← Κύπρος

Έλενας Χαραλάμπους ν. Κατιάνας Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1289/10, 14/2/2018

Έλενας Χαραλάμπους ν. Κατιάνας Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1289/10, 14/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1289/10 Μεταξύ: Έλενας Χαραλάμπους, εκ Περιστερώνας Λ/σιας Ενάγοντος - και -

  1. Κατιάνας Ιωάννου, οδ. Λευκάδας 1 Γ, Λάρνακα
  2. Φέλιξ Βαλανίδη, Ταγματάρχου Πουλλίου 206, Διαμ. 201, Λ/σια
  3. Αλεξάνδρα Καρυπίδου, από Γεωργίαν και τώρα Λ/σια Εναγομένου --------- Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Χαραλάμπους Για την Εναγόμενη 1: κα Χρίστου ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (ως ειδικότερα καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης), η ενάγουσα επιζητούσε τις ακόλουθες θεραπείες εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και
  4. «Α΄: €1467,00 αποζημιώσεις δια ειδικές ζημιές ως εις παρ. 9 υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4 και
  5. B΄: Γενικές Αποζημιώσεις ως η παρ. 9 υπό στοιχεία α έως στ. Γ΄: Νόμιμον τόκον από της ημερομ. Καταχώρησης της αγωγής μέχρι εκδόσεως της δικαστικής απόφασης και Δ΄: Έξοδα.» Στις 7.10.16, και δη κατά τη μέρα έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος της ενάγουσας ζήτησε και έλαβε άδεια από το Δικαστήριο και απέσυρε την αγωγή εναντίον της εναγόμενης
  6. Ακολούθως, άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, η συνήγορος που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο 2, ζήτησε και έλαβε άδεια και αποσύρθηκε από δικηγόρος του λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από πλευράς του για την παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, η λοιπή ακροαματική διαδικασία περατώθηκε στην απουσία του εναγόμενου 2 και χωρίς τούτος να εκπροσωπείται από δικηγόρο. Η εκδοχή της ενάγουσας Ως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, αλλά και τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τις 12.10.08, τούτη (η ενάγουσα), ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου υπέστη, (α) σωματικές βλάβες, (β) υλικές ζημιές επί του οχήματός της, (γ) αναγκάστηκε να καταβάλει χρήματα για την αποθεραπεία της και (δ) να απολέσει οικονομικό όφελος που θα αποκτούσε αν και εφόσον δεν απουσίαζε από την εργασία της λόγω του τραυματισμού της. Σε σχέση με τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της, τούτες καλύφθηκαν από τρίτο (είτε την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχε ασφαλισμένο το όχημά της υπό περιεκτική κάλυψη, είτε την ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε το όχημα του εναγομένου 2) και επομένως δεν διεκδικούνται μέσω της παρούσας αγωγής, την οποία προωθεί, περιοριστικά για γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη, αλλά και για ειδικές αποζημιώσεις σε σχέση με συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που κατέβαλε προς τρίτους και/ή για χρήματα που απώλεσε, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού της. Κατά την ενάγουσα (πάντα με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης), ενώ οδηγούσε το όχημα της στη Λεωφόρο Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λευκωσία εντός πυκνής τροχαίας κίνησης, δέχθηκε κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός της από το όχημα που την ακολουθούσε, το οποίο οδηγείτο από την εναγόμενη
  7. Τούτο συνέβη, λόγω του ότι το όχημα της εναγόμενης 1 σπρώχθηκε προς τα εμπρός από κτύπημα που δέχθηκε από το τρίτο στη σειρά όχημα και δη αυτό που οδηγείτο από τον εναγόμενο
  8. Συνεπεία του ατυχήματος, η ενάγουσα τραυματίστηκε και απουσίαζε από την εργασία της, με άδεια ασθενείας, για ένα διάστημα περίπου 2 μηνών, με αποτέλεσμα να απολέσει επιδόματα και άλλα έσοδα που θα αποκέρδαινε αν εργαζόταν το χρονικό διάστημα αυτό. Επίσης, στα πλαίσια της αποθεραπείας της, κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά προς γιατρούς, φαρμακεία και φυσιοθεραπευτή, τα οποία διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις. Κατά την ενάγουσα, για το ατύχημα ευθύνεται, τόσο ο εναγόμενος 2, όσο και η εναγόμενη
  9. Ο εναγόμενος 2 επί το ότι, οδηγούσε αμελώς και ως αποτέλεσμα προσέκρουσε επί του οχήματος της εναγόμενης 1, το οποίο έσπρωξε προς τα εμπρός, και η εναγόμενη 1, επί το ότι δεν τηρούσε την ενδεδειγμένη απόσταση από το όχημά της (της ενάγουσας), με αποτέλεσμα, μετά τη σύγκρουση του οχήματος του εναγόμενου 2 επί του δικού της, τούτο (το όχημα της εναγόμενης 1), να συγκρουστεί επί του οχήματος της ενάγουσας. Η εκδοχή της εναγόμενης 1 Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της εναγόμενης 1, αλλά και των θέσεων που υποβλήθηκαν από τη συνήγορο της κατά το στάδιο που αντεξετάζονταν οι μάρτυρες της ενάγουσας, ευθύνη για το δυστύχημα φέρει, τόσο η ενάγουσα, όσο και o εναγόμενος 2, ενώ η ίδια δεν ευθύνεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, για την πρόκλησή του. Η ενάγουσα ευθύνεται επί το ότι δεν έλεγξε, πριν ελαττώσει απότομα ταχύτητα, την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε, ενώ ο εναγόμενος 2, επί το ότι, μεταξύ άλλων, δεν τηρούσε την ενδεδειγμένη απόσταση από το όχημα της και οδηγούσε τούτο αμελώς με αποτέλεσμα να συγκρουστεί επ' αυτού και να το σπρώξει προς τα εμπρός και τούτο, κατά συνέπεια, να συγκρουστεί με το όχημα της ενάγουσας. Η εκδοχή του εναγόμενου 2 Από το περιεχόμενο του δικογράφου του εναγόμενου 2, αλλά και τις διάφορες θέσεις που τέθηκαν προς τους μάρτυρες της ενάγουσας από τη συνήγορό του, για όσο διάστημα τούτη τον εκπροσωπούσε, κατά τον εναγόμενο 2, ευθύνη για το ατύχημα φέρει η ενάγουσα, η οποία, μεταξύ άλλων, ελάττωσε απότομα χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε, και η εναγόμενη 1, επί το ότι, μεταξύ άλλων (σε πλήρη όμως διαφωνία με την κοινώς αποδεκτή σειρά που οδηγούντο τα τρία ενεχόμενα οχήματα), «δεν οδηγούσε σε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενό της όχημα του εναγομένου 2».[1] Ακροαματική διαδικασία Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσαν ενόρκως πέντε πρόσωπα, όλα ως μάρτυρες της ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα, πρώτη κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα, δεύτερος, ο Αστυφύλακας 2730 Χρυσόστομος Πέτρου (ΜΕ2), τρίτος, ο Decio Danilo Grzeczinski (ΜΕ3), τέταρτος, ο Δρ. Ανδρέας Κουγιάλης (ΜΕ4) και πέμπτος, ο Δρ. Λοΐζος Χριστοδούλου (ΜΕ5). Μετά το πέρας της μαρτυρίας των μαρτύρων της ενάγουσας, η συνήγορος του εναγόμενου 1, δήλωσε ότι, από πλευράς τους, δεν κρίνεται αναγκαία η παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρία. Έχοντας δε ήδη αποσυρθεί η συνήγορος που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο 2, η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις, οι οποίες και ακούστηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα Κατόπιν των δηλώσεων των συνηγόρων των μερών κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά και ως συνέπεια της αναντίλεκτης, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα κρίνονται ως μη αμφισβητούμενα. Είναι τα ακόλουθα: Στις 12.10.08 περί τις 18:35, στη Λεωφόρο Λεμεσού, επεσυνέβη ατύχημα με ενεχόμενα τα οχήματα που οδηγούντο, (α) από την ενάγουσα (προπορευόμενο όχημα), (β) την εναγόμενη 1 (όχημα που ακολουθούσε το όχημα της ενάγουσας) και (γ) τον εναγόμενο 2 (όχημα που ακολουθούσε το όχημα της εναγόμενης 1). Ως προς το πώς επεσυνέβη το ατύχημα, τις αποστάσεις που τηρούντο από τα ενεχόμενα οχήματα, την ταχύτητα τους και το κατά πόσο το όχημα της ενάγουσας ήταν εν κινήσει ή μη όταν επισυνέβη το ατύχημα, οι πλευρές διαφωνούν. Μετά το ατύχημα, τη σκηνή επισκέφθηκε ο ΜΕ2, ο οποίος διερεύνησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτο επεσυνέβη και ετοίμασε σχεδιαγράφημα της σκηνής, με το περιεχόμενο του οποίου συμφώνησαν όλοι οι ενεχόμενοι οδηγοί. Το εν λόγω σχεδιαγράφημα, το μετέτρεψε σε συμμετρικό (αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1). Το όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη 1, ήταν μήκους 3.5μ. - 4μ. Η ενάγουσα, αμέσως μετά το ατύχημα, αφού επικαλέστηκε πόνο στον αυχένα και γενικά τραυματισμό της, επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου και εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό, ο οποίος εξέδωσε και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2(α)). Της χορηγήθηκε και άδεια ασθένειας για διάστημα 4 ημερών (Τεκμήριο 2(β). Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 2(α), η ενάγουσα αιτιάτο πόνο στον αυχένα και κατά την κλινική εξέταση της όλα της τα συστήματα ελέχθησαν ως φυσιολογικά. Ο δε ακτινολογικός έλεγχος της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής της στήλης δεν έδειξε οποιανδήποτε εμφανή οστική βλάβη. Η διάγνωση του γιατρού που την εξέτασε ήταν ότι η ενάγουσα παρουσίαζε θλάση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής της στήλης. Τρεις μέρες μετά, και δη στις 15.10.08, η ενάγουσα επισκέφθηκε τον ΜΕ5, ο οποίος, σε σχέση με τις κατά καιρούς εξετάσεις της ενάγουσας, ετοίμασε τρεις ιατρικές γνωματεύσεις (Τεκμήρια 3(α), 3(ε) και 3(στ)). Στα πλαίσια δε των αρχικών εξετάσεων του, ο ΜΕ5 χορήγησε στην ενάγουσα άδειες ασθένειας, οι οποίες κάλυπταν το χρονικό διάστημα από 15.10.08 μέχρι και 8.12.08 (Τεκμήρια 3(β), 3(γ) και 3(δ)). Η ενάγουσα, για μια εκ των ιατρικών εξετάσεων που την υπέβαλε ο ΜΕ5, αλλά και για την έκδοση ενός ιατρικού πιστοποιητικού, κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των €200 (Τεκμήρια 5(α) και 5(β)). Η ενάγουσα επισκέφθηκε και τον ΜΕ4, ο οποίος εξέδωσε 2 ιατρικές εκθέσεις και/ή βεβαιώσεις (Τεκμήρια 4(α) και (β)). Αν και κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 (φυσικοθεραπευτής), η συνήγορος της εναγόμενης 1 αμφισβήτησε τη θέση του μάρτυρα ότι η ενάγουσα τον επισκέφθηκε για φυσικοθεραπείες, με γνώμονα το περιεχόμενο της αγόρευσης της ρηθείσας συνηγόρου (επί τη βάσει της μαρτυρίας του ΜΕ3 - την οποία αντιμετωπίζει ως αληθή - προβάλλει τη θέση ότι η ενάγουσα ψεύδεται), καθίσταται έκδηλο ότι, η εναγόμενη 1, αλλά και ο εναγόμενος 2 (κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα από τη συνήγορο που τον εκπροσωπούσε τότε, δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός αυτό), αποδέχονται ότι η ενάγουσα έτυχε οκτώ φυσικοθεραπειών από τον ΜΕ3 στο χρονικό διάστημα μεταξύ 27.11.08 μέχρι και 17.12.08 και μίας επαναξιολόγησης στις 10.2.
  10. Για τις φυσικοθεραπείες αυτές, καθώς επίσης και για την επαναξιολόγησή της, η ενάγουσα κατέβαλε προς τον ΜΕ3 το συνολικό ποσό των €270 (Τεκμήριο 6 (α)). Τέλος, η ενάγουσα κατέβαλε και προς συγκεκριμένο φαρμακείο το χρηματικό ποσό των €31.80 για την αγορά φαρμακευτικής αναλγητικής αγωγής κατόπιν σχετικών οδηγιών των γιατρών που την εξέτασαν. Το κατά πόσο η ενάγουσα, κατέβαλε και άλλα χρήματα σε σχέση με τις ιατρικές της εξετάσεις και/ή για αγορά φαρμακευτικής αγωγής και/ή κολάρου και/ή για περαιτέρω φυσικοθεραπείες, τούτο αμφισβητείται από την πλευρά των εναγομένων. Αμφισβητείται επίσης η έκταση των τραυμάτων της, αλλά και ο ισχυρισμός της περί μη πλήρους αποθεραπείας της, αλλά και περί παρουσίασης καταλοίπων μέχρι και σήμερα. Για τα μόλις πιο πάνω αδιαμφισβήτητα και/ή κοινώς αποδεκτά, μεταξύ των μερών, γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παράθεση της ουσιώδους μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα αμφισβητούμενα γεγονότα Η Ενάγουσα Κατά την ενάγουσα, ενώ οδηγούσε το όχημα της με χαμηλή ταχύτητα στη Λεωφόρο Λεμεσού, άκουσε έναν δυνατό θόρυβο και αμέσως μετά ένιωσε κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός της. Συναφώς, στα πλαίσια της αντεξέτασής της από την τότε συνήγορο του εναγόμενου 2, σε συμφωνία και με τη θέση που προβάλλεται δικογραφικά, τόσο από την ίδια (την ενάγουσα), όσο και η εναγόμενη 1, διευκρίνισε ότι αρχικά το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 συγκρούστηκε επί του οχήματος της εναγόμενης 1 και ακολούθως το όχημα της τελευταίας επί του δικού της. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, το όχημα της δέχθηκε μόνο ένα κτύπημα και τούτο μετά το θόρυβο που άκουσε, τον οποίο η ίδια απέδωσε στη σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 επί του οχήματος της εναγόμενης
  11. Ουδέποτε, κατά τον ουσιώδη, για το επίδικο ατύχημα, χρόνο, έστρεψε την προσοχή της προς την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε και τούτο για τον λόγο ότι, κατά την ίδια, η υποχρέωση της ήταν να έχει στραμμένη την προσοχή της προς τα εμπρός και δη προς την κατεύθυνση που κινείτο. Ως προς τον τραυματισμό της, ήταν η θέση της ενάγουσας ότι, από την πρώτη στιγμή μετά το δυστύχημα ένιωσε πόνο στον αυχένα, και αργότερα παρουσίασε ζαλάδες, έντονους πονοκεφάλους, ημικρανίες, ίλιγγο, αλλά και δυσανεξία στον δυνατό θόρυβο, με τάση προς κούραση και έλλειψη συγκέντρωσης. Λίγες μέρες μετά το ατύχημα, επισκέφθηκε τον ΜΕ5, ο οποίος της συνέστησε τη χρήση κολάρου και αντιφλεγμονώδη αγωγή. Της συνέστησε, επίσης, ανάπαυση και την παρέπεμψε για φυσικοθεραπεία. Λόγω του ότι η συμπτωματολογία της δεν παρουσίαζε ύφεση, επισκέφθηκε τον ΜΕ5 άλλες 2 φορές (όλες κατά τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2008). Παρά το ότι ακολούθησε τις οδηγίες του ΜΕ5, και παρά το ότι λάμβανε τη φαρμακευτική αγωγή που της συνεστήθη, τα συμπτώματα της συνέχιζαν να τη ταλαιπωρούν, με αποτέλεσμα να επισκεφθεί εκ νέου τον ΜΕ5 κατά το 2010 και 2012, καθώς επίσης και τον ΜΕ4 (2012 και 2014) και να εξεταστεί από αυτούς. Κατά την ενάγουσα, μέχρι και σήμερα, ταλαιπωρείται από αυχεναλγία, αλλά και πονοκεφάλους, ημικρανίες, ζαλάδες, ίλιγγους, κούραση και έλλειψη συγκέντρωσης λόγω του επίδικου τραυματισμού της, συμπτωματολογία, η οποία την καθιστά δυστυχισμένη. Ως η ενάγουσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και προς τον ΜΕ4, προ του δυστυχήματος δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον αυχένα της και η όποια σχετική, με το συγκεκριμένο σημείο της σπονδυλικής της στήλης, συμπτωματολογία της, παρουσιάστηκε μετά το ατύχημα και ως άμεση απόρροια του. Είναι δε περαιτέρω η θέση της ότι ουδέποτε αποθεραπεύτηκε από τα τραύματα που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και ότι για αυτά δικαιούται σε απόφαση για γενικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά στις απαιτούμενες από αυτήν ειδικές αποζημιώσεις, η ενάγουσα πέραν των €200 που κατέβαλε προς τον ΜΕ5, των €31.80 που κατέβαλε για αγορά φαρμακευτικής αγωγής και των €270 που κατέβαλε προς τον ΜΕ3 για φυσικοθεραπείες, ισχυρίστηκε ότι δικαιούται και σε επιδίκαση του ποσού των €917, το οποίο ποσό θα αποκέρδαινε, αν και εφόσον δεν απουσίαζε από την εργασία της λόγω του επίδικου τραυματισμού της, ως επίδομα νύχτας και/ή αργιών και/ή ως υπερωρίες (η ενάγουσα ήταν και είναι αστυφύλακας). Ο ΜΕ2 Σύμφωνα με τον ΜΕ2, με το σχεδιαγράφημα της σκηνής συμφώνησαν όλοι οι ενεχόμενοι οδηγοί. Ήταν δε ξεκάθαρο, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν από αυτούς στις καταθέσεις που τους λήφθηκαν, αλλά και από τα ευρήματα στη σκηνή του ατυχήματος ότι, αρχικά το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος της εναγόμενης 1 και ακολούθως το όχημα της εναγόμενης 1 προσέκρουσε στο πίσω μέρος του οχήματος της ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, στη σκηνή ανευρέθηκαν σπασμένα γυαλιά και ακαθαρσίες στα σημεία που έγιναν οι 2 συγκρούσεις και είναι επί τη βάση και αυτών των ευρημάτων που τοποθετήθηκαν επί του σχεδιαγράμματος τα σημεία σύγκρουσης με σήμανση Χ και Χ
  12. Η απόσταση που χωρίζει τα δύο σημεία σύγκρουσης είναι 5.20μ. Όσον δε αφορά στο όχημα της εναγόμενης 1, τούτο ήταν μήκους 3.5μ. - 4μ.. Η δε τροχαία κίνηση κατά την ώρα που επισκέφθηκε τη σκηνή ήταν πυκνή. Κατά την ώρα που επισυνέβη το δυστύχημα είχε ήδη βραδιάσει, ενώ η σκηνή φωτίζετο από πολύ ικανοποιητικό οδικό φωτισμό υψηλής τάσης. Από προκαταρκτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από άλλο αστυφύλακα στον εναγόμενο 2 για ενδεχόμενη οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, προέκυψε ένδειξη 93 mg αλκοόλης, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο τα 22 mg. Όταν δε, ακολούθως, ο εναγόμενος 2 μεταφέρθηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας για να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο αλκοόλης, λόγω μη ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής που έδωσε, δεν προέκυψε οποιαδήποτε ένδειξη. Σχηματίστηκε ποινικός φάκελος εναντίον του εναγόμενου 2 σε σχέση με διάφορα τροχαία αδικήματα, μεταξύ των οποίων και της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, και η μετέπειτα ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του, απεσύρθη λόγω αδυναμίας επίδοσης της σε αυτόν. Ο ΜΕ3 Η ενάγουσα, επισκέφθηκε τον ΜΕ3 για πρώτη φορά στις 27.11.08, με παραπεμπτικό γιατρού για φυσικοθεραπεία λόγω θλάσης αυχένα. Αιτιάτο έντονο πόνο στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής της στήλης με επέκταση του πόνου στο πάνω μέρος της πλάτης, συνοδευμένος από πονοκέφαλο και δυσκαμψία με περιορισμένη κίνηση της κεφαλής. Ο ΜΕ3, υπέβαλε τούτη σε 8 φυσικοθεραπείες, με τελευταία εξ αυτών στις 17.12.08, ημερομηνία κατά την οποία θεώρησε ότι η ενάγουσα είχε θεραπευτεί. Κατά τον ΜΕ3, κατ' εκείνη τη μέρα, η ενάγουσα «μπορούσε να λειτουργήσει ως άνθρωπος φυσιολογικός, να έχει μια καθημερινότητα προς το φυσιολογικό». Παρά ταύτα, ως μέρος της πρακτικής που ακολουθεί ο ίδιος, ζήτησε από την ενάγουσα να τον επισκεφθεί εκ νέου για επαναξιολόγηση και διευθέτησε όπως τούτη γίνει, όπως και έγινε, στις 10.02.
  13. Κατά τον ΜΕ3, η ενάγουσα, τόσο κατά την τελευταία φυσικοθεραπεία της (17.12.08), όσο και κατά την επαναξιολόγηση της (10.02.09), μπορούσε πλέον να λειτουργήσει ως φυσιολογικός άνθρωπος. Η δε επαναξιολόγηση της κατάστασής της, επιβεβαίωσε την αποθεραπεία της. Σε κάθε φυσικοθεραπεία που την υπέβαλλε, η κατάσταση της υγείας της καλυτέρευε. Ανέφερε ακόμα ότι την ενάγουσα υπέβαλε σε φυσικοθεραπείες και κατά το 2011, χωρίς ωστόσο να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή, την οποία περιορίστηκε να χαρακτηρίσει ως παρόμοια με αυτήν που παρουσίαζε κατά τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2008 και χωρίς να συσχετίσει τούτη με το επίδικο ατύχημα, παρά μόνο ως ενδεχόμενη υποτροπή. Ο ΜΕ4 Ο ΜΕ4, ιατρός, νευροχειρούργος, ανέφερε ότι εξέτασε την ενάγουσα για πρώτη φορά στις 2.11.2012, και ακολούθως στις 19 του ιδίου μήνα. Την εξέτασε εκ νέου και στις 24.1.
  14. Η μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση, περιορίστηκε, ως επί το πλείστον, στο περιεχόμενο των δύο Ιατρικών Εκθέσεων που ετοίμασε, και δη τα τεκμήρια 4(α) και 4(β). Κατά τον ΜΕ4, η ενάγουσα στις δύο εξετάσεις που της έγιναν το 2012 παρουσίαζε αυχεναλγία με επιδείνωση του άλγους κατά τις κινήσεις, επεισόδια ινιακής κεφαλαλγίας και ζάλης, αιμωδίες άνω άκρων με κατανομή 7ης και 8ης αυχενικής ρίζας, εύκολη κόπωση και γενικευμένο αίσθημα βάρους και δυσανεξία σε δυνατούς θορύβους. Εξέφρασε δε τη γνώμη ότι, με βάση τα όσα η ίδια η ενάγουσα του ανέφερε, τα συμπτώματα της αυτά σχετίζονται με το επίδικο ατύχημα. Με γνώμονα δε τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά το χρόνο εξέτασής της, και με παραπομπή σε σχετική ταξινόμηση από το QUEBEC TASK FORCE ON WHIPLASH ASSOCIATED DISORDERS, του Συνδέσμου WHIPLASH, κατάταξε το αυχενικό πρόβλημα που παρουσίαζε η ενάγουσα στην 3η κατηγορία, από τις τέσσερις συνολικά. Ακολούθως, με γνώμονα τη σχετική με το ζήτημα βιβλιογραφία, αναφέρθηκε, επί τη βάσει ποσοστών, στους ασθενείς που αντιμετωπίζουν πρόβλημα κάκωσης αυχένα (δίκην κακώσεως μαστιγίου - Whiplash injury), οι οποίοι επιστρέφουν στην εργασία τους μετά τον τραυματισμό τους, κατηγοριοποιώντας τους ανάλογα με το χρόνο που χρειάζονται για να επιστρέψουν πίσω στην εργασία τους. Παρόμοια αναφορά, επί τη βάσει ποσοστών, προώθησε και σε σχέση με το χρόνο που χρειάζεται ένας τέτοιος ασθενής να παρουσιάσει ύφεση συμπτωμάτων. Κατά την αντεξέτασή του, αποδέχθηκε ότι όλη η συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά τις επισκέψεις της ήταν υποκειμενική, και, αν όχι αδύνατο, ήταν τουλάχιστον πολύ δύσκολο να εξακριβωθεί, κατά την εξέταση του, το κατά πόσο οι διάφορες αιτιάσεις της ασθενούς (πόνος, ζάλη, κεφαλαλγία κ.ο.κ.), είναι αληθείς και αν ναι, τόσο έντονες ως περιγράφονται από αυτή. Δέχθηκε επίσης ότι, η όποια γνώμη του περί συσχέτισης της συμπτωματολογίας της ενάγουσας με το επίδικο ατύχημα, έγινε λόγω των αναφορών της ενάγουσας περί απουσίας προ-υπαρχόντων του ατυχήματος συμπτωμάτων, της αιφνίδιας έναρξης τους αμέσως μετά το ατύχημα και της προοδευτικής επιδείνωσης τους, επί συνεχούς βάσης, μέχρι και την εξέτασή της. Όταν εξέτασε την ενάγουσα στις 24.1.2014, και αφού του ανέφερε ότι τα συμπτώματα συνεχίζοντο και ότι παρά τη συντηρητική θεραπεία την οποία ακολούθησε στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα συνέχιζε να παρουσιάζει αυχεναλγία, κεφαλαλγία, ζαλάδες, αίσθημα εύκολης κόπωσης, αίσθημα βάρους και αιμωδίες άνω άκρων, έκρινε ότι, λόγω της επιμονής των συμπτωμάτων, τούτα θεωρούνται πλέον μόνιμα. Διευκρίνισε ωστόσο ότι, λόγω του γεγονότος ότι όλα τα συγκεκριμένα συμπτώματα είναι υποκειμενικά, κατεγράφησαν στην ιατρική του έκθεση ως συμπτώματα που περιγράφηκαν και αναφέρθηκαν από την ενάγουσα στο ίδιο, χωρίς να είναι δυνατή η επιβεβαίωση τους με την κλινική εξέταση. Ο ΜΕ 5 Ο ΜΕ5 είναι ο ιατρός που εξέτασε την ενάγουσα τρεις ημέρες μετά το επίδικο ατύχημα, και συγκεκριμένα στις 15.10.
  15. Επανεξέτασε τούτην και στις 30.10.2008, 14.11.2008, 9.12.2010, 16.2.2012 και 28.2.
  16. Κατά την πρώτη χρονικά εξέτασή της, η ενάγουσα παρουσίαζε άλγος στον αυχένα κατά τη ψηλάφηση και την κίνηση, με επέκταση του πόνου στη βάση του αυχένα και στους αμφοτραπεζοειδείς μύες και αριστερό άνω άκρο. Η ενάγουσα αιτιάτο δυσανεξία στο θόρυβο, αίσθημα κούρασης, έλλειψη συγκέντρωσης και αμνησία, τόσο αναφορικά με τα πρόσφατα, όσο και με παλαιά γεγονότα. Ο νευρομυϊκός έλεγχος και τα αντανακλαστικά της κρίθηκαν ως φυσιολογικά, ενώ από ακτινολογικό έλεγχο στον οποίο υποβλήθηκε, προέκυψε ότι η αυχενική μοίρα της σπονδυλικής της στήλης παρουσίαζε ανάστροφη φορά, εύρημα που συνάδει με μυϊκό σπασμό. Της χορήγησε αντιφλεγμονώδη αγωγή, ανάπαυση και χρήση αυχενικού κολάρου και την παρέπεμψε για φυσικοθεραπεία. Κατά τις επόμενες δύο εξετάσεις της, οι οποίες έλαβαν χώρα εντός χρονικού διαστήματος ενός μηνός από την πρώτη, η ενάγουσα ανέφερε ελαφριά βελτίωση των συμπτωμάτων της, παραπονούμενη ωστόσο για εξακολούθηση των πονοκεφάλων, ζαλάδων, απώλεια μνήμης και έλλειψη συγκέντρωσης. Κατά την τέταρτη εξέτασή της, η οποία έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 2010, η ενάγουσα συνέχισε να παραπονείται για άλγος στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, αλλά υπήρξε βελτίωση των λοιπών συμπτωμάτων της. Από νέο ακτινολογικό έλεγχο που της έγινε, διαπιστώθηκε πρόωρου βαθμού αυχενική σπονδύλωση. Η δε διάγνωση του ΜΕ5, με γνώμονα τις εξετάσεις, τόσο του 2008, όσο και αυτή του 2010, ήταν ότι ο τρόπος με τον οποίο τραυματίστηκε η ενάγουσα, προκάλεσε συνδεσμική κάκωση στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής της στήλης με το ενδεχόμενο αυχενικής σπονδύλωσης στο μέλλον να μην μπορεί να αποκλειστεί. Αναφορικά με τις δύο επισκέψεις της ενάγουσας κατά το 2012, η τελευταία του ανέφερε ότι συνέχιζε να παρουσιάζει πονοκεφάλους, ζαλάδες και ίλιγγο, και ότι έλαβε αναλγητική αγωγή. Επίσης του παραπονέθηκε για επέκταση του πόνου, αλλά και παραισθησία, κυρίως στα δάκτυλα του δεξιού χεριού. Ακτινογραφία που διενεργήθη, έδειξε ευθιασμό της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Παρέπεμψε εκ νέου την ενάγουσα σε φυσικοθεραπεία και κινησιοθεραπεία στην αυχενική μοίρα. Συνεπεία δε της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος και της συνέχισης της συμπτωματολογίας που παρουσίαζε η ενάγουσα, το ιατρικό της πρόβλημα θεωρήθηκε από τον ΜΕ5 ως μόνιμο. Κατά την αντεξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι την ενάγουσα εξέτασε και κατά το 2006 για πόνο στο αυχένα. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, την εξέτασε «για πόνο στον αυχένα και έγιναν και ακτινογραφίες και θεραπεία με αυχενικό κολάρο και αναλγησία και με χορήγηση αναλγητικής θεραπείας και φυσικοθεραπείες». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, πάντα κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ανέφερε ότι κατά την ρηθείσα εξέτασή της το 2006, η ενάγουσα παρουσίαζε μυικό σπασμό στους τραπεζοειδείς. Νομική Πτυχή Οδική Αμέλεια Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή. Το ερώτημα δε που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγούσε αμελώς, είναι το κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια, (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη

(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Στο βαθμό που αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, έχει αναφερθεί από Βρετανικά Δικαστήρια ότι, η απόσταση που πρέπει να χωρίζει δύο οχήματα που οδηγούνται το ένα πίσω από το άλλο, εξαρτάται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι η ταχύτητα των οχημάτων, η φύση της περιοχής, η υπόλοιπη τροχαία κίνηση, η δυνατότητα του οδηγού του οχήματος που ακολουθεί να δει μπροστά από το προπορευόμενο του όχημα και το εύρος της απόστασης που επιτρέπει σε ένα οδηγό να ακινητοποιήσει το όχημα του χωρίς τούτο να συγκρουστεί στο προπορευόμενο του. Γενικότερα, κάθε οδηγός οχήματος που ακολουθεί άλλο, υπέχει υποχρέωση, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογα δυνατό, να οδηγεί με τέτοιο τρόπο και να τηρεί τέτοια απόσταση έτσι ώστε να έχει δυνατότητα να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλες τις λογικά προβλέψιμες ανάγκες της τροχαίας κίνησης. Το ζήτημα είναι πάντα πραγματικό, όπως πραγματικό είναι και το κατά πόσο ο οδηγός του οχήματος που ακολουθεί, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ενέργησε με ετοιμότητα, δεξιοτεχνία και κρίση που εύλογα αναμένεται υπό τις περιστάσεις (βλ, Brown and Lynn v. Western Scottish Motor Traction Co. Ltd [1945] SC31, Thompson v. Spedding [1973] RTR 312 CA και Scott v. Warren [1974] RTR 104). Για να αποδοθεί, έστω και μερική ευθύνη σε ένα οδηγό θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η ενέργεια του που προκάλεσε κίνδυνο, ήταν το αποτέλεσμα κατώτερης του μέσου συνετού οδηγού οδήγησης και όχι αναγκαίας και λογικής δράσης για αποφυγή απρόβλεπτου κινδύνου που προκλήθηκε από τρίτο. Επίσης, δεν θα αποδοθεί ευθύνη σε οδηγό που δεν έλαβε μέτρα αποφυγής ενός εντελώς απρόβλεπτου κινδύνου που προέκυψε αποκλειστικά από αμελή οδήγηση τρίτου. Ως έχει συναφώς αναφερθεί «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή
(2004)1Α.Α.Δ. 72, Ιωάννης Παρασκευά Τσολιά ν. Ιάκωβου Χριστοφίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 730, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996), 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 642. Ειδικές Αποζημιώσεις Για να είναι δυνατή η επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων, θα πρέπει ο διάδικος που τις απαιτεί να τις αποδείξει αυστηρά. Μαρτυρία η οποία βασίζεται σε εικασίες και/ή πεποιθήσεις ενός μάρτυρα, χωρίς να δίδονται στο Δικαστήριο οι απαραίτητες πληροφορίες και στοιχεία ώστε να εξετάσει την βασιμότητας και ακρίβεια της απαίτησης δεν επαρκεί για επιδίκαση τους (βλ. Κούνουνα Χριστοφής κ.α. ν. κώστας Κυριάκου και Υιος Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126 και Bonham Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.R.L. 177, 178) Πραγματική μαρτυρία - σχέδιο της σκηνής δυστυχήματος Σύμφωνα με τη σχετική με το θέμα νομολογία, το σχεδιαγράφημα της σκηνής ενός δυστυχήματος, αποτελεί πραγματική μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Μαρτυρία Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter. Κρίνεται αναγκαίο να σημειωθεί, επίσης, ότι ένας εμπειρογνώμονας δύναται να παραπέμψει στο περιεχόμενο βιβλιογραφίας και επιστημονικών άρθρων, η αξία του οποίου (περιεχομένου) θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρεται συναφώς ότι, η βιβλιογραφία, δεν αποτελεί μαρτυρία per se, αλλά είναι δυνατόν να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα ο οποίος παραπέμπει σ' αυτήν και την επεξηγεί (βλ. Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Concha v. Murieta
(1989)40 Ch. D. 543, Davie v. The Magistrates of Edinburgh
(1953)S.C.34 και Gerrard and Others v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust
(2005)ScotCs CSIH 10 - 10.1.2005). Αξιολόγηση μαρτυρίας Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). Η Ενάγουσα Η ενάγουσα, δεν μου έκανε και την καλύτερη των εντυπώσεων. Δεν θεωρώ τούτη αναξιόπιστη, πλην όμως, μέρος της μαρτυρία της, ως θα διαφανεί κατωτέρω, παρουσιάζει αντιφάσεις στη περιγραφή συγκεκριμένων γεγονότων, και συγκρούεται και με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, με αποτέλεσμα (ως ακροσφαλές υπόβαθρο), να μην μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση επί των επιδίκων γεγονότων, ενώ άλλο μέρος της μαρτυρία της, παρουσιάζει την απαραίτητη συνοχή, σαφήνεια και επάρκεια και μπορεί να αποτελέσει μέρος της βάσης για την κατάληξη σε σχετικά ευρήματα. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με το μεταξύ ποιων οχημάτων επεσυνέβη η πρώτη χρονικά σύγκρουση, κρίνω τη μαρτυρία της ως ικανή να αποτελέσει μέρος του μαρτυρικού υπόβαθρου επί του οποίου είναι δυνατό να προκύψουν σχετικά ευρήματα. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι πρώτα συγκρούστηκε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 επί του οχήματος της εναγόμενης 1, και ακολούθως το τελευταίο επί αυτού της ενάγουσας, προκύπτει αβίαστα και από την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Και εξηγώ: Το όχημα της εναγόμενης 1, σύμφωνα και με την αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είχε μέγιστο μήκος 4μ., ενώ η απόσταση μεταξύ των δύο σημείων σύγκρουσης, ανέρχεται στα 5.2μ. (βλ. σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος - μέρος του Τεκμηρίου 1). Πώς θα ήταν δυνατόν, πρώτα να συγκρούστηκε το όχημα της εναγόμενης 1 επί του οχήματος της ενάγουσας και ακολούθως το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 2, επί του οχήματος της εναγομένης 1 και η απόσταση των δύο σημείων σύγκρουσης να είναι μεγαλύτερη του μήκους του οχήματος της εναγόμενης 1; Η λογική συνέχεια των πραγμάτων, θέλει, σε μια τέτοια περίπτωση (εκτός εάν μετά την πρώτη σύγκρουση το όχημα της εναγόμενης κινήθηκε προς τα πίσω - σενάριο που δεν προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε καν υπό μορφή υποβληθείσας θέσης), την απόσταση που θα χώριζε τα δύο σημεία σύγκρουσης να είναι ίση και/ή μικρότερη του μήκους του οχήματος της εναγόμενης 1, κάτι που δε συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση. Από την άλλη, η μαρτυρία της ενάγουσας, αναφορικά με τη δική της οδική συμπεριφορά, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κρίνεται εντελώς ακροσφαλές υπόβαθρο για κατάληξη σε σχετικά ευρήματα λόγω των πολλών και ουσιωδών αντιφάσεων που παρουσιάζει. Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα, σε σχέση με το θέμα αυτό, φέρεται να προέβαλε, κατά καιρούς, πέντε διαφορετικές εκδοχές. Αρχικά, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής της, ισχυρίστηκε ότι, αμέσως πριν τις συγκρούσεις, κινείτο με χαμηλή ταχύτητα χωρίς να αυξομειώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τούτη. Κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, με γνώμονα σχετική ερώτηση που της έγινε, ισχυρίστηκε ότι ενώ οδηγούσε με συγκεκριμένη ταχύτητα, τη δεδομένη στιγμή, ελάττωσε ταχύτητα λόγω της πυκνής, έμπροσθέν της, τροχαίας κίνησης. Λίγο αργότερα, βρισκόμενη αντιμέτωπη με τη σχετική δικογράφησή της, ισχυρίστηκε ότι ελάττωσε ταχύτητα, ώστε, ενδεχομένως, να δυνηθεί/ουν πεζός/οι να διασταυρώσει/ουν το δρόμο. Στον ΜΕ5 (βλ. τεκμήριο 3(ε)), ανέφερε ότι τη δεδομένη στιγμή, το όχημά της, ήταν «ακίνητο». Τέλος, στον ΜΕ4 (βλ. τεκμήριο 4(α)), ανέφερε ότι δέχθηκε το χτύπημα από την εναγόμενη 1, καθ' ον χρόνο το όχημά της ήταν σταματημένο σε φώτα τροχαίας, ισχυρισμός, που εν πάση περιπτώσει, συγκρούεται και με την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (βλ. σχεδιάγραμμα της σκηνής - μέρος του τεκμηρίου 1), που θέλει το ατύχημα να επισυμβαίνει σε χώρο που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τα όποια φώτα τροχαίας. Εν πάση περιπτώσει, στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της, δεν συσχέτισε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την οδική της συμπεριφορά με όποια φώτα τροχαίας. Με αυτά τα δεδομένα, καθίσταται έκδηλο, ότι το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν επί της μαρτυρίας της ενάγουσας να καταλήξει σε οποιοδήποτε σχετικά με το ζήτημα αυτό εύρημα. Αδυναμία και έλλειψη πειστικότητας, παρατηρείται και στο μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας που θέλει τη συμπτωματολογία που παρουσίασε αμέσως μετά το ατύχημα, να αφορά σε ζητήματα που ουδέποτε την ταλαιπώρησαν στο παρελθόν. Και εξηγώ: Αποτέλεσε βασικότατη θέση της ενάγουσας ότι, πριν το ατύχημα, δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα στον αυχένα, πρόβλημα που αιφνίδια παρουσιάστηκε αμέσως μετά το ατύχημα. Τη θέση αυτή προέβαλε και προς το ΜΕ4 (βλ. τεκμήριο 4(α)). Παρά ταύτα, σύμφωνα με το ΜΕ5, ο οποίος επαναλαμβάνεται ότι παρουσιάστηκε από την πλευρά της ενάγουσας ως μάρτυρας της αλήθειας, η ενάγουσα τον επισκέφθηκε και έτυχε εξέτασης, διάγνωσης και σχετικής θεραπείας από αυτόν, κατά το 2006, για αυχεναλγία και της χορηγήθηκε η ίδια ακριβώς θεραπευτική αγωγή που της χορηγήθηκε και μετά την εξέταση στις 15.10.2008 και δη τρεις ημέρες μετά το επίδικο ατύχημα. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι ποτέ πριν το ατύχημα δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε σύμπτωμα σε σχέση με τον αυχένα της, ελέγχεται ως λανθασμένος. Υποδεικνύω, στο σημείο αυτό, ότι ο σχετικός ισχυρισμός του ΜΕ5, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τον ισχυρισμό της περί του ότι, η συμπτωματολογία που παρουσίασε αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα δεν θεραπεύτηκε ποτέ και την ταλαιπωρούσε ακόμα και μέχρι και το χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αβίαστα προκύπτει από τις σχετικές αναφορές της ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και τα όσα ανέφερε σχετικά στους ΜΕ4 και ΜΕ5 (βλ. τεκμήρια 3(α), 3(ε), 3(στ), 4(α) και 4(β)), η επί του προκειμένου θέση της ενάγουσας είναι ότι αμέσως μετά το δυστύχημα παρουσίασε αυχεναλγία και λίγο αργότερα πονοκεφάλους, ζαλάδες, ίλιγγο, αμνησία, αίσθημα κόπωσης, αιμωδίες άνω άκρων, δυσανεξία στο θόρυβο και στις φωνές και έλλειψη συγκέντρωσης. Κάποια από αυτά τα συμπτώματα, σταδιακά βελτιώθηκαν, πλην όμως, οι ζαλάδες, ο πονοκέφαλος, ο ίλιγγος, η αυχεναλγία, οι αιμωδίες στα άνω άκρα, και η εύκολη κόπωση, προοδευτικά, επιδεινώνονταν και ποτέ δεν θεραπεύτηκαν. Ήταν δε περαιτέρω η θέση της ότι, τα συμπτώματα που παρουσίαζε κατά την εξέτασή της από το ΜΕ5 κατά το 2010 και 2012, αλλά και κατά την εξέτασή της από το ΜΕ4, τόσο κατά το 2012, όσο και κατά το 2014, αποτελούν απόρροια του επίδικου ατυχήματος και ότι, παρά τις κατά καιρούς θεραπείες και αναλγητική αγωγή που ακολούθησε, τούτα συνεχίζουν να την ταλαιπωρούν. Αυτά ισχυρίστηκε και προς τους ΜΕ4 και ΜΕ5, με αποτέλεσμα, αμφότεροι οι ιατροί, να χαρακτηρίσουν (βλ. τεκμήρια 3(στ) και 4(β)), τη συμπτωματολογία της ως μόνιμη, και ως απορρέουσα από τον τραυματισμό της στο επίδικο ατύχημα. Η απόλυτη όμως αυτή θέση της, καταρρίπτεται από τη σχετική με το ζήτημα μαρτυρία του ΜΕ
  1. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι, και αυτός ο μάρτυρας παρουσιάστηκε από την ενάγουσα ως μάρτυρας της αλήθειας και ότι, τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί κρίση ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ4 και ΜΕ5 θα ακολουθήσει, πλην όμως σημειώνεται ότι, η όποια ουσιαστική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν, περιορίστηκε, ως επί το πλείστον, στα θέματα της εμπειρογνωμοσύνης τους (ως ιατροί, έκαστος συγκεκριμένης ειδικότητας), ενώ οι επί γεγονότων αναφορές τους δεν αμφισβητήθηκαν. Η δε σχετική με το ζητούμενο αναφορά του ΜΕ3, αποτελεί και τη βάση επί της οποίας εδράζεται η θέση της συνηγόρου της εναγομένης 1 ότι, ο πιο πάνω αναφερόμενος ισχυρισμός της ενάγουσας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα, λοιπόν, με το ΜΕ3, η ενάγουσα, το Νοέμβριο του 2008 και Δεκέμβριο του 2008, υποβλήθηκε σε οκτώ φυσικοθεραπείες, της πρώτης αρχομένης την 27.11.2008 και της τελευταίας στις 17.12.
  2. Κατά την όγδοη φυσικοθεραπεία της, ο ΜΕ3, και δη ο φυσικοθεραπευτής της, έκρινε ότι τούτη είχε θεραπευτεί, με αποτέλεσμα, να τερματίσει τις φυσικοθεραπείες και απλά να ζητήσει από την ενάγουσα να τον επισκεφθεί εκ νέου στις 10.2.2009 για επαναξιολόγηση, ως θέμα πρακτικής που ο ίδιος ακολουθεί, ώστε να «βεβαιωθεί ότι όντως αυτό που έκαν(ε) έχει πετύχει ότι συνεχίζει να αισθάνεται πλέον καλά ...». Η επαναξιολόγηση δε, επιβεβαίωσε τη κρίση του περί αποθεραπείας της ενάγουσας. Ανέφερε ακόμα ότι, τόσο μετά την όγδοη φυσικοθεραπεία της, όσο και κατά την επαναξιολόγηση της στις 10.2.2009, η ενάγουσα, «με βεβαιότητα . μπορούσε να λειτουργήσει ως άνθρωπος φυσιολογικός, να έχει μια καθημερινότητα προς το φυσιολογικό». Η όποια επόμενη επίσκεψη της ενάγουσας στο ΜΕ3, για φυσικοθεραπείες, έλαβε χώρα δύο περίπου χρόνια μετά, και δη, ως συνέβη και με το ΜΕ5, τον οποίο, μετά τις τρεις πρώτες επισκέψεις της (μεταξύ 15.10.2008 και 14.11.2008), επισκέφθηκε εκ νέου δύο χρόνια μετά και δη το Δεκέμβριο
  3. Με δεδομένη τη μη αναζήτηση από πλευράς της ενάγουσας οποιασδήποτε θεραπείας ή εξέτασης ή έστω συμβουλής, από το Δεκέμβριο του 2008 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2010, και με δεδομένη τη σχετική γνώμη του ΜΕ3 περί αποθεραπείας της αμέσως μετά την όγδοη φυσικοθεραπεία της (17.12.2008), κρίνω ότι, η θέση της ενάγουσας ότι η συμπτωματολογία της δεν παρουσίασε ύφεση, τουναντίον, προοδευτικά επιδεινώνετο (σχετικές είναι οι αναφορές των ΜΕ4 και ΜΕ5 ως προς τις κατά καιρούς αιτιάσεις της ενάγουσας προς αυτούς - τεκμήρια 3(α), (ε), (στ) 4(α),(β)), δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, μοναδική απόδειξη περί αγοράς και λήψης φαρμακευτικής αγωγής, αποτελεί το τεκμήριο 6(β), το οποίο αφορά σε αγορά μιας συσκευασίας αναλγητικών χαπιών ARCOXIA και ενός αναλγητικού GEL PERSKINDOL, συνολικής αξίας €31,80σ. και η οποία αγορά έλαβε χώρα ελάχιστες ημέρες μετά το ατύχημα. Επίσης, και πάλι σε συνάφεια με το υπό συζήτηση θέμα, σημειώνεται ότι, η Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας καταχωρήθηκε δύο και πλέον χρόνια μετά που επεσυνέβη το ατύχημα, και στην παράγραφο 9, κάτω από τον τίτλο λεπτομέρειες ειδικών ζημιών της ενάγουσας, επιζητούνται, ως έξοδα για ιατρικά φάρμακα, το χρηματικό ποσό των €300,
  4. Στα πλαίσια δε της αιτιολόγησης του απαιτούμενου αυτού ποσού, η ενάγουσα, παρουσίασε και το τεκμήριο 6(α), το οποίο αφορά σε εννέα αποδείξεις φυσικοθεραπείας για το συνολικό ποσό των €270,
  5. Πως είναι δυνατό, υπό αυτές τις περιστάσεις, να γίνει δεκτή η θέση της ενάγουσας περί του ότι η συμπτωματολογία που παρουσίασε μετά το επίδικο ατύχημα, ήταν και είναι ακόμα συνεχής με προοδευτική επιδείνωση; Αν έτσι είχαν τα πράγματα, αναμενόμενο θα ήταν να λάμβανε για όλο αυτό το διάστημα τουλάχιστον αναλγητική αγωγή, ως ήταν και οι οδηγίες του ΜΕ5, και σίγουρα, κατά το Νοέμβριο 2010, όταν και καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησής της, θα ήταν σε θέση, να απαιτήσει, τα μέχρι τότε καταβληθέντα χρήματα για αγορά της ρηθείσας αναλγητικής αγωγής και όχι να περιορίσει τη σχετική απαίτηση της, δύο και πλέον χρόνια μετά το ατύχημα (όταν και καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης), στα €30 (σχετική απαίτηση €300 - €270 για τις φυσικοθεραπείες = €30). Κατά τα λοιπά, και ιδιαίτερα αναφορικά με τη χρονική σειρά που επισυνέβησαν οι συγκρούσεις των ενεχόμενων οχημάτων, αλλά και των όποιων συμπτωμάτων παρουσίασε αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα, μέχρι και την 17.12.2008 (όγδοη χρονικά φυσικοθεραπεία της), την σχετική μαρτυρία της την αποδέχομαι. Σημειώνεται φυσικά ότι, το κατά πόσο δύο και πλέον χρόνια μετά το ατύχημα η ενάγουσα αντιμετώπισε συμπτωματολογία σχετική με την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής της στήλης δεν αμφισβητήθηκε ουσιωδώς[2]. Τούτή (η συμπτωματολογία), εξ άλλου, φαίνεται να επιβεβαιώνεται, σε κάποιο βαθμό, και από τα αποτελέσματα των ακτινογραφιών που της έγιναν. Ωστόσο, η ενάγουσα, με τη μαρτυρία της, δεν κατάφερε να συσχετίσει τη μετά δύο και πλέον χρόνια συμπτωματολογία της, με το επίδικο ατύχημα. Ούτε ότι πρόκειται για συμπτωματολογία απόρροια υποτροπής του επίδικου τραυματισμού της. Ως δε θα διαφανεί κατωτέρω, ούτε η μαρτυρία των λοιπών μαρτύρων της ενάγουσας επαρκεί, είτε του καθενός ανεξάρτητα ορώμενη, είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας της ίδιας της ενάγουσας, για να συσχετιστεί, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, η μετά δύο ετών συμπτωματολογία της με το επίδικο ατύχημα. Ένας άλλος ισχυρισμός της ενάγουσας ο οποίος δεν μπορεί να γίνει δεκτός, είναι αυτός που θέλει την ίδια να έχει απολέσει, συνεπεία της αδυναμίας της να εργαστεί για ένα διάστημα περίπου δύο μηνών, το χρηματικό ποσό των €917,
  6. Και τούτο γιατί, παρά την υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδεικνύει την όποια ισχυριζόμενη ειδική ζημιά του αυστηρά, η ενάγουσα, με τη μαρτυρία της, δεν παρουσίασε τα στοιχεία και γενικά τα δεδομένα που συνυπολόγισε για να καταλήξει στο πιο πάνω ποσό. Ούτε εφοδίασε το Δικαστήριο με σχετική μαρτυρία, ώστε να είναι δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός της όποιας τέτοιας απώλειας της. Οι σχετικές αναφορές της ενάγουσας ήταν εντελώς γενικές και αόριστες επί τη βάσει επικαλούμενων δικών της σημειώσεων, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν τέθηκαν καν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την άλλη, ως σημειώθηκε και στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης, η μαρτυρία της σε σχέση με τα χρήματα που κατέβαλε προς τους ΜΕ3, ΜΕ5 και για την αγορά φαρμακευτικής αγωγής, συνολικού ύψους €501,80 δεν αμφισβητήθηκε και εν πάση περιπτώσει, ήταν σαφής και συνάδουσα με τα σχετικά τεκμήρια που καταχωρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αφορούσαν δε σε έξοδα άμεσα σχετιζόμενα με τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε κατά τους δύο πρώτους μήνες μετά το ατύχημα. Ο ΜΕ2 Ο ΜΕ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει, με εξαίρεση τη συνήγορο του εναγόμενου 2, που προσπάθησε μέσω της αντεξέτασής του να αμφισβητήσει τη δυνατότητά του να ενθυμείται τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, οι συνήγοροι της ενάγουσας και της εναγομένης 1 δεν τον αμφισβήτησαν. Η δε αντεξέταση που του έγινε από πλευράς της συνηγόρου του εναγόμενου 2, δεν κλόνισε καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Ήταν σαφής, ξεκάθαρος και πειστικός στο ότι ενθυμείτο τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, με δεδομένο και το φρεσκάρισμα της μνήμης του από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 (Αστυνομική Έκθεση), μέρος του οποίου ήταν και το σχεδιάγραμμα της σκηνής, το οποίο ο ίδιος ετοίμασε. Ως εξήγησε, στη σκηνή του δυστυχήματος υπήρχαν συγκεκριμένα ευρήματα επί του οδοστρώματος, προσδιοριστικά των σημείων σύγκρουσης και είναι και με τη σύμφωνη γνώμη και των τριών ενεχόμενων οδηγών που ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής. Ανέφερε ακόμα ότι, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκαν οι ενεχόμενοι οδηγοί, πρώτα συγκρούστηκε το όχημα του εναγόμενου 2 επί του οχήματος της εναγόμενης 1, και ακολούθως το όχημα της τελευταίας επί του οχήματος της ενάγουσας. Τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένης και της πραγματικής μαρτυρίας που ο ίδιος ετοίμασε, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ο ΜΕ3 Και αυτός ο μάρτυρας μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν παραγνωρίζω ότι μέσω της αντεξέτασης που του έγινε από τη συνήγορο της εναγόμενης 1, επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του, σε σημείο που του υπεβλήθη ότι ουδέποτε η ενάγουσα υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες από αυτόν και ότι οι αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσε (τεκμήριο 6(α)), ετοιμάστηκαν με μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσει η ενάγουσα χρηματική απαίτηση για μη πραγματικά έξοδα. Παρά της σχετικής αντεξέτασης που έτυχε ο μάρτυρας ΜΕ3, και γενικά της όλης αντεξέτασης που του έγινε από τους συνηγόρους των εναγομένων 1 και 2, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, με συνοχή και πολύ πειστική. Ειδικότερα, δε σε σχέση με την υποβολή της συνηγόρου της εναγόμενης 1 περί του ότι ο ΜΕ3 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στη δίκη με μόνο σκοπό να βοηθήσει την ενάγουσα και ψευδώς να ισχυριστεί ότι υπέβαλε αυτή σε φυσικοθεραπείες χωρίς κάτι τέτοιο να είχε συμβεί, αναμενόμενο θα ήταν, αν όντως η υποβληθείσα θέση ήταν ορθή, αφενός να προωθήσει ισχυρισμούς που συνάδουν με τη σχετική εκδοχή και θέση της ενάγουσας και αφετέρου, να αποφύγει να προβάλει συγκρουόμενους και καταστροφικούς, ας μου επιτραπεί το αδόκιμο του όρου, ισχυρισμούς για τη γραμμή της. Υπενθυμίζω, συναφώς, στο σημείο αυτό, ότι, ο ΜΕ3, είναι ο μάρτυρας που προώθησε τον ισχυρισμό περί του ότι, τα όποια συμπτώματα της ενάγουσας εξαλείφθηκαν κατά την όγδοη φυσικοθεραπεία της (δύο περίπου μήνες μετά το ατύχημα), και δη ισχυρισμός που αποτέλεσε ήδη, ανυπέρβλητο εμπόδιο για την αποδοχή της σχετικής συγκρουόμενης θέσης της ενάγουσας. Ειδικότερα για τη θέση του αυτή, εξήγησε με πειστικότατο τρόπο ότι ο αριθμός των φυσικοθεραπειών στις οποίες θα υποβληθεί ένας ασθενής, δεν μπορεί εκ προοιμίου, να προσδιοριστεί επακριβώς, μιας και τούτο εξαρτάται άμεσα από την πορεία της αποθεραπείας του. Στα πλαίσια αυτής της επιχειρηματολογίας του, εξήγησε ότι, ανεξάρτητα του κατά πόσο ο θεράπων ιατρός όρισε και τον αριθμό των φυσικοθεραπειών στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί, ο ίδιος, ως φυσικοθεραπευτής, θα σταματήσει να υποβάλει τον ασθενή του σε φυσικοθεραπείες όταν και εφόσον εκλείψουν τα συμπτώματα, έστω και αν τούτο συμβεί χρονικά πριν τη διεξαγωγή του συνόλου των φυσικοθεραπειών που όρισε ο ιατρός του. Εν πάση περιπτώσει, το αληθές της μαρτυρίας του ΜΕ3, φαίνεται, έστω και εκ των υστέρων, να αντιλήφθηκε και η ίδια η συνήγορος της εναγόμενης 1 (η μόνη που αμφισβήτησε, κατά την ακροαματική διαδικασία, την αξιοπιστία του), η οποία, μέσω της αγόρευσής της, ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει την ενάγουσα αναξιόπιστη, επί τη βάσει, μεταξύ άλλων, και του συγκρουόμενου των ισχυρισμών της με τις ανάλογες θέσεις του ΜΕ3, τις οποίες αποδέχεται, πλέον, ως αληθείς. Ζητά ακόμα, όπως το Δικαστήριο καταλήξει, αποδεχόμενο τις σχετικές θέσει του ΜΕ3, ότι η Ενάγουσα αποθεραπεύτηκε στις 17.12.2008 και δη κατά την 8η φυσικοθεραπεία της. Τη μαρτυρία του ΜΕ3, την αποδέχομαι, στο σύνολό της, πλην της αναφοράς του περί του ότι, τα συμπτώματα που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2011, όταν και την υπέβαλε εκ νέου σε φυσικοθεραπείες, ενδεχομένως να οφείλονται σε υποτροπή των συμπτωμάτων που προκλήθηκαν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Και τούτο γιατί, αφενός ο εν λόγω ισχυρισμός του προωθήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα και αφετέρου, υπό μορφή γενικής γνώμης, για ενδεχόμενο γεγονός, χωρίς να δώσει στο Δικαστήριο εκείνα τα στοιχεία και/ή εχέγγυα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για κατάληξη σε ανεξάρτητο δικό του σχετικό εύρημα ή έστω συμπέρασμα. Οι ΜΕ4 και ΜΕ5 Αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί, μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Κατ' αρχήν σημειώνω ότι η εμπειρογνωμοσύνη τους, ως ιατροί με πολυετή πείρα (ο ΜΕ4 ως νευροχειρούργος και ο ΜΕ5 ως χειρούργος ορθοπεδικός - τραυματιολόγος), δεν αμφισβητήθηκε. Ωστόσο, η μαρτυρία τους, με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ5 που αφορά στα συμπτώματα που παρουσίασε η ενάγουσα αμέσως μετά το ατύχημα, δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση των επιδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου ζητημάτων, και εξηγώ: O ME4, ήταν ξεκάθαρος ότι, η, ως επί το πλείστον (αν όχι όλη), συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ενάγουσα, τόσο κατά τις επισκέψεις της το 2012, όσο και κατά το 2014, ήταν υποκειμενική και η όποια ένταση της και/ή εύρος της ή ακόμα και αυτή τούτη η παρουσία της, μη δυνάμενη να επιβεβαιωθεί και/ή εξακριβωθεί από τον ίδιο. Η δε παραδοχή του μάρτυρα ότι η εκφρασθείσα γνώμη του περί συσχετισμού της ρηθείσας συμπτωματολογίας με το επίδικο ατύχημα βασίζεται στην ισχυριζόμενη από την ενάγουσα απουσία προ-υπαρχόντων του ατυχήματος συμπτωμάτων, της αιφνίδιας έναρξης τους αμέσως μετά το ατύχημα και της προοδευτικής επιδείνωσης τους, επί συνεχούς βάσης, μέχρι και την εξέτασή της, καθιστά τη ρηθείσα γνώμη του, μη δυνάμενη να αποτελέσει μέρος του όποιου υπόβαθρου επί του οποίου το Δικαστήριο θα επιχειρήσει να καταλήξει σε δική του ανεξάρτητη κρίση. Και τούτο γιατί, ως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω, η ενάγουσα παρουσίασε συμπτώματα αυχεναλγίας, σε βαθμό που ένοιωσε την ανάγκη να επισκεφθεί ιατρό, και δη τον ΜΕ5, σε χρόνο πριν επισυμβεί το ατύχημα, καθώς επίσης και γιατί, σύμφωνα με το ΜΕ3, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, η συμπτωματολογία της, δύο περίπου μήνες μετά το ατύχημα παρουσίασε ύφεση σε βαθμό που ο ίδιος έκρινε ότι δεν χρειαζόταν πλέον φυσικοθεραπείες και μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσιολογικός άνθρωπος. Επομένως, τα «δεδομένα» που αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες αν όχι τον ακρογωνιαίο λίθο για το σχηματισμό της προμνησθείσας γνώμης του ΜΕ4, όχι απλά δεν υποστηρίχθηκαν από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αλλά κρίνονται και ως μη ανταποκρινόμενα στη πραγματικότητα. Επομένως, ανεξαρτήτως της όποιας συμπτωματολογίας τυχόν παρουσίαζε η ενάγουσα κατά τις επισκέψεις της στο ΜΕ4 (τέσσερα και έξι χρόνια μετά το ατύχημα), τούτη, μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ4, δεν συνδέθηκε με τον τραυματισμό της από το επίδικο ατύχημα. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, ο ΜΕ4, πέραν της μιας φοράς, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση, αφενός να επιβεβαιώσει τις όποιες αιτιάσεις και/ή παράπονα της ενάγουσας (λόγω της υποκειμενικότητάς τους), και αφετέρου να συσχετίσει την όποια συμπτωματολογία της με το επίδικο ατύχημα, παρά μόνο επί τη βάσει των όσων του ανέφερε η ενάγουσα. Αναφορικά τώρα με τον ΜΕ5, η μαρτυρία του, στο βαθμό που σχετίζεται με τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ενάγουσα μετά τις τρεις πρώτες εξετάσεις της (οι οποίες διενεργήθηκαν μεταξύ 15.10.2008 και 14.11.2008), επίσης δεν κρίνεται ικανή και/ή σημαντική για την επίλυση των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. Και τούτο για διάφορους λόγους. Πρώτον, η ενάγουσα, μετά τις 14.11.2008 (τρίτη επίσκεψή της στο ΜΕ5 μετά το ατύχημα), επισκέφθηκε τούτον εκ νέου, το Δεκέμβριο του 2010, και δη δύο και πλέον χρόνια μετά. Δεύτερον, η όποια αναφορά του μάρτυρα περί συσχετισμού της συμπτωματολογίας που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά το 2010, αλλά και το 2012, με το επίδικο ατύχημα, βασίστηκε στον ισχυρισμό της ενάγουσας περί του ότι, η συμπτωματολογία που παρουσίασε μετά το ατύχημα, συνέχισε να την ταλαιπωρεί καθ' όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, και δη ισχυρισμός, που ως αναφέρθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της μέχρι τώρα αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, δεν έγινε δεκτός. Με τη μαρτυρία του ο ΜΕ5, δεν προώθησε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ο οποίος να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι η συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά το 2010, 2012, αλλά και κατά το χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν το αποτέλεσμα της όποιας υποτροπής του επίδικου τραυματισμού της. Έχοντας δε ως δεδομένη τη θέση του ίδιου του μάρτυρα ότι η ενάγουσα εξετάστηκε για αυχεναλγία δύο χρόνια πριν το ατύχημα
(2006), καθώς επίσης και ότι η σχετική συμβουλή του ήταν να ακολουθήσει την ίδια θεραπευτική αγωγή με αυτή που τη συνέστησε και για τα τραύματα και/ή συμπτωματολογία που παρουσίασε μετά από το επίδικο ατύχημα, σε συνδυασμό και με την απουσία, για περίοδο δύο και πλέον ετών μετά το ατύχημα, αναζήτησης οποιασδήποτε θεραπείας ή έστω ιατρικής ή άλλως πως γνώμης από πλευράς της ενάγουσας, και τέλος την αποδεκτή θέση του ΜΕ3 περί αποθεραπείας της ενάγουσας δύο περίπου μήνες μετά το ατύχημα, κρίνω ότι, η όποια θέση του ΜΕ5 περί ενδεχόμενης συσχέτισης των συμπτωμάτων της ενάγουσας κατά το 2010, 2012, αλλά και καθ' ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, με το επίδικο ατύχημα, δεν μπορεί τύχει χρήσης από το Δικαστήριο για κατάληξη επί σχετικών ευρημάτων. Από την άλλη, η μαρτυρία του ΜΕ5, στο βαθμό που αφορά στη συμπτωματολογία που παρουσίασε η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 15.10.2008 (πρώτη μετά το ατύχημα εξέτασή της) μέχρι και 14.11.2008 (τελευταία, πριν την εκ νέου επίσκεψη της το 2010), την αποδέχομαι στο σύνολό της. Εξ άλλου, αυτό το μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε και, εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, και από τα μη αμφισβητούμενα αποτελέσματα των εξετάσεων στις οποίες υπέβαλε ο ίδιος την ενάγουσα. Αποδέχομαι επίσης, και το μέρος της μαρτυρίας του που σχετίζεται με τη διαπιστωθείσα από τον ίδιο (όχι τις όποιες υποκειμενικές αιτιάσεις της ενάγουσας), κατά το 2010 και κατά το 2012 συμπτωματολογία και κλινική εικόνα της ενάγουσας, πλην όμως, μόνο αναφορικά με το γεγονός της παρουσίας της ρηθείσας συμπτωματολογίας και όχι τον όποιο συσχετισμό της με τον επίδικο τραυματισμό της. Τελικά ευρήματα Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης επί τη βάση των παραδεκτών και/ή κοινώς αποδεκτών, μεταξύ των μερών, γεγονότων, με γνώμονα τη μόλις πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καταλήγω και στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά τις 12.10.2008 και περί ώρα 6.35 μ.μ., η ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της εντός της Λεωφόρου Λεμεσού, με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Το όχημα της, ακολουθείτο από το όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη
  1. Πίσω από το όχημα της εναγόμενης 1, κινείτο το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  2. Σε κάποια χρονική στιγμή, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο, το όχημα του εναγόμενου 2 συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος που οδηγούσε η εναγόμενη 1, το οποίο, συνεπεία της σύγκρουσης, κινήθηκε προς τα εμπρός και συγκρούστηκε στο πίσω μέρος τους οχήματος της ενάγουσας. Ως προς το κατά πόσο, κατά τη χρονική στιγμή που το όχημα της εναγόμενης 1 συγκρούστηκε επί του οχήματος της ενάγουσας, η τελευταία οδηγούσε με σταθερή ταχύτητα ή ελάττωσε ταχύτητα ή ήταν ακινητοποιημένη, τούτο παρέμεινε άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι, στην περίπτωση που το όχημα της ενάγουσας δεν ήταν ακινητοποιημένο, τούτο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης που επικρατούσε στο συγκεκριμένο οδικό δίκτυο τη δεδομένη στιγμή. Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του οχήματος της εναγόμενης 1 επί του οχήματος της ενάγουσας, η τελευταία τραυματίστηκε και παρουσίασε αυχεναλγία και ακολούθως συμπτώματα ζάλης, πονοκέφαλου, δυσανεξίας στο θόρυβο, ίλιγγο, ημικρανίες, ευαισθησία στην κούραση, έλλειψη συγκέντρωσης και αμνησία. Κατόπιν σύστασης του ΜΕ5, η ενάγουσα, στις 27.11.2008 άρχισε να υποβάλλεται από το ΜΕ3 σε φυσικοθεραπείες. Μετά την πάροδο οκτώ φυσικοθεραπειών και δη στις 17.12.2008 (δύο και κάτι μήνες μετά το ατύχημα), η συμπτωματολογία της ενάγουσας παρουσίασε ύφεση και η ενάγουσα μπορούσε πλέον να λειτουργήσει ως φυσιολογικός άνθρωπος. Συνεπεία τούτου, έπαψε (με εξαίρεση την επαναξιολόγηση που της έγινε στις 10.2.2009, η οποία επιβεβαίωσε την αποθεραπεία της), να υποβάλλεται πλέον σε φυσικοθεραπείες. Ακολούθως, και δη δύο και πλέον χρόνια μετά, η ενάγουσα παρουσίασε παρόμοια συμπτωματολογία με αυτή που παρουσίασε και κατά το χρονικό διάστημα αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα, πλην όμως, τούτη (η ρηθείσα μετέπειτα συμπτωματολογία της), δεν συσχετίστηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τον επίδικο τραυματισμό της. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με την όποια συμπτωματολογία παρουσίαζε κατά το 2012 και 2014 όταν και εξετάστηκε από τους ΜΕ4 και ΜΕ
  3. Επομένως, η ενάγουσα, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, υπέστη τραύματα που της προκάλεσαν την πιο πάνω αναφερόμενη συμπτωματολογία, η οποία ήταν επώδυνη και την ταλαιπώρησε για διάρκεια δύο και κάτι μηνών. Στα πλαίσια δε της αποθεραπείας της, προέβη και σε χρήση κολάρου, η οποία χρήση, σταδιακά, κατά το χρόνο που υποβάλλετο σε φυσικοθεραπείες, εγκαταλείφθηκε. Ως αποτέλεσμα των επισκέψεων της στους ΜΕ3 και ΜΕ5, αλλά και για αγορά φαρμακευτικής αναλγητικής αγωγής, η ενάγουσα κατέβαλε, προς το ΜΕ3, €270,00 (τεκμήριο 6(α)), προς το ΜΕ5, €200,00 (τεκμήρια 5(α) και 5(β)), και προς συγκεκριμένο φαρμακείο, €31,80, (τεκμήριο 6(β)), όλα συμποσούμενα στο ποσό των €501,
  4. Κατάληξη ως προς την ευθύνη Με γνώμονα τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου και το πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο, κρίνω ότι ο εναγόμενος 2 φέρει ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Και τούτο γιατί, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι, πλην όμως αναγόμενοι τουλάχιστον σε αμελή οδήγηση από πλευράς του (εν απουσία εξήγησης από αυτόν που να δικαιολογεί την οδική του συμπεριφορά), οδήγησε το όχημά του με τρόπο που τούτο συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος της εναγόμενης 1, σπρώχνοντάς το προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα τούτο (το όχημα της εναγόμενης 1), να συγκρουστεί με το όχημά της ενάγουσας και να της προκαλέσει τον πιο πάνω αναφερόμενο τραυματισμό. Εξετάζοντας τώρα το ενδεχόμενο, για το επίδικο ατύχημα, να ευθύνεται και η εναγόμενη 1, σημειώνω ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί μια τέτοια κρίση. Ως ευθαρσώς ανέφερε, ουδέποτε έστρεψε την προσοχή της προς την τροχαία κίνηση που την ακολουθούσε, ούτε και ήταν σε θέση να καταθέσει περί της οδικής συμπεριφοράς της εναγομένης
  5. Με δεδομένη δε την αδυναμία της ενάγουσας να πείσει περί του ότι, ακριβώς πριν τη σύγκρουση, οδηγούσε με σταθερή ταχύτητα, καθίσταται αδύνατη και η κρίση ως προς το δικαιολογημένο ή μη της παρουσίας του οχήματος της εναγόμενης 1 σε μια απόσταση περί τα ενάμιση με δύο μέτρα πίσω από το όχημα της, ώστε να είναι δυνατό να επωμιστεί σ' αυτήν έστω και μερική ευθύνη για το δυστύχημα επί τη βάσει της μη τήρησης ασφαλούς απόστασης από το προπορευόμενό της όχημα. Ως η σχετική με το εν προκειμένω θέμα νομολογία αναφέρει, το ζήτημα της ασφαλούς απόστασης από προπορευόμενο όχημα απαντάται πάντοτε επί τη βάσει των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Έτσι, πολλές φορές, απόσταση που υπό συγκεκριμένες περιστάσεις θα κρινόταν ως μη ασφαλής, υπό άλλες συνθήκες (π.χ. εν μέσω πυκνής τροχαίας κίνησης με πολύ χαμηλή ταχύτητα), ενδεχομένως θα θεωρείτο ασφαλής. Το ζητούμενο είναι πάντα, ο κάθε οδηγός να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενό του όχημα, ώστε, υπό τις περιστάσεις της δεδομένης στιγμής, να μπορεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλες τις λογικά προβλέψιμες ανάγκες της τροχαίας κίνησης. Επομένως, η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η εναγόμενη 1 δεν τηρούσε ασφαλή απόσταση από το όχημά της. Πόσο μάλλον όταν, ως έχει ήδη κριθεί, το όχημα της εναγόμενης 1 συγκρούστηκε με το όχημα της ενάγουσας αφού πρώτα σπρώχθηκε προς τα εμπρός συνεπεία της σύγκρουσης του οχήματος του εναγομένου 2 επ' αυτού. Η δε σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 επί του οχήματος της εναγόμενης 1, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποτελούσε λογικό προβλεπτό κίνδυνο για τον οποίο θα ήταν αναμενόμενο η εναγόμενη 1 να λάβει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής. Εν απουσία δε μαρτυρίας από πλευράς των εναγομένων αναφορικά με την οδική συμπεριφορά της ενάγουσας και πιο συγκεκριμένα, μαρτυρία που να αποδίδει πράξη ή παράλειψη στην ενάγουσα που να προκαλεί κίνδυνο στα οχήματα που την ακολουθούν (π.χ. απότομη ελάττωση ταχύτητας ή αιφνίδια επιχείρηση αλλαγής πορείας κ.ο.κ.), δεν είναι δυνατή η επώμιση στην ενάγουσα οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι, ανεξάρτητα της μη αποδοχής της μαρτυρίας της αναφορικά με τη δική της επίδικη οδική συμπεριφορά, η ενάγουσα, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε ενοχοποιητική για την ίδια μαρτυρία, ώστε να είναι δυνατό επ' αυτής να στηριχθεί κρίση περί συντρέχουσας, από πλευράς της, αμέλειας. Δεν παραγνωρίζω ότι η ενάγουσα παραδέχθηκε ότι δεν κοίταζε από το καθρεφτάκι της την τροχαία κίνηση που την ακολούθησε. Με δεδομένη όμως την αδυναμία κρίσης ως προς το κατά πόσο η ίδια ελάττωσε απότομα ταχύτητα ή ενήργησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, που προκάλεσε κίνδυνο στους εναγόμενους, και με δεδομένη τη μη προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς των εναγομένων διαφωτιστική του λόγου που, αφενός συγκρούστηκαν μεταξύ τους, και αφετέρου που το όχημα της εναγόμενης 1 συγκρούστηκε επί του οχήματος της ενάγουσας, δεν είναι δυνατό η ρηθείσα παράλειψή της ενάγουσας (μη έλεγχος της τροχαίας κίνησης που την ακολουθούσε), να θεωρηθεί ως ισοδυναμούσα με συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς της. Με γνώμονα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις, τόσο γενικές, όσο και ειδικές, από τον εναγόμενο 2 και μόνο. Αναφορικά με την εναγόμενη 1, κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Γενικές Αποζημιώσεις Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν σε διάφορες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του πρώτου. Το ύψος τους δε, πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων, αλλά και του πόνου του θύματος. Αναγνωρίζεται και παρατηρείται μία ανοδική πορεία αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για σωματικά τραύματα. Η τάση, όμως, αυτή, δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια. Αυτό που κρίνεται ουσιαστικό είναι, η εν λόγω τάση, να αντανακλά στην μεγαλύτερη ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, αλλά και την ψυχική οδύνη που υπόκειται κάποιος συνεπεία της περιθωριοποίησης του από τις συνήθεις δραστηριότητες του. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Αναφορές και/ή κρίσεις δικαστηρίων σε άλλες αποφάσεις, απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατό δύο πρόσωπα, τα οποία τραυματίστηκαν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα, να υποστούν όμοιες και/ή πανομοιότυπες σωματικές βλάβες και/ή πόνο και οδύνη. Εντούτοις, όταν αναφορικά με άλλες εκδικασθείσες υποθέσεις, υπάρχει, είτε κάποια συνάφεια ως προς τα τραύματα, είτε αναλογία ως προς την έκταση, είδος και/ή επακόλουθα τούτων, είναι σωστό και πρέπον τα δικαστήρια να αντλούν καθοδήγηση και να λαμβάνουν υπόψη τους το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις και με γνώμονα τούτες, αλλά πρωτίστως έχοντας κατά νου τα δεδομένα και περιστατικά της υπό εκδίκασης υπόθεσης, να καταλήξουν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουν. Ένας ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά τον υπολογισμό του ύψους των αποζημιώσεων αναφορικά με γενικές αποζημιώσεις, είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα αποζημιώσεων, εξελίξεις της νομολογίας. Ως έχει ειπωθεί, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». (βλ. Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, και για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω θεμάτων βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη
(2009)1 Α' ΑΑΔ 596, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1511, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 669, Παναγή ν. Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Β ΑΑΔ 1303, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, Fysco Contructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014, Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298), Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, παραθέτω ευθύς αμέσως, αριθμό αποφάσεων που κατά την γνώμη μου αφορούν σε σωματικές βλάβες, πόνο και οδύνη, ανάλογες με αυτά που υπέστη η ενάγουσα στην υπό εξέταση υπόθεση. Κρίνω ότι, οι πιο κάτω υποθέσεις, πληρούν, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, την απαιτούμενη αναλογία αναφορικά με τα τραύματα της ενάγουσας και για αυτό παρατίθενται κατωτέρω, και στο βαθμό που είναι επιτρεπτό, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999)1 ΑΑΔ 1441, ποσό £2.500 επιδικάστηκαν ως γενικές αποζημιώσεις για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάσειση, οίδημα ινιακής χώρας, ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος του αυχένα, σοβαρό διάστρεμμα του αυχένα, άλγος στην ποδοκνημική περιοχή και παροδική απώλεια συνειδήσεως. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1Γ ΑΑΔ 1709, 1713 ποσό £3.500 κρίθηκε κατάλληλο για σωματικές βλάβες, θλαστικό τραύμα ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ραχέως και οσφύος και για αρκετό διάστημα χρησιμοποιούσε κολλάρο. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Ιωάννου κ.α.
(2003)1Α ΑΑΔ274, 278, ποσό £800 επιδικάστηκε για σωματικά τραύματα, διάστρεμμα του αυχένα και της οσφυϊκής μοίρας και επάλληλη τούτων επίπτωση όπως πόνο, ζάλη και κεφαλαλγία για διάστημα δέκα βδομάδων. Στην Κωνσταντινίδης ν. Παπαμιλτιάδους
(2007)1Β ΑΑΔ 733, 740 ποσό £1.000 κρίθηκε κατάλληλο αναφορικά με ένα εκ των θυμάτων, για πόνο στον αυχένα, κεφαλαλγία και ζάλη σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή που το θύμα λάμβανε για αρκετό διάστημα. Στην L.P. Transbeton Ltd v. Κώστα Σταύρου κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 304 κρίθηκε κατάλληλο το ποσό των £2.500 ως γενικές αποζημιώσεις για αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Παπαγγελοδήμου ν. Νεοκλέους
(1991)1 ΑΑΔ 639, το εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο από £1.500 σε £2.250. Ο ενάγοντας είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση, θλάση αυχένα, θλάση θώρακα, κάταγμα τριών πλευρών, σμίκρυνση του μεσοσπονδύλιου διαστήματος και μικρού βαθμού διαταραχή της αισθητικότητας του δεξιού χεριού. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ρούμπα ν. Μακρυγιάννη κ.α.
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1129, επιδικάστηκε ποσό £4.000 ως αποζημίωση για εγκεφαλική διάσειση συνοδευόμενη από ζάλη, κεφαλαλγία, πονοκέφαλο και χρήση κολάρου. Στην υπόθεση Αρετούλα Μερακλή κ.α. v. Α. Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148 ο ενάγοντας υπέστηκε θλάση του αυχένα και μωλώπισμα δεξιού ώμου, όμως λόγω προϋπαρχόντων εκφυλιστικών οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων, επιδεινώθηκαν οι επώδυνες κακώσεις των μαλακών μορίων. Αποθεραπεύτηκε πλήρως, πλην όμως σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τον συνήθη χρόνο που χρειάζεται για αποθεραπεία των εν λόγω κακώσεων. Το εφετείο αποδεχόμενο την έφεση έκρινε τις ΛΚ3500 ως υπερβολικές αποζημιώσεις και μείωσε τούτες σε Λ.Κ.1500. Στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους v. Simon John Worley
(2001)1 A.A.Δ. 652 ο ενάγοντας υπέστηκε βαρύ διάστρεμμα του αυχένα. Τρία χρόνια μετά το δυστύχημα, ο ενάγοντας παρουσίασε μεγάλη αύξηση των οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων από αυτές που προϋπήρχαν του τραυματισμού οι οποίες αποδόθηκαν μερικώς στο σχετικό με την αγωγή τραυματισμό. Το εφετείο αυξάνοντας τις αποζημιώσεις σε σχέση με όσες δόθηκαν πρωτόδικα, επιδίκασε στον ενάγοντα γενικές αποζημιώσεις ΛΚ3500. Στις Αγωγές Ναυτοδικείου αρ.79/02, 80/02, 81/02 και 82/02 James Harmsworth και Salamis Clory κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ.1617, η ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αυχένα και οσφύος ως επίσης και αιμάτωμα αριστερού μηρού και θλάση κοιλιακού τοιχώματος. Έφερε αυχενικό κολλάρο και χορηγήθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία συνεπεία του ατυχήματος. Ανέπτυξε μετατραυματικό άγχος. Επιδικάστηκαν ΛΚ2500 ως εύλογη αποζημίωση για γενικές αποζημιώσεις. Τόκος επί των αποζημιώσεων Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους ενός ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων, καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 AAΔ 2134). Τελική κρίση Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω (νομική πτυχή και επιδικασθείσες αποζημιώσεις στις αναφερθείσες υποθέσεις), καθώς επίσης και το τραυματισμό που υπέστη η Ενάγουσα και τις επιπτώσεις του σ' αυτή, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις, το ποσό των €4.500,00 είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωση Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 2, για το ποσό των €4.500,00, ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €501,80σ, ως ειδικές αποζημιώσεις. Ερχόμενος, τώρα, στο θέμα του τόκου, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ατύχημα επεσυνέβη στις 12.10.2008 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.02.2010, ήτοι δεκατέσσερις και πλέον μήνες μετά με γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, και ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 16.11.2010 και δη εννέα περίπου μήνες αργότερα, και με γνώμονα ότι, η φύση των τραυμάτων και η αποθεραπεία της Ενάγουσας δεν δικαιολογούσε την παρατηρηθείσα καθυστέρηση, τόσο στην καταχώριση της αγωγής, όσο και στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Παύλος Ευαγγέλου ν. Άθως Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 248), κρίνω ορθό, όπως, τόσο επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων (€4.500,00), όσο και επί του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων (€501,80), επιδικαστεί νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι, από τις 16.11.2010 μέχρι τελείας εξόφλησης, χωρίς να καθίσταται ανάγκη να διαφοροποιηθεί το ύψος του τόκου για τις ειδικές αποζημιώσει, μιας και αφορούν σε έξοδα που προέκυψαν πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 2, τα έξοδα της αγωγής, όπως, τούτα, θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την εναγόμενη 1, η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, θεωρώ ότι, συνεπεία των περιστάσεων που περιβάλλουν τη καταχώρηση της αγωγής, ορθότερο είναι να εκδοθεί διαταγή τύπου Sanderson (ονομασία που προκύπτει από την υπόθεση Sanderson v. Blyth Theatre Co. [1903] 2 KB 533, στην οποία και εκδόθηκε, για πρώτη φορά, μια τέτοια διαταγή), και δη να διαταχθεί ο αποτυχόν εναγόμενος (εναγόμενος 2) να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντος εναγομένου (εναγομένης 1). Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι, με βάση τις δικογραφημένες αναφορές της ενάγουσας και ειδικότερα τη περιγραφή του ατυχήματος στη παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης, τούτη αποδίδει τη βασική αιτία για την οποία επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα στον εναγόμενο 2. Αμέσως μετά, όμως (παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαίτησης), προωθεί τον ισχυρισμό ότι, για το ατύχημα, αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια υπέχουν και οι δύο εναγόμενοι. Στις δε λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στην εναγόμενη 1 (παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης), προβάλλεται και η θέση ότι δεν τηρούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενό της όχημα, το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα. Όπως δε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η απόσταση που χώριζε το όχημα της ενάγουσας από το όχημα της εναγόμενης 1 ήταν περιορισμένη, σε τέτοιο βαθμό, που υπό κατάλληλες συνθήκες θα ήταν δυνατό, επί αυτού και μόνο του γεγονότος, να αποδοθεί στην εναγόμενη 1 τουλάχιστον συντρέχουσα αμέλεια. Θεωρώ επομένως, την ενέργεια της ενάγουσας να ενάγει και την εναγόμενη 1, ως λογική υπό τις περιστάσεις ενέργεια, λόγω της αδυναμίας της να γνωρίζει επακριβώς ποιος ευθύνεται για το ατύχημα. Η υπόθεση Κωνσταντίνος Μιχαήλ ν. Γεωργίας Ψαρά κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1159, διακρίνεται, κατά τη γνώμη μου, από την υπό εξέταση αγωγή, επί το ότι, τόσο από τη σχετική δικογράφηση του εκεί ενάγοντα, όσο και από τα όσα γνώριζε πριν καταχωρίσει την αγωγή (ως τούτα προέκυψαν από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο ίδιος), ήταν ξεκάθαρο ότι αποκλειστική ευθύνη για το εκεί ατύχημα έφερε η οδηγός του τρίτου στη σειρά οχήματος. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, πριν συγκρουστεί το τρίτο στη σειρά όχημα επί του προπορευόμενου του, τούτο (το προπορευόμενο του όχημα - δεύτερο στη σειρά) ήταν ήδη ακινητοποιημένο στα φώτα τροχαίας πίσω από το επίσης ακινητοποιημένο όχημα του εκεί ενάγοντα, γεγονός που καθιστούσε τη κρίση ως προς το ποιος ευθύνεται για το ατύχημα εντελώς ευδιάκριτη πριν τη καταχώρηση της αγωγής, κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση αγωγή. Με γνώμονα δε, τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Sanderson (ανωτέρω), αλλά και τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην υπόθεση ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ Χ»ΑΔΑΜΟΥ v. ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΠΑΝΑΓΗ κ.α. ECLI:CY:AD:2017:A3, Πολ. Εφ. 334/2011 ημερ. απόφασης 10.1.2017, και εν απουσία μαρτυρίας, ή έστω αναφοράς, που να θέλει τον εναγόμενο 2 να είναι αφερέγγυος ή να περιβάλλεται από συνθήκες που καθιστούν την είσπραξη των εξόδων από την εναγόμενη 1 αδύνατη, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση σχετικής διαταγής ως προς τα έξοδα. Επομένως, τα έξοδα της αγωγής, αναφορικά με την εναγόμενη 1, επιδικάζονται υπέρ της και εναντίον του εναγομένου 2, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Α.Σ. [1] Υπό στοιχείο (στ) λεπτομέρεια αμέλειας στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης του εναγομένου 2. [2] Αυτό που αμφισβητήθηκε έντονα, ήταν η πολλαπλότητα της συμπτωματολογίας που παρουσίαζε, η ισχυριζόμενη ένταση της και η σχετικότητα της με το επίδικο ατύχημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.