← Κύπρος

Elma Holdings Public Co. Ltd κ.α. ν. Διαχειριστή Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2914/15, 20/2/2018

Elma Holdings Public Co. Ltd κ.α. ν. Διαχειριστή Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2914/15, 20/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2914/15 Μεταξύ: 1. Elma Holdings Public Co. Ltd 2. Liberty Life Insurance Public Company Ltd 3. Δωδώνη Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ 4. Jupiter Portfolio Investments Public Company Limited Εναγόντων - και - 1. Διαχειριστή Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και άλλων 15 ως ο επισυνημμένος κατάλογος Εναγομένων Αίτηση Δια Κλήσεως ημερ. 9.12.2016 εκ μέρους της Εναγόμενης 5 - Deutsche Bank A.G. για παραμερισμό εκδοθέντων διαταγμάτων ημερ. 23.11.15 Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2018. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 5: κ. M. Δράκος (προσωπικά) με κα Κ. Σεργίδου και για Ανδρέα Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Στ. Χούρη με κα Κ. Πατσαλίδου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ (κ. Κ. Δαμιανός για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με αγωγή που κατέθεσαν στις 18.6.15 (Ο.2.1) αξιώνουν εναντίον 16 Εναγομένων αποζημιώσεις για ζημιές που κατ΄ ισχυρισμόν έχουν υποστεί συνεπεία του γεγονότος ότι η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Λαϊκή) οδηγήθηκε σε κατάσταση εξυγίανσης και/ή κατάρρευση και/ή χρεωκοπία. Για τις ζημιές τους αυτές θεωρούν υπεύθυνους όλους τους Εναγομένους, στους οποίους καταλογίζουν, ανάμεσα σε άλλα, δόλιες και/ή παράνομες και/ή αθέμιτες και/ή παραπλανητικές ενέργειες και/ή παραστάσεις. Συγκεκριμένα αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: «1.(
  2. i)Η Ενάγουσα αρ. 1 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 ομού και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις ύψους €6.006.604,00 πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα, για ζημιές τις οποίες υπέστη λόγω ενεργειών και/ή δόλιων και/ή παράνομων και/ή αθέμιτων και/ή εσκεμμένων και/ή παραπλανητικών και/ή αμελών ενεργειών και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λαθών και/ή παραλείψεων και/ή αποφάσεων των Εναγομένων αρ. 1- αρ. 16 και/ή ενός εκάστου εξ΄ αυτών και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή λόγω συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 και/ή αρ. 3 και/ή αρ. 4 και/ή αρ. 5 και/ή αρ. 6 και/ή αρ. 7 και/ή αρ. 8 και/ή αρ. 9 και/ή αρ. 10 και/ή αρ. 11 και/ή αρ. 12 και/ή αρ. 13 και/ή αρ. 14 και/ή αρ. 15 και/ή αρ. 16 και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, οι οποίες οδήγησαν την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε κατάσταση εξυγίανσης και/ή διακοπή των εργασιών και/ή κατάρρευση και/ή χρεωκοπία αυτής, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στην Ενάγουσα αρ. 1. (
  3. ii)Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω η Ενάγουσα αρ. 1 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 αποζημιώσεις ύψους €6.006.604,00 πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα για ζημιές που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης και/ή συμφωνίας και/ή λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης κατά την αγορά και/ή επένδυση χρημάτων της Ενάγουσας αρ. 1 σε μετοχές της Εναγομένης αρ. 1., τις υποχρεώσεις και/ή ευθύνες της οποίας ανέλαβε η Εναγόμενη αρ. 2 από κατά ή περί το έτος 2013. 2.(
  4. i)Η Ενάγουσα αρ. 2 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 ομού και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις ύψους €4.399.535,00 πλέον νομίμους τόκους και έξοδα, για ζημίες τις οποίες υπέστη λόγω ενεργειών και/ή δόλιων και/ή παράνομων και/ή αθέμιτων και/ή εσκεμμένων και/ή παραπλανητικών και/ή αμελών ενεργειών και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λαθών και/ή παραλείψεων και/ή αποφάσεων των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 και/ή ενός εκάστου εξ αυτών και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή λόγω συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 και/ή αρ. 3 και/ή αρ. 4 και/ή αρ. 5 και/ή αρ. 6 και/ή αρ. 7 και/ή αρ. 8 και/ή αρ. 9 και/ή αρ. 10 και/ή αρ. 11 και/ή αρ. 12 και/ή αρ. 13 και/ή αρ. 14 και/ή αρ. 15 και/ή αρ. 16 και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. οι οποίες οδήγησαν την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε κατάσταση εξυγίανσης και/ή διακοπή των εργασιών της και/ή κατάρρευση και/ή χρεωκοπία αυτής, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στην Ενάγουσα αρ. 2. (
  5. ii)Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω η Ενάγουσα αρ. 2 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 αποζημιώσεις ύψους €4.399.535,00 πλέον νομίμους τόκους και έξοδα για ζημιές που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης και/ή συμφωνίας και/ή λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης κατά την αγορά και/ή επένδυση χρημάτων της Ενάγουσας αρ. 2 σε μετοχές της Εναγομένης αρ. 1, τις υποχρεώσεις και/ή ευθύνες της οποίας ανέλαβε η Εναγομένη αρ. 2 από κατά ή περί το έτος 2013. 3.(
  6. i)Η Ενάγουσα αρ. 3 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 ομού και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις ύψους €16.676.364,00 πλέον νομίμους τόκους και έξοδα, για ζημίες τις οποίες υπέστη λόγω ενεργειών και/ή δόλιων και/ή παράνομων και/ή αθέμιτων και/ή εσκεμμένων και/ή παραπλανητικών και/ή αμελών ενεργειών και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λαθών και/ή παραλείψεων και/ή αποφάσεων των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 και/ή ενός εκάστου εξ αυτών και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή λόγω συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 και/ή αρ. 3 και/ή αρ. 4 και/ή αρ. 5 και/ή αρ. 6 και/ή αρ. 7 και/ή αρ. 8 και/ή αρ. 9 και/ή αρ. 10 και/ή αρ. 11 και/ή αρ. 12 και/ή αρ. 13 και/ή αρ. 14 και/ή αρ. 15 και/ή αρ. 16 και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, οι οποίες οδήγησαν την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε κατάσταση εξυγίανσης και/ή διακοπή των εργασιών της και/ή κατάρρευση και/ή χρεωκοπία αυτής, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στην Ενάγουσα αρ. 3. (
  7. ii)Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω η Ενάγουσα αρ. 3 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 αποζημιώσεις ύψους €16.676.364,00 πλέον νομίμους τόκους και έξοδα για ζημιές που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης και/ή συμφωνίας και/ή λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης κατά την αγορά και/ή επένδυση χρημάτων της Ενάγουσας αρ. 3 σε μετοχές της Εναγομένης αρ. 1, τις υποχρεώσεις και/ή ευθύνες της οποίας ανέλαβε η Εναγομένη αρ. 2 από κατά ή περί το έτος 2013. 4.(
  8. i)Η Ενάγουσα αρ. 4 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 ομού και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις ύψους €11.746.237,00 πλέον νομίμους τόκους και έξοδα, για ζημίες τις οποίες υπέστη λόγω ενεργειών και/ή δόλιων και/ή παράνομων και/ή αθέμιτων και/ή εσκεμμένων και/ή παραπλανητικών και/ή αμελών ενεργειών και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λαθών και/ή παραλείψεων και/ή αποφάσεων των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 και/ή ενός εκάστου εξ αυτών και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή λόγω συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 και/ή αρ. 3 και/ή αρ. 4 και/ή αρ. 5 και/ή αρ. 6 και/ή αρ. 7 και/ή αρ. 8 και/ή αρ. 9 και/ή αρ. 10 και/ή αρ. 11 και/ή αρ. 12 και/ή αρ. 13 και/ή αρ. 14 και/ή αρ. 15 και/ή αρ. 16 και/ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, οι οποίες οδήγησαν την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε κατάσταση εξυγίανσης και/ή διακοπή των εργασιών της και/ή κατάρρευση και/ή χρεωκοπία αυτής, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στην Ενάγουσα αρ. 4. (
  9. ii)Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω η Ενάγουσα αρ. 4 απαιτεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και/ή αρ. 2 αποζημιώσεις ύψους €11.746.237,00 πλέον νομίμους τόκους και έξοδα για ζημιές που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης και/ή συμφωνίας και/ή λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης κατά την αγορά και/ή επένδυση χρημάτων της Ενάγουσας αρ. 4 σε μετοχές της Εναγομένης αρ. 1, τις υποχρεώσεις και/ή ευθύνες της οποίας ανέλαβε η Εναγομένη αρ. 2 από κατά ή περί το έτος 2013. 5. Περαιτέρω η καθεμιά από τις Ενάγουσες αξιώνει εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 - αρ. 16 από κοινού και/ή χωριστά: (α) Οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. (β) Νομίμους τόκους (γ) Έξοδα και Φ.Π.Α. επί των εξόδων.» Στις 9.11.15, οι Ενάγοντες καταχώρισαν Αίτηση με την οποία αξίωναν θεραπείες που αφορούσαν σε σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος, σε επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή ειδοποίησης αυτού, σε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος κλπ. Η Αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη, ο οποίος δηλώνει Εκτελεστικός Πρόεδρος των τεσσάρων Εναγουσών Εταιρειών και γνώστης των γεγονότων. Στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του θα κάνω αναφορά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το Δικαστήριο στις 23.11.15 ενέκρινε την Αίτηση. Η Εναγόμενη 5 καταχώρισε στις 21.10.16 Μονομερή Αίτηση με την οποία ζητούσε όπως της επιτραπεί να καταχωρίσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Η Αίτηση εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 31.10.16. Την ίδια ημέρα καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Ακολούθως, στις 9.12.15 η Εναγόμενη 5 καταχώρισε την υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία αξιώνει τα ακόλουθα διατάγματα: «1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται, εν όλω ή εν μέρει και στο βαθμό που αφορά την εναγόμενη 5, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23/11/2015 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες όπως επιδώσουν την ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στην εναγόμενη 5/Αιτήτρια, καθώς, μεταξύ άλλων και άνευ περιορισμού, δεν έχει καταδειχθεί καλό εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα (prima facie a good cause of action) και/ή δεν έχει καταδειχθεί δικαιοδοτική βάση εναντίον της Αιτήτριας και/ή οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. 2. Περαιτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση της παρούσας Αγωγής και όλα τα συνεπακόλουθα διαβήματα στην παρούσα Αγωγή στο βαθμό που αφορούν την Εναγόμενη 5, καθώς, μεταξύ άλλων και άνευ περιορισμού, δεν έχει καταδειχθεί καλό εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα (prima facie a good cause of action) και/ή δεν έχει καταδειχθεί δικαιοδοτική βάση εναντίον της Αιτήτριας και/ή οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. 3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται, εν όλω ή εν μέρει και στο βαθμό που αφορά την εναγόμενη 5, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23/11/2015 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες για έκδοση και/ή σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος σε σχέση με την εναγόμενη 5/Αιτήτρια, καθώς, μεταξύ άλλων και άνευ περιορισμού, δεν έχει καταδειχθεί καλό εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα (prima facie a good cause of action) και/ή δεν έχει καταδειχθεί δικαιοδοτική βάση εναντίον της Αιτήτριας και/ή οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. 4. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο. 5. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001/ΕΚ, άρθρα 2, 3, 4, 5, και 23, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012/ΕΚ, άρθρα 4-8, και 25-28, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.6, ΘΘ. 1, 4 και 6, Δ.48, Θ.Θ. 1-3, 8, 8

(4), 9, 13, Δ.64, ΘΘ. 1-2, Δ.2, Θ. 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.16, Θ. 9, Δ.39, Δ.51, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ, 6, άρθρο 3, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007/ΕΚ, άρθρα 2-15, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 21, 22, 29 και 30, και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.» Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μαριέλλας Δαμιανού, η οποία δηλώνει δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 5-Αιτήτρια και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτήν για να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν στις 11.4.17 Ένσταση η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «Πρώτος Λόγος Ένστασης: Το υπό
(3)αιτητικό της Αίτησης είναι αβάσιμο και/ή ανυπόστατο και/ή ατεκμηρίωτο διότι σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και/ή Κανονισμούς και/ή την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν απαιτείται και/ή δεν χρειάζεται και εν προκειμένω δεν χρειαζόταν άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση και σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος της Αγωγής σε σχέση με την Αιτήτρια - Εναγόμενη 5 πριν την επίδοση Ειδοποίησης περί αυτού στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 5, όταν έστω ένας εκ των Εναγόμενων είναι Κύπριος υπήκοος. Δεύτερος Λόγος Ένστασης Τα υπό
(1)και
(2)αιτητικά της Αίτησης είναι αβάσιμα και/ή ανυπόστατα και/ή ατεκμηρίωτα. Το υπό κρίση μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23.11.2015 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και επίδοση της Ειδοποίησης περί αυτού εκτός δικαιοδοσίας στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 5 είναι καθ' όλα ορθό και νόμιμο και υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις σχετικές πρόνοιες των σχετικών Νόμων και Κανονισμών και/ή των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Τρίτος Λόγος Ένστασης Με την ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη ημερομηνίας 09.11.2015 προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων ιδίας ημερομηνίας, τέθηκε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία και/ή όλη η μαρτυρία που ο ενόρκως δηλών είχε στην κατοχή του και/ή ήταν σε γνώση του κατά τον χρόνο που προέβη στην εν λόγω ένορκη δήλωση και ήταν αναγκαία και/ή ουσιώδης για την υπόθεση προς εκπλήρωση των εκ του Νόμου και Κανονισμών προϋποθέσεων. Τέταρτος Λόγος Ένστασης: Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με τους όρους του υπό κρίση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 23.11.2015 και η επίδοση της Ειδοποίησης περί του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 5 διεκπεραιώθηκε τηρουμένων των προνοιών των σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών και/ή του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1393/2007 και/ή τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες και νόμιμες διαδικασίες. Πέμπτος Λόνος Ένστασης: Η Ένορκος Δήλωση ημερομηνίας 09.12.2016 η οποία συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας - Εναγόμενης 5 είναι ελαττωματική και/ή αντινομική και/ή αντικανονική και/ή έχει συνταχθεί και καταχωρηθεί κατά παράβαση των αρχών και/ή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και/ή έχει γίνει από δικηγόρο εκ μέρους της Αιτήτριας - Εναγόμενης 5 λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα και/ή παράτυπα και/ή δεν τεκμηριώνεται και/ή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η ισχυριζόμενη αδυναμία της Αιτήτριας - Εναγόμενης 5 να ορκιστεί προσωπικά. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως προς υποστήριξη της Αίτησης της Αιτήτριας -Εναγόμενης 5 αφορά και/ή σχετίζεται με ουσιώδη θέματα και/ή γεγονότα που είναι καθοριστικής σημασίας και/ή θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα στην διαδικασία της πιο πάνω Αγωγής. Το γεγονός ότι οι Διευθυντές της Αιτήτριας - Εναγόμενης 5 δεν είναι στην Κύπρο δεν αποτελεί ουσιαστικό και/ή επαρκή λόγο που να δικαιολογεί την ισχυριζόμενη αδυναμία τους να προβούν σε ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας - Εναγόμενης
  1. Έκτος Λόνος Ένστασης Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας - Εναγόμενης 5 που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κ. Μαριέλλας Δαμιανού, για παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων είναι ανυπόστατοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αναφέρονται σε ισχυριζόμενα γεγονότα που δεν ήταν σε γνώση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη και/ή είναι άσχετα με την υπόθεση. Όλα τα αναγκαία και σχετικά με την υπόθεση γεγονότα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη ημερομηνίας 09.11.
  2. Έβδομος Λόνος Ένστασης: Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης ημερομηνίας 09.11.2015 είναι καθ' όλα ορθό, νόμιμο και πλήρες και/ή έχουν περιληφθεί σε αυτό όλες οι σχετικές και/ή απαραίτητες διατάξεις των εφαρμοζόμενων Νόμων και/ή Κανονισμών. Ως εκ τούτου, η ρηθείσα αίτηση πληρούσε και πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση των υπό κρίση Διαταγμάτων, όπως και ορθώς έπραξε το σεβαστό Δικαστήριο. Όγδοος Λόγος Ένστασης Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κ. Μαριέλλας Δαμιανού περί μη κατάδειξης δικαιοδοτικής βάσης σε σχέση με την Αιτήτρια - Εναγόμενης 5 είναι νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτοι και/ή αναιτιολόγητοι και/ή αβάσιμοι και/ή αόριστοι και/ή δεν αποτελούν αποδεκτή και/ή επαρκή μαρτυρία, η οποία να αναιρεί την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την πιο πάνω αγωγή και τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη ημερομηνίας 09.11.2015 προς υποστήριξη της αίτησης ίδιας ημερομηνίας, τα οποία αποκαλύπτουν και/ή τεκμηριώνουν την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ένατος Λόγος Ένστασης Ως έχει νομολογηθεί, το δικαίωμα υποβολής ένστασης στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον Εναγόμενο αλλά θα πρέπει να εγείρεται με την πρώτη ευκαιρία. Ως εκ τούτου, επιφύλαξη για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας σε μεταγενέστερο στάδιο εκφραζόμενη στα πλαίσια αίτησης όπως η παρούσα δεν είναι έγκυρη και/ή δεν μπορεί να παράξει το σκοπούμενο αποτέλεσμα και/ή δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη. Δέκατος Λόγος Ένστασης Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να αναλάβουν δικαιοδοσία (assume jurisdiction), προς εκδίκαση της παρούσας Αγωγής βάσει των προνοιών του Κανονισμού (ΕΚ) υπ' αρ. 44/2001 και των διατάξεων των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπό το φως των αξιώσεων της γενικής οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος και των γεγονότων και λεπτομερειών που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη ημερομηνίας 09.11.
  3. Οι αξιώσεις των Εναγόντων βασίζονται σε ενέργειες και/ή δόλιες και/ή παραπλανητικές πράξεις όλων των Εναγόμενων και/ή εκάστου εξ αυτών, οι οποίες οδήγησαν την Λαϊκή Τράπεζα σε κατάσταση χρεωκοπίας. Ενδέκατος Λόγος Ένστασης Οι Ενάγοντες με την Αγωγή τους και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη ημερομηνίας 09.11.2015 αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και επίδικα θέματα προς εκδίκαση και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του επίδικου Διατάγματος δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει αν αντικειμενικά αποκαλύπτεται η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Δωδέκατος Λόγος Ένστασης Δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Αιτήτριας -Εναγόμενης 5 από την προς αυτήν επίδοση.» Η Ένσταση υποστηρίζεται και πάλι από ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το τι είχε αναφέρει ο κ. Μιχαλάκης Ιωαννίδης, κυρίως σε σχέση με την Εναγόμενη 5, που εδώ ενδιαφέρει, όταν οι Ενάγοντες εξασφάλιζαν τις θεραπείες που αξίωναν με την Αίτησή τους ημερ. 9.11.
  4. Στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «Η Εναγόμενη αρ. 5 είναι τραπεζικός οργανισμός με τεράστιο κύρος και υποκατάστημα (branch) στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ενεργούσε ως σύμβουλος της Λαϊκής.» Παρόμοιες αναφορές κάνει και για τους υπόλοιπους Εναγομένους. Στις παραγράφους 18-23 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «
  5. Λόγω ενεργειών και δόλιων και παράνομων και αμελών ενεργειών και ψευδών παραστάσεων και λαθών και παραλείψεων και αποφάσεων και λόγω συνομωσίας των Εναγομένων και ενός εκάστου εξ αυτών και των Διοικητικών και Διευθυνόντων Συμβούλων και αξιωματούχων των Εναγομένων εταιρειών και αριθμού των Διοικητικών και Διευθυνόντων Συμβούλων της Λαϊκής, η Λαϊκή η οποία υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς στην Κύπρο, κατά ή περί 15.03.2013 ετέθη υπό εξυγίανση και διέκοψε τις εργασίες της και κατέρρευσε, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημίες όπως αυτές αναφέρονται στο Παράρτημα Α της επισυνημμένης αίτησης.
  6. Κατά ή περί το 2006 και/ή το πρώτο τρίμηνο του 2006 ο Εναγόμενος αρ. 8, ενεργώντας ως Διευθύνων Σύμβουλος της Εναγομένης αρ. 3, προέβη στην αγορά μεγάλου ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου της Λαϊκής από την HSBC, η οποία αγορά έγινε παράτυπα και παράνομα και κατά παράβαση της σχετικής ισχύουσας νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο τράπεζας σε μη τραπεζικά πρόσωπα πέραν του 10%. Μεγάλο μέρος των μετοχών αυτών ενεγράφη στην Εναγομένη αρ.
  7. Η Εναγόμενη αρ. 16 κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας παράνομα και αμελώς επέτρεψε την μεταβίβαση μετοχών της Λαϊκής πέραν του 10% στην Εναγόμενη αρ. 3 και στον Εναγόμενο αρ. 8 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Εναγομένης αρ. 3 και σε πρόσωπα τα οποία ήταν υπό τον έλεγχο και συνδέοντο με την Εναγομένη αρ.
  8. Η Εναγόμενη αρ. 3 κατά ή περί 29.03.2006 είχε αποκτήσει τον έλεγχο της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. όταν αγόρασε επιπρόσθετο πακέτο μετοχών της τελευταίας αυξάνοντας την συμμετοχή της περίπου στο 44,95% και εξασφαλίζοντας την πλειοψηφία στην αντιπροσώπευση της Εναγομένης αρ. 3 στα Διοικητικά όργανα της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. όπως αναφέρεται στο Ενημερωτικό Δελτίο της Εναγομένης αρ. 3 ημερομηνίας 13.06.2007 (σελ. 174 - 175). (Τεκμήριο 1 μέρος του Ενημερωτικού Δελτίου Εναγομένης αρ. 3, ημερ. 13.06.2007).
  9. Λόγω της απόκτησης μεγάλου ποσοστού μετοχών της Λαϊκής, η Εναγομένη αρ. 3 και ο Εναγόμενος αρ. 8 εξασφάλισαν τον έλεγχο της Λαϊκής και προέβησαν σε ριζικές αλλαγές του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής. Στη Γενική Συνέλευση της Λαϊκής που πραγματοποιήθηκε κατά ή περί 15.06.2006 ο Εναγόμενος αρ. 8 και η Εναγομένη αρ. 3 ενεργώντας δια του Εναγομένου αρ. 8, επέβαλαν την εκλογή άνευ ανθυποψηφίων των 11 από τα 13 μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής, (βλέπετε Τεκμήριο 1).
  10. Στη συνέχεια κατά ή περί το έτος 2006 η Εναγομένη αρ. 3 και ο Εναγόμενος αρ. 8 επώλησαν και μεταβίβασαν ολόκληρο ή το μεγάλο μέρος του ποσοστού των μετοχών της Λαϊκής που είχαν αποκτήσει και αγοράσει από την HSBC, στην Εναγομένη αρ. 4 η οποία κατέστη ο μεγαλύτερος μέτοχος της Λαϊκής με ποσοστό 16,93% περίπου. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 Ανακοίνωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών ημερομηνίας 10.01.
  11. Η Λαϊκή κατά ή περί Οκτώβριο 2006 προέβη σε 2 Δημόσιες Προτάσεις, μία προς Εναγομένη αρ. 3 και μία προς Εγνατία Τράπεζα Α.Ε., για την ανταλλαγή μετοχών της Λαϊκής, με μετοχές που κατείχαν οι μέτοχοι της Εναγομένης αρ. 3 και της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. αντίστοιχα. Επισυνάπτω ως Τεκμήρια 3 και 4 την πρώτη σελίδα των Πληροφοριακών Δελτίων των Δημοσίων Προτάσεων προς Εναγομένη αρ. 3 και Εγνατία Τράπεζα Α.Ε. αντίστοιχα. Στα Τεκμήρια 3 και 4 αναφέρεται ότι σύμβουλοι της Λαϊκής ήταν η Εναγομένη αρ. 5 η οποία όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 5, είχε συνυπογράψει τα πληροφοριακά Δελτία των Δημοσίων αυτών προτάσεων βεβαιώνοντας ότι είχε προβεί στον κατάλληλο έλεγχο και ότι το περιεχόμενό τους ήταν ακριβές και με τις ενέργειές της αυτές η Εναγομένη αρ. 5 υπήρξε αμελής και παραπλάνησε και οδήγησε τους μετόχους της Λαϊκής να εγκρίνουν τις 2 αυτές Δημόσιες Προτάσεις. Η Εναγομένη αρ. 5 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι με την Δημόσια Πρόταση προς την Εναγομένη αρ. 3 (νοουμένου ότι αυτή θα ήταν επιτυχής όπως και ήταν) η Δημόσια Πρόταση προς την Εγνατία Τράπεζα Α.Ε. ήταν αχρείαστη και έπρεπε να περιορισθεί και απευθυνθεί προς τους μετόχους της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. εκτός των μετοχών που ήδη κατείχε η Εναγομένη αρ. 3, πράγμα που θα εμείωνε σημαντικά την απομείωση (dilution) της αξίας των μετοχών των υφιστάμενων μετοχών της Λαϊκής. Η Εναγομένη αρ. 5 είχε καθήκον και όφειλε να αναφέρει όλα τα πιο πάνω και να ενημερώσει για όλα αυτά τους μετόχους της Λαϊκής και να επισημάνει τους κινδύνους που υπήρχαν, πράγμα που παρέλειψε και αμέλησε να πράξει.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη, η Λαϊκή κατά ή περί το 2007 προέβη στην αγορά της Marfin Bank ATE, η οποία ήταν θυγατρική Εταιρεία της Εναγόμενης
  12. Για την εν λόγω αγορά κατέβαλε περίπου το ποσό των €615,5 εκατομμυρίων, παρά το γεγονός ότι η Marfin Bank ATE ανήκε 100% στην Εναγόμενη 3, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήκε κατά περίπου 96,9% στην Λαϊκή. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι η αγορά αυτή ήταν αποτέλεσμα δόλιων, παραπλανητικών και εσκεμμένων ενεργειών, ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας της Εναγόμενης 3 και των Εναγομένων 8 - 15 εις βάρος της Λαϊκής. Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγόντων ότι η απόφαση της Λαϊκής για δημόσιες προτάσεις για ανταλλαγή των μετοχών της με μετοχές της Εναγόμενης 3 και με μετοχές της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. αντίστοιχα, λήφθηκε με δόλο με απώτερο σκοπό να αποκομίσουν οφέλη συγκεκριμένοι Εναγόμενοι ως λεπτομερώς περιγράφεται στην παράγραφο 35 της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη. Στην παράγραφο 36 της ένορκης δήλωσης του γίνεται αναφορά σε παραβίαση Νομοθεσίας, αφού έπρεπε να γίνει δημόσια πρόταση προς τους υπόλοιπους μετόχους της Λαϊκής σε σχέση με τα πιο πάνω, πράγμα που δεν έγινε. Οι Ενάγοντες θεωρούν, συνεπεία των πιο πάνω, ότι η Λαϊκή και το Διοικητικό Συμβούλιο της συνωμότησαν για τον σκοπό αυτό με τους Εναγομένους 3-15 και με κάθε ένα από αυτούς και ότι ενήργησαν δόλια. Στην παράγραφο 38 γίνεται αναφορά ότι όλες οι ενέργειες και αποφάσεις των Εναγομένων 3-15 κατά τα έτη 2006 και 2007 έγιναν δόλια και σε συνομωσία μεταξύ τους με σκοπό την αύξηση της συμμετοχής τους στην Λαϊκή για να αποκομίσουν τεράστια κέρδη εις βάρος της Λαϊκής, με αποτέλεσμα να οδηγήσουν την τελευταία σε χρεωκοπία, διάλυση και καταστροφή. Ως αποτέλεσμα αυτής της χρεωκοπίας, ήταν να υποστούν ζημιές οι μέτοχοι, καταθέτες και κάτοχοι αξιογράφων της Λαϊκής. Ανάμεσα σε αυτούς περιλαμβάνονται και οι Ενάγοντες. Στις παραγράφους 39-40 της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  13. Όπως αναφέρεται πιο πάνω στις Παραγράφους 23, 25, 26,27, 35 - 37 οι Εναγόμενοι αρ. 8 και αρ. 9 και αρ. 10 και αρ. 11 και αρ. 12 και αρ. 13 και αρ. 14 και αρ. 15 υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα τους απεδέχθησαν και αποφάσισαν την εξαγορά της Εναγομένης αρ. 3 και της Εγνατίας Τράπεζας Α.Ε. με επαχθείς για τους μετόχους της Λαϊκής όρους, κατά περίπου €1.27 δισεκατομμύρια περισσότερο από την καθαρή λογιστική τους αξία. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 12 Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις της Λαϊκής για το έτος 2006 σελίδα
  14. Το ποσό των περίπου €1.27 δισεκατομμύρια που αναφέρεται στην παράγραφο 39 πιο πάνω, έπρεπε να διαγραφεί από τα ίδια κεφάλαια ήτοι από το ποσό των €3.05 δισεκατομμυρίων που αναφέρονται στις Οικονομικές Καταστάσεις της Λαϊκής για το έτος 2006, τόσο σύμφωνα με τους κανονισμούς της Βασιλείας I και II που προνοούν ότι τα ίδια κεφάλαια δεν μπορούν να περιλαμβάνουν φήμη (goodwill) όσον και σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγομένης αρ. 16 προς τις Τράπεζες (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις Αρ. 4156 που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 15.12.2006) που προνοούν ότι αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια τα άυλα στοιχεία του ενεργητικού περιλαμβανομένων της φήμης και πελατείας, των εξόδων ιδρύσεως και λογισμικών προγραμμάτων, υποχρέωση που δεν εφαρμόσθηκε από τους Εναγόμενους αρ. 8 και αρ. 9 και αρ. 10 και αρ. 11 και αρ. 12 και αρ. 13 και αρ. 14 και αρ. 15 υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα τους. Επισυνάπτω τις οδηγίες της Εναγομένης αρ. 16 ως Τεκμήριο
  15. Επισυνάπτω επίσης μέρος των Οικονομικών Καταστάσεων της Λαϊκής για το έτος 2006, σελίδα 67, ως Τεκμήριο
  16. Η αποκτηθείσα υπεραξία (goodwill) περιλαμβανόταν στα ίδια κεφάλαια των ενοποιημένων λογαριασμών των ετών κατά ή περί 2006 μέχρι κατά ή περί 2011 της Λαϊκής, με αποτέλεσμα η εικόνα που παρουσιαζόταν προς τους μετόχους της Λαϊκής και στο επενδυτικό κοινό να ήταν παραπλανητική και αντίθετη και κατά παράβαση των ισχυόντων κανονισμών και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.» Και στις παραγράφους 44-46 της ένορκης του δήλωσης τα ακόλουθα: «
  17. Η Εναγομένη αρ. 3 και οι Εναγόμενοι αρ. 8 - 15 υπό την πιο πάνω αναφερομένη ιδιότητα τους και ένας έκαστος εξ αυτών εσκεμμένα, δόλια, δια ψευδών παραστάσεων και για σκοπούς αποκόμισης κερδών δημιουργούσαν παραπλανητικές εντυπώσεις και δημοσιοποιούσαν αναληθή και παραποιημένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της Λαϊκής, όπως μεταξύ άλλων παραπλανητικούς υπολογισμούς ιδίων κεφαλαίων, μερίσματα κέρδη και άλλα, προς το επενδυτικό κοινό και προς τους μετόχους της Λαϊκής με στόχο να προσελκύσουν επενδυτές σε μετοχές και αξιόγραφα της Λαϊκής.
  18. Περαιτέρω, με ενέργειες και αμελείς και δόλιες ενέργειες και αποφάσεις και παραλείψεις των Εναγομένων 3 - 15 και ενός εκάστου εξ αυτών υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα τους κατά ή περί 2006 μέχρι κατά ή περί 2011 και από την χρονική περίοδο που η Εναγομένη αρ. 3 και ο Εναγόμενος αρ. 8 ουσιαστικά είχαν τον έλεγχο της Λαϊκής και μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και διοικούσαν την Λαϊκή, συνέβαλαν και οδήγησαν την Λαϊκή σε κατάρρευση και χρεωκοπία και διακοπή των εργασιών της και στο να τεθεί η Λαϊκή υπό εξυγίανση.
  19. Οι ενέργειες των Εναγομένων αρ. 3-15 και ενός εκάστου εξ αυτών υπό την πιο πάνω αναφερόμενη ιδιότητα τους ήταν παράνομες και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και των τραπεζικών κανόνων και η Εναγομένη αρ. 16 δεν εντόπισε και δεν προέβη στις δέουσες ενέργειες και αμέλησε να ενεργήσει στα πλαίσια των εκ του νόμου εξουσιών της, ούτως ώστε να προστατεύσει το επενδυτικό κοινό και τους μετόχους της Λαϊκής και τους Ενάγοντες.» Εν κατακλείδι, είναι η θέση των Εναγόντων ότι όλες οι πιο πάνω παράνομες πράξεις, ενέργειες και αποφάσεις των Εναγομένων 3-15 από το 2006 μέχρι και το 2011, οδήγησαν την Λαϊκή σε κατάσταση εξυγίανσης και σε διακοπή των εργασιών της, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιές εκατομμυρίων ευρώ, ως λεπτομερώς περιγράφονται στις παραγράφους 51 και 52 της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αίτησης, της Ένστασης και του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει αυτές. Το ίδιο ισχύει για τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, και τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στην υπόθεση A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 995, το Εφετείο κάνοντας δεκτή την Έφεση που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι κατά της Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την επάρκεια της μαρτυρίας, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται Αίτησης που αφορά σε άδεια για σφράγιση και επίδοση κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας: «Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266, 268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, 300: "..... the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction". Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας από πλευράς των εφεσιβλήτων αναφορικά με τα γεγονότα. Αναφερόμαστε βέβαια στην ένορκο δήλωση ημερ. 19 Μαρτίου 1996 του κ. Σ. Ησαΐα, η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση των εφεσιβλήτων για σφράγιση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Το εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι τέθηκαν ενώπιον του πολλά στοιχεία θα πρέπει οπωσδήποτε να ελάμβανε υπόψη τα όσα παρουσιάστηκαν μεταγενέστερα μέσα στο πλαίσιο της αίτησης των εφεσειόντων ημερ. 11 Μαρτίου 1997 για ακύρωση ή παραμερισμό. Αυτό όμως δεν ήταν επιτρεπτό. Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Sons of Afif Yamout και Άλλοι ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το εξής απόσπασμα από την Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, μια από τις δύο αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε εκεί η Ολομέλεια, εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού (στη σελ. 1033): "Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης(δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι' αυτό, η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό." Καταλήγουμε ότι δεν θα έπρεπε να είχε δοθεί άδεια για τη σφράγιση και την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους εφεσείοντες αφού έλειπε το αναγκαίο έρεισμα για την προϋπόθεση της εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής. Ενόψει αυτής της κατάληξης δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης.» Στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.ά, Πολιτική Έφεση 362/09, απόφαση ημερ. 3.7.14, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη Δ.6 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Σύμφωνα με τη νομολογία, οι πρόνοιες της Δ.6 θ.1 που αφορούν στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικότατες. Δεν αποτελούν απλό διαδικαστικό θέμα που αφορά μόνο την επίδοση, αλλά συνδέονται με την ανάληψη δικαιοδοσίας ή καλύτερα με την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ώστε να καλύπτει και εναγομένους που βρίσκονται εκτός Κύπρου, νοουμένου βέβαια ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Δ.6 θ.1. Στην υπόθεση Philippou v. Philippou a.o., ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε τη διασύνδεση της πράξης της επίδοσης με την ανάληψη δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρθηκε:- «The Court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised—See Johnson v. Taylor Bras. and Company Ltd., [1920] A. C. 144).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597, εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις για την χορήγηση άδειας για την επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Επρόκειτο για υπόθεση Ναυτοδικείου όπου είχε εφαρμογή ο Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Από τις σελ. 602-603 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ο Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου, θέτει σειρά προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας. Η ύπαρξη τους πρέπει να τεκμηριωθεί με την προσαγωγή μαρτυρίας. (Βλέπε Amathus Navigation Co Ltd (ανωτέρω). Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου
(1992)1 C.L.R. 360. Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co
(1994)1 Α.Α.Δ. 191 (απόφαση Ολομέλειας).) Η μαρτυρία η οποία προσάχθηκε για τη θεμελίωση αυτής της προϋπόθεσης προήλθε από το δικηγόρο των εναγόντων ο οποίος κατέθεσε στην ένορκη δήλωση του ότι κατά τη γνώμη του η υπόθεση είναι, υπό το φως των στοιχείων που είχε υπόψη του, κατάλληλη για εκδίκαση στην Κύπρο. Τα γεγονότα στα οποία βάσισε την γνώμη του δεν τεκμηριώθηκαν. Όπως υποδείχθηκε στην Sons of Afif Yamout Schiffahrts (ανωτέρω), η γνώμη δικηγόρου απολήγουσα στην διατύπωση γνώμης για την ύπαρξη γεγονότων και τις προεκτάσεις τους δεν συνιστά απόδειξη τους. Η απόδειξη σε αυτό όπως και σε κάθε άλλο τομέα προϋποθέτει μαρτυρία καταδεικνύουσα την ύπαρξη τους. (Βλέπε Achelec Electronics Ltd. v. Deutsche Seereederei Rostock GMBH και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 442.) To κενό στη μαρτυρία στην προκείμενη περίπτωση μεγενθύνεται ενόψει και της απουσίας αποκάλυψης πειστικών λόγων για τη μη εφαρμογή της συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. (Βλέπε Sait Electronic S.A. από Βρυξέλλες v. The Ship "Dominique" and 2 Others
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 365. Amathus Navigation Co Lid (ανωτέρω). Διαπιστώνεται ότι το διάταγμα για επίδοση στο εξωτερικό εκδόθηκε χωρίς να αποκαλυφθούν όλα τα ουσιώδη γεγονότα και στην απουσία μαρτυρίας για τη θεμελίωση μιας από τις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος.» Στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 447, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 458: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Στην Amathus Ltd v. Concord Liners κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, εξετάστηκε κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί δεν στοιχειοθετούσε το αίτημα για επίδοση στο εξωτερικό. Η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση έγινε από κάποιο υπάλληλο των εναγόντων, στην οποία υπήρχε ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες των υπό μεταφορά εμπορευμάτων (σημειώνεται εδώ ότι επρόκειτο για υπόθεση Ναυτοδικείου). Ο ενόρκως δηλών όμως δεν παρέθεσε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία υποστήριζαν τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Οι φορτωτικές στις οποίες παρέπεμψε, δεν επιμαρτυρούσαν τον πιο πάνω ισχυρισμό. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τη διαταγή για επίδοση στο εξωτερικό λόγω μη αποκάλυψης καλού αγώγιμου δικαιώματος. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Yamout κ.ά ν. Schiffahrts Ges Elbe M.B.H. & Co
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη του αιτήματος προερχόταν από δικηγόρο ο οποίος δεν ήταν γνώστης των γεγονότων. Η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου ακύρωσε την διαταγή για άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κατ΄ επέκταση παραμέρισε και τη διενεργηθείσα επίδοση. Έχει ήδη γίνει αναφορά σε μέρος της μαρτυρίας που υποστήριζε το αίτημα για επίδοση στο εξωτερικό σε σχέση με την Εναγόμενη
  2. Παρόλο που με βρίσκουν σύμφωνο τα όσα ανέφερε ο κ. Δράκος σε σχέση με τη Νομολογία και τις Αρχές που εφαρμόζονται όταν εξετάζεται ένα τέτοιο αίτημα, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ότι η προσαχθείσα εκ μέρους των Εναγόντων μαρτυρία είναι αόριστη και παντελώς ανεπαρκής σε σχέση με τους Εναγόμενους
  3. Ο κ. Δράκος ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, πως «οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην πρώτη ΕΔ Ιωαννίδη δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης εύλογου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης 5». Στο στάδιο αυτό οι Ενάγοντες δεν καλούνται να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Με άλλα λόγια οι Ενάγοντες, δεν καλούνται να αποδείξουν τώρα την πρόθεση, το δόλο και τη συνομωσία για την οποία κάνουν αναφορά. Σημειώνεται πως δεν είναι απαραίτητο αυτά να αποδεικνύονται με άμεση μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη Απόφαση ημερ. 15.12.17, Ανδρέα Κυπρίζογλου κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 53/17, 64/17 και άλλες: «Τόσο στην κατηγορία 8 όσο και στην κατηγορία 9, το βασικό συστατικό στοιχείο είναι η συνωμοσία (βλ. Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Βεβαίως, πρέπει να αποδεικνύεται τόσο η συμφωνία όσο και η πρόθεση (mens rea) για εκτέλεση ενός παράνομου σκοπού. Όπως υποδείχθηκε πλειστάκις, η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατ΄εξοχήν αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε. (Βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646). Η ύπαρξη συμφωνίας σπάνια αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία αλλά εξάγεται ως συμπέρασμα από τη συντονισμένη δράση των κατηγορουμένων προσώπων ως ανάγκη ακριβώς να αποτελέσει η συντονισμένη δράση μαρτυρία για το εν λόγω αδίκημα. (Βλ. Phipson on Evidence 18th ed. ch.38 και Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice
(2016)para.33-14, 33-15).» Στην Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumachenko Alisa κ.ά, Πολιτική Έφεση Ε71/13, απόφαση ημερ. 30.9.14, τονίστηκε ότι τα Δικαστήρια δεν καταλήγουν σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο παράπονο των εφεσειουσών - ότι δηλαδή τα εμβάσματα στους λογαριασμούς τους δεν τεκμηριώνουν αφ΄ εαυτών εκ πρώτης όψεως και εμπλοκή τους στην κατ΄ ισχυρισμό απάτη καθότι τα εμβάσματα αυτά έγιναν για εξόφληση τιμολογίων που είχαν εκδοθεί προηγουμένως - είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς δεν έδωσε βαρύτητα στη θέση αυτή αφού άπτεται της ουσίας και όπως τονίσαμε και σε πρόσφατη μας απόφαση - στην Μilton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd, Πολ. Εφ. 424/11 ημερ. 27.3.14 - στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε με τον ορθό τρόπο το υλικό που τέθηκε ενώπιον του και ορθώς κατέληξε ότι πληρούνταν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου
  1. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο κ. Δράκος με την ικανή του αγόρευση ανέφερε και τα ακόλουθα: «
  2. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθ'ων η αίτηση δεν έχουν υποστεί ζημιά από την μοναδική συναλλαγή στην οποία εμπλέκεται η Αιτήτρια το 2006, γεγονός το οποίο παρέλειψαν να αποκαλύψουν, αφού μετά τις Δημόσιες Προτάσεις η αξία των μετοχών τους αυξήθηκε και δεν μειώθηκε ως οι ισχυρισμοί τους. Αν οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να μην ρευστοποήσουν τις μετοχές τους στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο ήταν δική τους επυλογή και τυχόν ζημιά που υπέστησαν σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο δεν μπορεί να αποδοθεί στις πράξεις της Αιτήτριας.
  3. Όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 5 στην ΕΔ Δαμιανού, η διαδικασία των Δημόσιων Προτάσεων ξεκίνησε με την αύξηση κεφαλαίου την 31/10/2006, οι Δημόσιες Προτάσεις άνοιξαν την 1/11/2006, και οι τελικές πιστώσεις έγιναν τον Γενάρη του
  4. Το Τεκμήριο 6 της ΕΔ Δαμιανού δείχνει την ιστορική αξία της μετοχής της Λαϊκής εκείνη την περίοδο. Τον Οκτώβριο του 2006 η τιμή της ανέβηκε από €4.99 σε €6.51, συνέχισε ανοδική πορεία τον Νοέμβριο και την 29/12/2006 έκλεισε στα €7.
  5. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε τον Γενάρη του 2007 μέχρι το τέλος του 2007 όταν και έκλεισε την 28/12/2008 στα €9.12.» Αυτά όμως όπως και άλλα πολλά, θα εξεταστούν όταν το Δικαστήριο θα εκδικάζει την ουσία της Αγωγής. Συμφωνώ με την κα Χούρη ότι τα θέματα αυτά είναι δυνατόν να προβληθούν ως υπεράσπιση στην Αγωγή. Ενδεχομένως, οι Ενάγοντες να έχουν να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη υπόθεση εναντίον των Εναγόμενων
  6. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα. Εν κατακλείδι, βρίσκω ότι για σκοπούς επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είχαν προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς από τους οποίους προέκυπτε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 5 (Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297). Θέση των Εναγομένων 5 ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν συμπεριλάβει στην Αίτησή τους ημερ. 9.11.15 τις αναγκαίες Νομικές Πρόνοιες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παραθέσω αυτολεξεί την Νομική βάση της Αίτησης ημερ. 9.11.15: «Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.2 θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θ.θ.1(c) (e) (i) (ii) (f) (g) (h), 4, 6, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 8
(1)(α1) (f)
(2), 9 στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης άρθρα 1, 2, 3, 4, 5 και στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 άρθρο 5
(1), στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960όπως αυτός έχει τροποποιηθεί) άρθρα 21, 22, 29, 30 και στην εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZLLC κ.ά (πιο πάνω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας βασιζόταν η Αίτηση ημερ. 9.11.15: «Σύμφωνα με τη νομολογία, οι πρόνοιες της Δ.6 θ.1 που αφορούν στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικότατες. Δεν αποτελούν απλό διαδικαστικό θέμα που αφορά μόνο την επίδοση, αλλά συνδέονται με την ανάληψη δικαιοδοσίας ή καλύτερα με την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ώστε να καλύπτει και εναγομένους που βρίσκονται εκτός Κύπρου, νοουμένου βέβαια ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Δ.6 θ.1. Στην υπόθεση Philippou v. Philippou a.o., ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε τη διασύνδεση της πράξης της επίδοσης με την ανάληψη δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρθηκε:- «The Court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised—See Johnson v. Taylor Bras. and Company Ltd., [1920] A. C. 144).» Όπου υπάρχουν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1, μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Μόνο μετά από τέτοια άδεια είναι δυνατή στη συνέχεια η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς (βλ. Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου, ανωτέρω). Κατά την άποψή μας, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αντίκρισε το θέμα ως θέμα δικαιοδοσίας και πολύ ορθά έκρινε ότι οι Εφεσίβλητοι, μετά την καταχώρηση της αγωγής για επίδοση στους ημεδαπούς εναγομένους, θα έπρεπε να λάβουν άδεια του δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας στους αλλοδαπούς εναγόμενους και ότι η επίδοση στο διευθυντή τους στην Κύπρο δεν μετέβαλλε και ούτε μείωνε την υποχρέωση τους για ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1. Χωρίς άδεια δυνάμει της Δ.6 θ.1 δεν θα μπορούσε το δικαστήριο να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του και στους αλλοδαπούς εναγόμενους. .............................................. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθά κατά την άποψή μας, έκρινε ότι δεν υπήρχε θέμα κακοπιστίας ή κατάχρησης της διαδικασίας και ότι δεν ετίθετο θέμα συμπερίληψης εικονικά κυπρίων εναγομένων, ώστε να δημιουργηθεί τεχνιέντως θέμα διασύνδεσης των αλλοδαπών εναγομένων με την Κύπρο. Έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των Εφεσιβλήτων-Εναγόντων στο Γενικώς Οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με το μέρος του αγώγιμου δικαιώματος τους και τον τρόπο που όλοι οι εναγόμενοι εμπλέκονταν μεταξύ τους, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή αποκάλυπτε καλή βάση αγωγής. Εν πάση περιπτώσει και να ετίθετο θέμα δικαιοδοσίας έναντι των αλλοδαπών εναγομένων, πέραν της διατάξεως Δ.6 θ.1(
  1. h)που θα ήταν χρήσιμες, βοηθητικές θα ήταν και οι πρόνοιες των παραγράφων (
  2. c)και (g).» Εδώ, η Αγωγή επεδόθη στους εντός της Κυπριακής δικαιοδοσίας Εναγομένους 1, 2, 6, 7 και 16 και στη συνέχεια καταχωρίστηκε η Μονομερής Αίτηση ημερ. 9.11.15 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 5. Κατ΄ επέκταση, οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τη Δ.6 Καν. 1 (
  3. h)επί της οποίας βασιζόταν η Αίτησή τους ημερ. 9.11.15. Ο κ. Δράκος με την αγόρευσή του υπέθεσε ότι η Δ.6 δεν έχει αναγραφεί για να καλύψει την περίπτωση των πελατών του. Η υπόθεση όμως αυτή δεν υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό. Τουναντίον, στην παράγραφο 53(β) της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όλοι οι Εναγόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι καθότι όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά υπό τις ιδιότητες που αναφέρονται πιο πάνω, συνομώτησαν και συμμετείχαν στην λήψη αποφάσεων και προέβησαν σε δόλιες και παράνομες ενέργειες και πράξεις στην Κύπρο που οδήγησαν στην κατάρρευση, στην διακοπή εργασιών της Λαϊκής και εν τέλει στο να τεθεί υπό εξυγίανση η Λαϊκή.» Όπως ορθά ανέφερε η κα Χούρη: «Το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα διαφορά εναντίον της Εναγόμενης 5 δυνάμει της Δ.6 θ.1 διότι, ως έχουμε αναφέρει ανωτέρω: (α) Όλοι οι Εναγόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι καθότι όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά υπό τις ιδιότητες που αναφέρονται πιο πάνω, συνωμότησαν και συμμετείχαν στην λήψη αποφάσεων και προέβησαν σε δόλιες και παράνομες ενέργειες και πράξεις στην Κύπρο που οδήγησαν στην κατάρρευση, στην διακοπή εργασιών της Λαϊκής και εν τέλει στο να τεθεί υπό εξυγίανση η Λαϊκή (υποπαράγραφος (
  4. h)Δ.6 θ.1). (β) Η παρούσα Αγωγή στηρίζεται σε αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην Κύπρο, μεταξύ άλλων από την Εναγόμενη 5, ένεκα των οποίων οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημίες στην Κύπρο (υποπαράγραφος (
  5. f)Δ.6 θ.1).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Περαιτέρω, δεν έχει φανεί ότι οι Κύπριοι Εναγόμενοι έχουν συμπεριληφθεί στην Αγωγή για αλλότριους σκοπούς και/ή για να δημιουργηθεί τεχνηέντως διασύνδεση των αλλοδαπών Εναγομένων με την Κύπρο. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 έχει καταργηθεί από τον Κανονισμό 1215/2012 αφού στο άρθρο 80 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο παρών κανονισμός καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αρίθμ 44/2001. Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται στο παράρτημα III.» Ο εν λόγω Κανονισμός τέθηκε σε εφαρμογή από τις 10.1.2015 εκτός από τα άρθρα 75 και 76, τα οποία έχουν εφαρμογή από τις 10.1.2014. Όπως ορθά ανέφερε ο κ. Δράκος, στη Νομική βάση της Αίτησης ημερ. 9.11.15 δεν υπάρχει το Άρθρο 5
(3)του Κανονισμού 44/2001 (ΕΚ) ούτε βεβαίως το αντίστοιχο Άρθρο του Κανονισμού 1215/2012. Υπάρχει το Άρθρο 5
(1)του Κανονισμού 44/2001, το οποίο αντιστοιχεί στο Άρθρο 7
(1)του Κανονισμού 1215/2012. Σε σχέση με το Άρθρο 5
(3)του Κανονισμού 44/2001, σχετική είναι η υπόθεση Powertools Electro Srl v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2182. Από τη σελίδα 2194 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Στη βάση λοιπόν των προνοιών του Άρθρου 5
(3)του Κανονισμού και των πιο πάνω αποφάσεων, προκύπτει με σαφήνεια ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας δικαιοδοσία αποδίδεται τόσο στο Δικαστήριο της χώρας όπου τελέστηκε η αδικοπραξία ή επεσυνέβη το ζημιογόνο γεγονός, κατ' επιλογήν του ενάγοντος. Όντως ευσταθεί το επιχείρημα της εφεσείουσας ότι τα πιο πάνω δεν αποτέλεσαν στοιχείο έρευνας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και σχολιασμού. Είναι ορθή η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ταύτισε λανθασμένα το ζημιογόνο γεγονός με τη ζημιά, αποκλείοντας να αποδώσει συντρέχουσα δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια όπου επεσυνέβη ο δόλος ή η αδικοπραξία, κατ' επιλογήν των εναγόντων-εφεσειόντων.» Με την ένορκη δήλωση της κας Μαριέλλας Δαμιανού που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση Αίτηση, η Εναγόμενη 5 αναφέρει τα ακόλουθα: «
  1. Η Αιτήτρια είναι εταιρεία κάτοικος της Γερμανίας και/ή (μέσω του Αγγλικού υποκαταστήματος της, που ενεργούσε για την Λαϊκή) του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, είναι εταιρεία που κατοικεί (domiciled) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και εκτός Κύπρου.
  2. Συνεπώς, μπορεί να εναχθεί στην Κύπρο μόνο βάσει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών που ρυθμίζουν την δικαιοδοσία, και όχι βάσει των παραδοσιακών δικαιοδοτικών βάσεων που προβλέπονται στη Δ.6, Θ.
  3. Στην νομική βάση της Αίτησης για Άδεια Επίδοσης στο εξωτερικό, σε σχέση με τους Ευρωπαϊκούς κανόνες δικαιοδοσίας, αναφέρεται μόνο το άρθρο 5
(1)του 44/2001/ΕΚ. Όμως ουδεμία εφαρμογή δύναται να έχει το εν λόγω άρθρο αφού, μεταξύ άλλων, αφορά απαιτήσεις που απορρέουν από σύμβαση, και ουδεμία μαρτυρία έχει προσφερθεί ότι η Αιτήτρια έχει συμβατική σχέση με τους Καθ' ων η αίτηση. Οι υπόλοιπες δικαιοδοτικές βάσεις που αναφέρονται στην Αίτηση Άδειας Επίδοσης, αφορούν τις δικαιοδοτικές βάσεις της Δ.6, Θ. 1 που δεν εφαρμόζονται σε σχέση με την Αιτήτρια.
  1. Ενόψει των πιο πάνω, δεν έχει καταδειχθεί δικαιοδοτική βάση που να θεμελιώνει λόγο για την χορηγία άδειας επίδοσης στο εξωτερικό και/ή τέτοια βάση δεν έχει περιληφθεί στην νομική βάση της Αίτησης Άδειας Επίδοσης.» Ως ελέχθη, ο Κανονισμός 44/2001 ΕΚ κατά το χρόνο καταχώρισης της Αγωγής (18.6.15) δεν είχε εφαρμογή αφού είχε αντικατασταθεί από τον Κανονισμό 1215/2012/ΕΚ, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στη Νομική βάση της Αίτησης ημερ. 9.11.
  2. Σε σχέση με την μη αναφορά συγκεκριμένης πρόνοιας Νόμου ή Κανονισμού στη Νομική βάση μιας Αίτησης, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση ημερ. 24.11.17, που εξέδωσε το Εφετείο (Απόφαση κας Π. Παναγή) στην Πολιτική Έφεση 208/12, KOZA MICHAEL DAVID κ.ά ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την Απόφαση: «Ως προς την αναγκαιότητα αναγραφής της Δ.16 θ.9, στη νομική βάση της αίτησης παρατηρούμε τα ακόλουθα: Το δικαίωμα ενός εναγομένου να ζητήσει τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου και του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών, (βλ. S.P.P. Projects Limited v Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762 και Kozinskaya River Limited κ.ά ν KLCC Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε43/2013, ημερομηνίας 23.3.2017). Η Δ.48, θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης, (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Kozinskaya River Limited κ.ά (ανωτέρω)). Επομένως, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαταγή αυτή θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμούσε με παρατυπία.». Το Εφετείο αποφάσισε για συγκεκριμένους λόγους, ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την Αίτηση των Εφεσειόντων λόγω παρατυπίας. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την Απόφαση: «Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειοντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Έχοντας ενώπιον μου τη φύση της παρατυπίας και το γεγονός ότι στη Νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνονται πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που αφορούν, ανάμεσα σε άλλα, ότι το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δόθηκε και γιατί η Εναγόμενη 5 ήταν αναγκαίος διάδικος σε Αγωγή που δεόντως ηγέρθηκε εναντίον άλλων προσώπων στα οποία η Αγωγή είχε επιδοθεί, θεωρώ πως σε περίπτωση που η Αίτηση της Εναγόμενης 5 εγκρινόταν για το συγκεκριμένο λόγο, αυτό θα προκαλούσε αδικία στους Ενάγοντες. Τουναντίον, σε περίπτωση που ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής, δεν διαπιστώνω ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά της Εναγόμενης 5, η οποία έχει αντιληφθεί, βρίσκω, για ποιο λόγο έχει εκδοθεί διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Αγωγής σε αυτήν. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη Σχετική είναι η παράγραφος 20 από την ένορκη δήλωση της κας Μαριέλλας Δαμιανού που υποστηρίζει την Αίτηση της Εναγόμενης 5. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου: «20. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη αφού:
(1)δεν αποκάλυψαν ότι οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χρηματο-οικονομικό τομέα, και άρα πολύ πιθανόν να είχαν πλήρη γνώση για τη σχέση μεταξύ της Εγνατίας και της Εναγόμενης 3 σε σχέση με τις Δημόσιες Προτάσεις·
(2)δεν αποκάλυψαν το περιεχόμενο του Ελληνικού Δικαίου, γενικά αλλά και ειδικά το περιεχόμενο του άρθρου 12 του Ελληνικού Νόμου 3461/2006, το οποίο και αναφέρεται στις Δημόσιες Προσφορές·
(3)δεν αποκάλυψαν το ενημερωτικό δελτίο ημερομηνίας 12/12/2006 ως ανωτέρω·
(4)δεν αποκάλυψαν στο δικαστήριο ότι με την έκδοση επιπρόσθετων μετοχών και διάθεση τους με τις Δημόσιες Προσφορές, οι Καθ' ων η αίτηση αποκόμισαν ένα σημαντικό κέρδος, αφού οι μετοχές της Λαϊκής αυξήθηκαν πολύ σε αξία.» Και για το θέμα αυτό υπάρχει πλούσια Νομολογία. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 266 - 267: «Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους». Στην υπόθεση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.ά, Πολ. Έφεση Ε6/2014, απόφαση ημερ. 27.2.15, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση δεν συμφωνούμε ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων. Μελετώντας τη σχετική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνουμε ένα ακριβοδίκαιο τρόπο παράθεσης των γεγονότων, τα οποία κατά την άποψή μας τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με την αναγκαία πληρότητα και ειλικρίνεια και εύκολα ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορούσε να αντιληφθεί τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και τα κρίσιμα σημεία που οδήγησαν στην αντιδικία.» Παραπέμπω επίσης τις υποθέσεις Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Govelfret Ro-Ro Services N.V. κ.α. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733, Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 και την κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Others
(1988)1 WLR 1350, 1356-
  1. Σημειώνεται ότι κάποιες από τις πιο πάνω Αποφάσεις αφορούν σε έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, όμως οι ίδιες αρχές ισχύουν και για Αιτήσεις αυτής της φύσεως. Έχοντας ενώπιον μου την προσαχθείσα μαρτυρία, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και βρίσκω πως τα όσα η κα Δαμιανού αναφέρει δεν συνιστούν εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν αυτό εξέδιδε τα διατάγματα στην Αίτηση ημερ. 9.11.
  2. Κατ΄ αρχάς δεν βρίσκω ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να είχαν αποκαλύψει ότι αρχικά η τιμή της μετοχής της Λαϊκής είχε ανοδική πορεία, όταν η θέση τους είναι ότι η «κατάρρευση» της Τράπεζας, που είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι επήλθε, οφείλεται στις παράνομες πράξεις και συμπεριφορά των Εναγομένων συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης
  3. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση της Εναγόμενης 5 ότι οι Ενάγοντες δεν απεκάλυψαν ότι είναι Εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Χρηματοοικονομικό τομέα και κατ΄ επέκταση, σύμφωνα με την Εναγόμενη 5, δεν αποκαλύφθηκε το επίπεδο γνώσης τους για τα επίδικα χρηματοοικονομικά ζητήματα. Ούτε βρίσκω ότι είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν το περιεχόμενο του Ελληνικού Νόμου και δη το Άρθρο 12 του Ελληνικού Νόμου 3461/06, το οποίο, ως ανέφερε ο κ. Δράκος, «είναι προσβάσιμο στο διαδίκτυο και εύλογα θα μπορούσε να εντοπιστεί και να αποκαλυφθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση». Για ό,τι αξίζει στο Τεκμήριο 5 που είχαν οι Ενάγοντες επισυνάψει τότε στην Αίτησή τους ημερ. 9.11.15, γίνεται αναφορά στο Άρθρο 12 του Νόμου 3461/
  4. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου, η Εναγόμενη 5 βεβαιώνει, αφού δηλώνει ότι έχει προβεί στον κατάλληλο έλεγχο, ότι το περιεχόμενο του πληροφοριακού δελτίου είναι ακριβές. Η θέση των Εναγόντων είναι, ανάμεσα σε άλλα, ότι η Εναγόμενη 5 υπήρξε αμελής και με τις ενέργειές της παραπλάνησε και οδήγησε τους μετόχους της Λαϊκής να εγκρίνουν τις δύο δημόσιες προτάσεις. Ούτε βεβαίως εξετάζεται τώρα η εμβέλεια των καθηκόντων της Εναγόμενης 5 είτε δυνάμει του Νόμου 3461/06 είτε άλλως πως. Ο κ. Δράκος παρέπεμψε και στην υπόθεση Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 836. Εκεί βεβαίως το Δικαστήριο βρήκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Εφεσείων δεν απεκάλυψε ουσιώδεις λεπτομέρειες σε σχέση με τις περιστάσεις σύναψης ενός δανείου. Με γενικότητα παρέθεσε μόνο το δικό του ισχυρισμό ότι το δάνειο είχε δοθεί σε Εταιρεία, ενώ παρέλειψε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με αντίγραφο δικής του επιστολής με την οποία ζητούσε όπως το ποσό του δανείου κατατεθεί σε προσωπικό του λογαριασμό, τον οποίο είχε ανοίξει με τη σύζυγό του. Τα πιο πάνω απαντούν και στη θέση της Εναγόμενης 5 ότι οι Ενάγοντες δεν απεκάλυψαν το ενημερωτικό δελτίο ημερ. 12.12.06 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της κας Δαμιανού που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση Αίτηση). Πρόκειται για έγγραφο βεβαίως που εδώ δεν έχουν υπογράψει οι Ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει, στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να γίνει εύρημα, ως ανέφερε ο κ. Δράκος με την αγόρευσή του, ότι είναι πάνω στο ενημερωτικό δελτίο που βασίστηκαν οι Ενάγοντες, για το οποίο «είτε είχαν γνώση είτε μπορούσαν να ανακαλύψουν με εύλογη έρευνα». Οι Ενάγοντες θεωρούν πως για τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές τους ευθύνεται και η Εναγόμενη 5 και η ευθύνη της πηγάζει και από το γεγονός ότι ως Σύμβουλος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συνυπέγραψε τα πληροφοριακά δελτία των δημοσίων προτάσεων προς την Εναγόμενη 3 και την Εγνατία Τράπεζα Α.Ε. (Τεκμήρια 3-5 στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Ιωαννίδη που υποστήριζε την Αίτηση ημερ. 9.11.15). Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Αίτηση της Εναγόμενης 5 απορρίπτεται. Επειδή όμως οι Ενάγοντες στη Νομική βάση της Αίτησης ημερ. 9.11.15 παρέλειψαν να αναγράψουν συγκεκριμένη πρόνοια Ευρωπαϊκού Κανονισμού, ως λεπτομερώς ελέχθη πιο πάνω, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 5 να εγείρει, δικαιολογημένα, θέμα παρατυπίας στην Αίτηση, την οποία το Δικαστήριο έχει θεραπεύσει, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της και εκδίδεται σχετική διαταγή (παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και στην υπόθεση Koza Michael David (πιο πάνω) όπου παρά την απόρριψη της Έφεσης, το Εφετείο έκρινε ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της.). (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.