Smart Property Management Limited ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1356/2016, 20/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1356/2016 Μεταξύ: Smart Property Management Limited Ενάγουσας -και-
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχής Εξυγίανσης
- Επιτροπής Εξυγίανσης, δηλαδή: (α) Διοικήτριας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (β) Εκτελεστικών Συμβούλων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- PricewaterhouseCoopers Limited
- Grand Thornton (Cyprus) Limited Εναγόμενων Αίτηση για ασφάλεια εξόδων ημερομηνίας 23.03.2017 Ημερομηνία: 20.02.2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Καθ' ου η αίτηση: κα Πατσαλίδου Για Εναγομένους 4 - Αιτητές: κα Μ. Κυριάκου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 15.03.2016, η ενάγουσα, μέσω γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχώρησε την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την οποία αξιώνει σε βάρος των εναγομένων 1 μέχρι και 6 από κοινού και/ή χωριστά αποζημιώσεις σε σχέση με την έκδοση και εφαρμογή του διατάγματος/διαταγμάτων εξυγίανσης «της εναγομένης 3 και/ή της Τράπεζας Κύπρου Δημοσίας Εταιρείας Λτδ» ως επίσης απόφαση ίση με το ποσό της κατάθεσής της «στην εναγομένη 3 και/ή αποζημιώσεις για ποσό ίσο με το ποσό της εν λόγω κατάθεσης για ζημιές τις οποίες υπέστη». Αξιώνει επίσης από τους εναγόμενους 2 και 3, αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία «αμελείας και/ή βαρείας αμελείας και/ή παραβάσεως θεσμίων καθηκόντων (statutory duties) και/ή ελλιπούς εποπτείας από τις Εναγόμενες και/ή οποιανδήποτε απ' αυτές των τραπεζικών εργασιών και/ή δραστηριοτήτων, ιδία δε αλλά όχι αποκλειστικά κατά την περίοδο 2009 μέχρι και Απριλίου 2013 της Cyprus Popular Bank Public Co Limited, προηγουμένως εγγεγραμμένης ως Marfin Popular Bank Public Co Ltd». Περαιτέρω, αξιώνει κατά των εναγομένων 7 και 8 «αποζημιώσεις ίσες με το ποσό της αντίστοιχης/αντιστοίχων καταθέσεων του στην Εναγομένη 3 λόγω αμέλειας κατά τους υπό των εν λόγω Εναγομένων ετησίους ελέγχους των οικονομικών καταστάσεων των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 της Εναγομένης 3 και/ή κατά τη διατύπωση γνώμης σε σχέση με μια έκαστη των εν λόγω Οικονομικών Καταστάσεων». Τέλος, αξιώνει από όλους τους εναγόμενους, τόκους και έξοδα. Στις 23.03.2017, η εναγόμενη αρ. 4 καταχώρησε την παρούσα αίτηση μέσω της οποίας επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων, (ύψους €12.000,00 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο ή εύλογο) ως επίσης διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί η αιτούμενη ασφάλεια. Σε περίπτωση δε που τέτοια ασφάλεια δεν δοθεί, εντός του χρόνου που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 θ.θ.1 και 5 και Δ.48, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστύλωση του αιτήματος, τέθηκε αρχικά με την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αγγελίδη, ημερ. 27.03.2017, που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, ως επίσης, συμπληρωματικά, με ένορκη δήλωση της Ελένης Τσαρούχη, ημερ. 05.10.
- Ο Ανδρέας Αγγελίδης, πρώην Πρωτοκολλητής όπως υποδεικνύει στη Δικαστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, εργοδοτούμενος μετά τη συνταξιοδότησή του στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την εναγομένη αρ. 4 - αιτήτρια, καταγράφει στην ως άνω δήλωση ότι η ενάγουσα αποτελεί εταιρεία που έχει έδρα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ότι ουδεμία κινητή ή ακίνητη περιουσία έχει στην Κύπρο. Στην περίπτωση που αποτύχει στην υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή της, υποστηρίζει, η αιτήτρια δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί για τα δικηγορικά της έξοδα παρά μόνο εάν δοθεί προηγουμένως διαταγή για παροχή εκ μέρους της ενάγουσας ασφάλειας εξόδων. Υποδεικνύει περαιτέρω ότι προέβη σε ετοιμασία σχετικού προκαταρτικού καταλόγου εξόδων, ο οποίος και συνοδεύει την ένορκη του δήλωση, (Τεκμήριο 1) σημειώνοντας ότι τα έξοδα όπως έχουν υπολογιστεί από τον ίδιο, (€12.389,43 του ΦΠΑ περιλαμβανομένου) για υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, είναι καθ' όλα αναμενόμενα. Επιφυλάσσει παράλληλα το δικαίωμα της εναγομένης αρ. 4 να επανέλθει με νέα αίτηση, που θα αφορά μεταγενέστερα έξοδα. Ο ως άνω ομνύων, σημειώνοντας το γεγονός ότι δεν υπάρχει διμερής συμφωνία μεταξύ της Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων ή άλλη πολυμερής συμβατική δέσμευση που να περιορίζει ή να αίρει το δικαίωμα σε ασφάλεια εξόδων ή που να εξασφαλίζει τα ενδεχόμενα έξοδα της εναγομένης αρ. 4 με άλλον τρόπο, υποδεικνύει ότι στην περίπτωση που η ενάγουσα διαταχθεί να καταβάλει το αιτούμενο ποσό, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει οποιανδήποτε οικονομική δυσπραγία. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξαναγκασμός/διαταγή της ενάγουσας από το Δικαστήριο στην καταβολή ασφάλειας εξόδων δεν θα απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης της τελευταίας στα Κυπριακά Δικαστήρια. Η ενάγουσα εταιρεία, στις 28.07.2017, προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης όπως προβάλλονται στο σώμα της, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «Πρώτος Λόγος Ένστασης Η παρούσα Αίτηση είναι εντελώς αδικαιολόγητη και/ή αβάσιμη και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, καθ' ότι η Ενάγουσα αδιαμφισβήτητα, κατά ή περί την 26.03.2013, διατηρούσε στην Εναγομένη 4 και εξακολουθεί να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων ύψους USD1.820.929,
- Δεύτερος Λόγος Ένστασης Το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας σύμφωνα με την Δ.60 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών να εγκρίνει την παρούσα Αίτηση, καθ' ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία με έδρα και/ή εγγεγραμμένο γραείο στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, χώρα η οποία αποτελεί υπεράκτια Βρετανικής επικράτεια (British Overseas Territory) και/ή μέρος της Μεγάλης Βρετανίας, κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή η Ενάγουσα θεωρείται Βρετανική εταιρεία και/ή κατέχει Βρετανική υπηκοότητα και ως εκ τούτου ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τρίτος Λόγος Ένστασης Άνευ επηρεασμού του πιο πάνω λόγου ένστασης και/ή συμπληρωματικά προς αυτόν, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει δυσμενή διάκριση εις βάρος της Ενάγουσας λόγω ιθαγένειας και/ή παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και/ή των Άρθρων 18 επ. της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέταρτος Λόγος Ένστασης Τυχόν επιτυχία της παρούσας Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση και/ή τον περιορισμό του συνταγματικά και/ή κοινοτικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της Ενάγουσας για πρόσβαση στην Δικαιοσύνη. Πέμπτος Λόγος Ένστασης Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων Ένστασης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα γεγονότα δεν συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου προς έγκριση της παρούσας αίτησης. Ειδικότερα: (α) Η ενάγουσα έχει καλή υπόθεση εναντίον της εναγομένης 4 με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας και/ή (β) Η εναγόμενη 4 δεν έχει καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης στην Αγωγή και/ή δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση εναντίον της απαίτηση της ενάγουσας και/ή δεν ικανοποιείται η εκ της νομολογίας προϋπόθεση ύπαρξης ισχύος υπόθεσης της εναγόμενης 4 και/ή (γ) Η ενάγουσα είναι αξιόχρεη και/ή φερέγγυα εταιρεία. Έκτος Λόγος Ένστασης Εν πάση περιπτώσει και/ή άνευ βλάβης των ανωτέρω Λόγων Ένστασης, το αιτούμενο και/ή ισχυριζόμενο ποσό της ασφάλειας εξόδων είναι υπερβολικό. Έβδομος Λόγος Ένστασης Η παρούσα αίτηση δεν συνάδει με την ισχύουσα Νομολογία και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστική διαδικασίας». Η νομική βάση της ένστασης εδράζεται στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Ν.39/62, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μέρη 2 και 4, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1 και 4 και Δ.60 θ.1, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, (Ν.14/1960)άρθρα 2, 29, 30, στο British Overseas Territories Act,
(2002)άρθρο 3, στην νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, των Αγγλικών Δικαστηρίων, στις αρχές τις Επιείκειας, του Κοινοδικαίου και στις γενικές και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Νικολέτας Βανέζου, δικηγόρου σε ένα εκ των δικηγορικών οίκων που εκπροσωπούν την ενάγουσα στην υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω της ως άνω ένορκης δήλωσης, επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι προβληθέντες λόγοι ένστασης. Ανάμεσα σε άλλα, προκρίνεται πως το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία αποτελεί εταιρεία με έδρα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, δεν οδηγεί αυτομάτως σε συμπέρασμα ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής της, η εναγομένη αρ. 4 - αιτήτρια δεν θα είναι σε θέση να εισπράξει από την ενάγουσα τα δικηγορικά της έξοδα. Ως υποδεικνύει η ως άνω ομνύουσα, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου αντίγραφα σχετικών πιστοποιητικών που αφορούν την ενάγουσα, (Τεκμήριο 3) η τελευταία είναι αξιόχρεη και φερέγγυα εταιρεία. Δεν συντρέχουν, υποστηρίζει, οι προϋποθέσεις για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Σημειώνει περαιτέρω πως με δεδομένο ότι δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση εκ μέρους της εναγομένης αρ. 4, δεν έχει καταδειχθεί, ούτε προκύπτει από κάπου ότι η τελευταία έχει βάσιμη υπόθεση ή καλή υπεράσπιση έναντι της απαίτησης της ενάγουσας. Αντίθετα, υποστηρίζει, η ενάγουσα έχει καλή υπόθεση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καταλήγει, θα περιορίσει υπέρμετρα και δυσανάλογα το συνταγματικό δικαίωμα της ενάγουσας για πρόσβαση στη δικαιοσύνη ενώ θα αποτελεί αθέμιτη διάκριση, λόγω ιθαγένειας, κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κοινοτικού Κεκτημένου. Σχολιάζοντας τέλος τον προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου εκ μέρους της εναγομένης αρ. 4 - αιτήτριας, προκρίνει τη θέση ότι αυτός είναι αδικαιολόγητα διογκωμένος, με αποτέλεσμα το αιτούμενο ποσό της ασφάλειας εξόδων να είναι υπερβολικό. Έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια προς τούτο, (με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς της ενάγουσας) η εναγομένη αρ. 4 - αιτήτρια, ως έχει ήδη σημειωθεί, στις 05.10.2017, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματός της. Η ομνύουσα στη δήλωση αυτή, Ελένη Τσαρούχη, δικηγόρος συνεργαζόμενη με το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την εναγόμενη αρ. 4 - αιτήτρια, παρουσιάζοντας διάφορα τεκμήρια, προέβαλε τη θέση ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση εταιρεία, δεν έχει την έδρα της σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι αποτελούν υπερπόντια χώρα, έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς όμως να θεωρούνται κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη συγκεκριμένη χώρα, υποστήριξε, όχι μόνο δεν εφαρμόζεται αυτόματα η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία αλλά οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι, δεν υπόκεινται στους κανονισμούς που ακολουθούν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου τεκμήρια που αναφέρονται στις διαδικασίες που ακολουθούνται για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων ως επίσης στους κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Απέρριψε τη θέση ότι η εναγομένη αρ. 4 - αιτήτρια είναι πλήρως εξασφαλισμένη από το μέρισμα που θα δώσει ο Ειδικός Διαχειριστής της εναγομένης 4, υποδεικνύοντας ότι δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ενάγουσα διατηρούσε καταθέσεις στην εναγομένη αρ. 4. Ομοίως, προτάσσει, δεν είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ενάγουσα έχει υποστεί οποιανδήποτε ζημιά και ότι θα λάβει μέρισμα μετά την ολοκλήρωση της εξυγίανσης όπου θα αποκρυσταλλωθεί το οικονομικό καθεστώς της εναγομένης αρ. 4. Προσθέτει δε, επί τούτου, πως πέραν του γεγονότος ότι η εναγόμενη αρ 4 - αιτήτρια, ενόψει της υπαγωγής της σε καθεστώς εξυγίανσης δεν διατηρεί καταθέσεις πελατών, ότι λογαριασμοί καταθέσεων που υπήρχαν στην εναγομένη αρ. 4 υπόκεινται στα μέτρα εξυγίανσης με το εξασφαλισμένο ποσό των €100.000,00 να έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ενώ κάθε υπόλοιπο δεν είναι πλέον διαθέσιμο και/ή είναι παράνομο και/ή αντικανονικό και/ή εις βάρος του συνόλου των πιστωτών της αιτήτριας να διατεθεί οποιονδήποτε ποσό ως ασφάλεια εξόδων. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση εταιρείας, δήλωσε κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης ότι η πλευρά της εγκαταλείπει και ως εκ τούτου δεν θα προωθήσει τον δεύτερο λόγο ένστασης που προκρίνεται στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής της, ειδικότερα τη θέση ότι η ενάγουσα, εταιρεία με έδρα και/ή εγγεγραμμένο γραφείο στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους «θεωρείται Βρετανική εταιρεία και/ή κατέχει Βρετανική υπηκοότητα και ως εκ τούτου ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Με δεδομένη την ως άνω εξέλιξη και την απόσυρση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, το Δικαστήριο δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το συγκεκριμένο ζήτημα στα πλαίσια της παρούσα απόφασής του. Στην υπόθεση Standard Ltd κ.α. v. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχτηκε ότι: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». Στην ως άνω απόφαση, αφού γίνεται παραπομπή σε σχετική με το ζήτημα Αγγλική νομολογία, υποδεικνύεται πως όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος, εκτός αν τα περιστατικά της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1A.A.Δ. 434, όπου απασχόλησε το ζήτημα των εξόδων στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «..Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική όπως συνοψίζεται στους Huslbury's Laws of England (4th ed. Vol. 37, pp.384 - 385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και τη ισχύς της υπόθεσής του. Οι ίδιοι λόγοι λαμβάνονται υπόψη και στην άσκηση της ίδιας εξουσίας στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας με την εξής επιφύλαξη: Το βάρος για την τεκμηρίωση εκ μέρους του ενάγοντα (εφεσείοντα) ισχυρής υπόθεσης είναι πολύ μεγαλύτερο ενόψει της ετυμηγορίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. ..». Σε κάθε περίπτωση το θέμα ανάγεται σε τελευταία ανάλυση στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια ασφαλώς που ασκείται δικαστικά. Το ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ευρύτατη, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι θεσμοί δεν καθορίζουν κριτήρια για την άσκησή της. Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, από τη σχετική για το ζήτημα νομολογία προκύπτει ότι τέτοιοι είναι, μεταξύ άλλων, η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ισχύς της υπόθεσής της, ο χρόνος υποβολής της αίτησης αλλά και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται, αφού το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη (Επίσημος παραλήπτης v. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1 Β Α.Α.Δ. 1446 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Λαμβάνεται επίσης υπόψη κατά πόσο η εναγόμενοι χρησιμοποιούν τη διαδικασία ασφάλειας εξόδων καταπιεστικά, ούτως ώστε να καταπνίξουν μια γνήσια απαίτηση, ως επίσης τυχόν καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού ο χρόνος υποβολής αίτησης του είδους, αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να αποκλείεται η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό πάντα με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος ( Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπρ. Τρ. Δημοσ. Εταιρ. Λτδ,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314 και Studland Holdings Ltd κ.α ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashion Wines Ltd
(2000)1(B) A.A.Δ. 1377, όπου η αίτηση για ασφάλεια εξόδων βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η αφερεγγυότητα μιας εταιρείας απαιτείται να καταδεικνύεται ως θετικό γεγονός. (βλ. περαιτέρω Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) 1958, στις σελ. 1884 - 1887 όπου συζητείται η αντίστοιχη Αγγλική Δικονομική Διάταξη Ο.65, r.6 (a) και τη νομική σειρά συγγραμμάτων, Hulsbury's Laws of England, (4η έκδοση), Τόμος 37 σελ. 226 - 233, Union de Cooperatives Agricole v Apak Agro (Αρ.2)
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1170 και Almana Engineering v. Glyfos Commercial
(1981)1 A.A.Δ. 273). Η προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο είχε εξ' άλλου, διαχρονικά, το δικό της ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε ζητήματα όπως το υπό συζήτηση. Η «ευαισθησία» των Δικαστηρίων μας στην προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο όταν συζητά ζητήματα όπως το υπό εξέταση, αναδεικνύεται και στο λόγο της απόφασης Δημητρίου ν Δημητρίου, άλλως Στυλιανού Πολ. Έφ. 31/2017 ημερ. 08.04.2014, όπου υπεδείχθη ότι: «Το θέμα έκδοσης διατάγματος για ασφάλεια εξόδων ενάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά υπό το φως όλων των περιστάσεων και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διαδίκου εναντίον του οποίου η αγωγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διαδίκου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, σημειώνεται το γεγονός ότι η αίτηση προωθείτε στη βάση της Δ.60 θθ 1 και 5 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς να προκρίνεται ως νομικό υπόβαθρο της το άρθρο 385 του περί Εταιρειών νόμου, Κεφ.113, διάταξη που παρέχει την δυνατότητα διεκδίκησης ασφάλειας εξόδων και από ημεδαπές εταιρείες, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, (πέραν και ανεξάρτητα από τις τελικές τοποθετήσεις επί του θέματος της πλευράς της ενάγουσας και την απόσυρση - εγκατάλειψη του δεύτερου λόγου ένστασης εκ μέρους της τελευταίας) είναι φανερό ότι η ενάγουσα αποτελεί εταιρεία που δεν έχει την έδρα της σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έδρα της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, θέτει ουσιαστικά το θεμέλιο για την ανάληψη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να προχωρήσει στην εξέταση ζητήματος ως το υπό συζήτηση και να ασκήσει ή όχι, υπό το σύνολο πάντα των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή κατά του αιτήματος. (βλ. Hamton Advisors Group S.A. v. Bost Ad κ.α
(2011)1(Β) A.A.Δ 1416, Ανθίτσα Ιωάννου κ.α. ν Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, Πολ. Έφ. 155/15 ημερ. 15.07.2016 και Ιωσήφ Ηλία v. Marfin Popular Bank Public co ltd κ.α Πολ. Έφ. 101/2012 ημερ. 20.07.2017) Ως πιο πάνω έχει υποδειχθεί, δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί θέση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ότι κατά ή περί 26.03.2013 διατηρούσε στην εναγομένη 4 και εξακολουθεί να διατηρεί, τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων, ύψους USD1.820.929,04 (1ος λόγος ένστασης) ως επίσης προβάλλεται ότι είναι αξιόχρεη και φερέγγυα εταιρεία (εδάφιο (γ) του 5ου λόγου ένστασης). Σε σχέση με την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας στην Κύπρο, υπό μορφή καταθέσεων κατά τον τρόπο που η ενάγουσα εισηγείται, είναι φανερό ότι δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση το ως άνω ποσό να αποτελέσει για σκοπούς της παρούσας, περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όπως γίνεται κατανοητό από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από την ενάγουσα, το ως άνω ποσό αποτελεί τον πυρήνα και το έναυσμα για την δρομολόγηση της ως άνω αγωγής σε βάρος των εναγομένων. Πρόκειται για ποσό που, ανάμεσα σε άλλα, διεκδικείται με την παρούσα αγωγή από την πλευρά της ενάγουσας. Ούτε έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου επιμέρους στοιχεία ή λεπτομέρειες, (έστω μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση) ικανές να καταδείξουν ότι το ως άνω ποσό αποτελεί εν πάση περιπτώσει ουσιαστική, υφιστάμενη και μόνιμη περιουσία, δυναμένη να διατεθεί προς εκτέλεση για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν εξόδων. Όπως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Huslbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παράγραφο 299, στη σελίδα 227: «Where the plaintiff, although ordinarily or even permanently resident out of the jurisdiction can show that he has substantial assets or property within the jurisdiction which can be reached by judicial process, security will not be ordered. It must be shown that the assets or property are of a fixed or permanent or certain nature and that they can be available for cost ». Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η πλευρά της αιτήτριας, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Έλενας Τσαρούχη, ημερ. 05.10.2017, αναφέρεται στις καταθέσεις ποσών που υπήρχαν στην εναγομένη αρ.4 - αιτήτρια και στη διαχείριση τους μετά την υπαγωγή της τελευταίας, το 2013, σε καθεστώς εξυγίανσης, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων πως μετά από αυτή την εξέλιξη, από τους λογαριασμούς καταθέσεων με υπόλοιπο άνω των €100.00,00 το εξασφαλισμένο ποσό των €100.00,00 έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεια Λτδ. Πέραν όμως του γεγονότος ότι από την πλευρά της αιτήτριας, όπως υποδεικνύεται, «δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός» ότι η ενάγουσα διατηρούσε και εξακολουθεί να διατηρεί καταθέσεις στην εναγομένη αρ. 4, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσα διατηρεί σήμερα καταθέσεις ύψους €100.00,00 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στοιχείο που θα μπορούσε, στη βάση πάντα των αρχών που διέπουν ζήτημα ως το υπό συζήτηση, να συνεκτιμηθεί. Ομοίως, η εξασφάλιση ή μη στο τέλος της ημέρας και αφού συμπληρωθεί η διαχείριση της εναγομένης αρ. 4, μερίσματος εκ μέρους της ενάγουσας, αποτελεί υπό τις περιστάσεις γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, μη δυνάμενο στην συγκεκριμένη πάντα περίπτωση, να αποτελέσει σταθερή παράμετρο, δυνάμενη να αξιοποιηθεί από το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ούτε βεβαίως η γενικότερη και αόριστη ως παρέμεινε αναφορά ότι η ενάγουσα αποτελεί φερέγγυα και/ή αξιόχρεη εταιρεία, φαίνεται να μπορεί να διασκεδάσει την όποια ανησυχία των αιτητών για τυχόν αδυναμία ικανοποίησης των εξόδων τους σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Η παρουσίαση κάποιων αντιγράφων πιστοποιητικών εκ μέρους της, (τεκμήριο 3 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση ημερ. 28.07.2017 της Νικολέτας Βανέζου) τα οποία, είτε επιβεβαιώνουν την σύσταση της εταιρείας το 2007, είτε ότι το 2012 η ενάγουσα φέρεται να είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους χωρίς να έχει οικονομικές υποχρεώσεις, όπως αυτές ειδικότερα εξειδικεύονται στο εν λόγω πιστοποιητικό που εξεδόθη την ίδια χρονιά και χωρίς να έχει τεθεί σε εθελούσια εκκαθάριση, δεν επιτρέπουν κατά την αντίληψή μου την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα εταιρεία, σήμερα, αποτελεί πράγματι φερέγγυα και αξιόχρεη εταιρεία με ουσιαστική και μόνιμη περιουσία, δυνάμενη να διατεθεί για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν εξόδων στην περίπτωση που αυτά θα επιδικαστούν σε βάρος της. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το σχετικό πιστοποιητικό που τιτλοφορείται «Certificate of Incumbency», εκδόθηκε στις 21.05.2012, με ρητή αναφορά επί τούτου ότι εκπνέει στις 30.11.2013. Προκρίνεται από την πλευρά των εναγόντων, ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει δυσμενή διάκριση σε βάρος της ενάγουσας «λόγω ιθαγένειας και/ή παραβίασης της ίσης μεταχείρισης κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος και/ή των Άρθρων 18 επ. της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ούτε ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης φαίνεται να μπορεί στην υπό συζήτηση περίπτωση να αποτελέσει ανάχωμα στην προώθηση του αιτήματος της εναγομένης αρ. 4 εταιρείας. Η έκδοση ή μη σχετικού διατάγματος ως το υπό συζήτηση, δεν έχει να κάνει με την ιθαγένεια αλλά με την ύπαρξη ή μη, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, περιούσιας ικανής να αξιοποιηθεί αν χρειαστεί για σκοπούς ικανοποίησης των εξόδων ενός διαδίκου. Είναι καλά γνωστό ότι κάτω από συγκεκριμένες πάντα συνθήκες, εταιρεία με έδρα των εργασιών της την Κύπρο, είναι δυνατόν και πάλι να διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα της διαδικασίας Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashion Wines Ltd (ανωτέρω). Ούτε η εισήγηση πως τυχόν επιτυχία της υπό συζήτησης αίτησης, θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση και ή περιορισμό του Συνταγματικά και Κοινοτικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ενάγουσας για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, μπορεί να υιοθετηθεί. Ως πιο πάνω έχει υποδειχθεί, δεδομένη είναι η ευαισθησία των Δικαστηρίων μας επί του ζητήματος, κατά τρόπο που ακόμα και στις περιπτώσεις που ήθελε διαφανεί ότι τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι δικαιολογημένη, εντούτοις, αν η έκδοση του θα απέληγε υπό τις περιστάσεις σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διαδίκου σε βάρος του οποίου στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Όπως υπεδείχθη, ανάμεσα σε άλλα, στην υπόθεση Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν Ιακώβου Πέτρου κ.α.
(2003)1 Γ Α.Α.Δ. 1698, σε τέτοια περίπτωση υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο όπως αυτό διασφαλίζεται από σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις. Η πιο πάνω προσέγγιση άλλωστε εκφράστηκε και με τη σχετική ενσωμάτωση στη Διαταγή 60 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, της ειδικότερης πρόνοιας ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, εξαιρούνται διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως εύστοχα εντοπίζεται από την συνήγορο της αιτήτριας, η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν συνδέει τον πιο πάνω ισχυρισμό της με τυχόν οικονομική της αδυναμία και/η δυσχέρεια, προβάλλοντας απλώς τη θέση ότι δεν θα πρέπει να καταβάλει ασφάλεια εξόδων σε αυτό το πρώιμο στάδιο και χωρίς βάσιμο λόγο. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως μια εταιρεία με οικονομική επιφάνεια «αξιόχρεη και φερέγγυα», πραγματικότητα ασφαλώς που διαφοροποιεί την περίπτωση της από τις περιπτώσεις εκείνες που πράγματι ένας καθ' ου η αίτηση δεν φαίνεται να διαθέτει τα οικονομικά μέσα, με αποτέλεσμα τυχόν έκδοση διατάγματος ως η αίτηση, ουσιαστικά θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Είναι γεγονός ότι ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, αποτελεί και η ισχύς της υπόθεσης της ενάγουσας. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, σύμφωνα τουλάχιστο με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της ενάγουσας, η απαίτηση της τελευταίας διασυνδέεται με καταθέσεις που η ενάγουσα εταιρεία προβάλει ότι είχε στην εναγόμενη αρ. 3, ήτοι στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Παρεμβάλλεται ότι η πιο πάνω θέση, κατ' επανάληψη και με διάφορους τρόπους προκρίνεται στο ως άνω δικόγραφο της ενάγουσας για να εδραιώσει το σύνολο σχεδόν των αξιώσεών της, στην παρούσα. Είναι φανερό ότι στη βάση της ισχύουσας νομοθεσίας που διέπει τη σύσταση και λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αλλά και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες) που λειτουργούν στην Δημοκρατία, όπως και τους σχετικούς κανονισμούς, η ως άνω θέση, από μόνη της ως προκρίνεται, δεν φαίνεται να αποκαλύπτει ισχυρή υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι η πλευρά της ενάγουσας, μετά την καταχώρηση στις 15.03.2016 του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στο πλαίσιο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής της, μέχρι και σήμερα, δεν έχει προχωρήσει στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης της, μέσω της οποίας να προβάλει, με τις απαιτούμενες δικογραφικά λεπτομέρειες την υπόθεση και την απαίτησή της. Ούτε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένστασή της στην υπό συζήτηση αίτηση έχουν τεθεί λεπτομέρειες σε σχέση με τις ουσιαστικότερες πτυχές της υπόθεσής της, δυνάμενες να καταδείξουν, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε αυτό το στάδιο, την ισχύ της υπόθεσής της. Η υπόδειξη και μόνο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας, ότι έχει καλή υπόθεση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας, αποτελεί, ως υποδείχθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπ. Μελετών Σχεδ. & Επιχ. Κεφ. Α.Ε. κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ 459, εκτίμηση της ενάγουσας, θέση όμως που δεν κρίθηκε ότι είναι αρκετή για να αποτρέψει το Δικαστήριο από διάταγμα παροχής ασφάλειας για έξοδα εν όψει των άλλων περιστάσεων της υπόθεσης. Με δεδομένη άλλωστε την μη καταχώρηση εκ μέρους της ενάγουσας της έκθεσης απαίτησής της, η εισήγηση εκ μέρους της ενάγουσας ότι η εναγομένη αρ.4 - αιτήτρια δεν έχει καταχωρήσει υπεράσπιση και «δεν έχει καταδείξει οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση εναντίον της απαίτησης της Ενάγουσας» είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί αν απασχολήσει σοβαρά. Στην παρούσα υπόθεση, όπου δικογραφικά η υπόθεση δεν έχει προχωρήσει πέραν του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, δεν μπορεί να υιοθετεί η θέση ότι η εναγόμενη αρ.4 στερείται υπεράσπισης. Ούτε από όσα μέχρι σήμερα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η εναγόμενη αρ.4 δέχεται είτε την απαίτηση της ενάγουσας είτε ότι δεν έχει υπεράσπιση σε αυτή (βλ. σχετικά Π.Τ. Ασουρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. V. Σησκοπ. Ναβικ Λτδ κ.α. (Αρ.2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741). Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ Πλ και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014: «Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της διαδικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D. Πολιτική Έφεση 9495 ημερομηνίας 6/9/1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη Ποινική Έφεση 6805 ημερομηνίας 24/2/2000).» Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπό το σύνολο πάντα όσων την περιβάλλουν ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η προώθηση από την πλευρά της εναγομένης αρ. 4 εταιρείας της παρούσας αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, δεν φαίνεται να μπορεί να ενταχθεί στα όρια της κατάχρησης, κατά τρόπο που θα επέβαλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Άλλωστε το ζήτημα, πέραν από την λεκτική προβολή του στους λόγους ένστασης, δεν απασχόλησε ούτε εξειδικεύτηκε τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όσο και κατά το στάδιο της ανάπτυξης των θέσεων της πλευράς της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του, είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για τα έξοδα. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η εισήγηση της ενάγουσας ότι το αιτούμενο ποσό για τον πιο πάνω σκοπό είναι υπερβολικό. Επί τούτου, εξετάζοντας με προσοχή το προσχέδιο του καταλόγου εξόδων που ετοιμάστηκε από τους αιτητές, εντοπίζεται ότι οι τελευταίοι, ανάμεσα σε άλλα, επιζητούν έξοδα για εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου για «10 ακροάσεις» χωρίς όμως να εξηγείται γιατί θεωρούν, προκαταρκτικά έστω, ότι θα χρειαστούν τόσες πολλές πλήρης ημέρες ακροάσεων. Αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό των €9.000,00, του ΦΠΑ περιλαμβανομένου, θα ήταν λογικό υπό τις περιστάσεις και ότι πιθανόν να προκύψει στην περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εκδίδει διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η ενάγουσα να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, €9.000,00 ή να του παραδώσει ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση για το ίδιο ποσό, εντός 60 ημερών από σήμερα, ως ασφάλεια για τυχόν έξοδα της εναγομένης αρ.4 σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής με έξοδα προς όφελος της τελευταίας. Μέχρι τη συμμόρφωση της ενάγουσας με τα πιο πάνω ή την εκπνοή του χρόνου που έχει οριστεί, η διαδικασία αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν συμμορφωθεί με τα πιο πάνω, τότε, με την πάροδο της προθεσμίας των 60 ημερών η αγωγή εναντίον της εναγομένης αρ. 4 απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο