← Κύπρος

Ελένης Χαραλάμπους ν. Α. ΖΟΡΠΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 5869/2015, 7/2/2018

Ελένης Χαραλάμπους ν. Α. ΖΟΡΠΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 5869/2015, 7/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5869/2015 Μεταξύ: Ελένης Χαραλάμπους Ενάγουσας ν. Α. ΖΟΡΠΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14/9/2016 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 7/2/2018 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους/Αιτητές: κ. Κ. Δημητριάδης (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Δημητριάδης) Για Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Π. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Ενάγουσα») αξιώνει εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες, τις οποίες υπέστη σε ατύχημα που έλαβε χώρα στις 9/10/2015, όταν, στην προσπάθειά της να εισέλθει σε αρτοποιείο (στο εξής «το Αρτοποιείο») των Εναγομένων στον Στρόβολο, γλίστρησε και/ή έχασε την ισορροπία της ενώ περπατούσε ή προσπαθούσε να ανέλθει σε πλακόστρωτο, το οποίο κατέληγε στην είσοδο του Αρτοποιείου. Αυτή έπεσε με βίαιο τρόπο, με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο εν λόγω τραυματισμός της οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια των Εναγομένων, εφόσον, μεταξύ άλλων, δεν έλαβαν τα δέοντα μέτρα για την ασφαλή είσοδο των επισκεπτών και πελατών τους στο Αρτοποιείο. Στις 11/3/2016, η Ενάγουσα, γεννηθείσα στις 16/12/1959, εξασφάλισε μονομερώς απόφαση (στο εξής «η Απόφαση») υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €85.000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην ένορκη δήλωσε που καταχώρησε για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής της ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως προτού φτάσει στην είσοδο του Αρτοποιείου έπρεπε να περάσει από ένα πλακόστρωτο καλυμμένο από πλακάκια, το οποίο ξεκινούσε από τον χώρο στάθμευσης και κατέληγε στην είσοδο αυτού. Μόλις πάτησε σε αυτό, γλίστρησε για λόγους οφειλόμενους, μεταξύ άλλων, στην ολισθηρότητα του δαπέδου και του ανεπαρκούς φωτισμού, με αποτέλεσμα, παρόλη την προσπάθειά της να παραμείνει όρθια, να πέσει με βίαιο τρόπο και να υποστεί σωματικές βλάβες. Ήταν περαιτέρω η θέση της πως το εν λόγω πλακόστρωτο ήταν ίδιο με το εσωτερικό του Αρτοποιείου, καθώς στη ράμπα αναπήρων, το οποίο δεν ήταν κατάλληλο για εξωτερική χρήση (σχετική έκθεση επισυνάφθηκε), δεν είχε τοποθετηθεί οποιαδήποτε σήμανση ότι υπήρχε σκαλί στην άκρη του χώρου στάθμευσης και στην αρχή του πλακόστρωτου, από την πλευρά του πλακόστρωτου που ήταν η ράμπα αναπήρων δεν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση που να καθιστά εύκολη την πρόσβαση στο πλακόστρωτο και μετά στο Αρτοποιείο, δεν είχαν τοποθετηθεί οποιεσδήποτε σημάνσεις, φωτεινές και μη, για να επιδεικνύεται προσοχή κατά τη χρήση του, δεν διατηρείτο καθαρό από σκόνες και άλλες ακαθαρσίες, καθώς επίσης δεν υπήρχε ο κατάλληλος φωτισμός. Από την εν λόγω πτώση, αυτή υπέστη, μεταξύ άλλων, κάταγμα ισχίου και υποβλήθηκε σε ολική αντικατάσταση αριστερού ισχίου. Ακολούθησε μετεγχειρητική φυσιοθεραπεία, στην οποία εξακολουθεί να υποβάλλεται, και περαιτέρω υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον να χρειαστεί αναθεώρηση της ολικής αντικατάστασης αριστερού ισχίου, η οποία απαιτεί μεγαλύτερη και πολυπλοκότερη επέμβαση. Επίσης, μαγνητική τομογραφία επιβεβαίωσε εκφυλιστικές αλλαγές στον χόνδρο της επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης. Σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, φωτογραφίες κλπ. επισυνάφθηκαν. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τον παραμερισμό της Απόφασης. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου») της κας Δέσπως Κωνσταντίνου (στο εξής «η Κωνσταντίνου»), η οποία είναι λειτουργός απαιτήσεων στο Τμήμα Απαιτήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας AIG Europe Ltd (στο εξής «η Ασφαλιστική Εταιρεία»), η οποία κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος παρείχε στους Εναγομένους ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης. Στην Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου αναφέρονται τα εξής: • Στις 26/11/2015 οι Εναγόμενοι απέστειλαν στην Ασφαλιστική Εταιρεία το κλητήριο ένταλμα, μαζί με όλα τα στοιχεία αναφορικά με το περιστατικό, τα οποία τοποθετήθηκαν σε σχετικό φάκελο και έλαβαν αριθμό απαίτησης. • Στις 27/11/2015, η Κωνσταντίνου απέστειλε επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον δικηγόρο της Ενάγουσας, αναφέροντάς του ότι ήθελαν να διερευνήσουν το περιστατικό για να συζητήσουν τυχόν εξώδικη διευθέτηση. Παράλληλα του ζήτησε να μην προχωρήσει στην έκδοση απόφασης προτού συζητήσουν. • Την 1/12/2015 απάντησε η γραμματέας του εν λόγω δικηγόρου, ενημερώνοντάς την, μεταξύ άλλων, ότι η υπόθεση θα προχωρήσει κανονικά και εάν υπήρχε οποιαδήποτε πρόταση να τους αποσταλεί. Αμέσως, η Κωνσταντίνου τηλεφώνησε στον εν λόγω δικηγόρο, του εξήγησε την πρακτική της Ασφαλιστικής Εταιρείας και συμφώνησαν ότι η υπόθεση δεν θα προχωρούσε στο Δικαστήριο εάν δεν εξαντληθούν όλα τα περιθώρια για εξώδικο συμβιβασμό. Κατόπιν τούτου, η Κωνσταντίνου απέστειλε νέα επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον εν λόγω δικηγόρο «επιβεβαιώνοντας τα συμφωνηθέντα». Η εν λόγω αλληλογραφία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1. • Στις 8/12/2015 η Κωνσταντίνου έλαβε μέσω τηλεομοιότυπου επιστολή του εν λόγω δικηγόρου με την πρότασή του για εξώδικη διευθέτηση. Αντίγραφο αυτής επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2. Μελετώντας την πρόταση, τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις αποδείξεις μαζί με την προϊσταμένη της, αποφάσισαν πως θα έπρεπε να εξεταστεί η Ενάγουσα και από δικό τους γιατρό και να τοποθετηθούν ανάλογα. • Στις 16/12/2015 η Κωνσταντίνου απέστειλε στον δικηγόρο της Ενάγουσας επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκμήριο «3»), με το οποίο του ζητούσε να διευθετηθεί ραντεβού για εξέταση της Ενάγουσας από τον ιατρό της Ασφαλιστικής Εταιρείας. Κατόπιν τούτου, αυτή ανέμενε όπως η Ενάγουσα ή ο δικηγόρος της διευθετήσουν ραντεβού για εξέταση κλπ. για να τοποθετηθούν ανάλογα. Ενόψει των τότε εορτών των Χριστουγέννων, η Κωνσταντίνου υπολόγισε πως όλα αυτά θα γίνονταν με την έναρξη του νέου έτους. • Οι διακοπές των Χριστουγέννων, όμως, δεν ήταν ευχάριστες για την Κωνσταντίνου, καθότι η κατάσταση της υγείας του συζύγου της, ο οποίος πάσχει από καρκίνο, χειροτέρευσε, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να μεταβούν εσπευσμένα στο εξωτερικό για θεραπεία. Ο σύζυγός της μεταβαίνει ακόμη και σήμερα για θεραπεία στο εξωτερικό κάθε μήνα και όταν βρίσκεται στην Κύπρο μόνο αυτή μπορεί να τον φροντίζει και κάποιες φορές αναγκάζεται να λαμβάνει ειδική άδεια απουσίας από την εργασία της. • Λόγω της απουσίας της από το γραφείο μετά τα Χριστούγεννα και των προβλημάτων υγείας του συζύγου της, και αφού ανέμενε την Ενάγουσα να εξεταστεί από τον γιατρό τους προτού προχωρήσει η Αγωγή, ο φάκελος της υπόθεσης παρέπεσε με αποτέλεσμα να μη γίνει οτιδήποτε έκτοτε. • Στις 9/9/2016 έλαβαν τηλεφώνημα από τους Εναγομένους ότι επικοινώνησε μαζί τους κάποιος επιδότης του Δικαστηρίου και ήθελε να εκτελέσει την Απόφαση. Τότε, άρχισαν όλοι οι υπάλληλοι του τμήματος απαιτήσεων να ψάχνουν να βρουν τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης, τα οποία «τελικά βρέθηκαν κάπου στο γραφείο μου ξεχασμένα.» Τότε, η Κωνσταντίνου θυμήθηκε την υπόθεση, υποψιάστηκε τί έγινε και ενημέρωσε την προϊσταμένη της, η οποία έδωσε αμέσως οδηγίες στους δικηγόρους της Ασφαλιστικής Εταιρείας να προβούν σε σχετική έρευνα στον δικαστικό φάκελο για να διευκρινιστεί τι έγινε. • Διενεργήθηκε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι στις 11/3/2016 εκδόθηκε η Απόφαση, καθώς και ότι στις 8/9/2016 εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. • Όταν ο δικαστικός επιδότης επισκέφτηκε τα κεντρικά γραφεία των Εναγομένων για να εκτελέσει, οι υπάλληλοι των Εναγομένων διερωτήθηκαν περί τίνος επρόκειτο. Οι τελευταίοι επικοινώνησαν αμέσως με την Ασφαλιστική Εταιρεία διερωτώμενοι τι συνέβη και γιατί εκδόθηκε Απόφαση. Τότε, η Κωνσταντίνου αντιλήφθηκε ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας, παρά τη συμφωνία και συνεννόησή τους, προχώρησε και εξασφάλισε απόφαση στην απουσία των Εναγομένων, χωρίς να ενημερώσει την Ασφαλιστική Εταιρεία σχετικά. • Μετά τα Χριστούγεννα, η Κωνσταντίνου δεν επικοινώνησε εκ νέου με τον δικηγόρο της Ενάγουσας για τον υπενθυμίσει για την εξέταση επειδή ξέχασε λόγω της κατάστασης της υγείας του συζύγου της. • Η Κωνσταντίνου συμβουλεύεται ότι το λάθος της και κατ' επέκταση η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης ήταν καλόπιστο, έγινε λόγω φόρτου εργασίας και σύγχυσης που προέκυψε μετά την επάνοδό της στο γραφείο μετά την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του συζύγου της και «μιας καταραμένης στιγμής» που «υπέθεσε» ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν θα προχωρούσε την υπόθεσή του, προτού εξαντληθούν τα περιθώρια εξώδικης διευθέτησης. • Προβάλλει, επίσης, τη θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν επέδειξαν οποιαδήποτε ολιγωρία, καθυστέρηση ή αμέλεια στο να αναθέσουν στην Ασφαλιστική Εταιρεία και κατ' επέκταση στους δικηγόρους της την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης στην Αγωγή. Από την άλλη, η Ενάγουσα προχώρησε με δόλιο τρόπο και σε αντίθεση με τη συνεννόησή τους και εξασφάλισε την Απόφαση. • Στις 27/11/2015 οι Εναγόμενοι ετοίμασαν έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 4), την οποία απέστειλαν στην Ασφαλιστική Εταιρεία για να την υπερασπιστούν, αφού αυτή ήταν η πρόθεση και επιθυμία τους, τη στιγμή που έχουν βαθιά πεποίθηση ότι η απαίτηση της Ενάγουσας είναι ανυπόστατη, αδικαιολόγητη, νομικά αστήρικτη και σε κάθε περίπτωση δεν αναγνωρίζουν ότι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για την ισχυριζόμενη ζημιά της. • Όπως η Κωνσταντίνου συμβουλεύεται, οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην Αγωγή. Αυτοί αρνούνται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε σχέση με την αιτία πρόκλησης της πτώσης της, την επακόλουθη ζημιά και την ευθύνη των Εναγομένων, ισχυρίζονται δε ότι η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε στους υπαλλήλους των Εναγομένων ότι ήταν απρόσεκτη, παραπάτησε και έπεσε κάτω στο πάτωμα από δική της απροσεξία. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι σωματικές βλάβες και οι ζημιές της Ενάγουσας δεν είναι απότοκα του ισχυριζόμενου ατυχήματος, αλλά προϋπήρχαν. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση της Ενάγουσας είναι παραφουσκωμένη, αδικαιολόγητη και αστήρικτη. Στην Αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση ως η Αίτηση. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: • Παρήλθε αδικαιολόγητη καθυστέρηση λόγω ασυγχώρητης αμέλειας, ασέβειας και περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας από την έκδοση της Απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης, η οποία συνιστά καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών∙ • Οι Εναγόμενοι δεν έχουν καλή υπεράσπιση διότι επικαλούνται ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εξόφθαλμα αυτοαναιρούνται από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης Κωνσταντίνου. • Οι Εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο «με καθαρά χέρια», εφόσον δεν είπαν την αλήθεια, αλλά αντιθέτως προβάλλουν ανακρίβειες, αναλήθειες και ασύστολα ψεύδη τόσο εις βάρος της Ενάγουσας όσο και του δικηγόρου της με στόχο να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να εκμαιεύσουν τη θεραπεία που επιζητούν. • Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιάμεση αίτηση ώστε να επιτρέπεται η εξ ακοής μαρτυρία. • Η Αίτηση στηρίζεται επί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς νομικής βάσης. • Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της Απόφασης. Η Ένσταση συνοδεύεται από τρεις ένορκες δηλώσεις, ήτοι της Ενάγουσας, του Δικηγόρου, κ. Πέτρου Μιχαήλ, και της κας Φλωρεντίας Νικολάου (στο εξής «η Νικολάου»). Υπό το φως του περιεχομένου των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων, κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω με την ένορκη δήλωση του κ. Μιχαήλ, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: • Αυτός δέχεται ότι η Κωνσταντίνου επικοινώνησε μαζί του τόσο τηλεφωνικώς όσο και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με στόχο την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για το επίδικο ατύχημα. Η Νικολάου, όμως, η οποία είναι η γραμματέας του δικηγορικού του γραφείου, ξεκαθάρισε με επιστολή στην Κωνσταντίνου ότι η υπόθεση θα προχωρούσε κανονικά και αν υπήρχε οποιαδήποτε πρόταση τότε αυτή να αποσταλεί στο μεταξύ. Μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής, η Κωνσταντίνου επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και του εξέφρασε την επιθυμία της Ασφαλιστικής Εταιρείας για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, πράγμα που αυτός δεν απέρριψε, πλην όμως της επανέλαβε ευθαρσώς και με απόλυτο τρόπο ότι το περιεχόμενο της επιστολής τους παραμένει σε ισχύ. Ουδέποτε συμφώνησε μαζί της ότι δεν θα προχωρούσε δικαστικώς εκτός εάν εξαντλούνταν όλα τα περιθώρια για εξώδικο συμβιβασμό. • Η επιστολή του, ημερομηνίας 8/12/2015, δεν στάλθηκε μέσω τηλεομοιότυπου, αλλά με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ουδέποτε έλαβε τη χειρόγραφη σημείωση επί του Τεκμηρίου 2 στην Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου, η οποία σκοπό έχει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Με την εν λόγω επιστολή, αυτός ξεκαθάρισε τη θέση του ότι δεν πρόκειται να δεχθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, θέτοντας μάλιστα ως χρονικό όριο τις 21/12/2015. • Αρνείται ότι η Κωνσταντίνου του απέστειλε οποτεδήποτε το Τεκμήριο 3, εφόσον η ηλεκτρονική διεύθυνση του γραφείου του, καθώς και η προσωπική του είναι διαφορετική. • Προβάλλει τη θέση ότι η Κωνσταντίνου ενήργησε με ασύγγνωστη αμέλεια και αφέλεια, εφόσον, μεταξύ άλλων, αδιαφόρησε πλήρως για το περιεχόμενο της επιστολής του, ημερομηνίας 8/12/2015. • Σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του συζύγου της Κωνσταντίνου, υποδεικνύει ότι αυτή δεν παρουσίασε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και βεβαίωση από την εργασία της ότι λαμβάνει ειδική άδεια. Επίσης, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι ταξίδευσε στο εξωτερικό με τον σύζυγό της ή ότι αυτός μεταβαίνει για θεραπεία στο εξωτερικό κάθε μήνα. • Η Κωνσταντίνου εργάζεται σε μια μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία και/ή άλλοθι για την ασύγγνωστη αμέλειά της η φράση πως «βρέθηκαν κάπου στο γραφείο μου ξεχασμένα». Τα ίδια ισχύουν και για τους Εναγομένους, οι οποίοι μέχρι και τις 9/9/2016 αδιαφόρησαν παντελώς για την έκβαση της υπόθεσης και με ασύστολα ψεύδη ζητούν την επιείκεια του Δικαστηρίου. • Αρνείται κατηγορηματικά ότι αυτός επιδίωξε την έκδοση της Απόφασης με δόλιο τρόπο, ενώ η επίκληση του προβλήματος υγείας του συζύγου της Κωνσταντίνου, εάν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, ως δικαιολογία για το ότι ξέχασε εντελώς την υπόθεση δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία. • Σε σχέση με την αναφορά της Κωνσταντίνου ότι η Ενάγουσα και ο δικηγόρος της εξασφάλισαν Απόφαση με δόλιο τρόπο και σε αντίθεση με τη συνεννόησή τους, η Ενάγουσα και αυτός καταχώρησαν ιδιωτική ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου η Κωνσταντίνου αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, κατηγορία για το αδίκημα της ψευδορκίας. • Προβάλλεται, επίσης, η θέση πως τα ψεύδη που επικαλείται η Κωνσταντίνου αυτοαναιρούνται με την αναφορά της ότι στις 27/11/2015 οι Εναγόμενοι ετοίμασαν έκθεση γεγονότων, την οποία απέστειλαν στην Ασφαλιστική Εταιρεία για να τους υπερασπιστεί, ενώ αυτή δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε απόδειξη για τον τρόπο αποστολής, ούτε και αναφέρει οτιδήποτε περί τούτου, προφανώς επειδή η εν λόγω έκθεση είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψης και κατασκεύασμα για σκοπούς προώθησης της Αίτησης. • Αρνείται πως, υπό τις περιστάσεις, είναι άδικο να μην δοθεί η ευκαιρία στους Εναγομένους να υπερασπιστούν στην Αγωγή. Τουναντίον, θα ήταν μεγάλη αδικία να υιοθετηθούν τα ασύστολα ψεύδη και να δικαιολογηθεί η ασύγγνωστη αμέλεια της Κωνσταντίνου, της Ασφαλιστικής Εταιρείας και των Εναγομένων και να παραμεριστεί η Απόφαση. Τα όσα δε η Κωνσταντίνου επικαλείται σαν καλή υπεράσπιση εδράζονται σε ψευδή γεγονότα και ισχυρισμούς, οι οποίοι αυτοαναιρούνται. Στη δική της ένορκη δήλωση, η Ενάγουσα ουσιαστικά προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς με τον δικηγόρο της. Μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται τα εξής: • Ουδέποτε ανέφερε στους υπαλλήλους των Εναγομένων ότι ήταν απρόσεκτη και παραπάτησε, καθώς και ότι έπεσε στο πάτωμα από δική της αμέλεια ή απροσεξία. Ό,τι σωματικές βλάβες έχει υποστεί ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης της στα υποστατικά των Εναγομένων, ενώ το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ της δικαιολογείται απόλυτα με βάση τους τραυματισμούς που υπέστη, από τους οποίους υποφέρει φρικτά μέχρι και σήμερα. • Υιοθετεί τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής της. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας επισυνάπτονται ως τεκμήρια
  2. i)αντίγραφο της επιστολής του δικηγόρου της προς την Κωνσταντίνου, ημερομηνίας 8/12/2015, μαζί με την απόδειξη αποστολής τούτης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκμήριο 1) και
  3. ii)αντίγραφο του κατηγορητηρίου (ποινικού εντύπου αρ. 7) της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αρ. 14425 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 2). Στην ένορκη δήλωση της Νικολάου, ουσιαστικά προβάλλονται οι ίδιοι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου της Ενάγουσας σε σχέση με την αλληλογραφία και επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ αυτού και της Κωνσταντίνου. Με Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, η Κωνσταντίνου ισχυρίζεται τα εξής: • Είχαν συμφωνήσει με τον κ. Μιχαήλ όπως μην προχωρήσει την υπόθεση στο Δικαστήριο εάν δεν εξαντλούνταν όλα τα περιθώρια για εξώδικο συμβιβασμό. • Αυτή δεν ισχυρίστηκε ότι απέστειλε την επιστολή, ημερομηνίας 8/12/2015, μαζί με τη χειρόγραφη σημείωση. Αρνείται ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο, όσα δε γεγονότα αναφέρει είναι αληθή. • Μόλις διάβασε τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Ένσταση, η Κωνσταντίνου αντιλήφθηκε ότι παρέλειψε το γράμμα «a» από την ηλεκτρονική διεύθυνση, ισχυρίζεται δε ότι αυτό ήταν ένα καλόπιστο λάθος και από κεκτημένη ταχύτητα. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, όμως, στάλθηκε και ουδέποτε επιστράφηκε πίσω, ούτε και απάντησε κάποιος για να της πει ότι στάλθηκε σε λανθασμένη διεύθυνση. Γι' αυτό, μέχρι και τις 9/11/2016 αυτή ήταν με την εντύπωση ότι η εν λόγω επιστολή είχε σταλεί κανονικά και αγνοήθηκε. • Ο σύζυγός της είναι ασθενής του Ογκολογικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου, αφού πάσχει από μεταστατικό σεμίνωμα (Τεκμήριο Α). Επίσης, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β αντίγραφο του εισιτηρίου χωρίς επιστροφή, με το οποίο αυτός μετέβηκε στο Λονδίνο στις 23/8/2016, καθώς και το εισιτήριο επιστροφής του στην Κύπρο για τις εορτές της Πρωτοχρονιάς. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί και αναλυθεί στην πλούσια επί του προκειμένου νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. H νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις, όπου παραμερίζεται μονομερώς εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης. Αυτό ισχύει, είτε λόγω κακής επίδοσης (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου

(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247 και Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού ν. Chr. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 43), είτε λόγω του ότι εκδόθηκε απόφαση για μεγαλύτερο από το οφειλόμενο ποσό (βλ. στο Annual Practice 1958, τα σχόλια στην O.27 r.15, και στον Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τομ. 26, παρ. 556-559). Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο και ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή, κατά την οποία η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα, αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεώς του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν και εφόσον ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Σκιαγραφώντας τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρεται ανωτέρω, σημειώνω ότι το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση της εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εκδόθηκε απόφαση αφενός, και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία, ούτε και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσής του. Βλ., μεταξύ άλλων, Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Πανίκος Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Α. 954, Mine & Quarry Services Ltd ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνωνα Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Σκάρος ν. Πάμπου Χριστοδούλου κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938, Έλσα Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 333, ΒΟΘΡΟΤΕΞ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 339, Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 345, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. 1. Έλενας Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 793, Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596, EDITC Ltd v. 1. Makis Michaelides & Associated κ.ά.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1887, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1(Γ) A.A.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1(Γ) A.A.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1774, Βύρων Τεγγεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289, Siberia Air v. Βρασίδα Πούλικα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, Claire Morris ν. Saratoga Swimming Pools Ltd (Aρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 647, Κυριακή Τσεσμελόγλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 63,
  1. Ανδρέας Γιάγκου κ.ά. ν. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009, ημερομηνίας 24/1/2014, Vadim Esipovich, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/2010, ημερομηνίας 20/6/2014, Eric John Wakeham v.
  2. Bhatti κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση Αρ. 49/2011, ημερομηνίας 25/5/2016, Στη Phylactou (ανωτέρω) τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει την υπεράσπισή του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του εναγομένου καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, αλλά ταυτόχρονα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη συμπεριφορά του εναγομένου και, εάν αυτή είναι τέτοια που υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, τότε θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του εναγομένου είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται, επίσης, υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης. Ο εναγόμενος θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση ικανοποίησης του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί ο εναγόμενος να εγείρει ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Ο εναγόμενος οφείλει να παραθέσει τα γεγονότα που, κατά τη θέση του, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω, παρά μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. Βλ. Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101 και Πατούρης (ανωτέρω), όπου στη σελίδα 2124 επισημάνθηκαν τα εξής: «. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση, η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Εφόσον το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών, εκείνο που αναμένεται από τον εναγόμενο να πράξει είναι να παραθέσει εκείνα τα γεγονότα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Συνεπώς, ακόμη και να αμφισβητεί ο ενάγων τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στον αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χατζηνικολάου (ανωτέρω), σελ. 1181: «Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς της αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων . και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Φωτίου (ανωτέρω): «Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «.απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.» Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Κρίνω ορθό να εξεταστεί αρχικά η θέση στις αγορεύσεις του κ. Δημητριάδη να αγνοηθεί η αγόρευση του κ. Μιχαήλ επί τω ότι ο τελευταίος είναι ένας από τους ομνύσαντες προς υποστήριξη της Ένστασης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο συνοψίστηκαν στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82 και έχουν ως εξής:
  1. i)Μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος.
  2. ii)Οι δικηγόροι, όμως, θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. iii) Αφ' ης στιγμής, όμως, δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος.
  3. iv)Δεν υπάρχει απόλυτη αρχή, σύμφωνα με την οποία, εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί ή απορριφθεί. Κάποια, όμως, προς τούτο εξήγηση απαιτείται, εκεί που δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Παρόμοιες επισημάνσεις έγιναν και στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd ν. Γαρβιηλίδου
(2013)1(B) Α.Α.Δ.
  1. Είναι εμφανής ο λόγος, για τον οποίο ο κ. Μιχαήλ επέλεξε να καταστεί μάρτυρας των επίδικων της Αίτησης γεγονότων. Η πλευρά των Εναγομένων επέλεξε να αποδώσει και κατ' επέκταση να αιτιολογήσει τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από μέρους τους στην Αγωγή πρωτίστως στην κατ' ισχυρισμό συμφωνία που επήλθε μεταξύ της Κωνσταντίνου και αυτού για μη προώθηση της Αγωγής μέχρι να εξαντλούνταν όλα τα περιθώρια εξώδικης διευθέτησης. Εφόσον η εν λόγω συμφωνία αμφισβητείται από την πλευρά της Ενάγουσας, σαφώς και ήταν αναγκαία η παράθεση της εκδοχής του εν λόγω δικηγόρου υπό μορφή ένορκης δήλωσης του ιδίου. Το κατά πόσον έγινε ή όχι η εν λόγω συμφωνία/συνεννόηση είναι ένα από τα θέματα που πρέπει να επιλυθούν και αποφασιστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και, συνεπώς, η μη όμνυση από μέρους του κ. Μιχαήλ ενδεχομένως να δημιουργούσε αδυναμία ή κενό στην εν λόγω εκδοχή της Ενάγουσας, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι δεν προκύπτει να έχει προσωπική γνώση του περιεχομένου της επίδικης τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ αυτού και της Κωνσταντίνου οποιοσδήποτε άλλος, πέραν αυτών των δύο. Αναμφίβολα, λοιπόν, δεν τίθεται ζήτημα παραγνώρισης της ένορκης δήλωσης του συνηγόρου της Ενάγουσας. Αφ' ης στιγμής, όμως, ο κ. Μιχαήλ έχει με τον τρόπο αυτό καταστεί μάρτυρας των εν λόγω ουσιωδών επίδικων γεγονότων της Αίτησης, με όλο τον σεβασμό, θεωρώ πως αυτός όφειλε, λόγω ασυμβίβαστου, να μη συνεχίσει να εμφανίζεται και ως δικηγόρος της Ενάγουσας τουλάχιστον στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Η επί του προκειμένου αρχή είναι σαφής και δεν επιδέχεται της ερμηνείας που ο κ. Μιχαήλ προβάλλει στις αγορεύσεις του. Πάραυτα σημειώνω πως η παρούσα τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν μου τον Οκτώβριο του 2017, όταν δηλαδή η Αίτηση ήταν ορισμένη πρώτη φορά για Ακρόαση, ενώ προηγουμένως αυτή ορίζονταν για Οδηγίες εφόσον μετά την καταχώρηση της Ένστασης τον Νοέμβριο του 2016, καταχωρήθηκαν και εκδικάστηκαν δύο αιτήσεις για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν στην παρουσίαση των γραπτών τους αγορεύσεων και ο κ. Δημητριάδης δεν ζήτησε από το Δικαστήριο να μην επιτρέψει στον κ. Μιχαήλ να εμφανιστεί ως δικηγόρος της Ενάγουσας κατά την εν λόγω δικάσιμο, ούτε και έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην παράδοση των γραπτών αγορεύσεων του τελευταίου. Τουναντίον, άφησε το Δικαστήριο να επιφυλάξει την απόφασή του και να αποφασίσει επί του εν λόγω ζητήματος κατά την τελική του ετυμηγορία επί της Αίτησης, εφόσον το εγερθέν ζήτημα έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο κατά τη μελέτη των αγορεύσεων για σκοπούς συγγραφής της παρούσας. Υπό αυτές τις περιστάσεις και εφόσον δεν απαγορεύτηκε στον κ. Μιχαήλ από το Δικαστήριο να εμφανιστεί κατά την εν λόγω δικάσιμο και να παρουσιάσει τις γραπτές του αγορεύσεις, θεωρώ πως θα ήταν άδικο για την υπόθεση της Ενάγουσας η εκ των υστέρων παράβλεψη των γραπτών αγορεύσεων του δικηγόρου της. Δεν υποβιβάζω τη σοβαρότητα του εγερθέντος ζητήματος, αλλά εφόσον το ενδεχόμενο διάπραξης κάποιου πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλου αδικήματος μπορεί να εξεταστεί δεόντως από τα αρμόδια σώματα κλπ., για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω κρίνω αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με το εν λόγω ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω με το κατά πόσον έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Υπενθυμίζω πως οι Εναγόμενοι θα πρέπει να καταδείξουν σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο, συνεπεία της οποίας εξεδόθη η Απόφαση, ως και ότι επεδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσής τους με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους έγινε δεόντως και νομοτύπως στις 26/11/2015, δηλαδή την ημέρα καταχώρησης της Αγωγής, διά αφέσεως πιστού αντιγράφου αυτού στον αξιωματούχο τους (Γραμματέα), κ. Μιχάλη Μιχαήλ. Η Ασφαλιστική Εταιρεία κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος παρείχε στους Εναγομένους ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης και η Κωνσταντίνου είναι λειτουργός στο Τμήμα Απαιτήσεων της Ασφαλιστικής Εταιρείας. Υπό συνθήκες, οι οποίες έτυχαν κάποιας αμφισβήτησης, η Ασφαλιστική Εταιρεία έλαβε γνώση της Αγωγής και στις 27/11/2015 η Κωνσταντίνου απέστειλε επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον δικηγόρο της Ενάγουσας, αναφέροντάς του πως δεν είχαν καμιά ενημέρωση για το επίδικο συμβάν παρά μόνο όταν τους απέστειλαν το κλητήριο ένταλμα οι Εναγόμενοι. Περαιτέρω, τον παρακαλούσε να δώσει στην Ασφαλιστική Εταιρεία ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να προχωρήσει σε έρευνα του ατυχήματος και να επανέλθει για συζήτηση της υπόθεσης για τυχόν εξώδικη διευθέτηση. Επίσης, του ζητούσε να επιβεβαιώσει γραπτώς ότι δεν θα προχωρούσε σε έκδοση απόφασης εναντίον τους μέχρι να συζητήσουν την υπόθεση. Την 1/12/2015 η Νικολάου απέστειλε επιστολή στην Κωνσταντίνου, με την οποία της διαβίβαζε τη θέση του κ. Μιχαήλ πως η «προώθηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο θα γίνει κανονικά και αν έχετε οποιαδήποτε πρόταση μας την αποστέλλετε είτε εσείς ή μέσω των δικηγόρων των εναγομένων.» Αργότερα την ίδια ημέρα και μετά που παρέλαβε την εν λόγω απαντητική επιστολή, η Κωνσταντίνου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον δικηγόρο της Ενάγουσας. Η μεταξύ τους συνομιλία αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης, αλλά είναι παραδεκτό πως αργότερα την ίδια, η Κωνσταντίνου απέστειλε νέα επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μιχαήλ, όπου ανέφερε τα εξής: «Σε συνέχεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαμε πριν από λίγο επιβεβαιώνουμε ότι θα μας αποστείλετε την ολοκληρωμένη πρόταση σας και ότι δεν θα προχωρήσετε την υπόθεση στο δικαστήριο εάν δεν εξαντληθούν όλα τα περιθώρια για εξώδικο συμβιβασμό.» Στις 8/12/2015 ο κ. Μιχαήλ απέστειλε επιστολή προς την Κωνσταντίνου, όπου ανέφερε τα εξής: «Σε συνέχεια του μηνύματος σας ημερομηνίας 2/12/2015 σας υποβάλλω την πιο κάτω πρόταση για σκοπούς διευθέτησης. Όπως έχω ήδη κάνει ξεκάθαρο ούτε η πελάτιδά μου αλλά ούτε και από την πλευρά μου επιθυμούμε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, γι' αυτό και η πρότασή μας ισχύει μέχρι τις 18/12/2015 και εντός της εν λόγω προθεσμίας θα πρέπει αν το επιθυμείτε, να εξεταστεί η πελάτιδά μας από γιατρό της προτίμησής σας, να υποβληθεί τυχόν αντιπρότασή σας και να επέλθει συμβιβασμός αν μπορεί να επέλθει. Νοείται ότι σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν οι πιο πάνω ενέργειες βρίσκονται σε εξέλιξη, τότε στις 21/12/2015 θα προωθήσουμε περαιτέρω την υπόθεση χωρίς βέβαια να αποκλείουμε να επέλθει συμβιβασμός στην πορεία.» Στη συνέχεια της εν λόγω επιστολής, παρατίθεται η πρόταση του κ. Μιχαήλ, η οποία αφορούσε το συνολικό ποσό των €82.000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον δικηγορικά έξοδα. Αποτέλεσε αντικείμενο κάποιας αμφισβήτησης κατά πόσον η εν λόγω επιστολή αποστάλθηκε μέσω τηλεομοιότυπου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτέλεσε κοινό τόπο πως αυτή παραλήφθηκε αυθημερόν από την Κωνσταντίνου. Ο κ. Μιχαήλ ουδέποτε πήρε απάντηση στην εν λόγω επιστολή του και, όπως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο, στις 30/12/2015 καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, η οποία ορίστηκε στις 19/1/
  2. Η παρουσίαση της μαρτυρίας για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης της Ενάγουσας, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, ολοκληρώθηκε στις 2/2/2016 και η Απόφαση εκδόθηκε στις 11/3/
  3. Στις 29/3/2016 καταχωρήθηκε για υπολογισμό Κατάλογος Εξόδων της Ενάγουσας, τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή στις 31/5/2015, εγκρίθηκαν δε από το Δικαστήριο στις 6/6/
  4. Η σύνταξη της Απόφασης ζητήθηκε στις 19/7/2016 και αυτή συντάχθηκε στις 4/8/
  5. Αποτέλεσε, επίσης, κοινό τόπο πως στις 8/9/2016 εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας των Εναγομένων για σκοπούς εκτέλεσης της Απόφασης. Στις 9/9/2016 επικοινώνησε με τους Εναγομένους δικαστικός επιδότης για σκοπούς εκτέλεσης. Τότε, οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με την Ασφαλιστική Εταιρεία, η οποία έδωσε οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο του κ. Δημητριάδη να διερευνήσει το θέμα. Όπως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο, στις 12/9/2016 διεξήχθη έρευνα στον δικαστικό φάκελο από τους δικηγόρους των Εναγομένων, αφού παρουσιάστηκε σχετικό έντυπο διορισμού. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω πως σε αιτήσεις παραμερισμού απόφασης θα πρέπει να αποδεικνύονται, σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.4, γεγονότα τα οποία αμφισβητούνται και τα οποία έχουν υποχρέωση οι εναγόμενοι-αιτητές να αποδείξουν, όπως για παράδειγμα, τον λόγο της μη εμφάνισης ή της οποιασδήποτε καθυστέρησης. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Λευκίδου (ανωτέρω), όπου στη σελ. 533 αναφέρονται τα εξής: «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 Θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartlam και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών Evans v. Bartlam, πρέπει να αποδειχτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης.» Η γενική αρχή, ιδιαίτερα μετά τη σχετική τροποποίηση της Δ.48 Θ.4, είναι πως το πραγματικό υλικό επί του οποίου εδράζεται και εξετάζεται μια αίτηση περιλαμβάνεται σε ένορκες δηλώσεις και υπάρχει υποχρέωση διαπίστωσης των πραγματικών γεγονότων που συνθέτουν την αίτηση. Βλ. Digimed Communications Ltd v. Nera Asa κ.ά.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 625. Με βάση την υπόθεση Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. εάν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει.» Αυτό πράγματι μπορεί να γίνει μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή και αντεξέτασης. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον επήλθε μεταξύ της Κωνσταντίνου και του δικηγόρου της Ενάγουσας η ισχυριζόμενη συμφωνία ότι ο τελευταίος δεν θα προχωρούσε με την προώθηση της Αγωγής στο Δικαστήριο εάν δεν εξαντλούνταν όλα τα περιθώρια εξώδικης διευθέτησης. Επί του προκειμένου προωθήθηκαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές από την Κωνσταντίνου και τον δικηγόρο της Ενάγουσας, οι οποίοι έχουν προσωπική γνώση ως προς το τι λέχθηκε στη μεταξύ τους τηλεφωνική συνομιλία την 1/12/
  1. Πέραν, όμως, του ότι δεν αντεξετάστηκε ο δικηγόρος της Ενάγουσας σε σχέση με τη θέση του ότι κατά την επίδικη τηλεφωνική συνομιλία δεν συμφώνησε κάτι τέτοιο με την Κωνσταντίνου, το περιεχόμενο της επιστολής του, ημερομηνίας 8/12/2015, καταρρίπτει πλήρως την εν λόγω θέση της τελευταίας. Σε αυτή μάλιστα διατυπώνονται με τέτοια σαφήνεια οι προθέσεις του δικηγόρου της Ενάγουσας, ότι δηλαδή αν δεν επέλθει συμβιβασμός μέχρι τις 18/12/2015 τότε θα προχωρούσε με την περαιτέρω προώθηση της Αγωγής, σε βαθμό που προκαλεί αλγεινή εντύπωση η προσπάθεια της Κωνσταντίνου όχι μόνο να προωθεί κάτι διαφορετικό, αλλά περαιτέρω να διατείνεται ανερυθρίαστα, χρησιμοποιώντας εκφράσεις του τύπου «καταραμένη στιγμή», ότι ο δικηγόρος της Ενάγουσας εξασφάλισε την Απόφαση με δόλιο τρόπο. Ουδεμία βοήθεια στην εκδοχή της Κωνσταντίνου δύναται να αντληθεί από το ότι δεν απαντήθηκε αμέσως η τελευταία επιστολή της, ημερομηνίας 1/12/2015, εφόσον με αυτή δεν καλείτο ο δικηγόρος της Ενάγουσας να επιβεβαιώσει οτιδήποτε. Πόσω δε μάλλον όταν με την επιστολή του, ημερομηνίας 8/12/2015, ο δικηγόρος της Ενάγουσας όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, αλλά τουναντίον επαναλαμβάνει για άλλη μια φορά την εξ αρχής θέση του πως ούτε αυτός αλλά ούτε και η Ενάγουσα επιθυμούν την καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής. Παρά, όμως, το ότι απορρίπτεται η θέση της Κωνσταντίνου ότι επήλθε η εν λόγω συμφωνία/συνεννόηση με τον δικηγόρο της Ενάγουσας, εντούτοις με τα όσα παρατίθενται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή της, κρίνω πως έχει επιτύχει να αποδείξει τη θέση της πως στις 16/12/2015 πράγματι απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστολή, με την οποία ζητούσε από τον δικηγόρο της Ενάγουσας να μεριμνήσει να διευθετηθεί ραντεβού της τελευταίας με τον ιατρό της επιλογής της Ασφαλιστικής Εταιρείας, ούτως ώστε να μπορέσουν να εξετάσουν περαιτέρω την απαίτηση, πλην όμως αυτή στάλθηκε σε λανθασμένη διεύθυνση. Δηλαδή, αντί να σταλεί στην ορθή διεύθυνση pamichael@cytanet.com.cy στάλθηκε στη διεύθυνση pmichael@cytanet.com.cy, παραλείποντας ουσιαστικά το γράμμα «a» μετά το γράμμα «p», με αποτέλεσμα ο δικηγόρος της Ενάγουσας να μην την παραλάβει. Παρά τις αμφιβολίες που εκφράζονται από την πλευρά της Ενάγουσας ακόμη και για την αποστολή σε λανθασμένη διεύθυνση της εν λόγω επιστολής, εντούτοις σημειώνω πως δεν προβλήθηκε η θέση ότι το Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα, αλλά ούτε και θα αναμένετο από την πλευρά των Εναγομένων να προσκόμιζε οτιδήποτε άλλο για να αποδείξει την εν λόγω θέση περί αποστολής. Κρίνεται ικανοποιητική η θέση της Κωνσταντίνου στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν επιστράφηκε πίσω με ένδειξη μη παραλαβής, κάτι που θα συνέβαινε σε περίπτωση που επρόκειτο για ανύπαρκτη διεύθυνση, ως επίσης ότι δεν επικοινώνησε μαζί της ο κάτοχος της εν λόγω διεύθυνσης για να της υποδείξει το λάθος. Εξάλλου, σε περίπτωση που η πλευρά της Ενάγουσας είχε ικανή μαρτυρία περί του αντιθέτου, τότε θα μπορούσε είτε να παρουσίαζε τούτη υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε ακόμη να ζητούσε να αντεξετάσει την Κωνσταντίνου, πράγμα που δεν έπραξε. Δέχομαι, συνεπώς, τη θέση ότι η Κωνσταντίνου απέστειλε την εν λόγω επιστολή στις 16/12/2015, πλην όμως από καλόπιστο λάθος σε λανθασμένη διεύθυνση, καθώς και ότι αυτή ευλόγως θεωρούσε ότι παραλήφθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας. Δεν συμμερίζομαι, επίσης, τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό οι ισχυρισμοί της Κωνσταντίνου περί επιδείνωσης στην πορεία της κατάστασης της υγείας του συζύγου της, το έκτακτο ταξίδι στο εξωτερικό για σκοπούς θεραπείας του κατά τις εορτές των Χριστουγέννων του 2015, ότι αυτός εξακολουθεί να μεταβαίνει για θεραπείες στο εξωτερικό, ότι παρακολουθείται από το Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου, καθώς και οι συνέπειες των προαναφερθέντων στην καθημερινότητα και ψυχολογία της ιδίας. Πέραν του ότι αυτή σαφώς και επικαλείται την προσωπική της γνώση στη βάση αυτών που βιώνει, τα τεκμήρια που παρουσίασε με τη Συμπληρωματική της Ένορκη Δήλωση, δηλαδή η ιατρική βεβαίωση, η κάρτα επισκέψεων του Ογκολογικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου, καθώς και αντίγραφα κάποιων αεροπορικών εισιτηρίων, επιβεβαιώνουν σε ικανοποιητικό βαθμό τις εν λόγω θέσεις της. Παρά τις αμφιβολίες που εκφράζονται από την πλευρά της Ενάγουσας σε σχέση με τα ανωτέρω, εντούτοις επισημαίνεται πως στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Ένσταση δεν περιέχεται κάποια μαρτυρία που να θέτει εν αμφιβόλω τις εν λόγω θέσεις της Κωνσταντίνου, ούτε και ζητήθηκε όπως αυτή αντεξεταστεί σε σχέση με αυτές. Παρά, λοιπόν, το ότι η Κωνσταντίνου και ο συνήγορος των Εναγομένων ανεπιτυχώς και αδίκως επιχείρησαν να αποδώσουν την αδράνεια αυτής μετά τις 16/12/2015, καθώς και την έκδοση της Απόφασης, και σε κάποια δήθεν αξιόμεμπτη συμπεριφορά του συνηγόρου της Ενάγουσας, είναι προφανές πως αυτά οφείλονται αποκλειστικά σε δικά της λάθη, αμέλεια και παραλείψεις, με αποτέλεσμα, όπως και η ίδια δέχεται, τον Σεπτέμβριο του 2016 να βρεθεί ο φάκελος της υπόθεσης ξεχασμένος στο γραφείο της. Δέχομαι, όμως, πως η αμέλεια που επέδειξε οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αρνητικές συνέπειες στην ψυχολογία της συνεπεία της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του συζύγου της, στις εύλογα αναμενόμενες αυξημένες της ευθύνες έναντι του ασθενή συζύγου της, σε συνδυασμό βεβαίως και με τις υπόλοιπες επαγγελματικές της υποχρεώσεις, καθώς και στη λανθασμένη της αντίληψη ότι αναμενόταν κάποια ανταπόκριση από μέρους του κ. Μιχαήλ στην τελευταία της επιστολή. Η αμέλεια της Κωνσταντίνου σαφώς και ήταν μεγάλη, αλλά ένεκα κυρίως των προαναφερθέντων προβλημάτων υγείας στην οικογένειά της, αυτή δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Ως προς τη σημασία και την κατανόηση που η νομολογία μας απέδωσε στα προβλήματα υγείας κατά την εξέταση αιτήσεων παραμερισμού παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γερολέμου (ανωτέρω), Bhatti (ανωτέρω), καθώς και στην πρόσφατη υπόθεση
  2. Ευσταθίου κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολιτική Έφεση Αρ. 130/2012, ημερομηνίας 10/10/
  3. Σημειώνω, επίσης, πως στη Γερολέμου (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο διαφωνώντας με την πρωτόδικη κρίση έκρινε ως ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη της εκεί εναγομένης να εμφανιστεί στη διαδικασία τα προβλήματα υγείας του υιού της, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να λησμονήσει να επικοινωνήσει έγκαιρα με τον δικηγόρο της. Ούτε και η στάση και συμπεριφορά των ίδιων των Εναγομένων δύναται κατά την κρίση μου να χαρακτηριστεί ως ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Λέγω τούτο εφόσον αμέσως μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, αυτοί το απέστειλαν καθηκόντως στην Ασφαλιστική Εταιρεία και ήταν λογικό κατά τη γνώμη μου να αναμένουν ότι πλέον θα ακολουθούνταν οι νενομισμένες διαδικασίες για να παρουσιαστεί η υπεράσπισή τους στο Δικαστήριο. Δεν θεωρώ, επίσης, πως ο χρόνος των τεσσάρων περίπου μηνών που παρήλθε μέχρι την έκδοση της Απόφασης ήταν τέτοιος που να δικαιολογούσε οποιαδήποτε ανησυχία εκ μέρους τους για την πορεία της υπόθεσής τους, ούτως ώστε να όφειλαν να επικοινωνήσουν με την Ασφαλιστική Εταιρεία για να πληροφορηθούν την εξέλιξή της. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο (ανωτέρω). Περαιτέρω, σημειώνεται πως αυτοί αντέδρασαν και κινήθηκαν με την απαιτούμενη σπουδή αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν την έκδοση της Απόφασης στις 9/9/2016, με αποτέλεσμα εντός πέντε ημερών να καταχωρήσουν την υπό κρίση Αίτηση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να αποταθούν για παραμερισμό της Απόφασης. Βλ., μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Salamis Shipping Services (ανωτέρω) και Φωτίου (ανωτέρω). Ερχόμενη στον κυρίαρχο παράγοντα της αποκάλυψης καλής και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης, θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί πως δεν συμμερίζομαι τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η υπόθεση Τεγκεράκης (ανωτέρω) καθιέρωσε αρχή ότι στις αιτήσεις παραμερισμού δεν δύναται να λαμβάνεται υπόψη εξ ακοής μαρτυρία που παρουσιάζεται για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Κατ' αρχάς από την ανάγνωση της εν λόγω απόφασης προκύπτει πως τα εν λόγω σχόλια αφορούσαν τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για σκοπούς απόδειξης της θέσης του εκεί εφεσείοντα ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου στη μητέρα του αυτή ήταν σχεδόν τυφλή και δεν μπορούσε να διαβάσει. Δηλαδή, η μαρτυρία αφορούσε καίριο ζήτημα που άπτετο της θέσης του εφεσείοντα περί αντικανονικής επίδοσης, το οποίο όφειλε να αποδείξει. Όπως, όμως, έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών και, συνεπώς, τα εν λόγω σχόλια στην Τεγκεράκης (ανωτέρω) δεν φαίνεται να αφορούσαν τα στοιχεία που παρουσιάζονται για την έγερση καλής υπεράσπισης. Εξ άλλου, εντοπίζονται και αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάστηκαν με ένορκη δήλωση δικηγόρου και επικυρώθηκε ο παραμερισμός. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω). Πέραν των ανωτέρω, δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας ότι η Τεγκεράκης αφορούσε αίτηση παραμερισμού που πρωτοδίκως εκδικάστηκε το 2001, προτού δηλαδή τεθεί σε ισχύ ο περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2004, Ν. 32(Ι)/2004, σύμφωνα με τον οποίο δεν αποκλείεται πλέον η εξ ακοής μαρτυρία από οποιαδήποτε διαδικασία, απλώς και μόνο επειδή είναι εξ ακοής. Συνεπώς, δεν υφίσταται κώλυμα στην αποδοχή της εξ ακοής μαρτυρίας που παρατίθεται στην παράγραφο 23 της Ένορκης Δήλωσης Κωνσταντίνου, και δη του περιεχομένου του εκεί Τεκμηρίου 4, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσον οι Εναγόμενοι έχουν επιτύχει να εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας της Αγωγής. Σημειώνω, συνεπώς, πως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου, το οποίο υπογράφεται από τον Δημήτρη Προτέστο, Διευθυντή Διασφάλισης Ποιότητας & Συστημάτων των Εναγομένων, στις 27/11/2015 διεξήχθη επί τόπου έρευνα και έλεγχος στον χώρο του επίδικου ατυχήματος από τον ίδιο και τον Αθανάσιο Αθανασίου, Λειτουργό Ασφάλειας & Υγείας των Εναγομένων, συμπεριλαμβανομένης και λήψης μαρτυρίας από δύο εργαζόμενες κατά τον χρόνο του επίδικου συμβάντος, και προέκυψαν τα εξής: • Οι εν λόγω δύο εργαζόμενες ανέφεραν πως τα γεγονότα διαδραματίστηκαν διαφορετικά από την εκδοχή της Ενάγουσας, ότι δηλαδή ενώ αυτή κουβέντιαζε με μια άλλη κυρία, ξαφνικά «έκατσε» στο δάπεδο-πλακόστρωτο υποβασταζόμενη από την άλλη κυρία. Τότε, η Δήμητρα Γεωργίου, η οποία είναι πωλήτρια των Εναγομένων και δούλευε στην καφετέρια ακριβώς απέναντι από τον χώρο, όπου κάθισε η Ενάγουσα, τις ρώτησε μέσα από το τζάμι του καταστήματος εάν είναι καλά τόσο φωνάζοντάς τους όσο και κάνοντας νοήματα, και έλαβε πίσω νόημα από την κυρία που υποβάσταζε την Ενάγουσα ότι είναι καλά. Η πωλήτρια ενημέρωσε άμεσα την υπεύθυνη του καταστήματος, Αγγέλα Κυριάκου, για το συμβάν, η οποία νομιζόμενη ότι επρόκειτο για λιποθυμία πήρε νερό και βγήκε έξω από το κατάστημα, ρωτώντας τι έγινε. Σύμφωνα με την Κυριάκου, η Ενάγουσα της απάντησε ότι σκόνταψε στο σκαλί και έπεσε κάτω και πονούσε το πόδι της. Η Κυριάκου ρώτησε εάν ήθελε να καλέσει ασθενοφόρο ή κάποια άλλη βοήθεια και η απάντηση της Ενάγουσας ήταν αρνητική. Μετά από λίγη ώρα εμφανίστηκε ο σύζυγος της Ενάγουσας και ακολούθησε ιδιωτικό ασθενοφόρο, το οποίο τη μετέφερε στην κλινική. • Το εξωτερικό δάπεδο του εν λόγω υποστατικού είναι βιομηχανικά αντιολισθητικό και συγκεκριμένα τύπου R
  4. • Ο εξωτερικός φωτισμός είναι επαρκής. Συγκεκριμένα υπάρχουν 12 προβολείς περιμετρικά του καταστήματος, τύπου Led, 50w έκαστος, οι οποίοι ήταν αναμμένοι (υπάρχει timer), πράγμα που επιβεβαιώνεται από άτομα που δούλευαν εκείνη την ημέρα στο υποστατικό. • Υπάρχει πρόγραμμα καθαριότητας με αποδεικτικό έντυπο και ο χώρος καθαρίζεται συστηματικά καθημερινά, δεν έβρεχε και δεν υπήρχαν νερά ή άλλα υγρά. • Η ράμπα ήταν ορατή και δεν χρειαζόταν σήμανση. Έχοντας κατά νου τη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας, τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης, καθώς και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για σκοπούς απόδειξης της Αγωγής, έχω ικανοποιηθεί πως με την πιο πάνω μαρτυρία οι Εναγόμενοι έχουν επιτύχει να αποκαλύψουν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην Αγωγή. Δεν πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά στοιχεία και μαρτυρία που προέρχεται από φαινομενικά αρμόδιους λειτουργούς των Εναγομένων επί θεμάτων, μεταξύ άλλων, ασφάλειας και υγείας, καθώς και δύο υπαλλήλους των Εναγομένων, οι οποίες παρουσιάζονται ως αυτόπτες μάρτυρες, έτσι ώστε οι ισχυρισμοί των Εναγομένων ως προς τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο, να εμπεριέχουν τον απαιτούμενο βαθμό πειστικότητας για σκοπούς ικανοποίησης του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν προτίθεμαι να επεκταθώ και να σχολιάσω τους περαιτέρω εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, καθώς και την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτούς, προς αποφυγή ενασχόλησης ανεπίτρεπτα με την ουσία της υπεράσπισης, έργο που δεν επιτελείται σε αυτό το στάδιο. Αυτό που έχει σημασία είναι πως από την εξέταση των ενώπιόν μου στοιχείων, έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν επιτύχει να αποκαλύψουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, κρίνω πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος των Εναγομένων για επανάνοιγμα της υπόθεσης. Συνεπώς, η Αίτηση εγκρίνεται και η Απόφαση ημερομηνίας 11/3/2016 παραμερίζεται και ακυρώνεται. Οι Εναγόμενοι έχουν το δικαίωμα καταχώρησης Υπεράσπισης εντός 14 ημερών από τη σύνταξη της παρούσας απόφασης, αφού βεβαίως καταχωρήσουν δεόντως σημείωμα εμφάνισης. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα που απωλέσθηκαν λόγω της παράλειψής τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................ Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.