← Κύπρος

MONIKA KOYΡΟΥΦΕΞΗ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΥΡΟΥΦΕΞΗΣ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Κουρουφέξη ν. ΣΑΚΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής:

MONIKA KOYΡΟΥΦΕΞΗ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΥΡΟΥΦΕΞΗΣ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Κουρουφέξη ν. ΣΑΚΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2683/14, 14/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2683/14 Μεταξύ: MONIKA KOYΡΟΥΦΕΞΗ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΥΡΟΥΦΕΞΗΣ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Κουρουφέξη. Εναγόντων -και-

  1. ΣΑΚΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 2, 1ος όροφος, Λευκωσία.
  2. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΑΚΚΗΣ, Ταμασσού 4, Δάλι, Λευκωσία. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Μαυρής. Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Βασιλείου. .................. Ενδιάμεση Απόφαση Η Αγωγή Στις 14.5.2014, καταχωρήθηκε η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία, ο ενάγοντας (ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε) διεκδικούσε εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το συνολικό ποσό των €41.794,84σ. Η απαίτηση εδράζετο επί των νομικών βάσεων της παράβασης συμφωνίας και/ή της γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή της χρεωστικής σημείωσης και/ή επί τη βάσει υπόλοιπου λογαριασμού και/ή παραδεδεγμένου λογαριασμού. Ήταν δε βασική θέση του ενάγοντα ότι, οι διάδικοι συνομολόγησαν συμφωνία πώλησης και παράδοσης διαφόρων ειδών εμπορίου, τα οποία εμπορεύετο ο ίδιος, και ότι στα πλαίσια της συνεργασίας τους πωλήθηκαν διάφορα εμπορεύματα, για τα οποία εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια και για τα οποία, οι εναγόμενοι, δεν κατέβαλαν το τίμημα αγοράς τους, με αποτέλεσμα να οφείλουν προς τον ενάγοντα το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Η ερήμην εκδοθείσα απόφαση Στις 5.2.2015, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης του ενάγοντα λόγω παράλειψης των εναγομένων 1 και 2, να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης (μονομερής αίτηση ημερομηνίας 10.1.2015), εκδόθηκε, ερήμην απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €41.747,84σ. πλέον τόκους. Η υπό εξέταση αίτηση Στις 4.4.2016, οι εναγόμενοι 1 και 2, καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση Οι εναγόμενοι, με βάση το περιεχόμενο της ένορκη δήλωσης του εναγόμενου 2, η οποία συνοδεύει την αίτηση, θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα στο να τους αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί η αγωγή επιδόθηκε σε πρόσωπο άγνωστο σ' αυτόυς και μη έχων την ιδιότητα που του αποδίδεται επί των σχετικών ενόρκων δηλώσεων του επιδότη που επέδωσε την αγωγή, με αποτέλεσμα να θεωρούν ότι δικαιωματικά (ex debito justitiae) νομιμοποιούνται να απαιτούν το παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης και δεύτερον, γιατί, θεωρούν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στα όσα τους αποδίδονται με την αγωγή, και ευκόλως μπορεί να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της επίδικης αίτησης. Ως προς τον πρώτο λόγο, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, η αγωγή επιδόθηκε σε κάποια Έλενα Σακκά, στην οποία (με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του επιδότη που επέδωσε την αγωγή), αποδίδεται, αφενός η ιδιότητα της συζύγου και συγκατοίκου του εναγομένου 2, και αφετέρου της Γραμματέως της εναγόμενης 1 εταιρείας. Ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, επισυνάπτοντας προς υποστήριξη του το πιστοποιητικό γάμου του, καθώς επίσης και σχετικό με την εναγόμενη 1, πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, αφενός η σύζυγός του ονομάζεται Παρασκευή Χριστοδούλου, και αφετέρου, η Γραμματέας της εναγόμενης 1, Λιάνα Μιλέα. Ισχυρίζεται επίσης ότι, το πρόσωπο προς το οποίο επιδόθηκε η αγωγή, τόσο για λογαριασμό του ιδίου, όσο και για λογαριασμό της εναγόμενης 1, καμία σχέση έχει με τους εναγόμενους 1 και
  3. Ως προς το δεύτερο λόγο, και δη της επικαλούμενης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην αγωγή, αλλά και της όποιας καθυστέρησης παρατηρείται στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Γνώση για την ύπαρξη της αγωγής έλαβε όταν στις 7.7.2015 του επιδόθηκε αίτηση έρευνας που καταχώρησε ο ενάγοντας στα πλαίσια εκτέλεσης της εναντίον των εναγομένων εκδοθείσας απόφασης. Λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε τότε, εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο στη διαδικασία της αίτησης έρευνας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τη διαδικασία και να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά τη νέα ημερομηνία που ορίστηκε η ρηθείσα αίτηση. Τον Ιανουάριο 2016, ειδοποιήθηκε από την αστυνομία ότι εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης και ότι θα έπρεπε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά το Φεβρουάριο του
  4. Άμεσα διόρισαν (οι εναγόμενοι 1 και 2) το δικηγορικό γραφείο της Ελένης Βραχίμη & Σια, ως δικηγόρους τους και ακολούθως, περί τα μέσα με τέλη Μαρτίου, διεξήγαγαν έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης όπου και ενημερώθηκαν περί των δεδομένων που περιέβαλλαν την επίδοση της αγωγής. Εκεί έγινε αντιληπτός και ο λόγος που ουδέποτε έλαβαν γνώση περί της έγερσης της αγωγής. Όσον δε αφορά στον ισχυρισμό περί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή, ο εναγόμενος 2, στην ένορκη δήλωσή του, ισχυρίζεται ότι, οι εναγόμενοι 1 και 2, είχαν την ευκαιρία, περί το Σεπτέμβριο του 2013, να επιθεωρήσουν τα τιμολόγια που ο ενάγοντας θεωρεί ως ανεξόφλητα και αρκετά από αυτά τα αμφισβήτησαν, μιας και έφεραν άγνωστη στους εναγόμενους υπογραφή ή δεν ήταν καν υπογραμμένα. Σύμφωνα δε με τα λογιστικά βιβλία που διατηρεί η εναγόμενη 1, το οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό, ανέρχεται σε €22.329,00, και όχι στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό. Προς υποστήριξη δε της θέσης του αυτής, επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ως τεκμήριο Γ, έγγραφο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως κατάσταση του λογιστηρίου της εναγόμενης
  5. Η ένσταση των εναγόντων στην επίδικη αίτηση Οι ενάγοντες, ως διαχειριστές της περιουσίας του Ανδρέα Κουρουφέξη, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας προβάλλονται δεκαέξι λόγοι ένστασης. Τούτοι, έχουν ως ακολούθως: «(α) Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε την 14.5.2014 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 2 με Δικαστικό Επιδότη την 8.1.2015 έναντι της υπογραφής της συζύγου / συγκατοίκου του, αναφέροντας στον Δικαστικό Επιδότη κ. Μιχάλη Νεοφύτου ότι το όνομα της είναι Έλενα Σακκά, σχετική Ένορκη Δήλωση Επίδοσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Την ίδια ημερομηνία επιδόθηκε έναντι υπογραφής και στην Εναγόμενη αρ. 1 στο ίδιο πρόσωπο, ήτοι την Έλενα Σακκά η οποία ανέφερε ότι είναι Γραμματέας της Εναγόμενης αρ.
  6. (β) Η έκδοση της απόφασης έγινε νομότυπα λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. (γ) Οι Αιτητές όφειλαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης κάτι το οποίο δεν έπραξαν. (δ) Η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης συνιστά περιφρόνηση της διαδικασίας. (ε) Οι Αιτητές προβάλλουν αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν αποκαλύπτουν καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (ζ) Η ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει άσχετους ισχυρισμούς, είναι παραπλανητική και κακόπιστη. (η) Οι Αιτητές χρησιμοποιούν τη διαδικασία καταχρηστικά, αβάσιμα και καταπιεστικά. (θ) Σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης, οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους και επιπλέον καταπατάται η αναγκαιότητα διατήρησης της ισχύος και οριστικοποίησης των Δικαστικών Αποφάσεων. (ι) Τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση σε ανεπανόρθωτο βαθμό. (κ) Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση τους με μεγάλη, υπέρμετρη και/ή υπερβολική καθυστέρηση και χωρίς να δικαιολογούν το γιατί. (λ) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. (μ) Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ν) Οι Αιτητές επέδειξαν αδιαφορία για την παρούσα Αγωγή η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντίδικου. (ξ) Οι Καθ' ων η Αίτηση ακολουθούσαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ο) Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και γίνεται με σκοπό την καθυστέρηση στην καταβολή του εξ΄ αποφάσεως χρέους. (π) Το αιτούμενο Διάταγμα θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ιωάννη Κουρουφέξη, ενός εκ των διαχειριστών της περιουσίας του Ανδρέα Κουρουφέξη (ενάγοντα), ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος και από τη συνδιαχειρίστρια του Μόνικα Κουρουφέξη, να προβεί στη ρηθείσα ένορκη δήλωση. Ως απάντηση στους ισχυρισμούς του εναγόμενου 2, αναφέρει τα ακόλουθα: Ως προς την επίδοση της αγωγής, προβάλλει τη θέση ότι τούτη επιδόθηκε στη σύζυγο και συγκάτοικο του εναγόμενου 2, η οποία, ωστόσο, ανέφερε στον επιδότη που της την επέδωσε ότι ονομάζεται Έλενα Σακκά, αντί να αναφέρει το πραγματικό της όνομα. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, η σύζυγός του εναγόμενου 2, κατά την επίδοσης της αγωγής για λογαριασμό της εναγόμενης 1, παρουσίασε τον εαυτό της ως Γραμματέα της εναγόμενης εταιρείας, και ότι είναι επί τη βάσει αυτής των παραστάσεων της, που ο επιδότης, κατέγραψε επί της ενόρκου δηλώσεώς του, τις συγκεκριμένες ιδιότητές της. Ως προς δε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην αγωγή, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι τούτοι είναι εντελώς γενικοί και αόριστοι και επομένως δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για κρίση περί του ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Όσον τώρα αφορά στη συμπεριφορά που επέδειξαν οι εναγόμενοι από την ημέρα επίδοσης της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι αυτοί επέδειξαν αδικαιολόγητη αδιαφορία και καθυστέρηση και ότι γενικά ενήργησαν με τρόπο που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Σημειώνει επίσης ότι, οι εναγόμενοι επέδειξαν αδικαιολόγητη απραξία και δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν την παρέλευση του μεγάλου χρόνου που διέρρευσε. Ακροαματική διαδικασία Στις 14.12.17, οι συνήγοροι που εμφανίστηκαν εκ μέρους των διαδίκων, παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας το περιεχόμενο τους. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκαν. Νομική πτυχή. Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία, είναι ότι κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής που προωθεί διαδικασία, ως η υπό εξέταση, έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι 2 πλευρές προωθούν συγκρουόμενες θέσεις, να προχωρά και να επιλέγει κάποια εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της διαταγής Δ.48 θ. 2

(4)δεν εφαρμόζονται σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματος του (π.χ δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο, είναι να εξετάσει κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του, αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι ορθότερο η απόφαση επί αυτού, να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Η ευθύνη όμως του αιτητή, δεν περιορίζεται σε προώθηση ενός γενικού και/ή αορίστου ισχυρισμού περί ύπαρξης υπεράσπισης. Επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό, που ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει επαρκή στοιχεία και γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει το βάσιμο του ισχυρισμού του περί ύπαρξης υπεράσπισης. Μόνο τότε ο αιτητής αποσείει το βάρος που του εναποθέτει η νομολογία. Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν τούτη είναι τέτοια, ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική, ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος αυτού συζήτηση, δείτε τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. Φυσικά, τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον Εναγόμενο. Η μη επίδοση της αγωγής ή η κακή επίδοση της, καθιστούν αδύνατη την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της, και τούτο γιατί, έχουν ως αποτέλεσμα να παραμένει ο Εναγόμενος σε άγνοια της εναντίον του διαδικασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, και δη στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι υπήρξε κακή και/ή αντικανονική επίδοση, τότε υποχρεούται να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση και κατά κανόνα, να επιδικάσει τα έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, χωρίς να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαίωμα εξέτασης της αίτησης παραμερισμού επί της ουσίας της. Ο λόγος που το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει την απόφαση, είναι γιατί, λόγω της κακής επίδοσης της αγωγής, εκθεμελιώθηκε και η κανονικότητα της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Ας μη λησμονείται ότι, ο λόγος που επιτρέπεται να εκδοθεί, ερήμην, απόφαση, είναι γιατί ο Εναγόμενος, δεν ενήργησε ως οι θεσμοί υπαγορεύουν κατόπιν της προς τούτον επίδοσης της αγωγής. Κατ΄ αναλογία, η μη επίδοση και/ή η κακή επίδοση της αγωγής, απαλλάσσουν τον Εναγόμενο από την ευθύνη να ενεργήσει ως του επιβάλλουν οι θεσμοί, μιας και η καλή επίδοση της αγωγής αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση μιας τέτοιας υποχρέωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Εναγόμενος, ως αναφαίρετο δικαίωμα του (ex debito justitiae), νομιμοποιείται να απαιτεί τον παραμερισμό της απόφασης. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε, J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1151, Ιερά Μητρόπολης Λεμεσου ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 A.Α.Δ. 43, Νικόλας Γεωργαλλιδης ν. Χρυσόστομου Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Halsbury's Laws of England 4th Edition Vol.26 σελ.559 και Odger's on Pleadings and Practice 2nd Edition σελ.
  1. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Διεξήλθα τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν (περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές), έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνήγορων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Συνεπεία του γεγονότος ότι ένας από τους βασικούς λόγους που προβάλλεται από τους Εναγόμενους για σκοπούς έγκρισης της επίδικης αίτησης είναι η αντικανονικότητα της επίδοσης της αγωγής, και με δεδομένη την αρχή ότι σε περίπτωση κρίσης περί αντικανονικότητας της επίδοσης, το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει την απόφαση χωρίς να παρέχεται σε αυτό δικαίωμα εξέτασης της αίτησης επί της ουσίας της, κρίνω ορθότερο όπως καταπιαστώ αρχικά με το ζήτημα αυτό και μόνο στην περίπτωση που κριθεί ότι η επίδοση έγινε κανονικά, να προχωρήσω και να εξετάσω τις λοιπές αιτιάσεις των Εναγομένων. Με τα όσα προβάλλουν οι Εναγόμενοι μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει αβίαστα ότι η επίδοση της αγωγής, τόσο προς την Εναγόμενη 1, όσο και προς τον Εναγόμενο 2, είναι αντικανονική. Η όποια δε σχετική με το ζήτημα μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, δεν διαφοροποιεί το δεδομένο αυτό. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η σύζυγος και συγκάτοικος του Εναγόμενου 2, αλλά και η Γραμματέας της εναγόμενης 1 είναι πρόσωπα με όνομα εντελώς διαφορετικό από το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η επίδοση, δεν αμφισβητείται. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων, ότι ουδεμία σχέση έχουν με οποιοδήποτε πρόσωπο που ονομάζεται Έλενα Σακκά. Ο δε ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η αγωγή επιδόθηκε στη σύζυγο του Εναγόμενου 2, η οποία ανέφερε ως όνομα της το όνομα Έλενα Σακκά, καθώς επίσης και ότι αυτή είναι η Γραμματέας της Εναγόμενης 1, προωθείται με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία και εχέγγυα στο Δικαστήριο ώστε να εξετάσει την ορθότητα και βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού. Παραδείγματος χάρη, ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός αναφορικά με τον λόγο που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι το πρόσωπο προς το οποίο επιδόθηκε η αγωγή είναι η σύζυγος του Εναγόμενου
  2. Ούτε, λόγου χάριν, προωθείται θέση περί του ότι ο επιδότης γνωρίζει τη σύζυγο του Εναγόμενου 2 και ότι αυτή ήταν το πρόσωπο προς το οποίο επέδωσε την αγωγή. Ενδεικτικό της γενικότητας του τρόπου που προωθείται ο σχετικός ισχυρισμός από πλευράς των Εναγόντων, είναι και το γεγονός ότι την ένσταση υποστηρίζει μία ένορκη δήλωση του ενός εκ των δύο διαχειριστών της περιουσίας του Ανδρέα Κουρουφέξη, χωρίς να υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση του επιδότη, η οποία να διαφωτίζει επαρκώς για τις συνθήκες επίδοσης της αγωγής, τόσο προς την Εναγόμενη 1, όσο και προς τον Εναγόμενο 2, αλλά και αναφορικά με το πρόσωπο που παρέλαβε την αγωγή. Στη δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, οι όποιες σχετικές αναφορές, παρουσιάζονται ως θέσεις του ομνύοντά της, χωρίς να αποκαλύπτεται η πυγή από την οποία αντλεί γνώση και χωρίς να αποδίδονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στο επιδότη που επέδωσε την αγωγή. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι, επισυνάπτοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το πιστοποιητικό γάμου του Εναγόμενου 2, αλλά και το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τους αξιωματούχους της Εναγόμενης 1, με κάθε σαφήνεια και επάρκεια απέδειξαν τον ισχυρισμό τους περί του ότι η σύζυγος και συγκάτοικος του Εναγόμενου 2, αλλά και η γραμματέας της Εναγόμενης 1 δεν είναι η Έλενα Σακκά προς την οποία επιδόθηκε η αγωγή. Με την ενέργεια τους αυτή, απέσεισαν το βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού τους και τούτο μεταφέρθηκε στους ώμους των εναγόντων, οι οποίοι με τις γενικές και αόριστες αναφορές τους δεν κατάφεραν να ανατρέψουν τα δεδομένα. Με βάση τα ανωτέρω, η θέση των Εναγομένων περί του ότι η επίδοση της αγωγής σε αυτούς είναι αντικανονική, κρίνεται βάσιμη και κατ' ακολουθία αποδεκτή. Με γνώμονα δε τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, οι Εναγόμενοι 1 και 2, δικαιωματικά (ex debito justitiae), απαιτούν τον παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Επομένως, το Δικαστήριο, δεν έχει παρά να εγκρίνει την αίτηση και να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εκδοθείσα απόφαση, λόγω κακής επίδοσης. Συνεπεία δε του λόγου που παραμερίζεται η ρηθείσα απόφαση, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκδοθείσα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 απόφαση, ημερομηνίας 05.02.2015 παραμερίζεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της περιουσίας του Ανδρέα Κουρουφέξη. (Υπ.) ................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.A.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.