Μαρία Μιχαήλ ν. Μάριου Φυρίλλα, Αρ. Αγωγής 1535/2016, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A138 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής 1535/2016 Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Μεταξύ: Μαρία Μιχαήλ Ενάγουσας / Αιτήτριας και Μάριου Φυρίλλα Εναγομένου / Καθ' ού η Αίτηση Ημερομηνία : 28 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Παπαθεοδώρου για κ.κ. Χ. Π. Σαββίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ού η Αίτηση: κος Χαραλάμπους για κ.κ. Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημ. 29/03/17) Εισαγωγή: Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε την 24/03/16, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για «ψυχική οδύνη και ταλαιπωρία» την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ένεκα κακόβουλής δίωξης ή και συνεπεία ποινικών υποθέσεων Υπ. Αριθμούς 22843/2013 και 584/2014, που καταχωρήθηκαν εναντίον της Ενάγουσας «ή και λόγω της παρατεταμένα απρόκλητης και/ή αδικαιολόγητης και/ή προσχεδιασμένης συκοφαντικής και/ή κακόβουλα διωκτικής δράσης του Εναγομένου κατά της Ενάγουσας η οποία προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη και την υπόληψη της θέτοντας σε κίνδυνο την ελευθερία της.» Ζητεί επίσης «Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω προσχεδιασμένης και/ή επιλήψιμης και/ή κατακριτέας συμπεριφοράς και/ή δράσης του Εναγομένου ο οποίος κατάφωρα και συστηματικά περιφρονούσε και/ή περιφρονεί την αξιοπρέπεια και/ή προσωπικότητα της Ενάγουσας και/ή παραβιάζει το δικαίωμα της για ιδιωτική και οικογενειακή ζωή προς ίδιο όφελος.» Ως ειδικότερα αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης κατά τον ουσιώδη για τα γεγονότα της αγωγής χρόνο, η Ενάγουσα διέμενε με το σύζυγο της (αδελφό του Εναγομένου), και τα 4 παιδιά τους στο ισόγειο διώροφης οικοδομής επί της οδού Λόρδου Βύρωνος 10. Ο Εναγόμενος διέμενε με την δική του οικογένεια του στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής. Σύμφωνα με την Ενάγουσα το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθη η μεταβιβάστηκε στα δύο αδέλφια από τους γονείς τους κατά το έτος 1998, κατά ½ μερίδιο στον όνομα του Εναγομένου και στο όνομα του αδελφού του, συζύγου της Ενάγουσας 1, με δικαίωμα επικαρπίας των γονέων τους. Η επιμονή του Εναγομένου να παραιτηθεί η μητέρα του από το δικαίωμα επικαρπίας μετά τον θάνατο του πατέρα τους περί το 2008 και η άρνηση της μητέρας να πράξει τούτο, απετέλεσε σύμφωνα με την Ενάγουσα τον λόγο για τη διαφορά μεταξύ των δύο αδελφών. Σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, «.ο Εναγόμενος και/ή η σύζυγος του προέβηκαν και/ή προβαίνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε πράξεις και/ή ενέργειες και/ή τακτικές που συνιστούν και/ή εκλαμβάνονται υπό την Ενάγουσα ως ψυχική πίεση και/ή ψυχικός εξαναγκασμός της ιδίας και της οικογένειας της με σκοπό να μεσολαβήσουν και/ή πείσουν τη μητέρα του Εναγομένου, πεθερά της Ενάγουσας, να αφαιρέσει τον όρο επικαρπίας που έχει επί της οικίας του». Η συμπεριφορά αυτή του Εναγομένου καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από την Ενάγουσα 1 και το σύζυγο της προκειμένου ο Εναγόμενος να συνετιστεί. Το εγχείρημα τους δεν πέτυχε και καταχωρήθηκαν εναντίον του Εναγομένου από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας οι ποινικές υποθέσεις Υπ. Αριθμό 22842/2013, Υπ. Αριθμό 14754/2013 και Υπ. Αριθμό 13169/2014 όλες στο Ε. Δ. Λευκωσίας. Σε απάντηση ο Εναγόμενος και/ή η σύζυγος του προέβηκαν σε καταγγελίες προς την Αστυνομία σε σχέση με τις οποίες καταχωρήθηκαν υπό του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον της Ενάγουσας 1 η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 22843/2013, εναντίον του συζύγου της η ποινική υπόθεση Υπ' Αριθμό 8467/2013 και εναντίον αμφοτέρων η ποινική υπόθεση Υπ' Αριθμό 584/2014, όλες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για τις οποίες η Ενάγουσα 1 και ο σύζυγος της δεν καταδικάστηκαν. Η Ενάγουσα εκλαμβάνει την όλη στάση και συμπεριφορά του Εναγομένου έναντι της ως συκοφαντική και/ή αδικαιολόγητη και/ή προσχεδιασμένη και/ή ως συνιστώσα κακόβουλη δίωξη της. Ως προκύπτει από την απόφαση ημερομηνίας 08/01/2015 στην ποινική υπόθεση υπ' Αριθμό 22843/2013 η Ενάγουσα, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες ενώ σύμφωνα με την απόφαση ημερομηνίας 26/04/2016 στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 584/2014, η Ενάγουσα, αθωώθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου. Η κακοβουλία των παραπόνων του Εναγομένου καταδεικνύεται και από το γεγονός προβάλλει η Ενάγουσα ότι η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 22843/2013, δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας, καθότι ο Εναγόμενος κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης διέκοψε την κυρίως εξέταση του και απέσυρε τα παράπονα του, υποκινούμενος από το φόβο συντέλεσης του αδικήματος της ψευδορκίας εάν εξακολουθούσε να προωθεί την υπόθεση του. Σε ό,τι αφορά την ποινική υπόθεση Υπ. Αριθμό 584/2014 και πάλι δεν υπήρχε πιθανότητα επιτυχίας της καθότι οι καταγγελίες του Εναγόμενου είναι ψευδείς. Είναι επίσης ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι τα ψεύδη του Εναγομένου οδήγησαν το Δικαστήριο, στην εν λόγω ποινική υπόθεση, να απορρίψει τη μαρτυρία του κρίνοντας τον ως αναξιόπιστο. Οι εν λόγω ποινικές διώξεις έχουν προκαλέσει σκάνδαλο για την πίστη και την υπόληψη της Ενάγουσα, θέτοντας σε κίνδυνο την ελευθερία της και καθιστώντας την αντικείμενο σχολιασμού εντός και εκτός του εργασιακού της χώρου. Η Ενάγουσα εργάζεται σε εταιρεία και η εργασία της απαιτεί όχι μόνο εργατικότητα και αποδοτικότητα αλλά και αψεγάδιαστο χαρακτήρα. Η ανάγκη παρουσίας της Ενάγουσας ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου επέβαλλε, όπως ενημερωθούν σχετικά τόσο οι εργοδότες όσο και οι πελάτες της, λόγω του κινδύνου απώλειας της ελευθερίας της Ενάγουσας και/ή απώλεια της φυσικής της παρουσίας από την εργασία της η οποία θα συνεπαγόταν διαδικασίες άμεσης αντικατάστασης της με σκοπό την απρόσκοπτη και αδιάλειπτη διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας στην οποία εργαζόταν. Προς τούτο υπήρχε άτομο της εργοδότριας της εταιρείας το οποίο παρακολουθούσε την εξέλιξη της δίκης σε κάθε δικάσιμο. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του αφού αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης στο σύνολο τους και καθένα ξεχωριστά και προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ως τούτοι τίθενται στο δικό του δικόγραφο επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση να διαγραφούν. Ειδικότερη αναφορά σε αυτούς θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση των λόγων που προβάλλονται για διαγραφή των. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει αυτή: Με την Αίτηση της, η Ενάγουσα Αιτήτρια στηριζόμενη στον Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 θθ 4, 5, 11, 12, 13, 15, 16 και 26, Δ.25 θθ.1-6, Δ.21 θ 2, 13 Δ.27 θ.1-3, Δ.39 θθ 1-21, Δ.48 Κ.1-9 (j), (ο), Δ.64, επί του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, των Κανόνων της Επιείκειας, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη Δικαστική Πρακτική και επί της Σύμφυτης Εξουσίας των Δικαστηρίων, αξιώνει τη διαγραφή της Υπεράσπισης: Ειδικότερα αξιώνει ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου, ημερ. 13/02/2017, ως σκανδαλώδης και/ή επιπόλαιης και/ή καταχρηστικής και/ή ενοχλητικής και/ή ως γενικής και/ή ως αόριστης και/ή ως μη συνάδουσας με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και/ή ως μη αποκαλύπτουσας βάση υπεράσπισης και/ή ως εμποδιζόμενης να εγερθεί δυνάμει του δόγματος του αποκλεισμού (estoppel). Διαζευκτικά προς το Α ανωτέρω αξιώνει: «Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), του ακόλουθου μέρους της παραγράφου 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου,: «αποδέχεται εν μέρει την παράγραφο 5 και» Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), των παραγράφων 5 έως και 9 της Υπεράσπισης, Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), των ακόλουθων μέρων της παραγράφου 10 της Υπεράσπισης:
(1)«και περαιτέρω αναφέρει ότι για τα επίδικα θέματα εκκρεμεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό 4481/2013. Επίσης ο Εναγόμενος:»
(2)Τις υποπαραγράφους 10(a) μέχρι 10(ε) ολόκληρες. Ε. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), των ακόλουθων μέρων της παραγράφου 11 της Υπεράσπισης «ο Εναγόμενος αρνείται οποιασδήποτε αστικής φύσεως ευθύνη για το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης και απορρίπτοντας τις υποπαραγράφους 10.1 μέχρι 10.6,»
(1)Την υποπαράγραφο 11 (β) ολόκληρη,
(2)Την υποπαράγραφο 11 (στ) ολόκληρη, Στ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), της παραγράφου 12 της Υπεράσπισης. Ζ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή, (strike out), των παραγράφων 14 μέχρι και 17 της Υπεράσπισης. Το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων υποστηρίζει η Ενάγουσα θα πρέπει να διαγραφεί «ως μη αναγκαίων και/ή ως σκανδαλωδών και/ή ως τεινόντων να προκαταβάλλουν και/ή περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής και/ή επιπόλαιων και/ή καταχρηστικών και/ή ενοχλητικών και/ή ως γενικών και/ή ως αόριστων και/ή ως μη συνάδοντων με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και/ή ως εμποδιζόμενων να εγερθούν δυνάμει του δόγματος του αποκλεισμού (estoppel)». Προς υποστήριξη της Αίτησης η ίδια η Ενάγουσα προβαίνει στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αφού δηλώνει σε αυτή ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή και Αίτηση αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Η Έκθεση Υπεράσπισης τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει και καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής, είναι επιπόλαιη, ενοχλητική, γενική, αόριστη και μη συνάδουσα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. · Περαιτέρω, δυνάμει «του δόγματος του αποκλεισμού (estoppel)», ο Εναγόμενος εμποδίζεται να εγείρει ορισμένους ισχυρισμούς στην Έκθεση Υπεράσπισης του λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του, λόγω δηλώσεων του σε έγγραφα και λόγω των καταδικών του, κατόπιν παραδοχής, στις ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 22842/2013 και 14754/2013 και της μη καταδίκης της στις ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 22843/2013 και 584/2014 καθώς και της αθώωσης του συζύγου της στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8467/2013, (Αντίγραφα των αποφάσεων στις υποθέσεις με αρ. 22842/2013, 14754/2013, 22843/2013, 8467/2013 και 584/2014 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-5 αντίστοιχα). · Προβάλλει ειδικότερα ότι η παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι γενική και αόριστη καθότι γίνεται εν μέρει παραδοχή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να γίνεται αναφορά για ποιο μέρος δεν γίνεται παραδοχή. Στη δε παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης γίνεται παραδοχή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι ότι το ο Εναγόμενος έχει πρόβλημα με τη μητέρα του λόγω της επικαρπίας. · Οι καταδίκες του Εναγομένου, στις ποινικές υποθέσεις Υπ. Αριθμό 22842/2013, και Υπ. Αριθμό 14754/2013, καθώς και η μη καταδίκη της ιδίας και του συζύγου της στις ποινικές Υποθέσεις Υπ' Αριθμό 22843/2013, Υπ' Αριθμό 8467/2013 και Υπ' Αριθμό 584/2014, εμποδίζουν τον Εναγόμενο να αρνηθεί ότι δεν ασκεί πίεση προς την ίδια και την οικογένεια της. · Οι παράγραφοι 5 και 6 της Υπεράσπισης είναι άσχετες με το επίδικο θέμα καθότι προβάλλονται ισχυρισμοί για θέματα περιουσιακών διαφορών και διάφορα συμβάντα τα οποία δεν αφορούν και δεν συνδέονται με το επίδικο θέμα. · Ο Εναγόμενος, στις παραγράφους 7 και 8 της Υπεράσπισης, εμποδίζεται να αρνηθεί το γεγονός ότι στις 02/01/2012, 28/05/2012, 31/10/2012 και 11/12/2012 τον κατήγγειλε ο σύζυγος της στην Αστυνομία χωρίς να επιθυμεί την ποινική του δίωξη, κατόπιν και της σύμφωνης γνώμης της ιδίας. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της επισυνάπτει το Τεκμήριο
- Αναφέρει πρόσθετα ότι εξ όσων πληροφόρησαν τον σύζυγο της οι Αστυνομικοί που εξέτασαν τις καταγγελίες του, επικοινώνησαν με τον Εναγόμενο και τον συμβούλεψαν όπως συμβούλεψαν και τον σύζυγο της. Για την κατ' ισχυρισμό της ιδίας επίθεση του Εναγομένου προς τον σύζυγο της κατά την 02/01/12 επισυνάπτει το Τεκμήριο
- Προβάλλει επίσης η Ενάγουσα ότι Εναγόμενος εμποδίζεται να εγείρει επιγενόμενους ισχυρισμούς γεγονότων για τα οποία ουδέποτε παραπονέθηκε και κανένα μέτρο δεν έλαβε. Ομοίως ο Εναγόμενος εμποδίζεται να παρουσιάσει, «υπό τύπο μαρτυρίας παράπονα» εναντίον του συζύγου της, για τα οποία αθωώθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Όλα τα πιο πάνω προβάλλει η Ενάγουσα είναι άσχετα, και ο μοναδικός σκοπός τους είναι να προκαλέσουν συσκότιση. · Το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης δεν συνδέεται με το επίδικο θέμα ενώ παρουσιάζεται με «παράλογο» τρόπο και σε κάθε περίπτωση υπό τύπο μαρτυρίας, ανεπίτρεπτης να εμπεριέχεται σε δικόγραφο. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρει ο Εναγόμενος έχει ήδη καταδικαστεί και στις 2 ποινικές υποθέσεις που έχουν καταχωρηθεί εναντίον του (Τεκμήρια 1 και 2). · Πρόσθετη θέση της είναι ότι ο Εναγόμενος και η σύζυγος του εμποδίζονται να επικαλεστούν αλληλογραφία η οποία έγινε κατόπιν δικής τους επιθυμίας και η οποία τους αποστάληκε «άνευ βλάβης». Συγκεκριμένα η σύζυγος του Εναγομένου, στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης 584/2014 στην οποία ήταν τόσο η ίδια όσο και ο Εναγόμενος παραπονούμενοι εναντίον της ιδίας και του συζύγου της, (Τεκμήριο 5), κατά τη δικάσιμο της 06/10/2015, εξέφρασαν επιθυμία για συνολική διευθέτηση όλων των μεταξύ των διαφορών με εκατέρωθεν αποσύρσεις των παραπόνων στις ποινικές υποθέσεις, συμβιβασμό απαιτήσεων και οριστικό διαχωρισμό της από κοινού κατοχής ακινήτων για πλήρη αποφυγή επαφής μεταξύ των οικογενειών. Επιπλέον, ο Εναγόμενος και η σύζυγος του εμποδίζονται να επικαλεστούν συζητήσεις οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ της ιδίας και του δικηγόρου Κωνσταντή Καντούνα στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ' Αριθμό 584/
- · Σχετικά με τις υποπαραγράφους 9(α) μέχρι 9(ε) της Υπεράσπισης, η Ενάγουσα προβάλλει ότι τα όσα περιέχονται σε αυτές δεν συνδέονται ούτε χρονικά ούτε άλλως πως με το επίδικο θέμα «και προκαλούν συσκότιση ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπό κρίση αγωγής». · Αναφορικά με την παράγραφος 10 της Υπεράσπισης ψευδώς αναφέρει ο Εναγόμενος ότι τα επίδικα θέματα στις ποινικές Υποθέσεις 22843/2013, (Τεκμήριο 3), και 584/2014, (Τεκμήριο 5), εκκρεμούν στα πλαίσια της αστικής αγωγής 4481/2013 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (επισυνάπτει σχετικά αντίγραφο κλητηρίου εντάλματος ως «Τεκμήριο 8»). Θέση της είναι ότι η αστική αγωγή 4481/2013 σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με την ποινική υπόθεση 8467/2013 για την οποία ο σύζυγος της, αθωώθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, (Τεκμήριο 4). · Η αναφορά που γίνεται στη παράγραφο 10(α) της Υπεράσπισης ότι η ίδια προκάλεσε τον Εναγόμενο και η σχετική παραπομπή στην απόφαση 22842/2013, δεν αποτελεί εύρημα δικαστηρίου αλλά τέχνασμα του Εναγόμενου. Η κατ' ισχυρισμό πρόκληση που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος οδήγησε στην άσκηση της ποινική δίωξης υπ' αριθμό 22843/2013 εναντίον της ιδίας, (βλ. Τεκμήριο 3). Εν συνεχεία η μάρτυς αναφέρεται σε ισχυρισμούς γεγονότων τα οποία σύμφωνα με την ίδια έλαβαν χώρα την 08/01/15 στις δικαστικές αίθουσες στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 22843/
- Αναφέρεται επίσης σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που έλαβαν χώρα «κατά την καταδίκη του στην υπόθεση Υπ' Αριθμό 14574/2013, (βλ. Τεκμήριο 2)», για να καταδείξει την αναλήθεια των ισχυρισμών που περιέχονται στην Υπεράσπιση του Εναγομένου. · Σε ό,τι αφορά τις παραγράφους 10(α) και 10(β) της Υπεράσπισης θέση της είναι ότι αποτελούν γενική και αόριστη άρνηση. Η παράγραφος 10(γ) της Υπεράσπισης είναι ακατανόητη καθότι η παρούσα αγωγή αποτελεί συνέχεια της καταδίκης του Εναγομένου.». Σχετικά με παράγραφο 10(δ) της προβάλλει ότι ο Εναγόμενος εμποδίζεται να αρνηθεί ότι δεν γνωρίζει το λόγο για τον οποίο η κατηγορούσα αρχή διέκοψε τη δίωξη εναντίον της. Η παράγραφος 10(ε) της Υπεράσπισης «δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» καθότι ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας, κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει τις πράξεις του. Προς υποστήριξη των θέσεων της η Ενάγουσα Ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας είχε ενώπιον του μόνον τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, ο οποίος ζήτησε και πέτυχε την ποινική μου δίωξη. Στις καταθέσεις του Εναγομένου, (επισυνάπτονται αντίγραφα ως Τεκμήρια 9 και 10), φαίνονται ξεκάθαρα οι προθέσεις του, (βλ. Τεκμήρια 9α, 10α και 10β). · Σε σχέση με την παράγραφο στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης αναφέρω τα εξής προβάλλει ότι είναι γενική και αόριστη ενώ οι υποπαράγραφοι 11 (β) και 11 (στ) περιέχουν απόψεις του του Εναγομένου που δεν έχουν σχέση με το επίδικο θέμα. · Για τις παραγράφους 12, 13 και 14 της Υπεράσπισης προβάλλει ότι ηγ πρώτη είναι γενική και αόριστη άρνηση ενώ η παράγραφος 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης έρχεται αντίθεση με τη παράγραφο 12 καθότι ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι έχει υποστεί ζημία την οποία αποδίδει σε ενέργειες δικές της και του συζύγου της. · Θέση της για την παράγραφο 15 Υπεράσπισης είναι ότι ο Εναγόμενος εμποδίζεται να προβάλλει ότι δεν έχει η ίδια υποστεί ζημιά τη στιγμή που ο ίδιος ισχυρίζεται, στις παραγράφους 10(γ), 11 (γ) και 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης του ότι ο ίδιος υφίσταται ζημία, ταλαιπωρία και εξευτελισμό από τη παρουσία του ως Εναγόμενος την υπό εκδίκαση αγωγή. · Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος προσπαθεί έκδηλα να καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και να αποφύγει τις ευθύνες που του αναλογούν. · Προβάλλει περαιτέρω ότι εάν επιτραπεί στο Εναγόμενο να προβάλλει τους ισχυρισμούς του, ως αυτοί ανακύπτουν και απορρέουν από την Υπεράσπισης του, η ίδια θα αναβιώσει κατά την ακρόαση, την δυσάρεστη εμπειρία στην οποία την υπέβαλε ο Εναγόμενος. · Αξιώνει τέλος τα έξοδα, της αίτησης επιδικαστούν με το πέρας εκδίκασης της Αίτησης και όχι στο τέλος της αγωγής. Η Ένσταση του Εναγομένου και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Ο Εναγόμενος αντέδρασε στην αίτηση καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης την οποία συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου. Σε αυτή στηριζόμενος στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Θ.4, 5, 11, 12, 13, 15, 16 και 26, Δ.21, Δ.25 Θ.1-6, Δ.27 Θ.1-3, Δ.39 Θ.Θ.1-21, Δ.48 Κ.1-9 Δ.64 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στα Άρθρα 30 του Συντάγματος, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, στις Αρχές και τους Κανόνες της Επιείκειας και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Α. Η Αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική ή/και αχρείαστη ή/και καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής ή/και με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή/και με αλλότρια κίνητρα. Β. Δεν υπάρχουν ή/και δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι ή/και στοιχεία που να καταδεικνύουν την χρησιμότητα ή/και την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Γ. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ακατάλληλες υπό τις περιστάσεις ή/και η δικαιοσύνη μπορεί να αποδοθεί με τις λεπτομέρειες που παρουσιάζονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Δ. Η Ενάγουσα δεν θα υποστεί καμία δυσχέρεια ή/και δυσμένεια καθότι τα γεγονότα που καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι γνωστά σε αυτή. Ε. Η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου δεν καταστρατηγεί κανένα θεσμό ή/και δεν αντίκειται σε κανένα Νόμο ή/και Νομολογία ή/και Κανόνες του Κυπριακού Δικαίου. ΣΤ. Κανένα θέμα που εγείρεται σε δικόγραφο δεν θεωρείται σκανδαλώδες ή/και επιπόλαιο ή/και καταχρηστικό ή/και ενοχλητικό ή/και ως γενικό ή/και ως αόριστο ή/και ως μη αποκαλύπτον βάση υπεράσπισης, αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Ζ. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους ζητείται ουσιαστικά διαγραφή ολόκληρης της έκθεσης υπεράσπισης και οι αόριστες και ασαφείς αναφορές που δίνονται στην Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, δεν είναι επαρκείς για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η. Η παρούσα αίτηση συνιστά προϊόν δευτέρας σκέψης της Αιτήτριας ή/και καταχωρήθηκε με κακή πίστη (mala fide) και καταχρηστικά (abuse of process), με σκοπό να πλήξει τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και να υποσκάψει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης, γι' αυτό το σύνολο της αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. Θ. Επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα του Εναγομένου να υπερασπίζεται τον εαυτό του και το συνταγματικό δικαίωμα του για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. Ι. Δεν είναι ούτε ορθό, ούτε εύλογο, ούτε δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι, τα όσα αναφέρονται στην Υπεράσπισης του, είναι διευκρινιστικά και διαφωτιστικά ως προς την πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων στο Σεβαστό Δικαστήριο και έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Έχουν δε τεθεί στην Υπεράσπιση του ώστε το Δικαστήριο να έχει πληρέστερη παρουσίαση των γεγονότων για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αναφέρει πρόσθετα ότι η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει κανένα στοιχείο στην Αίτηση της, το οποίο να καθιστά αναγκαία τα εν λόγω διατάγματα. Η υπό κρίση αίτηση συνιστά δε προϊόν δευτέρας σκέψης, ότι δεν καταχωρήθηκε καλή τη πίστη αλλά με σκοπό να εκτροχιάσει την όλη διαδικασία και να παρακωλύσει και να καθυστερήσει την διαδικασία και ως εκ τούτου να υποστεί ο Καθ' ου η Αίτηση ζημιές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού ασχοληθώ με την αίτηση και τους λόγους ένστασης που προβάλλονται χρήσιμη θεωρώ είναι η σύντομη αναφορά στη νομική βάση, στην νομολογία και στα κριτήρια που έχουν καθιερωθεί προς έγκριση ή μη του αιτήματος. Ως έχει παγίως νομολογηθεί, τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Ως παραστατικά αναφέρθηκε στην υπόθεση HOMEROS TH COURTIS AND OTHERS ν. PANOS K IASONIDES,
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, τα δικόγραφα ως οι ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης. Η σύνταξή όμως των δικογράφων προς εξασφάλιση και διασφάλιση της αποτελεσματικής και δίκαιης δίκης διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εντοπίζονται στο γράμμα της Δ.19. Η τήρηση των είναι εκ των ων ουκ άνευ προς την επίτευξη του πιο πάνω αποτελέσματος. Ο Θ. 4 της Δ.19, περιέχει τον βασικότερο ενδεχομένως των κανόνων σύνταξης δικογράφων ο οποίος με τη χρήση της λέξης «shall» σαφώς επιτάσσει όπως: «4.Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, enumbered consecutively. Dates, sums, and enumbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person.» Η πιο πάνω διάταξη, ως τούτη έχει ερμηνευτεί από την επί του θέματος Νομολογία, καθορίζει το πλαίσιο και τις παραμέτρους σύνταξης των δικογράφων. Μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα, τα οποία είναι και σχετικά με τα επίδικα θέματα, η σχετικότητα εξετάζεται και συναρτάται πάντοτε από τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, ως τούτη παρατίθεται στο σύγγραμμα Odgers´ Principles of Pleading and Practice, [Stevens] 20η έκδ. σελ. 89[1], η οποία έχει υιοθετηθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[2], ως «ουσιώδες», καθορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο κατά αναλογία και της Υπεράσπισης. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν θεωρείται ως τέτοιο. Ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπόθεση Αγγελίδου Μιράντα ν. Σοφοκλή Μούσουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164)» Τα δικόγραφα συνεπώς πρέπει να περιέχουν μόνο ουσιώδη γεγονότα και ως τέτοια βεβαίως είναι μόνο τα σχετικά γεγονότα. Η Δ.19 θ.4 επιβάλλει όπως τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν τις θέσεις σε συνοπτική μορφή η πολυλογία και η περιττολογία πρέπει να μην ενθαρρύνονται. Σχετική επί τούτου είναι Παγκύπριος Eταιρεία Aρτοποιών Λτδ. ν. Σοφοκλή T Σαββίδη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 685. Ως δε υποδεικνύεται στην ίδια απόφαση, η παράθεση μαρτυρίας στα δικόγραφα δεν είναι αποδεκτή[3]. Η Δ.29 θ.26 προνοεί την υπό προϋποθέσεις διαγραφή μέρους δικογράφου όταν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τον πιο πάνω κανόνα και όταν τούτο έχει ως αποτέλεσμα μία ή και περισσότερες εκ των περιπτώσεων που περιγράφεται στο Θ. 26: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Οι διάδικοι πρέπει να απολαμβάνουν το δικαίωμα τους για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο ως τούτο ρητά κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα ωστόσο το δικαίωμα τούτο τυγχάνει περιορισμού καθ' ήν έκταση, και προς εξισορρόπηση αντικρουόμενων δικαιωμάτων, που διασφαλίζονται μεταξύ άλλων και με την τήρηση των δικονομικών κανόνων. Κατάχρηση δικαιώματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, θα πρέπει ο διάδικος να συμμορφώνεται προς τους δικονομικούς κανόνες. Η εξουσία που εναποθέτει η Δ.19 Θ.26 στο Δικαστήριο, συνιστά ένα χρήσιμο εργαλείο για την εξέλιξη της διαδικασίας και δη της ακροαματικής διαδικασίας Ως όμως έχει τονιστεί στην μεταξύ άλλων στην In re Pelmako Development Ltd,
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις όπου δεν χωρεί αμφιβολία περί της χρησιμότητα και αναγκαιότητας έκδοσης συναφούς διατάγματος. (βλ. επίσης, Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ (ανωτέρω)). Η διαγραφή δικογράφου, δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα και αντικειμενικά εξεταζόμενο ότι εμπίπτει σε μια των περιπτώσεων που ο Θεσμός 26 περιέχει ως έχει διαμορφωθεί από τη Νομολογία. Για σκοπούς κατάληξης του το Δικαστήριο λαμβάνει η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των, ζητούμενων να διαγραφούν, ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα αυτής. Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Σχετικό είναι το απόσπασμα στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings 12 ed σελ. 141 και 142 όπου διαβάζει κανείς ότι: "The application should specify precisely what order is being sought, e.g. to strike out, or to stay or dismiss the action or to enter judgment and precisely what is being attacked and on what grounds, whether the whole pleading or indorsement or only parts thereof, and if so the alleged offending parts should be clearly specified." Με βάση λοιπόν το λεκτικό του Θ.26 της Δ.19, το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις συγκεκριμένες λέξεις βλ. Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ.
- Για να διαπιστωθεί δε κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Σημειώνεται επίσης ότι ο Θ. 26 της Δ.19 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής[4]. Από την άλλη ο Θ.3 της Δ.27[5], (της οποίας επίσης γίνεται επίκληση στη νομική βάση της αίτησης,) είναι δυνατόν να οδηγήσει σε οριστικό τερματισμό της διαδικασίας, εφόσον επιτρέπει διαγραφή ανυπόστατου δικογράφου, δηλαδή δικογράφου που δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή Υπεράσπιση, ή είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious)[6] . Η Δ.27Θ.3 φαίνεται να είναι αντίστοιχη της αγγλικής δικονομικής πρόνοιας Ο.25 R.
- η οποία αντιμετωπίστηκε με αυστηρότητα από τα αγγλικά και Δικαστήρια και ως υποδεικνύει και η δική μας νομολογία με το ίδιο αυστηρό πνεύμα πρέπει να αντιμετωπίζεται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην υπόθεση in Re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 A.A.Δ. 246 το ζήτημα συσχετίστηκε ευθέως με το με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια και υποδείχθηκε ότι η διερεύνηση προς την κατεύθυνση έγκρισης ή μη του αιτήματος συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται (βλ. σελ.253). Στην Λοΐζος Λουκά Yιοί Λτδ ν. Eθνικής Tράπεζας της Eλλάδος AE
(1999)1 ΑΑΔ 1316 λέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με την αυστηρότητα χορήγησης τέτοιας φύσεως θεραπείας: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Με αναφορά στην Pelmaco (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Ως αναφέρεται και ανωτέρω, το κατά ποσό ένα δικόγραφο δεν είναι σύμφωνο με τις επιταγές της Δ.19 και Δ.27, αναζητείται σε αυτό το περιεχόμενο του ανεξαρτήτως της μαρτυρίας που μπορεί να το υποστηρίξει.[7] Δ. Ακροαματική Διαδικασία: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς. Ουδείς δε εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Στα πλαίσια των αγορεύσεων των, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους με ικανότητα, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε επιχειρήματα, εισηγήσεις και θέσεις όπου κρίνεται τούτο σκόπιμο για την αιτιολόγηση της κατάληξης στην παρούσα. Ε. Εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης: Έχοντας κατά νου τις αρχές που η Νομολογία καθιέρωσε αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα και υποβάλλοντας σε αυτές τα όσα έχουν παρατεθεί στην υπό κρίση αίτηση σημειώνονται τα ακόλουθα: Ως καθίσταται αντιληπτό από την σύνοψη των δικογράφων που παρατίθενται ανωτέρω, βάση της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου φαίνεται να είναι αιτία της αγωγής (cause of action) ήταν το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (malicious prosecution) και της κατάχρησης των διαδικασιών (abuse of legal process). O Εναγόμενος στην προσπάθεια του να αμυνθεί της αγωγής καταχώρησε το δικό δικόγραφο του ήτοι την Υπεράσπιση του η οποία βάλλεται διά της παρούσης. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι το Δικόγραφο δεν είναι ιδεατά συντεταγμένο ή και με κατά γράμμα συμμόρφωση προς τις επιταγές της Δ.
- Αν ανατρέξει κανείς στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 1975 12η έκδοση στη σελ. 1203 όπου παρατίθενται κατευθυντήριες γραμμές για τη σύνταξη Υπεράσπισης σε τέτοιας φύσης αιτίες αγωγής εύκολα επιβεβαιώνεται τούτο. Η διαπίστωση αυτή όμως δεν είναι από μόνη της αρκετή για να οδηγήσει στη χορήγηση της δραστικής θεραπείας που αξιώνει η πλευρά της Ενάγουσα υπό το «Α» του αιτητικού της αίτησης στηριζόμενη προφανώς στη Δ.27 Θ.
- Τούτο αφού δεν διαπιστώνεται πράγματι το δικόγραφο του Εναγομένου δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, Υπεράσπιση και πρόσθετα ότι η Υπεράσπιση δεν επιδέχεται τροποποιήσεως. Ως αναφέρεται και ανωτέρω, διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δια της διαγραφής ολόκληρου δικογράφου ένεκα μη αποκάλυψης «αιτίας αγωγής».,Υπεράσπιση στην προκειμένη, δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο του Εναγομένου ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ανυπόστατο». Στην υπό κρίση υπόθεση από το δικόγραφο του Εναγομένου προκύπτει ότι αρνείται ότι χωρίς λόγο και πιθανή αιτία προέβη στις καταγγελίες στην αστυνομία. Ξεκάθαρα δε τούτο αναφέρεται πέραν της γενικής άρνησης στις πρώτες παραγράφους αυτής στις υποπαραγράφους της παραγράφου 10 της Υπεράσπισης. Ειδικότερα σε αυτές αναφέρεται: «β. Ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά ότι ενήργησε κακόβουλα ή/και με αλλότρια κίνητρα ή/και αδικαιολόγητα ή/και χωρίς πιθανή λογική αιτία προς την Ενάγουσα. γ. Ανεξαρτήτως και επιπλέον στα ανωτέρω, η σκόπιμη ή/και παράλογη ή/και αδικαιολόγητη ή/και κακόπιστη επιλογή της Ενάγουσας, να εγείρει αυτή την αγωγή έναντι του Εναγόμενου, υποδεικνύει ή/και υποδηλώνει ότι η Ενάγουσα δεν διώχτηκε κακόβουλα ή/και δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημία ή/και απώλεια από την εμπλοκή της στις υποθέσεις με αριθμό 22843/2013 και 584/2014 ή/και ότι η παρούσα αγωγή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ακόμα πρόσχημα ή/και πρόφαση της Ενάγουσας για να ταλαιπωρήσει ή/και να εξευτελίσει ή/και να προκαλέσει ζημιά ή/και ταλαιπωρία στον Εναγόμενο. δ. Αναφορικά με την υπόθεση 22843/2013, όπως αναφέρεται στην απόφαση της υπόθεσης 584/2014, η δίωξη της Ενάγουσας διακόπηκε για λόγους που αφορούσαν την Κατηγορούσα Αρχή. Στην ίδια απόφαση ο σύζυγος της χαρακτηρίζεται αναξιόπιστος από το δικαστήριο. ε. Ήταν οι πράξεις της Ενάγουσας, που οδήγησαν τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας να της προσάψει κατηγορίες ή/και να προωθήσει τις ποινικές υποθέσεις με αριθμό 22843/2013 και 584/2014.» Ό,τι πρόσθετα αναφέρεται στην μακροσκελή Υπεράσπιση του Εναγομένου είναι προβολή διαφόρων ισχυρισμών προκειμένου να καταδείξει τη θέση του ότι οι όποιες ενέργειες του δεν ήταν «κακόβουλες» ή και αδικαιολόγητες. Κατάληξη ασφαλής είναι θεωρώ ότι, επουδενί δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η Δ.27 Θ.3 που αφορά σε διαγραφή της ολόκληρης της Υπεράσπισης[8]. Επί τούτου διαπιστώνω ότι οι λόγοι ένστασης υπό την αρίθμηση «Β», «Γ», «Στ» και «Θ» δεν ευσταθούν. Το αιτητικό υπό την αρίθμηση «Α» συνεπώς απορρίπτεται. Προτού εξετάσω κατά πόσο μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26 και αναφορικά με τον 1ο λόγο ένστασης θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτός δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της πρόκλησης καθυστέρησης με την υποβολή της αίτησης αυτή η θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 13/02/17 μετά από αίτηση για απόφαση που καταχωρήθηκε στις 30/12/16 και ενώ η αγωγή επεδόθη στον Εναγόμενο στις 24/03/
- Με δεδομένο ότι η Δ.19 Θ.26 δεν προβλέπει χρονικά περιθώρια για την υποβολή σχετικού αιτήματος παράλληλα διαπιστώνεται ότι η καθυστέρηση που έχει παρουσιαστεί δεν έχει ουσιωδώς πλήξει καθοιονδήποτε τρόπο τα συμφέρονται της πλευράς του Εναγομένου ενώ η όποια ζημιά ήθελε καταδειχθεί ότι έχει υποστεί θα μπορούσε θεραπευθεί με ανάλογη διαταγή για τα έξοδα ης δεν μπορώ να προβώ σε κατάληξη ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Περαιτέρω δεν έχουν αποκαλυφθεί τέτοια στοιχεία ή και γεγονότα τα οποία θα οδηγούσαν σε εύρημα ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με αλλότρια κίνητρα. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τη προώθηση αιτήματος για διαγραφή μέρους της Υπεράσπισης και ειδικότερα των παραγράφων που η Αιτήτρια επιδιώκει την διαγραφή επειδή αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν μπορεί βεβαίως αυτό να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας. Αυτό θα αποτελέσει ακριβώς το αντικείμενο της εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης κατά την επί Δικαστηρίω ακρόαση της. Δεν διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής (Athina Leatherqoods Ltd σελ. 478-479). Ούτε και μπορεί να κριθεί από το στάδιο αυτό κατά πόσο ο Εναγόμενος εμποδίζεται να εγείρει ορισμένους ισχυρισμούς στην Υπεράσπισης του λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του, λόγω δηλώσεων του σε έγγραφα και λόγω των καταδικών του, κατόπιν παραδοχής του σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. ισχυρισμούς αιτήτριας για διαγραφή των παραγράφων 7 και 8 της Υπεράσπισης ως επίσης και των παραγραφών 9 και 10 της Υπεράσπισης και των υποπαραγράφων αυτών). Τα όσα η Αιτήτρια αναφέρει στην αίτηση της είναι δικοί της ισχυρισμοί για γεγονότα τα οποία θα κριθούν κατά την ακρόαση και πάλι της υπόθεσης. Ομοίως και τα όσα αναφέρονται για την ανταλλαγή επιστολών από δικηγόρους. Αυτά τα ζητήματα θα μπορούν να εγερθούν κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω η διαγραφή του δικογράφου στη βάση του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι εάν επιτραπεί στο Εναγόμενο να προβάλλει τους ισχυρισμούς του, ως αυτοί ανακύπτουν και απορρέουν από την Υπεράσπισης του, η ίδια θα αναβιώσει κατά την ακρόαση, την δυσάρεστη εμπειρία στην οποία την υπέβαλε ο Εναγόμενος, βεβαίως δεν μπορεί να στηρίξει αιτία για δυσμενή επηρεασμό ή και ζημιά στην πλευρά της Ενάγουσας. Αποδοχή του ισχυρισμού αυτού ως λόγου για διαγραφή της Υπεράσπισης θα σήμαινε το δίχως άλλο άμεση παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή και του δικαιώματος του να ακουστεί στη διαδικασία. Αυτό που ουσιαστικά προβάλλει η Ενάγουσα είναι ότι θα πρέπει το δίχως άλλο να γίνουν αποδεκτοί οι δικοί της ισχυρισμοί χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Εναγόμενο να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς στη βάση του ότι «θα αναβιώσει κατά την ακρόαση, την δυσάρεστη εμπειρία στην οποία την υπέβαλε ο Εναγόμενος». Αυτό βεβαίως είναι εκτός των πλαισίων του δικαιικού μας συστήματος. Οι αναφορές σε πρόκληση σύγχυσης στην ουσία αφού ως η Αιτήτρια προβάλλει, ένεκα του περιεχομένου της παραγράφου 4 και του περιεχομένου 5 της Υπεράσπισης επίσης θεωρώ ότι δεν μπορούν να στηρίξου αίτημα για διαγραφή των θέσεων που περιέχονται σε αυτές. Η μερική παραδοχή της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης ξεκαθαρίζεται από το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης στην οποία άλλωστε και η ίδια η παράγραφος 2 της Υπεράσπισης παραπέμπει για σκοπούς διευκρίνησης και συγκεκριμενοποίησης της παραδοχής κατά τρόπο ώστε να μη μπορεί να εκληφθεί ότι προκαλείται σύγχυση στην Ενάγουσα τέτοια που να μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή της Υπεράσπισης. Για τις παραγράφους 12, 13, 14 και 15 της Υπεράσπισης η Αιτήτρια προβάλλει ότι η πρώτη είναι γενική και αόριστη άρνηση ενώ η παράγραφος 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης έρχεται αντίθεση με τη παράγραφο 12 καθότι ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι έχει υποστεί ζημία την οποία όμως αποδίδει σε ενέργειες δικές της και του συζύγου της. Ως έχει νομολογηθεί, το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε διαγραφή. Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Vector Onega A.G. ν. Πλοίου M/V Girvas κ.ά. (Αρ. 1)
(2000)1 Α.Α.Δ. 16. Η οποία υιοθετήθηκε από την απόφαση στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ν. Hussein Ali Nasrat Abdallah και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1520 λέχθηκε ότι: «Το γεγονός ότι στα δικόγραφα τους προβάλλουν αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή, και οποιοδήποτε πρόβλημα υπάρξει λόγω των συγκρουόμενων αυτών δικογράφων θα πρέπει να αντιμετωπισθεί όταν τούτο εγερθεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης κατά την οποία και οι εναγόμενοι 2 - αιτητές θα μπορούν να εκθέσουν τη θέση τους επί του προκειμένου». Κατά συνέπεια δεν έχω πεισθεί ότι η περίπτωση είναι τέτοια που επιβάλλει τη διαγραφή των παραγράφων αυτών της Υπεράσπισης και υπενθυμίζεται ότι με βάση τη Νομολογία η διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο ενώ τα Δικαστήρια δεν πρέπει χωρίς φειδώ να υποδεικνύουν τον τρόπο σύνταξης των δικογράφων τους, στους διαδίκους. Η Αιτήτρια παραπονείται σε σχέση με την παράγραφο στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης και προβάλλει ότι είναι γενική και αόριστη ενώ οι υποπαράγραφοι 11 (β) και 11 (στ) περιέχουν απόψεις του Εναγομένου που δεν έχουν σχέση με το επίδικο θέμα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η αιτιολογία που έχει δώσει η Αιτήτρια για διαγραφή των παραγράφων αυτών της Υπεράσπισης δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή των παραγράφων αυτών. Μπορεί ιδιαίτερα η παράγραφος 11 (β) να περιέχει αχρείαστο ισχυρισμό και σχόλιο ωστόσο δεν θεωρώ ότι προκαλεί οιαδήποτε σύγχυση ή ζημιά στην πλευρά της Ενάγουσας για να υπάρξει κατάληξη ότι οι παράγραφοι αυτοί θα πρέπει να διαγραφούν. Στην υπόθεση ESQUIRE HOLDING LTD ν. ΤSENTAS DEVELOPERS LTD κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. E191/2015, 23/3/2016 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιό (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. . (η υπογράμμιση για τους σκοπούς της παρούσης) Η ίδια προσέγγιση έχει υπάρξει και στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ν. Hussein Ali Nasrat Abdallah και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1520[9] Εν κατακλείδι καταλήγω ότι όντως η Υπεράσπιση απέχει από τον ενδεδειγμένο τρόπο δικογράφησης των ισχυρισμών του Εναγομένου. Η φλυαρία ωστόσο, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε διαγραφή του δικογράφου εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στην αντίδικο του. Ομοίως και το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Δεν θεωρώ ότι στο υπό κρίση δικόγραφο περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν άλλωστε η υπό κρίση υπόθεση προωθείται και στη βάση της κακόβουλης δίωξης. Ο όποιος ισχυρισμός για κακοβουλία του Εναγομένου από την Ενάγουσα θα πρέπει να αντικρουστεί από τον πρώτο, ο οποίος έχει επιλέξει να παραθέσει τους ισχυρισμούς του στο δικόγραφο του με τον τρόπο που επέλεξε. Τόσο η φύση της υπόθεσης όσο και η έκταση των ισχυρισμών που περιέχονται στην Υπεράσπιση αλλά και η η δοθείσα αιτιολογία από πλευράς της Ενάγουσας κρίνω ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαγραφή έστω μέρους του δικογράφου. Η εξουσία διαγραφής ενεργοποιείται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις και κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι μια από αυτές. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και σε λογική ακολουθία των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ' ού η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο είναι δε καταβλητέα στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής. (Υπ) ......... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if anyone. 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defences." [2] Παγκύπριος Eταιρεία Aρτοποιών Λτδ. ν. Σοφοκλή T Σαββίδη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 91/2010, 3/7/2014 κ.α [3] «Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196, 207. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: "Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated; but if the precise words of a document or conversation are themselves material, they must be set out in full in the pleading. Thus, it is not ordinarily necessary to set out verbatim the entire terms of a written contract, but only to state briefly the effect thereof and to specify the particular terms in respect of which any breach is alleged. So it is not ordinarily necessary to set out the precise words used by the parties when making a contract or taking part in any conversation relied on."» [4] Σιακόλας Nίκος ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 ΑΑΔ 1338 [5] 3.'The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just'. [6] Χατζήκυριακος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 ΑΑΔ 1119 [7] .(βλ. In re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) [8] ATHINA LEATHERGOODS LTD ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 10536 και 10537, 24 Μαΐου, 2000 [9] «Τα Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο