Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) ν. Αναφορικά με την εταιρεία HISTERIO LIMITED, Αρ. Αίτησης: 145/2017, 22/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 145/2017 Αναφορικά με την εταιρεία HISTERIO LIMITED, από τη Λευκωσία και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση της εταιρείας BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από τη Ρωσία -------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22.1.2018 Αίτηση υπό της εταιρείας HISTERIO LIMITED ημερομηνίας 28.4.2017 για παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της αίτησης εκκαθάρισης Για την Αιτήτρια: κα Χρίστια Πολυβίου για κ.κ. Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Χρυσόστομος Νικολάου για κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ - Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Στις 13.2.2017 η Εταιρεία BM - BANK JOINT STOCK COMPANY (πρώην JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «Η Τράπεζα» για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, καταχώρησε αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας HISTERIO LIMITED η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «Η Εταιρεία». Το αίτημα εδράζεται σε ισχυρισμό για χρέος για το ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον τόκο 4% από 9.12.2015 ή το αντίστοιχό τους σε ευρώ. Στην Αίτηση Εκκαθάρισης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κου Gurin Pavel Sergeevich και από αρκετά έγγραφα επισυνημμένα σε αυτή ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα ακόλουθα: Η Εταιρεία HISTERIO LIMITED εγγράφηκε στις 29.1.2010 σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, έχοντας το εγγεγραμμένο γραφείο της στην οδό Προδρόμου 75, ONEWORLD PARKVIEW HOUSE, 4ος όροφος, 2063 Λευκωσία, Κύπρος. Το ονομαστικό της κεφάλαιο είναι €1,000 διαιρεμένο σε 1000 μετοχές αξίας €1,00 η κάθε μια και ο μοναδικός μέτοχος της Εταιρείας είναι η εταιρεία ONE WORLD FIDUCIARIES LIMITED, ενώ ο Διευθυντής της εταιρείας είναι ο κ. Μάριος Φιέρος και Γραμματέας η εταιρεία ONEWORLD SECRETARIAL LIMITED. Κατά ή περί την 17.5.2010 η Αιτήτρια (Η Τράπεζα) και η Εταιρεία συνήψαν Συμφωνία Δανείου με αριθμό 14-114/15/258-10-ΚΡ (στο εξής η «Συμφωνία Δανείου») και υπέγραψαν 5 αιτήσεις για χορήγηση πίστωσης, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου δυνάμει των οποίων συμφωνήθηκε όπως η Αιτήτρια - Τράπεζα δανείσει και/ή παραχωρήσει πίστωση στην Εταιρεία ύψους $29.700.000 Δολαρίων Η.Π.Α. με σκοπό την ανασύσταση του κεφαλαίου κίνησης με ημερομηνία τελικής αποπληρωμής την 16.5.
- Το επιτόκιο με το οποίο θα χρεώνεται η πίστωση που χορηγήθηκε στην Εταιρεία αναφέρεται στις Αιτήσεις για χορήγηση πίστωσης και ανέρχεται σε 7% ετησίως. Η Αιτήτρια, ασκώντας σχετικά συμβατικά δικαιώματά της αξίωσε πρόωρη αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεως που παραχώρησε στην Εταιρεία εντός 7 εργασίμων ημερών από την αποστολή στην τελευταία σχετικής γραπτής απαίτησης χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση και τελικά ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου κατέστη πληρωτέο στις 11.2.
- Περί τον Μάιο και Ιούλιο 2012 τρίτες εταιρείες συνέταξαν φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος κατ' ισχυρισμό προς όφελος της Αιτήτριας - Τράπεζας και η εταιρεία Oneworld Ltd, διαχειρίστρια της Εταιρείας υποστήριξε πως μέσω αυτών των Δηλώσεων Εμπιστεύματος είχε αποπληρωθεί το χρέος της Εταιρείας. Η Αιτήτρια - Τράπεζα με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 21.5.2012 ενημέρωσε την Oneworld Ltd ότι οι εν λόγω Δηλώσεις Εμπιστεύματος δεν γίνονται αποδεκτές από την Αιτήτρια ως αποπληρωμή του χρέους, ούτε και προέβη σε ενέργειες για να περιέλθουν στην κατοχή της οι περιουσίες που οι Δηλώσεις Εμπιστεύματος αφορούσαν. Περί τον Ιούλιο 2012 τρίτες εταιρείες συνέταξαν και απέστειλαν στην Αιτήτρια έγγραφα με τίτλο Μεταβιβάσεις Μετοχών και εκδήλωσαν πρόθεση μεταβίβασης στην Αιτήτρια μετοχών που κατείχαν σε άλλες εταιρείες και πάλι κατ' ισχυρισμό προς αποπληρωμής της οφειλής της εταιρείας και/ή άλλων εταιρειών προς την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια δεν ενήργησε στη βάση αυτών των Μεταβιβάσεων Μετοχών, δεν τις απεδέχθη ως πληρωμή σε είδος και δεν προέβη σε ενέργειες για να περιέλθουν στην κατοχή της οι μετοχές που οι αφορούσαν οι Μεταβιβάσεις Μετοχών. Ακολούθως, λόγω του ότι η Εταιρεία απέτυχε να αποπληρώσει το χρέος της σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου απέστειλε αίτηση για διεξαγωγή διαιτητικής διαδικασίας στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την είσπραξη του ποσού των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον έξοδα. Λόγω του ότι η Εταιρεία απέτυχε να εμφανιστεί στη Διαιτητική Διαδικασία, παρόλο που ειδοποιήθηκε δεόντως από το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, το τελευταίο στις 21.5.2014 εξέδωσε Διαιτητική Απόφαση με την οποία επιδίκασε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εταιρείας το ως άνω αξιούμενο ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον $108.406,00 Δολάρια Η.Π.Α. για αποζημίωση των εξόδων που υπέστη η Αιτήτρια λόγω της Διαιτητικής Διαδικασίας. Η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση δεν προσβλήθηκε με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Η Αιτήτρια με την Γενική Αίτηση αρ. 685/2014 που καταχώρησε εναντίον της Εταιρείας στο Ε. Δ. Λευκωσίας ζήτησε Διάταγμα για εγγραφή και/ή αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της ως Διαιτητικής Διαδικασίας. Παρά την ένσταση της Εταιρείας η ως άνω Γενική Αίτηση πέτυχε και στις 9.12.2015 εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε όπως η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014 εγγραφεί, αναγνωριστεί και κηρυχθεί εκτελεστή. Το Δικαστήριο επίσης έδωσε οδηγίες όπως η Συμφωνία Δανείου και οι Αιτήσεις παρουσιαστούν στον Έφορο Χαρτοσήμων με σκοπό να χαρτοσημανθούν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης. Η Συμφωνία Δανείου και οι Αιτήσεις παρουσιάστηκαν στον Έφορο Χαρτοσήμων όπου εξαιρέθηκαν από πληρωμή χαρτοσήμου και τέθηκαν επ' αυτών οι σχετικές σφραγίδες σύμφωνα με τις οποίες πλέον θεωρούνται ως δεόντως χαρτοσημασμένες και στη συνέχεια ζητήθηκε η σύνταξη του Διατάγματος ημερομηνίας 9.12.
- Στις 22.7.2016 η Αιτήτρια επέδωσε μέσω ιδιωτικού επιδότη στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας επιστολή ή και γραπτή απαίτηση στην Αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη με επίσημη μετάφρασή της στα Ελληνικά με βάση τα άρθρα 211(ε), 211(στ) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου με την οποία ζητούσε από την Εταιρεία να πληρώσει μέσα σε 21 μέρες το χρέος της αλλά η Εταιρεία παρέλειψε να το πράξει και εξακολουθεί να παραλείπει να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον τόκο από 9.12.2015 ή το ισόποσό τους σε ευρώ. Οι δικηγόροι της Εταιρείας στις 5.8.2016 με επιστολή τους προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας αμφισβήτησαν την επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 21.7.2016 ισχυριζόμενοι ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα επειδή δεν συνάδει με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας. Επιπλέον ισχυρίστηκαν ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 9.12.2015 συντάχθηκε λανθασμένα και δόλια εξαιτίας του ότι η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.12.2015 για χαρτοσήμανση της Συμφωνίας Δανείου, ενώ επίσης ανέφεραν ότι η Απόφαση εφεσιβλήθηκε. Παράλληλα διατύπωσαν τη θέση ότι εξαιτίας του ότι εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας η αγωγή αρ. 7537/2014 μεταξύ της Billiton Ltd κ.ά. ν. OJSC Bank of Moscow η Αιτήτρια δεν μπορεί να αξιώνει το πιο πάνω ποσό δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου. Η εν λόγω αγωγή μέσω της οποίας επιζητείται να αναγνωριστεί ότι πληρώθηκε η οφειλή της Εταιρείας προς την Αιτήτρια λόγω των δηλώσεων εμπιστευμάτων και των μεταβιβαστηρίων μετοχών που προσφέρθηκαν αλλά δεν έγιναν δεκτά από την Αιτήτρια, καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να εμποδίσει την προώθηση της διαδικασίας της παρούσας Αίτησης Εκκαθάρισης. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας - Τράπεζας με επιστολή τους ημερομηνίας 16.8.2016 επανέλαβαν ότι η Αιτήτρια δεν αποδέχθηκε καμία αποπληρωμή του ποσού που οφείλεται από τη Συμφωνία Δανείου και ανέφεραν ότι η αγωγή αρ. 7537/2014 δεν αποτελεί καλόπιστη αξίωση με πιθανότητες επιτυχίας. Ανέφεραν επίσης ότι η Εταιρεία παρά το ότι είχε την ευκαιρία να θέσει τις θέσεις της στο πλαίσιο της Διαιτητικής Διαδικασίας, επέλεξε να μην το κάνει και όταν ήγειρε τέτοια θέματα στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης αρ. 685/2014 αυτά απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Οι δικηγόροι της Εταιρείας με επιστολή τους ημερομηνίας 2.9.2016 αμφισβήτησαν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονταν στην επιστολή τους ημερομηνίας 16.8.2016 και επιπλέον ανέφεραν ότι υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους αφού το ποσό του δανείου κατ' ισχυρισμό δεν έχει καταστεί απαιτητό και πληρωτέο. Τέλος αναφέρεται ότι η Εταιρεία είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, οφείλει το πιο πάνω χρηματικό ποσό και αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και έτσι δικαιολογείται η εκκαθάρισή της. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Η Εταιρεία χωρίς να καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση Εκκαθάρισης καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία εξαιτείται από το Δικαστήριο τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή απορρίπτει και/ή αναστέλλει την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση των BM - BANK JOINT STOCK COMPANY ( ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK ''BANK OF MOSCOW'' (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από τη Ρωσία ημερομηνίας 13.2.2017 (στο εξής η «Αίτηση») για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η Αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της Εταιρείας και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην Αίτηση αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή ή διαιτησία και/ή για το λόγο ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και ή ότι είναι καταδικασμένη σε απόρριψη υπό τις περιστάσεις. Β. Διάταγμα που απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο της από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της αίτησης και/ή περίληψη αυτής. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα η θεραπεία κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Η Αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 211, 212(α), 213 και 218, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 7, Δ.27 Θ.3, Δ.19, Δ.26, Δ.64 ΘΘ1 και 2, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Καν. 1, 2, 3, 4, 5, και 8, στους περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1993 - 1998 Καν. 92 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία η αίτηση στηρίζεται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Φιλιππίδη, εκ Λευκωσίας. Στην ένορκή του δήλωση στην οποία επίσης επισυνάπτονται αρκετά τεκμήρια, μεταξύ άλλων, δηλώνει τα ακόλουθα: Είναι διευθυντής της εταιρείας OneWorld Ltd, η οποία διαχειρίστηκε τις υποθέσεις της Εταιρείας και γνωρίζει από πρώτο χέρι τα γεγονότα τα οποία κατέθεσε. Επισύναψε σε αυτή ως Τεκμήριο 1 την απόφαση του Ε. Δ. Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση αρ. 685/2014 και ως Τεκμήριο 2 την Έφεση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της εν λόγω απόφασης. Η εταιρεία καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή αρ. 7537/14 εναντίον της Τράπεζας καθότι μεταξύ τους προέκυψε διαφορά κατά πόσο το χρέος της εταιρείας προς την τράπεζα έχει εξοφληθεί. Αντίγραφο της εν λόγω αγωγής επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο
- Δηλώνει ότι την περίοδο 2006 - 2011 η Τράπεζα είχε συμβληθεί με τους διαχειριστές της Εταιρείας ούτως ώστε το διεκδικούμενο από την τράπεζα δάνειο εξοφληθεί διά της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Η Εταιρεία διασφάλισε την μεταβίβαση προς την Τράπεζα επαρκών περιουσιακών στοιχείων τόσης αξίας ούτως ώστε να μην οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Το εξ αποφάσεως χρέος για το οποίο εκκρεμεί η έφεση - Τεκμήριο 2 εξοφλήθηκε δυνάμει συμφωνιών που συνάφθηκαν μεταξύ των διαχειριστών και του Δ.Σ. και της Τράπεζας, διά της πρώην διεύθυνσής της. Είναι η θέση του ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων κατά πόσο το συγκεκριμένο δάνειο εξοφλήθηκε ή όχι θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της αγωγής - Τεκμήριο 3 και αυτό αποτελεί καλή τη πίστη αμφισβήτηση του επίδικου χρέους. Περαιτέρω δηλώνει ότι περί τον Ιούλιο - Σεπτέμβριο 2011 συμφωνήθηκε μεταξύ της Τράπεζας και της Εταιρείας διά του ιδίου, ότι θα μεταβιβάζονταν στην Τράπεζα τα περιουσιακά στοιχεία για εξόφληση και πως ουδέν ποσό οφείλεται. Είναι περαιτέρω η θέση του κου Φιλιππίδη ότι οι επίδικες συμφωνίες δανειοδότησης δεν χαρτοσημάνθηκαν, όπως ήταν αναγκαίο, και πως συνεπεία της μη χαρτοσήμανσής τους η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταχωρηθείσα Αίτηση Εκκαθάρισης της Εταιρείας είναι εξ υπαρχής άκυρη, αφού δεν τηρήθηκε αυτός ο όρος ο οποίος τέθηκε στην απόφαση - Τεκμήριο 1 με την οποία επιτράπηκε η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Επισύναψε ως Τεκμήριο 7 στην ένορκή του δήλωση την επίδικη Σύμβαση Δανειοδότησης και είναι η θέση του ότι το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων δύναται να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης τη νομιμότητα και ή εγκυρότητα της επίδικης απόφασης. Δηλώνει περαιτέρω πως λόγω της ύπαρξης γνήσιας και καλής τη πίστη αμφισβήτησης του επίδικου χρέους, η καταχωρηθείσα Αίτηση Εκκαθάρισης είναι πρόωρη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως το Δικαστήριο με την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης, ουσιαστικά θα εμπλακεί στην εκδίκαση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς κατά πόσο το χρέος έχει ικανοποιηθεί δυνάμει προγενέστερων συμφωνιών και θα κληθεί να προδικάσει την αγωγή - Τεκμήριο 3 κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο και εκτός της καθ' ύλη αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω δηλώνει ότι η προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης είναι καταχρηστική και άδικη και εξυπηρετεί και παράλληλο σκοπό (collateral purpose) γιατί καταχωρήθηκε ενώ εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων η αγωγή αρ. 7537/14 - Τεκμήριο 3 και η έφεση - Τεκμήριο
- Πέραν τούτου δηλώνει πως δεν καταδεικνύεται ποιο το όφελος προς είσπραξη του λαβείν της θα εξασφαλίσει η Τράπεζα με την προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης από τη στιγμή που είναι η θέση της ότι δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία στο όνομα της Εταιρείας. Τέλος δηλώνει ότι με την Αίτηση Εκκαθάρισης η Τράπεζα επιδιώκει αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα να αποδείξει τις πολιτικές διώξεις της κατά της πρώην διεύθυνσης και των μετόχων της Εταιρείας. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η Τράπεζα καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση της Εταιρείας με την οποία προβάλλει συνολικά 23 λόγους για τους οποίους είναι η θέση της ότι η επίδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η νομική βάση της ένστασης εδράζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 211, 212(α), 213, 216, 218 και 301, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.48 ΘΘ.1 - 13, Δ.27 Θ.3, Δ.19, Δ.26, Δ.35 Θ.18, Δ.40 ΘΘ.1 -3, Δ.64, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Καν. 1, 2, 3, 4, 5, και 8, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς του 1933 - 1938 Καν. 92, στα άρθρα 2 - 5, 17, 21, 31 - 33, 35 και 39 του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/1963, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 7 του περί Δικαστηρίων (Σύνθεσις της Γραμματείας, Εξουσίαι και Καθήκοντα των Υπαλλήλων) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1981 (3/1981) ως τροποποιήθηκε, στον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999 (Ν.158(Ι)/1999), στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο φάκελο της δικογραφίας, στη νομολογία, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Άνδριας Αντωνίου από τη Λεμεσό, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Τράπεζα στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: Το χρέος της Εταιρείας είναι εκκαθαρισμένο και δεν υπάρχει διαφορά των διαδίκων η οποία θα επιλυθεί μέσω άλλων διαδικασιών. Η προκύψασα στο παρελθόν διαφορά τους εκδικάστηκε από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο (το Δ.Ε.Δ.Δ.) του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και η απόφασή του αυτή εγγράφηκε, αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε εκτελεστή στις 9.12.2015 κατόπιν σχετικής απόφασης του Ε. Δ. Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση αρ. 685/
- Η χαρτοσήμανση της συμφωνίας δανείου η οποία ήταν επίδικη στην πιο πάνω Γενική Αίτηση εξαιρείται της χαρτοσήμανσης και προς τούτο τέθηκε η σχετική σφραγίδα του Εφόρου Χαρτοσήμων. Μετά τη σύνταξη του Διατάγματος στην Γενική Αίτηση αρ. 685/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η Τράπεζα επέδωσε μέσω ιδιωτικού επιδότη στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας γραπτή απαίτηση με βάση τα άρθρα 211(ε), 211(στ) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου με την οποία ζητούσε από την Εταιρεία να πληρώσει μέσα σε 21 μέρες το χρέος της αλλά η Εταιρεία παρέλειψε να το πράξει και εξακολουθεί να παραλείπει να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον τόκο από 9.12.2015 ή το ισόποσό τους σε ευρώ. Λόγω τούτου δεν υπάρχει καλόπιστη ούτε και ουσιαστική αμφισβήτηση της οφειλής της εταιρείας η οποία πλέον κωλύεται να προβάλει ισχυρισμούς που έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του Δ.Ε.Δ.Δ. Δηλώνει περαιτέρω ότι η αγωγή αρ. 7537/14 Ε.Δ. Λευκωσίας δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και εν πάση περιπτώσει το Ε.Δ. Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να ακυρώσει τη Διαιτητική Απόφαση του Δ.Ε.Δ.Δ. ή την απόφαση εγγραφής της, ούτε και ζητείται κάτι τέτοιο. Εφόσον δε, είναι περαιτέρω η θέση της, η απόφαση για την εγγραφή παραμένει εκτελεστή, δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να ζητείται η αναστολή της Αίτησης Εκκαθάρισης λόγω της καταχώρησης της εν λόγω αγωγής αρ. 7537/
- Είναι τέλος η θέση της κας Αντωνίου ότι η οφειλή της Εταιρείας έχει αποφασισθεί και δεν έχει αποπληρωθεί, η Αίτηση Εκκαθάρισης έχει καταχωρηθεί και προωθείται νόμιμα και ορθά χωρίς να υπάρχει ουσιαστική ή καλόπιστη αμφισβήτηση του εν λόγω χρέους και πως η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και πρέπει να απορριφθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Είναι υπό τις περιστάσεις αναγκαίο να γίνει αναφορά στο άρθρο 212 του Νόμου, καθότι η Αίτηση Εκκαθάρισης της οποίας επιζητείται ο παραμερισμός ή η διαγραφή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο εν λόγω άρθρο το οποίο προβλέπει ότι μια εταιρεία λογίζεται ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της στις ακόλουθες περιπτώσεις: «(α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας ·ή (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της». Η Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to beentered accordingly as may be just». Η διαταγή αυτή αντλεί την καταγωγή της μέσα από τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Ο.25 r.
- Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 575 σε σχέση με την έννοια του αγώγιμου δικαιώματος: «In point of law, ..every cause of action is a reasonable one' (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch. D. p. 495). But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck [1893] 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L. R. 418)...And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση), στη σελ. 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης για παραμερισμό ή διαγραφή ενός δικογράφου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα, ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά τα γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος διαγραφής της αγωγής. Η Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Αναφορικά με την ερμηνεία της Δ.19 Θ.26 και της Δ.27 Θ.3 σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, όπου διευκρινίζεται ότι η Δ.19 Θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με τη Δ.27 Θ.3. Η Δ.19 Θ.26 ουσιαστικά διαλαμβάνει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή την τροποποίηση οποιουδήποτε θέματος το οποίο περιέχεται στην οπισθογράφηση της αγωγής ή σε ένα δικόγραφο και το οποίο δυνατόν να είναι περιττό ή σκανδαλώδες ή να τείνει να επηρεάσει, να ενοχλήσει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης σε μια αγωγή. Όμως, ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ότι είναι ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς (Turquand v. Fearon 48 J.J. Q.B. 703) ή γιατί τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης ή διότι παρατίθενται διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Η τάση είναι να διατάσσεται η διαγραφή ενός δικογράφου μόνο όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και το γεγονός αυτό είναι ξεκάθαρο (London Corporation v. Homer
(1914)111 L.T. 512 C.A.). Από το ίδιο το λεκτικό της Δ.19 Θ.26 φαίνεται ότι το όλο θέμα της διαγραφής μέρους του δικογράφου ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1964)Ch.240 Court of Appeal αποφασίστηκε ότι η διάλυση εταιρείας αποτελεί δραστικό μέτρο και η επιδίωξη της μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς, οποτεδήποτε υπάρχει η ευχέρεια παροχής διαζευκτικής θεραπείας, μπορεί εύλογα να διαγραφεί η αίτηση για διάλυση, στα πλαίσια της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφόσον η αίτηση κρίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «The court has inherent jurisdiction to strike out a petition for winding up which is bound to fail and to grant an injunction restraining the presentation of such petition». Αναφορά στην υπόθεση Charles Forte (πιο πάνω) έγινε στην υπόθεση In Re Pelmako Development
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς». Στην υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 1109 αποφασίστηκε ότι: «Σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου». Αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σχετική είναι και η υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις όπως προβάλλονται από την Αίτηση Εκκαθάρισης, την επίδικη Αίτηση και την ένσταση της Τράπεζας, διαπιστώνω ότι η επίδικη Αίτηση Εκκαθάρισης εδράζεται στην Απόφαση του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αυτή η θέση είναι εξάλλου παραδεκτή και δεν αμφισβητήθηκε από την Εταιρεία. Η εν λόγω απόφαση η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της Γενικής Αίτησης αρ. 685/14 Ε.Δ. Λευκωσίας στην οποία εκδόθηκε Διάταγμα με το οποίο η εν λόγω απόφαση εγγράφηκε, αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε εκτελεστή, θέση η οποία επίσης είναι παραδεκτή από την Εταιρεία. Παρά την εναντίον της καταχωρηθείσα έφεση, η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση αποτελεί μέρος της ημεδαπής έννομης τάξης και σε αυτή στηρίζεται η προς την Εταιρεία επιδοθείσα Απαίτηση Πληρωμής. Κρίνω πως οι ισχυρισμοί της Εταιρείας για καλόπιστη αμφισβήτηση της οφειλής της προς την Τράπεζα είναι ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της Αίτησης Εκκαθάρισης και όχι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Για το λόγο αυτό και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε κρίση σε σχέση με τα θέματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της Αίτησης Εκκαθάρισης διαπιστώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση από την πλευρά της Αιτήτριας - Τράπεζας προβάλλονται και οι ακόλουθοι, κρίσιμοι και μη αμφισβητούμενοι, ισχυρισμοί:
- Ότι στις 22.7.2016 επέδωσε μέσω ιδιωτικού επιδότη στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας επιστολή ή και γραπτή απαίτηση στην Αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη με επίσημη μετάφρασή της στα Ελληνικά με βάση τα άρθρα 211(ε), 211(στ) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου με την οποία ζητούσε από την Εταιρεία να πληρώσει μέσα σε 21 μέρες το χρέος της αλλά η Εταιρεία παρέλειψε να το πράξει και εξακολουθεί να παραλείπει να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό των $38.171.438,59 Δολαρίων Η.Π.Α. το οποίο οφείλεται δυνάμει της Διαιτητικής Απόφασης η οποία εγγράφηκε και δόθηκε άδεια για την εκτέλεσή της στην Γενική Αίτηση αρ. 685/14 Ε.Δ. Λευκωσίας.
- Η Εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με την γραπτή ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής και δεν αποπλήρωσε το χρέος της εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου. Είναι φανερό από όλα όσα καταγράφονται πιο πάνω ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποκαλύπτει μια εύλογη αιτία αγωγής. Από αυτή και τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω, χωρίς, επαναλαμβάνω να προβαίνω σε οποιαδήποτε σχετική τελική κρίση, πως προκύπτει θέμα προς εξέταση με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα διαγραφής και/ή παραμερισμού της και/ή αναστολής της εκδίκασής της. Ούτε προκύπτει από αυτά ότι η Αίτηση είναι δικόγραφο χωρίς νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογείται, το εξαιρετικό μέτρο του παραμερισμού ή απόρριψής ή αναστολής της από αυτό το πρώιμο στάδιο. Ούτε πρόκειται για ανούσια ή επιπόλαια ή ενοχλητική διαδικασία που να δικαιολογεί αυτή τη δραστική κρίση. Συνεπώς κρίνω δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.3 και η επίδικη αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Όσο δε αφορά τον ισχυρισμό της Εταιρείας ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης είναι πρόωρη λόγω ύπαρξης καλής τη πίστη αμφισβήτησης του χρέους εκ μέρους της και συνεπώς καταχρηστική, κρίνω ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης αλλά θα εξεταστεί στα πλαίσια της κυρίως δίκης. Εν πάση περιπτώσει, χωρίς να προβαίνω σε τελική κρίση επί του θέματος, από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω πως δεν δικαιολογείται μια τέτοια κρίση αφού δεν κρίνω ότι επιδιώκονται όμοιοι στόχοι με παράλληλα ένδικα μέσα. Η αγωγή αρ. 7537/2014 και η Έφεση τις οποίες επικαλείται σχετικά η Εταιρεία έχουν διαφορετικό επίδικο θέμα από την Αίτηση Εκκαθάρισης και δεν είναι δυνατή η κατάληξη ότι η αίτηση εκκαθάρισης προωθείται καταχρηστικά. Τέλος, ούτε και το ζήτημα της ορθής ή όχι χαρτοσήμανσης των συμφωνιών δανείου που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς έκδοσης των αποφάσεων στις γενικές αιτήσεις 226/2015 και 227/2015 κρίνω πως θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση της υπό στοιχείο Α αιτούμενης θεραπείας. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 685/14 που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας με βάση την οποία επετράπη η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στο σχετικό μητρώο του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσής της, δόθηκαν ρητές οδηγίες προς την Τράπεζα όπως εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος χαρτοσημάνει και/ή καταβάλει τα έξοδα χαρτοσήμων της σχετικής συμφωνίας. Ως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και ειδικότερα από το Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Εκκαθάρισης και από το Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης της ένστασης στην επίδικη αίτηση, η Τράπεζα αποτάθηκε στον Έφορο Φορολογίας που είναι ο αρμόδιος Έφορος Τελών Χαρτοσήμου και για τους λόγους που αναφέρονται ρητά σε βεβαίωση που εκδόθηκε από αυτόν, πιστοποιήθηκε ότι τα ρηθέντα έγγραφα δεν υπόκειντο σε τέλος χαρτοσήμου και από τη στιγμή που φέρουν τέτοια πιστοποίηση θεωρούνται δεόντως χαρτοσημασμένα. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται ότι η γραπτή απαίτηση που έγινε από την Τράπεζα προς την Εταιρεία, στα πλαίσια εκπλήρωσης της προϋπόθεσης για την έγερση της Αίτησης Εκκαθάρισης, εδράστηκε επί του συνταχθέντος διατάγματος (drawn up judgment) το οποίο εκδόθηκε μετά την τοποθέτηση της σφραγίδας του Εφόρου. Η ορθότητα ή μη της σύνταξης του διατάγματος κρίνω πως εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε και μπορεί να ενταχθεί στις πρόνοιες του θεσμού 3 της Διαταγής 27 και να επενεργήσει ώστε η Αίτηση Εκκαθάρισης να κριθεί ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα ή και ότι είναι επιπόλαιο, ανούσιο ή ενοχλητικό δικόγραφο που να δικαιολογείται η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός και/ή αναστολής της από αυτό το πρώιμο στάδιο. Σε σχέση με την υπό στοιχείο Β αιτούμενη θεραπεία κρίνω, σύμφωνα και με το απόσπασμα από την υπόθεση Charles Forte το οποίο αναφέρθηκε πιο πάνω, πως αυτή αποδίδεται στην περίπτωση που η Αίτηση Εκκαθάρισης κρίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία και το Δικαστήριο διατάσσει τη διαγραφή της. Από τη στιγμή που κρίθηκε αδικαιολόγητο να αποδοθεί η υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι δυνατό να αποδοθεί η υπό στοιχείο Β αιτούμενη θεραπεία. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης (Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αίτηση) και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση εκκαθάρισης (Αιτήτριας στην παρούσα) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο