RAAFAT MAHROUS FARRAG MASOUD ν. OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 5926/12, 16/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5926/12 Μεταξύ: RAAFAT MAHROUS FARRAG MASOUD, από την Αίγυπτο. Ενάγοντας - και - OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED, από την Λευκωσία. Εναγόμενη Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Ιωαννίδης. Για την Εναγόμενη: κ. Α. Κόνιας. Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η οποία σημειώνεται ότι καταχωρήθηκε στις 04.09.12, ο ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και έξοδα τα οποία υπέστη, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, στο οποίο ενεπλάκη. Είναι δε η θέση του ενάγοντα ότι, αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει κάποιος Morales Fabien, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη για το ατύχημα χρόνο, ήταν μέλος της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών που βρίσκεται στην Κύπρο και οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής UN
- Επί τη βάσει δε των προνοιών του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, νόμος 99(Ι)/2000, ο ενάγοντας κίνησε την αγωγή εναντίον της εναγόμενης εταιρείας, ως η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάλυψη για την αστική ευθύνη, που θα προκαλείτο από την οδήγηση του ρηθέντος οχήματος της Ειρηνευτικής Δύναμης Κύπρου. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 13.11.12, ενώ η Υπεράσπιση (από δικηγόρο άλλον από αυτόν που εκπροσωπεί σήμερα την εναγόμενη), στις 23.11.
- Στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση δεν προβάλλεται, υπό μορφή υπερασπιστικής γραμμής, οποιοσδήποτε ισχυρισμός αναφορικά με το γεγονός ότι ο οδηγός του οχήματος UN816 ήταν μέλος της Ειρηνευτικής Δύναμης που εδρεύει στην Κύπρο. Η αίτηση Στις 05.10.16, η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου και Σία ΔΕΠΕ καταχώρησε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για την εναγόμενη, σε αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων της. Στις 04.07.17 η εναγόμενη, μέσω πλέον των νέων συνηγόρων της, καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία επιζητεί την τροποποίηση της Υπεράσπισης διά της προσθήκης, μετά την παράγραφο 1 τούτης, της ακόλουθου παραγράφου με αρίθμηση 1Α: «1 Α) Η εναγομένη εγείρει προδικαστική ένσταση ή/και λέγει ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής, καθότι ο οδηγός του οχήματος UN 816 κατά τον χρόνον του επίδικου ατυχήματος απόλαυε ασυλίας ή/και οδηγούσε το όχημα UN 816 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο απόσπασμα της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ην. Εθνών που εδρεύει στην Κύπρο ή/και σύμφωνα με βεβαίωση ημερ. 10/5/2017 εκ πλευράς της εν λόγω Ειρηνευτικής Δύναμης». Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Λυσιμάχης Κωνσταντίνου, η οποία δηλώνει μέλος του προσωπικού της εναγόμενης, υπεύθυνη του Τμήματος Κλάδου Απαιτήσεων και εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη δήλωσή της. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, εκείνο που αναφέρει προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης είναι ότι, κατόπιν του διορισμού των νέων δικηγόρων της εναγόμενης, αυτοί αποφάσισαν να διερευνήσουν το καθεστώς κάτω από το οποίο ο Fabien Morales, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής UN816 κατά τον χρόνο που επισυνέβη το δυστύχημα. Προς τούτο, απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 21.04.17, και εις απάντηση έλαβαν επιστολή της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, ημερομηνίας 10.05.
- Κατά την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, από το περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής, ημερομηνίας 10.05.17, προκύπτει αβίαστα ότι ο Fabien Morales, καθ' ον χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής UN816, τη μέρα του δυστυχήματος, τελούσε υπό πλήρη ασυλία για οποιανδήποτε νομική διαδικασία, με αποτέλεσμα, το Δικαστήριο να μην κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή εν πάση περιπτώσει να μην νομιμοποιείται ο ενάγοντας να την προωθεί. Επί αυτής της βάσης, η εναγόμενη προωθεί την υπό εξέταση αίτηση, ώστε να ενταχθεί στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της η πιο πάνω, αυτουσίως παρατεθείσα, προδικαστική ένσταση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση Στις 6.11.17, με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων του ενάγοντα, καταχωρήθηκε, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της εναγόμενης προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης. Ομνύοντας της, είναι ο Κωνσταντίνος Τυλλής, δικηγόρος που εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την εναγόμενη. Μοναδικός σκοπός για τον οποίο ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν ώστε να τεθούν, υπό μορφή μαρτυρίας, (α) αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 21.04.17 που απεστάλη από τους νυν δικηγόρους της εναγόμενη προς την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών που εδρεύει στην Κύπρο, και (β) αντίγραφο της απαντητικής επιστολής των Ηνωμένων Εθνών, ημερομηνίας 10.05.17, οι οποίες, εκ λάθους, δεν επισυνάφθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση. Τούτες (οι επιστολές), κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β επί της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Η ένσταση Στις 13.11.17, ο ενάγοντας καταχώρησε την Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, ως λόγοι ένστασης, προβάλλονται οι ακόλουθοι:
- Η Αιτήτρια παρεμποδίζεται (estopped) να εγείρει την προδικαστική ένσταση και/ή να προβάλει τους ισχυρισμούς που επιχειρεί να εισάξει με την Αίτηση της, καθ' ότι απεμπόλησε και/ή αποποιήθηκε τα όποια δικαιώματα της με την συμπεριφορά (Estoppel by conduct) και/ή με τις παραστάσεις και/ή υποσχέσεις του και/ή λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και/ή άλλως πως, λόγω της προηγούμενης της στάσης και/ή συμπεριφοράς, καθ' ότι κατέβαλε ανεπιφύλακτα αποζημιώσεις σε άλλα πρόσωπα για το ίδιο ατύχημα και με βάση τα ίδια με τα επίδικα γεγονότα.
- Η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή για σκοπούς αλλότριους προς την ορθή και δίκαια απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι, γίνεται για να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και για να επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα του Ενάγοντα να τύχει δίκαιας δίκης και, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, ο επιδικασμός των εξόδων της διαδικασίας υπέρ του Ενάγοντα δεν θα αποτελεί επαρκή αποζημίωση για αυτόν.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή των Θεσμών και γίνεται κατά παράβαση των χρηστών ηθών και της πρακτικής και/ή και του Κώδικα Δεοντολογίας και Ηθικής των Ασφαλιστών-διαμεσολαβητών και/ή του νόμου, καθ' ότι αποσκοπεί στο να αποποιηθεί η Εναγόμενη, ως εγγεγραμμένη ασφαλιστική εταιρεία που καλύπτει την αστική ευθύνη του ασφαλισμένου οδηγού οχήματος που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα, στο οποίο παρέχει ασφαλιστική κάλυψη με βάση έγκυρο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, από την ευθύνη της για πληρωμή αποζημιώσεων προς τον ζημιωθέντα Ενάγοντα.
- Με την επιζητούμενη τροποποίηση επιχειρείται ανεπίτρεπτα να διαφοροποιηθεί η βάση της υπεράσπισης για να εισαχθεί νέα βάση Υπεράσπισης κακόπιστα και/ή για σκοπούς αλλότριους προς την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα να πλήττει δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα για να τύχει δίκαιας δίκης.
- Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και δεν δίδεται από την Εναγόμενη, ως όφειλε, καλή και/ή ικανοποιητική εξήγηση για το λόγο της καθυστέρησης αυτής, με αποτέλεσμα να πλήττει δυσμενώς το δικαίωμα του Ενάγοντα για να τύχει δίκαιας δίκης.
- Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής, τα άρθρα και/ή οι νόμοι τους οποίους επικαλείται η Αιτήτρια δεν είναι ορθά και/ή συγκεκριμένα, με αποτέλεσμα η Αίτηση να πάσχει.
- Δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Ξένιας Σφήκα, δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, αλλά και σχετική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη τους. Την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, συνοδεύει το Τεκμήριο Α, το οποίο αφορά σε δέσμη αντιγράφων διαφόρων εγγράφων, και δη, (α) καταθέσεων που λήφθηκαν στα πλαίσια της αστυνομικής διερεύνησης των συνθηκών κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, (β) επιστολών των δικηγόρων που εκπροσωπούσαν προηγουμένως την εναγόμενη, καθώς επίσης (γ), αντίγραφα 2 επιταγών που εκδόθηκαν από την εναγόμενη για σκοπούς κάλυψης απαίτησης τρίτων προσώπων σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Ακροαματική διαδικασία Στις 12.01.2018, όταν και η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος της εναγόμενης/αιτήτριας, παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Από πλευράς του ενάγοντα, ο συνήγορος που τον εκπροσώπησε, αγόρευσε προφορικά. Οι ομνύοντες των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, δεν αντεξετάστηκαν. Διεξήλθα, τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης, όπως επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν και τα επ' αυτών επισυναπτόμενα Τεκμήρια, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, ως τούτα προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφων, έχουν κατ' επανάληψη απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι, το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή, η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι, στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, ο παράγων της καθυστέρησης δεν είναι καθοριστικός και συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που καθιέρωσε η νομολογία και ότι, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμα και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση, δεν μπορεί να στερεί από ένα διάδικο το δικαίωμα του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Η έναρξη της δίκης, δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφου, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά το εν λόγω στάδιο, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησής νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για τον εναγόμενο, όπως στη περίπτωση, που ως αποτέλεσμά του γεγονότος αυτού, θα απολέσει την υπεράσπιση της παραγραφής (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Γρ. Τρίνζι Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)και Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β ΑΑΔ 1005). Η υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Πρέπει εξ' αρχής να σημειωθεί ότι, παρά τον αριθμό των λόγων ένστασης
(7), εντούτοις, τόσο από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, όσο και από το περιεχόμενο της αγόρευσης του συνηγόρου του ενάγοντα, προκύπτει ότι η ένσταση, στην ουσία, βασίζεται σε 4 λόγους και δη τους ακόλουθους. Πρώτον ότι, με την υπό εξέταση αίτηση η εναγόμενη επιθυμεί να προωθήσει νέα βάση Υπεράσπισης, η οποία μάλιστα είναι εντελώς διαφορετική από τις ήδη προβαλλόμενες. Δεύτερον ότι, με τη συμπεριφορά που επέδειξε η εναγόμενη από τη μέρα που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα μέχρι και την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, έχει στην ουσία απεμπολήσει και/ή αποποιηθεί το δικαίωμα της να επιδιώκει την υπό εξέταση τροποποίηση, μιας και ενήργησε με τρόπο που δικαιολογεί την εφαρμογή της αρχής του estoppel [τόσο συνεπεία συμπεριφοράς, παραστάσεων και ή υποσχέσεων (estoppel by contact), όσο και συνεπεία περιεχομένου εγγράφων (estoppel by deed)], τρίτο ότι, οι συνθήκες και γενικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση (περιλαμβανομένης και της καθυστέρησης που παρατηρείται στην προώθηση της αίτησης), αποδεικνύουν ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και για αλλότριους σκοπούς, με αποτέλεσμα να αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τέταρτο ότι, η νομική βάση της αίτησης δεν είναι η ορθή. Ως προς την τελευταία αυτή αιτίαση του ενάγοντα, τούτη φαίνεται να εγκαταλείφθηκε, μιας και το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Ούτε και ο συνήγορος του, κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου, προώθησε τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ως τέτοιος, και δη ως εγκαταλειφθής, δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο, και απλά περιορίζομαι στο να σημειώσω ότι η νομική βάση της αίτησης φαίνεται να εμπεριέχει τις σχετικές με το ζητούμενο νομοθετικές πρόνοιες. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης (ως τούτος προσδιορίστηκε από το Δικαστήριο στη μόλις πιο πάνω παράγραφο), παρατηρώ ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, αυτό που επιχειρείται να εισαχθεί είναι μια προδικαστική ένσταση περί μη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Από έρευνα στη οποία προέβηκα, δεν φαίνεται, νομολογιακά τουλάχιστον, να έχει έρεισμα ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί, ως εισηγείται και ο ενάγοντας, ότι αυτό που επιχειρείται με την υπό εξέταση αίτηση είναι η προσθήκη νέας βάσης Υπεράσπισης, και πάλι δεν βλέπω πως τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για να μην εγκριθεί η αίτηση. Με το θέμα αυτό καταπιάστηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στη υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοι Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ. 745. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό από τα όσα εκεί λέχθηκαν, πάντα σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση ,είναι ότι, «η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική (με την επιδίωξη προσθήκης νέας βάσης αγωγής), εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στη Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, sel. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». Ενδεχομένως ο συνήγορος του ενάγοντα, να θεώρησε ότι τα όσα η νομολογία αναφέρει σε σχέση με επιδιωκόμενες τροποποιήσεις Εκθέσεων Απαίτησης, που σκοπεύουν να βασίσουν την αγωγή επί διαφορετικής νομικής βάσης, να τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση που επιχειρείται η προσθήκη πρόσθετης Υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει, σε καμιά νομολογία και/ή άλλη νομική αρχή ή σύγγραμμα παρέπεμψε το Δικαστήριο προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ούτε φαίνεται ότι, αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, η εναγόμενη θα αποκτήσει κάποιο αθέμιτο και/ή άδικο πλεονέκτημα έναντι του ενάγοντα. Επομένως, ο λόγος ένστασης αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός και απορρίπτεται. Σε ότι τώρα αφορά στον δεύτερο πιο πάνω λόγο ένστασης, η όλη επιχειρηματολογία του συνηγόρου του ενάγοντα, σκοπό είχε να πείσει το Δικαστήριο ότι θα πρέπει, από αυτό το στάδιο, να εξεταστεί το κατά πόσο, η υπερασπιστική γραμμή που επιθυμεί να χαράξει η εναγόμενη με την τροποποίηση της Υπεράσπισης της, μπορεί ή όχι να αποτελέσει τη βάση για την απόρριψη της αγωγής. Τέτοιο όμως θέμα δεν εξετάζεται στα πλαίσια μιας αίτησης τροποποίησης, αλλά μόνο στα πλαίσια αυτής τούτης της αγωγής. Όταν εξετάζεται η αίτηση με την οποία επιζητείται η τροποποίηση ενός δικογράφου, το Δικαστήριο εξετάζει απλά αν ο προς προσθήκη ισχυρισμός είναι σχετικός με τα επίδικα γεγονότα και αφορά σε ζήτημα, που καλό θα ήταν να αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής ως μέρος των, σχετικών με τη αγωγή, διαφορών των διαδίκων, και δη ώστε το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς των μερών. Η όποια δε προσθήκη ή μεταβολή σε ένα δικόγραφο κατόπιν τροποποίησης, θεωρείται ως αν να εμπεριέχετο στο δικόγραφο εξ αρχής, και δη από το χρόνο που τούτο καταχωρήθηκε Το κατά πόσο ο προς προσθήκη ισχυρισμός του κάθε αιτητή θα μπορεί, κατά τη δίκη ,να αποδειχθεί και να αποτελέσει τη βάση, είτε για να αποδοθούν σ' αυτόν θεραπείες (στη περίπτωση που η τροποποίηση αφορά σε Έκθεση Απαίτησης ή Ανταπαίτησης), είτε για να απορριφθεί η εναντίον του διαδικασία ή να μετριαστεί η ζημιά του (όταν αφορά σε Υπεράσπιση), και δη η βασιμότητα του, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της κυρίως διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, ούτε τα σχετικά επιχειρήματα της εναγόμενης, ούτε τα σχετικά επιχειρήματα του ενάγοντα, μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοια, που από αυτό το στάδιο να δημιουργείται μια τόσο ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με το βάσιμο ή μη της θέσης της εναγόμενης περί του ότι ο Fabien Morales, καθ' ον χρόνο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής UN816 και ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα, απολάμβανε ή μη, εκ του νόμου, ασυλία. Ακόμα, το αν η εναγόμενη με τη συμπεριφορά της κωλύεται από το να επικαλείται την όποια ασυλία ενδεχομένως να απολάμβανε ο Fabien, είναι επίσης θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στη κυρίως διαδικασία, στην περίπτωση που αφενός, θα προωθηθεί η ρηθείσα υπερασπιστική γραμμή από πλευράς της εναγόμενης και αφετέρου, θα προβληθεί, ως αντίβαρο, η σχετική θέση από πλευράς του ενάγοντα. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσο, συνεπεία των όσων αναφέρει ο Fabien Morales στην κατάθεση του, όταν επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα οδηγούσε στα πλαίσια των καθηκόντων του στην Ειρηνευτική Δύναμη Κύπρου ή έξω από αυτά. Δεν είναι δυνατόν, να ζητείται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης τροποποίησης, να εξετάζει το βάσιμο ή μη του ισχυρισμού που επιθυμεί ο διάδικος να καταστεί μέρος της δικογραφίας του. Για τους λόγους που εξήγησα μόλις πιο πάνω, ούτε ο δεύτερος λόγος ένστασης μπορεί να γίνει δεκτός. Τέλος, σε σχέση με τον τρίτο πιο πάνω λόγο ένστασης, ως έχει υποδειχθεί από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, η όποια καθυστέρηση στην προώθηση ενός αιτήματος τροποποίησης, αν δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ζημιά που δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί σε χρήμα, και νοουμένου ότι δίδεται από τον αιτητή κάποια εξήγηση (έστω και μη πλήρως αιτιολογηθείσα), σε σχέση με την καθυστέρηση, τότε δεν θα πρέπει τούτη να αποτελεί, άνευ άλλου, λόγο για να μην επιτραπεί το αίτημα, αν και εφόσον, το Δικαστήριο κρίνει την επιζητούμενη τροποποίηση δικαιολογημένη. Με δεδομένο δε το σχετικά πρόσφατο διορισμό των νέων συνηγόρων της εναγομένης, αλλά και του γεγονότος ότι η σχετική απάντηση των Ηνωμένων Εθνών απεστάλη μόλις στις 10.05.2017, κρίνω ότι η εναγόμενη, αν όχι αιτιολόγησε επαρκώς το λόγο που η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 04.07.2017, τουλάχιστον έδωσε τέτοιες εξηγήσεις, που στη περίπτωση που κριθεί δικαιολογημένη η συμπερίληψη στη Υπεράσπιση της αιτούμενης προδικαστικής ένστασης, η καθυστέρηση στη καταχώρηση της επίδικης αίτησης δεν είναι δυνατό να κριθεί ως ανυπέρβλητο εμπόδιο για την έγκριση της . Επομένως, το μόνο που μένει να εξεταστεί, καθηκόντως, είναι το κατά πόσο η εναγόμενη έχει δείξει καλό λόγο που να δικαιολογεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αυτό που επιζητεί η εναγόμενη, είναι το δικόγραφο της να μετατραπεί εις τρόπο που να της επιτρέπει, να εξεταστεί και η θέση της ότι ο οδηγός που οδηγούσε το υπ' αυτήν ασφαλισμένο όχημα, απολάμβανε ασυλίας για κάθε νομική διαδικασία, περιλαμβανομένης και της όποιας αστικής του ευθύνης για αμελή οδήγηση. Ζήτημα δηλαδή άρρηκτα συνυφασμένο με τα επίδικα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή και με το οποίο εμπλουτίζεται η όλη εικόνα των μεταξύ των δύο μερών διαφορών. Τούτων δοθέντων, δεν βλέπω κάποιο λόγο γιατί να μην επιτραπεί η αίτηση, μιας και με την έγκριση της, αφενός εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης λόγω του ότι θα επιτραπεί στο Δικαστήριο να εξετάσει ακόμα μια διαφορά των διαδίκων που σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα γεγονότα της αγωγής και αφετέρου, δεν θα προκληθεί στον ενάγοντα οποιαδήποτε ζημιά που να μην είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Διάβημα για σύνταξη να προωθηθεί από πλευράς της εναγόμενης εντός 3 εργάσιμων ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση και/ή παράδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης καθώς επίσης και όποια έξοδα θα προκληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως τούτα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο