ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. Cyprus Premium Automobiles Limited, Αρ. Αγωγής: 1690/2011, 15/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1690/2011 Μεταξύ: ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Ενάγουσας και Char. Pilakoutas (B.C.I.) Ltd Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.6.2011: Αρ. Αγωγής: 1690/2011 Μεταξύ: ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Ενάγουσας και Cyprus Premium Automobiles Limited Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Καντούνας Για Εναγομένους: κ. Χ. Βελάρης μαζί με κ. Θεοδοσίου ΑΠΟΦΑΣΗ Τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα Με βάση τα δικόγραφα των δυο πλευρών και σύμφωνα με τα όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, τα ακόλουθα γεγονότα δεν αμφισβητούνται και αποτελούν κοινό έδαφος: Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ασχολείται με την πώληση αυτοκινήτων, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως συνεργείο/γκαράζ επιδιόρθωσης αυτοκινήτων. Στις 12.6.2002 η Ενάγουσα αγόρασε από τους Εναγομένους το αυτοκίνητο τύπου Land Rover με αριθμό εγγραφής ΗXX888 (στο εξής το «Αυτοκίνητο») έναντι του ποσού των Λ.Κ. 19.500 (σημ: στην Έκθεση Απαίτησης ως αξία αγοράς του αυτοκινήτου αναγράφεται το ποσό των Λ.Κ. 18.500). Το Αυτοκίνητο καλύπτετο από εγγύηση διάρκειας 3 ετών η οποία έληγε στις 12.6.
- Στο στάδιο επιλογής του Αυτοκινήτου και μιλώντας με τον πωλητή ο οποίος την εξυπηρετούσε, η Ενάγουσα ανέφερε ότι επιθυμούσε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο το οποίο θα χρησιμοποιούσε όλη η οικογένεια της, τόσο για μετακινήσεις εντός της πόλης, όσο και για εκδρομές, εφόσον ο σύζυγος της ασχολείται με το κυνήγι. Ο εν λόγω πωλητής πρότεινε το συγκεκριμένο τύπο αυτοκινήτου, το οποίο ακολούθως η Ενάγουσα αγόρασε ως πολύ καλής ποιότητας και ανθεκτικό για εκδρομές, σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους και μη. Σε κάποιο στάδιο το Αυτοκίνητο παρουσίασε πρόβλημα με τον δείκτη/ένδειξη καυσίμων, αφού δεν αποτύπωνε ορθά την ποσότητα καυσίμων που υπήρχε εντός του Αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα, και όπως χαρακτηριστικά το έθεσε η Ενάγουσα στην μαρτυρία της, κάποιες φορές ενώ το Αυτοκίνητο ήταν γεμάτο από καύσιμα ενώ η ένδειξη το παρουσίαζε άδειο, και άλλες φορές ενώ ήταν άδειο φαινόταν να είναι γεμάτο. Η Ενάγουσα ειδοποίησε τους Εναγόμενους σε σχέση με το πρόβλημα, οι οποίοι με τη σειρά τους δήλωσαν ετοιμότητα και προθυμία όπως το διορθώσουν, κάτι το οποίο δεν κατέστη τελικά εφικτό. Όπως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο συνεργείο των Εναγομένων επανειλημμένα, όπου και παρέμεινε για διάφορα χρονικά διαστήματα (3, 5 ακόμα και 7 ημέρες), χωρίς, όμως, τελικά να γίνει κατορθωτή η επιδιόρθωση του παρά τις προς τούτο προσπάθειες των Εναγομένων. Σε σχέση με το θέμα αυτό η Ενάγουσα απέστειλε μέσω του δικηγόρου της επιστολή ημερομηνίας 6.3.2008 στην εταιρεία Land Rover UK, (Τεκμήριο 1), με το εξής περιεχόμενο: «Dear Sirs, We are acting on behalf of our client Mrs Victoria Polydorou, who has bought a new Freelander in June 2002 from your agents ('the agents') in Cyprus. Our client has very serious complaints, both against the manufacturers of the vehicle in question, as well as from your agents, for their profound unwillingness to seriously take upon themselves our client's complaint in order to rectify a serious malfunction that was noticed within the guarantee period (3 years). Specifically the petrol gauge is not operating properly, resulting in my client repeatedly running out of petrol and getting stranded all over the place. The problem was immediately reported and the agents assured my client that they would fix the problem. - The car was taken to the garage, and the problem was supposedly fixed. It was not and the problem persisted. - A few months later the car was taken to the garage again for the routine service and another attempt was made at sorting the petrol gauge problem out. The problem persisted. - Following this the agents asked my client to take the car in and be left for some time, so that they could have a more thorough look at the problem. The problem persisted. - At this point my client was told by the agents that they would liaise with the factory and come back to her. They never did. Following my client's persistence and supposedly after the agents' communication with the factory, the car was taken to the garage again, but yet again with no success. Needless to point out that my client was left stranded in the middle of the road on a number of occasions. - My client insisted to talk and actually talked first to the agents' Controller (Mr Costas Skourides), and their Service manager (Mr Evros Papantoniou), but both these communications proved fruitless. - A meeting was finally arranged with Mr Kordos Pilakoutas in mid 2006, who was at the time recovering from a heart operation and who also pointed out to my client the significance of good health as opposed to petrol gauge malfunctions. He also assured my client that he felt that the whole situation was unacceptable and that she should take the car in for a longer period of 1 week to 10 days, promising that this time the problem would be fixed. The car was again taken in, an attempt was made to fix the problem, again supposedly in consultation with the factory, but again this came to nothing. - In September 2007 my client tried to talk to the Agents' General Manager, Mr. Charalambos Pilakoutas. She was unsuccessful as the latter would not come to the phone, and instead she was asked to speak with Mr. Renos Zacharia. He was very sympathetic and concerned to hear my client's trouble and asked for some time to be informed from his stuff, promising he would call back soon afterwards. He never did. My client tried to call back in November 2007, left messages, but her calls were never returned. - A month ago the car was taken to the garage for some other problem. An attempt was made yet again to fix the petrol gauge problem. On picking up the car my client was told that all relevant parts had been changed and the problem was surely fixed. On her way home the indicator dropped to zero again. We trust that our client's concern and disappointment are most evident, as is the agents' inability to fix the problem. We hereby request of you to give very serious consideration to this matter and we remain at your disposal for any additional information or clarifications you may require. Looking forward to hearing from you at your earliest possible convenience, we remain, Yours Truly Constantis Candounas, Advocate.» Η εταιρεία Land Rover απάντησε στον δικηγόρο της Ενάγουσας με επιστολή ημερομηνίας 2.4.2008 (Τεκμήριο 2) ως εξής: «Dear Sir, Thank you for your letter dated 6th March 2008 which has recently been passed to me by our Land Rover Customer Relationship Centre, relating to your client's Land Rover Freelander, VIN Number LN
- We have since been in communication with Cyprus Premium Automobiles (CPA). As our official Land Rover Importer in Cyprus, CPA are responsible for all matters pertaining to that country. We are now investigating the points that have been raised in your letter and once this investigation has progressed, a representative from CPA will be contacting you directly. We are copying our representatives at CPA so they are full aware of these exchanges of correspondence. Kindest Regards, Tom Bury Regional Aftersales Manager Land Rover European Importers cc. Cyprus Premium Automobiles» Ακολούθησε νέα επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 1.8.2008 προς την Land Rover UK όπου υποδεικνύεται ότι παρά τα όσα αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 2.4.2008 (Τεκμήριο 2), ουδεμία επικοινωνία υπήρξε από τους Εναγόμενους. Επισημαίνεται, παράλληλα, ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται, προκαλώντας αντίστοιχη ταλαιπωρία στην Ενάγουσα (βλέπε Τεκμήριο 3). Με επιστολή της ημερομηνίας 19 Αυγούστου 2008, η εταιρεία Land Rover Exports Limited απάντησε στον δικηγόρο της Ενάγουσας αναφέροντας τα ακόλουθα (βλέπε Τεκμήριο 4): «We are sorry to learn that there is an ongoing issue with the fuel gauge on this car. Our records here at the factory show the problem first appeared circa July 2005 when the vehicle would have been outside the warranty period. However, M/s CPA have briefed us on the various actions (undated) that they have taken to counter these fuel level reading issues . We are continuing to liaise with M/s CPA and offer assistance and advice, but equally we all need to be certain as to how the problem manifests itself and to this end further questions have been asked of Pilakoutas' Service Department. CPA are being copied with this letter. Yours Faithfully J Finlay; M.I.M.I. - Regional After Sales Manager cc. Cyprus Premium Automobiles" Απάντηση στην εν λόγω επιστολή δόθηκε από τον δικηγόρο της Ενάγουσας με επιστολή του ημερομηνίας 21.9.2009 (Τεκμήριο 5), όπου επαναλαμβάνει ότι το πρόβλημα με την ένδειξη καυσίμων του Αυτοκινήτου παρουσιάστηκε εντός της περιόδου εγγύησης. Στις 17.10.2008 ο κ Εύρος Παπαντωνίου, υπεύθυνος στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών των Εναγομένων από το 2002, απέστειλε στην Ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 6) με το εξής περιεχόμενο: «Hi I have again had a visit from this Customer 17.10.
- We have again checked all wires but cannot find the fault. Many repairs have been carried out on this vehicle during warranty days. We have also spent a lot of money from our goodwill budget but still cannot find the problem. Please forward me any suggestions. Evros» Το πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα αποτελούσε αντιγραφή του ηλεκτρονικού μηνύματος που ο ίδιος κ Παπαντωνίου είχε αποστείλει σε προγενέστερο χρόνο στην εταιρεία Land Rover και διαβιβάστηκε/προωθήθηκε στην Ενάγουσα μετά από συζήτηση που είχαν μεταξύ τους σε σχέση με το θέμα. Μετά από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες που έγιναν από τους Εναγόμενους για σκοπούς επιδιόρθωσης του προβλήματος, τον Οκτώβριο του 2010 εκπρόσωπος των Εναγομένων πρότεινε στην Ενάγουσα όπως οι Εναγόμενοι αγοράσουν το Αυτοκίνητο για το ποσό των €2,500 υπό την προϋπόθεση της αγοράς καινούργιου αυτοκινήτου από τους Εναγομένους (το ποσό των €2,500 περιλάμβανε ποσό €1,500 για το Αυτοκίνητο και €1,000 για την ταλαιπωρία της Ενάγουσας). Η Ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την συγκεκριμένη πρόταση και εξακολουθεί να κατέχει το Αυτοκίνητο μέχρι σήμερα και να το χρησιμοποιεί. Σύμφωνα με τα όσα ο μάρτυρας υπεράσπισης ανέφερε στο Δικαστήριο και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά της Ενάγουσας, κατά το έτος 2010 η αξία του Αυτοκινήτου ήταν περί τις €2,500 - 3,000, ενώ σήμερα η αξία του είναι €
- Δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι κατά την αγορά του Αυτοκινήτου από τους Εναγόμενους ήταν ρητός και/ή σιωπηρός ουσιώδης όρος και/ή περιγραφή και/ή εγγυητική διαβεβαίωση της σύμβασης ότι το Αυτοκίνητο θα ήταν αποδεκτής ποιότητας και/ή κατάλληλο για τους σκοπούς για τους οποίους συνήθως προμηθεύονται τέτοια οχήματα και/ή εύλογα κατάλληλο για τη χρήση για την οποία η Ενάγουσα γνωστοποίησε στους Εναγόμενους ότι αγόραζε το Αυτοκίνητο, ήτοι για οικογενειακή και/ή προσωπική χρήση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση των πιο πάνω, σε σύντομο χρονικό διάστημα και σαφώς εντός της περιόδου εγγύησης το Αυτοκίνητο παρουσίασε το συγκεκριμένο πρόβλημα στον δείκτη/ένδειξη καυσίμων του. Συνεπεία, μάλιστα, του εν λόγω προβλήματος, η Ενάγουσα «ξέμεινε» από βενζίνη και δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Αυτοκίνητο για τους σκοπούς για τους οποίους το είχε αγοράσει. Παράλληλα, ως αποτέλεσμα του προβλήματος αυτού, τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της υπέστηκαν ταλαιπωρία. Η Ενάγουσα περαιτέρω ισχυρίζεται ότι περί τον Οκτώβριο του 2010 οι Εναγόμενοι της πρότειναν να αγοράσουν το Αυτοκίνητο για το ποσό των €2,500, υπό την προϋπόθεση της αγοράς νέου αυτοκινήτου από αυτούς, πρόταση την οποία δεν αποδέχθηκε. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους το ποσό των €31.609,13 (ήτοι το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ. 18.500) ως «ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και/ή της εγγυητικής διαβεβαίωσης ή και ως γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και/ή της εγγυητικής διαβεβαίωσης ή και ως αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία την οποία υπέστη λόγω πώλησης ελαττωματικού αυτοκινήτου ή και λόγω και την μη επιδιόρθωση του ελαττώματος ή και την μη αντικατάσταση του ελαττωματικού αυτοκινήτου» (παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας). Περαιτέρω, αξιώνεται το ποσό των €30 σε σχέση με το κόστος διενέργειας έρευνας στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τους Εναγόμενους, νόμιμος τόκος και τα έξοδα της αγωγής. Δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται μεν ότι το Αυτοκίνητο παρουσίασε το συγκεκριμένο πρόβλημα με τον δείκτη/ένδειξη καυσίμων πλην, όμως, ισχυρίζονται ότι αυτό αναφέρθηκε για πρώτη φορά σε αυτούς στις 26 Ιουλίου 2005, ημερομηνία η οποία ήταν εκτός της περιόδου εγγύησης. Έγινε επιδιόρθωση (αντικατάσταση του συστήματος) χωρίς χρέωση, χωρίς, ωστόσο, οι Εναγόμενοι να έχουν οποιανδήποτε υποχρέωση προς τούτο. Άνευ βλάβης των πιο πάνω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα στο δείκτη/ένδειξη καυσίμων στο Αυτοκίνητο δεν επηρέασε τους σκοπούς για τους οποίους αγοράστηκε, όπως επίσης ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η Ενάγουσα υπέστηκε οποιαδήποτε ταλαιπωρία, αυτή οφείλεται στη δική της παράλειψη και/ή αμέλεια να λάβει τα δέοντα μέτρα προς τον σκοπό περιορισμού της. Αναφορικά με την πρόταση των Εναγομένων στην οποία η Ενάγουσα κάνει αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης της, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό που προσφέρθηκε αντανακλούσε την αγοραία αξία του Αυτοκινήτου κατά την συγκεκριμένη περίοδο ουδεμία σχέση είχε με τα ισχυριζόμενα προβλήματα του Αυτοκινήτου και θα λειτουργούσε ως έκπτωση για την αγορά νέου αυτοκινήτου. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι εάν ήθελε αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα έχει να λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό, γεγονός το οποίο δεν παραδέχεται, το ποσό που αξιώνεται είναι υπερβολικό και/ή αυθαίρετο και/ή υπέρογκο και ως εκ τούτου ζητείται η απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Προσκομισθείσα μαρτυρία - Αξιολόγηση - Ευρήματα του Δικαστηρίου Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη. Η Ενάγουσα κατέθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης της, ενώ για την υπόθεση των Εναγομένων κλήθηκε και κατέθεσε ο κ Ευριπίδης (Εύρος) Παπαντωνίου, ο οποίος ως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, εργάζεται στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών των Εναγομένων από το
- Όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών αλλά και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως καταγράφονται πιο πάνω, η πλευρά των Εναγομένων δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του συγκεκριμένου προβλήματος με την ένδειξη καυσίμων του Αυτοκινήτου ούτε ότι η επιδιόρθωση του δεν κατέστη εφικτή. Εκείνο που προβάλλεται είναι πως το συγκεκριμένο πρόβλημα προέκυψε μετά τη λήξη της περιόδου εγγύησης και ότι σε κάθε περίπτωση δεν κατέστησε το Αυτοκίνητο ως μη αποδεκτής ποιότητας και/ή ακατάλληλο για τους σκοπούς για τους οποίους αγοράστηκε. Παράλληλα, αμφισβητείται η θέση της Ενάγουσας περί πρόκλησης ταλαιπωρίας σε αυτήν συνεπεία του συγκεκριμένου προβλήματος και προωθείται ότι η ίδια δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα για περιορισμό της όποιας ταλαιπωρίας. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την αντεξέταση των μαρτύρων από τους συνηγόρους της άλλης πλευράς, τα θέματα τα οποία καθίστανται επίδικα είναι ως συνοψίζονται πιο πάνω και η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει σε αυτή τη βάση. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, η κα Πολυδώρου υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα διαπιστώθηκε λίγο πριν από τη λήξη της περιόδου εγγύησης και αναφέρθηκε αμέσως στους Εναγόμενους. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, όταν έγιναν κάποιες προσπάθειες για επιδιόρθωση χωρίς αποτέλεσμα, συνάντησε στο συνεργείο των Εναγομένων κάποιο μέλος του προσωπικού των Εναγομένων επ' ονόματι Κώστας, ο οποίος την συμβούλευσε να μην ανησυχεί και πως το πρόβλημα θα επιδιορθωνόταν. Μάλιστα, το πρόσωπο αυτό της ανέφερε ότι ακόμα και εάν η επιδιόρθωση λάμβανε χώρα μετά τη λήξη της εγγύησης δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε χρέωση. Παρόλο που έγιναν κατ' επανάλειψη προσπάθειες από τη πλευρά των Εναγομένων για επιδιόρθωση, τούτο δεν κατέστη εφικτό. Παράλληλα, στα ίδια πλαίσια είχε συζητήσει το ίδιο θέμα μαζί με τον κ. Ρένο Ζαχαρίου ο οποίος κατέχει διευθυντική θέση στην εταιρεία των Εναγομένων όπως και με τον κ. Κόδρο Πηλακούτα. Παρόλο που και οι δύο υποσχέθηκαν να την βοηθήσουν, τελικά επικοινώνησε μαζί της κάποιος πωλητής ο οποίος της πρότεινε να της δοθεί το ποσό των €1.500 για το Αυτοκίνητο και €1.000 για την ταλαιπωρία που υπέστηκε νοουμένου ότι η ίδια θα αγόραζε άλλο αυτοκίνητο από τους Εναγομένους αξίας €35,
- Τότε η ίδια ένιωσε εξευτελισμό και αφού απέρριψε την πρόταση, αποτάθηκε στον δικηγόρο της για τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω, η κα Πολυδώρου ανέφερε ότι μετά την παραλαβή της επιστολής της Land Rover Exports Ltd ημερομηνίας 19.8.2008 (Τεκμήριο 4), η ίδια επικοινώνησε με τον κ Παπαντωνίου ο οποίος την διαβεβαίωσε πως το πρόβλημα είχε παρουσιαστεί εντός της περιόδου εγγύησης και προς τούτο της απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 17.10.2008 (Τεκμήριο 6), το οποίο αποτελεί αντιγραφή του ηλεκτρονικού μηνύματος που ο ίδιος είχε αποστείλει προηγουμένως στην εταιρεία Land Rover UK. Αποτέλεσε δε θέση της κας Πολυδώρου ότι το Αυτοκίνητο δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα και όλες οι επισκέψεις του στο συνεργείο των Εναγομένων αφορούσαν τη συνήθη συντήρηση (service). Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι επανειλημμένα ζήτησε από τους Εναγόμενους την επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου, αναφέροντας ότι τερμάτιζε την μεταξύ τους συμφωνία και ότι δεν ήθελε το Αυτοκίνητο αλλά επιθυμούσε την αντικατάσταση του (βλέπε παράγραφο 6 της Γραπτής της Δήλωσης-Έγγραφο Α). Ως προς την ταλαιπωρία που η ίδια και η οικογένεια της υπέστηκαν συνεπεία του πιο πάνω προβλήματος, στην παράγραφο 9 της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Α), η Ενάγουσα αναφέρει ότι ως αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής, είχαν «ξεμείνει» αρκετές φορές από καύσιμα ενώ το Αυτοκίνητο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς για τους οποίους αγοράστηκε (ο γιος της έμεινε από βενζίνη 2 φορές, η ίδια 3 φορές και ο σύζυγός της 2 φορές). Έκτοτε ο σύζυγός της δεν χρησιμοποιεί το Αυτοκίνητο και αναγκάστηκε να κρατήσει το 18 ετών αυτοκίνητο τύπου Honda το οποίο σκόπευε να πωλήσει. Παρατήρησε δε ότι ενόψει του συγκεκριμένου προβλήματος διακατείχετο συνεχώς από αίσθημα ανησυχίας και αβεβαιότητας, ενώ παράλληλα υπέδειξε, ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα το Αυτοκίνητο έπρεπε να παραμείνει στο συνεργείο των Εναγομένων και ως εκ τούτου η ίδια υποχρεώθηκε να χρησιμοποιεί και να μοιράζεται με τον σύζυγο της το πιο πάνω όχημα μάρκας Honda. Όπως ήδη καταγράφεται πιο πάνω, από την πλευρά των Εναγομένων δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του προβλήματος όπως και ότι αυτό συνεχίζει να υφίσταται παρά τις προσπάθειες επιδιόρθωσης στις οποίες προέβηκαν. Εκείνο που στην ουσία προωθείται μέσω της μαρτυρίας του κ Παπαντωνίου είναι πως το συγκεκριμένο πρόβλημα προέκυψε εκτός της περιόδου εγγύησης. Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο μάρτυρας υπεράσπισης παρέπεμψε στο ιστορικό συντήρησης του Αυτοκινήτου (Τεκμήριο 8) όπως επίσης στο Τεκμήριο 9 όπου καταγράφεται αναλυτικά το είδος της συντήρησης ή επιδιόρθωσης αναφορικά με κάθε μια από τις καταχωρήσεις σε αυτό. Όπως εξήγησε, όλες οι επιδιορθώσεις που έγιναν εντός της περιόδου εγγύησης παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 7 και 8 και δεν έχουν χρεωθεί είτε λόγω ισχύος της εγγύησης είτε λόγω κάλυψης από το goodwill. Αντίθετα, όλες οι εργασίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 10 είναι αυτές που έχουν χρεωθεί. Αναφερόμενος στο ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 6, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποστάληκε στην Ενάγουσα, πλην, όμως, ήταν βέβαιος ότι είχε προηγηθεί κάποια συζήτηση με αυτήν επί του θέματος. Σε σχέση δε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 ο κ Παπαντωνίου υποστήριξε τα εξής: - Η φράση «I have again had a visit from this Customer 17.10.2008» αφορά το Αυτοκίντο γενικά. - Η φράση «We have again checked all wires but cannot find the fault» αναφέρεται στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Το ίδιο και η φράση «we have also spent a lot of money from our goodwill budget but still cannot find the problem.» - Η φράση «many repairs have been carried out on the vehicle during warranty days» αφορά τις εργασίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Αφού παρακολούθησα με προσοχή και τους δύο μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας και δεν διαφεύγουν την προσοχής μου οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλέπε Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις (βλέπε Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Στα πλαίσια αυτά, λοιπόν, παρατηρώ ότι η Ενάγουσα άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Υπήρξε ειλικρινής και δεν προσπάθησε με οποιοδήποτε τρόπο να πατραπλανήσει το Δικαστήριο. Όπως δε ανέφερε, λόγω του ότι δεν ανέμενε τα πράγματα να εξελιχθούν με τον τρόπο αυτό, η ίδια δεν κράτησε σημειώσεις ως προς την επακριβή ημερομηνία κατά την οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το επίδικο πρόβλημα όπως ούτε και τις ημερομηνίες κατά τις οποίες το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο συνεργείο των Εναγομένων. Παρόλα αυτά, υπήρξε σαφής και σταθερή επί το ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα εμφανίστηκε και διαπιστώθηκε εντός της περιόδου εγγύησης, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο στάληκε στην Land Rover από τον κ Παπαντωνίου και ακολούθως διαβιβάστηκε στην Ενάγουσα σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, και δη τους λόγους για τους οποίους στάληκε το Τεκμήριο 6 αλλά και ως προς το περιεχόμενο του, αποδέχομαι την μαρτυρία της Ενάγουσας και απορρίπτω αυτήν του κ Παπαντωνίου. Ειδικότερα, αποδέχομαι τη θέση της κας Πολυδώρου επί το ότι το Τεκμήριο 6 της αποστάληκε από τον μάρτυρα υπεράσπισης όταν η ίδια έλαβε μέσω του δικηγόρου της την επιστολή ημερομηνίας 19.8.2008 (Τεκμήριο 4) και θορυβημένη και ανήσυχη αποτάθηκε σε αυτόν. Λόγω μάλιστα του ότι το πρόβλημα είχε προκύψει εντός της περιόδου εγγύησης ο κ Παπαντωνίου την καθησύχασε επιβεβαιώνοντας την ότι σχετικό προς τούτο ηλεκτρονικό μήνυμα είχε σταλεί ήδη στην κατασκευάστρια εταιρεία. Η ερμηνεία που δόθηκε από τον κ Παπαντωνίου σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού όπως διαφάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με την εξαίρεση του συγκεκριμένου προβλήματος με τον δείκτη/ένδειξη καυσίμων, το Αυτοκίνητο δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα. Είναι, επομένως, φανερό ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 17.10.2008 (Τεκμήριο 6) αφορούσε και αναφερόταν μόνο στο επίδικο πρόβλημα που παρουσίαζε το Αυτοκίνητο και επιβεβαίωνε ότι αυτό προέκυψε εντός της περιόδου εγγύησης. Σε κάθε περίπτωση, όπως ο ίδιος ο κ. Παπαντωνίου δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, η θέση του ότι το πρόβλημα προέκυψε εκτός της περιόδου εγγύησης βασιζόταν στα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 6 και όχι επειδή γνώριζε θετικά το γεγονός αυτό, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή και για αυτό το λόγο. Σε ότι αφορά στην υπόλοιπη μαρτυρία της Ενάγουσας, παρατηρώ ότι αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον η μαρτυρία του κ Παπαντωνίου περιορίστηκε στο θέμα της ισχύος της εγγύησης και το κατά πόσον το πρόβλημα προέκυψε εντός αυτής. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία της κας Πολυδώρου στην ολότητα της και απορρίπτω την μαρτυρία του κ Παπαντωνίου. Στη βάση δε της μαρτυρίας της κας Πολυδώρου αλλά και της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας εξάγονται ανάλογα ευρήματα, τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης έχοντας υπόψη την καταγραφή που γίνεται πιο πάνω. Τελικές Αγορεύσεις Οι θέσεις που προώθησαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών στο στάδιο των αγορεύσεων είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν σε έκταση. Αποτέλεσε θέση του κ Βελάρη ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους:
- Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί εμφάνισης του συγκεκριμένου προβλήματος εντός της περιόδου εγγύησης παρέμεινε ατεκμηρίωτος.
- Η σύμβαση ουδέποτε τερματίστηκε αλλά αντίθετα η Ενάγουσα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το Αυτοκίνητο.
- Δεν έχει αποδειχθεί ανακτήσιμη ζημιά ενώ η όποια ταλαιπωρία προκλήθηκε στην Ενάγουσα (αφού τα άλλα μέλη της οικογένειας της δεν είναι διάδικοι στην αγωγή) δεν αποτελεί ζημιά στα πλαίσια συμβατικών σχέσεων. Από την πλευρά του ο κ. Καντούνας, επισήμανε καταρχήν ότι ενώ με την αγωγή της η Ενάγουσα αξίωνε ως ζημιά την αξία/τίμημα αγοράς του Αυτοκινήτου, η αξίωση πλέον περιορίζεται στην ζημιά που έχει αποδειχθεί από την ακροαματική διαδικασία. Όπως παρατήρησε, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ενώ το 2010 η αξία του Αυτοκινήτου ήταν €2.500-€3.000, οι Εναγόμενοι της είχαν προσφέρει για αυτό το ποσό των €1,
- Επομένως, αυτή δικαιούται στη διαφορά της αξίας του Αυτοκινήτου ως ειδική ζημιά. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον κ. Καντούνα η Ενάγουσα δικαιούται και αποζημιώσεις για ταλαιπωρία αφού όπως διαφάνηκε, το Αυτοκίνητο χρησιμοποιείτο και για σκοπούς αναψυχής. Σε σχέση, τέλος, με το θέμα του τερματισμού της σύμβασης, ο συνήγορος επεσήμανε ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Ενάγουσας ανέφερε ότι η ίδια είπε στους Εναγόμενους ότι δεν επιθυμούσε πλέον να κατέχει το Αυτοκίνητο και τότε αυτοί της έκαναν τη συγκεκριμένη πρόταση για την καταβολή του συνολικού ποσού των €2,
- Νομική Πτυχή και υπαγωγή των αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων αλλά και της μαρτυρίας της Ενάγουσας προκύπτει ότι το παράπονο της και στην ουσία η βάση της αγωγής της είναι ότι το Αυτοκίνητο που αγόρασε από τους Εναγόμενους δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και/ή δεν ήταν κατάλληλο για το σκοπό που είχε αγοραστεί και ως εκ τούτου θα πρέπει να της αποδοθούν αποζημιώσεις τόσο σε σχέση με την ζημιά όσο και σε σχέση με την ταλαιπωρία που υπέστηκε συνεπεία του συγκεκριμένου προβλήματος το οποίο και δεν επιδιορθώθηκε. Επαναλαμβάνεται ότι στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ο κ. Καντούνας δήλωσε ότι από την πλευρά της Ενάγουσας δεν προωθείται η αξίωση της Ενάγουσας για επιστροφή του τιμήματος αγοράς του Αυτοκινήτου ως εμφαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αγοραπωλησία αυτοκινήτου αποτελεί πώληση καθορισμένου αγαθού/εμπορεύματος και τυγχάνει εφαρμογής ο περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμος N.10
(1)/94 (στο εξής ο «Νόμος») όπως έχει τροποποιηθεί (βλέπε Μαρίνα Γιαννάκη Κωμοδρόμου ν. A.T.H Shikkis Motors Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 481). Στο Νόμο ρυθμίζονται και καθορίζονται τα δικαιώματα του πωλητή και του αγοραστή σε μια σύμβαση πώλησης αγαθών (βλέπε άρθρο 4 του Ν. 10
(1)/1994). Στο άρθρο 12 του Νόμου γίνεται διάκριση μεταξύ ουσιώδους όρου σε μια τέτοια πώληση, η οποία δίνει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ως τερματισθείσας, και εγγυητικής διαβεβαίωσης, παράβαση της οποίας δημιουργεί αξίωση για αποζημιώσεις. Σε μια σύμβαση για πώληση αγαθών, ο πωλητής πρέπει να συμμορφώνεται με τους ρητούς όρους αυτής αλλά και τους σιωπηρούς όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή από το Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου, σε μια σύμβαση πώλησης αγαθών υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά που πωλούνται είναι αποδεκτής ποιότητας (βλέπε εδάφιο
(2)). Αγαθά θεωρούνται αποδεκτής ποιότητας αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσον είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση (άρθρο 16
(3)). Περαιτέρω, στο άρθρο 16
(4)καθορίζονται οι παράγοντες που σχετίζονται με την ποιότητα των αγαθών και έχουν ως εξής: «
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου, η ποιότητα των αγαθών περιλαµβάνει την κατάστασή τους, τα ακόλουθα δε (µεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς µε την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή— (α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριµένου είδους συνήθως προµηθεύονται, (β) η εµφάνιση και η τελική επεξεργασία, (γ) η ανυπαρξία µικροελαττωµάτων, (δ) η ασφάλεια, (ε) η ανθεκτικότητα.» Σε ότι αφορά περιπτώσεις αγοραπωλησίας αυτοκινήτων ο όρος «αποδεκτή ποιότητα» επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Bernstein v. Pamson Motors (Colders Green) Ltd
(1987)2 All ER 220, Crowther ν. Shannon Motor Co (a firm)
(1975)1 All E.R. 139, Bartlett v. Sidney Marcus Ltd [1965] 2 All ER 753 (βλέπε επίσης Grant v. Australian Knitting Mills Ltd
(1935)All E.R. 209). Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Bernstein ο Δικαστής Rougier J καθόρισε τους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου για το κατά πόσον ένα όχημα είναι αποδεκτής ποιότητας ή όχι ως ακολούθως: «When determining whether any particular defect or feature rendered a new car unmerchantable, the court had to consider:
- a)Whether the car was capable οf being driven in safety
- b)The ease or otherwise with which the defect could be remedied
- c)Whether the defect was of such kind that it was capable of being satisfactorily repaired as to produce a result as good as new, taking into account not only the parts at the site of the defect but also any other potential damage.
- d)Whether there was a succession of minor defects to be taken into consideration, and
- e)In appropriate cases, any cosmetic factors.» Στην υπόθεση Bernstein (πιο πάνω), o Ενάγοντας παρέλαβε από τους Εναγομένους ένα καινούργιο αυτοκίνητο αξίας £8.000 στις 7.12.1984. Στις 3.1.1985 και αφού το αυτοκίνητο διένυσε περίπου 140 μίλια, παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα και ενόψει του ότι η μηχανή δεν μπορούσε να ξεκινήσει, το όχημα μεταφέρθηκε με ρυμουλκό. Την επόμενη μέρα, ο Ενάγοντας ενημέρωσε τους Εναγομένους ότι το όχημα δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και ότι το απέρριπτε. Αργότερα τον ίδιο μήνα το πρόβλημα επιδιορθώθηκε χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση του Ενάγοντα. Παρόλα αυτά, ο ίδιος αρνήθηκε να το παραλάβει ακόμα και μετά την επιδιόρθωση του. Με την αγωγή που καταχώρησε ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ενόψει της φύσης του προβλήματος το όχημα δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και αυτός δικαιούται να τερματίσει τη σύμβαση και να εισπράξει αποζημιώσεις. Αντίθετα, οι Εναγόμενοι προέβαλαν ότι το όχημα ήταν αποδεκτής ποιότητας και με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας το αποδέχτηκε, η απαίτηση του μπορούσε να περιοριστεί μόνο σε αποζημιώσεις. Αφού το Δικαστήριο παρέθεσε τους παράγοντες που καθορίζουν το κατά πόσον ένα όχημα είναι αποδεκτής ποιότητας, έκρινε ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα που είχε προκύψει, αν και επιδιορθώθηκε, καθιστούσε το όχημα ως μη αποδεκτής ποιότητας. Αποφάσισε, επίσης, ότι ο Ενάγοντας είχε αποδεχθεί το όχημα και ως εκ τούτου δεν δικαιούτο να τερματίσει τη σύμβαση εφόσον το είχε στην κατοχή του τρεις εβδομάδες και διένυσε 140 μίλια (σημ.: η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το θέμα της αποδοχής του οχήματος δεν ακολουθήθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Clegg v. Olle Anderson [2003] 1 All E.R. (Comm) 721 που αφορούσε σε σκάφος). Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις η απαίτηση του ενάγοντα περιοριζόταν σε αποζημιώσεις για παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και του απέδωσε αποζημιώσεις για το ποσό των £32.90 αναφορικά με το κόστος επιστροφής του στο σπίτι την ημέρα που προέκυψε το πρόβλημα, για το ποσό των £150,00 για την ημέρα που υπό τις περιστάσεις δεν εξελίχθηκε ως ο ίδιος είχε προγραμματίσει και για το ποσό των £50,00 για την περίοδο των πέντε ημερών κατά τις οποίες αυτός παρέμεινε χωρίς αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, σε περίπτωση που ο πωλητής παραβαίνει ουσιώδη όρο της σύμβασης, τότε ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απορρίψει τα αγαθά, να τερματίσει τη συμφωνία και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχθηκε τα αγαθά αν δηλώσει στον πωλητή ότι τα αποδέχεται ή προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που αντίκειται προς το δικαίωμα της κυριότητας του πωλητή. Επίσης, αν μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου κρατήσει τα αγαθά και δεν δηλώσει στον πωλητή ότι τα απέρριψε (άρθρο 42
(1)και
(6)). Ο αγοραστής έχει δικαίωμα να του παρασχεθεί εύλογη ευχέρεια για να διακριβώσει ότι τα αγαθά ανταποκρίνονται στην σύμβαση (άρθρο 42
(2)) και επίσης δεν θεωρείται ότι τα αποδέκτηκε σε περίπτωση που ζητά από τον πωλητή να τα επιδιορθώσει κατόπιν διευθέτησης με αυτόν (άρθρο 42
(7)). Πέραν από τα πιο πάνω, ο αγοραστής δεν είναι υπόχρεος να απορρίψει τα αγαθά λόγω παράβασης ουσιώδους όρου στη σύμβαση. Δικαιούται να τα κρατήσει θεωρώντας την παράβαση του ουσιώδους όρους ως παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και να αξιώσει αποζημιώσεις ή μείωση ή εξάλειψη του τιμήματος (σχετικό είναι το άρθρο 60 του Νόμου). Στην περίπτωση που ο αγοραστής επικαλείται ελαττωματικότητα των αγαθών ή ότι δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού (βλ. Κώστας Στρατής v. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708). Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία και συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι πως στις 12.6.2002 η Ενάγουσα αγόρασε από τους Εναγόμενους το Αυτοκίνητο για το ποσό των £19,
- Το Αυτοκίνητο αγοράστηκε ώστε η Ενάγουσα και η οικογένεια της να το χρησιμοποιούν για μετακινήσεις εντός της πόλης αλλά και για εκδρομές. Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε στους Εναγόμενους κατά το στάδιο επιλογής του Αυτοκινήτου. Η δε πώληση του Αυτοκινήτου έγινε στα πλαίσια των εργασιών των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, το Αυτοκίνητο έπρεπε να ήταν αποδεκτής ποιότητας και κατάλληλο για το σκοπό που αγοράστηκε. Σε ημερομηνία προγενέστερη της 12.6.2005 προέκυψε πρόβλημα με τον δείκτη/ένδειξη καυσίμων του Αυτοκινήτου αφού δεν παρουσίαζε την ορθή ποσότητα καυσίμων εντός αυτού. Το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε επανειλημμένα στο συνεργείο των Εναγομένων οι οποίοι κατέβαλαν προσπάθειες επιδιόρθωσης του προβλήματος χωρίς, όμως, αυτό να καταστεί εφικτό. Η Ενάγουσα κράτησε το Αυτοκίνητο και εξακολουθεί να το κατέχει και να το χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα παρόλο που στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει το Αυτοκίνητο «έμεινε» από καύσιμα 8-10 φορές. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία του πιο πάνω προβλήματος το Αυτοκίνητο δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και/ή κατάλληλο για τον σκοπό που αγοράστηκε αφού αντιμετώπιζε πρόβλημα με τον δείκτη/ένδειξη βενζίνης σε αυτό με αποτέλεσμα κάποιες φορές να μείνει στο δρόμο λόγω έλλειψης καυσίμων. Ως εκ τούτου, αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή εγγυητικής διαβεβαίωσης και/ή για την ταλαιπωρία που έχει υποστεί. Υπενθυμίζεται ότι αναφορικά με τις αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ο κ. Καντούνας κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει στην Ενάγουσα ένα ποσό της τάξης των €1.000-€1.500 έχοντας υπόψη την πρόταση των Εναγομένων σε αυτήν τον Οκτώβριο του 2010 για αγορά του Αυτοκινήτου για το ποσό των €1,500 ενώ η αξία του τη δεδομένη στιγμή ήταν €2,500-€3,
- Εφαρμόζοντας τις αρχές που παρατίθενται πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι η χρήση του Αυτοκινήτου για σχεδόν 3 χρόνια μέχρι να προκύψει το συγκεκριμένο πρόβλημα που αφορούσε τον δείκτη/ένδειξη καυσίμων του Αυτοκινήτου και αφού η Ενάγουσα διένυσε περί τα 30.000 χ.λ.μ. (βλέπε Τεκμήριο 8) το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι το Αυτοκίνητο δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας. Όπως δε προκύπτει από τα Τεκμήρια 8 και 10 που έχουν κατατεθεί από τον μάρτυρα υπεράσπισης, και που αφορούν το ιστορικό συντήρησης του Αυτοκινήτου, πέραν από το συγκεκριμένο πρόβλημα, το Αυτοκίνητο μεταφερόταν στο συνεργείο των Εναγομένων μόνο για αλλαγή λαδιού και γενική συντήρηση/(service) όπως και για αλλαγή κάποιων ρυθμίσεων π.χ αερόσακου, χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα. Στα πλαίσια αυτά και εφαρμόζοντας τις αρχές που καθορίστηκαν στην υπόθεση Bernstein (πιο πάνω), παρατηρώ ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν καθιστούσε ανέφικτη την οδήγηση του Αυτοκινήτου με ασφάλεια ούτε προέκυψε από τη μαρτυρία ότι αυτό προκάλεσε οποιοδήποτε άλλο και/ή παρεμφερές πρόβλημα στο Αυτοκίνητο ή στη λειτουργία του. Παρομοίως, και εφαρμόζοντας τα κριτήρια που το άρθρο 16
(4)του Νόμου ορίζει, παρατηρώ ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία δεν έχει διαφανεί ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα επηρέασε την ασφάλεια ή ανθεκτικότητα του Αυτοκινήτου, ενώ επαναλαμβάνω ότι η χρήση του για σχεδόν τρία χρόνια μέχρι την ημέρα που αυτό παρουσιάστηκε και μέχρι και σήμερα δεικνύει ότι ούτε η καταλληλότητα του έχει επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Επισημαίνω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι όπως διαφάνηκε το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν επιδιορθώθηκε παρά τις προς τούτο προσπάθειες των Εναγομένων. Κρίνω, ωστόσο, ότι το στοιχείο αυτό από μόνο του και στην απουσία όλων των υπόλοιπων παραγόντων που καθορίζει η απόφαση Bernstein και το άρθρο 16
(4)του Νόμου, δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει το Αυτοκίνητο ως μη αποδεκτής ποιότητας έχοντας υπόψη ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα προέκυψε σχεδόν τρία χρόνια μετά την αγορά του και η Ενάγουσα συνεχίζει να το χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, κρίνω ότι δεν υπήρξε παραβίαση ουσιώδους όρου από τους Εναγόμενους ως προς την ποιότητα και/ή καταλληλότητα του Αυτοκινήτου. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να παρατηρήσω ότι ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε στο κατά πόσον το επίδικο πρόβλημα προέκυψε κατά την διάρκεια ισχύος της εγγύησης ή εκτός αυτής, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της εγγύησης, την έκταση της και τα προβλήματα τα οποία αυτή κάλυπτε. Υπό αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη ότι η Ενάγουσα δεν αξιώνει το κόστος επιδιόρθωσης του συγκεκριμένου προβλήματος, το ζήτημα δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας. Εκείνο το οποίο θα πρέπει περαιτέρω να εξεταστεί είναι κατά πόσον η Ενάγουσα τερμάτισε δεόντως την επίδικη συμφωνία της με τους Εναγόμενους ή εάν με τις πράξεις και ενέργειες της συνάγεται ότι αυτή αποδέχτηκε το Αυτοκίνητο. Σε σχέση με το θέμα αυτό, η Ενάγουσα υποστήριξε κατά την μαρτυρία της (βλέπε παράγραφο 6 της Γραπτής της Δήλωσης - Έγγραφο Α), ότι «επανειλημμένως ζήτησε από την Εναγόμενη επιδιόρθωση και σε περίπτωση που αυτό δεν καθίστατο κατορθωτό, ανέφερε ότι τερμάτιζε την μεταξύ τους συμφωνία και ότι δεν ήθελε το αυτοκίνητο και ήθελε αντικατάσταση του οχήματος». Η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά ούτε αντικρούστηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Παρόλα αυτά, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας αφού:
(1)η ίδια επέλεξε τελικά να κατέχει το Αυτοκίνητο και να το χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα (έστω και κάτω από τις συνθήκες που η ίδια περιέγραψε) και
(2)στα πλαίσια της μαρτυρίας της προέβηκε στη πιο πάνω γενική αναφορά χωρίς να εξειδικεύσει πότε λέχθηκαν τα πιο πάνω, με ποιο τρόπο (γραπτώς ή προφορικώς) και σε ποιο πρόσωπο (υπεύθυνο ή μη). Συναφώς δε σημειώνεται ότι η πρώτη επιστολή της Ενάγουσας προς τους κατασκευαστές του Αυτοκινήτου με το συγκεκριμένο πρόβλημα έχει ημερομηνία 6.3.2008 (Τεκμήριο 1), ήτοι τρία περίπου χρόνια μετά την ημερομηνία που προέκυψε το πρόβλημα. Σχετική είναι η υπόθεση Super Sound Trading Ltd v. Στέλιου Παυλίδη
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1337, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 42
(6)του Νόμου υπέδειξε ότι ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχθηκε τα αγαθά όταν μετά από παρέλευση ευλόγου χρόνου τα κράτησε χωρίς να δηλώσει στον πωλητή ότι τα απορρίπτει. Στη δε εν λόγω υπόθεση θεωρήθηκε ότι ο εφεσίβλητος εφόσον χρησιμοποίησε το επίδικο μηχάνημα αναπαραγωγής ήχου επί μήνες παρόλο ότι παραδέχτηκε ότι είχε ελαττώματα ευθύς εξ αρχής θεωρείται ότι το αποδέχτηκε. Έτσι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο αγοραστής έπρεπε να καταβάλει το οφειλόμενο για αυτό υπόλοιπο στους εφεσείοντες. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται αφενός ότι η Ενάγουσα έχει αποδεχθεί το Αυτοκίνητο, αφετέρου ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι το Αυτοκίνητο δεν ήταν κατάλληλο για το σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε ή ότι είχε τέτοια προβλήματα ή ελαττώματα που δικαιολογούν την απόδοση σε αυτήν οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωσης. Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει την τύχη της αγωγής κρίνω ορθό να εξετάσω για σκοπούς πληρότητας το θέμα των αποζημιώσεων: Αναφορικά με την αξίωση της Ενάγουσας για απόδοση του ποσού των €1,000 ως η διαφορά της αξίας του Αυτοκινήτου κατά το έτος 2010 (ήτοι €2,500) και της προσφοράς η οποία έγινε από τους Εναγόμενους για αγορά του για το ποσό των €1,500, περιορίζομαι να αναφέρω ότι η συγκεκριμένη αναφορά αφορούσε μόνο μια πρόταση που έγινε από τους Εναγόμενους και μάλιστα υπό τον όρο της αγοράς νέου αυτοκινήτου από την Ενάγουσα από αυτούς και τίποτε περισσότερο. Επομένως, σε αυτή τη βάση και έχοντας υπόψη τη θέση της Ενάγουσας επί το ότι δεν αποτάθηκε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για πώληση του Αυτοκινήτου, το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν συνιστά μαρτυρία περί μείωσης της αξίας του Αυτοκινήτου συνεπεία του συγκεκριμένου προβλήματος και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να της αποδοθεί με δεδομένη την αρχή της νομολογίας περί αυστηρής απόδειξης των ειδικών ζημιών (βλέπε απόφαση πλειοψηφίας στην Κλεάνθους κ.α. ν. Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171). Σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική, η Ενάγουσα θα μπορούσε να λάβει αποζημίωση αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία που υπέστηκε η ίδια (και όχι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της που δεν είναι διάδικοι στην αγωγή και δεν συμβλήθηκαν με τους Εναγομένους με οποιοδήποτε τρόπο) τόσο σε σχέση με τις τρεις φορές όπου το Αυτοκίνητο «ξέμεινε» λόγω έλλειψης καυσίμων όσο σε σχέση με την μεταφορά του Αυτοκινήτου στο συνεργείο των Εναγομένων για επιδιόρθωση και την παραμονή του εκεί για αρκετές μέρες. Ακολουθώντας δε τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Bernstein (πιο πάνω), κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €1,000 θα ήταν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένο. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι το πόσο αυτό δεν θα μπορούσε να επιδικαστεί στην Ενάγουσα στη βάση της πρόκλησης ταλαιπωρίας και μόνο και χωρίς την απόδειξη παράβασης της σύμβασης (βλέπε σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο - Θεωρία και Πράξη, σελίδες 626-631). Συνεπώς, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αγωγή της Ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της και υπέρ των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο