← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΑΙΘΕΡΙΑΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής.: 5729/2011, 28/2/2018

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΑΙΘΕΡΙΑΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής.: 5729/2011, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής.: 5729/2011 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και 1. ΑΙΘΕΡΙΑΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Αρ. εγγρ. 119526) 2. Γεωργίου Μορφίτη του Ιωάννη 3. Ιωάννη Μορφίτη 4. Νίκου Προκοπίου του Προκόπη Πολυδώρου 5. Ελένης Προκοπίου συζ. Fossum Robert, το γένος Νίκου Προκοπίου 6. Μάρως Προκοπίου, συζ. Νίκου Προκοπίου, το γένος Πέτρου Στυλιανίδη Εναγόμενων Ημερομηνία: 28.2.2017 Αίτηση του εναγομένου 3 ημερομηνίας 4.8.2017 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Για τον Αιτητή: κ. Α. Πατσαλίδης για A. Patsalides & Associates LLC Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Σοφοκλέους για Μ.Π. Σοφοκλέους και Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.8.2011 και εξ όσων προκύπτει από τον Δικαστικό φάκελο και τη σχετική ένορκη δήλωση του επιδότη κ. Π. Αριστείδου, το κλητήριο ένταλμά της επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 προσωπικά έναντι της υπογραφής της στις 6.9.2011 καθώς και για τον εναγόμενο αρ. 3 κ. Ιωάννη Μορφίτη. Στις 16.9.2011 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από δικηγόρο στο οποίο είναι επισυνημμένα διοριστήρια δικηγόρου υπογεγραμμένα από κάθε ένα από τους εναγόμενους. Στις 23.3.2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων πλην του εναγομένου αρ. 4 ο οποίος είχε αποβιώσει. Με την επίδικη αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ. 3 επιζητείται από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) προηγούμενη εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.9 (
  2. h)και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται έχουν ως ακολούθως: Ο εναγόμενος αρ. 3 δηλώνει ότι στις 6.9.2011 το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον γέροντα πατέρα του ο οποίος δεν του ανέφερε οτιδήποτε με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει καθόλου για την έγερση της παρούσας αγωγής. Εξ όσων διαπίστωσε αργότερα από την έρευνα που έκανε στο φάκελο, δικηγορικό γραφείο είχε καταχωρήσει εκ μέρους των εναγομένων Σημείωμα Εμφάνισης και στη συνέχεια στις 23.1.2012 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία ισχυρίζονταν θέματα παράνομων χρεώσεων εκ μέρους της ενάγουσας και για λανθασμένη επιστροφή επιταγής της εναγομένης αρ. 1. Στις 13.2.2012 η ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Έκτοτε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος αρ. 3, δεν είχε καμία απολύτως ενημέρωση από τους δικηγόρους τους αναφορικά με την πορεία της αγωγής. Για το γεγονός της εναντίον του έκδοσης απόφασης ενημερώθηκε κατά το τέλος Ιουνίου 2017 και μετά την ως άνω πληροφόρηση έδωσε εντολή σε άλλο δικηγόρο για διεξαγωγή έρευνας στον δικαστικό φάκελο. Θεωρεί ότι υπό τις συνθήκες που αναφέρει στην ένορκή του δήλωση πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 23.3.2016 ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η προβολή της υπεράσπισής του η οποία όπως λαμβάνει συμβουλή υπάρχει σε πολύ σοβαρό βαθμό. Οι Καθ' ων η αίτηση / Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση αποτελούμενη από 14 λόγους η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.9(h), στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 1, 2, 29, 30, 31, 44 και 47, στα άρθρα 28, 30

(1), 30
(3)(α) και (β) του Συντάγματος, στη νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης μεταξύ άλλων είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν παρατίθενται ικανοποιητικοί λόγοι που να δικαιολογούν τον παραμερισμό, η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καταχρηστική, πιεστική, ενοχλητική και αποτελεί παρακώλυση της δικαστικής διαδικασίας, υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, δεν είναι καλόπιστη και τυχόν έγκρισή της θα συνιστούσε χαλάρωση της διασφάλισης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση περιέχονται στην ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου από τη Λευκωσία, καθώς και στον φάκελο της διαδικασίας. Ο κ. Κωνσταντίνου δηλώνει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της επίδικης αγωγής καθότι έχει στην κατοχή του όλα τα έγγραφα και τις ειδοποιήσεις που αφορούν τους εναγόμενους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων επιστολές, προτάσεις και αντιπροτάσεις για διευθέτηση της επίδικης αγωγής και η εν λόγω αλληλογραφία περιελάμβανε και τον εναγόμενο αρ.
  1. Η εν λόγω αλληλογραφία κατέληξε σε συμβιβαστική λύση και στην εκ συμφώνου έκδοση απόφασης ημερομηνίας 23.3.2016 υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων, πλην του εναγομένου 4 ο οποίος απεβίωσε. Δηλώνει επίσης ότι στις 2.2.2017 οι πρώην δικηγόροι των εναγομένων απέστειλαν στους δικηγόρους των εναγόντων επιστολή με την οποία μεταξύ άλλων παρέθεταν την οικονομική κατάσταση του κάθε εναγομένου ξεχωριστά, περιλαμβανομένου και του εναγομένου αρ.
  2. Η εν λόγω επιστολή επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκή του δήλωση. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των καταχωρημένων ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων χωρίς να υπάρξει αντεξέταση και οι δικηγόροι προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με το οποίο καθένας τους υποστηρίζει και προωθεί τις θέσεις των πελατών του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ.10 η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». ΕΥΡΗΜΑΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις των μερών είναι κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης: Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στον πατέρα του εναγομένου αρ. 3 στις 6.9.
  3. Οι εναγόμενοι στις 16.9.2011 καταχώρησαν μέσω δικηγόρου Σημείωμα Εμφάνισης. Στις 13.2.2012 η ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και στις 23.3.2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην παρουσία του δικηγόρου που μέχρι τότε εκπροσωπούσε τους εναγόμενους, περιλαμβανομένου και του εναγομένου αρ.
  4. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου αρ. 3 ότι ο πατέρας του στον οποίο επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα δεν τον ενημέρωσε για την έγερση της παρούσας αγωγής παρατηρώ τα ακόλουθα: Στο Σημείωμα Εμφάνισης το οποίο καταχωρήθηκε από δικηγόρο εκ μέρους όλων των εναγομένων επισυνάφθηκαν υπογεγραμμένα διοριστήρια δικηγόρου από κάθε ένα από τους εναγόμενους, περιλαμβανομένου και του εναγομένου αρ.
  5. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι δεν έλαβε γνώση της έγερσης της εναντίον του αγωγής, ισχυρισμό τον οποίο δεν αποδέχομαι και κρίνω ότι ο εναγόμενος αρ. 3 πράγματι έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής και γι' αυτό διόρισε δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει. Μη δεχόμενος τον ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου αρ. 3 κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ούτε τον ισχυρισμό του πως ο δικηγόρος προς τον οποίο ο εναγόμενος αρ. 3 υπέγραψε διοριστήριο δικηγόρου αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του χωρίς να τον ενημέρωσε προηγουμένως και να εξασφάλισε τη σχετική συγκατάθεσή του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί μια απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγων σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο, θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση. Αυτό λ.χ. συμβαίνει στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα μιας αγωγής στον εναγόμενο ή η επίδοση δεν ήταν νομότυπη και η αγωγή δεν περιήλθε εις γνώση του εναγομένου. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Παρατηρώ ότι τα γεγονότα της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες της Διαταγής 17 αφού η Δικαστική Απόφαση ημερομηνίας 23.3.2016 της οποίας ζητείται η ακύρωση ή/και ο παραμερισμός δεν εκδόθηκε στην απουσία των εναγομένων αλλά αντιθέτως εκ συμφώνου και στην παρουσία του δικηγόρου τους. Συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να κριθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής. Το Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση και στη βάση των γεγονότων όπως προκύπτουν από το φάκελο καλείται στην ουσία να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παραμερισθεί απόφαση η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου. Παρόμοιο θέμα είχε εξετασθεί στην υπόθεση Τάσος Μαρκίδης ν. Αιμίλιος Ηλιάδης Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 729. Σε εκείνη την υπόθεση δηλώθηκε και εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου τόσο εναντίον του εφεσείοντα όσο και εναντίον της συνεναγόμενης με αυτόν εταιρείας. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη ο εφεσείων ήγειρε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι τα γεγονότα είχαν όπως τα ισχυριζόταν ο εφεσείων, απέρριψε την αγωγή με το ακόλουθο σκεπτικό: «Το θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο μπορεί να παραμερισθεί απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου. Στην Κυπριακή απόφαση του Εφετείου Doudou Moustafa Matsouri v Durige Ahmet Rustem
(1973)1 CLR 24 το Δικαστήριον απέρριψε το αίτημα των αιτητών για παραμερισμό της απόφασης, που είχε δοθεί με συγκατάθεση και των δύο πλευρών. Ο δικηγόρος της αιτήτριας δέχθηκε διάταγμα εκ μέρους της πελάτιδας του υπερβαίνοντας τις εξουσίες που του είχε δώσει αυτή. Το πρακτικό του Δικαστηρίου είχε δακτυλογραφηθεί, υπογραφεί και καταχωρηθεί. Σύμφωνα με το Δικαστήριο το διάταγμα είχε τελειοποιηθεί και συνεπώς δεν μπορούσε να παραμερισθεί. Το Εφετείο βασίσθηκε μεταξύ άλλων στην αγγλική απόφαση ......Marsden v Marsden
(1972)2 All E.R. 1162 όπου επαναλήφθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ανατρέψει ένα διάταγμα που εκδόθηκε εκ συμφώνου όταν το διάταγμα έχει ήδη τελειοποιηθεί. Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις που είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο κρίνω ότι δεν έχω εξουσία να επέμβω με την απόφαση στην αγωγή που εκδόθηκε εκ συμφώνου». Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφέροντας τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το δικηγόρο του εφεσείοντα, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν έχει εξουσία να επέμβει στην εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 11043/91, θεωρώντας ότι είναι δεσμευμένο από τη σχετική νομολογία, είναι εσφαλμένη για το λόγο ότι η νομολογία που επικαλείται αναφέρεται σε περιπτώσεις που διαφοροποιούνται από την περίπτωση του εφεσείοντα. Στις περιπτώσεις που αναφέρεται η νομολογία, υποστήριξε, η εκ συμφώνου απόφαση ή διάταγμα αφορούσε εναγομένους που είχαν προσωπική εμπλοκή στην αιτία της αγωγής και η αγωγή παραμερισμού είχε ως αιτία ή δικαιολογητικό είτε την εκ μέρους τους μη αντίληψη των όρων του συμβιβασμού είτε την υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του δικηγόρου, ενώ, στην περίπτωση του εφεσείοντα, αυτός δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με την αιτία της αγωγής ούτε ανέλαβε, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, τις υποχρεώσεις της εταιρείας του έναντι της εφεσίβλητης. Επιπλέον, σύμφωνα πάντοτε με το δικηγόρο του εφεσείοντα, η υπόθεση Doudou Moustafa Matsouri v. Durige Ahmet Rustem διαφοροποιείται και για το λόγο ότι εκεί δηλώθηκε «συμβιβασμός» ενώ, στην περίπτωση του εφεσείοντα, δηλώθηκε αποδοχή απόφασης «ως η απαίτηση». Η θέση του δικηγόρου του εφεσείοντα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στη Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για διόρθωση, δηλαδή, γραμματικών λαθών ή λαθών που προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη, η αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να τροποποιούν διατάγματά τους που έχουν τελειοποιηθεί ή αποφάσεις τους που έχουν εκδοθεί, είναι σαφής. Επιβεβαιώθηκε, μάλιστα, και από πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Αίτηση στην Α.Ε. 1449, 15.5.1998, Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές, Αίτηση στην Πολ. Έφ. 8957, 9.7.1999, Αίτηση 53/99 Α. Κορέλλης, 19.7.1999 και Παπακοκκίνου ν. Δήμου Πάφου, Αίτηση στην Πολ. Έφ. 9724, 21.10.1999). Η περίπτωση του εφεσείοντα δεν μπορεί εύλογα να διαφοροποιηθεί». Κρίνω ότι τα όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω υπόθεση Τάσος Μαρκίδης ν. Αιμίλιος Ηλιάδης Λτδ, τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα. Στις 23.3.2016 δηλώθηκε εκ συμφώνου απόφαση στη μεταξύ των διαδίκων αγωγή η οποία δακτυλογραφήθηκε, υπογράφηκε και καταχωρήθηκε. Η απόφαση έχει πλέον τελειοποιηθεί και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να την τροποποιήσει ή να την ακυρώσει, ακόμα και στην περίπτωση που έκρινα ότι ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι ο δικηγόρος του δεν τον ενημέρωσε για αυτό και ενήργησε κατά κάποιο τρόπο καθ' υπέρβαση των εξουσιών του. Για τον λόγο αυτό κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και πρέπει να απορριφθεί. Παρά την ως άνω κατάληξή μου θα απέρριπτα την παρούσα αίτηση και για τον λόγο ότι αυτή δεν αποτελεί το κατάλληλο ένδικο μέσο για να ακυρωθεί μια εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Την κρίση μου αυτή την στηρίζω στα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D CRYSTAL LINE CO. LTD,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1521 και τα οποία είναι τα ακόλουθα: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό». Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Εναγομένου αρ. 3 - Αιτητή και υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.