ο εν λόγω Νόμος ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, καθόριζε σειρά ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με την εμπορία και σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπων. Επιπλέον, το άρθρο 22 παρείχε την δυνατότητα στο θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης να καταχωρήσει αγωγή και να ζητήσει αποζημιώσεις για τα ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν εναντίον του. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής: 22.─
(1)Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου ή θεραπείας που προβλέπεται δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, το θύμα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου έχει θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα αποζημιώσεων κατά παντός υπευθύνου για τα διαπραχθέντα ποινικά αδικήματα του παρόντος Νόμου, ο οποίος υπέχει αντίστοιχη αστική ευθύνη για την καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων προς τα θύματά του, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε καθυστερημένων οφειλών από την εκμετάλλευση της εργασίας του θύματος. Επιπλέον, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, η λέξη «θύμα», ορίζεται ως: «το φυσικό πρόσωπο που υπέστη ζημιά, συμπεριλαμβανομένης σωματικής και ψυχικής βλάβης ή οικονομικής απώλειας, που προκαλείται απευθείας από τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο». Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι για να στοιχειοθετηθεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 22 του Νόμου 87(Ι)/2007, προϋποτίθεται η διάπραξη ποινικών αδικημάτων που προβλέπει ο εν λόγω Νόμος εκ μέρους των εναγομένων. Η διάπραξη όμως των αδικημάτων αυτών, μπορεί να αποφασιστεί μόνο από ποινικό Δικαστήριο. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής κατά πόσον οι εναγόμενοι διέπραξαν τα ποινικά αδικήματα που τους καταλογίζει η ενάγουσα. Με αυτήν την έννοια δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αγωγή, ο ισχυρισμός από την ενάγουσα για διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Χρειάζεται και απόδειξη καταδίκης από ποινικό Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι όχι μόνο δεν καταδικάστηκαν από ποινικό Δικαστήριο, αλλά αντιθέτως είναι παραδεκτό ότι έχουν αθωωθεί από το κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση 14207/08. Η εν λόγω υπόθεση καταχωρήθηκε μετά από καταγγελία της ενάγουσας στην αστυνομία για σεξουαλική εκμετάλλευση εκ μέρους των εναγομένων. Πρόκειται για τους ίδιους ισχυρισμούς που η ενάγουσα προβάλει με την παρούσα αγωγή της. Είναι επίσης παραδεκτό ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, απέρριψε την έφεση που καταχωρήθηκε από την Δημοκρατία εναντίον της πιο πάνω αθωωτικής απόφασης του κακουργιοδικείου Λευκωσίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημακρής κα
(2011)2 Α.Α.Δ. 519). Η έλλειψη καταδίκης και κυρίως η αθώωση για τα αδικήματα, στην διάπραξη των οποίων η ενάγουσα στηρίζει την παρούσα απαίτηση της, καταδεικνύει ότι απέτυχε να αποδείξει την πιο ουσιαστική προϋπόθεση για στοιχειοθέτηση της αγωγής. Ήτοι, δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη ποινικών αδικημάτων εκ μέρους των εναγομένων όπως τα επικαλείται η ενάγουσα αφού δεν έχουν καταδικαστεί για αυτά από ποινικό Δικαστήριο. Ο συνήγορος της ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι η φράση στο άρθρο 22 του Νόμου «χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου ή θεραπείας που προβλέπεται δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών», σημαίνει ότι θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αγώγιμο δικαίωμα, ακόμα και στην περίπτωση όπου υπήρξε αθωωτική απόφαση από ποινικό Δικαστήριο. Με όλο τον σεβασμό δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Η εν λόγω έκφραση, αφορά το δικαίωμα της ενάγουσας να καταχωρήσει αγωγή στηριζόμενη και σε άλλη βάση αγωγής δυνάμει οιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμού πέραν αυτού που προβλέπει το άρθρο 22 του Νόμου 87(Ι)/
  1. Δεν αφορά την ποινική διαδικασία για απόδειξη των κατηγοριών που προβλέπει ο Νόμος. Αντιθέτως, είναι αρκετά σαφές κατά την κρίση μου ότι η απόδειξη ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου ποινικών κατηγοριών που προβλέπει ο Νόμος, είναι αναγκαίο προαπαιτούμενο ούτως ώστε η ενάγουσα να χαρακτηριστεί ως θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου και να νομιμοποιείται έτσι να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Στον βαθμό που η ενάγουσα στήριξε την αγωγή της στο άρθρο 22 του Ν. 87(Ι)/2007, όφειλε να αποδείξει ότι είναι θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου. Αυτό θα μπορούσε μόνο να γίνει με την καταδίκη από ποινικό Δικαστήριο, της διάπραξης των ποινικών αδικημάτων εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης που η ενάγουσα καταλογίζει στους εναγόμενους στην παρούσα αγωγή. Στην απουσία τέτοιας καταδίκης, η ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή δυνάμει του άρθρου 22 του Νόμου 87(Ι)/
  2. Ο συνήγορος της ενάγουσας παρέπεμψε επιπλέον στο άρθρο 29
(1)του πιο πάνω Νόμου, σύμφωνα με το οποίο η αστυνομία είναι αρμόδια να διαπιστώσει κατά πόσον κάποιο πρόσωπο είναι θύμα εμπορίας. Όμως, η πιο πάνω πρόνοια σχετίζεται με το καθήκον του κράτους να παράσχει προστασία και νομική αρωγή σε πρόσωπα που καταγγέλλουν διάπραξη αδικημάτων εναντίον τους, δυνάμει του πιο πάνω Νόμου. Δεν σχετίζεται με το δικαίωμα αγωγής που καθορίζει το άρθρο 22, στο οποίο ρητά προσδιορίζεται ως προαπαιτούμενο, η διάπραξη των αδικημάτων για να χαρακτηριστεί ο παραπονούμενος ως θύμα δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου. Στον βαθμό λοιπόν που η αγωγή στηρίζεται στο άρθρο 22 του Νόμου 87(Ι)/2007, θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι είναι θύμα εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης δυνάμει του πιο πάνω Νόμου. Ο συνήγορος της ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή στηρίζεται πέραν του Ν.87(Ι)/2007 και σε παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας καθώς και στα αστικά αδικήματα της επίθεσης και παράνομης κατακράτησης. Προσεκτική όμως ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης, καταδεικνύει ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται αποκλειστικά στον Νόμο 87(Ι)/2007. Η ενάγουσα με την έκθεση απαίτησης της δεν επικαλείται καμία άλλη αιτία αγωγής. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε ζημία λόγω παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων ούτε και σύνδεση των αποζημιώσεων που αιτείται η ενάγουσα με τα αστικά αδικήματα της επίθεσης και παράνομης κατακράτησης. Ανεξαρτήτως τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπήρχε ανυπέρβλητο πρόβλημα με την αιτία αγωγής, επαναλαμβάνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, τους ισχυρισμούς της όπως αυτοί παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης της. Ως εκ των ανωτέρω διαπιστώσεων, δεν θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τους ισχυρισμούς των εναγομένων για παραβίαση των αρχών της δίκαιης Δίκης στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να υπολογιστεί μόνο ένα σετ εξόδων λόγω της κοινής υπεράσπισης των εναγομένων. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.