← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΟΝΝΑΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3929/17, 28/2/2018

Obsah (4)§2§5§9§12

ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΚΟΝΝΑΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3929/17, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσε

δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Στην παρούσα περίπτωση υποστηρίχθηκε από τους Εναγόμενους πως δεν επιτρέπεται καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει δώσει θεραπεία μονομερώς. Εξετάζοντας το ειδικότερο αυτό ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσον η εν λόγω Δ.48 θ.4

(2)δεν τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις εκδοθέντος ex parte ενδιάμεσου διατάγματος έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να τεθεί τέτοιος κανόνας και ότι υπό όρους είναι επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στη βάση των όσων επεξηγούνται κατωτέρω. Κατ' αρχάς εάν ήταν αυτή η πρόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη θέσπιση του κανονισμού, (δηλαδή η μη εφαρμογή του), θα αναμένετο να συμπεριληφθεί ρητώς στις πρόνοιες του μια τέτοια εξαίρεση, ιδιαίτερα ενόψει της παλαιότερης νομολογίας που δεν επέτρεπε την προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας (Vuitton ν. Δερμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Άρα ευλόγως εκλαμβάνεται ότι ο κ.4
(2)αφορά όλες τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Πριν την τροποποίηση του 1999, σε παρόμοιες αιτήσεις, όταν εξασφαλίζετο το διάταγμα μονομερώς και στη συνέχεια καταχωρείτο ένσταση από τον καθ' ου και πάλιν επιτρέπετο (ή μάλλον επιβάλλετο) να παρουσιαστεί προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το δικό του βάρος απόδειξης ο αιτητής. Όπως είχε κριθεί στη Vuitton (άνω), η οποία αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα εκδοθέν μονομερώς, εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν μια ενδιάμεση αίτηση επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4. Όπως αναφέρθηκε, το αποδεικτικό μέσο ήταν (τότε) η προφορική μαρτυρία. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης σε παρόμοιες αιτήσεις (αλλά και γενικότερα) παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Γενικότερα δε, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1040 ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του αιτητή. Συνάγεται πως ο εκάστοτε αιτητής δεν έχει άλλα μέσα στη διάθεση του για να αποσείσει το αναλογούν βάρος απόδειξης εκτός από τα προβλεπόμενα στη Δ.48 κ.4, δηλαδή είτε την προσκόμιση συμπληρωματικής δήλωσης, είτε την αντεξέταση. Είναι για αυτό που αν παραλείψει να το πράξει, τότε το δικαστήριο δικαιούται να εκλάβει ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς του ενιστάμενου παρέμειναν αναπάντητοι η αναμφισβήτητοι, στα πλαίσια πάντα της αίτησης βεβαίως. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει, ως θέμα αρχής, αναγνωριστεί κατ΄ αρχάς στην Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14, (η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε έφεση εναντίον μη οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος περί μη αποξένωσης περιουσίας), αν και το Εφετείο εξέφρασε τη θέση πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί «. πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το συμπέρασμα είναι πως δεν απαγορεύεται εκ προοιμίου η προσκόμιση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή ακόμα και μετά την ένσταση της άλλης πλευράς. Παράλληλα όμως θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό το δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και εν σχέσει με κρινόμενα ως αναγκαία στοιχεία, διευκρινίσεις, ισχυρισμούς και θέματα τα οποία προέβαλε ο ενιστάμενος στην ένσταση του, με σκοπό να δοθεί η σφαιρική εικόνα προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και να υποστηριχθεί ότι το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταστρατηγείται μέσω αυτού του δικαιώματος η άλλη υποχρέωση, του εκάστοτε αιτητή σε ex parte αίτηση, προς πλήρη αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος. Εννοείται συναφώς πως ακόμα και αν μετά την καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης διαπιστωθεί (κατά την εξέταση της διατήρησης ή όχι σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος) ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, το δικαστήριο διατηρεί την ίδια εξουσία για ακύρωση του διατάγματος ακόμα και μόνο για αυτό τον λόγο (Demstar ν. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 597). Εν πάση δε περιπτώσει η προτεινόμενη να παρουσιαστεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαρτυρία δεν θα πρέπει να είναι ανεπίτρεπτη ή αχρείαστη μαρτυρία ή επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή να επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα κατά τρόπο που να μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων είχε εξασφαλίσει μονομερώς διατάγματα τα οποία απαγορεύουν στους Εναγόμενους κατά πρώτον να εισέρχονται και καλλιεργούν 99 τεμάχια γης τα οποία ο ίδιος ενοικιάζει από τους Εναγόμενους 1-5 και κατά δεύτερο να εμποδίζουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τον ίδιο από του να εισέρχεται και καλλιεργεί τα εν λόγω τεμάχια. Η βασική θέση του Ενάγοντος ήταν ότι ο ίδιος ενοικίασε από τους Εναγομένους 1-5 τα εν λόγω τεμάχια για πέντε έτη δυνάμει ενοικιαστηρίου συμβολαίου ημερ. 30.10.12 και ότι βάσει της σχετικής νομοθεσίας (Ν.185/86)και σχετικών ανακοινώσεων του ΟΓΑ (Τεκμήρια 4, 5),

οποίες είχαν κηρυχθεί ανομβριόπληκτες οι περιοχές, η ενοικίαση παρατάθηκε για όλα τα τεμάχια μέχρι το Καλοκαίρι του 2018 και ότι πιο ύστερα, για ορισμένα εξ αυτών, παρατάθηκε μέχρι το Καλοκαίρι του

  1. Κατά τον ίδιο, αυτό απαγόρευε την οποιαδήποτε αύξηση του ενοικίου και γι΄ αυτό αρνήθηκε κάτι τέτοιο κατά το Καλοκαίρι του
  2. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017 άρχισε να υποψιάζεται ότι οι Εναγόμενοι 1-5 προτίθεντο να εκμισθώσουν τα τεμάχια στους Εναγόμενους 6 και 7, τους οποίους λίγες ημέρες πριν την καταχώριση της αίτησης του (την 1.11.17) είχε δει όντως να ευρίσκονται εντός ενός από τα τεμάχια και να οργώνουν, παραβιάζοντας έτσι το δικό του δικαίωμα νόμιμης κατοχής. Οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 4 τους οποίους επιθυμεί να σχολιάσει ή και απαντήσει ο Ενάγων είναι: (α)

§2

και 3 προτεινόμενης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του τη θέση της ότι τα ακίνητα δεν καλλιεργούντο με σιτάρι, κριθάρι, ψυχανθή κ.λ.π. και ότι γι΄ αυτό δεν καλύπτονται από τη σχετική νομοθεσία για παράταση της ενοικίασης. Η αλήθεια είναι πως ο Ενάγων προβαίνει σε σχετικό θετικό ισχυρισμό στην §3 της αρχικής ένορκης δήλωσης του τον οποίο βασικά αρνείται η Εναγόμενη 4 και τον καλεί σε απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο Ενάγων επιθυμεί να προσθέσει ισχυρισμό ότι αυτό αποδεικνύεται από την αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων τους. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως πως αυτή η αλληλογραφία έχει ήδη επισυναφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση του, εξ ου και ευλόγως δεν γίνεται οποιαδήποτε προσπάθεια παρουσίασης της με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι στην πραγματικότητα επιχειρείται επανάληψη των θέσεων του Ενάγοντος και εν πάση περιπτώσει δεν συμφωνώ ότι τα προαναφερθέντα συνιστούν καλό λόγο για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. (β) Με την §4 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του την άρνηση της ότι τα ακίνητα τα οποία ενοικιάζει ο ίδιος είναι αυτά που αναφέρονται στο αιτητικό της αίτησης και στο Τεκμήριο 2. Εδώ ο Ενάγων θέλει να προσθέσει ότι σε επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων υπάρχει παραδοχή πως τα ακίνητα ευρίσκονται στις κοινότητες Αγίων Τριμιθιάς, Παλιομετόχου και Δευτεράς. Στην πραγματικότητα ο Ενάγων επισυνάπτει στην αρχική του ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 2 κατάσταση με όλα τα στοιχεία για τα ακίνητα τα οποία ενοικιάζει ενώ και η επιστολή των δικηγόρων (όπως ήδη έχει λεχθεί) επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην αρχική ένορκη δήλωση. Κάποιοι άλλοι ισχυρισμοί, τους οποίους θέλει να προσθέσει, αφορούν απλώς εισηγήσεις περί ερμηνείας της σχετικής νομοθεσίας, οι οποίοι ούτως ή άλλως δύνανται να προβληθούν στο στάδιο των αγορεύσεων. Συνεπώς ούτε γι΄ αυτά τα θέματα καταδεικνύεται καλός λόγος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. (γ)

§5

και 6 ο Ενάγων επιθυμεί να απαντήσει στη θέση της Εναγομένης 4 ότι ο ίδιος αποζημιώθηκε από τον ΟΓΑ και συνεπώς δεν δικαιούται να διεκδικεί την αυτόματη παράταση της ενοικίασης. Θα πρέπει όμως επ΄ αυτού να σημειωθεί πως οι ισχυρισμοί τους οποίους θέλει να συμπεριλάβει ο Ενάγων δεν αφορούν γεγονότα αλλά την άποψη του για το τι καλύπτει η σχετική νομοθεσία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ερμηνεία των σχετικών προνοιών και γι΄ αυτό τον λόγο δεν κρίνεται ότι έχουν θέση σε ένορκη δήλωση, πολύ περισσότερο δεν υφίσταται καλός λόγος για συμπερίληψη τους σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. (δ) Με την §7 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιθυμεί να σχολιάσει την άρνηση της Εναγομένης 4, (καθώς και του Εναγομένου 7), ότι οποτεδήποτε συμφωνήθηκε να ενοικιαστεί οποιοδήποτε ακίνητο προς τους Εναγομένους 6 και 7. Είναι σαφές και σε αυτή την περίπτωση πως αυτά τα οποία ο Ενάγων καταγράφει στην προτιθέμενη νέα δήλωση του συνιστούν απλώς επανάληψη των όσων ανέφερε ήδη στην αρχική του ένορκη δήλωση («Όπως αναφέρω και στην αρχική μου ένορκη δήλωση .») και συγκεκριμένα επαναλαμβάνει το ότι ο ίδιος προσωπικά είδε τους Εναγομένους 6 και 7 περί τα τέλη Οκτωβρίου 2017 να οργώνουν κάποια από τα ακίνητα προετοιμάζοντας τα για σπορά. Το μόνο διαφορετικό το οποίο επιθυμεί να προσθέσει, κατ΄ ουσίαν, είναι πως πέραν της δικής του γνώσης έλαβε «βεβαίωση και από τρίτα πρόσωπα», τη μαρτυρία των οποίων, όπως αναφέρει, θα προσκομίσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης (εννοώντας προφανώς κατά την ακρόαση της αγωγής). Στην πραγματικότητα δηλαδή δεν προσθέτει κάτι νεώτερο, ούτε διευκρινίζει από πότε έλαβε αυτή τη «βεβαίωση», σε τι ακριβώς συνίσταται και κυρίως δεν αποκαλύπτει από πού ακριβώς προέρχεται. Δεν θεωρώ ότι συνιστά καλό λόγο προσθήκης της γενικής αυτής τοποθέτησης, η οποία βασικά απλώς προαναγγέλλει την προσκόμιση κάποιας μαρτυρίας κατά τη δίκη χωρίς να επιχειρείται παρουσίαση της σε αυτό το στάδιο. (ε) Με την §8 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιθυμεί να εξηγήσει ότι η αναφερόμενη (από την Εναγόμενη 4) επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 31.10.17 επιδόθηκε στους δικούς του δικηγόρους για πρώτη φορά στις 7.11.17, δηλαδή μετά την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, καθώς και μετά την επίδοση αυτών, του κλητηρίου και της αίτησης σε όλους τους Εναγομένους. Ούτε γι΄ αυτό το θέμα απαιτείται οποιαδήποτε επεξήγηση, σχολιασμός ή απάντηση αφού η ίδια η Εναγόμενη 4 επισυνάπτει όντως την εν λόγω επιστολή ημερ. 31.10.17 και μάλιστα συνοδευόμενη από σχετική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη ο οποίος ορκίζεται ότι την επέδωσε στις 7.11.17, καθιστώντας έτσι αχρείαστη τη θέση την οποίαν επιθυμεί να προσθέσει ο Ενάγων. (στ)

§9

και 10 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ο Ενάγων επιθυμεί να απαντήσει σε θέσεις της Εναγομένης 4, σχετικές με τη δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μελλοντικό στάδιο. Η Εναγόμενη 4 υποστηρίζει ότι η όλη ζημιά του Ενάγοντος δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα και ότι ο ίδιος γνωρίζει την παραγωγή των τεμαχίων υπό όλες τις περιστάσεις βροχόπτωσης, δεδομένου ότι (όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται) καλλιεργούσε για 14 έτη τα επίδικα τεμάχια γης. Σημειώνεται πως, όπως και σε προηγούμενη περίπτωση, έτσι και εδώ ο Ενάγων επιθυμεί βασικά να επαναλάβει όσα ήδη ανέφερε («Όπως αναφέρω στην αρχική μου ένορκη δήλωση .») και να προσθέσει απλώς περαιτέρω ότι κανένας δεν γνωρίζει εκ των προτέρων την εξέλιξη της παραγωγής, ποια θα είναι τα έξοδα του λόγω καιρικών συνθηκών, οι τιμές αγοράς και το κέρδος του. Αρκεί να λεχθεί ότι το ζήτημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς ο Ενάγων το αναπτύσσει λεπτομερώς στις §51-63 της αρχικής του ένορκης δήλωσης και ότι εν πάση περιπτώσει δεν προστίθεται κάτι νεώτερο με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του. Ως εκ τούτου ούτε γι΄ αυτό το μέρος καταδεικνύεται καλός λόγος για να επιτραπεί. (ζ) Με την §11 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ο Ενάγων αποσκοπεί στο να αρνηθεί τη θέση της Εναγομένης 4 ότι ο «νέος ενοικιαστής» έχει καλλιεργήσει τα ακίνητα, να εξηγήσει ότι κανένα τρίτο πρόσωπο πέραν των Εναγομένων 6 και 7 δεν εισήλθε στα ακίνητα και ότι όπως ανέφερε και στην αρχική του δήλωση αυτοί όργωσαν μόνο μερικά τεμάχια. Η αλήθεια είναι πως η Εναγομένη 4 αναφέρεται στις §15 και §25(γ) της δικής της ένορκης δήλωσης σε συνομολόγηση σύμβασης με τρίτο πρόσωπο και σε συνέχεια αυτών, στην §29(γ), σε καλλιέργεια τεμαχίων από τον «ενοικιαστή», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς τον πιο πάνω εν λόγω «ενοικιαστή», τον οποίο διαχωρίζει από τους Εναγόμενους 6 και 7. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία τα οποία θέλει να αναφέρει ο Ενάγων σχετίζονται άμεσα με ισχυρισμούς και θέσεις τις οποίες προέβαλαν οι Εναγόμενοι 4 και 7 στην ένσταση τους και θα πρέπει να του επιτραπεί να τους παραθέσει, έχοντας δείξει καλό λόγο γι΄ αυτό. Ιδιαίτερα ενόψει του ότι τα διατάγματα στρέφονται και εναντίον των Εναγομένων 6 και 7 ως ενοικιαστών κατά τη θέση του Ενάγοντος, κρίνεται ότι το ζήτημα αυτό εντάσσεται στα ζητήματα τα οποία αφορούν την ενδιάμεση διαδικασία και απαιτείται να δοθεί η σφαιρική εικόνα. (η)

§12

και §13 ο Ενάγων επιθυμεί να απαντήσει σε θέματα σχετιζόμενα με την καταβολή του ετήσιου ενοικίου. Είναι γεγονός πως ο Ενάγων προέβη σε σχετικές αναφορές και στην αρχική ένορκη δήλωση του. Πλην όμως από την άλλη είναι γεγονός πως η Εναγόμενη 4 αρνείται ότι ο Ενάγων κατέβαλε εμπρόθεσμα το ενοίκιο κατά το 2017, ισχυριζόμενη ότι αυτό έπρεπε να καταβάλλεται μέχρι και τα μέσα Αυγούστου κάθε έτους, πράγμα το οποίο, κατά την ίδια, τηρείτο τα προηγούμενα έτη. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που ο Ενάγων επιθυμεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι για την γεωργική περίοδο 2016-2017 είχε δώσει επιταγές πληρωτέες στις 18.10.16 οι οποίες εξαργυρώθηκαν στις 19.10.16, θέλοντας να διευκρινίσει το θέμα του ύπαρξης ή όχι συμφωνηθέντος χρόνου πληρωμής πέραν της γενικότερης αναφοράς του στην αρχική ένορκη δήλωση του. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω συνιστούν καλό λόγο για να επιτραπεί και αυτό το μέρος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεδομένου ότι σχετίζονται με ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε η Εναγόμενη 4-Καθ΄ ης στη δική της ένορκη δήλωση κατά την ένσταση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται μόνο εν μέρει και δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης περιέχουσας τις §11, 12 και 13 του ανυπόγραφου δείγματος που έχει επισυναφθεί στην αίτηση ως Τεκμήριο 1, εντός 10 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα και λαμβάνοντας υπόψιν τη μερική επιτυχία της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντος-Αιτητή το ¼ των εξόδων της αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.