← Κύπρος

A.M. CHARALAMBOUS LTD ν. ΦΑΡΜΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2118/11, 15/2/2018

A.M. CHARALAMBOUS LTD ν. ΦΑΡΜΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2118/11, 15/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2118/11 Μεταξύ: A.M. CHARALAMBOUS LTD, από τα Λατσιά Ενάγοντες και ΦΑΡΜΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/ Ενάγοντες: κα Δ. Καρή Για τους Καθ' ων η Αίτηση/ Εναγόμενους: κ. Σ. Αργυρού ΑΠΟΦΑΣΗ Η ακρόαση της αγωγής διεκόπη στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων όταν μετά από Ένσταση του ευπαίδευτου συνήγορου των Εναγόμενων σε σχέση με τη δικογράφηση του ΦΠΑ, το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση της συγκεκριμένης παραγράφου. Αμέσως μετά οι συνήγοροι για τους Ενάγοντες ζήτησαν να διακοπεί η διαδικασία με σκοπό να προχωρήσουν σε αίτηση τροποποίησης, την οποία και καταχώρησαν στις 16.11.

  1. Με την αίτηση τροποποίησης οι Ενάγοντες/Αιτητές (στο εξής "οι Αιτητές") ζητούν τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη μετά των λέξεων "γεωργικό μηχάνημα" στην τρίτη γραμμή της πρότασης τις ακόλουθες λεπτομέρειες "Bailer RP 1550 MC, Mower EC 3200 CRI και T5060 CAB." B. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη στο τέλος αυτής της ακόλουθης φράσης: "πλέον Φ.Π.Α. ήτοι €115.000." Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή στην πρώτη πρόταση της λέξης "Ενάγοντες" και την αντικατάσταση της με την λέξη "Εναγόμενοι." Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη μετά την λέξη "κατέβαλαν" στην πρώτη γραμμή της πρότασης με την ακόλουθη φράση "στον υπ' αριθμό λογαριασμό 3221805 που διατηρούσαν οι Ενάγοντες για τους Εναγομένους". Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου της ακόλουθης παραγράφου: "Επιπρόσθετα οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι ουδέποτε υπόγραψαν το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 14/1/2009 και ότι η πρώτη φορά που έλαβαν γνώση οι Ενάγοντες για το συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 14/1/2009 ήταν όταν οι Εναγόμενοι αποκάλυψαν τα έγγραφα που είχα στην κατοχή τους στις 7/11/11 και αργότερα παράδωσαν στους παρόντες Δικηγόρους αντίγραφα των εγγράφων στις 4/11/
  2. Οι Ενάγοντες διαπίστωσαν τότε ότι εκτός του γεγονότος ότι πρώτη φορά έβλεπαν την παραγγελία αυτή, αυτή η παραγγελία είχε ημερομηνία 14/1/2008 και στον ίδιο τόπο που αναγράφεται η ημερομηνία αυτή γίνεται προσπάθεια να αναγραφτεί νέα χρονολογία ήτοι το έτος "2009"." ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 4(γ) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την προσθήκη μετά των λέξεων "Οι εναγόμενοι παρέδωσαν" της ακόλουθης φράσης "ως ήταν η Συμφωνία ημερομηνίας 16/1/2009." Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 4(γ) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την διαγραφή της ακόλουθης φράσης "υπ' αρ. εγγραφής MF3045 4 WD" και την αντικατάσταση αυτής με την φράση "μοντέλο MF3095 4 WD." Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 5 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την προσθήκη σε αυτήν στην αρχή της παραγράφου της ακόλουθης πρότασης "Οι Ενάγοντες αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης." Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 5 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου την ακόλουθη παράγραφο: "Περαιτέρω από πληροφορίες που έλαβαν οι Ενάγοντες, το μεταχειρισμένο τρακτέρ που θα μεταβίβαζαν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί καθότι εισάχθη στην Κύπρο από τους Εναγομένους χωρίς να συνοδεύεται με τα κατάλληλα ή και νενομισμένα έγγραφα και οι Εναγομένοι ουδέποτε προέβησαν στην εγγραφή του. Οι Εναγόμενοι δεν κατέχουν τίτλο ιδιοκτησίας του τρακτέρ και κατ' επέκταση δεν μπορούσαν οι Εναγόμενοι να το μεταβιβάσουν στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες επιφυλάσουν το δικαίωμα τους να δώσουν περαιτέρω λεπτομέρειες για αυτά κατά την δικάσιμο." Ι.Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την διαγραφή των παραγράφων 7 και 8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και την αντικατάσταση τους με τις ακόλουθες νέες παραγράφους: "
  3. Σε σχέση με την παράγραφο 8 της Υπεράσπισης οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν διάφορα ποσά κατά διάφορες ημερομηνίες. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά €10.000, €50,000, €20.000 και €12.000 στις αντίστοιχες ημερομηνίες 16/1/09, 27/4/09, 2/6/09 και 4/8/
  4. Τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν έναντι του τιμολογίου με αριθμό 80011929 για το συμφωνηθέν ποσό €115.000,00 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και όχι για το συμφωνηθέν ποσό των €110.400,00 που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι.
  5. Περαιτέρω η Συμφωνία με αριθμό 000174 ετοιμάστηκε από τον μεταπωλητή των Εναγόντων Ηρακλή Ηρακλέους, ο οποίος είχε εμπλακεί αργότερα όπως διαφάνηκε με διάφορα αδικήματα όπως κλοπή, απάτη και κατοχή ή και εμπόριο ναρκωτικών. Ο εν λόγω μεταπωλητής διατηρούσε στενή συνεργασία και σχέσεις με τους Εναγόμενους." Κ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της παραγράφου 9(α) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την προσθήκη μετά τις λέξεις "επίδικου τράκτερ" στην δεύτερη πρόταση με την ακόλουθη φράση "μοντέλο MF3095 4 WD" Λ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις Μ. Όπως η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Ν. Όπως η Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σύνταξη του διατάγματος. Ξ. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης έξοδα ιδιωτική επίδοσης και Φ.Π.Α. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1-3 και 8, το άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, στη Πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χαραλάμπους, διευθυντή των Εναγόντων, με την οποία εξηγεί ότι η ανάγκη για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης προέκυψε μετά από Ένσταση των δικηγόρων των Εναγόμενων κατά τη διάρκεια της ακρόασης επισημαίνοντας ότι τα δικόγραφα για την πλευρά του έχουν ετοιμαστεί από άλλους δικηγόρους που τους εκπροσωπούσαν παλαιότερα τα οποία μετά από μελέτη του ίδιου αναφέρει ότι τα βρήκε ελλιπή. Θεωρεί την αίτηση αναγκαία ούτως ώστε να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι σωστές πληροφορίες και γεγονότα αλλά και να παρουσιαστεί ολοκληρωμένα η θέση των Εναγόντων. Εκφράζει την πεποίθηση στην ένορκη του δήλωση ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλή τη πίστη, και δεν θα προκαλέσει οποιανδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα. Διατείνεται ότι μετά την τροποποίηση η υπόθεση των Εναγόντων θα παρουσιάζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια, επισημαίνοντας ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αίτηση του. Θέτει περαιτέρω ότι το γεγονός ότι η ακρόαση έχει ξεκινήσει είναι αδιάφορο στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται (και συγκεκριμένα στη μερική ανάγνωση της γραπτής του κατάθεσης), στάδιο που ως συμβουλεύεται ο ομνύων από τους δικηγόρους του επιτρέπει στο Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση αφού δεν παραβλάπτονται ουσιαστικά τα δικαιώματα της άλλης πλευράς. Η αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής «οι Καθ' ων η Αίτηση») οι οποίοι καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (στο εξής «η Ένσταση» ) αναφέροντας ως συγκεκριμένους λόγους Ένστασης τους ακόλουθους: (α) Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας πάνω στους οποίους βασίζεται η αίτηση δεν μπορούν να στηρίξουν τα αιτήματα και/ή τις αιτούμενες θεραπείες. (β) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αντίκειται στην υπάρχουσα επί του θέματος νομολογία και τις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις. (γ) Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή καθυστερημένα και/ή με σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης. (δ) Οι λόγοι που επικαλούνται οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και γενικά η ένορκη δήλωσή που συνοδεύει την αίτηση δε δικαιολογούν την έγκριση της Αίτησης. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ατελέσφορες και/ή άσχετες με τα επίδικα θέματα και/ή διευρύνουν ανεπίτρεπτα τα όρια της διεξαγομένης δίκης. (ε) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορούν να εγκριθούν εφόσον εισάγουν νέα γεγονότα και/ή νέες βάσεις αγωγής και/ή αγώγιμα δικαιώματα. (στ) Τα γεγονότα ευρίσκονταν και/ή ήταν σε γνώση των Αιτητών και/ή και με εύλογη επιμέλεια και/ή έλεγχο των σχετικών εγγράφων και/ή των αρχείων και/ή των μητρώων τους, θα μπορούσαν να λάβουν γνώση, αφού ήταν στοιχεία που είχαν ήδη στην κατοχή τους. (ζ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) καθώς και της Συνταγματικής επιταγής για την γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης αφού σκοπός της είναι να εμποδίσει και/ή να αποτρέψει την έναρξη και/ή προώθηση της διαδικασίας. (η) Η καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης δεν αιτιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου. Υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή χωρίς οποιαδήποτε επαρκή δικαιολογία και/ή εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή και εν πάση περίπτωση 7 (επτά) σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση και τη συμπλήρωση των δικογράφων και αφού η υπόθεση ήταν ορισμένη για Ακρόαση. (θ) Έγκριση της Αίτησης θα καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, των δικαιωμάτων των εναγομένων τα οποία προκύπτουν με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος. (ι) Οι νέες τροποποιήσεις, οι οποίες ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση εισάγουν και/ή εγείρουν νέα ζητήματα, τα οποία θα περιπλέξουν την διαδικασία της αγωγής, ενώ ουσιαστικά επιδιώκουν να καλύψουν λάθη και/ή τις προηγούμενες παραλήψεις και/ή διευρύνουν ανεπίτρεπτα τα όρια της διεξαγομένης δίκης. (κ) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών επηρεάζουν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα (Vested rights) των Εναγομένων - Καθ' ών η αίτηση σε βαθμό που είναι αντίθετες με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία. (λ) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις και/ή μέρος αυτών, θα αλλάξουν εντελώς την γραμμή της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και/ή σε τέτοιο βαθμό με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι - Καθ' ών η αίτηση να μην δύναται να αμφισβητήσουν τις προβαλλόμενες θέσεις. (μ) Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών δημιουργούν προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και/ή νέους επιπρόσθετους ισχυρισμούς που είναι αντίθετοι με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία. (ξ) Περαιτέρω, εάν επιτραπεί η τροποποίηση θα παραβιαστεί το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΑΔ καθότι δεν θα μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη για τους λόγους που έχουν ήδη προαναφερθεί. Η Ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, ΘΘ.1-10, Δ.9, ΘΘ.1 - 10, Δ.25, ΘΘ.1-6, Δ.39, Δ.48, ΘΘ.1-9, Δ.59 Δ.64, ΘΘ.1-2, Άρθρο 30 του Συντάγματος στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις εγγενείς και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο ομνύων στην Ένσταση , Αλέξανδρος Χριστοδούλου, διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση, αφού επαναλαμβάνει και υιοθετεί όλους τους λόγους Ένστασης που προβάλλονται στο σώμα της Ένστασης, και μετά από μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και αναλύει ένα προς ένα τα σημεία του αιτητικού. Σε σχέση με τα σημεία Α, Γ, Ζ, αυτά θεωρεί ότι μπορούν να εγκριθούν εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο. Σε ό,τι αφορά το σημείο Β της Αίτηση ς θεωρεί ότι ο ισχυρισμός δεν είναι δικογραφημένος και ως εκ τούτου δεν μπορούν οι Καθ' ων η Αίτηση να αποδεχθούν την εισαγωγή σε αυτό το στάδιο ποσού άλλου από αυτό που αρχικά οι Ενάγοντες διεκδικούσαν. Ο ομνύων θεωρεί περαιτέρω ότι η εν λόγω παράγραφος Β δεν τροποποιεί απλά την αγωγή αλλά την αλλάζει εξ' ολοκλήρου. Σε ό,τι αφορά το σημείο Δ της Αίτησης, ο ομνύων επαναλαμβάνει τα περί εισαγωγής νέου ισχυρισμού ο οποίος δεν είναι δικογραφημένος, διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι τυχόν έγκριση θα διευρύνει τα επίδικα θέματα κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Σε ό,τι αφορά το σημείο E, αναφέρει ότι τυχόν έγκριση του θα οδηγήσει σε εκτροπή της διαδικασίας και θα αναγκάσει το Δικαστήριο να αποφασίσει επί θέματος το οποίο δεν είναι επίδικο. Σε ό,τι αφορά τα σημεία ΣΤ και Η, ο ομνύων θεωρεί ότι δεν μπορεί να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση καθότι ο αποκλειστικός της στόχος είναι να διορθώσει με καθυστέρηση πέραν των 7 ετών τα λάθη που προέκυψαν λόγω της ελλιπής δικογράφησης από μέρους των Αιτητών, θέμα που ο ίδιος επίσης θεωρεί ανεπίτρεπτο. Σε ό,τι αφορά το σημείο Θ θέτει ευθέως ότι αυτό αναφέρεται σε γενικότητες και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επιτραπεί. Μάλιστα επί τούτου του σημείου ο ομνύων διερωτάται πώς είναι δυνατό μετά από παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος να μην μπορούν οι Αιτητές να παραθέσουν στοιχεία γιατί κατ' ισχυρισμό δεν έγινε η μεταβίβαση και να αναφέρονται σε πληροφορίες και γενικότητες γιατί κατ' ισχυρισμό δεν έγινε η μεταβίβαση. Τα ίδια πιστεύει και σε ό,τι αφορά το σημείο Ι, που κατά τον ομνύοντα αποτελεί προσπάθεια των Αιτητων να απαντήσουν σε παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης κάτι που ο ομνύων επαναλαμβάνει ότι είναι δικονομικά ανεπίτρεπτο. Στην κατακλείδα του ο ομνύων αναφέρει ότι οι προβαλλόμενες θέσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και εφευρήματα με έμφαση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιέχουν ψευδείς ισχυρισμούς και δεν είναι δυνατό να επιτραπούν εφόσον θα διευρύνουν τα επίδικα θέματα, ενώ περαιτέρω εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν έχει δοθεί λόγος, πόσο μάλλον επαρκής για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης. Κατά τον ομνύοντα ζητείται ουσιαστικά να επαναρχίσει η διαδικασία από την αρχή θέτοντας καινούργια επίδικα θέματα. Για όλους αυτούς τους λόγους ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση όταν αμφότερες πλευρές περιορίστηκαν στην κατάθεση γραπτών αγορεύσεων υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θα αναφερθώ στο κείμενο των αγορεύσεων, θα περιοριστώ να πω ότι αυτές έχουν μελετηθεί και αναφορά θα γίνεται από το Δικαστήριο όπου είναι αναγκαίο. Νομική πτυχή Η Αίτηση και η Ένσταση βασίζονται κυρίως στη Δ.25 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
  1. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Στην υπόθεση Αnna Latouf Agini ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(1999)1 Α.Α.Δ 11 υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Μιχάλης Παπόρης ν. Μaskinfabriken "SIO" A/S
(1996)1(Β) A.A.Δ 1037 σε σχέση με το θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών». Η παρούσα Αίτηση Έχω μελετήσει το κείμενο της Αίτησης, της Ένστασης καθώς και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Έχω επίσης μελετήσει τα δικόγραφα και έχω λάβει υπόψη τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων όπως αυτές διατυπώνονται στις γραπτές τους αγορεύσεις. Θεωρώ χρήσιμο πριν υπεισέλθω στους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς να παραθέσω ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.3.2011, αφού επιδόθηκε στους Καθ'ων η Αίτηση αυτοί καταχώρησαν την υπεράσπιση τους και ανταπαίτηση τους στις 24.5.11 και τα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν στις 5.7.11 με την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων και αφού οι διάδικοι προέβηκαν σε δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, η πλευρά των Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Μετά από αυτό το στάδιο η υπόθεση ορίστηκε σε τακτές ημερομηνίες και η ακρόαση της εν τέλει ξεκίνησε στις 17.10.17. Στις 17.10.17 η πλευρά των Αιτητών κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον διευθυντή τους κύριο Αντρέα Χαραλάμπους, ο οποίος αφού κατέθεσε έγγραφο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην προσπάθεια του να εισάξει ισχυρισμό, προσέκρουσε στην Ένσταση του συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση όταν η ακρόαση διεκόπει μετά από Αίτημα των Συνηγόρων των Αιτητών για να τους δοθεί χρόνος για την καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης. Τώρα εξετάζοντας την ουσία της Αίτησης παρατηρώ ότι μέρος της Αίτησης και συγκεκριμένα τα σημεία Α, Β, Γ και Δ ζητούν να τροποποιήσουν την έκθεση απαίτησης ενώ τα σημεία E, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι και Κ, ζητούν να τροποποιήσουν το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Βασικός άξονας της θέσης των Αιτητών σε ό,τι αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο προέκυψε ανάγκη για τροποποίηση είναι ότι αυτή προέκυψε κατά το στάδιο που είχε ξεκινήσει η ακρόαση προβάλλοντάς περαιτέρω ότι τα δικόγραφα ετοιμάστηκαν από τους προηγούμενους δικηγόρους των Αιτητών. Από την πλευρά των Καθ'ων η Αίτηση προβάλλεται έντονα ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του Αιτήματος είναι υπέρμετρη. Καταρχήν πρέπει να αναφέρω ότι, δεν συμφωνώ με τη θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Αιτητές ότι το όλο θέμα της τροποποίησης προέκυψε στο στάδιο της Ακρόασης ούτε θεωρώ σχετικό παράγοντα το γεγονός ότι τα δικόγραφα ετοιμάστηκαν από τους προηγούμενους δικηγόρους των Αιτητων , αφού οι δικηγόροι των Αιτητών αντικαταστάθηκαν από το 2014, ενώ αρκετά από τα θέματα τα οποία οι Αιτητές προσπαθούν να τροποποιήσουν διά της παρούσης αιτήσεως, φαίνεται ότι έχουν τεθεί στο πλαίσιο των δικογραφημένων ισχυρισμών και συγκεκριμένα από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην οποία γίνονταν συγκεκριμένες αναφορές σε σχέση τόσο με την πληρωμή ΦΠΑ (μάλιστα ποσό προκύπτει να ζητείται και ως ανταπαίτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με το ΦΠΑ), όσο και σε σχέση με τις ουσιώδεις ημερομηνίες που οι Καθ'ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι έγινε η μεταξύ τους συμφωνία. Όπως έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Federal Bank v. Σιακόλα,(ανωτέρω) δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν έχει νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε προηγουμένως συνειδητοποιήσει ότι μερικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαία να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Υπομνύεται στην ίδια υπόθεση ότι αυτό καλύπτει ακόμα και παραλείψεις ή ελλείψεις που οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή λάθος του ίδιου του δικηγόρου του Αιτητή. Περαιτέρω στην υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, έγινε επανάληψη των όσων αναφέρθηκαν στην παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 (σελ. 710-711): " I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». (Οι υπογραμμίσεις δικές μου). Προκύπτει λοιπόν ότι μια καλόπιστη Αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, αλλά και συγκεκριμένα κάλυψη κενών και παραλείψεων που διαπιστώνονται στο δικόγραφο, δεν θα πρέπει να απορριφθεί απλά και μόνο επειδή η καθυστέρηση δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Ο λόγος της καθυστέρησης επομένως δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της Αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το πλαίσιο της κάθε υπόθεσης ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή και της άλλης πλευράς. Το γεγονός δε της καθυστέρησης τονίζω ότι δεν συνίσταται απαραίτητα και δεν εξισούται με κακή πίστη. Τούτων λεχθέντων αν και τονίζω ότι ο παράγοντας της καθυστέρηση δε έχει δικαιολογηθεί δεόντως από την πλευρά των Αιτητων κρίνω ότι από μόνος του δεν μπορεί να οδηγήσει την Αίτηση σε απόρριψη. Ομοίως ούτε το γεγονός ότι στην υπόθεση έχει ήδη ξεκινήσει η Ακροαματική Διαδικασία είναι από μόνος του λόγος για να απορρίψει Αίτημα για τροποποίηση. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται με τα δεδομένα της και στην παρούσα αν και η ακρόαση έχει ξεκινήσει, πρέπει να λεχθεί ότι έχει καταθέσει μόνο (και μάλιστα με ολιγόλεπτη μαρτυρία) ο διευθυντής των Αιτητών, του οποίου δεν έχει ακόμη καν ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του. Ως εκ τούτου, δεν έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα ή οτιδήποτε που να ανατρέψει την πορεία της υπόθεσης. Ούτε θα προκύψει αναγκαιότητα για επανακλήτευση μαρτύρων, αφού το αίτημα έχει υποβληθεί σε πολύ αρχικό στάδιο της ακρόασης. Συνεπώς δεν συμμερίζομαι την ομολογουμένως απόλυτη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης τροποποίησης θα καθιστούσε την όλη διαδικασία εντελώς καταχρηστική και έναντι κάθε αρχής δικαίου, Εξετάζοντάς τα αιτητικά ένα προς ένα παρατηρώ ότι με το Αιτητικό Α ζητείται στην ουσία η περιγραφή των επίδικων γεωργικών μηχανημάτων το οποίο δεν δημιουργεί οποιονδήποτε ουσιαστικό πρόβλημα ούτε και περιπλέκει τα θέματα απλά δίνει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τα επίδικα μηχανήματα συνεπώς το Αιτητικό Α υπόκειται σε έγκριση. Ομοίως το Αιτητικό Δ υπόκειται σε έγκριση, αφού πρόκειται εμφανώς για παροχή λεπτομερειών ενός ήδη υπάρχοντος στοιχείου ενώπιον του Δικαστηρίου, με το οποίο γίνεται συγκεκριμένη εξειδίκευση. Σε ότι αφορά το Αιτητικό Γ αυτό είναι εμφανές ότι αφορά απάλειψη τυπογραφικού λάθους και ομοίως με τα Αιτητικά Α και Γ υπόκειται σε έγκριση . Σε ότι αφορά το Αιτητικό Β με το οποίο ζητείται η προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 3 της φράσης: "πλέον Φ.Π.Α. ήτοι €115.000.", αποτελεί θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Αιτητές ότι εισάγεται νέα βάση αγωγής. Αυτή η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Παρατηρώ ότι η αιτούμενη προσθήκη στρέφεται γύρω από τα υπάρχοντα επίδικα θέματα, και συγκεκριμένα το θέμα του ΦΠΑ, το οποίο θίγεται με την υπεράσπιση, άρα δεν αποτελεί εισαγωγή νέου στοιχείου ούτε εκτροχιάζει τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου και το εν λόγω αιτητικό υπόκειται σε έγκριση. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τα αιτητικά που εγείρονται σε σχέση με την τροποποίηση της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Παρατηρώ ότι σε σχέση με το αιτητικό E γίνεται προσπάθεια εισαγωγής στο δικόγραφο της απάντησης δύο ισχυρισμών, ο πρώτος αφορά σχόλιο σε σχέση με την αποκάλυψη εγγράφων , και ο δεύτερος αφορά υπαινιγμό αλλοίωσης του συμφωνητικού εγγράφου στο οποίο αναφέρονται οι Καθ'ων η Αίτηση . Το πρώτο σημείο που αφορά στην αποκάλυψη εγγράφων δεν προσθέτει οτιδήποτε στην επιχειρηματολογία ή τα επίδικα θέματα. Το δεύτερο σκέλος όμως και συγκεκριμένα η ακόλουθη πρόταση:" Οι Ενάγοντες διαπίστωσαν τότε ότι εκτός του γεγονότος ότι πρώτη φορά έβλεπαν την παραγγελία αυτή, αυτή η παραγγελία είχε ημερομηνία 14/1/2008 και στον ίδιο τόπο που αναγράφεται η ημερομηνία αυτή γίνεται προσπάθεια να αναγραφτεί νέα χρονολογία ήτοι το έτος "2009", αφήνει ξεκάθαρες υπόνοιες προσπάθειας αλλοίωσης των εγγράφων το οποίο δεν είναι επίδικο θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι έγκριση του θα εκτροχιάσει αδικαιολόγητα τα επίδικα θέματα. Εδώ ενεργοποιείται ο παράγοντας του χρόνου και παρατηρώ ότι το χρονικό σημείο στο οποίο ζητείται η προσθήκη αυτού του ισχυρισμού, με δεδομένο ότι το έγγραφο κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών είναι από τις 7/11/11 στην κατοχή τους, σε συνδυασμό με την διευρυνση των επιδίκων θεμάτων που αναπόφευκτα φέρνει δεν ευνοεί την έγκρισή του. Μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίο τίθεται στην παράγραφο που επιθυμούν να εισάξουν , αφήνει την εντύπωση ότι η αποκάλυψη του εν λόγω εγγράφου στις 7/11/11 δημιούργησε έκπληξη στους Αιτητές το οποίο μάλιστα μελέτησαν εξονυχιστικά και διαπίστωσαν κατ' ισχυρισμό παραποίηση του. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αίτηση επί τούτου του σημείου σε αυτό το στάδιο και ως εκ τούτου το σημείο Ε απορρίπτεται. Το αιτητικό ΣΤ με το οποίο επιθυμείται η τροποποίηση της παραγράφου 4 Γ της απάντησης στην υπεράσπιση, ολίγη διαφοροποίηση δημιουργεί από την υφιστάμενη παράγραφο , δεν επαναπροσδιορίζει ούτε προσθέτει στα επίδικα θέματα. έχει αφού στην υφιστάμενη παράγραφο αναφέρεται το έγγραφο ημερομηνίας 16.1.09. Ως εκ τούτου και το εν λόγω αιτητικό υπόκειται σε έγκριση. Με το Αιτητικό Ζ, στην ουσία ζητείται η διόρθωση ενός τυπικού λάθους το οποίο δεν διαφοροποιεί τα επίδικα θέματα, ούτε και τα διευρύνει με οποιονδήποτε τρόπο και ως εκ τούτου επιτρέπεται. Το ίδιο ισχύει και με το Αιτητικό Η της Αίτησης η οποία στην ουσία ουδόλως διαφοροποιεί την παράγραφο 5 της απάντησης στην υπεράσπιση και συνεπώς δεν διευρύνει, ούτε αλλάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα θέματα. Σε σχέση με τις παραγράφους Θ και Ι, παρατηρώ ότι αυτές επιδιώκουν εκτεταμένη τροποποίηση της απάντησης στην υπεράσπιση με την παράγραφο Θ να θέτει ουσιαστικό κώλυμα για την ολοκλήρωση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, το οποίο εάν και δεν δικογραφείται με τον συγκεκριμένο τρόπο που επιδιώκεται, στην ουσία καλύπτεται από τις παραγράφους 5 και 6 της υφιστάμενης απάντησης όπου αναφέρεται ότι η μεταβίβαση του γεωργικού μηχανήματος δεν έχει γίνει εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση. Με την παράγραφο Θ, οι Αιτητές επιδιώκουν να συγκεκριμενοποιήσουν τον λόγο για τον οποίο δεν έγινε ποτέ η μεταβίβαση και δεν αντιλαμβάνομαι ότι αυτό διευρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα επίδικα θέματα αφού αποτελεί επίδικο θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταβίβαση ή όχι του εν λόγω οχήματος. Συνεπώς, και η παράγραφος Θ αφορά σε τροποποίηση που μπορεί να εγκριθεί. Σε ό,τι αφορά την παράγραφο Ι, παρατηρώ ότι αυτή επιδιώκει να εισάξει ισχυρισμό σε σχέση με ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με οφειλή που είναι επίδικο θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παράγραφος 8 που προσπαθούν να εισάξουν οι Αιτητές, αποτελεί στην ουσία αναδιατύπωση της υφιστάμενης παραγράφου 8 της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση με τη διαφοροποίηση ότι αφαιρείται ο ισχυρισμός περί καταγγελίας και σύλληψης του ατόμου το οποίο περιγράφουν από την Αστυνομία. Επιχειρείται δε η εισαγωγή της θέσης ότι το εν λόγω άτομο διατηρούσε στενή συνεργασία με τους Καθ' ων η Αίτηση. Θεωρώ ότι τα υπό αναφορά σημεία δεν διαφοροποιούν τις θέσεις των Αιτητών με τέτοιο τρόπο ώστε να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα ή να εισάγονται νέες βάσεις, και ως εκ τούτου κρίνω ότι μπορούν να επιτραπούν. Καταληκτικά με εξαίρεση το σημείο E, το οποίο ως αναφέρω με τον τρόπο που προσπαθεί η πλευρά των Αιτητών να το εισάξει, θέτει θέμα παραποίησης εγγράφου, η υπόλοιπη Αίτηση υπόκειται σε έγκριση. Καταληκτικά να αναφέρω ότι τα όσα αναφέρονται στην Ένσταση και στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με το αληθές ή όχι των ισχυρισμών που προσπαθούν οι Αιτητές να εισάξουν με την αιτούμενη τροποποίηση, ουδόλως μπορεί να ληφθεί υπόψη σε αυτό στο στάδιο. Για όλους τους λόγους που εξήγησα η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι και Κ της Αίτησης. Το αιτητικό της παραγράφου Ε της Αίτησης Απορρίπτεται. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης ως τα σημεία Α,Β,Γ και Δ της Αίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, να ακολουθήσει τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση εντός 10 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και να ακολουθήσει η τροποποίηση ως τα σημεία ΣΤ, Ζ,Η,Θ και Ι της Αίτησης της έκθεσης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση εντός 10 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο στον οποίο καταχωρήθηκε η Αίτηση, καθώς επίσης και το εύρος της αιτούμενης τροποποίησης, παρα την μερική επιτυχία της καταλήγω ότι τόσο τα έξοδα της Αίτησης, όσο και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της αγωγής αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.