AG Leventis House Ltd ν. M. AVRAAMIDES & CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4230/2017, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4230/2017 Μεταξύ: AG Leventis House Ltd Εναγόντων και
- M. AVRAAMIDES & CO LTD
- ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 28.2.2018 Αίτηση διά κλήσεως των εναγομένων ημερομηνίας 18.1.2018 για έκδοση Διατάγματος για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος Για τους Αιτητές: κα Ιωάννου για Δράκος και Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με την οποία ζητούν Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οι αντιπρόσωποί τους ή/και οι υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους από το να εισέρχονται ή/και να επεμβαίνουν ή/και να κατέχουν ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνουν σε ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων. Αξιώνουν επίσης Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση σε κινητή ή/και ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγόντων ή για απώλειες απολαβών και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα υποστούν λόγω της παράνομης επέμβασης των εναγομένων επί του ακινήτου τους και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Την ημέρα καταχώρησης της επίδικης αγωγής οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για προσωρινό Διάταγμα την οποία το Δικαστήριο διέταξε να επιδοθεί στους εναγόμενους, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία και καταχώρησαν ένσταση. Με την εν λόγω ενδιάμεση αίτηση οι ενάγοντες αιτούνται από το Δικαστήριο Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οι αντιπρόσωποί τους ή/και οι υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους από το να εισέρχονται ή/και να επεμβαίνουν ή/και να κατέχουν ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνουν στην επίδικη με την παρούσα αγωγή ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων καθώς και στους χώρους στάθμευσης πέριξ αυτής μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αιτούνται επίσης Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οι αντιπρόσωποί τους ή/και οι υπηρέτες τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους ή/και για λογαριασμό τους από το να εμποδίζουν και/ή παρενοχλούν και/ή απαγορεύουν στους Ενάγοντες και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό των Εναγόντων από το να εισέρχονται και/ή κατέχουν και/ή αναλάβουν την κατοχή και/ή εκμεταλλεύονται και/ή χρησιμοποιούν την επίδικη με την παρούσα αγωγή ακίνητη ιδιοκτησία των εναγόντων καθώς και στους χώρους στάθμευσης πέριξ αυτής μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγομένων και ενώ η ενδιάμεση αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε αίτηση για αντεξέταση του προσώπου το οποίο υπέγραψε την ένορκη δήλωση της ένστασης. Οι εναγόμενοι συγκατατέθηκαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αντεξέτασή του εν λόγω προσώπου που είναι ο εναγόμενος αρ. 2 και παράλληλα προώθησαν παρόμοια αίτηση για αντεξέταση του προσώπου που ορκίζεται εκ μέρους των εναγόντων την ένορκη δήλωση με την οποία ζητείται προσωρινό Διάταγμα. Στην εν λόγω αίτηση των εναγομένων οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση και η επίδικη αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι αιτούνται από το Δικαστήριο Διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος κ. Ανδρέα Ρωσσίδη αναφορικά με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς του ημερομηνίας 15.11.2017 και συγκεκριμένα επί των παραγράφων 13, 14, 16, 18 και 22 αυτής. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 6, 7, 8
(4), 9, 11 και 12, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του Κοινοδικαίου, καθώς και στη σύμφυτη εξουσία, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ.
- Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ο εναγόμενος αρ. 2 αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι επιδιώκεται η αντεξέταση του κ. Ρωσσίδη για να τοποθετηθεί επακριβώς με ποιο τρόπο έχουν δήθεν αποχωρήσει οι εναγόμενοι και παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου υποστατικού στους ενάγοντες τον Απρίλιο του 2014 καθώς και για να τοποθετηθεί επί του Τεκμηρίου Β στο οποίο υπάρχει ισχυρισμός για δήθεν προβλήματα του ακινήτου καθώς επίσης και στις μελλοντικές σκέψεις για κατεδάφιση του κτιρίου οι οποίες σκέψεις υλοποιήθηκαν το έτος 2013, δηλαδή σε προγενέστερο χρόνο από την ισχυριζόμενη αποχώρηση των εναγομένων από το επίδικο υποστατικό τον Απρίλιο του
- Ισχυρίζεται επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι ο κ. Ρωσσίδης αποκρύπτει επιμελώς γεγονότα τα οποία αφορούν την αληθινή εικόνα της έχουσας κατάστασης ενώ παράλληλα κάνει επιλογή στα γεγονότα και στοιχεία που παρουσιάζει με απώτερο σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εξασφαλίσει διατάγματα τα οποία δεν δικαιολογούνται. Οι ενάγοντες καταχώρησαν, όπως προανέφερα, ένσταση με την οποία προβάλλουν 11 λόγους για την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Στους προβαλλόμενους λόγους περιλαμβάνονται λόγοι ότι οι αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση έγινε κακόπιστα ή/και εκδικητικά ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς και ότι οι αιτητές κωλύονται ή/και εμποδίζονται να προωθούν την υπό κρίση αίτηση. Η ένσταση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 31, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 Θ.1, Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 4, και 9, Δ.64, στη διακριτική ευχέρεια, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Ανδρονίκου και στον φάκελο της δικογραφίας. Ισχυρίζεται ο κ. Ανδρονίκου ότι οι εναγόμενοι στις 11.12.2017 δήλωσαν ετοιμότητα για την ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινό Διάταγμα, κάτι το οποίο σήμαινε επίσης ότι δεν είχαν πρόθεση να προβούν σε οποιοδήποτε περαιτέρω δικονομικό διάβημα. Παρά την ως άνω θέση τους, προχώρησαν εκδικητικά και κακόπιστα και προς απάντηση της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 14.12.2017 και μόνο, στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης χωρίς να αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Είναι η θέση του κ. Ανδρονίκου ότι η ετοιμότητα των εναγομένων για την ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης κατά τη δικάσιμο που αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση αποτελεί κώλυμα στο να προχωρήσουν μεταγενέστερα στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι με την ένορκη τους δήλωση δεν αποκάλυψαν καλό λόγο ή εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και είναι έκδηλο ότι η αίτηση έχει σκοπό να εκμαιεύσει μαρτυρία με απώτερο στόχο να προετοιμάσουν οι εναγόμενοι τη μαρτυρία που θα δώσουν κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες και παρέδωσαν στο Δικαστήριο, με τις οποίες υποστηρίζουν έκαστος τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το επίδικο θέμα διέπεται από τη Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Από τη σχετική Διαταγή προκύπτει ότι η έγκριση αιτήματος αντεξέτασης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (βλ. Annual Practice 1958 p. 865, Halbury's Laws of England 3rd edd. Vol 21 p. 418, 419 para 878 και Μήλου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ 280). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Επίσης, στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας, τονίζεται στη σελ. 677 ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην υπόθεση Μήλου (ανωτέρω), εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.29 Θ.1. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδείχνει ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων. Για το λόγο αυτό το σχετικό αίτημα απορρίπτεται». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως ανέφερα και πιο πάνω η διαδικασία για την οποία επιζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος αφορά σε αίτηση για έκδοση προσωρινού Διατάγματος. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό Διάταγμα δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της, ούτε καταλήγει σε ευρήματα επί των γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων που έθεσε το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Επίσης η διαδικασία έκδοσης προσωρινού Διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Bacardi and Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Εξετάζοντας τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινού Διατάγματος και για τις οποίες υποβλήθηκε το υπό εξέταση αίτημα για αντεξέταση παρατηρώ τα ακόλουθα: · Στην παράγραφο 13 ο κ. Ρωσσίδης αναφέρει ότι οι εναγόμενοι παρέμειναν στο υποστατικό μέχρι τα μέσα Απριλίου 2014, όταν και τερματίστηκε η ενοικίαση του υποστατικού, αφού για δικούς τους λόγους αποχώρησαν από αυτό και παρέδωσαν προς τους Ενάγοντες ελεύθερη κατοχή του υποστατικού. Οι εναγόμενοι - αιτητές στην παρούσα αίτηση, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους αρνούνται ότι παρέδωσαν την κατοχή του επίδικου καταστήματος και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων για παράδοση της κατοχής του στους ενάγοντες. · Στην παράγραφο 14 ο κ. Ρωσσίδης αναφέρει ότι το ενοίκιο καταβαλλόταν μέχρι και την αποχώρηση των Εναγομένων από το υποστατικό, ακριβώς μέχρι τα μέσα Απριλίου 2014, όταν και τερματίστηκε η ενοικίαση. Ο ισχυρισμός περί καταβολής ενοικίου μέχρι τα μέσα Απριλίου του 2014 είναι παραδεκτός από τους εναγόμενους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι αυτό συμβαίνει κατόπιν εισήγησης των εναγόντων οι οποίοι τους είπαν να μην πληρώνουν ενοίκιο καθότι είχαν σκοπό να κατεδαφίσουν το κτίριο. · Στην παράγραφο 16 ο κ. Ρωσσίδης αναφέρει ότι η αποχώρηση και ο τερματισμός της ενοικίασης του υποστατικού έγινε με αποκλειστική πρωτοβουλία των Εναγομένων και χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε εύλογη προειδοποίηση προς τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι αποδέχθηκαν πλήρως αυτή την εξέλιξη, αφού είχαν οι ίδιοι εκφράσει κάποιες σκέψεις για μελλοντική εκμετάλλευση του ακινήτου. Οι Εναγόμενοι αρνούνται επίσης τον εν λόγω ισχυρισμό και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε τερματίστηκε η ενοικίαση του επίδικου ισογείου καταστήματος του κτιρίου αφού εξακολουθούν να το χρησιμοποιούν και να το λειτουργούν. · Στην παράγραφο 18 ο κ. Ρωσσίδης αναφέρει ότι οι σκέψεις για την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου όχι μόνο χρονολογούνται αλλά προχώρησαν και έχουν πάρει σάρκα και οστά αφού ήδη εδώ και χρόνια έχουν ετοιμαστεί και εκπονηθεί σχετικές μελέτες και βρίσκονται στο τελικό στάδιο του σχεδιασμού και υλοποίησης του έργου. Επισύναψε ως Τεκμήρια Β και Γ μελέτες για εκμετάλλευση του ακινήτου ως χώρου στάθμευσης. · Στην παράγραφο 22 ο κ. Ρωσσίδης αναφέρει ότι τα διάφορα προβλήματα του ακινήτου διατυπώνονται και στη σχετική έκθεση - τεκμήριο Β, ειδικότερα σε σχέση με τη στατικότητα και απόδοσή του. Οι εναγόμενοι με την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της ένστασής τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί επικινδυνότητας του κτιρίου και ισχυρίζονται ότι η σχετική έκθεση την οποία οι ενάγοντες επισύναψαν ως τεκμήριο δεν περιέχει ισχυρισμό για επικινδυνότητα και προβλήματα του ακινήτου αλλά αντίθετα περιλαμβάνει μόνο μελέτη και προτάσεις ανάπτυξης του κτιρίου. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Ρωσσίδη για να τοποθετηθεί επακριβώς με ποιο τρόπο έχουν, κατά τον ισχυρισμό του, αποχωρήσει οι εναγόμενοι και παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου υποστατικού στους ενάγοντες τον Απρίλιο του 2014. Επαναλαμβάνω ότι με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι παράνομα επεμβαίνουν στην επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία τους. Η κατοχή του ακινήτου θα είναι επίδικο θέμα κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Κρίνω πως σε περίπτωση που επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Ρωσσίδη για το πότε οι εναγόμενοι αποχώρησαν από το ακίνητο και παρέδωσαν ελεύθερη την κατοχή του στους ενάγοντες υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία της αίτησης για έκδοση προσωρινού Διατάγματος να εξελιχθεί σε δίκη επί της ουσίας με αντικείμενο τη διακρίβωση των αμφισβητούμενων γεγονότων αναφορικά με ζητήματα που αφορούν στην έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται να γίνει στο παρόν στάδιο. Κρίνω επίσης ότι η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους των εναγόντων δεν πρέπει να επιτραπεί ούτε σε σχέση με το μέρος εκείνο της ένορκής του δήλωσης το οποίο αφορά το περιεχόμενο της έκθεσης η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Β σε αυτή. Η σχετική έκθεση Τεκμήριο Β αφορά τα σχέδια των εναγόντων για τη μελλοντική εκμετάλλευση του επίδικου χώρου, είτε με την κατεδάφιση του και την ενοποίησή του με τεμάχιο γης το οποίο βρίσκεται πίσω από αυτό και ανήκει επίσης στους ενάγοντες, είτε με διάφορους άλλους τρόπους. Το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης καθώς και η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί του περιεχομένου αυτής, όπως είναι το αιτούμενο από τους εναγόμενους, κρίνω ότι δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινού Διατάγματος και η έκδοση σχετικού Διατάγματος αντεξέτασης δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της εν λόγω αίτησης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Ρωσσίδη ο οποίος, ως αναφέρουν επί λέξει, αποκρύπτει επιμελώς γεγονότα τα οποία αφορούν την αληθινή εικόνα της έχουσας κατάστασης. Είναι ουσιαστικά η θέση τους ότι το ως άνω πρόσωπο δεν λέει την αλήθεια και για τον λόγο αυτό ζητούν την αντεξέτασή του. Κρίνω ότι η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα επί του περιεχομένου ένορκής του δήλωσης στην οποία προέβηκε στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας προκειμένου να αποδειχθεί ότι αυτός δεν λέει την αλήθεια, δεν αποτελεί εξαιρετική περίπτωση για την οποία επιτρέπεται να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν μπορεί να επιτραπεί. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης αφού η έγκρισή της θα οδηγούσε σε εκδίκαση ζητημάτων τα οποία άπτονται της ουσίας της κυρίως δίκης σε αυτό το πρώιμο ενδιάμεσο στάδιο. Κρίνω επίσης ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγομένων δεν υπάρχει ισχυρισμός που να έχει καταδείξει ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως απαιτείται και από τη σχετική επί του θέματος προαναφερθείσα νομολογία. Για τους ως άνω λόγους κρίνω πως η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο