← Κύπρος

KOURTELLARIS ESTATES LTD ν. TAKIS ANGELIDES FURNIHOME LTD, Αρ. Αγωγής: 2354/2014, 28/2/2018

KOURTELLARIS ESTATES LTD ν. TAKIS ANGELIDES FURNIHOME LTD, Αρ. Αγωγής: 2354/2014, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2354/2014 ΜΕΤΑΞΥ: KOURTELLARIS ESTATES LTD, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - Καθ' ής η Αίτηση -και- TAKIS ANGELIDES FURNIHOME LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένης - Αιτήτριας Ημερομηνία: 28/02/18 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ' ής η Αίτηση: κος Μούρος Για Εναγόμενο - Αιτητή : κα Γεωργίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Ημερομηνίας 08/09/17) Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη αξιώνει την έκδοση διατάγματος δια του οποίου «να ακυρώνονται και/ή να παραμερίζονται όλες οι εγγραφές (MEMO) και συγκεκριμένα των MEMO υπ' αρ. 1/ΕΒ/2691/2015 και υπ' αρ. 1/ΕΒ/2691/2015, της Δικαστικής Απόφασης στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων / Αιτητών, που φαίνεται κάτωθι, ως καταχρηστικές και/ή επηρεάζουσες δυσμενώς τους Εναγόμενους / Αιτητές και/ή ως μη εύλογες υπό τις περιστάσεις: Εν συνεχεία παρατίθενται οι λεπτομέρειες των δύο ακίνητων. Αξιώνει περαιτέρω: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Ενάγοντες να εγγράψουν και/ή να εξουσιοδοτήσουν οποιονδήποτε πρόσωπο για να εγγράψει τη Δικαστική Απόφαση, η οποία παραμερίστηκε, στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων / Αιτητών.» Νομική βάση της αίτηση υπήρξε ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος (ΚΕΦ.6) - Μέρος V, άρθρα 53, 54, 55, 56, 57, 59, 60, 61 και 71, οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.48 θ.1 - 4, 8 και 9, Δ.57 και Δ. 64, τα Άρθρα 23 και 30

(3)του Συντάγματος. Επίκληση γίνεται επίσης των αρχών της επιείκειας (equity), της Νομολογίας, ως και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων επιχειρείται να στηριχθεί η Αίτηση εντοπίζονται στην επισυνημμένη στην Αίτηση Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Αρίστου. Ο Ομνύων σε αυτή αφού αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων - Αιτητών, ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεση και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος, να προβεί στην αναφερόμενη ένορκη δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Στις 21/05/2015 εξεδόθη Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €8.100, πλέον τόκο 7% ετησίως από 01/03/14 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα της Αγωγής €548 συμπεριλαμβανομένων των εξόδων Απόφασης με τόκο προς 5,5% από 25/04/2014 μέχρι 31/12/2014 και τόκο 4% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €13 έξοδα επίδοσης. (Τεκμήριο 1). · Την 29/05/15 η Ενάγουσα ενέγραψε την προαναφερόμενη Δικαστική Απόφαση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγόμενων - Αιτητών και συγκεκριμένα κατέθεσαν το MEMO υπ' Αρ. Εγγραφής: ΕΒ/2691/2015 και δέσμευσαν την περιουσίας της Εναγομένης που αναφέρεται στο αιτητικό. Επισυνάπτεται σχετικά ως «Τεκμήριο 2» έρευνα από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ημερομηνίας 01/09/
  1. · Την 06/06/2016 καταχωρήθηκε από την Εναγομένη αίτηση παραμερισμού της απόφασης που εξεδόθη μονομερώς κατόπιν ακρόασης της αίτησης εξεδόθη την 30/06/2017 διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 21/05/
  2. Η απόφαση ημερομηνίας 30/06/17 επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο 3». · Ισχυρίζεται ο ομνύων ότι παρά τις κατά καιρούς επανειλημμένες προφορικές και γραπτές παραστάσεις της Εναγομένης προς την Ενάγουσα να αποδεσμεύσει τα ακίνητα η Καθ' ής η Αίτηση αρνείται και παραλείπει να πράξει τούτο μέχρι και σήμερα. Ως «Τεκμήριο 4» επισυνάπτεται επιστολή των Δικηγόρων της Αιτήτριας ημερομηνίας 12/07/2017, με την οποία καλούσαν την Καθ' ής η Αίτηση όπως αποσύρει και/ή ακυρώσει τα ΜΕΜΟ. Η Εναγόμενη ουδέν έπραξε προς την κατεύθυνση αυτή. · Την 04/09/17 η Αιτήτρια απέστειλαν σχετική Επιστολή στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στην Λευκωσία, με την οποία τον καλούσαν όπως προβεί σε όλα τα δέοντα και/ή απαραίτητα μέτρα για τη διαγραφή του MEMO υπ' αρ. ΕΒ/2691/
  3. («Τεκμήριο 5»). · Είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα, για να παρασχεθεί η δυνατότητα να εκμεταλλευτεί η Εναγόμενη - Αιτήτρια την ακίνητη περιουσία τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο καθότι η Απόφαση ημ. 21/05/2015 έχει παραμεριστεί. Η Ενάγουσα αντέδρασε στην Αίτηση καταχωρώντας Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Στηριζόμενη επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ. 48 Θ.Θ.1, 2,3,4, 8-9, Δ.
  4. Θ.2-
  5. Δ.
  6. Δ. 26, Θ. 14.
  7. Δ.27 ΘΘ.1-3, Δ.33, Θ.Θ.2,3,5, Δ.50 Θ1, Δ.64, Θ.1 και 2, Επί του Νόμου 14/1960, άρθρα 29-31, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμησης ) Νόμο Κεφ.
  8. άρθρο 80 και τους τροποποιητικούς τούτου Νόμους αρ. 3/60 μέχρι 67
(1)του 2016, προβάλλει 5 λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω εδώ αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς:
  1. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη καθ' ότι οι αιτητές ζητούν την ακύρωση των εγγραφών " Memo " από τους ενάγοντες, αφού το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει και δεν μπορούν να ζητούν διαδικασίες όπου εμπλέκονται τρίτα πρόσωπα ( Το κτηματολόγιο ).
  2. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη καθ' ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει το Κτηματολόγιο για ακύρωση των " Memo αφού δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση.
  3. Η παρούσα αίτηση είναι νέα διαδικασία και έπρεπε να επιδοθεί στους ενάγοντες και όχι στον δικηγόρο τους.
  4. Οι αιτητές - εναγόμενοι εξ' αποφάσεως οφείλεται χρησιμοποιούν τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά.
  5. Η αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης η οποία να μπορούσε να στήριζε νομικά την αξιούμενη θεραπεία και ως τέτοια είναι από μόνη της απορριπτέα.» Ο κ. Κώστας Κουρτελλάρης διευθυντής της Ενάγουσας προβάλλει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα προς υποστήριξη των λόγων ένστασης: · Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι ακατάλληλοι για να στηρίξουν το αίτημα. Η αίτηση «είναι παράτυπη και εξ' υπαρχής άκυρη και / ή ανίκανη να φέρει τα έννομα αποτελέσματα» που εξαιτείται η Εναγομένη, αφού έχει εκπνεύσει το κλητήριο ένταλμα . · Το Κτηματολόγιο δεν είναι διάδικος στην αγωγή και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να το διατάξει να ακυρώσει τα μέμο. Αυτό θα έπρεπε να γίνει με πρωτογενή αίτηση . · Η επίδοση της παρούσας αίτησης είναι παράτυπη, καθ' ότι είναι νέα διαδικασία και θα έπρεπε να επιδοθεί στην Ενάγουσα και όχι στον δικηγόρο τους · Η αίτηση στερείται ορθής νομικής βάσης και δεν μπορεί να στηρίξει νομικά την αξιωμένη θεραπεία και ως τέτοια είναι από μόνη της απορριπτέα. · Ο ενόρκως δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκισθεί για την παρούσα υπόθεση. Στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι οι δικηγόροι των εναγομένων προέβησαν σε έρευνα για την ακύρωση των memo και συνεπώς δεν έχει προσωπική γνώση. Κατά την ακρόαση της αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι συνήγοροι της πλευράς της Αιτήτριας είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν την αγόρευση τους γραπτώς στα πλαίσια της οποίας ανέπτυξαν με ικανότητα τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ής η Αίτηση περιορίστηκε να υιοθετήσει τα όσα αναφέρονται στην ένσταση της και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους και θα σχολιαστούν σε κατοπινό σημείο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για την κατάληξη στην παρούσα. Τα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση αίτηση αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ουδόλως αμφισβητούνται ή και αντικρούονται από την πλευρά της Ενάγουσας. Ο ομνύων για την Αιτήτρια δεν αντεξετάστηκε ούτε και προβλήθηκε οιοσδήποτε ισχυρισμός γεγονότος από την πλευρά της Καθ' ής η Αίτηση που να αντικρούει αυτόν. (βλ.Αναφορικά με την αίτησης της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013[1], Favero General Trading Ltd v. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12/11/2012) Πλείστα δε τούτων επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο του φακέλου. Σημειώνεται επίσης ότι η προβαλλόμενη υπό του ομνύοντος την Ένσταση θέση, ότι το πρόσωπο που προβαίνει στην δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκισθεί για την παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αναφέρει ο ομνύων στην παράγραφο 1 της Ενόρκου Δηλώσεως του ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση αφού ο ίδιος έχει προσωπική γνώση της υπόθεσης ενώ στοιχεία λαμβάνει και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του πληροφόρηση έχει ως αναφέρει και από τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Η ειδικότερη αμφισβήτηση των ισχυρισμών της παραγράφου 6 της Ένορκης του δήλωση ότι δηλαδή η Εναγόμενη δεν έχει μέχρι σήμερα αποσύρει τα μέμο δεν έχει (αν και θα μπορούσε εύκολα να αντικρουστεί από την Ενάγουσα) αντικρουστεί ενώ αν αυτή ήταν η θέση της Ενάγουσας θα προωθείτο το ανυπόστατο της αίτησης αφού δεν θα υπήρχε μέμο. Σχετικά μάλιστα ο ομνύων την αίτηση επισυνάπτει το Τεκμήριο
  1. Ως συνεπώς αναδεικνύεται στη βάση των γεγονότων που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στις 21/05/2015 εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας. Η Καθ' ής η Αίτηση - Ενάγουσα, προς εγγύηση για πληρωμή της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης, ενέγραψε επί δύο ακινήτων ιδιοκτησίας της Εναγομένης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή την 29/05/
  2. Με απόφαση του κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο στις 30/06/2017 παραμέρισε την απόφαση ημερομηνίας 21/05/2015 ωστόσο η Εναγομένη αρνείται ή και αμελεί να ζητήσει την άρση της εγγραφής μέμο ή ακόμα και να δώσει γραπτή γνωστοποίηση για τον παραμερισμό της απόφασης στο κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας. Οι λόγοι ένστασης που προωθούνται εστιάζουν πρωτίστως και κυρίως στο δικονομικό κομμάτι της αίτησης και θα μπορούσαν να συνοψιστούν και να εξεταστούν υπό την γενικότερη οπτική γωνία που συνοψίζει τους λόγους ένστασης του κατά πόσο το Δικαστήριο τούτο στη βάση ενδιάμεσης αίτησης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής έχει δικαιοδοσία να παράσχει τις αιτούμενες θεραπείες οι οποίες αφορούν σε παραμερισμό εγγραφής δικαστικής απόφασης η οποία συνιστά μέτρο εκτέλεσης. Αντιληπτό είναι ότι η εγγραφή δικαστικής απόφασης συνιστά μέτρο εκτέλεσης, το περιεχόμενο του άρθρου 14
(1)(β) του Κεφ.6, δεν αφήνει αμφιβολία περί τούτου Επίσης ως προκύπτει από το άρθρο12
(6)το οποίο παραπέμπει στο Πρώτο Παράρτημα, Μέρος Ι παράγραφος 2 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965), η εγγραφή της απόφασης επί ακινήτου, συνιστά εμπράγματο βάρος για τους σκοπούς του Νόμου εκείνου. Άρα το κατά πόσο στα πλαίσια της αγωγής, με ενδιάμεση αίτηση είναι δυνατόν να ζητείται ο παραμερισμός ή και η ακύρωση των επίδικων εγγραφών μέμο είναι θεωρώ το πρώτο που θα πρέπει να μας απασχολήσει στην παρούσα. Ως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 53 του Μέρους V του Κεφ. 6, Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης παραμένει σε ισχύ για δέκα χρόνια από την ημερομηνία που γράφτηκε για πρώτη φορά[1] ενώ παρέχεται η δυνατότητα ανανέωσης της εγγραφής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 56 του ιδίου Νόμου. Ο ίδιος ο Νόμος επιτάσσει στον πιστωτή (βλ. άρθρο 59 του Κεφ.6), με αυστηρότητα ας σημειωθεί αφού γίνεται η χρήση του ρήματος «υποχρεούται», όπως άμα της ικανοποιήσεως της απόφασης κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής να δώσει γραπτή γνωστοποίηση για αυτό στο γραφείο όπου είναι εγγεγραμμένη η απόφαση. Εάν δεν πράξει τούτο τότε είναι υπόλογος προς τον οφειλέτη χρέους και σε οποιοδήποτε πιστωτή του οφειλέτη χρέους, για οποιαδήποτε ζημιά την οποία αυτοί ή οποιοσδήποτε από αυτούς δυνατό να υποστεί λόγω του ότι δικαστική απόφαση παρέμεινε εγγεγραμμένη μετά την ικανοποίηση της, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημιά προέκυψε συνεπεία του ότι η δικαστική απόφαση παρέμεινε εγγεγραμμένη μετά τη γνωστοποίηση που έδωσε στο Κτηματολογικό Γραφείο για την ικανοποίηση της[2]. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχουμε βεβαίως «ικανοποίηση» της απόφασης αλλά παραμερισμό της άρα η συνέχιση της ισχύς της εγγραφής μιας δικαστικής απόφασης που έχει παραμεριστεί και άρα είναι ανύπαρκτη. Στην βάση των γεγονότων που έχουν αποκαλυφθεί και χωρίς την προβολή οιουδήποτε άλλου λόγου πέραν διαδικαστικών ζητημάτων στη αίτηση η κατάσταση αυτή που έχει διαμορφωθεί φαντάζει καταρχήν ακραία. Η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση της επιχειρεί να ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχεται από το άρθρο 71 του Κεφ. 6 το οποίο προβλέπει ότι : «71. Κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του Μέρους αυτού.» Ανατρέχοντας όμως σε σχετική νομολογία για το δικονομικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε προς την προώθηση του δικαιώματος της ήτοι διά ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της αγωγής υπό την ιδιότητα της βεβαίως ως εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας των δύο ακινήτων καταλήγω ότι η Εναγομένη δεν προωθεί το αίτημα της με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα και εξηγώ: Ως εξηγείται ανωτέρω η εγγραφή δικαστικής απόφασης επί ακινήτου ως εγγύηση για την αποπληρωμή της συνιστά μέτρο εκτέλεσης το οποίο έχει προωθηθεί στη βάση του περιεχομένου του Μέρους V του Κεφ. 6. Είναι δυνατόν ζήτημα που αφορά σε μέτρο εκτέλεσης απόφασης να μπορεί να προωθείται στη βάση ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της αγωγής; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα πρέπει σύμφωνα και με τα λεχθέντα στην απόφαση στην πολιτική έφεση Κιταλίδης v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1759 να εξεταστεί το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση λέχθηκε στην Κιταλίδης η αίτηση θα πρέπει να είναι ενδιάμεση στη δε δεύτερη περίπτωση η αίτηση είναι «αυτοτελής». Το κρίσιμο απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης για τα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση αίτηση εντοπίζονται στην σελ. 1762 λέχθηκε ότι: «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια. Στην πρώτη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να έχει, βάσει του άρθρου 22
(4)(β), δικαιοδοσία «παρά το ότι το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία που ανατίθεται σε αυτόν». Στη δεύτερη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι αυτοτελής, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να μη έχει δικαιοδοσία, εφόσον το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του βάσει του άρθρου 22
(3)(α).» Εν συνεχεία στην εν λόγω απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στις αιτήσεις που προωθούνται και αφορούν σε εκτέλεση απόφαση και προωθούνται στην βάση του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Αναφέρεται σχετικά στην απόφαση: «Η απάντηση, ότι η επίδικη αίτηση, όπως και κάθε αίτηση για εκτέλεση αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να μην διέπεται από το άρθρο 22
(4)(β), αλλά από το άρθρο 22
(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ήδη δοθεί από τη νομολογία του Εφετείου στις υποθέσεις Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435. Από την πρώτη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, στη σελίδα 115: «The proceedings for the setting aside of the registration of the foreign judgment are closely connected with the questions which arise in the course of execution of a District Court judgment, e.g. applications for writs of attachment, interpleader applications, etc. In those cases, if the property attached under the execution of the District Court judgment, or seized in execution of the judgment and claimed by a third party, exceeds in value the sum of £500, (the then jurisdiction of a District Judge), then the Full Court - and not a Judge sitting alone - has jurisdiction to hear and determine the matter". Από τη δεύτερη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 443: «Questions arising in the course of execution of a District Court judgment, as the point raised in the sub judice decision, are not orders "not disposing of the action on its merits" and, therefore, if the amount in dispute or the value of the property exceeds the limits of the jurisdiction of a judicial officer, he lacks jurisdiction and the trial is a nullity.» Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Επαρχιακός Δικαστής επιλήφθηκε της επίδικης αίτησης χωρίς δικαιοδοσία αφού, μ' αυτή, επιδιωκόταν, όπως προαναφέραμε, η εξασφάλιση διατάγματος για κατάσχεση εις χείρας της εφεσίβλητης 1 ποσού πέραν των είκοσι πέντε χιλιάδων λιρών, που είναι το ανώτατο όριο της δικαιοδοσίας της βάσει του άρθρου 22
(3)(α).» Στην πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην αγωγή 3154/03 EllinasFinance Public Company Ltd v. Καλλής, ημερομηνία απόφασης 21.01.2016, o Γιαπανάς Α.Ε.Δ. που καταπιάστηκε επίλυσης με αίτημα για διαγραφή μέμο επί ακινήτου περιουσίας, ανέφερε τα ακόλουθα· «Σημειώνεται περαιτέρω, ότι στην υπόθεση Ιωακείμ κ.α. v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198, υπεδείχθη ότι διαδικασία κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ.62 είναι αυτόνομη διαδικασία της οποίας ο ομφάλιος λώρος έχει αποκοπεί από την αγωγή, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Ομοίως, στην υπόθεση Κιταλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1759 υπεδείχθη ότι κάθε αίτηση με βάση τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν είναι ενδιάμεση αίτηση. Και τούτο γιατί κριτήριο είναι αν το επιζητούμενο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής ή όχι. Να σημειωθεί ότι το εγερθέν θέμα στις πάνω υποθέσεις αφορούσε, τον χρόνο υποβολής Έφεσης στην πρώτη και στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάτω από τις πρόνοιες του Α.23(α) του Ν.14/60 την δεύτερη και όχι ποιο είναι το ορθό δικονομικό μέτρο έναρξης της διαδικασίας, χαρακτηριζόμενη η διαδικασία στην Ιωακείμ ανωτέρω, ως πρωτογενούς χαρακτήρα. Στην βάση του γεγονότος ότι και η εγγραφή δικαστικής απόφασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακινήτου περιουσίας, όπως και η υποθήκη, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι τα νομολογηθέντα καθόσον αφορά τις υποθήκες, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και επί εγγραφής δικαστικής αποφάσεως επί της ακινήτου περιουσίας του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη. Επισημαίνεται ότι το επιζητούμενο διάταγμα όχι μόνο δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής, αλλά η θεραπεία που επιδιώκεται αλλού στοχεύει και άλλη είναι η ουσία του. Κατά συνέπεια εκεί όπου ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης αμφισβητεί την εγκυρότητα της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, ως εξ υπαρχής παράνομης, αυτό μόνο στα πλαίσια αγωγής μπορεί να εξεταστεί. Στην περίπτωση που επιδιώκει την ακύρωση εγγραφής, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, λόγω εξόφλησης, τότε η διαδικασία που υποβάλλεται είναι εκείνη της (Γενικής) Πρωτογενούς αιτήσεως και όχι με αίτηση δια κλήσεως, ως είναι η παρούσα διαδικασία.» Η άποψή μου ταυτίζεται πλήρως με όσα πιο πάνω αναφέρονται τα οποία και υιοθετώ. Αίτηση δια ακύρωση μέτρου εκτέλεσης δεν δύναται να επιζητείται με ενδιάμεση αίτηση, παρά μόνο με πρωτογενή (originating). Στην υπό κρίση αίτηση δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία αυτή και συνεπώς η αίτηση είναι καταδικασμένη. Καταλήγω δε ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη αφού ανατρέχοντας στις πρόνοιες τις Δ.64 και στην σχετική επί του θέματος Νομολογία δεν θεωρώ ότι παρέχεται έδαφος για έκδοση οιουδήποτε διατάγματος δυνάμει των προνοιών της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επίκληση της οποίας γίνεται στην γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της Εναγόμενης - Καθ' ής η Αίτηση. Η Δ.64 ρητώς κάνει αναφορά σε άρση της παρατυπίας όπου διαπιστώνεται ότι το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας» από ταυτό που προβλέπεται στους Κανονισμούς. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχουμε προώθηση αιτήματος για θεραπεία με λανθασμένο δικονομικό εναρκτήριο μέσο αλλά προώθηση του αιτήματος της Εναγομένης - Αιτήτριας με ενδιάμεση αίτηση και ενώ θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εναρκτήριο μέσο ανάλογο των ισχυρισμών που προβάλλονται δηλαδή πρωτογενής αίτηση ή αγωγή. Αυτό όμως που δυσκολεύει τα πράγματα εδώ είναι ότι και εγείρει το σοβαρότερο των ζητημάτων είναι το κατά πόσο μπορούν να δοθούν οδηγίες αφού ήθελε έκδοση διάταγμα άρσης της «παρατυπίας» για καταχώρηση της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης στο Πρωτοκολλητείο ως εναρκτήριας αίτησης. Η αίτηση θα πρέπει να λάβει αριθμό μητρώου του πρωτοκολλητείου να καταβληθούν τα ανάλογα τέλη και χαρτόσημα. Πρόσθετα δε θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για επίδοση της και πάλι ενδεχομένως στην Καθ' ής η Αίτηση 'προσωπικά' (πρόκειται για νομική οντότητα) και όχι στους δικηγόρους της. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πρόσφορο. Θα οδηγούσε σε περιπλοκή των διαδικασιών για ζήτημα το οποίο ας λεχθεί εγέρθη από την καταχώρηση της ένσταση της Εναγομένης και θα μπορούσε ήδη να μην προχωρήσει η διαδικασία σε αυτό το σημείο. Στην θεμελιακή επί του θέματος απόφαση στην Πολ. Έφεση Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366, αποφασίστηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειες του Δικαστηρίου για άρση της παρατυπίας στη βάση της Δ.64 λαμβάνεται υπόψιν πρωτίστως και κυρίως ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς ενώ κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Λέχθηκε χαρακτηριστικά με αναφορά στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521, 522, όπου ερμηνεύτηκε η αγγλική Δ.2 αντίστοιχη της Δ.64 των Θεσμών, ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν για την άρση της παρατυπίας ή μη από το Δικαστήριο είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: «1.Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέσο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ. 64 θ.
  1. 2.Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  2. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. 4.Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 Θ2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας Ωστόσο η νέα Δ.64 Θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*. 5.Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Πρόσθετα ως προκύπτει από την απόφαση (αναφέρεται στην απόφαση «Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες») λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: «1.Η άλλη πλευρά δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έλαβε μέρος στη διαδικασία και υποστήριξε τις θέσεις της χωρίς να εγείρει θέμα παρατυπίας.
  3. Το θέμα δεν έχει εγερθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και έχει αφεθεί να εξεταστεί στο στάδιο της απόφασης με αποτέλεσμα η αίτηση να ακολουθήσει την πορεία που προδιαγράφεται πιο πάνω με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων.» Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς και της πορείας που έχει ακολουθήσει η υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια με τρόπο που προκαλεί αδικία στους εφεσείοντες. Η απόρριψη της αίτησης λόγω της πιο πάνω παράλειψης ήταν εσφαλμένη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Πρόσθετα συνεπώς προς τα όσα αναφέρονται ανωτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η Εναγομένη με την καταχώρηση της ένστασης της ήγειρε θέμα παρατυπίας το οποίο εντοπίζεται και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αποτελεί ενισχύει την κατάληξη ότι δεν παρέχεται έδαφος για έκδοση διατάγματος άρσης της παρατυπίας. Για τους λόγους αυτούς είναι θεωρώ που δεν μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς της κατεύθυνση της έκδοσης διατάγματος άρσης της παρατυπίας στη βάση της Δ.
  4. Δεν παρέχεται θεωρώ έδαφος για διάσωση της υπό κρίση αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου και σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι η πιο πάνω κρίση μου αναφορικά με το κατά πόσο θα έπρεπε να προωθηθεί η θεραπεία με εναρκτήριο μέσο ή ακόμα και στο κατά η προώθηση του αιτήματος με ενδιάμεση αίτηση είναι θεραπεύσιμη στη βάση της Δ. 64 για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η αίτηση θα γινόταν αποδεκτή. Στην παρούσα Υπόθεση όλα τα ουσιώδη γεγονότα, είτε αποτελούν κοινό έδαφος είτε αποτελούν ισχυρισμούς των Αιτητών που παρέμειναν αναντίλεκτοι. Το ουσιαστικό γεγονός της υπόθεσης είναι το ότι η δικαστική απόφαση, η οποία αποτελούσε το αναγκαίο υπόβαθρο της Εγγραφής δυνάμει του άρθρου 53 του Κεφ.6, έχει παραμεριστεί με Διάταγμα Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 71 του Κεφ. 6 είναι θεωρώ οι ακόλουθες. Η πρώτη αφορά στο να νομιμοποιείται ο αιτητής να ζητήσει την ακύρωση της εγγραφής. Θα πρέπει να είναι ενδιαφερόμενο μέρος, υπό την έννοια, της ύπαρξης σχέσης ή έννομου συμφέροντος που να συνδέεται με την ιδιοκτησία που επιβαρύνεται με την εγγραφή της οποίας ζητείται η ακύρωση. Η πρώτη αυτή προϋπόθεση πληρείται, η Εναγομένη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των υπό αναφορά ακινήτων. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στο ότι η εγγραφή θα πρέπει να έχει διενεργηθεί δυνάμει του μέρους του Νόμου, Κεφ. 6, στο οποίο εμπίπτει και το άρθρο
  5. Και αυτή η προϋπόθεση πληρείται η εγγραφή έγινε στη βάση του άρθρου 53 του Μέρους V του Κεφ.
  6. Πρόσθετη εξυπακουόμενη προϋπόθεση είναι βεβαίως να αποκαλύπτεται ότι συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την ακύρωση. Ο Νόμος δεν απαριθμεί τις περιπτώσεις που συντρέχει τέτοιας φύσης λόγος. Ο παραμερισμός της απόφασης δυνάμει της οποίας ενεγράφη η επιβάρυνση είναι θεωρώ καλός λόγος αφού εκλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο για συνέχιση της εγγραφής, που οδηγεί το δίχως άλλο στην έκδοση διατάγματος ακύρωσης της εγγραφής Ανατρέχοντας στους λόγους ένσταση θα πρέπει να αναφέρω ότι σε αυτής της φύσης διαδικασία δεν είναι απαραίτητο να καταστεί διάδικος η Δημοκρατία δια του κτηματολογίου. Πρόκειται για ιδιωτικής φύσης διαφορά που αφορά σε ένα και μόνο γεγονός την ύπαρξη μη ικανοποιηθείσας δικαστικής απόφασης. Δεν βλέπω συνεπώς για ποιο λόγο να είναι αναγκαίος διάδικος το Κτηματολόγιο αφού το ζήτημα της ύπαρξης ή τυχόν εξόφλησης της απόφασης είναι ζήτημα που αφορά κατ' εξοχήν τον εξ αποφάσεως πιστωτή και τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Επίσης το γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει ουδόλως σχετικό είναι με τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Πρόσθετα δεν έχει καθοιονδήποτε τρόπο καταδειχθεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών από πλευράς της Εναγομένης Αιτήτριας. Καμιά ειδικότερη αναφορά δεν έχει γίνει από πλευράς της Ενάγουσας - Καθ'ής η Αίτηση προς την κατεύθυνση τούτη. Συνεπώς σε περίπτωση που η κατάληξη μου ήταν διαφορετική σχετικά με το ένδικο μέσο που χρησιμοποιήθηκε η αίτηση θα επετύγχανε αφού ουδείς λόγος ένστασης κρίνω ότι ευσταθεί και οι αιτούμενες θεραπείες θα χορηγούνταν ως η παράγραφος 1 της Αίτησης. Σε λογική ακολουθία λοιπόν των όσων ανωτέρω αναφέρονται, η αίτηση απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ής η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο είναι να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ).......... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ [1] Βλ. άρθρο 55 Κεφ. 6 [2] Βλ. άρθρο 59 Κεφ. 6 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.