Ανδρέας Ονούφριου ν. Άννα Αριστοτέλους κ.α., Αριθμός Αγωγής: 2192/17, 13/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 2192/17 Μεταξύ : Ανδρέας Ονούφριου , εκ Λεμεσού Κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές Ενάγοντας/αιτητής ν
- Άννα Αριστοτέλους, εκ Λευκωσίας
- Γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενοι / καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 13/09/2017 για έκδοση προστακτικών διαταγμάτων Ημερομηνία : 13/02/2018 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντα - Αιτητή : κα Νιόβη Γεωργίου Ρ. Βραχίμης & Συνεργάτες Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση : κα Μαριάννα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Ο Ενάγοντας - Αιτητής με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων γενικές και/ή επαυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα για δίκαιη δίκη , ισότητα των όπλων και ίση μεταχείριση όπως κατοχυρώνονται και προστατεύονται από τα άρθρα 12,28 και 30 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 και 14 της ΕΣΔΑ. Με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγοντας ζήτησε, μονομερώς, την έκδοση των ακόλουθων ενδιάμεσων προστακτικών διαταγμάτων : « Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι προσωπικά και/ή μέσον υπαλλήλων ή αντιπροσώπων τους ή άλλως πως, μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, να παρέχουν και/ή επιτρέψουν στον Ενάγοντα να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με δυνατότητα αναζήτησης και/ή εξεύρεσης νομολογίας για σκοπούς Δικαστηρίου. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι προσωπικά και/ή μέσον υπαλλήλων ή αντιπροσώπων τους ή άλλως πως, μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις και/ή παρατηρήσεις και/ή καθοδηγήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ποινική Έφεση 208/2015 ημερομηνίας 18/11/2016 και 25/11/2016.» Ο Ενάγων με την ένορκη δήλωση ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση αρνούνται να του παράσχουν πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Προς επίρρωση της θέσης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πρακτικά της Ποινικής Έφεσης 208/2015 ημερομηνίας 18/11/2016 και ως Τεκμήριο 2 τα πρακτικά της ίδιας Ποινικής Έφεσης, ημερομηνίας 25/1/
- Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η μονομερής αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι την 13/09/2017 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω:
- Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη
- Η αίτηση είναι αντινομική και/ή παράτυπη
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή των αιτούμενων διαταγμάτων
- Ο ενάγων καταχρηστικά καταχωρεί την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή την παρούσα αίτηση καθότι έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή/και του έχουν δοθεί εναλλακτικές λύσεις για προετοιμασία του διαγράμματος του
- Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και/ή η αγωγή εναντίον των εναγομένων δεν είναι ξεκάθαρη
- Η αγωγή εναντίον των εναγομένων είναι πρόωρη
- Ο ενάγων δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή αποκρύπτει ουσιώδη και/ή τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση
- Ο ενάγων δεν αποδεικνύει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν προσφέρεται καμία μαρτυρία και/ή δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή για ποιο λόγο το ισοζύγιο της ευχέρειας να ενεργήσει υπέρ του» Η ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Αθηνάς Δημητρίου. Με την ένορκη δήλωσή της η κα Αθηνά Δημητρίου δηλώνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται ότι παρέχουν το δικαίωμα στον αιτητή να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και τονίζουν ότι αρνήθηκαν να του παράσχουν το δικαίωμα να έχει πρόσβαση σε προσωπικό φορητό υπολογιστή. Μετά την καταχώρηση Ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει τις θέσεις των δύο πλευρών ενώπιόν του, στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όπου χρειάζεται. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, αφού το Δικαστήριο με δύο ενδιάμεσες αποφάσεις, ημερομηνίας 24/11/2017, απέρριψε το αίτημα του Ενάγοντα - Αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντεξέτασης της ομνύουσας για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς. (Βλέπε τις υποθέσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ΗΜΕΡ 18/2/2010 ) Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12th Ed παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα ( injunction) «An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).» Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, τα διατάγματα ανάλογα με τη φύση τους διακρίνονται σε προστακτικά και απαγορευτικά. Ως προς την έννοια του προστακτικού διατάγματος διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions, όπου στην σελ 10 καταγράφεται ότι : « Προστακτικό είναι κάθε διάταγμα το οποίο με σαφή τρόπο προστάσσει τον εναγόμενο να τελέσει κάποια συγκεκριμένη πράξη.» Παράλληλα, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος, αλλά τέτοια διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Snell's Principles Of Equity 27th έκδοση σελ 641 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπιπτόντων προστακτικών διαταγμάτων : «Mandatory Injunctions: The Court has jurisdiction to grant a mandatory injunction on an interlocutory application but it will very seldom do so, the Court usually requires a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για την έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 32 ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη υψηλής πιθανότητας κατά την ακρόαση να διαφανεί ότι το διάταγμα ορθώς δόθηκε. Στη βάση των πιο πάνω θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν 14/1960 στην παρούσα και ακολούθως το κατά πόσο υπό τα γεγονότα της παρούσας μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Τόσο η έκδοση προστακτικού όσο και απαγορευτικού διατάγματος διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου , σύμφωνα με το οποίο, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) Ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 ΑΑΔ
(557)και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 ΑΑΔ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά :
- Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
- Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
- Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152. Στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων, Π.Ε. Αρ. 8181, 23 Μαρτίου 1995, 1 Α.Α.Δ. 248, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης Στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική έννοια του όρου αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου. Σχετικά Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 Εξέταση της απόφασης στην Odysseos, (ανωτέρω), αποκαλύπτει ότι ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Το θέμα αυτό δεν εξετάστηκε στην Odysseos. Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, τίποτε δεν αναφέρθηκε, το οποίο να υποδηλώνει ότι η καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα, οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί, σ' εκείνη την υπόθεση, σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν και το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει ευθέως και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Krashias v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750 και Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει από το καταχωρηθέν κλητήριο ότι η αξίωση του Ενάγοντα ερείδεται επί ισχυριζόμενης παραβίασης Συνταγματικών Δικαιωμάτων που συνδέονται με την κατ' ισχυρισμόν άρνηση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση να επιτρέψουν στο Ενάγοντα να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και στο διαδίκτυο σε αντίθεση με τις γυναίκες κρατούμενες στις οποίες επιτρέπεται η κατοχή και χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και άλλων κρατουμένων, στους οποίους κατά καιρούς επιτράπηκε η χρήση υπολογιστή. Προκύπτει ότι ο Ενάγοντας εγείρει με το δικόγραφο του ισχυρισμούς αναφορικά με την παραβίαση των άρθρων 12, 28 και 30 του Συντάγματος. Η υποχρέωση όλων των αρχών της Δημοκρατίας για αποτελεσματική προστασία των Συνταγματικών Δικαιωμάτων προκύπτει ευθέως από το άρθρο 35 του Συντάγματος. Ενώ όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Ηλίας Κυριακίδης κ.α ν Υπουργικού Συμβουλίου
(1997)3 ΑΑΔ 485 «απόκλιση από τις υποχρεώσεις που επιβάλει στην Πολιτεία το άρθρο ΙΙ του Συντάγματος δεν χώρει» Παράλληλα όπως έχει αναγνωριστεί νομολογιακά, στη Γιάλλουρου ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ 558, η παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων γεννά αγώγιμο δικαίωμα ακόμα και εάν για την παραβίαση υπαίτιος είναι ιδιώτης. Αφ' ης στιγμής από την αγωγή εγείρονται ζητήματα που άπτονται παραβίασης Συνταγματικών δικαιωμάτων και η παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί αναγνωρισμένη βάση αγωγής από τη νομολογία, προκύπτει ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εφόσον, λοιπόν, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, το δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Το πιο πάνω κριτήριο συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετική Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. T A Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions σελ 365. Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετικά Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ
- Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, ο Ενάγοντας - Αιτητής βασίζει το αγώγιμο δικαίωμά του σε ισχυριζόμενη παραβίαση των Συνταγματικών του Δικαιωμάτων προς παροχή επαρκών διευκολύνσεων για προετοιμασία της Υπεράσπισης και για παραβίαση της αρχής της Ισότητας από τους Εναγόμενους . Ως γεγονότα που παρέχουν ενδείξεις περί της πιθανότητας επιτυχίας προβάλλει το ότι αιτήθηκε όπως του παρασχεθεί η δυνατότητα πρόσβασης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε να του επιτρέψει πρόσβαση σε υπολογιστή. Προς επίρρωση της θέσης του παραπέμπει στα πρακτικά της Ποινικής Έφεσης 208/15 των ημερομηνιών 18/11/2016 και 25/01/
- Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Ποινικής Έφεσης, ημερομηνίας 18/11/2016 επιβεβαιώνεται από τον συνήγορο της εκεί Εφεσίβλητης Δημοκρατίας, ότι ο Ενάγοντας, εκεί Εφεσείων, υπέβαλλε αίτημα για να του χορηγηθεί πρόσβαση σε υπολογιστή. Επικεντρώνει ο Ενάγοντας την ένορκη δήλωσή του σε ισχυρισμούς για παραβίαση του άρθρου 12 και 30 του Συντάγματος ενώ, για το άρθρο 28 αρκείται σε μια γενικόλογη αναφορά. Φαίνεται από το Τεκμήριο 1 σελίδα 4 ότι ο Ενάγοντας δήλωσε ενώπιον του Εφετείου ότι δεν αποδέχεται τη διευθέτηση που είχε προηγουμένως, αφού στο δωμάτιο που βρισκόταν για να καταγράψει τις αγορεύσεις του, κατ' ισχυρισμόν του, οι δυο αστυνομικοί που βρίσκονταν δίπλα του συζητούσαν με τρόπο που δεν παρεχόταν απόλυτη ηρεμία. Επιπρόσθετα ο ίδιος ο Ενάγοντας στο Τεκμήριο 2 πρακτικά Ποινικής Έφεσης 208/2015 , ημερομηνίας 25/01/2017 φαίνεται να αντιλήφθηκε ότι σε προηγούμενη δικάσιμο δόθηκαν οδηγίες όπως του παρασχεθεί labtop, πράγμα που δεν επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο. Στον αντίποδα, η Εναγομένη 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αρνείται ότι ο Ενάγοντας έχει δικαίωμα πρόσβασης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή αλλά επικεντρώνει τον ισχυρισμό της στο ότι ουδέποτε το τμήμα φυλακών αρνήθηκε πρόσβαση στον Ενάγοντα και προβάλλει ισχυρισμούς αναφορικά με την ουσία της διαφοράς και του δικαιώματος του Ενάγοντος να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ώστε να καταλήξει επί της ουσίας, αλλά αξιολογεί τις εκατέρωθεν εκδοχές μόνο ως προς τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας. Το ζητούμενο στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών υπάρχει ορατή πιθανότητα ο ενάγοντας να επιτύχει στην απαίτησή του. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω η αγωγή του ενάγοντος ερείδεται επί ισχυριζόμενης παραβίασης μεταξύ άλλων και του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 12 και 30 του Συντάγματος για παροχή επαρκών διευκολύνσεων, για να προετοιμάσει την υπόθεση τού και η ένορκη δήλωση του Ενάγοντος προς αυτή την κατεύθυνση επικεντρώθηκε. Ως προς την έννοια των επαρκών διευκολύνσεων διαφωτιστική είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση MAYZIT v. RUSSIA Application no. 63378/00, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «As regards the "facilities" the Court does not rule out that where a person is detained pending trial, this word may include such conditions of detention that permit the person to read and write with a reasonable degree of concentration.» Προκύπτει συνεπώς ότι οι συνθήκες κράτησης πρέπει να είναι τέτοιες που να επιτρέπουν στον κρατούμενο να διαβάζει και να γράφει σε ένα εύλογο βαθμό συγκέντρωσης. Ασφαλώς το εάν υπό τα γεγονότα της παρούσας το σχετικό δικαίωμα του Ενάγοντος έχει παραβιαστεί, είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Αυτό που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα διαδικασία είναι το κατά πόσο η προσαγόμενη μαρτύρια παρέχει ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τέτοιας παραβίασης. Συναφώς, παρατηρείται ότι παρέχονται από τον Ενάγοντα ισχυρισμοί περί μη παροχής διευκολύνσεων για προετοιμασία της υπόθεσης. Η αμφισβήτηση και η προβολή ισχυρισμών που αντικρούουν την πιο πάνω θέση απαιτούν αξιολόγηση και στάθμιση, πράγμα που αποτελεί έργο της κυρίως δίκης και όχι της παρούσας διαδικασίας. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγομένων αποδυναμώνουν μεν τη υπόθεση του Ενάγοντος , ώστε να μην θεωρείται ασυνήθιστα δυνατή και ξεκάθαρη, όμως δεν μπορούν, χωρίς στάθμιση και αξιολόγηση, να καταστήσουν την υπόθεση και εκδοχή του Ενάγοντος μη παρέχουσα ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Συνακόλουθα χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, αναδύονται, έστω οριακά, οι απαιτούμενες ενδείξεις υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί στην απόφαση Οδυσσέως vs Pieris Estates 1982 1 ΑΑΔ
(557)αναφορικά μόνο με την ενδεχόμενη παραβίαση του άρθρου 12 του Συντάγματος. Αντίθετα όσον αφορά την ενδεχόμενη παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος, κρίνω ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι ανεπαρκείς για να καταδείξουν ενδείξεις περί παραβίασης του δικαιώματος του Ενάγοντος στην Ισότητα. Είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν την μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Ειδικότερα, και σε σχέση με την τρίτη θεσμική προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην οποία να σημειωθεί δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.» Στην υπό κρίση υπόθεση η αίτηση του Ενάγοντος αφορά και στην παροχή διευκολύνσεων ως προς τη δυνατότητα τού να προετοιμαστεί κατάλληλα και να παρουσιάσει την υπόθεση τού ενώπιον του Εφετείου στην Ποινική Έφεση υπ' αριθμόν 208/2015. Η ενδεχόμενη απώλεια της δυνατότητας από τον Ενάγοντα να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιον του Εφετείου και η ενδεχόμενη, εξ αυτού του λόγου απόρριψη της, καθιστούν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η δυνατότητα έκδοσης προστακτικού διατάγματος Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα εκδίδεται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Shepherd Homes v Sandham [1971] Ch. 340 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά «the court is far more reluctant to grant a mandatory injunction than it would be to grant a comparable prohibitory injunction. In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted; and this is a higher standard than is required for a prohibitory injunction.» Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, προκύπτει από το Τεκμήριο 1, σελίδα 4 ότι ο Ενάγοντας δήλωσε ενώπιον του Εφετείου ότι δεν αποδέχεται τη διευθέτηση που είχε προηγουμένως, αφού στο δωμάτιο που βρισκόταν για να καταγράψει τις αγορεύσεις του, κατ' ισχυρισμόν του, οι δυο αστυνομικοί που βρίσκονταν δίπλα του συζητούσαν με τρόπο που δεν παρεχόταν απόλυτη ηρεμία. Επιπρόσθετα ο ίδιος ο Ενάγοντας στο Τεκμήριο 2 πρακτικά Ποινικής Έφεσης 208/2015 , ημερομηνίας 25/01/2017 φαίνεται να αντιλήφθηκε ότι σε προηγούμενη δικάσιμο δόθηκαν οδηγίες όπως του παρασχεθεί labtop, πράγμα που δεν επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ομνύουσα για τους Εναγόμενους, το αίτημα που υπέβαλε ο Ενάγοντας ήταν για την παραχώρηση labtop και όχι γενικά πρόσβαση σε υπολογιστή το οποίο εν πάση περιπτώσει του παρέχεται. Η δήλωση του Ενάγοντος ότι είχε κατά το παρελθόν πρόσβαση σε υπολογιστή υπό την παρουσία αστυνομικών συνάδει με τον ισχυρισμό της ομνύουσας, για τους Εναγομένους, η οποία δήλωσε ότι του παρέχεται η δυνατότητα χρήσης υπολογιστή στο σχολείο της φυλακής και ότι δεν εμποδίζεται ο Ενάγοντας να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τα πιο πάνω αφήνουν ως μόνο συζητήσιμο το εάν επιτρέπεται με τους πιο πάνω τρόπους στον Ενάγοντα να διαβάζει και να γράφει σε έναν εύλογο βαθμό συγκέντρωσης. Τα πιο πάνω στοιχεία, αν και ικανά να αποσείσουν το βάρος σε διαδικασία έκδοσης παρόμοιου απαγορευτικού διατάγματος, εντούτοις δεν είναι αρκετά να καταστήσουν την υπόθεση του Ενάγοντος τέτοια, που το Δικαστήριο να αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό βεβαιότητα ότι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκαν τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα. Συνακόλουθα υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων. Αοριστία των αιτούμενων διαταγμάτων Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι τα δικαστικά διατάγματα πρέπει να είναι όσο το δυνατό ευκρινώς διατυπωμένα για να παρέχονται σαφώς τα πλαίσια λειτουργίας τους. Σχετικά Syn-Hi-Tek Electronics Ltd (αρ.2)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ 263]. Περαιτέρω όπως έχει λεχθεί στην Αγγλική Απόφαση Attorney General v Punch Ltd [2003] 1 A.C. 1046 : «if an injunction is to be granted at all, it must be in terms so plain that he who runs may read.» Οι πιο πάνω αρχές που ισχύουν καθολικά για τα δικαστικά διατάγματα γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα σε σχέση με την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων, όπου προστάσσεται η διενέργεια συγκεκριμένης πράξης. Στο σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions σελ 93 καταγράφεται ότι «Σε περίπτωση που το διάταγμα λόγω αντικειμενικών δυσκολιών δεν μπορεί να καθορίσει με σαφήνεια τις πράξεις που θα πρέπει να προβεί ο εναγόμενος , τότε το δικαστήριο δεν αναμένεται να προχωρήσει στην έκδοση προστακτικού διατάγματος.» Στην υπό κρίση υπόθεση με το Αιτητικό Α ο Ενάγοντας ζητά όπως διαταχθούν οι Εναγόμενοι να παρέχουν και/ή επιτρέψουν σε αυτόν να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή με δυνατότητα αναζήτησης και/ή εξεύρεσης νομολογίας για σκοπούς Δικαστηρίου. Καταρχάς σημειώνεται ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν καθορίζει σε ποια συγκεκριμένη ενέργεια πρέπει να προβούν οι Εναγόμενοι, ούτε το εάν οι Εναγόμενοι οφείλουν απλά να επιτρέψουν στον Ενάγοντα να έχει πρόσβαση σε υπολογιστή ή εάν τελικά οφείλουν να του παράσχουν πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή . Επιπλέον, πέραν των πιο πάνω, ακόμα και εάν ήθελε διαφανεί ότι οι έννοιες επιτρέπουν και παρέχουν είναι ταυτόσημες και κάποιος δυνηθεί να αντιληφθεί τι από τα δύο πρέπει να πράξει, δεν καθορίζεται το σε ποίες ώρες, για ποια χρονικά διαστήματα και τυχόν σε ποια συχνότητα πρέπει να παραχωρείται ή να παρέχεται η πρόσβαση. Έτσι οι Εναγόμενοι θα είναι έκθετοι σε διαδικασίες παρακοής ενός διατάγματος το οποίο δεν παρέχει οποιοδήποτε πλαίσιο λειτουργίας. Τα πιο πάνω καθιστούν το αιτούμενο διάταγμα αόριστο, ως μη καθορίζον με σαφήνεια τις πράξεις, στις οποίες οφείλουν να προβούν οι Εναγόμενοι. Ταυτόχρονα με το Αιτητικό Β της αίτησης ο Ενάγοντας ζητά διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις και/ή παρατηρήσεις και/ή καθοδηγήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ποινική Έφεση 208/2015, ημερομηνίας 18/11/2016 και 25/11/
- Το πιο πάνω αιτούμενο διάταγμα είναι ασαφές, αφού δεν καθορίζει το ποίες είναι οι παρατηρήσεις ή υποδείξεις ή καθοδηγήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχουν οδηγίες του Ανωτάτου ημερομηνίας 25/11/2016 αλλά 25/1/
- Ταυτόχρονα και το τι τελικά περιέχουν οι υποδείξεις ή καθοδηγήσεις ή οδηγίες του Ανωτάτου είναι ανοικτό σε διαφωνία, αφού ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε στο πρακτικό ημερ. 25/1/2017, στη σελίδα 2 ότι δόθηκαν οδηγίες να του παρασχεθεί labtop, ενώ το ίδιο το Εφετείο στη σελίδα 3 δήλωσε ότι δεν δόθηκαν τέτοιες οδηγίες. Η πιο πάνω διαπίστωση, σε συνδυασμό με τη μη διευκρίνηση των κατ' ισχυρισμόν οδηγιών του Ανωτάτου, καθιστούν το αιτούμενο διάταγμα ασαφές , αόριστο και αδύνατο να προσδιοριστεί το περιεχόμενο του. Επιπλέον το αιτούμενο διάταγμα δεν καθορίζει το με ποία πράξη πρέπει να συμμορφωθούν οι Εναγόμενοι ούτε και το τι ακριβώς αναμένεται να πράξουν οι Εναγόμενοι. Στη βάση των ανωτέρω, ενόψει της διαπιστωθείσας αοριστίας και ασάφειας των αιτούμενων διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει να εκδώσει τα αιτούμενα προστακτικά διατάγματα και η αίτηση κρίνεται απορριπτέα και εξ αυτού του λόγου. Το ισοζύγιο της ευχέρειας. Η κατάληξή μου στο ότι το Δικαστήριο, με την ενώπιον του μαρτυρία, δεν αισθάνεται την ασφάλεια να εκδώσει τα αιτούμενα προστακτικά διάταγμα αλλά και η κατάληξη μου στο ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι ασαφή και αόριστα , καθιστούν μη αναγκαία την ενασχόληση με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Παρ' όλα αυτά για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω και το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην απόφαση ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ν. DICRAN OYZOUNIAN AND COMPANY LIMITED, Εμπορευόμενη με την επωνυμία LEXUS CYPRUS, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20/1/2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας : «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670).» Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων κλίνει υπέρ των Εναγομένων, αφού ενδεχόμενη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με το αόριστο και ασαφές περιεχόμενο του δεν επιτρέπει στους Εναγομένους να αντιληφθούν το σε ποίες συγκεκριμένες πράξεις οφείλουν να προβούν. Συνεπώς, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη αδικία στους Εναγομένους, οι οποίοι δεν θα γνωρίζουν τι ακριβώς πρέπει να πράξουν, και επιπλέον θα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο παρακοής ενός διατάγματος που δεν είναι σαφές τι προστάζει. Στη βάση των ανωτέρω προκύπτει ότι η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. .............. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο