← Κύπρος

Y. NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD ν. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 7379/2011, 12/2/2018

Y. NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD ν. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 7379/2011, 12/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7379/2011 Μεταξύ: Y. NICOLAIDES CAR SERVICES & SONS LTD Ενάγουσας και ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενης -------------------------- 12 Φεβρουαρίου

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Χατζηλοΐζου διά Χρήστος Χατζηλοΐζου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Ολυμπίου διά Χατζηαναστασίου, Αναστασιάδη & Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό €3.450 που ισχυρίζεται ότι συνιστά τη συμφωνημένη και/ή εύλογη αμοιβή για υπηρεσίες που παρείχε. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ασχολείται με επιδιορθώσεις μηχανημάτων με έδρα την Πάφο και κατά ή περί το Σεπτέμβριο 2011 η Εναγόμενη της ανέθεσε την επιδιόρθωση οχήματος βαρέου τύπου που της ανήκε, έναντι συμφωνημένης και/ή εύλογης αμοιβής. Στα πλαίσια της συμφωνίας η Ενάγουσα μερίμνησε για την αφαίρεση της μηχανής του οχήματος, για να μεταφερθεί από τα λατομεία της Εναγόμενης στο Φαρμακά στο συνεργείο της Ενάγουσας στην Πάφο, καθώς και για την απολύμανση, την αποσυναρμολόγησή της και την προετοιμασία των εξαρτημάτων για επανασυναρμολόγηση. Τα πιο πάνω συνιστούσαν, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, προεργασίες για την επιδιόρθωση της μηχανής. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι ενημερώθηκε ακολούθως από την Εναγόμενη ότι δεν επιθυμούσε την επιδιόρθωση της μηχανής και η μηχανή επιστράφηκε αποσυναρμολογημένη στην Εναγόμενη. Εγείρει δε την αγωγή γιατί η Εναγόμενη αρνείται να καταβάλει το αξιούμενο ποσό για τις εργασίες που εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι περί τα τέλη Ιουνίου 2011 συμφώνησε με την Ενάγουσα να της αποστείλει τη μηχανή του οχήματός της Dumper Cat 775B για να λάβει προσφορά από αυτούς σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσής της. Ισχυρίζεται ότι η μηχανή απεστάλη και παραλήφθηκε στις 8.7.2011 και ότι η Ενάγουσα την αποσυναρμολόγησε και διαβεβαίωνε την Εναγόμενη ότι μπορούσε να την επιδιορθώσει, όμως καθυστερούσε να ενημερώσει για το κόστος επιδιόρθωσης. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, η προσφορά τελικά απεστάλη, όμως προνοούσε για αγορά εξαρτημάτων επιδιόρθωσης με εξαρτήματα συγκεκριμένης εταιρείας και όχι εξαρτήματα άλλων εταιρειών, όπως είχε συμφωνηθεί. Ένεκα αυτού, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η προσφορά απορρίφθηκε «λόγω παράβασης της αρχικής συμφωνίας από τους ίδιους τους Ενάγοντες». Συνεχίζει λέγοντας ότι μετά την επιστροφή της μηχανής, η οποία έγινε με καθυστέρηση, η Εναγόμενη αντιλήφθηκε ότι η βλάβη στον κύλινδρο της μηχανής δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί παρά τις διαβεβαιώσεις της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο με την αγωγή ποσό «αποτελεί προϊόν εκβιασμού, εξαναγκασμού, άρνησης τους να παραδώσουν την μηχανή του εν λόγω οχήματος στους νόμιμους ιδιοκτήτες της καθώς και διενέργειας εργασιών στην εν λόγω μηχανή χωρίς τη συναίνεση [της]». Ταυτόχρονα, η Εναγόμενη εγείρει ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει από την Ενάγουσα ποσό €30.864,70 για ζημιά η οποία προκλήθηκε ένεκα «της καθυστέρησης των Εναγόντων στην επιδιόρθωση και επιστροφή της μηχανής του οχήματος, της λανθασμένης διάγνωσης τους σε σχέση με την επισκευή του κυλίνδρου της εν λόγω μηχανής και του κόστους συναρμολόγησης της». Πιο συγκεκριμένα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το ποσό που αξιώνει μέσω της ανταπαίτησης της αφορά επιπρόσθετα έξοδα που υπέστη για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2011, ήτοι (α) «το κόστος μισθών του οδηγού για 4 επιπρόσθετα δρομολόγια ανά ώρα του βαρέου τύπου φορτηγού μεταφοράς υλικών», εκ ποσού €453,60, (β) «το κόστος 4 μισθών του οδηγού για 4 επιπρόσθετα δρομολόγια ανά ώρα του μικρού τύπου φορτηγού μεταφοράς υλικών», εκ ποσού €453,60 (γ) «το κόστος πετρελαίου για τη χρήση 3 επιπρόσθετων μηχανημάτων για 15 ώρες», εκ ποσού €257,50 και (δ) «εργοδότηση και μισθοδοσία 4 επιπλέον μηχανοδηγών για επιπρόσθετη εργασία 15 ωρών με συνολικό μισθό για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2011», εκ ποσού €29.
  2. Η Ενάγουσα αρνείται τις αξιώσεις της Εναγόμενης στην Ανταπαίτησή της. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας για την Ενάγουσα και τρεις μάρτυρες για την Εναγόμενη. Δεν θα αναπαράγω με λεπτομέρεια τα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, όμως, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης και για την τελική κατάληξή μου. Για την Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Γιάννης Νικολαΐδης, διευθυντής της εταιρείας (ΜΕ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, περί τις 20-25 Αυγούστου 2011, κάποιος γνωστός τον ενημέρωσε ότι μηχανή φορτηγού τύπου Dumber Caterpillar 150 τόνων της Εναγόμενης εταιρείας χρειαζόταν επιδιόρθωση και του ζήτησε να τη δει. Λίγες μέρες αργότερα μετέβηκε στο λατομείο της Εναγόμενης στο Φαρμακά όπου είδε τη μηχανή και διαπίστωσε την ύπαρξη του προβλήματος. Τότε ο ΜΕ1 εισηγήθηκε όπως η μηχανή μεταφερθεί στο συνεργείο της Ενάγουσας στην Πάφο, να αποσυναρμολογηθεί για να διαπιστωθεί ποια ακριβώς είναι η βλάβη και να κοστολογηθεί η επιδιόρθωσή της, εισήγηση που έγινε αποδεκτή από τον κ. Μάριο Γεωργιάδη (ΜΥ1). Περί τις 2-3 ημέρες μετά ο ΜΕ1 μετέβη ξανά στο λατομείο με δύο μηχανικούς οι οποίοι εργάστηκαν όλη μέρα για να αφαιρέσουν τη μηχανή από το όχημα. Μετά από πάροδο δυο-τριών ακόμα ημερών η Εναγόμενη μερίμνησε για τη μεταφορά της μηχανής στο συνεργείο της Ενάγουσας στην Πάφο όπου εκφορτώθηκε με ειδικό fork lift. Για την αποσυναρμολόγησή της απαιτήθηκε η εργασία δύο μηχανικών για δύο ημέρες και ακολούθως επιθεωρήθηκαν τα διάφορα εξαρτήματα και διαπιστώθηκε πού ήταν η βλάβη. Ενημέρωσε σχετικά το ΜΥ1 και συμφωνήθηκε να ζητηθεί προσφορά για τα εξαρτήματα που χρειάζονταν αντικατάσταση από την αντιπροσωπεία Caterpillar. O ME1 συνέχισε λέγοντας ότι έλαβε τις πληροφορίες που χρειαζόταν και ετοίμασε σχετική προσφορά για την επιδιόρθωση της μηχανής, την οποία και απέστειλε στο ΜΥ1, Τεκμήριο
  3. Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ΜΥ1 ρώτησε εάν η Ενάγουσα θα έδινε εγγύηση για τις εργασίες της. Ο ΜΕ1 συμφώνησε, με την προϋπόθεση ότι τα εξαρτήματα που θα χρησιμοποιούνταν για την επιδιόρθωση θα ήταν από την αντιπροσωπεία της Caterpillar και όχι άλλης εταιρείας. Κατόπιν τούτου ο ΜΥ1 τον ενημέρωσε ότι η Εναγόμενη δεν θα προχωρούσε στην επισκευή της μηχανής γιατί το κόστος ήταν ασύμφορο και συμφώνησαν η Ενάγουσα να πληρωθεί για τις εργασίες που εκτέλεσε μέχρι εκείνο το σημείο και να παραλάβει τη μηχανή η Εναγόμενη. Ο ΜΥ1 του ζήτησε να εκδώσει τιμολόγιο και τον ενημέρωσε ότι θα απέστελλε τον κ. Κυριάκο Ευριπίδου (ΜΥ3) να παραλάβει την αποσυναρμολογημένη μηχανή. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι θα παρέδιδε τη μηχανή αφού ο ΜΥ3 υπέγραφε βεβαίωση παραλαβής της και το σχετικό τιμολόγιο και ο ΜΥ1 τον διαβεβαίωσε ότι το τιμολόγιό του θα πληρωνόταν εντός 15 ημερών. Σύμφωνα με το ΜΕ1, μετά από 3-4 ημέρες, ήρθε ο ΜΥ3 στο συνεργείο της Ενάγουσας, υπέγραψε και παρέλαβε το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2), καθώς και τη βεβαίωση παραλαβής (Τεκμήριο 3). Ανέφερε ότι πριν ο ΜΥ3 υπογράψει το τιμολόγιο και τη βεβαίωση, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το ΜΥ
  4. Στη συνέχεια ο ΜΥ3 παρέλαβε τη μηχανή και αναχώρησε. Κατέληξε αναφέροντας ότι η Εναγόμενη δεν πλήρωσε κανένα ποσό και ότι μεταγενέστερες προσπάθειές του να επικοινωνήσει με το ΜΥ1 δεν είχαν ανταπόκριση. Κατά την αντεξέταση, του τέθηκε ότι η Εναγόμενη είχε αναθέσει στην Ενάγουσα την επιθεώρηση της μηχανής για να δοθεί προσφορά για επισκευή της, τον Ιούνιο
  5. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε επιμένοντας στις ημερομηνίες που είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέτασή του. Αρνήθηκε επίσης ότι καθυστερούσε για δύο περίπου μήνες να αποστείλει προσφορά στην Εναγόμενη για το κόστος επισκευής της μηχανής. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι απείλησε ότι δεν θα παρέδιδε τη μηχανή εάν δεν υπέγραφε το τιμολόγιο ο ΜΥ3, αναφέροντας ότι ο ΜΥ3 είχε λάβει οδηγίες τηλεφωνικώς από το ΜΥ1 για να υπογράψει το τιμολόγιο. Για τη βεβαίωση παραλαβής ανέφερε ότι επέμενε να υπογραφεί για να μην υπάρχει αμφιβολία ότι είχε παραδώσει όλα τα εξαρτήματα της μηχανής. Του τέθηκε ότι ο μόνος λόγος που η Εναγόμενη δέχτηκε και υπέγραψε το τιμολόγιο ήταν για να τους επιτρέψει να την παραλάβουν. Ο ΜΕ1 διαφώνησε. Του τέθηκε ότι δεν είχε εντοπίσει βλάβη στον κύλινδρο της μηχανής, αλλά διαφώνησε, αναφέροντας ότι είχε ζητήσει προσφορά από ειδικό τορναδόρο για την επιδιόρθωση του κυλίνδρου και ότι είχε συμπεριλάβει το κόστος στην προσφορά που ετοίμασε και απέστειλε στην Εναγόμενη, Τεκμήριο
  6. Όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το πώς κατέληξε στα ποσά που αναγράφονται στο τιμολόγιο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι έκανε τον υπολογισμό με βάσει τις εργατοώρες που δαπανήθηκαν πολλαπλασιάζοντας με ένα ποσό περί τα €50-€55 ανά ώρα που είναι μέσα στα πλαίσια των συνήθων χρεώσεων ενός τεχνίτη γι΄ αυτή την εργασία. Μάλιστα, υποστήριξε ότι ήταν σχετικά χαμηλή η χρέωση γιατί προσδοκούσε σε συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 δεν του τέθηκε οποιαδήποτε ερώτηση ή υποβολή αναφορικά με την ανταπαίτηση της Εναγόμενης[1]. Όπως προανέφερα, για την Εναγόμενη κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Πρώτος ήταν ο κ. Μάριος Γεωργιάδης (ΜΥ1), γενικός διευθυντής του τομέα παραγωγής του ομίλου Λατομεία Φαρμακά στην Κύπρο και το εξωτερικό (ΜΥ1). Σύμφωνα με το ΜΥ1, περί τα τέλη Ιουνίου 2011 ο ΜΕ1 ήρθε στα λατομεία Φαρμακά και συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα αφαιρέσει τη μηχανή ενός οχήματος Dumper Cat 775Β της Εναγόμενης και όπως αυτή μεταφερθεί στο συνεργείο της Ενάγουσας στην Πάφο για να αποσυναρμολογηθεί ώστε η Ενάγουσα να εντοπίσει τη βλάβη σε αυτή και να ετοιμάσει προσφορά για επιδιόρθωσή της. Κατόπιν τούτου, η Εναγόμενη θα αποφάσιζε εάν θα αποδεχόταν την προσφορά και κατά πόσο θα αγόραζε τα ανταλλακτικά από την αντιπρόσωπο της Caterpillar ή από άλλη εταιρεία για σκοπούς της επιδιόρθωσης. Σύμφωνα με το ΜΥ1, επειδή η Ενάγουσα καθυστερούσε στην αποστολή της προσφοράς, επισκέφθηκε ο ίδιος το συνεργείο στην Πάφο κάποια μέρα που ο ΜΕ1 απουσίαζε, περί τον Ιούλιο 2011, και διαπίστωσε ότι ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί η αποσυναρμολόγηση της μηχανής. Τελικά, συνεχίζει ο ΜΥ1, μετά από δικές του πιέσεις, ο ΜΕ1 απέστειλε την προσφορά του στις 29.8.
  7. Σε σχέση με την προσφορά, ανέφερε ότι ο ΜΕ1 δεν δέχτηκε εισηγήσεις του ΜΥ1 για αγορά των απαιτούμενων ανταλλακτικών από άλλη εταιρεία εκτός από την αντιπρόσωπο της Caterpillar. Κατόπιν τούτου ο ΜΥ1 ενημέρωσε το ΜΕ1 ότι η προσφορά δεν γίνεται αποδεκτή και ζήτησε την επιστροφή της μηχανής. Ο ΜΕ1 ζήτησε να έρθει μηχανικός της Εναγόμενης εταιρείας για να παραλάβει τη μηχανή αποσυναρμολογημένη. Συνέχισε λέγοντας ότι στις 10.9.2011 έδωσε οδηγίες στο μηχανικό κ. Κυριάκο Ευριπίδου (ΜΥ3) να μεταβεί στο συνεργείο της Ενάγουσας για να παραλάβει τη μηχανή και ενημέρωσε σχετικά το ΜΕ
  8. Σύμφωνα με το ΜΥ1, ο ΜΕ1 του απάντησε ότι δεν θα παρέδιδε την μηχανή εκτός εάν εξοφλείτο το τιμολόγιο της Ενάγουσας. Αυτό συνέβη και όταν ο ΜΥ3 κατέφθασε στο συνεργείο, οπόταν ο ΜΕ1 αρνήθηκε να του δώσει τη μηχανή εκτός εάν εξοφλούσε το τιμολόγιο και υπέγραφε βεβαίωση παραλαβής της μηχανής. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ΜΥ3 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και τον ενημέρωσε σχετικά και αυτός του έδωσε οδηγίες να υπογράψει τη βεβαίωση και το τιμολόγιο «για να μην υπάρξει άλλη καθυστέρηση στην επιδιόρθωση της [μηχανής] και ζημιά στην εταιρεία μας». Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι 2-3 μέρες μετά την επιστροφή της μηχανής στο λατομείο αυτή μεταφέρθηκε σε άλλο συνεργείο όπου διαπιστώθηκε ότι είχε αποσυναρμολογηθεί μόνο το πάνω μέρος της μηχανής και όχι το κάτω, με αποτέλεσμα να μην εντοπιστεί πρόβλημα στον κύλινδρο της μηχανής. Το δε εξάρτημα που έπρεπε να αλλαχθεί δεν περιλαμβανόταν στην προσφορά που είχε δώσει η Ενάγουσα. Εξαιτίας του μη εντοπισμού της βλάβης από την Ενάγουσα, ο ΜΥ1 είπε ότι είχε ενημερωθεί από το δεύτερο μηχανικό ότι δεν θα ήταν δυνατή η επιδιόρθωση της μηχανής από την Ενάγουσα. Συνέχισε λέγοντας ότι στις 7.9.2011, πριν ακόμα επιστραφεί η μηχανή από την Ενάγουσα, «λόγω του ότι χρειαζόμουν άμεσα τη μηχανή του οχήματος μας να επιδιορθωθεί» ζήτησε και έλαβε προσφορές για ανταλλακτικά από άλλες εταιρείες που πωλούν εξαρτήματα, για την επιδιόρθωσή της. Συγκεκριμένα λήφθηκαν δύο προσφορές, ημερομηνίας 7.9.2011 και 28.9.2011 αντίστοιχα και, περί τα τέλη Οκτωβρίου, η Εναγόμενη αγόρασε όλα τα εξαρτήματα τα οποία παρέδωσε στο δεύτερο μηχανικό ο οποίος επισκεύασε τη μηχανή περί τα τέλη Δεκεμβρίου
  9. Από την καθυστέρηση, μεταξύ 8.7.2011 που η μηχανή παραδόθηκε στο συνεργείο της Ενάγουσας, μέχρι την επιστροφή της στην Εναγόμενη στις 10.9.2011, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι η Εναγόμενη υπέστη ζημιά την οποία ανταπαιτεί. Η οικονομική αυτή ζημιά αφορά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο
  10. Κατά την αντεξέτασή του, και όταν ερωτήθηκε σχετικά, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο λόγος που έδωσε οδηγίες στο ΜΥ3 να υπογράψει το τιμολόγιο και τη βεβαίωση (Τεκμήρια 2 και 3), ήταν για να τους επιτρέψει ο ΜΕ1 να παραλάβουν τη μηχανή. Δεύτερος μάρτυρας της Εναγόμενης ήταν ο κ. Ανδρέας Καραλουκάς (ΜΥ2), διευθυντής της εταιρείας μεταφορών Β & Κ Καραλουκά Λτδ, ο οποίος κατέθεσε ότι στις 8.7.2011 του είχε ανατεθεί από την Εναγόμενη εταιρεία να μεταφέρει μια μηχανή ενός οχήματός της από το λατομείο Φαρμακά στην Πάφο. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. Κυριάκος Ευριπίδου Μουσούλης, ο οποίος για 16 χρόνια ήταν μηχανικός βαρέων οχημάτων στην Εναγόμενη (ΜΥ3). Σε σχέση με τη συμμετοχή του στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι στις 10.9.2011 του είχε ζητηθεί από το ΜΥ1 να μεταβεί σε γκαράζ στην Πάφο για να παραλάβει μια μηχανή και να την μεταφέρει στα λατομεία της Εναγόμενης στο Φαρμακά. Ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, αφού έφτασε στο συνεργείο μίλησε με το ΜΕ1 ο οποίος του είπε ότι δεν θα του έδινε τη μηχανή εκτός εάν υπέγραφε βεβαίωση παραλαβής και το τιμολόγιο της Ενάγουσας εταιρείας. Ο ίδιος τότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το ΜΥ1 τον οποίο ενημέρωσε σχετικά. Ο ΜΥ1 εκνευρίστηκε και μετά από αρκετή ώρα του έδωσε οδηγίες να υπογράψει τα δύο έγγραφα και να παραλάβει τη μηχανή. Όταν ερωτήθηκε για την κατάσταση στην οποία ήταν η μηχανή κατά την παραλαβή της, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι «κάποια εξαρτήματα ήταν μέσα σε βαρέλια, κάποια εξαρτήματα ήταν κάτω στο δάπεδο, τζιαι το κύλινδρο απλώς φορτώθηκε απευθείας όπως ήταν κάτω πάνω στο αυτοκίνητο, φορτώθηκαν και τα υπόλοιπα εξαρτήματα». Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς είχαν την ευκαιρία να συνοψίσουν αυτήν και να παρουσιάσουν τα εκατέρωθεν επιχειρήματά τους σε γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[2]. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[3]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[4]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από το ΜΕ1, έχοντας παρακολουθήσει τη μαρτυρία του και εξετάζοντας το περιεχόμενό της, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος, ο οποίος κατέθεσε την αλήθεια. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, απαντούσε με ευθύτητα, δεν διέκρινα υπερβολές ή σημεία στη μαρτυρία του που να στερούνται πειστικότητας ή να μην φαίνονται αληθοφανή. Η εικόνα που δημιούργησα δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, συνέχισε να απαντά με την ίδια αμεσότητα και ευθύτητα και κρίνω ότι η μαρτυρία του πρέπει να γίνει και γίνεται αποδεκτή. Συνεχίζω στο ΜΥ1, ο οποίος δεν δημιούργησε θετική εντύπωση. Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του εντόπισα ελλείψεις και ανακολουθίες τέτοιας έκτασης και φύσης που καθιστούν ακροσφαλή την αποδοχή της. Επεξηγώντας τη διαπίστωση μου αυτή, αναφέρω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Επί σημαντικών σημείων η μαρτυρία του δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης[5]. Η φύση και έκταση των αντιφάσεων αυτών συνηγορούν στο ότι οι θέσεις που προβλήθηκαν μέσω της διά ζώσης μαρτυρίας του ΜΥ1 ήταν μάλλον ευρήματα εκ των υστέρων, παρά γνήσια παράθεση των γεγονότων. Ειδικότερα, από μια αντιπαραβολή των ισχυρισμών που περιέχονται στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση της Εναγόμενης και της μαρτυρίας του ΜΥ1, διαπιστώνονται οι ακόλουθες ασυμφωνίες. Κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι μετά την επιστροφή της μηχανής στην Εναγόμενη, ανατέθηκε σε άλλο μηχανικό η επισκευή της και εκεί διαπιστώθηκε ότι δεν είχε γίνει πλήρης αποσυναρμολόγησή της και δεν είχε εντοπιστεί ορθά η αιτία της βλάβης, που οφειλόταν στον κύλινδρο της μηχανής. Όλες αυτές οι αναφορές, όχι μόνο δεν συνάδουν, αλλά είναι αντίθετες με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, σύμφωνα με την οποία «κατά τη λήψη της αποσυναρμολογημένης μηχανής του οχήματος τους αντιλήφθησαν ότι η βλάβη στον κύλινδρο της δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί παρά την αρχική διαβεβαίωση των Εναγόντων». Αυτό που συνάγεται από την Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση είναι ότι η Ενάγουσα είχε εντοπίσει τη βλάβη στον κύλινδρο της μηχανής και είχε διαβεβαιώσει ότι μπορούσε να επισκευαστεί, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Η μαρτυρία του ΜΥ1 είναι τελείως διαφορετική. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα δεν είχε εντοπίσει τη βλάβη στον κύλινδρο. Ειδικότερα ανέφερε ότι «Οι Ενάγοντες είχαν αποσυναρμολογήσει μόνο το πάνω μέρος της μηχανής μας και όχι το κάτω με αποτέλεσμα να μην διαπιστώσουν ότι είχε πρόβλημα το κύλινδρο της μηχανής.. Σημειώνω επίσης ότι, το συγκεκριμένο ανταλλακτικό και/ή εξάρτημα που χρειαζόταν για να επιδιορθωθεί η μηχανή μας δεν περιλαμβανόταν στην προσφορά των Εναγόντων, δεν αναφερόταν πουθενά σε κανένα μέρος της. Περαιτέρω, θα ήθελα να επισημάνω ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες μας ενημέρωσαν προφορικά ή τηλεφωνικά ή γραπτά ότι για να επιδιορθωθεί η μηχανή μας χρειαζόταν αλλαγή το κύλινδρο της μηχανής και ούτε καν μας είχαν αναφέρει ότι εντόπισαν πρόβλημα στο κύλινδρο της μηχανής μας.» Εκτός δικογράφων είναι επίσης και οι αναφορές του ΜΥ1 ότι η μηχανή δεν είχε αποσυναρμολογηθεί πλήρως από την Ενάγουσα, αλλά η αποσυναρμολόγηση που έγινε αφορούσε μόνο το πάνω μέρος της. Στη μαρτυρία του, ο ΜΥ1 συνδέει τη μερική αποσυναρμολόγηση της μηχανής με την απόφαση της Εναγόμενης να απορρίψει την προσφορά της. Ειδικότερα αναφέρει ότι «από τη στιγμή που δεν αποσυναρμολογήθηκε πλήρως η μηχανή του οχήματος μας από τους Ενάγοντες, δεν εντοπίστηκε η ακριβής βλάβη της και δεν μας ανέφεραν ακριβώς τι θα στοιχίσει η κάθε εργασία τους και το κάθε εξάρτημα για να αποφασίσουμε και από πού θα το προμηθευτούμε, όπως είχαμε συμφωνήσει από τον Ιούνιο 2011, απορρίψαμε την προσφορά του διευθυντή των Εναγόντων.» Η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης είναι ότι η προσφορά της Ενάγουσας είχε απορριφθεί γιατί προϋπόθετε αγορά ανταλλακτικών από την αντιπροσωπεία της Caterpillar και δεν προνοούσε για αγορά εξαρτημάτων από άλλες εταιρείες. Κανένας ισχυρισμός περί μερικής αποσυναρμολόγησης της μηχανής δεν περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση της Εναγόμενης. Να αναφέρω παρενθετικά ότι η συγκεκριμένη θέση του ΜΥ1 δεν στέκεται ούτε στη βάσανο της λογικής. Ο ΜΥ1 προβάλλει σαν ένα από τους λόγους απόρριψης της προσφοράς της Ενάγουσας το ότι δεν είχε αποσυναρμολογηθεί πλήρως η μηχανή, με αποτέλεσμα να μην διαγνωστεί ορθά η βλάβη. Όμως, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, η διαπίστωση περί μερικής αποσυναρμολόγησης ακολούθησε χρονικά την απόρριψη της προσφοράς και την επιστροφή της μηχανής στην Εναγόμενη. Το γεγονός, επομένως, ότι επιχειρείται εκ των υστέρων να χρησιμοποιηθεί η μερική αποσυναρμολόγηση ως αιτία για ένα γεγονός που είχε ήδη συντελεστεί, καθιστά όλο το επιχείρημα ανακόλουθο. Δεν διαφεύγει δε ότι η αναφορά περί μη εντοπισμού βλάβης στον κύλινδρο της μηχανής λόγω της μερικής αποσυναρμολόγησης δεν συνάδει με τη θέση του ΜΥ3 όταν περιέγραφε την κατάσταση στην οποία παρέλαβε τη μηχανή. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΥ3 ανέφερε ότι ο κύλινδρος ήταν αποσπασμένος από τη μηχανή και τον είχε εντοπίσει στο πάτωμα. Ούτε και συνάδει με το γεγονός ότι στην προσφορά, Τεκμήριο 1, της Ενάγουσας εταιρείας περιλαμβάνεται χρέωση για τορναδόρο ύψους €2,
  11. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, θεωρώ ότι σε σημαντικά σημεία η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν ήταν πειστική. Ενδεικτικά αναφέρω ότι υποστήριξε ότι η Ενάγουσα εκβίασε την Εναγόμενη αναφέροντας ότι ο ΜΕ1 επέμενε και απειλούσε ότι δεν θα επέτρεπε στο ΜΥ2 να παραλάβει τη μηχανή, εκτός εάν εξοφλείτο το τιμολόγιο της Ενάγουσας, Τεκμήριο
  12. Ακολούθως όμως ανέφερε ότι ο ΜΕ1 επέτρεψε στο ΜΥ2 να παραλάβει τη μηχανή υπογράφοντας το εν λόγω τιμολόγιο. Η υπογραφή ενός τιμολογίου πόρρω απέχει από την εξόφλησή του. Θεωρώ ότι εάν η πρόθεση του ΜΕ1 ήταν πράγματι να εκβιάσει για εξόφληση του τιμολογίου, τότε η μόνη λογική ενέργεια ήταν να επιμένει να αρνείται την παράδοση της μηχανής μέχρι την καταβολή του ποσού του τιμολογίου. Ο συνειρμός που επιχειρεί ο ΜΥ1 όχι μόνο δεν πείθει, αλλά δεν είναι ούτε λογικός. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΥ1, και ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Θεωρώ ότι ο σκοπός της μαρτυρίας του και πρόθεση του ήταν να βοηθήσει την υπόθεση της Εναγόμενης και όχι να καταθέσει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν ήταν βοηθητική. Αναφέρθηκε σε μεταφορά μηχανής από το λατομείο Φαρμακά στην Πάφο, η οποία έγινε τον Ιούλιο 2011, χωρίς να ταυτοποιεί την επίδικη μηχανή ή το συνεργείο της Ενάγουσας εταιρείας. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι δεν έκανε ο ίδιος τη μεταφορά, αλλά κάποιος υπάλληλος της εταιρείας, καθώς και ότι για τα όσα κατέθεσε βασίστηκε σε πληροφορίες που άντλησε από τιμολόγιο και κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας του, που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς αναγνώριση, όμως ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν. Δεν υπάρχει επομένως άλλη μαρτυρία η οποία να ενισχύει την εξ ακοής αναφορά του ΜΥ2 περί μεταφοράς μηχανής από υπάλληλο της εταιρείας. Με αυτό το δεδομένο κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στις αναφορές αυτές του ΜΥ2, ώστε να επηρεάσουν τη διαμόρφωση των ευρημάτων μου ή την απόφασή μου επί της αγωγής και της ανταπαίτησης. Τέλος, ο ΜΥ3 δημιούργησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και ήταν πειστική. Οι απαντήσεις του ήταν αυθόρμητες, άμεσες, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο να αμφιβάλλω την αλήθεια της. Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω ότι τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι ΜΕ1 και ΜΥ
  13. Τα όσα αναφέρω ανωτέρω συνοψίζοντας τη μαρτυρία τους, συνιστούν, προς αποφυγή επανάληψης, και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο τα πιο πάνω ευρήματα στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση και την ανταπαίτηση. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, η Ενάγουσα εδράζει την απαίτησή της σε συμφωνημένη αμοιβή που υποστηρίζει ότι δικαιούται για υπηρεσίες που παρείχε στην Εναγόμενη. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα, αλλά όπως παραδέχθηκε ρητά και ο ίδιος ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ1 είχε προσέλθει στο λατομείο της Εναγόμενης και συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών όπως η Ενάγουσα αφαιρέσει τη επίδικη μηχανή από το όχημα για να μπορέσει να μεταφερθεί στο συνεργείο της στην Πάφο. Αυτό έγινε και τελικά η μηχανή παραδόθηκε από την Εναγόμενη στο συνεργείο της Ενάγουσας. Σημαντικό επίσης, όπως και πάλι ανέφερε ρητά ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι είχε συμφωνηθεί όπως η Ενάγουσα αποσυναρμολογήσει στη συνέχεια τη μηχανή για να διαγνώσει τη βλάβη και να δώσει προσφορά για επιδιόρθωσή της. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι εργασίες αυτές έγιναν από την Ενάγουσα. Σημειώνω ότι μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε στο πότε είχε προσέλθει στο λατομείο ο ΜΕ1 για να αφαιρέσει τη μηχανή από το όχημα της Εναγόμενης και πότε η μηχανή παραδόθηκε στο συνεργείο του στην Πάφο. Σ' ότι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας, κρίνω ότι οι ημερομηνίες αυτές είναι επουσιώδεις. Καθοριστικό είναι το ότι συμφωνήθηκε να γίνουν αυτές οι ενέργειες, οι οποίες και έγιναν. Για τις εργασίες αυτές που εκτέλεσε, η Ενάγουσα δικαιούται σε αμοιβή. Σύμφωνα με το ΜΕ1 το ποσό που η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή συνιστά εύλογη αμοιβή η οποία συνάδει με τις τιμές της αγοράς για αντίστοιχες εργασίες, λαμβάνοντας υπόψη τις ώρες που απαιτήθηκαν για τη διενέργεια των εργασιών. Η θέση του αυτή δεν αντικρούστηκε με άλλη, αντίθετη, μαρτυρία από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η θέση περαιτέρω της Ενάγουσας, όπως προβλήθηκε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1, ήταν ότι η Εναγόμενη συμφώνησε να πληρώσει το αξιούμενο ποσό. Αυτό συνέβη αφού είχαν εκτελεστεί οι εν λόγω εργασίες, όταν - σύμφωνα με το ΜΕ1 - ο ΜΥ1 είχε ενημερώσει ότι η Εναγόμενη δεν θα προχωρούσε με την επιδιόρθωση της μηχανής, αλλά συμφώνησε να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό για τις προαναφερόμενες εργασίες. Το ότι η Εναγόμενη είχε συμφωνήσει και αποδεχτεί το ποσό αυτό ενισχύεται και από την υπογραφή του τιμολογίου που είχε εκδώσει η Ενάγουσα, Τεκμήριο
  14. Το εν λόγω τιμολόγιο είχε υπογραφεί από το ΜΥ3, μετά από σχετικές οδηγίες που έλαβε από το ΜΥ
  15. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι είχε καταρτιστεί σύμβαση με ελεύθερη συναίνεση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, για νόμιμη αντιπαροχή και σκοπό[6]. Οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης περί εξαναγκασμού και πίεσης προς υπογραφή του τιμολογίου δεν πείθουν. Τα όσα ο ΜΥ3 περιέγραφε ότι διαμείφθηκαν κατά την παραλαβή της μηχανής και την υπογραφή της βεβαίωσης και του τιμολογίου, δεν παραπέμπουν σε εκβιασμό και απειλές της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη. Τα γεγονότα καταδεικνύουν περαιτέρω ότι η πλευρά της Ενάγουσας εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις[7]. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, η Εναγόμενη υπαναχώρησε και δεν πλήρωσε το αξιούμενο ποσό. Αυτό δίνει δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία της παράβασης, ήτοι το συμφωνηθέν αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών της[8]. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι με αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία η Ενάγουσα έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τη βάση αγωγής της, αλλά και το ποσό το οποίο αξιώνει. Στρέφομαι στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης εταιρείας, η οποία αξιώνει να της αποδοθεί αποζημίωση για ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία της καθυστέρησης της Ενάγουσας στη διάγνωση της βλάβης στη μηχανή. Όπως είναι καλά γνωστό, οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία[9]. Ο ΜΥ1 προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να εξηγήσει πώς προκύπτει το ποσό των €30.864,70 που η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικά. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη γραπτή δήλωση του ΜΥ1, η οποία είχε αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του. Είχε αναφέρει συγκεκριμένα ότι «λόγω της μη λειτουργίας του οχήματος μας, το οποίο μετέφερε 60 τόνους, για τα δρομολόγια υποχρεωτικά είχαμε χρησιμοποιήσει οχήματα πιο μικρής χωρητικότητας των 30 τόνων, τα οποία είχαν σαν αποτέλεσμα για να καλυφθεί η ημερήσια παραγωγή των 7,5 ωρών, να χρειάζεται καθημερινά, να εργάζονται για την εταιρεία μας 2,5 ώρες την ημέρα επιπρόσθετα, οι οποίες 2,5 ώρες λόγω υπερωρίας πληρώνονταν προς 3,75 ώρες. Αυτές οι ώρες αναφέρονται σε 2 μηχανοδηγούς μεταφοράς οχήματος, 1 μηχανοδηγό φορτώματος των οχημάτων και σε 1 χειριστή του εργοστασίου. Σημειώνω επίσης, ότι η εταιρεία μας επωμίστηκε επιπρόσθετο κόστος ρεύματος, πετρελαίου και επίβλεψης.» Εν αρχή πρέπει να σημειώσω ότι η πιο πάνω αναφορά υπολείπεται της υποχρέωσης για αυστηρή απόδειξη της ειδικής ζημιάς της Εναγόμενης, με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν τεκμηριώνονται. Είναι αδύνατο από τα πιο πάνω να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη έχει αποδείξει ότι υπέστη ειδική ζημιά ύψους €30.864,
  16. Πέραν τούτου, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι η πιο πάνω αναφορά του ΜΥ1 δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης. Υπενθυμίζω, όπως καταγράφω στην αρχή της απόφασής μου, ότι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της η Εναγόμενη δικαιολογεί με διαφορετικό τρόπο τα ποσά τα αξιώνει ανταπαιτητικά. Περαιτέρω, δεν διαφεύγει η αναφορά του ότι από το Σεπτέμβριο που η Εναγόμενη είχε λάβει άλλες προσφορές για το κόστος επιδιόρθωσης της μηχανής, μόλις το τέλος Οκτωβρίου παρέδωσε τα εξαρτήματα που απαιτούνταν για την επιδιόρθωση στο νέο μηχανικό και ότι αυτός ολοκλήρωσε την επισκευή «περί τα τέλη Δεκεμβρίου». Δεν διευκρινίζεται η ακριβής ημερομηνία του Δεκέμβρη που ήταν ξανά σε λειτουργήσιμη κατάσταση η μηχανή και αντ' αυτού η ανταπαίτηση αφορά ισχυριζόμενες ζημιές για ολόκληρο το Δεκέμβρη. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό, η ανταπαίτηση της Εναγόμενης η οποία, συνακόλουθα, απορρίπτεται. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €3.450, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα πληρωθεί. Ενόψει του ότι η ανταπαίτηση είχε καταχωρηθεί στην κλίμακα €10.000-€50.000, από την καταχώρηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης και εντεύθεν ο υπολογισμός των εξόδων να γίνει σε εκείνη την κλίμακα. [Υπ.] ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετική η Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v Acuac Inc.

(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 [2]Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [3] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [5] Σχετικές οι Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153 και Χριστάκης Χρίστου ν Αγαθοκλή Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 [6] Άρθρο 10
(1), περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [7] Άρθρο 37, περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [8] Άρθρο 73, περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [9] Παναγιώτου ν Φραγκίσκου κ.α.,Πολιτική ΄Εφεση 9320/30.4.99, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου, Πολιτική ΄Εφεση 8999/8.11.96, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους, Πολιτική ΄Εφεση 9117/18.4.97, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοϊζου ν. Μουρτζή, Πολιτική ΄Εφεση 10085/21.6.99, Μαΐττα ν. Γεωργίου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 8499/9.1.98 και Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική ΄Εφεση 10072/23.11.99 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.