ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΛΟΥΗ, Αρ. Αγωγής: 6183/2015, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6183/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας -και- ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΛΟΥΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Κ. Λουκά για κ.κ. Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο: κος Χριστοδούλου για κ.κ. Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία καταχωρίστηκε την 15/12/15, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου ως ακολούθως: «(Α) ΕΥΡΩ1.779,14σεντ δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και/ή τραπεζικών πιστώσεων και/ή εγγράφων συμφωνιών και/ ή δανείων και/ ή αναγνωρισμένων τραπεζικών λογαριασμών και/ ή ως υπόλοιπο τραπεζικών λογαριασμών και/ή λόγω Συμφωνιών Δανείου και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό (Unjust Enrichment) και/ ή άλλως πως. (Β) Τόκο προς 7,736% το χρόνο επί του ποσού ΕΥΡΩ1.755,75σεντ από την 01/09/2015 μέχρι εξοφλήσεως. (Γ) Κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης.» Αξιώνει περαιτέρω τα έξοδα της διαδικασίας. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί: Συμφωνά με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, η Ενάγουσα διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Περί την 12/06/2008 η Ενάγουσα, κατέληξε σε συμφωνία με τον Εναγόμενο όπως παρέχει προς αυτόν δάνειο και/ή πίστωση υπό τύπον Τρεχούμενου Λογαριασμού και/ή λογαριασμού όψεως και/ή άλλου λογαριασμού και/ή άλλως παρέχει πιστώσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής η οποία διέπετο από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, η Ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αριθμό 0142-11-003899 Τρεχούμενο Λογαριασμό με όριο €8.500.- προς όφελος του Εναγόμενου. Ουσιώδεις όροι της πιο πάνω συμφωνίας ήταν ότι: «(α) Η διευκόλυνση θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση. (β) Η διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 3 μηνών Euribor το οποίο ανερχόταν σε 4,857% κατά τη χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας προσαυξημένο κατά 2,25% ετησίως. Δηλαδή σύνολο επιτοκίου: 7,107% το χρόνο. (γ) Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (δ) Η Ενάγουσα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί άλλες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Εναγόμενο που θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Περί την 25/06/2012 συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου νέα συμφωνία η οποία διέπετο από τον περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010 (Ν. 106(I)/2010), αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό υπ' αριθμό 0142-11-
- Η πιο πάνω αναφερόμενη Συμφωνία ημερ. 25/06/2012 διέπετο μεταξύ άλλων από τους ακόλουθους ουσιώδεις όρους: «(α) Το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού θα μειωνόταν από €8.500.- σε €.500.-. (β) Το όριο του Τρεχούμενου Λογαριασμού θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. (γ) Σε περίπτωση υπερβάσεων στο όριο του Τρεχούμενου Λογαριασμού, ο Λογαριασμός θα επιβαρυνόταν επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου με τόκο υπερημερίας επί του ποσού της υπέρβασης. (δ) Η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία του Τρεχούμενου Λογαριασμού και να ζητούσε από τον Εναγόμενο κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας προμήθειας, και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» Την 18/11/2014 ο εν λόγω Λογαριασμός παρουσίασε κατά παράβαση των Συμφωνών ημερ. 12/06/2008 και 25/06/2012, χρεωστικό υπόλοιπο €1.666,10σεντ πλέον τόκους και καθυστερήσεις €152,43σεντ. Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 18/11/2014 ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το υπόλοιπο και ζήτησε την εξόφληση του εντός 21 ημερών, πληροφορώντας τον ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του, ο Λογαριασμός του θα τερματιζόταν και θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας και άλλα έξοδα. Ο Εναγόμενος την 17/06/2015 τερμάτισε τη λειτουργία του πιο πάνω Λογαριασμού και κάλεσε τον Εναγόμενο όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο από αυτόν ποσό, το οποίο κατά ή περί την 17/06/2015 ανερχόταν στο ποσό των €1.750,99σεντ, πλέον τόκους. Την 31/08/2015 ο Λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €1.779,14σεντ πλέον τόκο προς 7,736% ετησίως από την 01/09/2015 επί ποσού €1.755,75σεντ και κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος παραδέχεται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως τούτοι παρατίθενται ανωτέρω στις 3 πρώτες παραγράφους ανωτέρω υπό τον τίτλο «Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί» και προσθέτει εν συνεχεία τα ακόλουθα: Το χρεωστικό υπόλοιπο που προβάλλει η Ενάγουσα είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων, τόκων και τόκων υπερημερίας. Η δε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 25/06/2012 διέπετο από τον περί τον Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010 (106(Ι)/2010). Θέση του είναι επίσης ότι ουδεμία επιστολή έλαβε από τους Ενάγοντες. Καταλήγει δε ότι «δεν οφείλει τα ποσά που αξιώνει η ενάγουσα». Μαρτυρία: Κατά την ημερομηνία ορισμού της κλήσης για οδηγίες σύμφωνα με την Δ.30 εξεδόθη εναντίον του Εναγομένου διάταγμα για ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Εν συνεχεία η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες για να δοθούν οδηγίες αναφορικά με την προσκόμιση μαρτυρίας. Οι οδηγίες δόθηκαν και ορίστηκε την ίδια μέρα για ακρόαση. Οι διάδικοι επέλεξαν να παρουσιάσουν από ένα μάρτυρα. Καταχωρήθηκαν σχετικά για την πλευρά της Ενάγουσας ένορκη δήλωση του κου Μάριου Κουντούρη και για την πλευρά του Εναγομένου ένορκη δήλωση του ιδίου. ΜΕ1 - Μάριος Κουντούρης: Στην Ένορκη του δήλωση ο μάρτυς που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας από το 1991 και είναι τοποθετημένος σήμερα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφα τα οποία ως αναφέρει βρίσκονται στην κατοχή και τη φύλαξη του σε ξεχωριστό φάκελο του πελάτη που διατηρεί το τμήμα του στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. · Επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς λέγοντας ότι η Ενάγουσα κατέληξε σε συμφωνία με τον Εναγόμενο όπως παρέχει προς αυτόν τραπεζικές διευκολύνσεις. Με βάση την Συμφωνία αυτή ημερομηνίας 12/06/2008 η οποία διέπετο από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, η Ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αριθμό 0142-11-003899 Τρεχούμενο Λογαριασμό με όριο €8.500.- (Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α η Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού ημερ. 12/06/2008). · Ουσιώδεις όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 12/06/2008 ήταν οι ακόλουθοι: «(α) Η διευκόλυνση θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση. (β) Η διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 3 μηνών Euribor το οποίο ανερχόταν σε 4,857% κατά τη χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας προσαυξημένο κατά 2,25% ετησίως. Δηλαδή σύνολο επιτοκίου: 7,107% το χρόνο. (γ) Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (δ) Η Ενάγουσα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί άλλες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Εναγόμενο που θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» · Εν συνεχεία, την 25/06/2012 η Ενάγουσα προήλθε σε νέα συμφωνία με τον Εναγόμενο η οποία διέπετο από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης του 2010 αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό υπ' αριθμό 0142-11-003899 (Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β η Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού ημερ. 25/06/2012). Ουσιώδεις όροι εκείνης της συμφωνίας ήταν μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι: «(α) Το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού θα μειωνόταν από ΕΥΡΩ8.500,00σεντ σε ΕΥΡΩ1.500,00σεντ. (β) Το όριο του Τρεχούμενου Λογαριασμού θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. (γ) Σε περίπτωση υπερβάσεων στο όριο του Τρεχούμενου Λογαριασμού, ο Λογαριασμός θα επιβαρυνόταν επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου με τόκο υπερημερίας επί του ποσού της υπέρβασης. (δ) Η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία του Τρεχούμενου Λογαριασμού και να ζητούσε από τον Εναγόμενο κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας προμήθειας, και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» · Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Ενάγουσα ως τραπεζικό ίδρυμα, για να ελέγχει τη κίνηση των λογαριασμών των πελατών τους διατηρούν τραπεζικά βιβλία τα οποία τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή σε ένα κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η διαδικασία που ακολουθείται από την Ενάγουσα για το άνοιγμα ενός λογαριασμού και η οποία ακολουθήθηκε και στην παρούσα περίπτωση είναι η ακόλουθη: Υπάρχει ένας υπολογιστής όπου φυλάγονται τα στοιχεία και οι καταχωρήσεις των λογαριασμών. Με αυτόν είναι ενωμένοι ηλεκτρονικά όλοι οι υπολογιστές της Ενάγουσας ώστε ο κάθε υπολογιστής των υπαλλήλων να δείχνει τις πληροφορίες που έχει μέσα ο κεντρικός υπολογιστής. Μέσω των υπολογιστών στα καταστήματα γίνονται οι σχετικές καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των πελατών με αποτέλεσμα να αλλάζουν αυτόματα και οι πληροφορίες που φαίνονται στον κεντρικό υπολογιστή. Όταν ανοίξει ένας λογαριασμός, στο όνομα του πελάτη, καταχωρούνται τα στοιχεία μέσα στον υπολογιστή ο οποίος στην ουσία αποτελεί το «Τραπεζικό Βιβλίο». Ο κεντρικός αυτός υπολογιστής και κατά συνέπεια όλες οι καταχωρήσεις (οι οποίες γίνονται κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της τράπεζας) βρίσκονταν και βρίσκονται πάντα υπό την κατοχή και τον έλεγχο της Ενάγουσας. Ο υπολογιστής αυτός, εκτός από το ότι χρησιμοποιείται ως το Τραπεζικό Βιβλίο, προβαίνει αυτόματα στις αυξομειώσεις στους λογαριασμούς των πελατών όταν υπάρχει οποιαδήποτε καταχώρηση σε αυτούς, πιστώσεις και χρεώσεις. Επίσης υπολογίζει αυτόματα τον τόκο και το υπόλοιπο ποσό στο λογαριασμό. Οι καταχωρήσεις στον κεντρικό υπολογιστή είναι ο μόνος τρόπος και χώρος όπου γίνονται οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των πελατών και έτσι ο κεντρικός αυτός υπολογιστής και κατ' επέκταση όλες οι καταχωρήσεις σε όλους τους λογαριασμούς αποτελούν τα συνήθη Τραπεζικά Βιβλία της Ενάγουσας. · Επισυνάπτει ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ» κατάσταση του Λογαριασμού υπ' αρ. 0142-11-003899 για τη χρονική περίοδο 30/06/2012 - 30/12/
- Κατά την 30/12/2016, αναφέρει ο μάρτυς, το υπόλοιπο ήταν χρεωστικό υπόλοιπο €1.971,54σεντ πλέον τόκους. Την 18/11/2014 ο εν λόγω Λογαριασμός παρουσίαζε, κατά παράβαση των Συμφωνιών ημερ. 12/06/2008 και 25/06/2012, χρεωστικό υπόλοιπο €1.666,10σεντ πλέον τόκους και καθυστερήσεις €152,43σεντ. Η Ενάγουσα ένεκα τούτου, με επιστολή της ημερομηνίας 18/11/2014 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ) ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το υπόλοιπο και ζήτησε την εξόφληση του εντός 21 ημερών, πληροφορώντας τον ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του, ο Λογαριασμός θα τερματιζόταν και θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας και άλλα έξοδα. Την 17/06/2015 η Ενάγουσα τερμάτισε εν τέλει τη λειτουργία του πιο πάνω Λογαριασμού αφού δεν υπήρξε συμμόρφωση ως η επιστολή ημερομηνίας 18/11/
- Με επιστολή της ιδίας ημερομηνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε) κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το οφειλόμενο από αυτόν ποσό, το οποίο κατά ή περί την 17/06/2015 ανερχόταν στο ποσό των €1.750,99σεντ, πλέον τόκους, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση από τον Εναγόμενο. · Την 31/08/2015 ο Τρεχούμενος Λογαριασμός του Εναγόμενου με αρ. 0142-11-003899 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΕΥΡΩ1.779,14σεντ πλέον τόκο προς 7,736% ετησίως από 01/09/2015 επί ποσού ΕΥΡΩ1.755,75σεντ με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ο Εναγόμενος παραλείπει μέχρι σήμερα να εξοφλήσει το υπόλοιπο. ΜΥ1 - Εναγόμενος: Ο Εναγόμενος στη δική του ένορκη δήλωση δεν αμφισβητεί την υπογραφή της συμφωνίας ούτε τα όσα ο μάρτυρας της Ενάγουσας παραθέτει. Αναφέρει ωστόσο ότι οι απαιτήσεις της Ενάγουσας, όπως αυτές παρουσιάζονται στην έκθεση απαίτησης και στην σχετική ένορκη μαρτυρία που κατατέθηκε 13/03/2017, αντίκεινται στο Ν. 93
(1)/96 (Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν. 93(I)/1996)), στον περί Συμβάσεων Νόμος (ΚΕΦ.149), στον περί Δικαστηρίων Νόμο τoυ 1960 (Ν. 14/1960), σε Κανονισμούς και Διατάγματα και σε άλλη εθνική και Ευρωπαϊκή νομοθεσία, Οδηγίες και Κανονισμούς. Ειδικότερα, έχουν αναφέρει παραβιαστεί Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες εκδόθηκαν μετά το «κούρεμα καταθέσεων» και αφορούν την υποχρέωση και/ή δυνατότητα αναδιαρθρώσεων, ακριβώς λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι δε φανερό, ότι η ενάγουσα αγνοεί και/ή δεν εφαρμόζει αυτές τις νομοθεσίες. Θέση του είναι ότι οποιεσδήποτε χρεώσεις πέραν του 3,5% αντίκεινται στην Νομοθεσία και έχουν επιβληθεί καταχρηστικά, η χρέωση επιτοκίου με ποσοστό 7,107% το χρόνο και/ή 7,736%, υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό το νόμιμο. Αναφέρει επίσης ότι οποιεσδήποτε χρεώσεις που αφορούν σε διαχείριση λογαριασμού, είτε σε προμηθειών, είτε σε επιβολής δικηγορικών εξόδων, στο υπόλοιπο του λογαριασμού, ή και τόκων υπερημερίας, ή και τόκων «collection» ή και ανατοκισμοί παραβιάζουν τις άνω νομοθεσίες. Ακροαματική Διαδικασία: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αγωγής ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβαλαν τις θέσεις και εισηγήσεις τους γραπτώς στα πλαίσια των αγορεύσεων τους τις οποίες ετοίμασαν γραπτώς. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο σημείο αυτό με λεπτομέρεια στις θέσεις που προβάλλουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Ανάπτυξη θα γίνει μεταγενέστερα όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Τώρα, από τις έγγραφες προτάσεις του Εναγομένου προκύπτει ότι η διαφωνία του σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του έγκειται στο ότι Το χρεωστικό υπόλοιπο που αξιώνει η Ενάγουσα είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων, τόκων και τόκων υπερημερίας 2ον ότι Δεν οφείλει τα ποσά που αξιώνει η ενάγουσα και 3ον ότι Γ. Ουδεμία επιστολή έλαβε από τους Ενάγοντες. Ανατρέχοντας στην μαρτυρία του, διαπιστώνεται ότι ουδέν αναφέρει σχετικά με την 3η υπεράσπιση την οποία προβάλλει στα δικόγραφα του. Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί αφού ούτε και ο συνήγορος του Εναγομένου στα πλαίσια των αγορεύσεων του προέβαλε ή αναπτύσσει κάτι σχετικό περί μη αποστολής επιστολής στον Εναγόμενο σχετικά με τον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Σε ό,τι αφορά την 1η Υπεράσπιση που προβάλλεται στα δικόγραφα, αυτό που αναφέρει σχετικά ενόρκως ο Εναγόμενος, δεν είναι παράθεση συγκεκριμένων ποσών υπερχρεώσεων, τόκων ή άλλως πώς τα οποία του καταλογίζει ή χρεώνει, ορθότερα η Τράπεζα, παρά μόνο παραπέμπει σε νομοθετήματα τα οποία θέση του είναι ότι η Τράπεζα παραβίασε χωρίς ωστόσο να επικαλείται ακυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο γενικώς και αορίστως «παράνομες χρεώσεις» και χρέωση τόκου υπέρ του προβλεπομένου από τον Περί Δικαστηρίων Νόμο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 θα πρέπει να πω ότι δεν εντοπίζονται σε αυτή οιεσδήποτε αντιφάσεις ενώ το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος της δεν έχει αμφισβητηθεί με την ένορκη δήλωση του Εναγομένου ή άλλως πώς. Τα όσα δε ο μάρτυς αναφέρει, υποστηρίζονται από τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη του δήλωση τα οποία και υποστηρίζουν τα όσα αναφέρει. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Πρόσθετα και ειδικότερα αναφέρεται ότι οι δηλώσεις του μάρτυρα σχετικά με το Τεκμήριο Γ της Ενόρκου Δηλώσεως του κρίνω ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμος (ΚΕΦ.9)[1], ως αντιγράφου τραπεζικού βιβλίου. Αναφέρει ο μάρτυρας στην ένορκη δήλωση του χωρίς να υπάρχει ίχνος αμφισβήτησης της δήλωσης αυτής από την πλευρά του Εναγομένου: «Ενόψει των πιο πάνω που έχω εξηγήσει αναλυτικά, είναι η θέση μου ότι η Κατάσταση του Λογαριασμού αρ. 0142-11-003899 την οποία έχω καταθέσει ήδη ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ, αποτελεί στην ουσία αντίγραφο καταχώρισης στα Τραπεζικά Βιβλία των Εναγόντων και δεδομένου του γεγονότος ότι η εκτύπωση έγινε αυτόματα και χωρίς οποιαδήποτε αντιγραφή από μέρους μου και λόγω του ότι έχω κάνει έλεγχο των καταχωρήσεων που φαίνονται στο εν λόγω ΤΕΚΜΗΡΙΟ και των καταχωρήσεων που ευρίσκονται στο ηλεκτρονικό Τραπεζικό Βιβλίο της Ενάγουσας, είμαι σε θέση να δηλώσω με βεβαιότητα ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ αυτό είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο Τραπεζικό Βιβλίο της Ενάγουσας.» Η πιο πάνω δήλωση σε συνδυασμό και με τις πρόσθετες αναφορές του στο σύστημα διαχείρισης πληροφοριών και καταχωρήσεων της Τράπεζας, πληροί θεωρώ τις απαιτήσεις του άρθρου 22
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου ώστε να οδηγηθώ στην αποδοχή του «Τεκμηρίου Γ» ως Τραπεζικού βιβλίου. Η αποδοχή του έγγραφου αυτού ως Τραπεζικού βιβλίου, τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση της ενάγουσας και αποδεικνύει τούτη πλην καθ' ήν έκταση η μαρτυρία που περιέχει ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. (βλ. επίσης Σιάτης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2000)1Γ ΑΑΔ 1598) ούτε και έχουν αμφισβητηθεί οι καταχωρηθείσες στο Τεκμήριο Γ συναλλαγές. Αμφισβητείται μόνο η δυνατότητα χρέωσης του ύψους του τόκου που χρέωνε η Ενάγουσα στη βάση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και των Νομοθετημάτων αλλά και των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας οι χρέωση τόκων που χαρακτηρίστηκαν ως τόκος «collection» και οι ανατοκισμοί. Πέραν όμως των γενικών αυτών ως μπορούν να χαρακτηριστούν και χαρακτηρίζονται ισχυρισμών, ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένα χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού ούτε και προέβαλε αντίλογο αναφορικά με το ποιο είναι το σημερινό υπόλοιπο που οφείλει στην Ενάγουσα. Η μόνη ασυμφωνία που εντοπίζεται στα λεχθέντα υπό του μάρτυρα και των Τεκμηρίων που επισυνάπτει είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με το «Τεκμήριο Γ» και τη σελίδα αυτού που αναφέρεται στην περίοδο 30/05/15 - 17/06/15 ήτοι την ημέρα τερματισμού, το υπόλοιπο του λογαριασμού δεν ήταν €1,755,75 υπόλοιπο το οποίο παρουσιάζεται κατά την 30/06/15 και αφού προσετέθη τόκος €27,20 την 01/07/15, αλλά €1.728,
- Άρα την ημέρα τερματισμού του λογαριασμού το υπόλοιπό αυτού ήταν €1.728,
- και όχι €1,755,
- Τα όσα βεβαίως εδώ αναφέρονται δεν είναι αρκετά ή και υπέχουν τέτοια δύναμη που να κλονίσουν το περιεχόμενο της μαρτυρίας του η οποία και κατά λοιπά γίνεται αποδεκτή. Ερχόμενη τώρα να αξιολογήσω τη μαρτυρία του Εναγομένου θα πρέπει καταρχήν να σημειώσω ότι δεν αμφισβητούνται με αυτή τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν την αξίωση. Αμφισβητείται μόνο η δυνατότητα χρέωσης του ύψους του τόκου που χρέωνε η Ενάγουσα στη βάση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, στη βάση διαφόρων Νομοθετημάτων αλλά και στη βάση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, του τόκου «collection» και/ή οι ανατοκισμοί. Πέραν όμως των γενικών αυτών ως μπορούν να χαρακτηριστούν, ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του, δεν αμφισβήτησε ειδικά χρεώσεις στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ούτε και προέβαλε αντίλογο αναφορικά με το ποιό είναι το σημερινό υπόλοιπο που οφείλει στην Ενάγουσα. Έχοντας όμως κατά νου τα όσα αναφέρονται στην απόφαση στην πολιτική έφεση ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, 17/10/2014 θα πρέπει να σημειώσω από τώρα ότι η μαρτυρία του δεν έχει τέτοια δυναμική που να μπορεί να υποβοηθήσει στην αποδοχή των ισχυρισμών του οι οποίοι ωστόσο θα εξεταστούν βεβαίως από νομικής σκοπιάς. Σημειώνονται επίσης από τώρα και τα λεχθέντα στην αμέσως προαναφερθείσα απόφαση ότι δεν είναι «επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο». Ευρήματα: Η Τράπεζα ως Ενάγουσα, φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζα Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858[2]). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που μένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Τέτοια θέματα, ως υποδεικνύεται στην Πολ. Εφεση 335/2009 (ανωτέρω) εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος. Όταν όμως ο Εναγόμενος λαμβάνει μέρος στη διαδικασία και δεν παρουσιάζει μαρτυρία τότε αυτό που απομένει είναι η εκδοχή της Ενάγουσας. Η κατάθεση Τεκμηρίου το οποίο κρίνεται και χαρακτηρίζεται ως μέρος Τραπεζικού Βιβλίου που περιέχει όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν αφήνει περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν. Από τους δικογράφημενους ισχυρισμούς των δύο πλευρών αβίαστα εξάγεται ότι τα ακόλουθα γεγονότα μπορούν να καταστούν ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης αφού αυτά δεν αμφισβητούνται ή και γίνονται ρητώς παραδεκτά στα δικόγραφα των δύο πλευρών και συνεπώς αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου: · Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με έδρα τη Λευκωσία και η οποία κατόπιν αδείας, νομίμως διεξάγει Τραπεζικές Εργασίες στην Κύπρο. Δυνάμει ειδικού ψηφίσματος, το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 12/07/2004, μετονομάστηκε σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. · Την 12/06/2008 η Ενάγουσα, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση με την παρούσα αγωγή παρίσταντο στις συναλλαγές με την επωνυμία Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ κατέληξε σε συμφωνία με τον Εναγόμενο όπως παρέχει προς αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις δια χορήγησης πιστωτικού ορίου υπό τύπον Τρεχούμενου λογαριασμού. · Η προαναφερόμενη συμφωνία ημερομηνίας 12/06/2008 διέπετο από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του
- Στη βάση αυτής της συμφωνίας, η Ενάγουσα άνοιξε τον υπ αριθμό 0142-11-003899 Τρεχούμενο Λογαριασμό με πιστωτικό όριο €8.500.- προς όφελος του Εναγόμενου. · Ουσιώδεις όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 12/06/2008 ήταν ότι: (α) Η διευκόλυνση θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση. (β) Η διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 3 μηνών Euribor το οποίο ανερχόταν σε 4,857% κατά τη χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας προσαυξημένο κατά 2,25% ετησίως. Δηλαδή σύνολο επιτοκίου: 7,107% το χρόνο. (γ) Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. (δ) Η Ενάγουσα δικαιούτο να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί άλλες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Εναγόμενο που θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. · Την 25/06/2012 υπεγράφη νέα συμφωνία σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό υπ' αριθμό 0142-11-003899 μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου η οποία διέπετο από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του
- Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: · Στη βάση της Συμφωνίας ημ. 12/06/2008 η Ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αριθμό 0142-11-003899 Τρεχούμενο Λογαριασμό με όριο €8.500.- · Την 25/06/2012 η Ενάγουσα σύναψε νέα συμφωνία με τον Εναγόμενο η οποία διέπετο από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης του 2010 σχετικά με τον προαναφερόμενο λογαριασμό. · Ουσιώδεις όροι εκείνης της συμφωνίας ήταν μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι: «(α) Το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού μειωνόταν από €8.500.- €1.500.-. (β) Το όριο του Τρεχούμενου Λογαριασμού θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. (γ) Σε περίπτωση υπερβάσεων στο όριο του Τρεχούμενου Λογαριασμού, ο Λογαριασμός θα επιβαρυνόταν επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου με τόκο υπερημερίας επί του ποσού της υπέρβασης. (δ) Η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία του Τρεχούμενου Λογαριασμού και να ζητούσε από τον Εναγόμενο κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας προμήθειας, και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» · Σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από 3 μηνών Euribor προσαυξημένος κατά 5,75%. Κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας το επιτόκιο διαμορφωνόταν ως ακολούθως Euribor 0,668% πλέον 5,75% προσάυξηση · Το «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ» ήτοι η κατάσταση του Λογαριασμού υπ' αρ. 0142-11-003899 για τη χρονική περίοδο 30/06/2012 - 30/12/2016 συνιστά αντίγραφων καταχωρήσεων σε Τραπεζικά Βιβλία και συνεπώς ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των επί τούτου καταχωρήσεων καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών. · Την 18/11/2014 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε, χρεωστικό υπόλοιπο €1.666,10σεντ πλέον τόκους και καθυστερήσεις €152,43σεντ. · Η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 18/11/2014 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ) ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το υπόλοιπο και ζήτησε την εξόφληση του εντός 21 ημερών, πληροφορώντας τον ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του, ο Λογαριασμός θα τερματιζόταν και θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας και άλλα έξοδα. · Την 17/06/2015 η Ενάγουσα με επιστολή της ιδίας ημερομηνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε), τερμάτισε τη λειτουργία του πιο πάνω Λογαριασμού αφού δεν υπήρξε συμμόρφωση ως η επιστολή ημερομηνίας 18/11/2014 και κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το οφειλόμενο από αυτόν ποσό. Η Ενάγουσα με την επιστολή της ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι ο λογαριασμός θα συνεχίσει να χρεώνεται με τόκο σύμφωνα με τα ποσοστά που ίσχυαν πλέον τόκο υπερημερίας 2%. · Ως αποκαλύπτεται στη σελίδα του «Τεκμηρίου Γ» που αφορά την περίοδο από 30/05/15 - 17/06/15 το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία Τερματισμού ανερχόταν στο ποσό των €1.728,55σεντ. Το ποσό αυτό είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ήταν το υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας την 17/06/15 αφού οι ισχυρισμοί του Εναγομένου τόσο στο Δικόγραφο του όπου αναφέρει ότι «το ποσό το οποίο οι ενάγοντες αναφέρουν ως χρεωστικό υπόλοιπο είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων, τόκων και τόκων υπερημερίας» όσο και στην έγγραφη μαρτυρία του όπου ό,τι σχετικά αναφέρει είναι ότι «οποιεσδήποτε χρεώσεις πέραν του 3,5% αντίκεινται στις πιο νομοθεσίες, έχουν επιβληθεί καταχρηστικά και ειδικότερα η χρέωση επιτοκίου με ποσοστό 7,107% το χρόνο και/ή 7,736% το οποίο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση μαρτυρία της ενάγουσας, υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό το νόμιμο» και ότι αντίκεινται στην Νομοθεσία, παρέμειναν γενικοί και αόριστοι σε τέτοιο βαθμό που δεν ανατρέπουν το Τεκμήριο που ως ανωτέρω εξηγείται δημιουργεί το Τεκμήριο Γ. Ο μάρτυρας της Ενάγουσας ουδόλως έχει αντεξεταστεί από την πλευρά της Υπεράσπισης επί των χρεώσεων του Τεκμηρίου Γ ούτε και έχει υπάρξει καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας αίτημα για αντεξέτασης του για να εξηγήσει τις επί του Τεκμηρίου Γ καταχωρήσεις. Στην υπόθεση Τσιακλιδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1031 το Δικαστήριο στην σελίδα 777 της απόφασης του αναφέρει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, κρίνουμε, ότι η θέση του Δικαστηρίου πως οι σχετικοί με τα ποσά τα οποία ζητούσε ο Εφεσείων να αφαιρεθούν ισχυρισμοί δεν ήταν δικογραφημένοι, ήταν σωστή. Η θέση του Εφεσείοντα ότι καλυπτόταν το θέμα από τους γενικούς ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης, δεν είναι ορθή. Καμία ειδική αναφορά στο θέμα δεν έγινε στα δικόγραφα, αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε προφορική ή άλλη μαρτυρία εκ μέρους του Εφεσείοντα-εναγομένου που να υποστηρίζει τη θέση αυτή. Έτσι, δε χωρεί επέμβαση μας στο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη τράπεζα απέδειξε την υπόθεση της αναφορικά με το οφειλόμενο από τον Εφεσείοντα ποσό, όπως προέκυπτε από το Τεκμήριο 52.» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας.) Πρόσθετα και αναφορικά με την υποχρέωση του Εναγομένου να αποδείξει με μαρτυρία οποιεσδήποτε χρεώσεις αμφισβητεί στις καταστάσεις των επίδικων Τραπεζικών Λογαριασμών, σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Κόμπου Αντώνης ν. Universal Bank Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 όπου το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε το πιο πάνω σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου και κρίνουμε ότι η κατάληξη του είναι, με βάση τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ορθή. Η υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Coral Foods Ltd. κα Πολ. Έφεση αρ. 276/05 ημερ. 17/9/08, που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα για να υποστηρίξει τη θέση του ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν το τελικό ποσό που όφειλε ο Εφεσείων, κρίνουμε ότι διακρίνεται από την παρούσα ως προς τα γεγονότα της, για τους εξής βασικά λόγους: (α) διότι σ' εκείνη την υπόθεση δεν ήσαν σε θέση οι Ενάγοντες να επεξηγήσουν συγκεκριμένες χρεώσεις που εμφανίζονταν στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν με βάση το άρθρο 5 Α
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ούτως ώστε η βαρύτητα τους δεν κρίθηκε αρκετή να υποστηρίξει την απαίτηση, (β) διότι στην υπόθεση εκείνη είχε εφαρμογή ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77 ως είχε τροποποιηθεί) που περιόριζε το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου στο 9% και (γ) διότι υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Στην παρούσα περίπτωση ενώ ο μάρτυρας των Εφεσίβλητων Μουαϊμης, που παρουσίασε τα τεκμήρια 18 και 19 (καταστάσεις λογαριασμού), αντεξετάστηκε για άλλα θέματα, δεν του ζητήθηκε, όπως ορθά αναφέρει και το πρωτόδικο δικαστήριο, να εξηγήσει τις καταχωρήσεις στα εν λόγω τεκμήρια. Επομένως, όσον αφορά το παράπονο ότι δεν αποδείχθηκαν τα υπόλοιπα των λογαριασμών, ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας.) Η θέση της Ενάγουσας όπως διατυπώνεται πιο πάνω ότι το άρθρο 22 του Κεφ. 9 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι οι καταχωρήσεις που υπάρχουν στα Τραπεζικά Βιβλία είναι ορθές και ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον Εναγόμενο για να το ανατρέψει αυτό. Στην ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ κ.α. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2010, 8/7/2014 το Εφετείο αναφέρει τα ακόλουθα: «... Σύμφωνα με τον Νόμο, αντίγραφα των καταχωρήσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρήσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρημένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ -ν- Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από την Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της Τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι η καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρήσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού, ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών.» Έχοντας κατά νου συνεπώς το σύνολο των ανωτέρω καταλήγω συνεπώς στο εύρημα ότι το ποσό των €1.728,55σεντ ήταν το υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ήτοι την 17/06/15 ενώ καμία πληρωμή δεν έχει γίνει έκτοτε. · Ερχόμενη τώρα στο ύψος του επιτοκίου που η Ενάγουσα ζητά. Διαπιστώνεται εν πρώτοις ότι το συμβατικό επιτόκιο κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης ήτοι της σύμβασης ημερομηνίας 25/06/12 ανερχόταν στο ποσοστό του 6,418% ήτοι 0,668% πλέον προσαύξηση 5,75%. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας σύμφωνα και με το Τεκμήριο Ε στο επιτόκιο αυτό προστέθηκε τόκος υπερημερίας ύψους 2%. Κατά συνέπεια με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία με βάση τη συμφωνίας, ο τόκος ανέρχεται στο ποσοστό του 8,418%. Ωστόσο έχει περιοριστεί και αξιώνεται τόκος 7,736%. Εξετάζοντας τώρα τη δυνατότητα της Τράπεζα για επιβολή τόκου υπερημερίας και το ύψος του αξιούμενου τόκου η Νομολογία έχει καταδείξει ότι οι χρεώσεις των τόκων πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών δανείου (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Ρητώς αναφέρεται στον όρο 10 της συμφωνίας ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθεί ποσό κατά την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο τότε το εκάστοτε υπόλοιπο θα βαρύνεται με τόκο υπερημερίας από την ημέρα που αυτό κατέστη πληρωτέο. Σύμφωνα με τον ίδιο όρο, το ποσοστό Υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον πελάτη. Όλες οι χρεώσεις περιλαμβανομένου και του τόκου Υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνται σύμφωνα με την πρακτική της Τράπεζα που κατά το επίδικο χρόνο ήταν να κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες. Σύμφωνα με το άρθρο 3(1α) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(I)/1999) από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου 2014 (ήτοι την 09/09/14), το επιτόκιο υπερημερίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%, βάσει δε της υποπαραγράφου (1β) του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου 2015 (την 07/5/15), η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος απόδειξης ότι, ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας, αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά[3]. Φυσικά η επιβολή τόκου Υπερημερίας από το πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι δικαιωματική. Τούτο θα πρέπει να προνοείται ρητά από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που δόθηκε και έγινε αποδεκτή το περιεχόμενο του όρου 10 της επίδικης συμφωνίας αλλά και το ότι το ποσοστό του τόκου Υπερημερίας που αξιώνεται δεν υπερβαίνει το προνοούμενο υπό του Νόμου μέγιστο ποσοστό Υπερημερίας που μπορεί να χρεωθεί καταλήγω ότι μετά τον Τερματισμό της συμφωνίας το συνολικό επιτοκίου επί των καθυστερημένων οφειλών ανερχόταν στο ποσοστό του 7,736% ως έχει περιοριστεί από το μάρτυρα της Ενάγουσας. Ζητήματα που αναφύονται από την Αγόρευση του Εναγομένου: Ο Εναγόμενος παραπονείται ότι η Ενάγουσα παραβίασε την ειδοποίηση του ημερομηνίας 16/4/17 για προσαγωγή εγγράφων προς επιθεώρηση κατά παράβαση της Δ. 28 Θ.7 με αποτέλεσμα να στερούνται της δυνατότητας να καταθέσει έγγραφο που αναφέρονται στην Ε/Α τους με αποτέλεσμα τα έγγραφα που κατατέθηκαν στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης Μαρτυρίας της ενάγουσας να μην είναι ενώπιον του δικαστηρίου νόμιμα. Η επιγραμματική αυτή εισήγηση του συνηγόρου του Εναγομένου ουδόλως μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι αυτή στερείται τόσο νομικού όσο και πραγματικού ερείσματος. Επί του σημείου τούτου που θίγει η πλευρά του Εναγομένου, θα πρέπει να λεχθεί ότι στις 04/11/16 εξεδόθησαν διατάγματα αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων. Η Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από πλευράς Ενάγουσας, έλαβε χώρα στις 02/03/17 και επί τούτης μάλιστα επισυνάπτονται τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα. Πρόσθετα σημειώνεται ότι στις 23/01/17 ημέρα κατά την οποία η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες οι συνήγοροι των διαδίκων εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και ζήτησαν οδηγίες για καταχώρηση μαρτυρίας χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση της Ενάγουσας με το Διάταγμα επιθεώρησης. Ούτε και ετέθη οιονδήποτε θέμα μετά την καταχώρηση από την πλευρά της Ενάγουσας της μαρτυρίας της και πριν την καταχώρηση της μαρτυρίας του Εναγομένου προς. Τα έγγραφα συνεπώς που η Ενάγουσα προτίθετο να παρουσιάσει και παρουσίασε κατά την ακρόαση που υπενθυμίζεται ότι έγινε στη βάση Ενόρκων Δηλώσεων ήταν στη διάθεση του Εναγομένου και ουδέν ζήτημα ηγέρθη παρά μόνο της απλής αναφοράς που γίνεται στην Γραπτή του Αγόρευση. Η Δ.28 Θ.12 η οποία σημειώνω από τώρα ότι είναι πανομοιότυπη με την παλαιά Αγγλική Ο.31 R.21[4]. Στο σύγγραμμα Odgers' on Pleading and Practice 20th ed., Stevens & Sons 1971 στις σελίδες 249-250, όπου γίνεται αναφορά στην Ο.31 R.21[5] που είναι πανομοιότυπη με τη Δ.28 Θ.12 καταγράφονται: «lf any party fails to discover or produce or allow inspection of documents as provided by any of the foregoing rules, or as ordered, the court has power under rule16
(1)to make any order it thinks just. This includes, in particular, the power to order that an action be dismissed, or that a defence is struck out with judgment to be entered accordingly (see Solomon v. Hole
(1905)53 W.R. 588). Normally, however, the court is reluctant to exercise such power and will only do so when a party has at least once disobeyed a peremptory order insisting, for example, that he make discover within a time specified in the order. A party who fails to comply with an order for discovery or production is also liable to committal (rule 16
(2)). These are highly penal provisions and will only be enforced in the last resort, where it seems clear that the party in default really intends not to comply with an order of the court. » Επισημάνεται συνεπώς ότι η προσκόμιση εγγράφων για επιθεώρηση στη βάση της Δ.28 Θ.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών (αυτής γίνεται επίκληση στις αγορεύσεις), δεν επιφέρει το αποτέλεσμα που εδώ η πλευρά του Εναγομένου εισηγείται άλλα θα πρέπει να ακολουθηθούν τα στάδια που αναφέρονται στους Θ.Θ. 8, 9 και 12[6]. Η εισήγηση αυτή απορρίπτεται συνεπώς τόσο στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης όσο και στη βάση του νομικού υποβάθρου της. Τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου αναφέρει περίληψη «καταχρηστικών ρητρών» στα Τεκμήρια Α κι Β με αναφορά ειδικότερα στον όρο 10 και στο δικαίωμα της τράπεζας για μεταβολή του βασικού επιτοκίου κατά την κρίση της, το δικαίωμα να χρεώνει δικαιώματα και δαπάνες κατά την κρίση καθώς και το δικαίωμα συνένωσης όλων των λογαριασμών χωρίς προειδοποίηση, ως επίσης και η δυνατότητα εκχώρησης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της συμφωνίας σε τρίτους χωρίς την συγκατάθεση του Εναγομένου. Έχω την άποψη ότι οι εισηγήσεις αυτές έχουν τεθεί με αόριστο τρόπο. Δεν έχουν αναπτυχθεί ειδικότερα. Ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί ότι οι συμβάσεις αυτές δεν έχουν συναφθεί με την ελεύθερη βούληση του Εναγομένου, ούτε και ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή κάτι άλλο σχετικό. Πρόσθετα η εισήγηση του Εναγομένου δεν είναι ότι οι συμβάσεις Αυτές στο σύνολο τους είναι άκυρες λόγω παρανομίας και αντίθεσης με τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(I)/1996). Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν δικογραφείται. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του λόγω Νόμου που επικαλείται η πλευρά του Εναγομένου «5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, "καταχρηστική ρήτρα" θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα- (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσιες, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή». Στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία παρατυπία καταδείχθηκε σχετικά ενώ ακόμα και η ίδια η εισήγηση ως τούτη εμπεριέχεται στις αγορεύσεις δεν εξειδικεύει «κακοπιστία» ή την δημιουργηθείσα «σημαντική ανισότητα» σε βάρος του καταναλωτή ήτοι του Εναγομένου δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι ο Εναγόμενος συμβλήθηκε με την ελεύθερη βούληση του και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί υπεράσπιση δεν τεκμηριώνουν καμιά υπεράσπιση. Προβάλλει περαιτέρω ο συνήγορος του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα «αγνόησε παντελώς την νομοθεσία αλλά κυρίως την κρίση που διαιρετό η Κύπρος κατά τον χρόνο έναρξης των δανείων μέχρι σήμερα». Προβάλλεται ότι αγνόησε τον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο (Ν. 66(I)/1997) ιδίως στα άρθρα 22Ε και 23, 26, 26ΣΤ, 30, 30Γ, 40 αυτού. Καμιά μαρτυρία ωστόσο δεν έχει παρουσιαστεί που να αποκαλύπτει με πιο τρόπο η Ενάγουσα ενέργησε αντίθετα με το άρθρο 22Ε του πιο πάνω Νόμου ενώ ουδέν επιχείρημα προβλήθηκε για να καταδειχθεί πως οι πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου που ρυθμίζουν πρωτίστως και κατά κύριο λόγο τις σχέσεις των Πιστωτικών Ιδρυμάτων με την Κεντρική Τράπεζα. Ακόμα και τυχόν παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νομοθετήματος δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων. (Βλ.Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131). Τα όσα αναφέρονται αμέσως ανωτέρω ισχύουν και για την απλή επίκληση που γίνεται των Νομοθετημάτων των οποίων γίνεται επίκληση στην τελική αγόρευση της πλευράς του Εναγομένου ήτοι, της Κ.Δ.Π. 107/2015 Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία - 74/2016 , της περί των Διαδικασιών Χορήγησης Νέων και Αναθεώρησης Υφιστάμενων Πιστωτικών Διευκολύνσεων Οδηγία του 2016, E.E. Παρ.ΙΙΙ
(1), Αρ. 4933, Σελ. 539, 18/3/2016 και της οδηγίας Περί Ανταλλαγής δεδομένων για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών ΚΔΠ386/10. Η αντίθεση στα Νομοθετήματα αυτά σε σχέση με τις χρεώσεις ή και τη σύναψη ή και την εξέλιξη που είχε ή έπρεπε να έχει η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δεν εξειδικεύεται όπως δεν εξειδικεύεται και η εισήγηση και η προβολή υπεράσπισης της πλευράς του Εναγομένου που στηρίζεται στα Νομοθετήματα αυτά. Η συγκεκριμενοποίηση της εισήγησης του η μη προβολή συγκεκριμένων θέσεων στο δικόγραφο του ως και η απουσία παρουσίασης μαρτυρίας σε σχέσης με τα θέματα αυτά κρίνω ότι δεν αποκαλύπτουν οιαδήποτε Υπεράσπιση στην αποδεδειγμένη σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αξίωση της Ενάγουσας. Τα αυτά αναφέρονται και σχετικά με την απλή επίκληση του Κανονισμός (Ε.Ε.) ΑΡΙΘ. 1296/2013 για την θέσπιση προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απασχόληση και την κοινωνική καινοτομία του άρθρου 18(ι)(β) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (Ν. 169(I)/2015), του Ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν. 197(I)/2003), της Οδηγίας 93/13/EOK ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές ως και της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Σε ό,τι αφορά την επίκληση του άρθρου 10 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010 (Ν. 106(I)/2010), ανατρέχοντας στο δικόγραφο του Εναγομένου ήτοι την Υπεράσπιση του δεν εντοπίζω σε αυτή οιονδήποτε ισχυρισμό που να μπορεί να θεμελιώσει οιανδήποτε Υπεράσπιση στη βάση του άρθρου 10 του εν λόγω Νόμου. Αν δε ήθελε κριθεί ότι είναι δυνατόν να καλυφθεί από το δικόγραφο Υπεράσπιση στη βάση του άρθρου 10 θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί για να υποστηρίξει ότι η επίδικη σύμβαση είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του εν λόγω Νόμου. Μαρτυρία στην προκειμένη όχι μόνο δεν προσκομίστηκε αλλά ούτε και αμφισβητήθηκαν οι θέσεις του μάρτυρα της Ενάγουσας δια της απαντήσεως σε αυτές από τον Εναγόμενο ή και δια αντεξέτασης του. Κατάληξη: Σε λογική ακολουθία των όσων ανωτέρω αναπτύσσονται εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €1.728,55 πλέον τόκο προς 7,736% από 17/07/15 ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας μέχρι εξοφλήσεων του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Τα έξοδα ακολουθώντας τον κανόνα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ....................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. [1] «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(4)Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλoς δεv είvαι υπόχρεoς vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε τραπεζικό βιβλίo, τo περιεχόμεvo τoυ oπoίoυ δύvαται vα απoδειχθεί δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ή vα εμφαvισθεί ως μάρτυρας, για vα απoδείξει τα θέματα, τις συvαλλαγές και τoυς λoγαριασμoύς πoυ είvαι καταχωρισμέvoι σ' αυτό, παρά μόvo με δικαστικό διάταγμα, τo oπoίo εκδίδεται ειδικά για τo σκoπό αυτό.
(5).
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης"σημαίνει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.» [2]Λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση αυτή: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης (onus of proof) είναι 'πιο πιθανή παρά η αντίθετη', εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof) ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε..» [3] «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύοςτου περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» [4] :«O.31 r.21: If the party fails to comply with any order to answer interrogatories, or for discovery or inspection of documents, he shall be liable to attachment. He shall also, if a plaintiff, be liable to have his action dismissed for want of prosecution, and, if a defendant, to have his defence, if any, struck out, and to be placed in the same position as if he had not defended, and the party interrogating may apply to the Court or a Judge for an order to that effect, and an order may be made accordingly.» [5] :«O.31 r.21: If the party fails to comply with any order to answer interrogatories, or for discovery or inspection of documents, he shall be liable to attachment. He shall also, if a plaintiff, be liable to have his action dismissed for want of prosecution, and, if a defendant, to have his defence, if any, struck out, and to be placed in the same position as if he had not defended, and the party interrogating may apply to the Court or a Judge for an order to that effect, and an order may be made accordingly.» [6] «7.Notice to any party to produce any documents referred to in his pleading, particulars or affidavits shall be in Form 23. 8.The party to whom such notice is given shall, within five days from the receipt of such notice if all the documents therein referred to have been set forth by him in an affidavit of discovery under Rule 2 of this Order or within ten days from the receipt of such notice if any of the documents referred to therein have not been set forth in any such affidavit, deliver to the party requiring inspection of the documents a notice stating a time within three days from the delivery thereof at which the documents or such of them as he does not object to produce may be inspected at the office of his advocate, or in the case of bankers' books or other books of account or books in constant use for the purpose of any trade or business at their usual place of custody, and stating which of the documents he objects to produce and on what ground. Such notice shall be in Form 24. 9.If a party served with notice under Rule 6 of this Order omits to give such notice of a time for inspection or objects to give inspection, or offers inspection elsewhere than at the office of his advocate, the Court or a Judge may, on the application of the party desiring it, make an order for inspection in such place and in such manner as the Court or Judge may think fit : provided that the order shall not be made when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο