Μαρίας Θεμιστοκλέους ν. Τράπεζας Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 806/2014, 1/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 806/2014 Μεταξύ: Μαρίας Θεμιστοκλέους Ενάγουσας και Τράπεζας Κύπρου Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 11.5.2017 για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής Ημερομηνία: 1 Φεβρουαρίου, 2018 Για την αιτήτρια - ενάγουσα: κα Λ. Πατσαλίδου Για την καθ΄ ης η αίτηση - εναγομένη: κα Γ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα ζητά διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και όλων των συναφών δικογράφων, διά της απαλείψεως του ονόματος της εναγομένης «Τράπεζας Κύπρου» και την αντικατάστασή της με το όνομα «Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Σημειώνεται ότι η αίτηση περιελάμβανε και αιτήματα για την ακύρωση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τις επιδόσεις αυτών, που είχε αρχικά καταχωρίσει η ίδια η πλευρά της ενάγουσας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Τα σχετικά διατάγματα ακύρωσης εκδόθηκαν εκ συμφώνου στις 19.10.2017 και παρέμεινε για εκδίκαση το αίτημα για την τροποποίηση του τίτλου. Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση της ενάγουσας για €11.899 (ισότιμο 18.000 Αυστραλιανών δολαρίων), ποσό το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της στην έκθεση απαίτησης, κατατέθηκε με επιταγή και κατόπιν εντολής της ενάγουσας σε παράρτημα της εναγομένης τράπεζας στην Αυστραλία στις 27.3.2000, στον λογαριασμό τρίτου προσώπου «προς όφελος της ενάγουσας» και το οποίο η εναγομένη «αρνείται αδικαιολόγητα να καταβάλει στην ενάγουσα». Στην έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης, η οποία καταχωρίστηκε στις 10.4.2017, εγείρονται διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη εξ αυτών, είναι ότι η αγωγή είναι ανύπαρκτη καθότι εγείρεται κατά ανύπαρκτου προσώπου, εφόσον το ορθό όνομα είναι «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Στις 11.5.2017 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται στις Δ.2, 4, 5, 9, 25, 48, 57 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Λουκίας Πατσαλίδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της αιτήτριας, η οποία αναφέρει ότι διαπιστώθηκε, μέσω της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης, ότι εκ λάθους και/ή παραδρομής και/ή αβλεψίας αναγράφηκε το όνομα της εναγομένης ως «Τράπεζα Κύπρου» αντί «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Στη συνέχεια η πλευρά της ενάγουσας καταχώρισε τροποποιημένο κλητήριο και έκθεση απαίτησης, στηριζόμενη στη νέα Δ.25 θ. 2 ως έχει τροποποιηθεί. Οι πρόνοιες, όμως, της νέας διαταγής δεν εφαρμόζονται στην παρούσα αγωγή, καθιστώντας τα τροποποιημένα δικόγραφα άκυρα. Προσθέτει ότι η λανθασμένη περιγραφή του ονόματος της εναγομένης πρόκειται περί ενός τυπικού λάθους και με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται η απλή διόρθωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) και δεν αφορά σε αλλαγή ή προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου ή στην ουσία της υπόθεσης. Θεωρεί ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον καθορισμό των αμφισβητούμενων ζητημάτων και χωρίς την τροποποίηση θα είναι αδύνατο να προχωρήσει η αγωγή, να προβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας και να υπάρξει απονομή της δικαιοσύνης. Επισημαίνει δε ότι η αίτηση έγινε καλόπιστα και πριν από την έναρξη της ακρόασης και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στην καθ' ης η αίτηση που να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματά της. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση στην αίτηση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι, ως συνοψίζονται πιο κάτω:
(1)Η καταχώριση της αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας.
(2)Το αιτητικό της αίτησης είναι λανθασμένο-δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, καθότι η αγωγή κατεχωρήθη εναντίον λανθασμένου και ανύπαρκτου προσώπου.
(3)Η ενάγουσα δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(4)Η αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας και/ή επιβράδυνσης της όλης διαδικασίας.
(5)Με το αιτούμενο διάταγμα δεν θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, αλλά αντιθέτως η ενάγουσα θα έχει ευκαιρία να διορθώσει τα λάθη της, πράγμα απαράδεκτο και αντινομικό.
(6)Το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης του τίτλου δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Αγνής Λιβέρα, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της εναγομένης, η οποία επισημαίνει ότι λανθασμένα καταχωρίστηκαν τροποποιημένα δικόγραφα από την ενάγουσα χωρίς άδεια βάσει της νέας Δ.25, εφόσον η αγωγή είναι του 2014 και συνεπώς δεν ισχύουν οι τροποποιημένες πρόνοιες της Δ.25 (εξού και στη συνέχεια εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ακύρωσης). Όσον αφορά το αίτημα για τροποποίηση του τίτλου, η ενόρκως δηλούσα προβάλλει ότι δεν μπορεί να γίνει, ούτε και μπορεί να ζητείται η αντικατάσταση εναγομένου. Από τη στιγμή που η αγωγή κατεχωρήθη εναντίον λανθασμένου/ανύπαρκτου προσώπου δεν μπορεί να διορθωθεί με οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα. Προσθέτει ότι η ενάγουσα δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης. Η ενάγουσα θα έχει ευκαιρία να διορθώσει τα λάθη της, πράγμα απαράδεκτο και αντινομικό. Η αίτηση καταχωρίστηκε μετά την υπεράσπιση της εναγομένης και εάν εγκριθεί, η ενάγουσα θα έχει ευκαιρία να διορθώσει το λάθος της και να προωθήσει την αγωγή της, ενώ η εναγομένη θα αποστερηθεί του δικαιώματός της να προωθήσει την προδικαστική ένσταση στην υπεράσπισή της. Συνεπώς, θεωρεί ότι το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης του τίτλου δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 9 θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όλα τα πρόσωπα μπορούν να ενωθούν σε μια αγωγή ως εναγόμενοι, όταν υπάρχει εναντίον τους ισχυριζόμενο δικαίωμα για οποιαδήποτε θεραπεία, είτε ομού είτε κεχωρισμένα. Η Διαταγή 9 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην υπόθεση. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια με βάση τη Δ.9 θ. 10, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής, προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου σε μια εκκρεμή διαδικασία (βλ. Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372). Ως έχει αναφερθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, η απόφαση ως προς το κατά πόσο βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. Βεβαίως, η Διαταγή αυτή αφορά την προσθήκη ή υποκατάσταση εναγομένου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα επιχειρεί την τροποποίηση του τίτλου έτσι ώστε να διορθωθεί το όνομα της εναγομένης. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here». Σχετικό είναι και το White Book (του 1958, σελ. 624 κ.ε.) αναφορικά με τους παλαιούς αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχούν με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία, δυνάμει της Δ.25 θ. 5 καθώς και της συμφυούς εξουσίας του, να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) (βλ. E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1Α Α.Α.Δ. 443). Ο εν λόγω θ. 5 της Διαταγής 25 (πριν την τροποποίηση και ως ισχύει στην παρούσα υπόθεση), προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο και με οποιουσδήποτε όρους αναφορικά με τα έξοδα ή άλλως πως, ως θα κρίνει δίκαιο, «amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings». Στην E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd, πιο πάνω, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά, στη σελίδα 452: «Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι το προκύψαν θέμα είναι εντελώς τεχνικό και δεν συντρέχει λόγος ουσίας ο οποίος να καθιστά άλλως παρά αναγκαία την άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου προς όφελος της διόρθωσης που επιδιώχθηκε. Είναι φανερό ότι, καθ' όλη τη διαδικασία, η εταιρεία εναντίον της οποίας εστρέφετο η αγωγή ήταν η Reana Manufacturing and Trading Co Ltd, που ήταν και η μόνη υφιστάμενη νομική οντότητα, και όχι η ανύπαρκτη Reana Manufacturers Ltd, η αναφορά της οποίας ως εναγομένης συνιστούσε λανθασμένη ονομασία. Σημειώνουμε δε και τα ακόλουθα...». Στη συνέχεια της απόφασης, το Εφετείο κατέγραψε όλα τα μέτρα που λήφθηκαν από την εναγομένη στην πρωτόδικη διαδικασία και κατέληξε ως εξής: «Με όλα αυτά τα δεδομένα, η Δ.25 θ.5 τυγχάνει εφαρμογής ώστε να δικαιολογείται η διόρθωση του ονόματος της Εναγομένης, καθιστώντας έτσι αποτελεσματική την επιδίωξη της Δ.25 θ.5 όπως το δικαστήριο προβεί σε όλες τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες ώστε να αποφασίζονται τα πραγματικά επίδικα θέματα». Η τροποποίηση λανθασμένου ονόματος στον τίτλο της αγωγής εξετάστηκε και την υπόθεση Ferro Fashions Ltd v. Fashion Box s.r.l.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1805, όπου σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας οι εφεσίβλητοι είχαν καταθέσει αίτηση με την οποία αξίωναν τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, ούτως ώστε το όνομά τους να μεταβληθεί από Fashion Box S.R.L. σε Fashion Box S.P.A., ένεκα προγενέστερης μετονομασίας της εταιρείας, στη βάση του ότι η λανθασμένη περιγραφή των εφεσιβλήτων οφειλόταν σε αβλεψία ή παραδρομή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τελικά επέτρεψε την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και το Εφετείο, επικυρώνοντας, ανέφερε τα εξής στη σελίδα 1810: «Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που εγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος, μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διαδίκου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδώσει (Etablissement Bandelot ν. R. S. Graham and Co Ltd [1953] 1 All E.R. 149). Πολύ δε περισσότερο στην παρούσα περίπτωση όπου τίποτε δεν είχε λεχθεί που να συνηγορεί υπέρ του επιχειρήματος ότι το Δικαστήριο εκτίμησε το θέμα λανθασμένα». (Βλ. επίσης Έλληνας ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485) Στην απόφαση στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1608, με εκτενή αναφορά σε Αγγλική νομολογία για «σφάλμα περί το όνομα» (misnomer), αναφέρθηκε ότι όπου σκοπείται η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία. Έγινε, συναφώς, αναφορά στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 όπου ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα που εκεί προέκυπτε, λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε έναν μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής, πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τι θα συμπεράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, στην υπό κρίση περίπτωση θεωρώ ότι καθίσταται προφανές από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι η ορθή ονομασία της εναγομένης εταιρείας είναι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και όχι Τράπεζα Κύπρου, όπως εκ λάθους ανεγράφη στο κλητήριο ένταλμα και επισημάνθηκε από την ίδια την εναγομένη στην έκθεση υπεράσπισής της, και ότι πρόκειται για τον τραπεζικό οργανισμό εκ μέρους του οποίου καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης εναγομένου στις 18.2.2014 και έκθεση υπεράσπισης στις 10.4.2017, όπου και προβάλλεται προδικαστική ένσταση σε σχέση με τη λανθασμένη ονομασία. Επιπλέον, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί επαρκώς ενώπιόν μου ότι η αρχική λανθασμένη καταγραφή του ονόματος της εναγομένης στον τίτλο οφειλόταν σε καλόπιστο λάθος εκ μέρους της πλευράς της αιτήτριας και κανένα στοιχείο κακοπιστίας ή πρόθεσης πρόκλησης καθυστέρησης ή ταλαιπωρίας δεν διαφαίνεται. Θεωρώ αυτονόητο ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εμφανίζεται ορθά αναγραμμένο το όνομα της εναγομένης εταιρείας στον τίτλο της αγωγής, ώστε να μην υπάρχει οποιαδήποτε σύγχυση σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ απόλυτα αναγκαία και δίκαιη την έγκριση της αίτησης, ώστε να παρουσιάζεται ορθά η ονομασία της εναγομένης εταιρείας, ειδικά όταν πρόκειται για τραπεζικό οργανισμό ο οποίος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης από τις 18.2.2014 (και δη με το λανθασμένο όνομα) χωρίς καμία επιφύλαξη και χωρίς καμία διαμαρτυρία, και όταν η ίδια η εταιρεία δηλώνει ποιο είναι το ορθό της όνομα, το οποίο θα έπρεπε να αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής. Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα απλώς να αναγράφεται η ορθή ονομασία της εναγομένης, όπως το έχει επισημάνει η ίδια η πλευρά της εναγομένης στην υπεράσπισή της. Κατά την κρίση μου, η μη έγκριση αυτού του σκέλους της αίτησης, θα είχε αρνητικά αποτελέσματα στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, καθότι θα ήταν αδύνατη η προώθηση και εκδίκαση της υπόθεσης της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης και η επίλυση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων επί της ουσίας. Όσον αφορά τη θέση ότι είναι ανεπίτρεπτη η τροποποίηση καθότι πρόκειται για ανύπαρκτο πρόσωπο και συνεπώς η αγωγή είναι ανύπαρκτη, τονίζω ότι ήταν πάντοτε ξεκάθαρο και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον του τραπεζικού οργανισμού, εγγεγραμμένου στην Κύπρο ως δημόσια εταιρεία η οποία διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία, γνωστού ως «Τράπεζας Κύπρου» (βλ. έκθεση απαίτησης). Σημειώνεται, συναφώς, και τονίζεται, ότι η εναγομένη στις 18.2.2014 καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία, και δη με το λανθασμένο όνομα, και στις 2.3.2016 καταχώρισε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης της ενάγουσας να προωθήσει τη διαδικασία, χωρίς καμία αναφορά είτε στο λανθασμένο όνομα είτε σε ισχυρισμό περί ανύπαρκτου προσώπου. Άλλωστε, εάν επρόκειτο για ανύπαρκτο πρόσωπο, τότε είναι άξιον απορίας από ποιον λάμβανε οδηγίες το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο και εκ μέρους ποιου έλαβε τα εν λόγω δικονομικά μέτρα. Χωρίς, επαναλαμβάνω, σε κανένα στάδιο να επικαλείται ότι πρόκειται για ανύπαρκτο πρόσωπο. Παρουσιάστηκε δε δικηγόρος για την εναγομένη τράπεζα ενώπιον του Δικαστηρίου πέντε φορές στο πλαίσιο της αίτησής της ημερ. 2.3.2016, την οποία εν τέλει απέσυρε στις 11.10.2016 (εφόσον καταχωρίστηκε στο μεταξύ έκθεση απαίτησης), ζητώντας μάλιστα τα έξοδα της αίτησης, τα οποία βεβαίως και επιδικάστηκαν προς όφελός της. Σίγουρα αυτές δεν είναι ενέργειες που λαμβάνονται από δικηγορικά γραφεία εκ μέρους ανύπαρκτων προσώπων. Ακολούθως, εμφανίστηκαν ακόμη τρεις φορές ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της αίτησης της ενάγουσας ημερ. 21.12.2016 για απόφαση εναντίον της εναγομένης λόγω έλλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, και ζητούσαν κατ' επανάληψη χρόνο για καταχώριση του εν λόγω δικογράφου, το οποίο εν τέλει καταχώρισαν στις 10.4.2017, όπου προέβαλαν για πρώτη φορά το λάθος στην ονομασία της εναγομένης στον τίτλο της αγωγής. Όπως προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω, πρόκειται για λανθασμένη αναγραφή της ονομασίας της εναγομένης τράπεζας στον τίτλο της αγωγής, η οποία θα πρέπει να διορθωθεί, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τονίζω ότι η ίδια η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 18.2.2014 χωρίς διαμαρτυρία και στο σημείο του σχετικού Τύπου (Form) όπου αναγράφεται το όνομα τoυ εναγομένου για τον οποίο καταχωρείται η Εμφάνιση, οι δικηγόροι της εναγομένης συμπλήρωσαν τις λέξεις «Τράπεζα Κύπρου». Συνεπώς, είναι φανερό ότι η πλευρά της εναγομένης εταιρείας πάντοτε γνώριζε ότι η αγωγή αφορούσε την ίδια. Είναι εξίσου φανερό ότι η ορθή της ονομασία είναι «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ», η οποία είναι η υφιστάμενη νομική οντότητα, και όχι η ανύπαρκτη «Τράπεζα Κύπρου», η αναφορά της οποίας ως εναγομένης συνιστά λανθασμένη ονομασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση του συγκεκριμένου δικογράφου είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους και δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην εναγομένη να αποκτήσει πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή του ονόματός της, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης, σημειώνω ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε στις 11.5.2017, μόλις έναν μήνα αφότου καταχωρίστηκε η υπεράσπιση της εναγομένης στις 10.4.2017, όπου επισημάνθηκε για πρώτη φορά ότι το ορθό της όνομα είναι «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» και όχι «Τράπεζα Κύπρου». Με την επίδοση της υπεράσπισης, η πλευρά της ενάγουσας επιχείρησε, στις 24.4.2017, να διορθώσει το λάθος με την καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων χωρίς άδεια, στη βάση της νέας Δ.25 θ. 2. Όταν, όμως, έγινε αντιληπτό ότι η νέα Διαταγή 25 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε παλαιότερες αγωγές, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εκ συμφώνου ακυρώθηκαν τα παράτυπα και χωρίς άδεια καταχωρισθέντα τροποποιημένα δικόγραφα, και παρέμεινε προς ακρόαση το αίτημα τροποποίησης του τίτλου προς διόρθωση του αρχικού σφάλματος. Δηλαδή, η πλευρά της ενάγουσας έσπευσε, μόλις έγινε αντιληπτό το λάθος στο όνομα, να λάβει μέτρα διόρθωσης. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ ότι ευσταθεί η θέση ότι η αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και ότι προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι όφειλε η πλευρά της ενάγουσας να ήταν πολύ πιο προσεκτική και ακριβής κατά την ετοιμασία της αγωγής έτσι ώστε να απεφεύγετο το επίδικο λάθος. Αναφορικά με τη θέση ότι είναι παντελώς απαράδεκτο και αντινομικό να δοθεί ευκαιρία στην ενάγουσα να διορθώσει τα λάθη της, σημειώνω ότι πάντοτε επιτρεπόταν και επιτρέπεται η διόρθωση λαθών, misnomers κ.ο.κ., στη βάση προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως είναι η Δ.25 θ. 5 αλλά και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, και είναι ουκ ολίγες φορές που έχουν εκδοθεί διατάγματα τροποποίησης τίτλου για τη διόρθωση λανθασμένης καταγραφής ονομασίας διαδίκου ένεκα καλόπιστου λάθους και παραδρομής, ως καθίσταται προφανές από τη νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Σχετικά με τη μοναδική απόφαση που επικαλέστηκε η πλευρά της εναγομένης στην αγόρευσή της προς υποστήριξη των θέσεών της (σε αντίθεση με την πλούσια νομολογία που επικαλέστηκε η πλευρά της ενάγουσας), ήτοι την Κύπρος Κυριακίδης ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ 1271, παρατηρώ ότι διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης. Εκεί, κρίθηκε η όλη διαδικασία ως ελαττωματική εξαιτίας του τίτλου και του περιεχομένου της αίτησης, χωρίς δυνατότητα θεραπείας ούτε με τροποποίηση του τίτλου, εφόσον στρεφόταν εναντίον της Διαχειριστικής Επιτροπής και όχι εναντίον του Ταμείου, ένεκα «του καθιερωμένου κανόνα ότι μη συγκροτημένα σώματα ως μη διαθέτοντα νομική προσωπικότητα δεν ενάγουν ούτε ενάγονται». Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην εναγομένη από τη σκοπούμενη τροποποίηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Έχοντας λοιπόν ζυγίσει όλα τα πιο πάνω, και έχοντας κατά νουν ότι ο πρωταρχικός στόχος του Δικαστηρίου είναι η ορθή και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης, ο οποίος ενδεχομένως να μην μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν εμφανίζεται ορθά το όνομα της εναγομένης στον τίτλο, καταλήγω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Εκδίδεται διάταγμα όπως ο τίτλος της αγωγής, όπως εμφαίνεται στο κλητήριο ένταλμα και σε όλα τα δικόγραφα, τροποποιηθεί ώστε το όνομα της εναγομένης να εμφανίζεται ως «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» αντί «Τράπεζα Κύπρου». Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, εκ € 850 πλέον 19% Φ.Π.Α. € 161,50 (σύνολο € 1011,50) επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας, εφόσον επρόκειτο για σφάλμα της ενάγουσας. Έχοντας κατά νουν τις πρόνοιες της Δ.25 θ. 5 όσον αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση για να διορθωθεί λάθος και να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους αναφορικά με τα έξοδα ως θα κρίνει δίκαιο, και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ενάγουσα αρχικά καταχώρισε την αγωγή με λανθασμένο όνομα εναγομένης (misnomer) το 2014 το οποίο διορθώνεται τέσσερα χρόνια αργότερα, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιβληθεί όρος αναφορικά με τα έξοδα ως ακολούθως: Τα έξοδα, ως καταγράφονται πιο πάνω, να καταβληθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Μέχρι την καταβολή του ποσού των εξόδων ή την εκπνοή του χρόνου των 30 ημερών, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Αν η ενάγουσα-αιτήτρια παραλείψει να καταβάλει τα έξοδα εντός της προθεσμίας, η υπόθεση θα θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα και θα απορριφθεί και η εναγομένη-καθ' ης η αίτηση θα είναι ελεύθερη να διεκδικήσει τα έξοδα της διαδικασίας. Ο φάκελος της υπόθεσης να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.2.2018 για τον εν λόγω σκοπό. Σε περίπτωση συμμόρφωσης της ενάγουσας, ο φάκελος της υπόθεσης να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.2.2018 για να δοθούν οδηγίες όσον αφορά τις όποιες εκκρεμούσες διαδικασίες (όπως είναι η αίτηση ημερ. 12.7.2017 της εναγομένης). (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο